Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουλίου 21, 2012

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου- Η εν Χριστώ ελευθερία εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου




(Ματθ. θ΄ 27 - 35)                                  (Ρωμ. ιε΄ 1  - 7)             
Η εν Χριστώ ελευθερία
“Και ανεώχθησαν αυτώ οι οφθαλμοί”
Μεγάλα θαύματα έκανε ο Κύριος κατά την επί γης παρουσία του.  Στη σημερινή περικοπή γίνεται λόγος για τη θεραπεία δύο τυφλών και ενός κωφού δαιμονιζομένου.    
Πολύ συχνά οι Ευαγγελιστές αφηγούνται περιστατικά θαυμάτων του Χριστού για να δείξουν ότι στο πρόσωπό Του απόκαλύπτεται ένας νέος κόσμος, εκείνος της Βασιλείας του Θεού. Ένας κόσμος απαλλαγμένος από την αμαρτία και τις συνέπειές της. 
Το νόημα των θαυμάτων
Ένα ερώτημα που προβάλλει είναι γιατί ο Χριστός έκανε θαύματα; Μήπως τα έκανε για να απαλλάξει απλά κάποιους συνανθρώπους μας από τη δυστυχία τους; Όπως γνωρίζουμε ο Θεός Πατέρας μας, μας προσκαλεί να εγκολπωθούμε μια ζωή αγάπης και ελευθερίας, ομορφιάς και δημιουργίας. Όμως η αμαρτία με όλες τις φοβερές συνέπειές της, μπήκε σαν παράσιτο στον κόσμο, σηματοδοτώντας μια πορεία που οδηγεί προς την καταστροφή. Τα πάθη, τα μίση, οι πόλεμοι, οι ασθένειες, είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν μετά που ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από την αγάπη του Θεού και πλησίασε τον χώρο της αμαρτίας. Επομένως, το κακό δεν είναι μια επιφανειακή κατάσταση που περιορίζεται στην εκδήλωση απλά κάποιας ασθένειας ή κάποιας δοκιμασίας. Ριζοβολεί στο βάθος της αμαρτίας. 
  
Όταν λοιπόν ο Χριστός προσφέρει γιατρειά σε ασθενείς με τη θαυματουργία του, όπως και στις περιπτώσεις που αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή, φανερώνει ότι είναι ο κατ’ εξοχήν ελευθερωτής του ανθρώπου από το κακό που τον καταδυναστεύει. Του προσφέρει μια βαθύτερη γιατρειά που τον απαλλάσσει και τον ελευθερώνει πλήρως από το κακό και τις συνέπειές του. Το βαθύτερο μήνυμα των όσων ενεργεί ο Κύριος είναι ότι μπροστά στην πορεία του ανθρώπου, ξανοίγεται τώρα ο δρόμος της ελευθερίας και της δυνατότητάς του να εισέλθει στην αιωνιότητα. Ο Χριστός σηματοδοτεί μια νέα πορεία που είναι πορεία νίκης εναντίον του κακού και των δυνάμεών του, μέσα στο χώρο της Εκκλησίας. Αν θέλουμε λοιπόν κι εμείς να εγκολπωθούμε τα σωτηριώδη μηνύματα του Ευαγγελίου δεν έχουμε παρά να εισέλθουμε στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και να αγωνιζόμαστε στην αγάπη του Κυρίου μας. Μέσα στην πραγματικότητά της μπορούμε να εξασφαλίσουμε όλες εκείνες τις συνταγές που μπορούν να μας οδηγήσουν στη βαθύτερη θεραπεία που αναζητούμε.
Στην προοπτική της ελπίδας
Αφού ο Χριστός μας απελευθέρωσε, τότε γιατί αρρωσταίνουμε και πεθαίνουμε, διερωτούνται πολλοί. Ισχυρή απάντηση δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας οι οποίοι τονίζουν ότι το κακό, η θλίψη, ο πόνος, η δυστυχία, ο θάνατος εξακολουθούν να υπάρχουν στη ζωή του ανθρώπου, μέχρι την οριστική κατάργησή τους που σηματοδοτήθηκε με το έργο του Κυρίου. Μέχρι τότε, μπορεί να υπάρχουν όλα αυτά στη ζωή του ανθρώπου, αλλά όχι μόνο δεν μπορούν να τον υποδουλώνουν, αν ο ίδιος βέβαια το θέλει, αλλά αντίθετα οι οποιεσδήποτε δοκιμασίες στη ζωή προσλαμβάνουν νέο περιεχόμενο που με την αξιοποίησή του αντλούμε από τις πηγές της σωτηρίας.     
Αγαπητοί αδελφοί, ο πόνος και οι δοκιμασίες στη ζωή μας μετά που ο Κύριος άνοιξε την οδό της ελευθερίας από τις δυνάμεις του κακού, μπορεί να γίνονται αφορμές για να ανακαλύπτουμε μέσα από τις φουρτούνες το γαλήνιο λιμάνι της σωτηρίας που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η πιό μεγάλη πρόκληση είναι να γευθούμε κι εμείς τα αγαθά των θαυματουργικών ενεργειών του Ιησού και να γίνουμε δέκτες των ελπιδοφόρων μηνυμάτων του που ξεπηγάζουν μέσα από τους σωτήριους λόγους Του, όπως ήταν και εκείνος που ακούσαμε σήμερα: “Και ανεώχθησαν αυτώ οι οφθαλμοί”.

Ζ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ( Ρωμ. ιε΄ 1 -7 )Ἕκαστος ὑμῶν τῷ πλησίον ἀρκεσκέτω εἰς τὸ ἀγαθὸν πρὸς οἰκοδομήν. καὶ γὰρ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν».


Ζ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ( Ρωμ. ιε΄ 1 -7 )
            «Ἕκαστος ὑμῶν τῷ πλησίον ἀρκεσκέτω εἰς τὸ ἀγαθὸν πρὸς οἰκοδομήν. καὶ γὰρ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν».
            Εἶναι γνωστὴ ἡ φωνὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ποὺ διδάσκει τὸν ὀρθὸ τρόπο ζωῆς τῶν χριστιανῶν κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Ὁ κάθε ἕνας χριστιανός, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία  τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Ἀποστόλων εἶναι «ὑποχρεωμένος» νὰ πολιτεύεται καθημερινὰ, προσπαθώντας νὰ εὐαρεστήσει τὸν ἀδελφὸ του, γιὰ νὰ τὸν οἰκοδομεῖ ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου.
            Ὁ πρῶτος διδάξας εἶναι ὁ Χριστὸς μας, ὁ Ὁποῖος ὄχι μόνο δὲν εὐαρέστησε τὸν ἑαυτὸς Του, ἀλλὰ ὑπέστη ὕβρεις, ἐξευτελισμούς, ἐμπαιγμούς γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
            Αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς παραδειγματίζει, διότι ἦταν στὴν ἐξουσία Του, νὰ μὴν θλιβεῖ, νὰ μὴν κακολογηθεῖ, νὰ μὴν ἀτιμασθεῖ, νὰ μὴν κακοπαθήσει, ἀλλὰ νὰ ὰπολαμβάνει τὴν χλιδὴ, τὴν δόξα.
            Στὴν ἑρνηνεία τοῦ Θεοδωρήτου διαβάζουμε: «Ὁ Δεσπότη Χριστὸς, ποτὲ Του δὲν θέλησε, νὰ πραγματοποιθεῖ τὸ Θέλημά Του, ἀλλὰ παραδόθηκε στὴν θανατικὴ καταδίκη, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε μὲ τὶς πιὸ εὐννοϊκὲς συνθῆκες τὴν σωτηρία μας. Τὸν ἀκοῦμε νὰ προσεύχεται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Πάτερ μου, ἄν εἶναι δυνατὸν, ἄς μὴν πιῶ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Ἀλλὰ ὅμως, ἄς μὴ γίνει ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλὰ ὅπως θέλεις Ἐσύ» (Ματθ. κστ΄39).
            Καταδέχθηκε νὰ χαρακτηρισθεῖ κακοῦργος, πλανεμένος, καταχραστὴς τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ τὸν περιγελοῦσαν λέγοντας: «Ἄλλους ἔσωσε, τὸν ἑαυτὸ Του δὲν ἔχει δύναμη νὰ τὸν σώσει. Ἄν εἶναι πράγματι ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ ἄς κατεβεῖ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ τότε θὰ πιστεύσουμε σὲ αὐτὸν» (Ματθ. κζ΄ 42).
            Οἱ ἐξευτελισμοὶ καὶ οἱ ἐμπαιγμοί  - λέγει ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν Πατέρα - ποὺ ἀντιμετώπισες Ἐσὺ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἔπεσαν καὶ σὲ Ἐμένα τὸν Υἱὸν Σου στὴν Καινὴ Διαθήκη. Τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο, διότι ὅσοι ἐσυνήθισαν νὰ κακολογοῦν τὸν Πατέρα, συνεχίζουν καὶ βλασφημοῦν καὶ τὸν Υἱὸ (Ρωμ. ιε΄3) (Ἑρμηνεία Ἁγίου Νικοδήμου). Αὐτὰ δὲν ἐγράφησαν γιὰ κἀποιο ἄλλο λόγο συνεχίζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, παρὰ μόνον γιὰ νὰ ἐνισχυθοῦμε ἀπὸ τὰ παθήματα τοῦ Κυρίου μας - τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις - καὶ νὰ ὑπομείνουμε καὶ ἐμεῖς μὲ καρτερικότητα καὶ ἀνδρεία.
            Ὅποιος ὑπομένει στὴν παροῦσα ζωὴ χωρὶς νὰ δυασανασχετεῖ, φανερώνει ὅτι ἐλπίζει στὰ μέλλοντα ἀγαθὰ , ποὺ ὁ Διακαιοκρίτης Κύριός μας θὰ τοῦ δωρήσει πλουσιοπάροχα.
            Ἐπισφράγιση τῶν προαναφερθέντων εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου (Λουκ ιστ΄19 – 31). Ἐκεῖ ἀπεικονίζονται δύο πρόσωπα ποὺ ἡ Πανσοφία τοῦ Δημιουργοῦ ὅρισε νὰ συνυπάρχουν στὸν ἴδιο χῶρο γιὰ νὰ ἀλληλοδιδάσκονται. Ὁ πρῶτος φοροῦσε ἀκριβὰ ἐνδύματα καὶ εὐφραινόταν καθημερινὰ γευόμενος ὅλα τὰ ἀγαθὰ. Ὁ δεύτερος στεκόταν στὴν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου περιμενοντας νὰ χορτάσει τὴν πείνα του ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὰ πλούσια ἐκείνα γεύματα.
            Στὸν πολιτελῆ χιτώνα τοῦ πλουσίου καθρεπτίζονται οἱ πληγὲς τοῦ πτωχοῦ, ἐνῶ στὴν στιλπνότητα τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ πεινασμένου Λαζάρου, ἐφαίνετο ἡ ἄνευ ὅρίων πλουσιότης τοῦ ἀνελεήμονος καταχραστοῦ.
            Στὴν καθημερινότητά μας, πάντοτε ἐπαναλαμβάνονται τέτοιου εἴδους ἀντιθέσεις, ποὺ μὲ ἀνάλογο τρόπο κατεργάζονται τὴν σωτηρία. Στὴν αὐλὴ ἑνὸς πλουσίου παραμένει ἕνας οἰκονομικὰ ἄπορος. Στὴν γειτονιὰ τοῦ πανύψηλου καὶ σωματώδους ἕνας «πυγμαῖος». Στὴν κατοικία ἑνὸς ὑγιεστάτου ἕνας καταρρακωμένος ἀσθενὴς. Στὸ κατώφλι ἑνὸς πολυμαθοῦς εὐφυοῦς ἐπιστήμονος κάποιος μὲ νοητικὴ ἀναπηρία.
            Τὴν ἑρμηνεία γιὰ τὴν ὕπαρξη τῶν κοινωνικῶν αὐτῶν ἀντιθέσεων  μπορεῖ νὰ δώσει τὸ περιστατικὸ ποὺ ἔλαβε χώρα σὲ κάποια σκήτη τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας μὲ πρωταγωνιστὲς δύο ἐκ παραμέτρου διαφορετικοὺς μοναχούς.
            Ὁ πρῶτος εύλαβής, ἐργατικὸς, ἀκούραστος καὶ ἀφοσιωμένος στὸ διακόνημα τῆς κατασκευῆς κομβοσχοινίων, μὲ ἀδιάκοπη ἐργασία. Ὁ δεύτερος ἀμελής, φυγόπονος καὶ πονηρὸς ἔχων ὡς αὐτόβουλο διακόνημα τὴν κλοπὴ τῶν ὡραιοτάτων αὐτῶν κομβοσχοινίων, ἀπὸ τὸν ἄλλο μοναχὸ, γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει τὰ πρὸς τὸ «ζῆν». Αὐτὸ ἔγινε ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν συνμοναστὴ του (κατασκευαστὴ τῶν ἐργοχείρων) ὁ ὁποῖος δὲν τοῦ ἐπετέθη, ἀλλὰ στρεφόμενος πρὸς τὸν ἑαυτὸ του, ζήτησε δύναμη καὶ ὑπομονὴ ἀπὸ τὸν Ἐπουράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ ἐργάζεται διπλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίζει τὰ ἔξοδα τοῦ φυγόπονου ἀδελφοῦ του. Ἡ ἐπίγειος «αὐλαία» ποὺ κάποια στιγμὴ κλείνει γιὰ τὸν καθένα μας, ἔκλεισε καὶ γιὰ τὸν ἀκηδῆ (τεμπέλη) μοναχὸ ποὺ ἐντὸς ὁλίγου θὰ ἐκηδεύετο. Οἱ μοναχοὶ ποὺ ἦταν δίπλα του, βαρυγκομοῦσαν λέγοντας: «Πῶς ἀπὸ τὴν σκήτη μας ἐγεννήθη τέτοιος ἄνθρωπος;». Ὁ μοναδικὸς μοναχὸς ποὺ διαφοροποιεῖτο ἦταν ὁ ἀκούραστος «ἐργάτης τῶν κομβοσχοινίων» ποὺ ἀσπάζετο τὰ χέρια του ἐπὶ κλίνης εὑρισκομένου μοναχοῦ ἀναφωνώντας: «Πῶς νὰ μὴν καταφιλήσω, αὐτὰ τὰ χέρια, ποὺ σήμερα μοῦ ἀνοίγουν τὴν πύλη τοῦ Παραδείσου γιὰ νὰ εἰσέλθω κάποτε;».
            Ἐὰν παρακολουθήσουμε τὴν συνέχεια τῆς παραβολῆς τοῦ πλουσίου καῖ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, παρατηροῦμε ὅτι ὁ πλούσιος , γίνεται ἐπαίτης μόνο γιὰ μία σταγόνα νεροῦ, ἐνῶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος ἀπολαμβάνει πλουσιοπάροχα τὰ ἀγαθὰ στὸν Παράδεισο.
            Ἄς μήν λησμονοῦμε καθημερινῶς τὸ ρητὸ τοῦ Ἀποστόλου μας: «Ὁ δὲ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως δώη ὑμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν, ἵνα ὁμοθυμαδὸν ἐν ἑνὶ στόματι δοξάζητε τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. ιε΄, 5-6).

Κυριακή Ζ Ματθαίου εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΚΥΡΙΑΚΗ  Ζ΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθ. 9, 27-35 )
Ὁ Χριστὸς, ἀδελφοί μου, ἦταν καὶ εἶναι ἡ μόνη καὶ διαρκής παράκληση τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Φυγαδεύει κάθε θλίψη καὶ ἀπαλύνει κάθε πόνο. Κανένας δὲν ἀγάπησε τόσο πολὺ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ φόβο τῆς ἀρρώστιας παρὰ μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ εὐεργετήσει τοὺς ἀνθρώπους. Ἦρθε νὰ μᾶς σώσει, νὰ μᾶς  λυτρώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ μᾶς ἐπαναφέρει κοντὰ στὸ Θεό. Ἡ ζωή Του στὸν κόσμο αὐτὸ ἦταν μία ἀδιάκοπη εὐεργεσία πρὸς ὅλους τους ἀνθρώπους. Ὁ προφήτης  Ἠσαΐας  εἶπε: «αὐτὸς τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τάς νόσους ἐβάστασεν».
Τὰ δύο θαύματα πού μᾶς ἐξιστορεῖ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἔχουν χρονικὴ καὶ τοπικὴ συνοχή, διότι πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά. Πρῶτα θεράπευσε ὁ Κύριος τούς δυὸ τυφλοὺς καὶ ὕστερα τὸν κωφὸ δαιμονιζόμενο. Οἱ τυφλοὶ, οἱ ὁποῖοι καλοῦν τὸν Ἰησοῦ «υἱὸν  Δαυῒδ», ἐκφράζουν πίστη στὴ μεσσιανική του ἰδιότητα καὶ ὁμολογοῦν, ὕστερα ἀπὸ ἐρώτησή Του, ὅτι πιστεύουν πὼς Ἐκεῖνος ἔχει τὴ δύναμη νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ζητοῦν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ τὴ θεραπεία τους «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω». Ἄγγιξε τὰ μάτια τους καὶ μὲ βεβαιότητα εἶπε «ἄς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σας». Τὸ ρῆμα «γενηθήτω» στὴν περίπτωση τῆς  θεραπείας τῶν τυφλῶν ἐκφράζει τὴν αὐθεντία τοῦ Κυρίου, ὅμοια μ’ ἐκείνη ποὺ φαίνεται κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τοῦ φωτὸς: «γενηθήτω φῶς καὶ ἐγένετο φῶς». Μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα προστάζει «ἄς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σας» καὶ ἄνοιξαν τὰ μάτια τους καὶ τὸ θαῦμα ἀμέσως ἔγινε.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ὅταν πρόκειται νὰ κάνει κάποιο θαῦμα, ζητᾶ προηγουμένως τὴν πίστη αὐτῶν ποὺ ζητοῦν τὴ χάρη Του. Ἡ πίστη εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο δέκτη τῆς θείας χάρης, εἶναι ὁ ὑποκειμενικὸς παράγοντας γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα. Εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεό, ἡ ἐσωτερική του βεβαιότητα πὼς βρίσκεται στὴν ἐξουσία καὶ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοί μᾶς λένε ὅτι χωρὶς πίστη δὲν γίνεται τίποτα καὶ ὅτι μ’ αὐτὴ γίνονται τὰ πάντα. Χωρὶς πίστη εἶναι ἀδύνατο νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πορεύεται κατὰ τὸ θέλημά Του. Ἂν πάλι ἔχουμε πίστη, φοβόμαστε τὸ Θεὸ καὶ φυλάγουμε τὸ νόμο Του, μποροῦμε νὰ μετακινήσουμε ἀκόμα καὶ βουνά. Πίστη θὰ πεῖ νὰ εἶναι ὁ νοῦς, ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχή μας στὸ Θεό, νὰ αἰσθανόμαστε τὸν ἑαυτό μας στερεωμένο στὴν πέτρα της, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ μᾶς σαλέψει τίποτα στὴν τρικυμιασμένη θάλασσα τοῦ βίου.
Τὸ δεύτερο θαῦμα, τῆς θεραπείας τοῦ κωφοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἀσθένεια ὀφείλονταν στὴν ἐπίδραση τοῦ διαβόλου, συντελέστηκε ὅταν ὁ Χριστὸς ἔδιωξε τὸ διαμόνιο. Τότε λύθηκε ἡ γλώσσα τοῦ κωφοῦ, ἄνοιξαν τ’ αὐτιά του καὶ ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ ὁμιλεῖ. Τότε ἐκδηλώθηκε αὐθόρμητος ὁ θαυμασμὸς πρὸς τὸν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία, διότι ὁ λαὸς ἔβλεπε ὅτι στὸ πρόσωπό Του πραγματοποιοῦνταν οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται», καθὼς λέγει ὁ προφήτης Ἠσαΐας.
Οἱ θεραπεῖες, ἑπομένως, ποὺ διηγοῦνται οἱ ἱεροὶ εὐαγγελιστὲς, εἶναι σημεῖα τῆς μεσσιανικῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποία θὰ διανοίγονται τὰ μάτια, γιὰ νὰ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ τ’ αὐτιὰ γιὰ ν’ ἀκοῦν, νὰ ἀναγνωρίζουν καὶ νὰ κατανοοῦν τὶς θεῖες ἀλήθειες γιὰ τὴ σωτηρία τους.
Ἐνῶ οἱ θεραπευθέντες τυφλοὶ, παρὰ τὶς αὐστηρὲς συστάσεις τοῦ Κυρίου νὰ μὴ γνωστοποιήσουν τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τους, διακηρύττουν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὸν Ἰησοῦ καὶ ἐνῶ ὁ ἁπλὸς λαὸς μετὰ τὴ θεραπεία τοῦ κωφοῦ δαιμονιζόμενου θαυμάζει τὸ γεγονὸς καὶ χαρακτηρίζει τὴ θαυμαστὴ ἐνέργεια ὡς μοναδική, ἀφοῦ παρόμοια δὲν εἶδε προηγουμένως ὁ Ἰσραήλ, οἱ Φαρισαῖοι ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ δὲν ἀρνοῦνται βέβαια τὸ θαῦμα, διαστρέφουν ὅμως τὴν ἀλήθεια, ὑβρίζουν, συκοφαντοῦν καὶ βλασφημοῦν τὸ Χριστὸ καὶ ἀποδίδουν τὸ θαῦμα Του στὴ συνεργασία μὲ τὸν ἄρχοντα τῶν δαιμονίων.
Μὲ τὴ θεραπεία τοῦ κωφοῦ δαιμονιζόμενου συντελεῖται αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύση τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου». Ἦρθε ὁ Χριστὸς νὰ καταργήσει τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου πάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ θάνατο. Ὁ Κύριος δὲν θεραπεύει ἁπλῶς τὸ ἄρρωστο σῶμα, ἀλλὰ σηκώνει τὸν ἀνθρώπινο πόνο, σηκώνει τὴν ἁμαρτία ποὺ εἶναι ἡ ρίζα καὶ τὸ θεμέλιο κάθε ἀσθένειας καὶ τὴν παίρνει πάνω στοὺς ὤμους Του, γίνεται δηλαδὴ «ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου» καὶ ἀποκαλύπτει ἔτσι μὲ τὴ θυσία Του τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
ὁ Χριστός, ὅπως μας λένε τὰ ἱερὰ κείμενα, «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας». Τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ εἶναι θεοφάνειες καὶ ἀποβλέπουν στὴ σωτηρία καὶ θεραπεία τοῦ ὅλου ἀνθρώπου προερχόμενα ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία Του πρὸς τὸν εὐπεσόντα ἄνθρωπο. Θεωροῦνται δεῖκτες τῆς νέας πραγματικότητας τῆς ἐλεύσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἄς τοῦ ἀποδίδουμε λοιπὸν τὴ δόξα καὶ τὴν εὐχαριστία καὶ ἂς μείνουμε μαζί Του μὲ τὴν πίστη μας καὶ μὲ τὴν προσευχή μας. Ἀμήν.
   Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Κυριακή Ζ Ματθαίου Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, με το σώμα που έλαβε από εμάς προς χάριν μας, κατά τη συναναστροφή του με τους ανθρώπους, εθεράπευσε πολλούς ως προς το σώμα και ως προς την ψυχή τυφλούς. Ή μάλλον, εάν κανείς σκεφθεί την ανάβλεψη της διανοίας, που είναι η μετάθεση από την απιστία στην πίστη και από την άγνοια στην επίγνωση του Θεού, δεν είναι δυνατόν ούτε καν να απαριθμήσει τυφλούς που ανέβλεψαν με την ενανθρώπηση του Κυρίου. Αυτοί είναι αριθμημένοι μόνον από Εκείνον που έχει αριθμημένες τις τρίχες της κεφαλής μας. Εάν όμως σκεφθούμε την ανάβλεψη των σωματικών οφθαλμών, και ως προς αυτήν θα εύρωμε πολλούς να έχουν θεραπευθεί από τον Χριστό, άλλους με μόνο τον λόγο, άλλους με την αφή. Ορισμένους δε και μόνον με το να προσπέσουν σ’ Αυτόν, και με το να τον πλησιάσουν. Επίσης και μερικούς που έλαβαν την ίαση και με το πτύσμα του ή και με χρίσμα πηλού.

Πράγματι, όταν, καθώς λέγει ο Ματθαίος, είχε έλθει κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, «προσήλθον αυτώ όχλοι πολλοί, έχοντες μεθ’ εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς και άλλους πολλούς», οι οποίοι ερρίφθησαν όλοι στα πόδια του και τους εθεράπευσε, ώστε και οι όχλοι τότε να θαυμάζουν και να τον δοξάζουν, βλέποντας κωφούς να ομιλούν, χωλούς να περπατούν, και τυφλούς να αναβλέπουν. Αλλά και όταν εισήλθε «καθήμενος επί πώλου», κατά την προφητεία, στην Ιερουσαλήμ με τρόπο παράδοξο, υμνούμενος από τα νήπια ως Θεός, εθεράπευσε όλους τους χωλούς και τους τυφλούς που προσήλθαν εκεί, όπως λέγει επίσης ο Ματθαίος. Και όταν ήλθε στη Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αυτώ τυφλόν», όπως λέγει ο Μάρκος, «και παρακαλούσιν αυτόν ίνα άψηται αυτού». Ο δε Κύριος, αφού τον έβγαλε έξω από το χωριό, έπτυσε στους οφθαλμούς του, επέθεσε σ’ αυτόν τα χέρια και τον έκαμε να βλέπει αμυδρά. Έπειτα έθεσε πάλι τα χέρια επάνω του και του έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει καθαρά. Καθώς δε ήγγιζε στην `Ιεριχώ, όπως λέγει ο Λουκάς, εθεράπευσε μόνο με έναν λόγο του τυφλόν, που είχε καθίσει δίπλα στον δρόμο και επαιτούσε. Μόλις εκείνος του ζήτησε την ίαση τού είπε: «ανάβλεψον». Εξερχόμενος δε από την Ιεριχώ, όπως λέγει επίσης ο Μάρκος, χαρίζει την όραση σε άλλον πάλι τυφλόν, ονομαζόμενον Βαρτιμαίον, υιόν του Τιμαίου, λέγοντας προς αυτόν, όταν του εζήτησε την ανάβλεψη: «κατά την πίστιν σου γενηθήτω σοι». Όταν δε ευρίσκετο στην Ιερουσαλήμ και είδε έναν τυφλόν εκ γενετής, καθώς λέγει ο Ιωάννης, χωρίς καν να του ζητηθεί, αλλά κινούμενος από μόνη του την αγαθότητα, αφού έπτυσε στη γη και έπλασε πηλό, άλειψε τους οφθαλμούς του τυφλού και του είπε: «ύπαγε, νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Επήγε λοιπόν και ενίφθη. Όταν δε επανήλθε, είχε αποκτήσει την όρασή του.

Αλλά και όταν είχε αναστήσει την αποθαμμένη θυγατέρα του αρχισυναγώγου Ιαείρου, μετά από λίγο, όπως θα ακούσουμε να ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, καθώς περνούσε ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί κράζοντες και λέγοντες, «ελέησον ημάς, υιέ Δαβίδ». Αυτός εισήλθε μαζί τους στην οικία και αφού ήγγισε τους οφθαλμούς των και είπε προς αυτούς: «κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν», τους εθεράπευσε. Εκτός λοιπόν από αυτούς που δεν έχουν αναφερθεί, οι τυφλοί είναι έξι. Και νομίζω ότι κανείς από τους τυφλούς που ευρίσκοντο τότε στην Ιουδαία ή και στις γειτονικές περιοχές δεν έμεινε αφώτιστος. Γι’ αυτό και ο Ησαΐας, ως εκπρόσωπος του Χριστού, προείπε περί αυτού, ότι απεστάλη από τον Πατέρα και το Πνεύμα «κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλούς ανάβλεψιν». Αλλά πώς δεν είπε ο Προφήτης ότι απεστάλη για να δώσει, αλλά για να κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψιν; Ακριβώς, διότι ο Κύριος δεν ήλθε στη γη πρωτίστως για να ανοίξει τους σωματικούς οφθαλμούς, αλλά τους της ψυχής, οι οποίοι οφθαλμοί αποκτούν την ανάβλεψη δια του ευαγγελικού κηρύγματος. Ευλόγως, λοιπόν, η προφητεία λέγει ότι ο Κύριος θα κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψη.

Όπως δε ο ίδιος ο Κύριος μάς παραγγέλλει να ζητούμε τα πνευματικά, λέγοντας «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον», και υπόσχεται να μας προσθέσει και τα σωματικά, εάν εμείς ζητούμε τα ψυχωφελή, λέγοντας «ζητείτε την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», έτσι κάμνει και με τους οφθαλμούς μας. Διότι αφού έκλινε τους ουρανούς και κατήλθε στη γη από φιλανθρωπία, για να διανοίξει με το Ευαγγελικό κήρυγμα τους οφθαλμούς της ψυχής μας, και να μας χαρίσει τη νοητή ανάβλεψη, προσέθετε και τη θεραπεία όσων αισθητών οφθαλμών δεν έβλεπαν. Γι’ αυτό και υπάρχει πολλή αντιστοιχία μεταξύ των δύο αναβλέψεων, εννοώ του σώματος και της ψυχής. Όπως δηλαδή από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν απέκτησαν αμέσως την ανάβλεψη, όπως εκείνος που άκουσε «ανάβλεψον», και την ίδια στιγμή εθεραπεύθη, άλλοι δε βαθμιαίως, όπως εκείνος που πριν λάβει τελείως την ίαση είπε ότι βλέπει τους ανθρώπους σαν δένδρα να περπατούν. Έτσι και όσοι διά της πίστεως εδέχθησαν την ίαση των νοητών οφθαλμών, άλλοι μεν την βρήκαν αμέσως, όπως αυτός που από τελώνης ευθύς ανεδείχθη ευαγγελιστής, ενώ άλλοι βαθμιαίως, όπως ο πάντοτε νυκτερινός μαθητής Νικόδημος.

Και όπως ακριβώς από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν επέτυχαν την ίαση μόνο με λόγον, όπως ο Βαρτιμαίος, άλλοι δε και με έργον, (διότι μέσα στους οφθαλμούς εκείνου, που ήταν κοντά στη Βηθσαϊδά, έβαλε και από το πτύσμα του, επειδή, καθώς φαίνεται, αυτός είχε μεν βλέφαρα, αλλά κενά, αφού είχαν αδειάσει από το υγρό των οφθαλμών, το οποίο και ανεπληρώθη τότε με το θείον πτύσμα, ενώ ο εκ γενετής τυφλός ούτε βλέφαρα είχε, γι’ αυτό και εχρειάσθη αυτό το χωμάτινο μίγμα, το οποίον και εδέχθη από τα δάκτυλα του Κυρίου υπό μορφήν ζυμωμένου πηλού). Καθώς λοιπόν από τους κατά το σώμα τυφλούς, άλλοι μεν, όπως είπα, έλαβαν μόνο με λόγοντην ίαση, άλλοι δε και με πράξη, έτσι και εκείνων που έλαβαν την ίαση των οφθαλμών της ψυχής, η οποία είναι, όπως είπαμε, η μετάθεση από την απιστία στην πίστη: ορισμένοι χρειάσθηκαν και θαύματα για να πιστεύσουν, όπως συνέβη και σ’ εκείνους που απεστάλησαν από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο για να ερωτήσουν «συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;», ενώ άλλοι έλαβαν με μόνον τον λόγο, πιστεύοντας από μόνον την ακοή, όπως και ο εκατόνταρχος, για τον οποίο ο Κύριος διεκήρυξε ότι υπερέχει των Ισραηλιτών κατά την πίστη.
Τέτοιοι είναι και εκείνοι, που σύμφωνα με όσα μας ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, έλαβαν από τον Χριστόν τη σωματική ανάβλεψη. Διότι είναι φανερό ότι είχαν πιστεύσει και πριν τη θεραπεία, επειδή όμως ήσαν τυφλοί, βεβαίως εξ ακοής επίστευσαν. Διότι λέγει ότι καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες και λέγοντες: «ελέησον ημάς υιέ Δαβίδ». Πώς λοιπόν θα ακολουθούσαν και πώς ακολουθώντας θα ζητούσαν, και μάλιστα με κραυγές, τόσο μεγάλη ελεημοσύνη, την ανάβλεψη των οφθαλμών τους, εάν δεν είχαν πιστεύσει;

Αλλά την πίστη των τυφλών τη φανερώνουν και τα ακόλουθα: «Καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί», Από πού από εκεί;, και για ποιο λόγο το αναφέρει αυτό ο Ευαγγελιστής, και όχι μόνον εδώ αλλά και λίγο παραπάνω, όταν λέγει: «Παράγων (δηλαδή περνώντας) ο Ιησούς εκείθεν, είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον», αυτόν τον Ευαγγελιστή, τον οποίον εκείνη την ώρα, και με μόνον τον λόγον μετεμόρφωσε. Εγώ λοιπόν θεωρώ ότι ο Ευαγγελιστής το λέγει αυτό για να δώσει αφορμή στους συνετούς ακροατές να εκλαμβάνουν και αναγωγικώς τα εξιστορούμενα. Εάν δηλαδή κανείς τα εξετάσει επακριβώς, είναι δυνατόν να ιδεί ότι η ιστορία αυτή περιγράφει συνοπτικώς και ανακηρύττει θαυμασίως όλη την δια της ενσαρκώσεως οικονομίαν του Δεσπότου.
Πράγματι, ο Κύριος κατοικία είχε την Καπερναούμ. Διότι λέγει «ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν», και η πρόσκαιρος αυτή κατοικία οπωσδήποτε ήταν τύπος του ουρανού, αφού έφερε μέσα της Εκείνον ο οποίος κατοικεί στους ουρανούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος σε άλλο σημείο λέγει: «και συ Καπερναούμ η έως του ουρανού υψωθείσα». Ο Κύριος, λοιπόν, δια της ενανθρωπήσεως εξήλθεν από τον ουρανόν, όπως από την οικίαν εκείνη «και παράγων εκείθεν», διήλθε δηλαδή από εκεί. Εάν μεν εννοήσεις την έξοδον από τον ουρανό, θα εύρεις ότι και τους Αποστόλους εξέλεξε και την τάση της φύσεώς μας προς ακαθαρσίαν εθεράπευσε. Εάν δε εννοήσεις ότι διήρχετο από την οικία της Καπερναούμ, θα τον εύρεις ότι εφανέρωσε τα προλεχθέντα με έργα. Διότι και τον Ματθαίο μετέτρεψε τότε από τελώνη σε Απόστολο και την αιμορροούσα εθεράπευσε διερχόμενος από εκεί. Αλλά και αφού ήλθε μέχρι τη θυγατέρα του Ιαείρου, που είχε αποθάνει, και με τη ζωοποίησή της ανέδειξε τον εαυτό του νικητή του θανάτου, επανέρχεται εκεί από όπου εξήλθε. Επανερχόμενος λοιπόν και διερχόμενος πάλι από εκεί, ανοίγει τους οφθαλμούς των τυφλών αυτών, οι οποίοι τον ακολούθησαν. Έπραξε δηλαδή όπως τότε που διήνοιξε το νου των μαθητών του, ώστε να κατανοούν τις Γραφές: αφού κατέβη ο ίδιος μέχρι τον θάνατο και με την Ανάστασή του κατήργησε την εξουσία του θανάτου, επανήλθε και διήρχετο από εκεί. Εκείνοι δε εξήλθαν και τον εκήρυξαν σε όλη τη γη, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής και για τους τυφλούς, οι οποίοι τώρα ανέβλεψαν, ότι «εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Βλέπετε με πόση σαφήνεια διαγράφεται όλη σχεδόν η θεανδρική οικονομία στην ιστορία αυτή. Γι’ αυτό και το «παράγων εκείθεν» ελέχθη δύο φορές, για να κατανοήσουμε και την έξοδο και την επάνοδό του. Και μάλιστα κατά μίμηση αυτής της εξόδου και επανόδου, και ο ιερεύς, αφού εξέλθει από το Άγιον Βήμα και κατεβεί μέχρι το χαμηλότερο σημείο, επανέρχεται πάλι και αποκαθίσταται εκεί από όπου εξήλθε.

Καθώς λοιπόν ο Κύριος διήρχετο κατά την επάνοδο, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι υποτύπωναν τους δύο λαούς, των Ιουδαίων και των Εθνικών. Και έκραζαν λέγοντας «ελέησον υιέ Δαυίδ», δεικνύοντας ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος και προσδοκώμενος. Ο δε Κύριος εκπληρώνοντας και την υποτύπωση της οικονομίας, και δοκιμάζοντας αλλά και φανερώνοντας την πίστη των τυφλών, τους προσπερνά σιωπηλός μέχρι να εισέλθει στην οικία από την οποία είχε εξέλθει στην αρχή. Έπειτα λέγει προς αυτούς: «πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;». Και αυτοί του απαντούν «ναι, Κύριε». Και δεν ερωτά επειδή αγνοεί, αλλά για να φανερώσει σε όσους αγνοούν την πίστη των τυφλών. Γι’ αυτό και αφού έψαυσε τους οφθαλμούς των, προσέθεσε «κατά την πίστιν ημών γενηθήτω υμίν», και ανοίχθησαν οι οφθαλμοί τους, μαρτυρώντας και ότι εκείνοι τον είχαν πιστεύσει, αλλά και ότι αυτός ήταν όπως τον επίστευσαν, Θεός δηλαδή μαζί και άνθρωπος. Διότι ως άνθρωπος μεν ήταν υιός του Δαυίδ και με τα ίδια του τα χέρια έψαυσε τους οφθαλμούς των και αισθητώς ομίλησε. Ως Θεός δε και Δημιουργός εφώτισε τους σκοτεινούς οφθαλμούς. Επειδή όμως δεν ήταν ακόμη καιρός να γίνει φανερός σε όλους, διότι αυτό επεφυλάσσετο για μετά το Πάθος και την εκ νεκρών Ανάστασή Του, τους επιτίμησε λέγων, «οράτε μηδείς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους με πολλή σφοδρότητα να αποσιωπήσουν το γεγονός. «Οι δε εξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Όπως φαίνεται, εάν δεν τους είχε παραγγείλει να σιωπήσουν, θα γίνονταν και παγκόσμιοι κήρυκες της δυνάμεώς του. Επειδή όμως διετάχθησαν, απέφυγαν μεν να πορευθούν μακριά, δεν βάσταξαν όμως να μην κηρύξουν στους πλησίον χώρους. Ώστε οι τυφλοί που ηκολούθησαν τον Χριστόν, εφωτίσθησαν τελείως όχι μόνον κατά το σώμα αλλά και κατά την ψυχή.

Ας ακολουθήσουμε λοιπόν και εμείς αδελφοί μου, το φως, που φωτίζει και ψυχή και σώμα. Ας βαδίσουμε προς τη λάμψη του και «ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν». Ας Τον δοξάσωμε με έργα αγαθά και ας βοηθήσουμε όσους μας βλέπουν να Τον δοξάζουν και αυτοί. Ας απομακρυνθούμε από το αντίθετο σκότος, που είναι η αμαρτία και ο προστάτης της αμαρτίας διάβολος. Εκείνο το φως, ως ήλιος που είναι της καθολικής δικαιοσύνης, σωφροσύνης, ειρήνης, συμπαθείας, ανεξικακίας, αγάπης και γενικώς κάθε αρετής, καθιστά μετόχους αυτού όσους τον ποθούν. Ενώ το αντίθετο σκότος, ως σκότος κακίας που είναι, καθιστά όσους το πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησίκακους, άσπλαχνους, ατάκτους, άρπαγες και γενικώς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι ειπέ μου, από πού θα διακρίνουμε τον πιστό από τον άπιστο, τον φωτισμένο από τον αφώτιστο, με άλλα λόγια, τον βαπτισμένο κατά Χριστόν και συντεταγμένο με τον Χριστό από τον αβάπτιστο και συντεταγμένο με τον διάβολο; Όχι από τους λόγους, όχι από τα έργα, όχι από τους τρόπους;
Εάν λοιπόν κάποιος εξομοιώνεται σ’ αυτά με τους αφώτιστους, αν και λέγει ότι είναι βαπτισμένος κατά Χριστόν, είναι σαφές ότι δεν έχει πάψει να ανήκει στην συμμορία εκείνων για τους οποίους ο Απόστολος λέγει: «Θεόν ομολογούσιν ειδέναι (ότι τον γνωρίζουν δηλαδή), τοις δε έργοις αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς, και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι». Πού λοιπόν, ειπέ μου, θα κατατάξουμε αυτούς που ομολογούν και συγχρόνως αρνούνται τον Θεό; Με τους πιστούς; Με τα έργα όμως τον αρνούνται. Με τους απίστους; Αλλά με τη γλώσσα τον ομολογούν. Όντως πρόκειται για ένα διπρόσωπο τέρας που είναι δύσκολο να το κατατάξεις κάπου. Ο ψαλμωδός Προφήτης όμως έχει ήδη λύσει αυτή την απορία λέγοντας: «αποδώσει Κύριος εκάστω κατά τα έργα αυτού». Και ο ίδιος ο Κύριος απεφάνθη ότιαυτός που ακούει τους λόγους του και δεν τους εκτελεί, είναι μωρός. Ο δε Παύλος, ο Απόστολος που εκλήθη από τον ουρανό, λέγει: «αποδώσει ο Κύριος τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι, ζωήν αιώνιον. …οργή δε και θυμός και θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν». Και πάλιν «ουχ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλά οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται», και «ος εν νόμω καυχάσαι, δια της παραβάσεως του νόμου τον Θεόν ατιμάζεις;» Όπως δε ακριβώς, αδελφοί, ο ίδιος ο Παύλος έλεγε προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί εάν νόμον πράττης, εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν (σαν να μην είχες δηλαδή περιτμηθεί)», έτσι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να σας ειπώ ότι η πίστις ωφελεί εάν κανείς πολιτεύεται κατά συνείδησιν και καθαίρει συνεχώς τον εαυτό του με εξομολόγηση και μετάνοια, και μετατρέπει σε έργο τις συνθήκες του Αγίου Βαπτίσματος. Αν όμως δεν υπακούσει στη συνείδησή του και αθετεί τις συνθήκες, η πίστη του γίνεται απιστία.

Διότι πώς πιστεύσαμε ότι αφού έχουμε βαπτισθεί θα σωθούμε; Επειδή βεβαίως ακούσαμε τον Κύριο που είπε: ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται. Επειδή λοιπόν και τα δύο αυτά τα είπε Εκείνος, η αυτοαλήθεια, το να πιστεύσουμε και το να βαπτισθούμε,είναι αδύνατον να σωθεί όποιος δεν θέλει να βαπτισθεί, έστω και αν λέγει ότι δήθεν πιστεύει, όπως και αυτός που δεν πιστεύει, έστω και αν έχει βαπτισθεί. Αλλά κάθε βαπτισμένος θα ειπεί ότι πιστεύει. Θα ακούσει όμως από τον Απόστολο: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου». Γι’ αυτό και ο Κύριος συνδέει την πίστη με το Θείον Βάπτισμα, συνάπτοντας την τήρηση των εντολών του με το Βάπτισμα, δια της πίστεως. Διότι αφού είπε προηγουμένως: «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κυρήξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει», έπειτα προσέθεσε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Τι λοιπόν λέγει στο Ευαγγέλιο που εκηρύχθη από τους απεσταλμένους του, και τι πρέπει να πιστεύομε ότι είναι απαραίτητο να κάνουν οι υπήκοοι του; Οπωσδήποτε ότι όποιος έχει τις εντολές τού Χριστού και τις πράττει και τις τηρεί, εκείνος είναι που τον αγαπά, και ότι με την υπομονή και τη στενή και τεθλιμμένη ζωή είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία. Και «εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη (η αρετή δηλαδή) ημών πλείον των Γραμματέων και Φαρισαίων, ου μη εισέλθωμεν εις την βασιλείαν των ουρανών». Διότι αυτά ακριβώς είναι που τους πρόσταξε να κηρύττουν δια του Ευαγγελίου.

Όποιος λοιπόν αγωνίζεται να τηρεί τις Θείες Εντολές, εκείνος είναι που πιστεύει. Ενώ όποιος δεν αγωνίζεται να τις πράττει και να τις τηρεί, και δεν θεωρεί ζημία το να μην τις τηρεί, ούτε επαναφέρει τον εαυτό του με τη μετάνοια στην τήρηση των Θείων Εντολών, δεν θα σταθεί ούτε μαζί με τους βαπτισμένους, έστω και αν λέγει ότι έχει βαπτισθεί. Διότι λέγει «διχοτομήσει αυτόν, και το μέρος αυτού μετά των απίστων θήσει». Αλλά αυτό για εμάς μεν αποτελεί μόνον απειλή, επειδή ο Δεσπότης αναμένει φιλανθρώπως τη μετάνοιά μας. Ενώ τους Ιουδαίους τους διχοτόμησε από εδώ, προς σωφρονισμό ιδικόν μας, και τους απαλλοτρίωσε από την προς Αυτόν και τον Αβραάμ συγγένεια, λέγοντας προς αυτούς: «υμείς εκ του πατρός υμών, του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν». Και πάλιν: «ει τέκνα του Αβραάμ ήτε, τα έργα του Αβραάμ εποιείτε αν». Ότι δε αυτοί ήσαν από το γένος του Αβραάμ, ποίος δεν το γνωρίζει; Εάν λοιπόν η διαφοροποίηση των έργων και των τρόπων καταργεί και την κατά σάρκα συγγένεια, και απομακρύνει και τους εξ αίματος υιούς από την υιότητα, πώς η δια των έργων και των τρόπων μας ανομοιότης προς Αυτόν δεν θα αποξενώσει από την Θείαν υιοθεσίαν, εμάς που δεν μπορούμε να αναγάγωμε ούτε την κατά σάρκα γενεαλογία μας στον Χριστό, και δεν θα καταλήξει να μας συντάξει μαζί με το νοητό εχθρό;

Αυτά όμως και ο Κύριος από φιλανθρωπία κατηξίωσε να τα ειπεί, και τολμούμε να τα λέγωμε προς εσάς και εμείς, οι οποίοι υποκείμεθα στα ίδια πάθη, ώστε να μην τα πράττουμε. Να μην τα πάθουμε, Για να μην καταστήσουμε τους εαυτούς μας υπεύθυνους για την καταδίκη εκείνων που οριστικώς θα αποβληθούν. Διότι είναι δυνατόν εδώ, όχι μόνον να αποφύγουμε αυτά με τη μετάνοια, αλλά και διά των καρπών της μετανοίας να σταθούμε και να αφομοιωθούμε με τον Υιό του Θεού, ο οποίος ημπορεί να «εξάγει αξίους εξ αναξίων», και να τους υιοποιεί δια του εαυτού του με τον ύψιστον Πατέρα, και να τους καθιστά κληρονόμους και συγκληρονόμους της δόξης και της Βασιλείας Αυτού του ιδίου και του Πατρός.

Αμήν.



(13ος -14ος Αιών - ΕΠΕ Αγ. Γρηγορίου Παλαμά τομ. 10, σελ. 250, Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 193 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Κυριακή Ζ' Ματθαίου π.Χερουβείμ Βελέντζας


Ματθ. 9, 27 - 35              


Τη σημασία της πίστεως στη ζωή μας έρχεται να μας τονίσει ακόμα μία φορά η αγία μας Εκκλησία, μέσα από την περικοπή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, την οποία ακούσαμε κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία. Ακολούθησαν τον Ιησού στο δρόμο δύο τυφλοί, μας διηγείται ο ευαγγελιστής, φωνάζοντας “ελέησέ μας, υιέ του Δαβίδ”. Και μόλις έφτασαν στο σπίτι, τους ρωτά: “Πιστεύετε ότι έχω τη δύναμη να κάνω αυτό που ζητάτε;” -”Ναί, Κύριε”, του απαντούν, κι Εκείνος άγγιξε τα μάτια τους λέγοντας “ας γίνει σύμφωνα με την πίστη σας”. Αμέσως οι τυφλοί θεραπεύτηκαν, και ο Κύριος τους συνέστησε με αυστηρό τόνο κανείς να μη μάθει για το θαύμα αυτό. Εκείνοι όμως, Τον εξυμνούσαν σε όλη την περιοχή. Στη συνέχεια, έφεραν στον Ιησού έναν άνθρωπο βουβό και δαιμονισμένο. Και μόλις ο Κύριος έδιωξε το δαιμόνιο, αμέσως μίλησε ο άνθρωπος εκείνος, ενώ ο κόσμος θαύμαζε και έλεγε: “τέτοια θαύματα ουδέποτε έγιναν στο Ισραήλ”. Οι Φαρισαίοι πάλι έλεγαν ότι βγάζει τα δαιμόνια στο όνομα του άρχοντα των δαιμονίων. Ωστόσο ο Χριστός, συνέχισε να περιοδεύει στις πόλεις και τα χωριά, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, και θεραπεύοντας κάθε ασθένεια του λαού.

Τη σημασία της πίστεως για την πνευματική μας ζωή αλλά και για την πραγματοποίηση κάθε θαύματος και κάθε αιτήματός μας προς τον Θεό, τονίζει και σήμερα η πιο πάνω διήγηση. “Σύμφωνα με την πίστη σας ας γίνει”, λέει ο Χριστός, θέλοντας να δείξει σε όλους ότι για να πραγματοποιηθεί το θαύμα, είναι απαραίτητο να γίνει το προσωπικό μας θαύμα μέσα στην καρδιά μας, η απόκτηση δηλαδή της πίστεως, που δεν είναι άλλο από την υπέρβαση του ορθολογισμού και του υλικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. Ακόμη, μέσα από τα δύο θαύματα που ακούσαμε σήμερα, υπογραμμίζεται για άλλη μια φορά το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, ότι ο Θεός βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα και επιτελεί το θαύμα με γνώμονα την σωτηρία του ανθρώπου. Δεν θα σταθούμε όμως άλλο σε αυτά τα σημεία, καθότι επανειλημμένως τονίστηκε τις προηγούμενες Κυριακές.
Εκείνο ωστόσο που ξεχωρίζει στη σημερινή περικοπή, είναι ότι ο Χριστός, με αυστηρό τόνο, λέει στους θεραπευμένους τυφλούς να μη πουν σε κανένα για το θαύμα που τους έκανε. Άσχετα από την παρακοή που οι ίδιοι επέδειξαν, η σημασία της επισήμανσης αυτής από τον ευαγγελιστή Ματθαίο είναι πολύ σημαντική για την πνευματική μας ζωή. Ο Χριστός, όπως είπαμε, τελεί το θαύμα με κύριο γνώμονα την ψυχική, την πνευματική μας υγεία. Το θαύμα δηλαδή αποτελεί υπόθεση σωτηριολογική, η οποία αφορά τον Θεό, που το επιτελεί, και τον άνθρωπο που δέχεται τη συγκεκριμένη ευεργεσία. Εκείνο που οφείλει σε κάθε περίπτωση ο πιστός, ειδικά στην περίπτωση του θαύματος, είναι να δοξολογήσει τον Θεό, να Τον ευχαριστήσει μέσα από όλη την καρδιά του, να συναισθανθεί το μεγαλείο του Θεού και να οδηγηθεί σε μεγαλύτερη μετάνοια, προσευχή και κοινωνία με τον Θεό.
Ο Θεός δεν επιτελεί το θαύμα για να διαφημίσει την θεότητά Του, δεν έχει ανάγκη διαφήμισης. Άλλωστε, οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη δύναμη του Θεού, όσα θαύματα και αν γίνουν μπροστά στα μάτια τους, θα συνεχίσουν να είναι άπιστοι και να αμφισβητούν τα πάντα, όπως οι Φαρισαίοι της σημερινής περικοπής. Αυτό συμβαίνει γιατί η πίστη προς τον Θεό δεν είναι αποτέλεσμα πειθούς, αλλά αποτελεί υπέρβαση του ορθολογιστικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. Επομένως, όσα θαύματα και να διηγηθούμε σε ανθρώπους που αμφισβητούν τον Θεό, δεν πρόκειται εκείνοι να ωφεληθούν, αλλά μάλλον θα χλευάσουν και τη δική μας πίστη.
Επίσης, ζητά ο Κύριος να μη διαφημίζεται το θαύμα, επειδή μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να καλλιεργήσει στην καρδιά μας τάσεις υπερηφάνειας, ότι δηλαδή εμείς υπερέχουμε των άλλων ανθρώπων. Στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από το θέλημα του Θεό, καθώς οδηγούμαστε στο βάραθρο της αυτοδικαίωσης, δηλαδή του εγωισμού. Αν νιώθουμε ευεργετημένοι από τον Θεό, αυτό δεν πρέπει να αποτελεί αφορμή για καύχηση, ότι δήθεν ο Θεός μάς εισακούει επειδή είμαστε άξιοι για κάτι τέτοιο, αλλά μάλλον οφείλουμε να αισθανόμαστε περισσότερο ασθενείς πνευματικά. Ο Θεός δηλαδή επεμβαίνει στη ζωή μας, επειδή μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη ή την ικανότητα να σώσουμε τον εαυτό μας.
Αν, όταν τύχει να μας θεραπεύσει κάποιος γιατρός, δεν περιαυτολογούμε και δεν το θεωρούμε προσωπικό μας επίτευγμα, αλλά μάλλον προσέχουμε την υγεία μας και ακολουθούμε τις συμβουλές του, άλλο τόσο οφείλουμε να είμαστε ταπεινοί, αν ποτέ ο Θεός κάνει σε εμάς κάποιο θαύμα, και ακόμη περισσότερο οφείλουμε να προσπαθούμε για την πνευματική μας υγεία.




Κυριακή Ζ Ματθαίου


Ανίκανοι να χαρούν μαζί με τους πολλούς οι Φαρισαίοι τα παράδοξα και λυτρωτικά θαύματα του Χρίστου, προτιμούν και πάλι την προσφιλή τους τακτική, της διαβολής (κατά) του αντιπά­λου. Δεν το σκέπτονται μόνον, το λέγουν - το διακηρύσσουν: «εν τω άρχοντι των δαιμονίων έκβάλλεί τα δαιμόνια»(Ματθ. θ', 34).
Ή γλώσσα τους μεστή του θανατηφόρου δηλη­τηρίου, το όποιο παράγει ό φθόνος, διασπείρει συκοφαντίες, με σκοπό να δημιουργήοη επιφυλάξεις και αμφιβολίες εις βάρος του θαυματοποιού Κυρί­ου, ώστε να ακύρωση την σωτήρια σκοπιμότητα των θαυμάτων, την πίστη δηλαδή στο πρόσωπο και την αποστολή Του άφ' ενός, και να διαφύλαξη προς όφελος τους ασφαλώς τα «κεκτημένα»κυριαρχικά δικαιώματα, επί και εις βάρος του λάου, άφ' ετέρου.
«Ρύσαι Κύριε, τοιαύτης απανθρωπιάς τάς ψυχάς ημών».
Αστήρικτη και εντελώς παράλογη ή κατηγορη­ματική διαπίστωση τους (ό άρχων των δαιμονίων αύτοκαταστρέφει το κράτος και διώχνει τα δαιμό­νια από την κατοικία τους!) αποκαλύπτει το μέγε­θος της κακίας που εμφωλεύει στην καρδία τους και αρνητικά προβάλλεται με στόχο την υπονό­μευση, στο πρόσωπο του Θεανθρώπου, ένδεδυμένη μάλιστα υποκριτικά, το ένδυμα της ευσέβειας!
"Ομολογουμένως, ό πολυμήχανος και άνθρωποκτόνος διάβολος εϋρήκε μιμητές και αφοσιω­μένους εργάτες για την επιτυχία του σχέδιο του· άλλους να εμπόδιση στην αληθινή πίστη και άλλους, περισσότερο αφελείς, να τους φέρη πιο κοντά του και να φανή χρήσιμος, άφού, κατά τους Φαρισαίους, έκβάλλεί τα δαιμόνια!
Ή φαρισαϊκή και διαβολική αυτή συμπερι­φορά, δυστυχώς, ποτέ δεν εξέλιπε, αντίθετα μάλιστα κατά καιρούς συστηματοποιήθηκε και στα χέρια σκοτεινών προπαγανδιστών έκαμε «θραύση»! Ή μελέτη της ιστορίας διδάσκει ότι ή φαυλότης άμαυροί τα καλά, αλλά ή νίκη ανή­κει στην αλήθεια
Αρχιμ.Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου- Μάθημα για την κοινωνική ισορροπία (Του μακαριστού Στέργιου Σάκκου)




Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. ιε΄ 1-7
Μάθημα γιά τήν κοινωνική ἰσορροπία
Τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Στεργίου Σάκκου
Τό πρόβλημα
 Στό ἐπιτακτικό ἐρώτημα τῆς ἐποχῆς μας, πῶς θά ἐπιτύχουμε μιά ἁρμονική καί εὐτυχισμένη κοινωνία, στήν ἄμεση ἀνάγκη τόσων σημερινῶν ἀνθρώπων νά σπάσουν τά τείχη τῆς μοναξιᾶς τους καί νά νιώσουν ζεστή τήν παρουσία τοῦ ἄλλου δίπλα τους, ἀλλά καί στόν βαθύ πόθο τῶν δυνατῶν ψυχῶν νά ἀξιοποιήσουν οὐσιαστικά τό δυναμικό τους, δίνουν ἀπάντηση, λύση καί πρότυπο τά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπό τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή, κεφ. 15, στίχ. 1-7. Στό προηγούμενο κεφάλαιο ὁ ἀπόστολος ἀσχολήθηκε μέ ἕνα ὀξύτατο γιά τήν ἐποχή του πρόβλημα, μέ τή διάκριση τροφῶν (σέ καθαρές καί ἀκάθαρτες) καί ἡμερῶν (σέ ἅγιες καί μή) ἐκ μέρους τῶν ἀσθενικῶν στήν πίστη μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί μέ τήν τακτική πού ὄφειλαν νά ἀκολουθήσουν οἱ πνευματικοί ἀδελφοί ἀπέναντί τους. Λύνοντας αὐτό τό εἰδικό πρόβλημα ὁ Παῦλος μέ τή μέθοδο τῆς ἀγάπης, βγάζει μιά ἐξίσωση, ἕναν τύπο, θά λέγαμε, πάνω στόν ὁποῖο λύνεται κάθε πρόβλημα ἀνθρωπίνων σχέσεων. Βέβαια τό θέμα εἶναι γνήσια πνευματικό καί γι’ αὐτό θεολογικό, ἀλλά μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς, κοινωνικούς, οἰκονομικούς ἤ πολιτικούς. 

Τό χρέος τῶν δυνατῶν
 Δυνατούς ἀποκαλεῖ ὁ ἀπόστολος ἐκείνους πού ἔχουν εὔρωστο ἐσωτερικό κόσμο, ὑγεία καί δύναμη πνευματική, καί εἶναι προκομμένοι στήν πίστη καί στήν ἀρετή, ὥστε νά διακρίνουν καί νά ἀσκοῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτούς ἀπευθύνεται καί σ’ αὐτούς φορτώνει τήν εὐθύνη καί τό βάρος μιᾶς μεγάλης ἀποστολῆς, τῆς ἀγωγῆς καί σωτηρίας τῶν ἀδυνάτων. Ἔχουμε χρέος, λέει, νά βαστάζουμε «τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων», τίς ἀδυναμίες τῶν ἀρχαρίων καί ἀνωρίμων ἀδελφῶν, νά συμπληρώσουμε τίς ἐλλείψεις, νά διορθώσουμε τά λάθη τους, ἀφοῦ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔδωσε τή δύναμη καί τήν προκοπή νά κάνουμε τό ἔργο τῆς χάριτος, πού «τά ἀσθενῆ θεραπεύει καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῖ». Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος γράφει στήν πρός Γαλάτας, «Ἀδελφοί, ἐάν καί προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοί καταρτίζετε τόν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν μή καί σύ πειρασθῇς» (Γα 6,1). Ποιός ξέρει δέ, ἄν καί ἐμεῖς σέ κάτι δέν φανοῦμε ἀδύνατοι ἤ ἄν μιά κακιά ὥρα δέν πέσουμε καί θά ἔχουμε ἀνάγκη κάποιος νά μᾶς σηκώσει; Γι’ αὐτό λέει· «Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε». 
 Καί εἶναι πράγματι φορτίο, ὀχληρό πολλές φορές, τά ἐλαττώματα, οἱ εὐθιξίες καί οἱ εὐαισθησίες τῶν ἀνθρώπων πού συναναστρεφόμαστε καί συγκρουόμαστε μαζί τους. Καί εἶναι χρέος, καί ὄχι χάρισμα, ὀφειλή, καί ὄχι δῶρο, ἐκ μέρους τῶν δυνατῶν νά ἀνέχονται, νά ὑπομένουν, νά συγχωροῦν.
 Ὅπως μέσα σέ μιά οἰκογένεια ἡ μητέρα συγκαταβαίνει στίς ἀδυναμίες τῶν παιδιῶν της καί μασᾶ τήν τροφή στό στόμα της, γιά νά τήν δώσει στό παιδί, ὅπως οἱ γέροι καί μεγάλοι δουλεύουν καί τρῶνε τά ἀνήμπορα μικρά καί οἱ ἄρρωστοι γέροντες, κι αὐτό συνιστᾶ τήν οἰκογενειακή ἑνότητα, ἔτσι μᾶς θέλει σέ ὅλα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Στή δουλειά μας, στίς ἐπαφές μας, στήν κοινωνία καί πρό πάντων μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν πνευματική μας οἰκογένεια, οἱ δυνατοί θά δείξουν τή δύναμή τους, ὅταν τήν χρησιμοποιοῦν γιά τούς ἀδυνάτους. Οἱ δυνατοί στόν πλοῦτο θά ἀγκαλιάσουν καί θά μοιραστοῦν τά πλούτη τους μέ τούς φτωχούς, κι ἔτσι δέν θά ὑπάρχουν πλούσιοι καί φτωχοί, διότι οἱ πλούσιοι θά εἶναι ἁπλοί διαχειριστές τοῦ πλούτου τους. Οἱ δυνατοί στή γνώση θά καταδεχτοῦν καί θά βοηθήσουν τούς λιγώτερο ἱκανούς. Οἱ δυνατοί στήν ἀρετή θά σκύψουν καί θά στηρίξουν τούς ἀκατάρτιστους καί ἀτελεῖς.
Ἡ ἐφαρμογή
 Πῶς ὅμως θά γίνει αὐτό; Δύο πράγματα ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος. Πρῶτον, νά μήν εἴμαστε αὐτάρεσκοι. Ἡ φιλαυτία, ὁ φιλοτομαρισμός καί ἡ ἰδιοτέλεια εἶναι ἡ ρίζα κάθε δυσαρμονίας ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, εἶναι αὐτή πού σκληραίνει τίς καρδιές μας καί μᾶς κάνει νά ἐπιζητοῦμε μόνο ὅσα εἶναι ἀρεστά σέ μᾶς, νά ἐπαναπαυόμαστε στίς ἀπολαύσεις μας καί νά ἀδιαφοροῦμε γιά τούς ἄλλους. Ὁ Κύριος ὅμως μᾶς θέλει νά ξεχνοῦμε τόν ἑαυτό μας καί νά ξεχύνουμε τή χάρη πού μᾶς ἐμπιστεύεται στούς ἄλλους γύρω μας. Ἡ διάσπαση τοῦ ἀτόμου πόση ἐνέργεια ἀπελευθέρωσε! Καί ἡ διάσπαση τοῦ ἀτομισμοῦ τί ἔργο μπορεῖ νά κάνει! Θά δυναμώσει τούς ἀδυνάτους καί ὄχι μόνο θά ἀσφαλίσει τή δύναμη τῶν δυνατῶν, ἀλλά καί θά τήν ἀξιοποιήσει, θά τήν αὐξήσει. 
Δύο ὅροι
 Ἐδῶ ὑπάρχει μιά παγίδα. Πόσες φορές δέν εἴδαμε, πράγματι, νά ἐκμεταλλεύονται τήν καλωσύνη, τή γενναιοδωρία καί τόν ἀλτρουϊσμό τῶν ἄλλων γιά σκοπούς ἀδίκους καί βρωμερούς! Γι’ αὐτό ὁ Παῦλος μᾶς προφυλάσσει μέ μιά δεύτερη παρατήρηση· ὁ καθένας μας νά γίνεται ἀρεστός στόν διπλανό του «εἰς τό ἀγαθόν πρός οἰκοδομήν», λέει. Βάζει δύο ὅρους, πού ἀπό τή μιά ἀποκλείουν τήν ἰδιοτέλεια καί τήν ἀνθρωπαρέσκεια ἀπό τά κίνητρά μας καί ἀπό τήν ἄλλη ἀπαγορεύουν νά ἱκανοποιοῦμε τά πάθη καί τά καπρίτσια τῶν συνανθρώπων μας. Ἐπειδή ὁ ἄλλος εἶναι ἀδύνατος, δέν σημαίνει ὅτι θά ὑπηρετήσουμε τίς κακές του ἐπιθυμίες οὔτε ὅτι θά τόν βοηθήσουμε στίς πονηρές του πράξεις. Ἡ προσφορά μας τότε εἶναι ἀληθινή καί εὐλογημένη, ὅταν δέν προσβάλλει τό ἀγαθό καί δέν γίνεται γιά τήν πνευματική του καταστροφή, ἀλλά γιά τό καλό του καί γιά τή σωτηρία του. Τό πρῶτο μᾶς τό προστάζει ἡ ἀνθρωπιά, τό δεύτερο ἡ πίστη. Τό πρῶτο εἶναι γιά καλούς ἀνθρώπους καί γιά καλή κοινωνία, τό δεύτερο γιά πιστούς καί γιά τήν Ἐκκλησία. Ἐφόσον διετήρησες μέσα σου ἀλώβητη τήν ἀνθρώπινη ὑπόστασή σου, θα κατανοεῖς καί θά συμπονεῖς τήν ἀδυναμία τοῦ πλησίον σου. Και ἐφόσον στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἔγινες καί ἐσύ πέτρα τῆς οἰκοδομῆς του, θά φροντίζεις πῶς νά συναρμολογηθεῖς καλύτερα μέ τούς ἄλλους μέσα στήν Ἐκκλησία, πρόθυμα θά θυσιάζεις τό θέλημά σου, πλούσια θά δίνεις τή συμπαράστασή σου, εἰλικρινά θά ἀγαπᾶς. Κριτήριο ἕνα ἡ συνείδησή σου, κριτήριο ἄλλο ὁ φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος σύμφωνα μέ τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. 
Παράδειγμα ὁ Χριστός
 Πρότυπο γιά ὅλα αὐτά, ἀλλά καί πρόσωπο πού μᾶς ἐμπνέει εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ μορφή του, ἡ ζωή του καί τό παράδειγμά του λύνει κάθε ἀπορία, ἀποστομώνει κάθε ἀντίρρηση. «Καί γάρ ὁ Χριστός οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν, ἀλλά καθώς γέγραπται, οἱ ὀνειδισμοί τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ’ ἐμέ».
Μποροῦσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς νά ζοῦσε, πράγματι, τήν πιό ξένοιαστη ζωή. Μποροῦσε, ἄν ἤθελε, νά μήν ταλαιπωρηθεῖ, νά μή χλευασθεῖ, νά μήν πάθει, ὡς τέλειος καί ἀναμάρτητος ἄνθρωπος πού ἦταν. Δέν θέλησε ὅμως, ἀλλά παρέβλεψε τό συμφέρον του, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, καί κοίταξε τό δικό μας. 
 Ὅταν βλέπεις μπροστά σου τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ νά κενώνει τόν ἑαυτό του γιά χάρη καί τοῦ πιό ἄθλιου ἀνθρώπου, νά ἀντιμετωπίζει μέ πραότητα καί ἀγάπη καί τόν πιό μεγάλο ἐχθρό του, νά δέχεται ἀδιαμαρτύρητα βρισιές κι ἐξευτελισμούς καί τήν πιό φοβερή ντροπή, πού ἦταν συγχρόνως καί ὁ πιό τρομερός πόνος, τόν σταυρό, πές μου, ποιά δικαιολογία ἔχεις νά μήν ὑπομένεις πολύ μικρότερα κακά ἀπό τούς ἀδελφούς σου; 
 Κριτήριο γιά τίς σχέσεις μας ἀνώτερο καί ἀπό τό ἀγαθό, ἀνώτερο καί ἀπό τήν οἰκοδομή εἶναι τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Στή σκάλα τῶν ἐντολῶν, πού ὑψώνει τό εὐαγγέλιο γιά τήν κοινωνική ἠθική, τό πρῶτο σκαλοπάτι εἶναι ὁ λεγόμενος χρυσός κανόνας. «Καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λκ 6,31). Καί εἶναι αὐτό, τό πρῶτο καί χαμηλότερο σκαλοπάτι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τό τελευταῖο καί ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς ἠθικῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τό ὕψιστο ὅμως σκαλοπάτι τῆς ἠθικῆς τοῦ εὐαγγελίου εἶναι· «Καθώς ἐκεῖνος περιεπάτησεν, καί ἡμεῖς οὕτω περιπατεῖν» (Α’ Ἰω 2,6). Τό πρῶτο εἶναι μία ἐντολή, τό ἄλλο εἶναι κάτι τό παράδοξο, ὄχι ἁπλῶς μιά σπουδαία ἐντολή, ἀλλά ἕνα πρόσωπο, τό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. 
Διδάσκαλος ἡ ἁγία Γραφή
 Ἐν τούτοις, ἄν τό παράδειγμα εἶναι ὁ Χριστός, διδάσκαλός μας εἶναι ἡ ἁγία Γραφή. Τά ὅσα γράφτηκαν προφητικά, λέει ὁ ἀπόστολος, γράφτηκαν γιά τή διδασκαλία μας. Ἀποτελεῖ δηλαδή ἡ ἁγία Γραφή ἕνα γράμμα, πού στέλνει ὁ Θεός προσωπικά στόν καθένα μας, γιά νά μᾶς διδάσκει. Αὐτή ζωντανεύει μπροστά μας τό ἔργο καί τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, τόν ἀγώνα καί τήν ἁγιότητα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ καί μᾶς χαρίζει τήν ὑπομονή καί τήν παράκληση, τή δύναμη δηλαδή νά ὑπομένουμε ἀγόγγυστα τίς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων καί τήν καλλιέργεια νά τίς ἀντέχουμε πρόθυμα καί εὐχάριστα.
Μᾶς νευρώνει καί μᾶς στηρίζει, μᾶς δυναμώνει καί μᾶς καλλιεργεῖ, οὕτως ὥστε νά ζοῦμε τήν ἐλπίδα, πού εἶναι ἡ πρώτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς σ’ αὐτόν τόν κόσμο, εἶναι ἡ βεβαιότητα τῆς λυτρώσεώς μας ἐν Χριστῷ. Ἕως ὅτου φθάσουμε στήν τελική κληρονομιά καί δόξα τῆς ἐλπίδος, χρειαζόμαστε ὑπομονή, καί ἡ Γραφή μᾶς τήν διδάσκει. Πολλές φορές ὅμως ἡ ὑπομονή μας σαλεύεται ἀπό θλίψεις καί πειρασμούς ἰσχυρούς, ὁπότε χρειαζόμαστε παράκληση, στηριγμό καί καλλιέργεια, καί ἡ Γραφή μᾶς τά χαρίζει. Ἔτσι, μελετώντας τό γράμμα τοῦ Θεοῦ στερεώνεται καί αὐξάνει ἡ ἐλπίδα μας. Διότι, καθώς παρατηρεῖ καί ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, αὐτά τά δυό, τό ἕνα κατασκευάζει τό ἄλλο· ἡ ὑπομονή τήν ἐλπίδα καί ἡ ἐλπίδα τήν ὑπομονή, καί τά δύο δέ γεννιοῦνται ἀπό τήν ἁγία Γραφή. 
Προσευχή
 Ἀλλά δέν ἀρκεῖ ἡ μελέτη τῆς Γραφῆς γιά νά σταθοῦμε ὄρθιοι καί νά τηρήσουμε ἁρμονικές τίς σχέσεις μεταξύ μας.Χρειάζεται καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό ὁ Παῦλος ἐπικαλεῖται στή συνέχεια τόν «Θεό τῆς ὑπομονῆς καί τῆς παρακλήσεως» καί μᾶς μαθαίνει νά λύνουμε τό κάθε μας πρόβλημα μέ τήν προσευχή. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ Θεός ὀνομάζεται ὅπως καί ἡ ἁγία Γραφή, Θεός τῆς ὑπομονῆς, τῆς παρακλήσεως καί παρακάτω (στίχ. 13) τῆς ἐλπίδος. Σημαίνει αὐτό ὅτι ἡ Γραφή κατέχει τή θέση τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, εἶναι ἡ ζωντανή καί χειροπιαστή παρουσία τοῦ Κυρίου ἀνάμεσά μας. 
Καί ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς τοῦ Παύλου; «Ὁ Θεός τῆς ὑπομονῆς καί τῆς παρακλήσεως νά δώσει ὁμοφροσύνη μεταξύ μας κατά Χριστόν Ἰησοῦν». Ἡ ἑνότητα εἶναι τό μεγάλο αἴτημα τοῦ ἀποστόλου, ὅπως καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ στήν ἀρχιερατική του προσευχή, ἡ ἑνότητα πού πηγάζει ἀπό τό ἴδιο φρόνημα, τήν κοινή πίστη. Κι ὅταν οἱ καρδιές συναντῶνται σύμφωνες στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε τά χείλη δοξολογοῦν ὁμόφωνα τόν Θεό στήν κοινή λατρεία. Οἱ διαφορές δέν καταργοῦνται, οἱ διακρίσεις δέν καταλύονται, ἀλλά ὁ Θεός δοξάζεται μ’ ἕνα στόμα καί μιά καρδιά, καί ἡ δοξολογία του δέν εἶναι μιά μονότονη μελωδία, ἀλλά μιά πολυφωνική ἁρμονία, πού ἐνορχηστρώνει τό αὐτό Πνεῦμα μέσα στίς καρδιές ὅλων. 
Τό πείραμα ἡ Ἐκκλησία
 Ὕστερα ἀπό τόσους αἰῶνες ἀνθρωπίνων προσπαθειῶν γιά τήν ἐναρμόνιση τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, ὕστερα ἀπό τόσα συστήματα καί φιλοσοφίες, ἡ διδαχή αὐτή τοῦ Παύλου παραμένει πάντοτε ἡ μοναδική καί ἡ καλύτερη λύση, πού προτάθηκε ποτέ. Καί τό πιό σημαντικό εἶναι ὅτι δέν ἀποτελεῖ μιά θεωρία μόνο, ἀλλά μιά ζωντανή πραγματικότητα μέ τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέσα στήν ἱστορία, πού εἶναι τό ἐφαρμοσμένο καί ἐπιτυχημένο πείραμα τοῦ εὐαγγελίου. Ὄχι βέβαια οἱ ψεύτικες ἐκκλησίες, οὔτε οἱ ψεύτικοι χριστιανοί, πού ἀναφέρουν ὡς ἐπιχείρημα οἱ ἄπιστοι γιά νά μιλήσουν γιά ἀποτυχία, διότι αὐτά βαρύνουν τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἀλλά ἡ ζωντανή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού μένει στούς αἰῶνες μικρή μά ἀκμαία, ἀποδεικνύει ὅτι τό πείραμα πέτυχε. Σέ κάθε ἐποχή -καί στή δική μας- ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει αὐτό τό θαῦμα τῆς τέλειας κοινωνίας, νά γίνει πολίτης της καί νά λυτρωθεῖ ἀπό τό φαρμάκι πού τόν κερνᾶ ὁ κόσμος. Δέν μένει παρά νά ὑπακούσουμε στό τελικό παράγγελμα τοῦ  ἀποστόλου· «Ἀγκαλιάστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ὅπως καί ὁ Χριστός ἀγκάλιασε ἐσᾶς», καί θά δοξάσουμε τόν Θεό. 

Κυριακή Ζ’ Ματθαίου – Η πνευματική όραση και η πνευματική ακοή


Ο Χριστός, όπως διασώζεται στα Ευαγγέλια, έκανε πολλά θαύματα για να δείξει στους ανθρώπους ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας που περίμεναν και ότι αυτά είναι προμηνύματα της νέας ζωής που έφερε στον κόσμο. Τα θαύματα ήταν απόδειξη της μεσσιανικής Του ιδιότητος, πέρα από την αγάπη που έδειχνε στους ανθρώπους που υπέφεραν από διάφορες ασθένειες, σωματικές και ψυχικές.
Στο σημερινό Ευαγγέλιο είδαμε δύο θαύματα που έκανε ο Χριστός. Το ένα είναι ότι θεράπευσε δύο τυφλούς οι οποίοι αμέσως απέκτησαν το φως των οφθαλμών τους και είδαν τα δημιουργήματα του Θεού. Το άλλο θαύμα είναι ότι θεράπευσε έναν κωφό και αυτή η κώφωση ήταν συνέπεια της δαιμονικής κατάστασης και δεν ήταν απλώς μια σωματική ασθένεια. Και στα δύο αυτά θαύματα βλέπουμε την θεραπεία δύο σωματικών αισθήσεων, της οράσεως και της ακοής.
Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα του Θεού. Το σώμα του έχει διάφορες αισθήσεις μεταξύ των οποίων είναι η αίσθηση της οράσεως και η αίσθηση της ακοής. Με την όραση μπορούμε να βλέπουμε την δημιουργία του Θεού, αλλά και να κινούμαστε με ευχέρεια, και με την ακοή μπορούμε να ακούμε και να συνεννοούμαστε με τους ανθρώπους. Τι θα ήμασταν αν δεν είχαμε αυτές τις δύο σημαντικές αισθήσεις! Οι άνθρωποι που τις στερούνται καταλαβαίνουν την αξία τους, αν και ο Θεός τους δίνει πολλή δύναμη για να ξεπερνούν το πρόβλημά τους.
Πάντως, οι αισθήσεις αυτές μας βοηθούν πολύ στην ζωή μας, να κινούμαστε, να εργαζόμαστε, να διαβάζουμε, να ακούμε και να συνομιλούμε με τους ανθρώπους. Αν μελετήσουμε από πλευράς ανατομίας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και οι δύο αυτές αισθήσεις θα εκπλαγούμε από την σοφία του Θεού που τις κατασκεύασε. Οι τελειότερες φωτογραφικές μηχανές και τα τελειότερα ακουστικά μηχανήματα δεν μπορούν να φθάσουν την τελειότητα με την οποία λειτουργούν αυτές οι δύο σωματικές αισθήσεις. Θα πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό για την μεγάλη αξία τους και διότι μας έδωσε αυτήν την ευλογία.
Συγχρόνως θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ότι, εκτός από τις σωματικές αισθήσεις, υπάρχουν και οι πνευματικές αισθήσεις. Πέρα από την σωματική όραση υπάρχει και η πνευματική όραση, η όραση του νου με την οποία κανείς μπορεί να δει την δόξα του Θεού. Με τα σωματικά του μάτια βλέπει τη δημιουργία του Θεού, ενώ με τα πνευματικά του μάτια βλέπει το Φως του Θεού. Και πέρα από την σωματική ακοή υπάρχει και η πνευματική ακοή και έτσι ο άνθρωπος μπορεί να ακούει και τους κτιστούς, αλλά και τους άκτιστους ήχους. Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. ια , 15).
Δοξάζουμε τον Θεό για την σωματική όραση και ακοή, αλλά θα πρέπει με τον αγώνα μας, την προσευχή μας, την όλη εκκλησιαστική ζωή, να αποκτήσουμε και την πνευματική όραση και την πνευματική ακοή. Από την στέρηση αυτών των πνευματικών αισθήσεων πάσχουμε και υποφέρουμε, γιατί δεν μπορούμε να δούμε το Θεό και δεν μπορούμε να ακούσουμε το θέλημά Του. Λόγω της ελλείψεως αυτών των πνευματικών αισθήσεων υποφέρουμε πολύ στην ζωή μας.
Ο Χριστός εξακολουθεί και σήμερα, δια της Εκκλησίας, να κάνει τέτοια θαύματα, δηλαδή να θεραπεύει την πνευματική τύφλωση και την πνευματική κώφωση του άρρωστου ανθρώπου. Τέτοια θαύματα θα πρέπει να επιδιώκουμε να γευόμαστε από το Θεό και αυτά τα θαύματα γίνονται μέσα στην Εκκλησία.

Κυριακή Ζ’ Ματθαίου – Η πνευματική όραση και η πνευματική ακοή


Ο Χριστός, όπως διασώζεται στα Ευαγγέλια, έκανε πολλά θαύματα για να δείξει στους ανθρώπους ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας που περίμεναν και ότι αυτά είναι προμηνύματα της νέας ζωής που έφερε στον κόσμο. Τα θαύματα ήταν απόδειξη της μεσσιανικής Του ιδιότητος, πέρα από την αγάπη που έδειχνε στους ανθρώπους που υπέφεραν από διάφορες ασθένειες, σωματικές και ψυχικές.
Στο σημερινό Ευαγγέλιο είδαμε δύο θαύματα που έκανε ο Χριστός. Το ένα είναι ότι θεράπευσε δύο τυφλούς οι οποίοι αμέσως απέκτησαν το φως των οφθαλμών τους και είδαν τα δημιουργήματα του Θεού. Το άλλο θαύμα είναι ότι θεράπευσε έναν κωφό και αυτή η κώφωση ήταν συνέπεια της δαιμονικής κατάστασης και δεν ήταν απλώς μια σωματική ασθένεια. Και στα δύο αυτά θαύματα βλέπουμε την θεραπεία δύο σωματικών αισθήσεων, της οράσεως και της ακοής.
Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα του Θεού. Το σώμα του έχει διάφορες αισθήσεις μεταξύ των οποίων είναι η αίσθηση της οράσεως και η αίσθηση της ακοής. Με την όραση μπορούμε να βλέπουμε την δημιουργία του Θεού, αλλά και να κινούμαστε με ευχέρεια, και με την ακοή μπορούμε να ακούμε και να συνεννοούμαστε με τους ανθρώπους. Τι θα ήμασταν αν δεν είχαμε αυτές τις δύο σημαντικές αισθήσεις! Οι άνθρωποι που τις στερούνται καταλαβαίνουν την αξία τους, αν και ο Θεός τους δίνει πολλή δύναμη για να ξεπερνούν το πρόβλημά τους.
Πάντως, οι αισθήσεις αυτές μας βοηθούν πολύ στην ζωή μας, να κινούμαστε, να εργαζόμαστε, να διαβάζουμε, να ακούμε και να συνομιλούμε με τους ανθρώπους. Αν μελετήσουμε από πλευράς ανατομίας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και οι δύο αυτές αισθήσεις θα εκπλαγούμε από την σοφία του Θεού που τις κατασκεύασε. Οι τελειότερες φωτογραφικές μηχανές και τα τελειότερα ακουστικά μηχανήματα δεν μπορούν να φθάσουν την τελειότητα με την οποία λειτουργούν αυτές οι δύο σωματικές αισθήσεις. Θα πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό για την μεγάλη αξία τους και διότι μας έδωσε αυτήν την ευλογία.
Συγχρόνως θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ότι, εκτός από τις σωματικές αισθήσεις, υπάρχουν και οι πνευματικές αισθήσεις. Πέρα από την σωματική όραση υπάρχει και η πνευματική όραση, η όραση του νου με την οποία κανείς μπορεί να δει την δόξα του Θεού. Με τα σωματικά του μάτια βλέπει τη δημιουργία του Θεού, ενώ με τα πνευματικά του μάτια βλέπει το Φως του Θεού. Και πέρα από την σωματική ακοή υπάρχει και η πνευματική ακοή και έτσι ο άνθρωπος μπορεί να ακούει και τους κτιστούς, αλλά και τους άκτιστους ήχους. Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. ια , 15).
Δοξάζουμε τον Θεό για την σωματική όραση και ακοή, αλλά θα πρέπει με τον αγώνα μας, την προσευχή μας, την όλη εκκλησιαστική ζωή, να αποκτήσουμε και την πνευματική όραση και την πνευματική ακοή. Από την στέρηση αυτών των πνευματικών αισθήσεων πάσχουμε και υποφέρουμε, γιατί δεν μπορούμε να δούμε το Θεό και δεν μπορούμε να ακούσουμε το θέλημά Του. Λόγω της ελλείψεως αυτών των πνευματικών αισθήσεων υποφέρουμε πολύ στην ζωή μας.
Ο Χριστός εξακολουθεί και σήμερα, δια της Εκκλησίας, να κάνει τέτοια θαύματα, δηλαδή να θεραπεύει την πνευματική τύφλωση και την πνευματική κώφωση του άρρωστου ανθρώπου. Τέτοια θαύματα θα πρέπει να επιδιώκουμε να γευόμαστε από το Θεό και αυτά τα θαύματα γίνονται μέσα στην Εκκλησία.

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου- Για να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα (Αποστολικό Ανάγνωσμα)



Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. ιε΄ 1-7
ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΟΥΜΕ ΖΩΝΤΑΝΗ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ
«Ίνα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδα ἔχωμεν»
Πολλὲς φορὲς στὶς Ἐπιστολές του ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ ἁγιογραφικὰ χωρία προκειμένου νὰ διδάξει καὶ νὰ στηρίξει τὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ ἴδιος εἶχε σπουδάσει σὲ βάθος τὶς θεόπνευστες Γραφὲς καὶ γνώριζε καλὰ τὴν πολλαπλὴ ὠφέλειά τους.
Στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὑπογραμμίζει ἰδιαιτέρως τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς μεταδίδει δύναμη κι ἐλπίδα. Λέγει: Ὅσα γράφηκαν στὸ παρελθὸν ἀπὸ τοὺς θεόπνευστους ἄνδρες, γράφηκαν γιὰ τὴ δική μας διδασκαλία, «ἵνα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδα ἔχωμεν», δηλαδὴ γιὰ νὰ κρατοῦμε στερεὰ τὴν ἐλπίδα μὲ τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴν ἐνίσχυση ποὺ δίνουν οἱ Ἅγιες Γραφές.
Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατί ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ πηγὴ δυνάμεως καὶ ἐλπίδος καὶ πόσο σημαντικὸ εἶναι αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας.

1. H Αγία Γραφὴ πηγὴ ἐλπίδος
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πουθενὰ δὲν  μπορεῖ ν’ ἀκούσει ἢ νὰ διαβάσει κανεὶς πιὸ γλυκὰ καὶ πιὸ ἐνισχυτικὰ καὶ παρηγορητικὰ  λόγια ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς.  «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου», ἀναφωνεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Δηλαδή: Πόσο γλυκὰ εἶναι τὰ θεῖα σου λόγια στὴν ψυχή μου ποὺ τὰ μελετᾶ! Ἀσυγκρίτως ἀνώτερα ἀπ’ ὅ,τι τὸ μέλι στὸ στόμα μου (Ψαλ. ριη΄ 103). Κι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει ὅτι εἶναι  εὐχάριστο στ’ ἀλήθεια νὰ βλέπει κανεὶς ἀνθηρὰ λιβάδια καὶ κήπους παραδεισένιους, «πο λὺ δὲ ἡδύτερον τῶν θείων Γραφῶν ἡ ἀνάγνωσις», πολὺ πιὸ εὐχάριστο ὅμως εἶ ναι τὸ νὰ μελετᾶ τὶς θεῖες Γραφές  (ΕΠΕ 33,106).
Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὴν προσωπική μας πείρα. Ὅταν μὲ ἁγνὴ καὶ εἰλικρινὴ διάθεση σκύβουμε στὰ ἱερὰ γράμματα, ἡ ψυχή μας γλυκαίνεται αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς μιλᾶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός.
Κι εἶναι ἀλήθεια αὐτό, δὲν εἶναι κάποιος συναισθηματικὸς παρορμητισμός. Τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γράφηκαν βέβαια ἀπὸ ἀνθρώπινο χέρι καὶ σὲ ἀνθρώπινη διάλεκτο, ὡστόσο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν αὐτὸ ποὺ καθοδηγοῦσε τοὺς ἱεροὺς συγγραφεῖς γιὰ νὰ μεταφέρουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Ὅπως γράφει κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος «ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. α΄ 21).
Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί οἱ λόγοι τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς στηρίζουν, μᾶς ἐμπνέουν καὶ ἀναπτερώνουν τὶς ἐλπίδες μας. Διότι εἶναι λόγοι τοῦ ἀγαθοῦ Παρακλήτου, λόγοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
2. Εμπνέει τὴ ζωή μας
Κάποτε ἔρχονται στὴ ζωὴ καὶ ὧρες δύσκολες. Ἀλλεπάλληλα τὰ κύματα τῶν διαφόρων δοκιμασιῶν κτυποῦν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ταξιδεύει μέσα στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος. Σύννεφα μαῦρα σκοτεινιάζουν τὸν ὁρίζοντα: προβλήματα μέσα στὴν οἰκογένεια· στὴν ἐργασία καὶ στὴ συνεργασία· ἕνας πικρὸς λόγος· ἕνας χωρισμός· μιὰ ἀρρώστια· ἕνας θάνατος. Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἐνδέχεται νὰ φέρουν ταραχὴ στὴν ψυχή μας καὶ νὰ μᾶς παρασύρουν στὴ δίνη τῆς ἀπελπισίας.
Στὶς δύσκολες αὐτὲς ὧρες ἂς  ἀνοίγουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου σταλάζει βάλσαμο παρηγοριᾶς στὴν ταλαίπωρη ψυχή μας: Ἐλᾶτε κοντά μου οἱ κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι ὁδοιπόροι τῆς ζωῆς, λέει ὁ Κύριος, «κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28). Ἂς μελετήσουμε καὶ τὸ Ψαλτήριο. Πόσο παρηγορητικὰ καὶ ἐλπιδοφόρα εἶναι τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ! «Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» (Ψαλ. κς΄ [26] 1). Κάθε  στίχος τῆς Ἁγίας Γραφῆς κι ἕνα μήνυμα δυνατό, οὐράνιο, θεϊκό!
Ὁ μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας, ὁ Ντοστογιέφσκι, ὅταν τὸν ὁδηγοῦσαν κατάδικο στὰ φοβερὰ κάτεργα, ἔγραφε στὸν ἀδελφό του: «Κράτησα τὴ Βίβλο». Πράγματι!
Αὐτὸ τὸ ἅγιο Βιβλίο, τὸ Βιβλίο τοῦ Θεοῦ, κράτησε ὁ ἐξόριστος πιστὸς συγγραφέας ὡς τὸν μόνο σύντροφο στὴν πικρὴ ζωὴ τῶν καταναγκαστικῶν ἔργων. Για τὶ αὐτὸ τὸ Βιβλίο εἶναι τὸ μόνο ποὺ χαρίζει γαλήνη καὶ γλυκιὰ ἐλπίδα στὶς δύσ κολες ὧρες τοῦ πόνου.
      
Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ὅπου κυριαρχεῖ σύγχυση καὶ ἀναστάτωση. Τὰ γεγονότα, ὅπως μάλιστα παρουσιάζονται ἢ καὶ διογκώνονται ἀπὸ τὶς εἰδήσεις στὰ μέσα ἐνημερώσεως, δημιουργοῦν μιὰ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτική.
Ἂς μὴ χάνουμε ὅμως τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα μας. Ἂς μὴν περιορίζουμε τὸν ὁρίζοντα τῶν προσδοκιῶν μας στὰ ἐφήμερα καὶ παροδικὰ γεγονότα. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς ἀποκαλύπτει μιὰ ἄλλη πραγματικότητα. Ἀνοίγει παράθυρο στὴν αἰωνιότητα καὶ μᾶς μεταδίδει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Ἂς τὴν μελετοῦμε λοιπὸν καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ προσευχὴ καὶ ὁ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς  παρακλήσεως
θὰ χαρίζει στὴν ψυχή μας πλούσια χάρη, δύναμη, ὑπομονὴ κι ἐλπίδα!
«Ο ΣΩΤΗΡ» 15-07-2012

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...