Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2012

Το Γενέσιον του Προδρόμου, Αποστ.: Προς Ρωμαίους 13,11 – 14,4 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


 Αρχιμανδρίτου Αυγουστίνου Κκαρά, θεολόγου
Πρωτότυπο κείμενο
11. Αδελφοί, νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. 12. η νύξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. αποθώμεθα ούν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. 13. ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίτας και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, 14. αλλ᾿ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας. 
1. Τον δε ασθενούντα τη πίστει προσλαμβάνεσθε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών. 2. ος μεν πιστεύει φαγείν πάντα, ο δε ασθενών λάχανα εσθίει. 3. Ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω, και ο μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω· ο Θεός γαρ αυτόν προσελάβετο. 4. συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην; τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει· σταθήσεται δε· δυνατός γαρ εστιν ο Θεός στήσαι αυτόν.
Απόδοση
Αδελφοί, τώρα είναι πιο κοντά μας η σωτηρία, παρά τότε που πιστέψαμε. Η νύχτα πέρασε και η ημέρα έφθασε. Ας πετάξουμε λοιπόν από πάνω μας, τα σκοτεινά έργα της αμαρτίας κι ας ενδυθούμε σαν όπλα τα φωτεινά έργα της ημέρας, όχι σε ξεφαντώματα και μεθύσια, όχι σε μοιχείες και ασελγείς πράξεις, όχι μέσα στη φιλονικία και τη ζηλοφθονία. Αλλά ντυθείτε τον Κύριο Ιησού Χριστό κι ας μην είναι όλη σας η φροντίδα για το σώμα, ώστε να θεριεύουν έτσι μέσα σας οι διάφορες επιθυμίες. 
 Να συμπαθάτε και να αποδέχεσθε όποιον δεν έχει δυνατή πίστη και να μη σας σκανδαλίζει γι' αυτόν ο λογισμός σας. Όποιος έχει δυνατή πίστη αυτός κρίνει ότι μπορεί να φάγει απ' όλα• όποιος όμως έχει αδύνατη πίστη, αυτός τρώγει χόρτα. Κι όποιος τρώγει να μην περιφρονεί, εκείνον πού δεν τρώγει. Κι όποιος δεν τρώγει να μην κατακρίνει εκείνον πού τρώγει. Γιατί αυτός είναι άνθρωπος πού τον δέχθηκε ο Θεός.
 Ποιός είσαι συ, πού κρίνει τον ξένον υπηρέτη; Τώρα αν αυτός είναι καλός ή κακός αυτό αφορά τον δικό του Κύριο. Είναι βέβαιο όμως πώς θα σταθεί, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον κάνει να σταθεί.
Η σωτηρία του κόσμου
 Η Εκκλησία μας στις 24 Ιουνίου τιμά το γενέθλιον του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος υπήρξε ο Πρόδρομος της παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο και ο προάγγελος της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι ίδιο με εκείνο της Κυριακής της Τυροφάγου και προέρχεται από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Η περικοπή αναφέρεται στην εγγύτητα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, γεγονός που απαιτεί εντατικότερη προσπάθεια και αγώνα από τους πιστούς, ώστε να είναι έτοιμοι όταν έλθει ο Κύριος. Η επιλογή του συγκεκριμένου αποστολικού αναγνώσματος κατά την εορτή του Τιμίου Προδρόμου δεν είναι τυχαία. Το κήρυγμα του Τιμίου Προδρόμου είχε κατεξοχήν εσχατολογικό χαρακτήρα και συνοψιζόταν μέσα σε λίγες λέξεις: «μετανοείτε ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.3,2). Αυτή την ίδια εσχατολογική διάσταση δίνει και ο Απόστολος Παύλος στο παρόν αποστολικό ανάγνωσμα. Ο χρόνος και η ιστορία της ανθρωπότητας καθώς προχωρούν μας φέρνουν πιο κοντά στην Παρουσία του Κυρίου.
 Ο Απόστολος Παύλος χωρίς να επιθυμεί να προσδιορίσει χρονικά τη δεύτερη έλευση του Χριστού, άλλωστε το απροσδιόριστο του χρόνου της δευτέρας παρουσίας το διεκήρυξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός: «περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24,36), προτρέπει τους πιστούς σε εγρήγορση και αναμονή της ημέρα εκείνης.  Όσο περνά ο χρόνος της παρούσας ζωής, τόσο και πλησιάζουμε προς την έλευση του Κυρίου.  Η δεύτερη έλευση του Χριστού θα σημάνει την ώρα της πλήρους συμμετοχής των πιστών στο μυστήριο της σωτηρίας.  Η σωτηρία αποτελεί βέβαια γεγονός από τη στιγμή της βάπτισης κάθε ανθρώπου, ωστόσο η πληρότητά της θα επέλθει με την έλευση της ημέρας του Κυρίου.  Επομένως ο κάθε πιστός ζει και πορεύεται στην παρούσα ζωή, αναμένοντας την ένδοξη έλευση του Κυρίου, κατά την οποία προσδοκά να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού.
 Η παρούσα ζωή παρομοιάζεται από τον Παύλο ως «νυξ», επειδή βρίσκεται υπό την επήρεια της αμαρτίας που συμβολίζεται με το σκοτάδι.  Η μέλλουσα ζωή αντίστοιχα παρομοιάζεται με «ημέρα», γιατί κατ΄ αυτήν  θα επικρατήσει το φως της βασιλείας του Θεού.  Οφείλουν λοιπόν οι πιστοί να απορρίψουν τα «έργα του σκότους», δηλαδή την αμαρτία και να ενδυθούν «τα όπλα του φωτός», τα χαρίσματα δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.  Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι το ένδυμα του πιστού από την ώρα της βάπτισής του.  Από τη στιγμή που ο Χριστός ενοικεί μέσα στον πιστό άνθρωπο, τότε το θέλημά του συνταυτίζεται με το θέλημα του Κυρίου και άρα «τα έργα του σκότους» δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν με «τα έργα του φωτός».
 Η σωτηρία του ανθρώπου στηρίζεται στην πίστη του Ιησού Χριστού, και όχι στις διάφορες τυπικές και νομικές διατάξεις.  Πολλοί χριστιανοί που ανήκαν προηγουμένως στην Ιουδαϊκή θρησκεία, εξακολουθούσαν να τηρούν ορισμένες διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου.  Μια από αυτές ήταν και η διάκριση των τροφών σε «καθαρές» και «ακάθαρτες».  Έτσι επιδίωκαν να απέχουν από τις «ακάθαρτες» τροφές όπως το κρέας και το κρασί από φόβο μήπως επιδράσουν στην ηθική τους κατάσταση ή από την επιθυμία τους να φθάσουν σε ψηλότερα μέτρα αγιότητας από τους άλλους.  Ο Παύλος κρίνοντας τα ζητήματα αυτά δευτερεύοντα ως προς την ουσία τους, συνιστά από τη μια ο καθένας να πράττει σύμφωνα με τις προσωπικές του πεποιθήσεις και από την άλλη «ασθενείς» και «δυνατοί» να αποφεύγουν τη μεταξύ τους κατάκριση, η οποία δημιουργούσε εντάσεις και φιλονικίες.
 Η κατάσταση αυτή επηρέαζε αρνητικά τις σχέσεις των χριστιανών και δημιουργούσε πρόβλημα στην ενότητα της εκκλησιαστικής κοινότητας.  Οι «δυνατοί» που έτρωγαν τα πάντα ενέπαιζαν και εξουθένωναν τους «ασθενείς» που δεν έτρωγαν.  Από την άλλη πλευρά οι «ασθενείς» κατέκριναν τους «δυνατούς» ως παραβάτες του νόμου.  Ο Παύλος επισημαίνει ότι είναι ανεπίτρεπτο γεγονός η κατάκριση των αδελφών.  Ο κάθε πιστός είναι δούλος Κυρίου και ανήκει σε αυτόν, όποια και αν είναι η πνευματική του κατάσταση.  Ο καθένας «στήκει ή πίπτει τω ιδίω Κυρίω», γι΄ αυτό η κατάκριση δεν έχει θέση μεταξύ των πιστών.  Ακόμα και αυτός που «πίπτει» θα σταθεί στη συνέχεια, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει.  Επομένως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τον άλλο, έστω και αν έχει πέσει, έστω και αν ζει μέσα στην αμαρτία και την αμετανοησία, γιατί πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα της ανόρθωσής του με την σωστική παρέμβαση του παντοδύναμου Θεού.
 Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής ενός πιστού ανθρώπου είναι η εν Χριστώ αγάπη. Μια αγάπη που αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός είναι «δυνατός», είτε είναι «ασθενής» στην πίστη. Ακόμα αγκαλιάζει και εκείνον που δεν πιστεύει στον Χριστό και την Εκκλησία. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει όρια, ούτε προϋποθέσεις. Αυτό άλλωστε έκανε και ο Τίμιος Πρόδρομος, απηύθυνε το κήρυγμά του σε όλους ανεξαιρέτως, αγωνιώντας για την σωτηρία ακόμα και των εχθρών του. Αυτή είναι η σωστή διάσταση του κηρύγματος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κηρύττει την σωτηρία του κόσμου που προσφέρεται από τον Ιησού Χριστό. Η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είναι ήδη γεγονός, αλλά αναμένεται η τελική επικράτησή της με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η ζωή και η πορεία των πιστών μέσα στον κόσμο λαμβάνει την εσχατολογική διάσταση της ζωής του Τιμίου Προδρόμου, αλλά και όλων των Αγίων που ποθούσαν την έλευση του Κυρίου και την επικράτηση της Βασιλείας του Θεού.

Το Γενέσιον του Προδρόμου, Αποστ.: Προς Ρωμαίους 13,11 – 14,4 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


 Αρχιμανδρίτου Αυγουστίνου Κκαρά, θεολόγου

Η σωτηρία του κόσμου
 Η Εκκλησία μας στις 24 Ιουνίου τιμά το γενέθλιον του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος υπήρξε ο Πρόδρομος της παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο και ο προάγγελος της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι ίδιο με εκείνο της Κυριακής της Τυροφάγου και προέρχεται από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Η περικοπή αναφέρεται στην εγγύτητα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, γεγονός που απαιτεί εντατικότερη προσπάθεια και αγώνα από τους πιστούς, ώστε να είναι έτοιμοι όταν έλθει ο Κύριος. Η επιλογή του συγκεκριμένου αποστολικού αναγνώσματος κατά την εορτή του Τιμίου Προδρόμου δεν είναι τυχαία. Το κήρυγμα του Τιμίου Προδρόμου είχε κατεξοχήν εσχατολογικό χαρακτήρα και συνοψιζόταν μέσα σε λίγες λέξεις: «μετανοείτε ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.3,2). Αυτή την ίδια εσχατολογική διάσταση δίνει και ο Απόστολος Παύλος στο παρόν αποστολικό ανάγνωσμα. Ο χρόνος και η ιστορία της ανθρωπότητας καθώς προχωρούν μας φέρνουν πιο κοντά στην Παρουσία του Κυρίου.
 Ο Απόστολος Παύλος χωρίς να επιθυμεί να προσδιορίσει χρονικά τη δεύτερη έλευση του Χριστού, άλλωστε το απροσδιόριστο του χρόνου της δευτέρας παρουσίας το διεκήρυξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός: «περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24,36), προτρέπει τους πιστούς σε εγρήγορση και αναμονή της ημέρα εκείνης.  Όσο περνά ο χρόνος της παρούσας ζωής, τόσο και πλησιάζουμε προς την έλευση του Κυρίου.  Η δεύτερη έλευση του Χριστού θα σημάνει την ώρα της πλήρους συμμετοχής των πιστών στο μυστήριο της σωτηρίας.  Η σωτηρία αποτελεί βέβαια γεγονός από τη στιγμή της βάπτισης κάθε ανθρώπου, ωστόσο η πληρότητά της θα επέλθει με την έλευση της ημέρας του Κυρίου.  Επομένως ο κάθε πιστός ζει και πορεύεται στην παρούσα ζωή, αναμένοντας την ένδοξη έλευση του Κυρίου, κατά την οποία προσδοκά να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού.
 Η παρούσα ζωή παρομοιάζεται από τον Παύλο ως «νυξ», επειδή βρίσκεται υπό την επήρεια της αμαρτίας που συμβολίζεται με το σκοτάδι.  Η μέλλουσα ζωή αντίστοιχα παρομοιάζεται με «ημέρα», γιατί κατ΄ αυτήν  θα επικρατήσει το φως της βασιλείας του Θεού.  Οφείλουν λοιπόν οι πιστοί να απορρίψουν τα «έργα του σκότους», δηλαδή την αμαρτία και να ενδυθούν «τα όπλα του φωτός», τα χαρίσματα δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.  Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι το ένδυμα του πιστού από την ώρα της βάπτισής του.  Από τη στιγμή που ο Χριστός ενοικεί μέσα στον πιστό άνθρωπο, τότε το θέλημά του συνταυτίζεται με το θέλημα του Κυρίου και άρα «τα έργα του σκότους» δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν με «τα έργα του φωτός».
 Η σωτηρία του ανθρώπου στηρίζεται στην πίστη του Ιησού Χριστού, και όχι στις διάφορες τυπικές και νομικές διατάξεις.  Πολλοί χριστιανοί που ανήκαν προηγουμένως στην Ιουδαϊκή θρησκεία, εξακολουθούσαν να τηρούν ορισμένες διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου.  Μια από αυτές ήταν και η διάκριση των τροφών σε «καθαρές» και «ακάθαρτες».  Έτσι επιδίωκαν να απέχουν από τις «ακάθαρτες» τροφές όπως το κρέας και το κρασί από φόβο μήπως επιδράσουν στην ηθική τους κατάσταση ή από την επιθυμία τους να φθάσουν σε ψηλότερα μέτρα αγιότητας από τους άλλους.  Ο Παύλος κρίνοντας τα ζητήματα αυτά δευτερεύοντα ως προς την ουσία τους, συνιστά από τη μια ο καθένας να πράττει σύμφωνα με τις προσωπικές του πεποιθήσεις και από την άλλη «ασθενείς» και «δυνατοί» να αποφεύγουν τη μεταξύ τους κατάκριση, η οποία δημιουργούσε εντάσεις και φιλονικίες.
 Η κατάσταση αυτή επηρέαζε αρνητικά τις σχέσεις των χριστιανών και δημιουργούσε πρόβλημα στην ενότητα της εκκλησιαστικής κοινότητας.  Οι «δυνατοί» που έτρωγαν τα πάντα ενέπαιζαν και εξουθένωναν τους «ασθενείς» που δεν έτρωγαν.  Από την άλλη πλευρά οι «ασθενείς» κατέκριναν τους «δυνατούς» ως παραβάτες του νόμου.  Ο Παύλος επισημαίνει ότι είναι ανεπίτρεπτο γεγονός η κατάκριση των αδελφών.  Ο κάθε πιστός είναι δούλος Κυρίου και ανήκει σε αυτόν, όποια και αν είναι η πνευματική του κατάσταση.  Ο καθένας «στήκει ή πίπτει τω ιδίω Κυρίω», γι΄ αυτό η κατάκριση δεν έχει θέση μεταξύ των πιστών.  Ακόμα και αυτός που «πίπτει» θα σταθεί στη συνέχεια, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει.  Επομένως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τον άλλο, έστω και αν έχει πέσει, έστω και αν ζει μέσα στην αμαρτία και την αμετανοησία, γιατί πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα της ανόρθωσής του με την σωστική παρέμβαση του παντοδύναμου Θεού.
 Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής ενός πιστού ανθρώπου είναι η εν Χριστώ αγάπη. Μια αγάπη που αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός είναι «δυνατός», είτε είναι «ασθενής» στην πίστη. Ακόμα αγκαλιάζει και εκείνον που δεν πιστεύει στον Χριστό και την Εκκλησία. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει όρια, ούτε προϋποθέσεις. Αυτό άλλωστε έκανε και ο Τίμιος Πρόδρομος, απηύθυνε το κήρυγμά του σε όλους ανεξαιρέτως, αγωνιώντας για την σωτηρία ακόμα και των εχθρών του. Αυτή είναι η σωστή διάσταση του κηρύγματος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κηρύττει την σωτηρία του κόσμου που προσφέρεται από τον Ιησού Χριστό. Η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είναι ήδη γεγονός, αλλά αναμένεται η τελική επικράτησή της με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η ζωή και η πορεία των πιστών μέσα στον κόσμο λαμβάνει την εσχατολογική διάσταση της ζωής του Τιμίου Προδρόμου, αλλά και όλων των Αγίων που ποθούσαν την έλευση του Κυρίου και την επικράτηση της Βασιλείας του Θεού.

Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)


Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)
Άνθρωποι αμαρτωλοί είμαστε όλοι μας, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Και δεν είναι εύκολο σήμερα να γίνει αυτό, διότι έχουμε μάθει την αμαρτία να την θέτουμε στο περιθώριο της ζωής μας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολιτισμού μας αποδέχεται ως δικαίωμά μας τις «κώμες», δηλαδή το φαγοπότι, την μέθη, «τις κοίτες και τις ασέλγειες», δηλαδή την ασύδοτη και ακόλαστη ζωή, «την έριδα και τον ζήλο», δηλαδή την φιλονικία και τον φθόνο. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία στα λόγια καταδικάζει όλες αυτές τις συμπεριφορές, στην πράξη τις ανέχεται και δεν θεωρεί πως δεν πειράζει εάν ο άνθρωπος υποκύπτει σε τέτοιους πειρασμούς. Άλλωστε, δεν είναι προτεραιότητα η ένδυση του Χριστού από τον καθέναν μας, αλλά η πρόνοια της σαρκός, που οδηγεί στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας (Ρωμ.13,14).
Ίσως αναρωτηθούμε γιατί να είναι αμαρτία το να φάμε και να πιούμε, να απολαύσουμε δια της σαρκός μας τη ζωή, να είμαστε μαχητικοί και να έχουμε την άποψή μας έναντι των άλλων και, ταυτόχρονα, να θέλουμε να είμαστε καλύτεροι και ανώτεροι από εκείνους, αφού η ζωή περνά και πρέπει να τη χαρούμε, καθότι δεν θα ξαναέρθει. Άλλωστε, συνήθως έχουμε δίκιο από τη σκοπιά που βλέπουμε τα πράγματα. Παράλληλα, βλέπουμε τους ανθρώπους που ζούνε κατ’ αυτό τον τρόπο να χαίρονται τη ζωή τους, ενώ εμείς που επιλέγουμε στο όνομα της πίστης στο Χριστό μία ζωή λιτότητας, εγκράτειας, υποχωρητικότητας και συγχωρητικότητας, να περιφρονούμαστε και να περιθωριοποιούμαστε από την κοινωνία. Γιατί λοιπόν να μην έχουμε δικαίωμα να παλεύουμε για τις απόψεις μας και να ζούμε τις χαρές της ζωής, όπως τις ζούνε εκείνοι που προβάλλονται ως πρότυπα από την τηλεόραση, από την κρατούσα ηθική, από την φιλοσοφία της ζωής;
Ο απόστολος Παύλος προτάσσει έναντι αυτού του ήθους της ζωής, την ένδυση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτή η ένδυση δεν συνεπάγεται την άρνηση της κατά κόσμον χαράς, την οποία, άλλωστε, ο Χριστός ευλόγησε και είναι πλήθος τα παραδείγματα που έχουμε στην Γραφή, με αποκορύφωμα τον γάμο της Κανά, όπου εκτός από την ευλογία στη χαρά της ζωής, στην ενότητα και την δημιουργία σάρκας και πνεύματος που χαρακτηρίζουν τον κατά Θεό γάμο, ο Κύριος προσέφερε κρασί στους μετόχους του γαμήλιου δείπνου, οι οποίοι, όπως διαφαίνεται, ήταν μεθυσμένοι. Και ο Κύριος ευλόγησε το νερό, κάνοντάς το κρασί, για να συνεχίσουν να χαίρονται με τη χαρά του ζευγαριού και μάλιστα, με ανώτερης ποιότητας οίνο! Αυτό δείχνει ότι η πίστη στο Χριστό δεν μας κάνει να αρνούμαστε την χαρά της ζωής, αλλά μας δείχνει πού αυτή βρίσκεται αληθινά και από Ποιον πρέπει να ξεκινά. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι η αρχή και το τέλος της ζωής μας και η ένδυσή Του πρέπει να είναι η κύρια μέριμνά μας. Αν Αυτός υπάρχει στη ζωή μας, τίποτε τότε δεν μας λείπει.
Ο Παύλος στην ουσία θέλει να μας δείξει ότι η ζωή χωρίς το Χριστό στηρίζεται μόνο στις κώμες, τις μέθες, τις κοίτες και τις ασέλγειες, την έριδα και τον ζήλο. Κι αυτό διότι δεν στηρίζεται στην αληθινή αγάπη, η οποία βρίσκει το μέτρο και το νόημα, ακόμη και στη χαρά, αλλά αποθεώνει το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει αυθύπαρκτος. Εκεί που ο Χριστός είναι παρών, είναι και η Εκκλησία. Και Εκκλησία σημαίνει κοινωνία αγάπης και όχι κοινωνία δικαιωμάτων και αυθυπαρξίας. Γιατί αγάπη σημαίνει μοίρασμα, σημαίνει χαρά με τους άλλους, σημαίνει σεβασμός στους άλλους, στα μέτρα και τα όριά τους, όπως αυτό διαφαίνεται από την ευλόγηση από τον Χριστό και την Εκκλησία του γάμου και όχι της ακόλαστης και ασύδοτης ζωής, όπως αυτό διαφαίνεται από την συγκατάνευση στη χαρά του έκτακτου γεγονότος της ζωής των άλλων και όχι στην υιοθέτηση της κώμης και της μέθης ως επαναλαμβανόμενης διασκέδασης, η οποία όμως δεν μας επιτρέπει να σεβαστούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους, όπως αυτό διαφαίνεται από τις σαφείς απαντήσεις που ο Χριστός δίνει σε όσους Τον αμφισβητούν και όχι στην υιοθέτηση μιας άκριτης σιωπής, αλλά και στην συγχωρητικότητα έναντι όσων Τον βλάπτουν και την άρνησή Του να ανταποδώσει με κακό, το κακό που Του κάνουν, ακόμη κι αν διαπιστώνει την φιλονικία και τον φθόνο ανάμεσα στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται.
Υπάρχει όμως και άλλη μία παράμετρος που έχει αξία. Είναι η επιθυμία. Για την πίστη υπάρχουν οι επιθυμίες της σαρκός και οι επιθυμίες του πνεύματος. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, γιατί τότε η σωτηρία δεν θα είχε να κάνει με τον όλο άνθρωπο. Η διάκριση θέλει να δείξει ότι υπάρχουν επιθυμίες που κρατούνε τον άνθρωπο προσκολλημένο στον παρόντα κόσμο και δεν τον αφήνουν να ανοίξει την ύπαρξή του προς την σχέση με το Θεό και την αιωνιότητα. Αυτές οι επιθυμίες, τις οποίες παρωθεί και ο διάβολος, δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να υπερβεί τον παρόντα χρόνο, με αποτέλεσμα να τον κάνουν να παραδίδεται σ’ αυτόν. Είναι αδύνατον λοιπόν να βρει μέτρο και προσανατολισμό αιωνιότητας, όταν κινείται με βάση τις σαρκικές επιθυμίες. Κι εδώ έγκειται ο πνευματικός αγώνας στη ζωή της Εκκλησίας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι οι επιθυμίες της σαρκός γίνονται βαρίδια στην πνευματική μας πορεία, όχι για να απορρίψουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας ή για να γίνουμε κατ’ αποκλειστικότητα μοναχοί και αναχωρητές, αλλά για να μπορούμε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η σχέση με το Χριστό προηγείται και είναι η ωραιότερη και σπουδαιότερη επιθυμία την οποία καλούμαστε να έχουμε. Κι αυτή η επιθυμία εκπληρώνεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, με την θεία Ευχαριστία που γίνεται τροφή και κώμη πνευματική, με την προσευχή που γίνεται η νηφάλιος πνευματική μέθη, με τη αγάπη και τον σεβασμό στον άλλο, που γίνεται χαρά αληθινή κοινωνίας, με την ταπείνωση και την ανοχή, που νικά τον θυμό και την ζήλια, γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως ίσως θα τους θέλαμε.
Μέσα από τον λόγο του αποστόλου Παύλου και τη ζωή της Εκκλησίας καταλαβαίνουμε ότι η σχέση με το Χριστό δίνει την υπέρτατη χαρά στον άνθρωπο. Χωρίς να του στερεί τις κατά κόσμον χαρές, τις οριοθετεί, με την παρουσία του Χριστού, η οποία δίδει μέτρο, σεβασμό και ευλογία και η οποία αποτρέπει τον άνθρωπο από το να παραδοθεί στα πάθη που το σαρκικό φρόνημα και η ροπή για αυθυπαρξία, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις του διαβόλου γεννούν. Η συνεχής μετάνοια, δηλαδή η επιστροφή στη ζωή της Εκκλησίας, μας καθιστά ανθρώπους που γνωρίζουμε μέχρι πού φτάνουν τα όρια μας, αλλά και που αναγνωρίζουμε το Χριστό ως προτεραιότητα της ύπαρξής μας. Αυτός ο δρόμος τελικά μας προστατεύει από την παράδοσή μας στην πρόνοια της σαρκός και στο θρίαμβο των επιθυμιών, που μας καθιστούν ανθρώπους χωρίς πνεύμα Θεού και χωρίς νόημα ζωής, ακόμη κι αν απολαμβάνουμε φαινομενικά τα δικαιώματά μας κι αν μας δοξάζουν οι άλλοι. Είμαστε όμως παραδομένοι στο πνεύμα της ανομίας και τελικά και στον παρόντα και στον αιώνιο χρόνο η αληθινή ευτυχία θα απουσιάσει.
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 24 Ιουνίου 2012

Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)


Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)
Άνθρωποι αμαρτωλοί είμαστε όλοι μας, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Και δεν είναι εύκολο σήμερα να γίνει αυτό, διότι έχουμε μάθει την αμαρτία να την θέτουμε στο περιθώριο της ζωής μας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολιτισμού μας αποδέχεται ως δικαίωμά μας τις «κώμες», δηλαδή το φαγοπότι, την μέθη, «τις κοίτες και τις ασέλγειες», δηλαδή την ασύδοτη και ακόλαστη ζωή, «την έριδα και τον ζήλο», δηλαδή την φιλονικία και τον φθόνο. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία στα λόγια καταδικάζει όλες αυτές τις συμπεριφορές, στην πράξη τις ανέχεται και δεν θεωρεί πως δεν πειράζει εάν ο άνθρωπος υποκύπτει σε τέτοιους πειρασμούς. Άλλωστε, δεν είναι προτεραιότητα η ένδυση του Χριστού από τον καθέναν μας, αλλά η πρόνοια της σαρκός, που οδηγεί στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας (Ρωμ.13,14).
Ίσως αναρωτηθούμε γιατί να είναι αμαρτία το να φάμε και να πιούμε, να απολαύσουμε δια της σαρκός μας τη ζωή, να είμαστε μαχητικοί και να έχουμε την άποψή μας έναντι των άλλων και, ταυτόχρονα, να θέλουμε να είμαστε καλύτεροι και ανώτεροι από εκείνους, αφού η ζωή περνά και πρέπει να τη χαρούμε, καθότι δεν θα ξαναέρθει. Άλλωστε, συνήθως έχουμε δίκιο από τη σκοπιά που βλέπουμε τα πράγματα. Παράλληλα, βλέπουμε τους ανθρώπους που ζούνε κατ’ αυτό τον τρόπο να χαίρονται τη ζωή τους, ενώ εμείς που επιλέγουμε στο όνομα της πίστης στο Χριστό μία ζωή λιτότητας, εγκράτειας, υποχωρητικότητας και συγχωρητικότητας, να περιφρονούμαστε και να περιθωριοποιούμαστε από την κοινωνία. Γιατί λοιπόν να μην έχουμε δικαίωμα να παλεύουμε για τις απόψεις μας και να ζούμε τις χαρές της ζωής, όπως τις ζούνε εκείνοι που προβάλλονται ως πρότυπα από την τηλεόραση, από την κρατούσα ηθική, από την φιλοσοφία της ζωής;
Ο απόστολος Παύλος προτάσσει έναντι αυτού του ήθους της ζωής, την ένδυση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτή η ένδυση δεν συνεπάγεται την άρνηση της κατά κόσμον χαράς, την οποία, άλλωστε, ο Χριστός ευλόγησε και είναι πλήθος τα παραδείγματα που έχουμε στην Γραφή, με αποκορύφωμα τον γάμο της Κανά, όπου εκτός από την ευλογία στη χαρά της ζωής, στην ενότητα και την δημιουργία σάρκας και πνεύματος που χαρακτηρίζουν τον κατά Θεό γάμο, ο Κύριος προσέφερε κρασί στους μετόχους του γαμήλιου δείπνου, οι οποίοι, όπως διαφαίνεται, ήταν μεθυσμένοι. Και ο Κύριος ευλόγησε το νερό, κάνοντάς το κρασί, για να συνεχίσουν να χαίρονται με τη χαρά του ζευγαριού και μάλιστα, με ανώτερης ποιότητας οίνο! Αυτό δείχνει ότι η πίστη στο Χριστό δεν μας κάνει να αρνούμαστε την χαρά της ζωής, αλλά μας δείχνει πού αυτή βρίσκεται αληθινά και από Ποιον πρέπει να ξεκινά. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι η αρχή και το τέλος της ζωής μας και η ένδυσή Του πρέπει να είναι η κύρια μέριμνά μας. Αν Αυτός υπάρχει στη ζωή μας, τίποτε τότε δεν μας λείπει.
Ο Παύλος στην ουσία θέλει να μας δείξει ότι η ζωή χωρίς το Χριστό στηρίζεται μόνο στις κώμες, τις μέθες, τις κοίτες και τις ασέλγειες, την έριδα και τον ζήλο. Κι αυτό διότι δεν στηρίζεται στην αληθινή αγάπη, η οποία βρίσκει το μέτρο και το νόημα, ακόμη και στη χαρά, αλλά αποθεώνει το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει αυθύπαρκτος. Εκεί που ο Χριστός είναι παρών, είναι και η Εκκλησία. Και Εκκλησία σημαίνει κοινωνία αγάπης και όχι κοινωνία δικαιωμάτων και αυθυπαρξίας. Γιατί αγάπη σημαίνει μοίρασμα, σημαίνει χαρά με τους άλλους, σημαίνει σεβασμός στους άλλους, στα μέτρα και τα όριά τους, όπως αυτό διαφαίνεται από την ευλόγηση από τον Χριστό και την Εκκλησία του γάμου και όχι της ακόλαστης και ασύδοτης ζωής, όπως αυτό διαφαίνεται από την συγκατάνευση στη χαρά του έκτακτου γεγονότος της ζωής των άλλων και όχι στην υιοθέτηση της κώμης και της μέθης ως επαναλαμβανόμενης διασκέδασης, η οποία όμως δεν μας επιτρέπει να σεβαστούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους, όπως αυτό διαφαίνεται από τις σαφείς απαντήσεις που ο Χριστός δίνει σε όσους Τον αμφισβητούν και όχι στην υιοθέτηση μιας άκριτης σιωπής, αλλά και στην συγχωρητικότητα έναντι όσων Τον βλάπτουν και την άρνησή Του να ανταποδώσει με κακό, το κακό που Του κάνουν, ακόμη κι αν διαπιστώνει την φιλονικία και τον φθόνο ανάμεσα στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται.
Υπάρχει όμως και άλλη μία παράμετρος που έχει αξία. Είναι η επιθυμία. Για την πίστη υπάρχουν οι επιθυμίες της σαρκός και οι επιθυμίες του πνεύματος. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, γιατί τότε η σωτηρία δεν θα είχε να κάνει με τον όλο άνθρωπο. Η διάκριση θέλει να δείξει ότι υπάρχουν επιθυμίες που κρατούνε τον άνθρωπο προσκολλημένο στον παρόντα κόσμο και δεν τον αφήνουν να ανοίξει την ύπαρξή του προς την σχέση με το Θεό και την αιωνιότητα. Αυτές οι επιθυμίες, τις οποίες παρωθεί και ο διάβολος, δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να υπερβεί τον παρόντα χρόνο, με αποτέλεσμα να τον κάνουν να παραδίδεται σ’ αυτόν. Είναι αδύνατον λοιπόν να βρει μέτρο και προσανατολισμό αιωνιότητας, όταν κινείται με βάση τις σαρκικές επιθυμίες. Κι εδώ έγκειται ο πνευματικός αγώνας στη ζωή της Εκκλησίας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι οι επιθυμίες της σαρκός γίνονται βαρίδια στην πνευματική μας πορεία, όχι για να απορρίψουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας ή για να γίνουμε κατ’ αποκλειστικότητα μοναχοί και αναχωρητές, αλλά για να μπορούμε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η σχέση με το Χριστό προηγείται και είναι η ωραιότερη και σπουδαιότερη επιθυμία την οποία καλούμαστε να έχουμε. Κι αυτή η επιθυμία εκπληρώνεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, με την θεία Ευχαριστία που γίνεται τροφή και κώμη πνευματική, με την προσευχή που γίνεται η νηφάλιος πνευματική μέθη, με τη αγάπη και τον σεβασμό στον άλλο, που γίνεται χαρά αληθινή κοινωνίας, με την ταπείνωση και την ανοχή, που νικά τον θυμό και την ζήλια, γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως ίσως θα τους θέλαμε.
Μέσα από τον λόγο του αποστόλου Παύλου και τη ζωή της Εκκλησίας καταλαβαίνουμε ότι η σχέση με το Χριστό δίνει την υπέρτατη χαρά στον άνθρωπο. Χωρίς να του στερεί τις κατά κόσμον χαρές, τις οριοθετεί, με την παρουσία του Χριστού, η οποία δίδει μέτρο, σεβασμό και ευλογία και η οποία αποτρέπει τον άνθρωπο από το να παραδοθεί στα πάθη που το σαρκικό φρόνημα και η ροπή για αυθυπαρξία, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις του διαβόλου γεννούν. Η συνεχής μετάνοια, δηλαδή η επιστροφή στη ζωή της Εκκλησίας, μας καθιστά ανθρώπους που γνωρίζουμε μέχρι πού φτάνουν τα όρια μας, αλλά και που αναγνωρίζουμε το Χριστό ως προτεραιότητα της ύπαρξής μας. Αυτός ο δρόμος τελικά μας προστατεύει από την παράδοσή μας στην πρόνοια της σαρκός και στο θρίαμβο των επιθυμιών, που μας καθιστούν ανθρώπους χωρίς πνεύμα Θεού και χωρίς νόημα ζωής, ακόμη κι αν απολαμβάνουμε φαινομενικά τα δικαιώματά μας κι αν μας δοξάζουν οι άλλοι. Είμαστε όμως παραδομένοι στο πνεύμα της ανομίας και τελικά και στον παρόντα και στον αιώνιο χρόνο η αληθινή ευτυχία θα απουσιάσει.
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 24 Ιουνίου 2012

Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)


Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)
Άνθρωποι αμαρτωλοί είμαστε όλοι μας, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Και δεν είναι εύκολο σήμερα να γίνει αυτό, διότι έχουμε μάθει την αμαρτία να την θέτουμε στο περιθώριο της ζωής μας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολιτισμού μας αποδέχεται ως δικαίωμά μας τις «κώμες», δηλαδή το φαγοπότι, την μέθη, «τις κοίτες και τις ασέλγειες», δηλαδή την ασύδοτη και ακόλαστη ζωή, «την έριδα και τον ζήλο», δηλαδή την φιλονικία και τον φθόνο. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία στα λόγια καταδικάζει όλες αυτές τις συμπεριφορές, στην πράξη τις ανέχεται και δεν θεωρεί πως δεν πειράζει εάν ο άνθρωπος υποκύπτει σε τέτοιους πειρασμούς. Άλλωστε, δεν είναι προτεραιότητα η ένδυση του Χριστού από τον καθέναν μας, αλλά η πρόνοια της σαρκός, που οδηγεί στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας (Ρωμ.13,14).
Ίσως αναρωτηθούμε γιατί να είναι αμαρτία το να φάμε και να πιούμε, να απολαύσουμε δια της σαρκός μας τη ζωή, να είμαστε μαχητικοί και να έχουμε την άποψή μας έναντι των άλλων και, ταυτόχρονα, να θέλουμε να είμαστε καλύτεροι και ανώτεροι από εκείνους, αφού η ζωή περνά και πρέπει να τη χαρούμε, καθότι δεν θα ξαναέρθει. Άλλωστε, συνήθως έχουμε δίκιο από τη σκοπιά που βλέπουμε τα πράγματα. Παράλληλα, βλέπουμε τους ανθρώπους που ζούνε κατ’ αυτό τον τρόπο να χαίρονται τη ζωή τους, ενώ εμείς που επιλέγουμε στο όνομα της πίστης στο Χριστό μία ζωή λιτότητας, εγκράτειας, υποχωρητικότητας και συγχωρητικότητας, να περιφρονούμαστε και να περιθωριοποιούμαστε από την κοινωνία. Γιατί λοιπόν να μην έχουμε δικαίωμα να παλεύουμε για τις απόψεις μας και να ζούμε τις χαρές της ζωής, όπως τις ζούνε εκείνοι που προβάλλονται ως πρότυπα από την τηλεόραση, από την κρατούσα ηθική, από την φιλοσοφία της ζωής;
Ο απόστολος Παύλος προτάσσει έναντι αυτού του ήθους της ζωής, την ένδυση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτή η ένδυση δεν συνεπάγεται την άρνηση της κατά κόσμον χαράς, την οποία, άλλωστε, ο Χριστός ευλόγησε και είναι πλήθος τα παραδείγματα που έχουμε στην Γραφή, με αποκορύφωμα τον γάμο της Κανά, όπου εκτός από την ευλογία στη χαρά της ζωής, στην ενότητα και την δημιουργία σάρκας και πνεύματος που χαρακτηρίζουν τον κατά Θεό γάμο, ο Κύριος προσέφερε κρασί στους μετόχους του γαμήλιου δείπνου, οι οποίοι, όπως διαφαίνεται, ήταν μεθυσμένοι. Και ο Κύριος ευλόγησε το νερό, κάνοντάς το κρασί, για να συνεχίσουν να χαίρονται με τη χαρά του ζευγαριού και μάλιστα, με ανώτερης ποιότητας οίνο! Αυτό δείχνει ότι η πίστη στο Χριστό δεν μας κάνει να αρνούμαστε την χαρά της ζωής, αλλά μας δείχνει πού αυτή βρίσκεται αληθινά και από Ποιον πρέπει να ξεκινά. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι η αρχή και το τέλος της ζωής μας και η ένδυσή Του πρέπει να είναι η κύρια μέριμνά μας. Αν Αυτός υπάρχει στη ζωή μας, τίποτε τότε δεν μας λείπει.
Ο Παύλος στην ουσία θέλει να μας δείξει ότι η ζωή χωρίς το Χριστό στηρίζεται μόνο στις κώμες, τις μέθες, τις κοίτες και τις ασέλγειες, την έριδα και τον ζήλο. Κι αυτό διότι δεν στηρίζεται στην αληθινή αγάπη, η οποία βρίσκει το μέτρο και το νόημα, ακόμη και στη χαρά, αλλά αποθεώνει το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει αυθύπαρκτος. Εκεί που ο Χριστός είναι παρών, είναι και η Εκκλησία. Και Εκκλησία σημαίνει κοινωνία αγάπης και όχι κοινωνία δικαιωμάτων και αυθυπαρξίας. Γιατί αγάπη σημαίνει μοίρασμα, σημαίνει χαρά με τους άλλους, σημαίνει σεβασμός στους άλλους, στα μέτρα και τα όριά τους, όπως αυτό διαφαίνεται από την ευλόγηση από τον Χριστό και την Εκκλησία του γάμου και όχι της ακόλαστης και ασύδοτης ζωής, όπως αυτό διαφαίνεται από την συγκατάνευση στη χαρά του έκτακτου γεγονότος της ζωής των άλλων και όχι στην υιοθέτηση της κώμης και της μέθης ως επαναλαμβανόμενης διασκέδασης, η οποία όμως δεν μας επιτρέπει να σεβαστούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους, όπως αυτό διαφαίνεται από τις σαφείς απαντήσεις που ο Χριστός δίνει σε όσους Τον αμφισβητούν και όχι στην υιοθέτηση μιας άκριτης σιωπής, αλλά και στην συγχωρητικότητα έναντι όσων Τον βλάπτουν και την άρνησή Του να ανταποδώσει με κακό, το κακό που Του κάνουν, ακόμη κι αν διαπιστώνει την φιλονικία και τον φθόνο ανάμεσα στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται.
Υπάρχει όμως και άλλη μία παράμετρος που έχει αξία. Είναι η επιθυμία. Για την πίστη υπάρχουν οι επιθυμίες της σαρκός και οι επιθυμίες του πνεύματος. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, γιατί τότε η σωτηρία δεν θα είχε να κάνει με τον όλο άνθρωπο. Η διάκριση θέλει να δείξει ότι υπάρχουν επιθυμίες που κρατούνε τον άνθρωπο προσκολλημένο στον παρόντα κόσμο και δεν τον αφήνουν να ανοίξει την ύπαρξή του προς την σχέση με το Θεό και την αιωνιότητα. Αυτές οι επιθυμίες, τις οποίες παρωθεί και ο διάβολος, δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να υπερβεί τον παρόντα χρόνο, με αποτέλεσμα να τον κάνουν να παραδίδεται σ’ αυτόν. Είναι αδύνατον λοιπόν να βρει μέτρο και προσανατολισμό αιωνιότητας, όταν κινείται με βάση τις σαρκικές επιθυμίες. Κι εδώ έγκειται ο πνευματικός αγώνας στη ζωή της Εκκλησίας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι οι επιθυμίες της σαρκός γίνονται βαρίδια στην πνευματική μας πορεία, όχι για να απορρίψουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας ή για να γίνουμε κατ’ αποκλειστικότητα μοναχοί και αναχωρητές, αλλά για να μπορούμε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η σχέση με το Χριστό προηγείται και είναι η ωραιότερη και σπουδαιότερη επιθυμία την οποία καλούμαστε να έχουμε. Κι αυτή η επιθυμία εκπληρώνεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, με την θεία Ευχαριστία που γίνεται τροφή και κώμη πνευματική, με την προσευχή που γίνεται η νηφάλιος πνευματική μέθη, με τη αγάπη και τον σεβασμό στον άλλο, που γίνεται χαρά αληθινή κοινωνίας, με την ταπείνωση και την ανοχή, που νικά τον θυμό και την ζήλια, γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως ίσως θα τους θέλαμε.
Μέσα από τον λόγο του αποστόλου Παύλου και τη ζωή της Εκκλησίας καταλαβαίνουμε ότι η σχέση με το Χριστό δίνει την υπέρτατη χαρά στον άνθρωπο. Χωρίς να του στερεί τις κατά κόσμον χαρές, τις οριοθετεί, με την παρουσία του Χριστού, η οποία δίδει μέτρο, σεβασμό και ευλογία και η οποία αποτρέπει τον άνθρωπο από το να παραδοθεί στα πάθη που το σαρκικό φρόνημα και η ροπή για αυθυπαρξία, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις του διαβόλου γεννούν. Η συνεχής μετάνοια, δηλαδή η επιστροφή στη ζωή της Εκκλησίας, μας καθιστά ανθρώπους που γνωρίζουμε μέχρι πού φτάνουν τα όρια μας, αλλά και που αναγνωρίζουμε το Χριστό ως προτεραιότητα της ύπαρξής μας. Αυτός ο δρόμος τελικά μας προστατεύει από την παράδοσή μας στην πρόνοια της σαρκός και στο θρίαμβο των επιθυμιών, που μας καθιστούν ανθρώπους χωρίς πνεύμα Θεού και χωρίς νόημα ζωής, ακόμη κι αν απολαμβάνουμε φαινομενικά τα δικαιώματά μας κι αν μας δοξάζουν οι άλλοι. Είμαστε όμως παραδομένοι στο πνεύμα της ανομίας και τελικά και στον παρόντα και στον αιώνιο χρόνο η αληθινή ευτυχία θα απουσιάσει.
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 24 Ιουνίου 2012

Τὸ γενέθλιο τοῦ Προδρόμου Χριστάκης Ευσταθίου



Τὴν μεγαλύτερη προφητικὴ μορφή, ἐκείνη τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, θυμᾶται σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Συγκεκριμένα, προβάλλει τὴ σημερινὴ ὡς τὴ γενέθλια ἡμέρα ἐκείνου γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι «... οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» μεγαλύτερός του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης βρίσκεται στὶς κορυφογραμμὲς τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ προσφέρει ἀνάλογη τιμὴ ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ εἰκονίζεται στὰ εἰκονοστάσια τῶν ναῶν ἀριστερά του Κυρίου, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία τὸν τιμᾶ καὶ μὲ τὴν εἰδικὴ μερίδα ποὺ βγαίνει κάθε φορὰ στὴν Ἁγία Πρόθεση, στὸ ὄνομά του.



Προδρομικὴ μορφὴ

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει λεπτομερῶς ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴ σύλληψη καὶ τὴ γέννηση τοῦ Βαπτιστῆ, γιατί ἀκριβῶς αὐτὰ ἐντάσσονται ἁρμονικὰ στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Προδρόμου καὶ μάλιστα ἀπὸ γονεῖς ὑπερήλικες καὶ στείρα μητέρα, ὅπως εἶχε συμβεῖ καὶ μὲ τὸν Ἰσαάκ, τὸν Σαμψών, τὸν Σαμουὴλ καὶ ἄλλα ἱερὰ πρόσωπα, ἀποτελεῖ κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν πρώτη προδρομικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἰωάννη, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ἑρμηνεύεται καὶ ὡς προτύπωση τῆς ὑπερφυσικῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ ὅπως εἶναι γνωστὸ ἀκολούθησε μετὰ ἀπὸ ἕξι μόλις μῆνες.

Ὁ Ἰωάννης ἦταν σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ θεοῦ, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ ἀναγγελία τῆς σύλληψής του ἔγινε μέσα στὸ ναὸ κατὰ τὴν ὥρα τῆς λατρείας, ἐνῶ μὲ τὴν ἁγία πορεία ποὺ ἀκολούθησε ἀναδείχθηκε πρῶτος ἀνάμεσα στοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἀποστόλους. Ἔκλεισε τὸν κύκλο τῶν Προφητῶν καὶ ἄνοιξε τὸν κύκλο τῶν ἀποστόλων. Ὁ ἐρχομὸς λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ ἀπετέλεσε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρμόσυνα γεγονότα ποὺ ἔστησαν τὶς πιὸ αὐθεντικὲς γέφυρες ἐπικοινωνίας μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἦταν γεμάτος μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνόσῳ ἀκόμη βρισκόταν στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρα του. Καὶ ὅπως εἶχε προαναγγείλει ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, αὐτὸς θὰ προπορευόταν τοῦ Μεσσία καὶ μὲ τὸ προφητικό του χάρισμα θὰ καλοῦσε τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια καὶ θὰ γινόταν αἰτία νὰ ἐπιστρέψουν πολλὲς ψυχὲς στὸν Θεὸ καὶ σὲ πολλὲς οἰκογένειες νὰ ἐπικρατήσει ἡ συνεννόηση καὶ ἡ γαλήνη.



«Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται;»

Ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐλισάβετ καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός της ὡς ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ντροπὴ τῆς ἀτεκνίας καὶ κυρίως ὡς φανέρωση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτήν. Ὅπως ἡ στείρα φύση τῆς μητέρας τοῦ Βαπτιστῆ καρποφόρησε κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ γενεθλίου του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ στείρα γλώσσα τοῦ Ζαχαρία, ποὺ κατὰ τὴ ρήση τοῦ Γαβριὴλ ἔμεινε ἄλαλη σὲ πιστοποίηση τῆς ἀλήθειας τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, ἐλάλησε καὶ προφήτευσε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς περιτομῆς καὶ ὀνοματοδοσίας τοῦ παιδιοῦ. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ θαυμαστὰ γεγονότα προκάλεσαν τὸ φόβο καὶ τὴν κατάνυξη ὅλων ὅσων τὰ πληροφορήθηκαν καὶ ὅλοι διαπίστωσαν πὼς τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦταν μαζί του καὶ τὸν προστάτευε.

Ἡ παρουσία τόσων θαυμαστῶν γεγονότων κατὰ τὴ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Ἰωάννη εἶχε δημιουργήσει βαθειὰ αἴσθηση καὶ προβληματισμὸ ποὺ ἐκφράζονταν οὐσιαστικὰ μὲ τὸ ἐρώτημα «τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται»; Τί θὰ γίνει ἄραγε αὐτὸ τὸ παιδὶ ποὺ ἡ ἔλευσή του στὴ ζωὴ συνοδεύτηκε μὲ τέτοια σημεῖα, ποὺ δὲν ἔχουν παρατηρηθεῖ προηγουμένως οὔτε σὲ βασιλιάδες, οὔτε σὲ προφῆτες, οὔτε σὲ ἁγίους; Ἡ ἀπάντηση δόθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ διὰ στόματος τοῦ Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος κυριεύτηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ προφήτευσε. Καὶ εἶπε γιὰ τὸ γιό του πὼς θὰ ἀναδειχθεῖ προφήτης τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θὰ προπορευθεῖ μπροστὰ ἀπὸ τὸν Υἱό Του, ποὺ θὰ ἔρθει στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν σώσει. Καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη θὰ εἶναι νὰ γνωστοποιεῖ στὸ λαὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ μεσσία καὶ τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐκείνους ποὺ βρίσκονται ὑποδουλωμένοι στὸ θάνατο.




«Ἡ γέννησή σου, προμηνύει Πρόδρομε Ἀνατολὴν τὴν νοητὴν»

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νὰ τιμήσουμε σήμερα τὴ μεγάλη προδρομικὴ μορφὴ τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ. Νὰ γιορτάσουμε τὴν ἡμέρα, νὰ πανηγυρίσουμε μὲ τὴ γέννησή του. Νὰ ἀτενίσουμε τὸ ὑπερλόγο μυστήριο, νὰ δοῦμε τὸ παράδοξο τελούμενο σήμερα. Ὁ συντονισμὸς τῆς ζωῆς μας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννη ἀποβαίνει πρὸς ἁγιασμό μας καὶ μᾶς ἀνεβάζει πνευματικά. Ἡ μορφὴ του δείχνει ἀκριβῶς καὶ σήμερα τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Χριστὸ καὶ σὲ κοινωνία μαζί Του, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ κυοφορούμενος, ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου καὶ ἀναδείχθηκε θαυματουργός.

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου –Νεομάρτυρες ἀνανέωση χάριτος σέ καιρούς χαλεπούς π. Δημήτριος Στρατῆς




 



(Γ΄Κυριακή Ματθαίου- Ἑορτή ὅλων τῶν Νεομαρτύρων)


Οἱ νεομάρτυρες ἀποτελοῦν, κυρίως, ἕνα φαινόμενο τῶν χρόνων τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, ἄν καί ἔχει προταθεῖ ὅτι σ’ αὐτούς ἐντάσσονται καί ὅσοι ἐκβιάσθηκαν νά ἐξωμόσουν καί ὑποστηρίξουν τήν πίστη τους μέ ἀποτέλεσμα τό μαρτύριο, ἤδη ἀπό τόν ἕβδομο αἰώνα, ὅταν ἀρχίζει ἡ ἐξάπλωση τοῦ Ἰσλάμ. Σίγουρα τό φαινόμενο δέν σταματᾶ μέ τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀλλά συνεχίζεται, ἀφοῦ τμήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔμειναν ὑπό ὀθωμανική κυριαρχία καί μετά τήν ἵδρυση τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ κράτους, ὡς τήν μικρασιατική καταστροφή τοῦ 1922. Ἡ ἐμφάνιση ὅμως τοῦ μεγαλύτερου ἀριθμοῦ νεομαρτύρων ἐντοπίζεται μεταξύ τῶν μέσων του 15ου καί τῶν μέσων του 19ου αἰώνα.

Θά πρέπει νά διακριθοῦν οἱ νεομάρτυρες ἀπό τούς ἐθνομάρτυρες τῆς ἴδιας περιόδου, ἀφοῦ, γιά νά θεμελιωθεῖ τό στοιχεῖο τοῦ μαρτυρίου, χρειάζεται ἡ ρητή ὁμολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ἡ θυσία τῆς ζωῆς γι’ αὐτόν καί μόνο τόν λόγο. Τό στοιχεῖο αὐτό διαχωρίζει τούς νεομάρτυρες ἀπ’ ὅσους κατά τόπους ἀγωνίστηκαν γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀποτρέποντας παράλληλα καί τόν καταδικασμένο ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (1872) «Ἐθνοφυλετισμό», τήν ταύτιση δηλαδή Ἐκκλησίας καί Ἔθνους. Ἄλλωστε, ὑπάρχουν νεομάρτυρες πού ἦταν ὑπήκοοι τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀλλά ὄχι Ἕλληνες, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Ρῶσος, ὁ Κωνστάντιος ὁ Ρῶσος καί ὁ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν, μία ἀπό τίς περιπτώσεις ἐκχριστιανισμένων πρώην μουσουλμάνων νεομαρτύρων.


Ἁγιότητα – Ἁγιοποιήσεις

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἁγιότητά τους ἀναγνωριζόταν ἀπό τό δοῦλον Γένος ἀμέσως μετά τό μαρτύριο. Τιμοῦνταν μέ ἄκρα εὐλάβεια τά λείψανά τους.

Λατρεύονταν ὡς Ἅγιοι μέ εἰδική μάλιστα ἐξόδιο ἀκολουθία (ἀκολουθία ἐπικήδειος εἴτε ἐπιτάφιος, ἀνώνυμος καί κοινή εἰς πάντα νέον μάρτυρα), ποίημα τοῦ ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Χίου. Ἐπίσημες πράξεις ἁγιοποιήσεως συνήθως δέν ὑφίστανται, μέ ἐξαίρεση ἴσως τόν ἅγιο Γεώργιο τῶν Ἰωαννίνων, καί λόγω τῆς δυσχεροῦς θέσης τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ ἐξωμοσία ἀπό τό Ἰσλάμ τιμωροῦνταν ὡς ἔγκλημα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλά καί ἐξαιτίας τοῦ ὅτι τό αἷμα πού χυνόταν στό ὄνομα τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ τους θεωροῦνταν, σύμφωνα μέ πάγια χριστιανική πρακτική, ἁγιοποιητικό λουτρό, πού ἐξασφάλιζε αὐτομάτως στόν μάρτυρα τόν στέφανο τῆς ἁγιότητας. Γιά ὁρισμένους ἀπ’ αὐτούς, ὡστόσο, ἐκδόθηκαν σέ νεότερη ἐποχή, κυρίως στό δεύτερο μισό τοῦ 20ου αἰώνα, πράξεις ἁγιοποιήσεως, μᾶλλον ὡς ἀνταπόκριση τῆς Μ. Ἐκκλησίας σέ ἀντίστοιχα τοπικά αἰτήματα, ἀφοῦ ἡ νεοελληνική λατρεία τῶν νεομαρτύρων παρουσιάζει ἔντονο τοπικό χρῶμα.


«Νέφος» Νεομαρτύρων

Ὁ ἀριθμός τῶν νεομαρτύρων δέν ἔχει ἐπακριβῶς ὑπολογισθεῖ, ἀφοῦ συνεχῶς ἔρχονται στό φῶς νέα συναξαριακά κείμενα καί ἀκολουθίες γι’ αὐτούς, σέ κώδικες μονῶν καί κέντρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐνδεικτικά πάντως μπορεῖ νά ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ Καισάριος Δαπόντες (1714-1784) τούς ὑπολογίζει πάνω ἀπό χίλιους, ὁ Κ. Σάθας παρέχει κατάλογο ἑκατόν ἑνός. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης βιογραφεῖ στό Νέο Μαρτυρολόγιο του ὀγδόντα τέσσερις, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἀναφέρει ἑκατόν εἴκοσι ἕξι καί ὁ Ι. Περαντώνης ἑκατόν ἑξήντα δύο. Κάθε τόσο ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα ἐντοπίζει κι ἄλλους, ἐνῶ πολλοί παραμένουν ἀφανεῖς καί ἄγνωστοι, γνωστοί ὅμως ἀπό τόν Θεό, συναποτελοῦντες τό «νέφος» τῶν μαρτύρων «ἐν ἡμέρᾳ Κυρίου».


Αἴτια καί διάγραμμα τῶν μαρτυρίων

Τό φαινόμενο τῶν νεομαρτύρων σχετίζεται μέ τούς ἐκτεταμένους ἐξισλαμισμούς, πού κατά καιρούς ἐπιχειροῦσε ἡ σουλτανική ἐξουσία στούς χριστιανικούς πληθυσμούς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, καί ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων πολλοί πληθυσμοί εἶχαν μεταπέσει στό γνωστό φαινόμενο τοῦ κρυπτοχριστιανισμοῦ, μαρτυρίες γιά τό ὁποῖο ἔχουμε μέχρι σήμερα ἀπ’ τόν τουρκικό χῶρο. Σέ πολλά κείμενα ἔχουμε ἄμεση μαρτυρία τῶν μεθόδων πού χρησιμοποιοῦνταν γιά νά ἐπιτευχθεῖ ὁ ἐξισλαμισμός, ὅπως γιά παράδειγμα στό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Μιχαήλ τοῦ κηπουροῦ (+1770).

Οἱ περισσότεροι νεομάρτυρες ἐξαναγκάζονταν μέ ἐπινοήσεις καί μεθόδους τῶν Ὀθωμανῶν νά ἐξισλαμιστοῦν. Ἄλλοτε τούς ἐξαπατοῦσαν μέ ψευδεῖς κατηγορίες ὅτι ὕβρισαν τόν προφήτη Μωάμεθ, ὅτι φόρεσαν τουρκικό σαρίκι στό κεφάλι τους ἤ ἔβαλαν τουρκικά ἐνδύματα καί ὑποδήματα, ὅτι ἀνάγνωσαν ἤ ἐκφώνησαν τήν μουσουλμανική ὁμολογία πίστεως, ὅτι παραδέχτηκαν δημοσίως πώς θά ἐξισλαμιστοῦν, συνήθως γιά νά ἀποφύγουν φόρους, ὅτι εἶχαν ἐρωτικές σχέσεις μέ μουσουλμάνους ἤ μουσουλμάνες, ὅτι προσπάθησαν νά ἐκχριστιανίσουν μουσουλμάνο ἤ ὅτι κάποτε ἦταν οἱ ἴδιοι μουσουλμάνοι καί ἐκχριστιανίσθηκαν, ὅτι ἔβλαψαν ἤ πρόσβαλαν κάποιον πιστό μουσουλμάνο καί ὅτι προστάτευαν ἄλλους, κατατρεγμένους ἀπ’ τούς Τούρκους, χριστιανούς.

Ἡ συνέχεια εἶναι μᾶλλον τυπική: Ὁ νεομάρτυρας ὁμολογεῖ τήν πίστη του, βασανίζεται καί θανατώνεται ἤ ὑποχωρεῖ προσωρινά, ἐξισλαμίζεται, κατόπιν ὅμως συναισθάνεται τήν πράξη του, ἀκόμη καί μετά τήν παρέλευση ἀρκετῶν ἐτῶν, προετοιμάζεται καί βαδίζει οἰκειοθελῶς στό μαρτύριο, ἀποκλείοντας τήν λύση τοῦ κρυπτοχριστιανισμοῦ καί ὁμολογώντας περίτρανα τήν χριστιανική του ταυτότητα.

Ὑπάρχουν ὅμως ἐξαιρέσεις νεομαρτύρων πού δέν ὑπόκεινται στά τυπικά δεδομένα τοῦ προαναφερόμενου συναξαριακοῦ μοτίβου. Ὅπως γιά παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ νεομάρτυρα Ἰωάννη ἀπό τήν Θάσο (1652), πού χωρίς νά ἀλλαξοπιστήσει ὁδηγεῖται στόν «καδή» ἀπό συκοφαντία Ἑβραίου ἔμπορα. Τοῦ ζητεῖται νά ἀλλαξοπιστήσει καί ἐκεῖνος μένει ἄκαμπτος στήν ὁμολογία τῆς πίστης του καί καρτερικός στό μαρτύριο, ἄν καί ἦταν παιδί μόλις δώδεκα ἐτῶν. Τέτοιες περιπτώσεις, σάν τοῦ παιδομάρτυρα Ἰωάννη ἀναιροῦν τίς θέσεις ὅσων ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ νεομάρτυρες ὑπῆρξαν διχασμένες προσωπικότητες πού πορεύθηκαν στό μαρτύριο, προκαλώντας τούς Ὀθωμανούς, κάτω ἀπό τήν ψυχολογική πίεση καί παρότρυνση τῶν πνευματικῶν τους, «μάλιστα ἁγιορειτῶν», πού διακατέχονταν ἀπό «μοναχικόν φανατισμόν». (Βλ. Μ. Γεδεών, Ἁγιοποιήσεις, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 33-38,65-70)


 


Ἡ συμβολή τοῦ Ἁγίου Ὅρους

Ὁ ἁγιώνυμος Ἄθως ὡς κατεξοχήν τόπος μετανοίας ἀναδείχθηκε λίκνο πνευματικῆς ἀναγέννησης γιά πολλούς νεομάρτυρες πού συνειδητοποίησαν τό ἀτόπημα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τους. Μεταμελημένοι κατέφυγαν σέ ἔμπειρους ἁγιορεῖτες πνευματικούς, οἱ ὁποῖοι τούς ποδηγέτησαν στίς τρίβους τῆς μετανοίας μέ ἄσκηση καί προσευχή καί τούς ἐνίσχυσαν στό μαρτύριο, ἀκολουθώντας τους κατ’ αὐτό καί περισυλλέγοντας μέ εὐλάβεια τά λείψανά τους. Χαρακτηριστικές εἶναι οἱ περιπτώσεις τοῦ ἱερομόναχου Γερμανοῦ, πού ὑπῆρξε ἀλείπτης τοῦ νεομάρτυρα Ἀγαθαγγέλου τοῦ Ἐσφιγμενίτη καί τοῦ γέροντος Χατζηστεφάνου Ἁγιαννανίτη, ἀλείπτη τοῦ Νεκταρίου ἐκ Βρυούλλων.

Πολλά ἁγιορείτικα σκηνώματα ἀναδείχτηκαν πνευματικές παλαῖστρες καθοσίωσης γιά νεομάρτυρες, ὅπου προετοιμάστηκαν καί ἐξοπλίσθηκαν μέ παρρησία πρίν τήν ὁμολογία καί τό μαρτύριο, ὅπως οἱ σκῆτες Ἰβήρων, Καυσοκαλυβίων, Ἁγίας Ἄννης, οἱ μονές Ἐσφιγμένου, Ἰβήρων, Καρακάλου κ.α. Κλασική περίπτωση αὐτή τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού πρίν τό διδακτικό καί φωτιστικό του ἔργο καί τό μαρτυρικό τέλος του εἶχε ἤδη καταβάλει ὀβολούς ἀσκητικῶν καμάτων στήν Μονή τῆς μετανοίας του, τήν Φιλοθέου.

Πνευματικούς δεσμούς μέ τούς νεομάρτυρες ἀνέπτυξαν καί οἱ Κολλυβάδες, ἐκπρόσωποι τοῦ κινήματος τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης, ὅπως ὁ Μακάριος Κορίνθου ὁ Νοταρᾶς, ὁ Ἀθανάσιος Πάριος καί ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Καί οἱ τρεῖς αὐτοί νεώτεροι ἅγιοι κατά τήν παρουσία τους στό Ἅγιον Ὅρος συνδέθηκαν ἄμεσα μέ νεομάρτυρες, γαλουχώντας κατά τήν μετάνοιά τους καί στηρίζοντάς τους στό μαρτύριο, ἀλλά καί βιογραφόντας καί ὑμνογραφόντας τά μαρτύρια καί τά «ἄθλα» τους. Ἐκτός ἀπό τό Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ἅγιου Νικοδήμου, πού ἤδη ἀποτελεῖ ἀπό τό 1799 τήν πρώτη ἔντυπη νεομαρτυρολογική συλλογή, πού βασίζεται σέ παλαιότερες ἀνέκδοτες τοῦ Μελετίου Συρίγου καί τοῦ Ἰωάννη Καρυοφύλλη, ἔχουν ἐκδοθεῖ καί τῶν ἄλλων δύο ἁγίων, καθώς καί τοῦ ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Χίου, νεομαρτυρολογικᾶ κείμενα (Συναξαριστής Νεομαρτύρων, Θεσσαλονίκη 1984). Ἡ σύγχρονη ἔρευνα ἔχει ἐντοπίσει νεομαρτυρολογικά κείμενα καί ἄλλων τερπνῶν ἁγιορειτῶν συναξαριογράφων καί ὑμνογράφων, ὅπως τῶν Νήφωνος, Ἀγαθαγγέλου καί Ἰωάσαφ τῶν Ἰβηροσκητιωτῶν, Ἰωνᾶ Καυσοκαλυβίτη (1765), Δοσιθέου Κωνσταμονίτη.

Στίς πλούσιες ἁγιορείτικες βιβλιοθῆκες, ὅπως καί σέ ἄλλα ἀρχεῖα, ὑπάρχει πλοῦτος πληροφοριῶν σχετικά μέ τούς νεομάρτυρες σέ ἀνέκδοτες πηγές, οἱ ὁποῖες καθώς ἐντοπίζονται μέ τήν ἔρευνα προσθέτουν πολλά νέα στοιχεῖα στό μεγάλο αὐτό κεφάλαιο τοῦ νεώτερου πνευματικοῦ μας βίου καί καθιστοῦν ἄκρως ἐνδιαφέρουσες τίς νεομαρτυρολογικές σπουδές.


Ἰδεολογικά Ἐρείσματα

Ἀπό ἰδεολογική ἄποψη οἱ νεομάρτυρες προβάλλονται ὡς ἀντίδοτο στούς ἐξισλαμισμένους καί τούς κρυπτοχριστιανούς, ὡς οἱ ἐν Χριστῷ ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί, πού κερδίζουν τήν ἐσωτερική ἀγαλλίαση καί τήν ἱκανοποίηση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γι’ αὐτό καί περιγράφονται συνήθως ἐξαιρετικά χαρούμενοι πρίν τό μαρτύριο. Ἡ Ἐκκλησία περιβάλλοντας ἀμέσως τούς νεομάρτυρες μέ τό κύρος τῆς ἁγιοποίησης καί τῆς λειψανολατρείας, τούς προβάλλει ὡς ὑποδείγματα ἀγώνα καί σταθεροῦ φρονήματος στό δοκιμαζόμενο ποίμνιο. Γι’ αὐτούς τούς λόγους οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νά ἀποτρέψουν τό μαρτύριο μέ ὑποσχέσεις καί κολακεῖες, μέ βασανιστήρια πού διακόπτονται ἀπό νέες ὑποσχέσεις, γνωρίζοντας ὅτι τό μαρτύριο δημιουργεῖ ἥρωες, πού θά χρησιμοποιηθοῦν ἀπό τούς ὑπόδουλους ὡς ἑστίες νέας ἰδεολογίας καί πνευματικῆς συσπείρωσης, ὡς γέφυρες ἀντίστασης.

Οἱ νεομάρτυρες ἐπιχειροῦν ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ μαρτυρίου τους ὁλοκληρωτικές ρήξεις μέ τήν μουσουλμανική κοινωνία, ἀποκηρύσσουν τό Ἰσλάμ, προσβάλλουν τά ἱερά του σύμβολα, λοιδοροῦν τόν προφήτη Μωάμεθ καί ὁλόκληρο τό σύστημα τῆς πίστης, ρίχνουν στήν γῆ καί ποδοπατοῦν σαρίκια καί ἐνδύματα, τά ὁποῖα συχνά φοροῦν μόλις πρίν τό μαρτύριο, ἀκριβῶς γιά νά ἔχουν τήν εὐκαιρία νά τά ἀπορρίψουν δημόσια καί τελετουργικά, διακηρύσσοντας καί συμβολικά τήν ἀποστασιοποίησή τους ἀπό τό Ἰσλάμ. Εἶναι συχνό φαινόμενο ὁ νεομάρτυρας, ἐνῶ ἔχει ἐπανέλθει στόν χριστιανισμό καί ζεῖ σέ ἄλλον τόπο ὡς χριστιανός, νά ἐπανέρχεται ἐκεῖ ὅπου ἐξισλαμίσθηκε κάποτε καί νά ἀποζητᾶ μέ κάθε τρόπο τό μαρτύριο. Οἱ πηγές μάλιστα ἀναφέρουν ὅτι κάποτε αὐτό γινόταν μέ τήν προτροπή τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τήν μορφή συμβουλῶν πού ἔδιναν στόν ὑποψήφιο νεομάρτυρα ὁ πνευματικός του καί ὁ ἐπιχώριος ἐπίσκοπος. Ἄν μάλιστα ὁ νεομάρτυρας εἶναι κληρικός ἤ μοναχός ἤ ἔχει θεολογική κατάρτιση καί παιδεία προκαλεῖ καί ἀναλαμβάνει θεολογικές συζητήσεις μέ ἀντίστοιχους, σέ βαθμό καί γνώσεις μουσουλμάνους, ἀπό τίς ὁποῖες προκύπτει πάντοτε, κατά τίς πηγές, ἡ ὑπεροχή τοῦ χριστιανισμοῦ. Συνεχίζεται ἔτσι, σέ λαϊκότερη ἐκδοχή, ἡ παράδοση τοῦ χριστιανο-ἰσλαμικοῦ διαλόγου, πού εἶναι ζωντανή σέ πολλά ἀντιρρητικά καί ἀπολογητικά κείμενα τῆς λόγιας θεολογικῆς γραμματείας τῶν Βυζαντινῶν.


Νεομαρτυρολογικά κείμενα – πηγές

Τά κείμενα αὐτά ἔχουν μία πρακτική λειτουργικότητα, καθώς ἐπαναλαμβάνουν, μέ ἀποδέκτες τούς πιστούς πού τά διάβαζαν ἤ τά ἄκουγαν στήν διάρκεια ἐκκλησιαστικῶν τελετῶν καί ἀκολουθιῶν, τίς ἀρχές τῆς πίστης, σέ μιὰ ἐποχή πού τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας, κάποτε μάλιστα καί οἱ ἀνώτεροι ποιμένες της, δέν εἶχε τήν εὐκαιρία νά κατηχεῖται καί νά γνωρίζει ἐκτενῶς τίς ἀρχές καί τά θεμέλια της πίστης του, πέρα ἀπό τήν πατροπαράδοτη λαϊκή του εὐσέβεια, πού βέβαια συχνά ὑπερβαίνει τήν θεωρία καί ὁδηγεῖ σέ πράξεις πίστης, μακριά ἀπό τήν παραπλανητική ἐγκαρτέρηση τῶν λόγων.

Τά ἁγιολογικά κείμενα τῶν νεομαρτύρων, τόσο ὡς πρός τήν δομή ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο, ἀκολουθοῦν παλαιότερα πρότυπα. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν εἰκονογραφία τους, πού δανείζεται γνωστούς ἤδη εἰκονογραφικούς τύπους, προσθέτοντας ὅμως προσωπογραφικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά μέ ξεχωριστές ἐνδυματολογικές συνήθειες, ὅπως ἡ φουστανέλα τῶν εἰκόνων τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις. Ἀλλά καί ἡ ὑμνολογία τους ἀκολουθεῖ τόν ἴδιο δρόμο, καθώς μάλιστα οἱ περισσότερες ἀπό τίς ἀκολουθίες πού ἔχουν συντεθεῖ γι’ αὐτούς παραμένουν ἀνέκδοτες σέ χειρόγραφους κώδικες. Σέ κάθε περίπτωση, ὁ παλαιός οἶνος ἔχει μπεῖ σέ νέους ἀσκούς, σύμφωνα μέ μιὰ πρακτική γνωστή ἀπό παλιά στόν ἑλληνικό πολιτισμό.

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – Η πνευματική χαρά και αγαλλίασις




Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΙΣ
«...καί ἔσται χαρά σοι καί ἀγαλλίασις, καί πολλοί ἐπί τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται»  (Λουκ. α' 14)
        Κατά τήν σημερινή Κυριακή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, συμπίπτει ἡ ἁγία ἑορτή τοῦ Γενεσίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. Τρία μόνον γενέθλια ἑορτάζει, ὡς γνωστόν, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία : τήν Γέννησι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού πανηγυρίζουμε τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, τήν γέννησι τῆς Παναγίας μας, πού τήν τιμᾶμε στίς 8 Σεπτεμβρίου καί τή γέννησι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, πού γιορτάζουμε σήμερα.
         Οἱ γονεῖς τοῦ Προδρόμου, ὁ Ζαχαρίας καί ἡ Ἐλισάβετ, ἦταν εὐσεβεῖς καί δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πιστοί τηρητές τοῦ θείου νόμου καί ἀκατηγόρητοι στή ζωή τους. Ἡ Ἐλισάβετ ἦταν, ὡς γνωστόν, στεῖρα καί ἄτεκνη καί οἱ προσευχές τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ ζεύγους γιά νά λυθοῦν τά δεσμά τῆς ἀτεκνίας ἦσαν διαρκεῖς καί πολυχρόνιες.

Ὁ Πανάγαθος Θεός εἰσάκουσε στόν ἁρμόδιο καιρό τίς ὁλόθερμες δεήσεις κάι ἱκεσίες τοῦ ἱερέα Ζαχαρία καί τῆς συζύγου του Ἐλισάβετ καί διά στόματος τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ἔφερε τό εὐχάριστο μήνυμα στόν Ζαχαρία, ἐνῶ ἐκτελοῦσε τά ἱερατικά του καθήκοντα μπροστά στό θυσιαστήριο τοῦ θυμιάματος. Ὁ Ζαχαρίας ταράχθηκε, ὅταν τόν εἶδε, καί κυριεύθηκε ἀπό φόβο. Ὁ ἄγγελος, ὅμως, τοῦ εἶπε : «Μή φοβᾶσαι, Ζαχαρία, γιατί ἡ προσευχή σου εἰσακούσθηκε ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θά γεννήσει υἱό καί θά τοῦ δώσης τό ὄνομα Ἰωάννης. Θά νοιώσεις χαρά καί ἀγαλλίασι καί θά χαροῦν πολλοί γιά τή γέννησί του. Ἡ προσφορά του θά εἶναι μεγάλη στό ἔργο τοῦ Κυρίου. Δέν θά πιῆ κρασί καί ἄλλα δυνατά ποτά καί θά εἶναι γεμᾶτος μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ἤδη ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Θά κάνει πολλούς Ἰσραηλίτες νά ἐπιστρέψουν στόν Κύριο τόν Θεό τους. Αὐτός θά προπορευθῆ στό ἔργο τοῦ Κυρίου μέ τό πνεῦμα καί τήν δύναμι τοῦ Προφήτη Ἠλία. Θά συμφιλιώσει πατέρες μέ παιδιά καί θά κάνει τούς ἀσεβεῖς νά ἀποκτήσουν τήν φρόνησι τῶν δικαίων. Ἔτσι θά ἑτοιμάση τόν λαό νά ὑποδεχθῆ τόν Κύριο».
          Αὐτό ἦταν τό χαρμόσυνο ἄγγελμα, πού ἐκόμισε ὁ Ἄγγελος στόν Ζαχαρία, τόν πατέρα τοῦ Προδρόμου. Μαζί μέ τήν χαρμόσυνη αὐτή ἀγγελία προσδιορίζονταν ἡ προσωπικότητα καί τό προδρομικό ἔργο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, μέ τό ὁποῖο θά προλείανε τό ἔδαφος καί θά προετοίμαζε τόν δρόμο γιά τόν ἐρχομό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
        Ὁ Ζαχαρίας ἔδειξε δυσπιστία στά λόγια τοῦ Ἀγγέλου, γνωρίζοντας τήν περασμένη ἡλικία καί τά γηρατειά τοῦ ἴδιου καί τῆς γυναίκας του Ἐλισάβετ. Καί εἶναι γνωστή ἡ σιωπή καί ἀλαλία πού τοῦ ἐπιβλήθηκε γιά τήν στάσι του αὐτή μέχρι τήν ὥρα πού θά γίνονταν πραγματικότητα τά λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Ἀκόμα, γνωρίζουμε καί τή θερμή δοξολογία, πού ἀπηύθυνε στόν Θεό, ἀφοῦ γεννήθηκε τό παιδί καί μετά τήν ὀνοματοδοσία του.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
        Μεγάλη χαρά καί ἀγαλλίασις ἦταν γιά τόν Ζαχαρία καί τήν Ἐλισάβετ, ἀλλά καί γιά τούς οἰκείους καί συγγενεῖς τους, ἡ θαυμαστή γέννησις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Δέν ἦταν μόνο τό γεγονός ὅτι ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος εἶδε τό φῶς τῆς ζωῆς, πού αὐτό, ἀσφαλῶς, εἶναι ὑπόθεσις πολλῆς χαρᾶς καί εὐφροσύνης, ἀλλά ἡ ἰδιαίτερη χαρά καί ἀγαλλίασις ἔγκειται στό ὅτι τό βρέφος Ἰωάννης ἦταν ἁγιασμένο ἀπό τήν κοιλία τῆς μητέρας του καί γεμᾶτο ἀπό τή χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, θά ἔπαιζε τόν τόσο σπουδαῖο ρόλο ὡς Πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ γιά νά προετοιμασθῆ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά ὑποδεχθῆ τόν Θεῖο Λυτρωτῆ καί Σωτῆρα Χριστό.
        Αὐτή ἡ ἀνείπωτη χαρά καί ἀγαλλίασις τῶν γονέων καί οἰκείων τοῦ Τιμίου Προδρόμου εἶναι καί πνευματική χαρά ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἔτσι εὐοδώθηκε τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.
        Εἴθε ἀδελφοί μου, μέ τίς ἅγιες πρεσβεῖες τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, νά ἔχωμε πάντοτε στήν ψυχή μας πνευματική χαρά καί ἀγαλλίασι, καί πιό συγκεκριμένα τήν λυτρωτική χαρά ὅτι διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ σῳζόμεθα καί ἀπολαμβάνουμε τά ἀγαθά τῆς αἰωνίου Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Γένοιτο.
† Ὁ Κ.Σ.

ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ π. Γεώργιος Δορμπαράκης






ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥ

Ο άγιος Ιωάννης μαρτυρείται από τον Χριστό ότι είναι υπεράνω όλων των ανθρώπων και περισσότερο από προφήτης. Είναι αυτός που προσκίρτησε ήδη από τη γαστέρα της μητέρας του και κήρυξε στους ανθρώπους την παρουσία του Σωτήρα Χριστού και έτρεξε πρώτος στον Άδη για να ευαγγελιστεί την Ανάστασή Του. Αυτός υπήρξε υιός του αρχιερέα Ζαχαρία και της στείρας Ελισάβετ που γεννήθηκε από υπόσχεση Θεού. Ο Ιωάννης έλυσε τη σιωπή του πατέρα του με τη γέννησή του και γέμισε όλον τον κόσμο από χαρά. Γι᾽ αυτό και οι άγγελοι συναγάλλονται σήμερα με τους ανθρώπους και όλη η κτίση πληρώθηκε από χαρά και ευφροσύνη. Τελείται δε η σύναξή του στον αγιότατο ναό του, που βρίσκεται στο Φωράκιο”.

Ἡ ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου Προδρόμου συνιστᾶ, κατά τήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας,  ἰδιαίτερα χαρμόσυνο γεγονός γιά ὅλη τή Δημιουργία: χαίρουν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ὅλος ὁ πιστός στόν Χριστό κόσμος, ἀλλά ἀκόμη καί ἡ ἴδια ἡ ἄλογη φύση: ῾Γήθεται ἅπασα κτίσις τῷ σῷ τόκῳ θεϊκῶς᾽ (ωδή ε´). Αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι ὄχι μόνον ὅτι γεννήθηκε ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος – καί αὐτό κατά τόν Κύριο εἶναι γεγονός χαρᾶς: ῾διά τήν χαράν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ᾽ εἶπε κάπου - ἀλλά ὅτι γεννήθηκε ἐκεῖνος πού προετοίμασε τό ἔδαφος γιά τόν ἐρχομό τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ, δηλαδή φάνηκε τό λυχνάρι πρίν ἔρθει τό φῶς, ἦρθε ἡ αὐγή πρίν ἀνατείλει ὁ Ἥλιος, ἀκούστηκε ἡ φωνή πού φανέρωσε τόν ἴδιο τόν Λόγο. Οἱ ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας δέν φείδονται ἐπαίνων καί ἐγκωμίων γιά νά δηλώσουν τή χαρμόσυνη αὐτή πραγματικότητα:  ῾ἐγεννήθη φωνή τοῦ Λόγου καί φωτός Πρόδρομος᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ), ῾ὁ λύχνος τοῦ φωτός προέρχεται, ἡ αὐγή τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης μηνύει τήν ἔλευσιν, εἰς ἀνάπλασιν πάντων καί σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

῎Ετσι ἡ γέννηση τοῦ ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου ἀφενός ἀποτελεῖ χαρά πού ἀντανακλᾶ τήν ὑπέρμετρη καί ἄφατη χαρά γιά τόν ἐρχομό στόν κόσμο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ μας, ἀφετέρου προβάλλει τό μέγεθος τῆς προσωπικότητας τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ εἶναι ὁ μόνος μάλιστα πού δέχτηκε ἀργότερα τόσους ἐπαίνους ἀπό τόν Κύριο καί συνεπῶς δηλώθηκε μέ τόν πιό πανηγυρικό τρόπο τό ὕψος τῆς ἁγιότητάς του: ῾Οὐδείς ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων τοῦ ᾽Ιωάννου᾽, ῾ὁ μείζων πάντων τῶν προφητῶν προφήτης, οὗ ἕτερος οὐκ ἔστιν, οὐδέ ἐγήγερται᾽ (στιχηρά ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, στοιχώντας στόν ἴδιο τόν ἀρχηγό της, τόν τοποθέτησε δεύτερο μετά τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, μέ ἰδιαίτερη καθημερινή μνημόνευσή του μετά ἀπό Αὐτήν καί μέ τή θέση του στό τέμπλο κάθε ναοῦ στά ἀριστερά τοῦ Κυρίου.

Τό προφητικό καί προδρομικό του στοιχεῖο δηλώθηκε ἀπό τήν ἀρχή τῆς δράσης του στήν ἔρημο τοῦ ᾽Ιορδάνου, πρῶτον μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί τό βάπτισμα τῆς μετανοίας καί δεύτερον μέ τή διαρκή ἀναφορά του στόν ἐρχόμενο Μεσσία. ῾᾽Ιωάννη πανεύφημε, ἐπειδή ἤσουν ὡς φωνή τοῦ Λόγου, κραύγαζες: Μετανοεῖτε, ἔφτασε τό Βασίλειο τοῦ Οὐρανοῦ. Γι᾽ αὐτό ἀφοῦ ἑτοίμασες τήν ὁδό τοῦ Κυρίου, ἀναδείχτηκες Πρόδρομος τῆς χάρης γιά ὅλον τόν κόσμο᾽(῾᾽Ιωάννη πανεύφημε,…ὡς φωνή τοῦ Λόγου ὑπάρχων ἐκραύγαζες: Μετανοεῖτε, ἤγγικεν οὐρανῶν τό Βασίλειον. Ὅθεν ἑτοιμάσας τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, τῆς χάριτος Πρόδρομος ἀνεδείχθης τοῖς πέρασιν᾽) (κάθισμα ὄρθρου). Κι αὐτά τά δύο: ἡ μετάνοια καί ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ,  ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους, διότι κανείς δέν μποροῦσε καί δέν μπορεῖ νά πιστέψει στόν Χριστό, ἀποδεχόμενος Αὐτόν ὡς προσωπικό του λυτρωτή, ἄν δέν μετανοήσει γιά τίς ἁμαρτίες του, μέ ἀλλαγή τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του καί μέ προσανατολισμό του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνησιότητα τῆς δράσης του ἀπό τήν ἄλλη, δηλαδή ὅτι βρίσκεται στό ἔργο αὐτό σταλμένος ἀπό τόν Θεό, ἐπιβεβαιώθηκε καί ἀπό τό μαρτυρικό τέλος τῆς ζωῆς του, πού ἐπιστέγασε οὐσιαστικά τήν ὅλη μαρτυρική πορεία του, καί κυρίως ἀπό τά λόγια, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, γιά τόν Ὁποῖο πάντοτε τόνιζε ὅτι ῾ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι᾽. Ἡ μεγαλωσύνη του ἀπό τήν ἄποψη αὐτή φάνηκε καί ἀπό τό μέγεθος τῆς ταπείνωσής του.

Ἡ ὑπέρμετρη ἁγιότητά του καί τό καταλυτικό γιά τήν προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ ἔργο του δέν ὀφείλονται μόνο στή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ᾽Ιωάννης ἦταν ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προφήτης, ἀλλά πού συνήργησε σ᾽ αὐτό καί ὁ ἴδιος τά μέγιστα, γιά νά ἀναδειχθεῖ στό σημεῖο πού ἔφτασε. Καί ἡ συνέργειά του ἔγκειτο στήν κατάθεση τῆς θέλησής του στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ᾽Αδιάκοπα ὁ ᾽Ιωάννης, ἤδη ἐκ κοιλίας μητρός, ἔθετε τόν ἑαυτό του στήν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού σημαίνει ὅτι αὐτά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός – τά χαρίσματα τοῦ κατά φύσιν – τά ἐργάστηκε μέ τέτοιον τρόπο διά τῆς ἁγνότητάς του καί τῆς σωφροσύνης του, ὥστε νά ἀποφύγει ὅ,τι ὁδηγοῦσε στήν ἁμαρτία – τό λεγόμενο παρά φύσιν – καί νά φτάσει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ στό μεγαλεῖο τῆς ἐν Θεῷ παραμονῆς του – σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζεται ὑπέρ φύσιν.  Κατά τά λόγια μάλιστα τοῦ δοξαστικοῦ τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ, ποιήματος τῆς ἁγίας Κασσιανῆς, ῾ἀποδέχτηκε τήν ὁλοκληρωτική ἁγνότητα καί τή σωφροσύνη, γι᾽ αυτό καί ἐπειδή ἀγωνίστηκε γιά τό ὑπέρ φύσιν, εἶχε τό κατά φύσιν καί ἀπέφυγε τό παρά φύσιν᾽῾(ἁγνείαν γάρ παντελῆ καί σωφροσύνην ἀσπασάμενος, εἶχε μέν τό κατά φύσιν, ἔφυγε δέ τό παρά φύσιν, ὑπέρ φύσιν ἀγωνισάμενος᾽). Αὐτόν λοιπόν ὅλοι οἱ πιστοί, μιμούμενοι κατά τίς ἀρετές του, ἄς τόν παρακαλοῦμε νά πρεσβεύει γιά ἐμᾶς, γιά νά σωθοῦν οἱ ψυχές μας.
πηγή

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου - Σκεύος εκλογής. Το Γενέσιον του ενδόξου Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου. Εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου


.


 (Λουκ. Α΄ 1-25, 47-68, 76-80)                            (Ρωμ. ιγ΄ 11 ιδ΄ 4)
Σκεύος εκλογής
«Η γέννησή σου, προμηνύει Πρόδρομε Ανατολήν την νοητήν»
Την μεγαλύτερη προφητική μορφή, εκείνη του Ιωάννη του Προδρόμου, θυμάται σήμερα η Εκκλησία μας. Συγκεκριμένα, προβάλλει τη σημερινή ως τη γενέθλια ημέρα εκείνου για τον οποίο ο ίδιος ο Κύριος είχε πει ότι «... ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών» μεγαλύτερος του. Ο άγιος Ιωάννης βρίσκεται στις κορυφογραμμές της αγιότητας και του προσφέρει ανάλογη τιμή η εκκλησία του Χριστού, του οποίου υπήρξε Πρόδρομος και Βαπτιστής. Δεν είναι τυχαία που η μεγάλη αυτή μορφή εικονίζεται στα εικονοστάσια των ναών αριστερά του Κυρίου, ενώ η Εκκλησία τον τιμά και με την ειδική μερίδα που βγαίνει κάθε φορά στην Αγία Πρόθεση, στο όνομά του.

Προδρομική μορφή
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει λεπτομερώς όλα τα ιστορικά γεγονότα που έχουν σχέση με τη σύλληψη και τη γέννηση του Βαπτιστή, γιατί ακριβώς αυτά εντάσσονται αρμονικά στο σχέδιο της θείας οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η γέννηση του Προδρόμου και μάλιστα από γονείς υπερήλικες και στείρα μητέρα, όπως είχε συμβεί και με τον Ισαάκ, τον Σαμψών, τον Σαμουήλ και άλλα ιερά πρόσωπα, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο, την πρώτη προδρομική ενέργεια του Ιωάννη, από την άποψη ότι ερμηνεύεται και ως προτύπωση της υπερφυσικής γέννησης του Ιησού από την Παρθένο Μαρία, που όπως είναι γνωστό ακολούθησε μετά από έξι μόλις μήνες.
Ο Ιωάννης ήταν σκεύος εκλογής του θεού, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι η αναγγελία της σύλληψής του έγινε μέσα στο ναό κατά την ώρα της λατρείας, ενώ με την άγια πορεία που ακολούθησε αναδείχθηκε πρώτος ανάμεσα στους προφήτες και τους αποστόλους. ΄Έκλεισε τον κύκλο των Προφητών και άνοιξε τον κύκλο των αποστόλων. Ο ερχομός λοιπόν αυτού του ανθρώπου στη γη απετέλεσε ένα από τα πιο χαρμόσυνα γεγονότα που έστησαν τις πιο αυθεντικές γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού. Ήταν γεμάτος με το Άγιο Πνεύμα ενόσω ακόμη βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρα του. Και όπως είχε προαναγγείλει ο αρχάγγελος Γαβριήλ, αυτός θα προπορευόταν του Μεσσία και με το προφητικό του χάρισμα θα καλούσε τους ανθρώπους σε μετάνοια και θα γινόταν αιτία να επιστρέψουν πολλές ψυχές στον Θεό και σε πολλές οικογένειες να επικρατήσει η συνεννόηση και η γαλήνη.
«Τι άρα το παιδίον τούτο έσται;»
Η γέννηση του παιδιού θεωρήθηκε από την Ελισάβετ και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός της ως απαλλαγή από την ντροπή της ατεκνίας και κυρίως ως φανέρωση του ελέους του Θεού σ’ αυτήν. Όπως η στείρα φύση της μητέρας του Βαπτιστή καρποφόρησε κατά την ημέρα του γενεθλίου του, με τον ίδιο τρόπο η στείρα γλώσσα του Ζαχαρία, που κατά τη ρήση του Γαβριήλ έμεινε άλαλη σε πιστοποίηση της αλήθειας της επαγγελίας του Θεού, ελάλησε και προφήτευσε κατά την ημέρα της περιτομής και ονοματοδοσίας του παιδιού. Και τα δύο αυτά θαυμαστά γεγονότα προκάλεσαν το φόβο και την κατάνυξη όλων όσων τα πληροφορήθηκαν και όλοι διαπίστωσαν πως το χέρι του Κυρίου ήταν μαζί του και τον προστάτευε.
Η παρουσία τόσων θαυμαστών γεγονότων κατά τη σύλληψη και γέννηση του Ιωάννη είχε δημιουργήσει βαθειά αίσθηση και προβληματισμό που εκφράζονταν ουσιαστικά με το ερώτημα «τί άρα το παιδίον τούτο έσται»; Τί θα γίνει άραγε αυτό το παιδί που η έλευσή του στη ζωή συνοδεύτηκε με τέτοια σημεία, που δεν έχουν παρατηρηθεί προηγουμένως ούτε σε βασιλιάδες, ούτε σε προφήτες, ούτε σε αγίους; Η απάντηση δόθηκε από τον ίδιο το Θεό δια στόματος του Ζαχαρία, ο οποίος κυριεύτηκε από το Άγιο Πνεύμα και προφήτευσε. Και είπε για το γιο του πως θα αναδειχθεί προφήτης του αληθινού Θεού και θα προπορευθεί μπροστά από τον Υιό Του, που θα έρθει στον κόσμο για να τον σώσει. Και το έργο του Ιωάννη θα είναι να γνωστοποιεί στο λαό τον ερχομό του μεσσία και το μέγα έλεος του Θεού προς εκείνους που βρίσκονται υποδουλωμένοι στο θάνατο.
Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία μας προσκαλεί να τιμήσουμε σήμερα τη μεγάλη προδρομική μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή. Να γιορτάσουμε την ημέρα, να πανηγυρίσουμε με τη γέννηση του. Να ατενίσουμε το υπέρλογο μυστήριο, να δούμε το παράδοξο τελούμενο σήμερα. Ο συντονισμός της ζωής μας με το πρόσωπο του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη αποβαίνει προς αγιασμό μας και μας ανεβάζει πνευματικά. Η μορφή του δείχνει ακριβώς και σήμερα το δρόμο που οδηγεί στο Χριστό και σε κοινωνία μαζί Του, αφού ακόμη και κυοφορούμενος, επλήσθη Πνεύματος Αγίου και αναδείχθηκε θαυματουργός.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...