Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2012

Η Μεγάλη Είσοδος.



07ΟΚΤ

Ο Ιερέας παίρνει τα δώρα και κρατώντάς τα στο ύψος της κεφαλής, βγαίνει με πολλή προσοχή, και φέρνοντάς τα έτσι, τα πηγαίνει στην αγία Τράπεζα, περνώντας από το ναό με αργό ιερατικό βήμα.

Η Μικρή Είσοδος είναι όταν μεταφέρεται το Ευαγγέλιο από το Σκευοφυλάκιο στην αγία Τράπεζα και συγχρόνως μπαίνει ο επίσκοπος στη σύναξη της Εκκλησίας. Η Μεγάλη Είσοδος τώρα είναι, όταν μεταφέρονται τα τίμια δώρα από την πρόθεση στην αγία Τράπεζα, για την αναίμακτη θυσία. Η Μεγάλη Είσοδος στη γλώσσα του λαού λέγεται «Άγια», και σημαίνει ακριβώς τη δεύτερη είσοδο μετά την πρώτη, που είναι η Μικρή Είσοδος.  Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε όσα αναφέρονται στη Μεγάλη Είσοδο.
Ο αρχιερέας, πλένει τα χέρια του, κι αυτή είναι μια συμβολική πράξη, που φανερώνει την ηθική καθαρότητα του λειτουργού. Παίρνει συγχώρηση από το λαό και ζητάει για όλους τη συγχώρηση του Θεού. Ύστερα γυρίζει και λέει στους ιερείς· «Εν ειρήνη επάρατε τας χείρας υμών εις τα άγια και ευλογείτε τον Κύ­ριον». Ο ιερέας κι ο διάκονος παίρνουν τα τίμια δώρα και τα μεταφέρουν για να τα παραλάβει ο αρχιερέας, όπως περιγράφει την Μεγάλη Είσοδο ο Νικόλαος Καβάσιλας. Αλλά εδώ πρέπει να σημειώσουμε δύο πράγματα, καθώς βλέπομε γι’ αυτά στα αρχαία λειτουργικά κείμενα. Πρώτα ότι στην ώρα του Χειρουβικού δεν παίρνουν όλοι «καιρό» ή συγχώρεση από το λαό παρά μόνο ο αρχιερέας ή ο πρώτος από τους ιερείς. Γιατί, καθώς φαίνεται και στην ευχή του Χειρουβικού, κι όταν γίνεται συλλείτουργο, ένας είναι εκείνος που προσφέρει τα τίμια δώρα και κάνει τη θυσία. Το δεύτερο, που πρέπει να μην παραλείψουμε να πούμε, είναι ότι ο αρχιερέας δεν πηγαίνει στην πρόθεση, αλλά λέει στους ιερείς «Εν ειρήνη επάρατε…» και περιμένει στην ωραία πύλη για να παραλάβει τα τίμια δώρα.
Συνηθίζεται σ’ αυτή την ώρα να πηγαίνει ο αρχιερέας στην πρόθεση όχι μόνο για να σηκώσει και να δώσει στον ιερέα και στον διάκονο τα τίμια δώρα, αλλά και για να βγάλει μερίδες και να μνημονέψει ονόματα. Γίνεται έτσι, μαζί με τα άλλα, μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ακολουθία της πρόθεσης, είναι μια απλή προετοιμασία για τη θεία Λειτουργία, αλλά και η θέση και η στιγμή, που ο αρχιερέας μνημονεύει ονόματα είναι πιο κάτω στη θεία Λειτουργία. Μερικά πράγματα έγιναν συνήθεια με την αξίωση πως είναι τάχα αρχαία τάξη και παράδοση. Αλλά άλλο είναι παράδοση, πράγμα πολύ σεβαστό και πολύτιμο, κι άλλο η συνήθεια που τις περισσότερες φορές δεν δικαιολογεί τη θέση της. Η παράδοση είναι αλήθεια, αλλά κάθε συνήθεια δεν είναι παράδοση.
Ο Καβάσιλας, όταν κάνει λόγο για τη Μεγάλη Είσοδο, λέει τα εξής· «Ταύτα δε γίνεται κατά χρείαν…δύνανται δε ταύτα και σημασίαν έχειν της έσχατης του Χριστού αναδείξεως». Δηλαδή η Μεγάλη Είσοδος γίνεται από μια πρακτική ανάγκη, να μεταφερθούν δηλαδή και να αποτεθούν τα τίμια δώρα στην αγία Τράπεζα. Και η μεταφορά αυτή γίνεται με κάθε εκκλησιαστική τάξη και ιερατική ευπρέπεια, «σεμνώς ως έξεστι και κοσμίως». Αλλά συγχρόνως η Μεγάλη Είσοδος συμβολίζει και έχει τη σημασία «της εσχάτης του Χριστού αναδείξεως», ότι δηλαδή είναι η τελευταία φανέρωση του Χριστού στο λαό, όταν πήγαινε από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα για το εκούσιο πάθος, όπως πάλι ερμηνεύει ένας άλλος βυζαντινός· «την από Βηθανίας προς Ιερουσαλήμ δηλοί του Κυρίου εισέλευσιν».
*
           Στην περιγραφή της Μεγάλης Εισόδου,  ο Καβάσιλας λέει ότι ο ιερέας, κρατώντας τα τίμια δώρα στο ύψος της κεφαλής του,  βγαίνει και περνάει μέσα από το λαό με πολλή κοσμιότητα. Ο ιερέας, καθώς εισοδεύει, λέει την ευχή της πρόθεσης, έτσι που να ακούεται απ’ όλους. Αν λειτουργεί επίσκοπος, τότε εκείνος, περιμένοντας στην ωραία πύλη τα τίμια δώρα, λέει  την ευχή. Αυτή η ευχή, στη Λειτουργία του αγίου Ιακώβου, λέγεται από το λειτουργό μεγαλόφωνα ακριβώς αυτή την ώρα και από αυτή τη θέση. Έτσι και το «Πάντων ημών…», που δεν έχει θέση, δεν ακούεται, αλλά και η σύναξη ακούει την ευχή της πρόθεσης, που είναι από τις ωραιότερες της θείας Λειτουργίας, καθώς την βλέπομε τώρα.
«Θεέ μας Θεέ μας, εσύ που έστειλες τον Κύριο μας και Θεό Ιησού Χριστό, τον ουράνιο άρτο, που είναι η τροφή όλου του κόσμου, για να είναι ο σωτήρας και λυτρωτής και ευεργέτης, να μας ευλογεί και να μας αγιάζει· εσύ ευλόγησε κι αυτήν εδώ την πρόθεση και δέξου την στο υπερουράνιο θυσιαστήριο σου. Σαν καλός που είσαι κι αγαπάς τους ανθρώπους θυμήσου εκείνους που πρόσφεραν αυτά τα δώρα κι εκείνους για τους οποίους τα έφεραν εδώ, κι εμάς τους ιερείς φύλα­ξέ μας από κάθε κρίμα, τώρα που ιερουργούμε τα θεία σου μυστήρια».
Η δοξολογική εκφώνηση στην Αγία Τριάδα συνδέεται αμέσως με το τελευταίο αίτημα της ευχής· ο λειτουργός ζητάει από τον Θεό να φυλάξει τους λειτουργούς αγίους και ακατάκριτους, γιατί αγιασμένο και δοξασμένο είναι το ολοτί­μητο και μεγαλόπρεπο όνομά του στους αιώνες. «Ότι ηγίασται και δεδόξασται το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Όσο χρειάζεται για να κάνει ο ιερέας κρατώντας τα Άγια, τον κύκλο του ναού, σε τόσο ακριβώς χρόνο λέγεται και η ευχή. Όταν λειτουργεί επίσκοπος παίρνει τα τίμια δώρα, πρώτα το δισκάριο κι ύστερα το ποτήριο, και τα αποθέτει στην αγία Τράπεζα. Εδώ επικράτησε να λέγονται πολλά, πολλές φορές αταίριαστα και ασύνταχτα, αλλά τα παλιά λειτουργικά κείμενα και το Τυπικό της Εκκλησίας ορίζουν να μη λέγεται τίποτε άλλο παρά μόνο· «Πάντων υμών μνησθείη Κύριος ο Θεός…»,
*
       Η Μεγάλη Είσοδος είναι από τις πιο επίσημες στιγμές της θείας Λειτουργίας. Οι πιστοί, καθώς περνάει ο λειτουργός, προσκυνούν κάνοντας το σημείο του Σταυρού. Αλλά από παλιά εποχή εδώ συμβαίνει πάλι κάποια παρεξήγηση, για την οποία  γράφει και ο Καβάσιλας. Πολλοί προσκυνούν και γονατίζουν στη Μεγάλη Είσοδο, γιατί θαρρούν πως οι λειτουργοί κρατούν το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Αλλά άλλη σημασία έχει η Μεγάλη Είσοδος στη Λειτουργία των Προηγιασμένων και άλλη στη Λειτουργία τώρα του αγίου Χρυσοστόμου. Εκεί οι λειτουργοί κρατούν στα χέρια τους μέσα στα άγια σκεύη το σώμα και το αίμα του Κυρίου, ενώ εδώ ο άρτος και ο οίνος είναι ακόμα «άθυτα και ου τετελεσμένα», δεν έγινε δηλαδή ακόμα η θυσία και δεν αγιάστηκαν. Αλλά μας αρέσει να επαναλάβουμε και να κλείσουμε την ομιλία με τη φράση του Καβάσιλα, που μας δίνει την υποβλητική εικόνα του ορθόδοξου λειτουργού ιερέα· κάνει τη Μεγάλη Είσοδο «περιάγων εν τω ναώ διά τον πλήθους σχολή και βά­δην».
*
        Τα τίμια δώρα προσκομίσθηκαν και είναι τώρα στην αγία Τράπεζα, για τη θυσία που πρόκειται να γίνει. Αμέσως λοιπόν ο λειτουργός απευθύνεται προς το λαό με δυνατή φωνή· «Πληρώσωμεν την δέησιν ημών τω Κυρίω», ας συμπληρώσουμε την δέησή μας προς τον Κύριο. Σε όσα παρακαλέσαμε στην Εκτενή ικεσία έχουμε ακόμα και τα παρακάτω συμπληρωματικά αιτήματα. Γιατί ποτέ δεν εξαντλείται η ανάγκη να ζητούμε από το Θεό, και μάλιστα τώρα μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της αναίμακτης θυσίας. Ο Καβάσιλας εδώ γράφει τα εξής, που πολύ μας κατατοπίζουν για τις συμπληρωματικές δεήσεις που γίνονται τώρα· «Ο δε ιερεύς τα μεν δώρα τίθησιν επί της Τραπέζης· αυτός δε ως ήδη προς τη τελετή γενόμενος και μέλλων της φρικτής άπτεσθαι θυσίας, έτι εαυτόν ευτρεπίζει…και ουχ εαυτόν μόνον, άλλα και το περιεστώς πλήθος καταρτίζει και διατίθησι προς την χάριν». Ο λειτουργός ιερέας, πλησιάζοντας στη μεγάλη στιγμή, ετοιμάζει ακόμα πιο πολύ τον εαυτό του και το λαό.
Αυτό εννοούσαμε, όταν είπαμε  πως η θεία Λειτουργία είναι μια ζωντανή κινούμενη πράξη. Το βλέπουμε τώρα, καθώς και σε όλη την ιερουργία· όλη η σύναξη, ο λειτουργός ιερέας και ο λαός, συναγωνίζονται τρέχοντας να φτάσουν στη μεγάλη στιγμή της θυσίας κι ύστερα της θείας Κοινωνίας. Εκτός από την ευχή του Χειρουβικού Ύμνου, που ο ιερέας τη λέει μόνο για τον εαυτό του, όλες οι άλλες ευχές και δεήσεις είναι κοινές, και για τον ιερέα και για το λαό. Καθώς κάπως έτσι γράφει ένας σύγχρονός μας καλός θεολόγος και συγγραφέας, η λατρεία της Εκκλησία: και μάλιστα η θεία Λειτουργία είναι μια πρόσκληση για να συμμετάσχουμε στην επιφάνεια, δηλαδή στη φανέρωση του Θεού. Αυτό θα πει πως η θεία Λειτουργία δεν είναι μόνο η ιστορία του γεγονότος της θείας οικονομίας, αλλά και το ίδιο το γεγονός· είναι η ιστορία της σωτηρίας και η ίδια η σωτηρία· είναι η αναγγελία του Λόγου και η ευχαριστιακή παρουσία και πραγματοποίησή του.
Επτά νέες αιτήσεις συμπληρώνουν τις δεήσεις, που μέχρι τώρα έγιναν στην ιερή τελετή της θείας Λειτουργίας. Η πρώτη δέηση γίνεται για τα τίμια δώρα· «Υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων, του Κυρίου δεηθώμεν», ας παρακαλέσουμε για τα τίμια δώρα, που τώρα φέραμε και αφήσαμε στην αγία Τράπεζα. Ακολουθούν ύστερα οι άλλες έξι αιτήσεις με τη σειρά. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο, όλη η ημέρα σήμερα να είναι αληθινά ημέρα του Θεού, αγία, ειρηνική και αναμάρτητη. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο άγγελο ειρήνης, να μας οδηγεί πιστά και να μας φυλάει ψυχικά και σωματικά. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο να συγχωρήσει και να αφήσει τις αμαρτίες και τα σφάλματά μας. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο όσα είναι καλά και συμφέρουν στις ψυχές μας και ειρήνη στον κόσμο. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο να περάσουμε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας με ειρήνη και μετάνοια. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο τα τέλη της ζωής μας να είναι χωρίς πόνο, χωρίς ντροπή και ειρηνικά, και να έχουμε καλή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού. Σε κάθε μια αίτηση ο λαός αποκρίνεται· «Παράσχου Κύριε», που θέλει να πει· δώσε μας, Κύριε, αυτά που ζητούμε. Οι έξι αυτές αιτήσεις, που θα τις ακούσουμε τις ίδιες να επαναλαμβάνονται και πιο κάτω στη θεία Λειτουργία, συμπληρώνουν πραγματικά τις δεήσεις που έγιναν έως τώρα και στη Μεγάλη Συναπτή και στην Εκτενή Ικεσία. Εκείνες, θα λέγαμε, είναι δεήσεις πιο γενικές, που αφορούν στον βίο μας, αυτές εδώ είναι ειδικότερες και αφορούν στην πνευματική μας ζωή. Πόσο σπουδαίες και αντιπροσωπευτικές για τη λατρεία της Εκκλησίας είναι αυτές οι έξη αιτήσεις, φαίνεται από το γεγονός ότι τις ίδιες τις ακούμε δυό φορές στη θεία Λειτουργία.
*
         Μετά το «παραθώμεθα» της τελευταίας δέησης, ο λειτουργός σε χαμηλότερο τόνο λέει την ευχή, γιατί όπως το ξέρουμε μετά τις δεήσεις και τις αιτήσεις είναι πάντα μια ευχή. Τώρα ο λειτουργός «αιτείται ευπροσδόκητον γενέσθαι την προτεθείσαν τω Θεώ και ΓΙατρί θυσίαν», ο Θεός και Πατέρας να δεχθεί τη θυσία, για την οποία φέραμε στην αγία Τράπεζα τα τίμια δώρα. «Κύριε ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ο μόνος άγιος, ο δεχόμενος θυσίαν αινέσεως παρά των επικαλουμένων σε εν όλη καρδία, πρόσδεξαι και ημών των αμαρτωλών την δέησιν και προσάγαγε τω αγίω σου θυσιαστη­ρίω· και ικάνωσον ημάς προσενεγκείν σοι δώρα τε και θυσίας πνευματικάς υπέρ των ημετέρων α­μαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων. Και καταξίωσον ημάς ευρείν χάριν ενώπιον σου, του γενέσθαι σοι ευπρόσδεκτον την θυσίαν ημών, και επισκηνώσαι το Πνεύμα της χάριτός σου το α­γαθόν εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα και επί πάντα τον λαόν σον».
Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε αυτή την ευχή όχι, καθώς λέγεται της Προθέσεως, αλλ’ ακριβέστερα της Προσκομιδής· «Κύριε Θεέ Παντοκράτορα, εσύ που μόνος είσαι άγιος και δέχεσαι πνευματική θυσία απ’ όσους σε επικαλούνται με όλη τους την καρδιά, δέξου κι από εμάς τους αμαρτωλούς την δέηση και φέρε την στο ουράνιο και άγιο θυσιαστήριό σου· και κάνε μας ικανούς να σου προσφέρουμε δώρα και πνευματικές θυσίες για τα δικά μας αμαρτήματα και για του λαού τα αγνοήματα και αξίωσέ μας να βρούμε χάρη και να σταθούμε μπροστά σου, για να γίνει ευπρόσδεκτη σε σένα η θυσία μας και να έρθει και να μείνει σ’ εμάς το Άγιο Πνεύμα της χάρης σου, και σε τούτα εδώ τα δώρα και σ’ όλο το λαό σου».
Για τέσσερα πράγματα γίνεται λόγος σ’ αυτή την ευχή. Πρώτα ο λειτουργός ιερέας ομολογεί την παντοδυναμία και την αγιότητα του Θεού· ο Θεός είναι ο παντοκράτορας και ο μόνος άγιος. Στον Θεό Πατέρα λοιπόν τώρα απευθύνεται και ομιλεί ο λειτουργός, να δεχθεί τη δέηση όλης της σύναξης· να κάνει τους ιερείς ικανούς να λειτουργούν και γι’ αυτούς και για το λαό· και τέλος να γίνει δεκτή με ευχαρίστηση η θυσία της Εκκλησίας, και το Άγιο Πνεύμα να επισκιάσει και τους λειτουργούς και τα δώρα και όλο το λαό. Η ευχή καταλήγει στη δοξολογική εκφώνηση προς την Αγία Τριάδα· «Δια των οικτιρμών του μονο­γενούς σου Υιού, μεθ’ ού ευλογητός ει, συν τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Με την αγάπη του για μας και την ευσπλαχνία του μονογενή σου Υιού, που μαζί του και με το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα είσαι δοξασμένος, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Η απάντηση του λαού όπως πάντα είναι το «Αμήν».
*
       Όλα όσα ζητάει η σύναξη της Εκκλησίας, όχι μόνο σ’ αυτή, αλλά και σε κάθε ευχή, τα ζητάει με την πίστη και την βέβαιη ελπίδα πως τα λαβαίνει, πως η θεία Λειτουργία είναι η αιώνια πραγματικότητα στο πρόσωπο και το έργο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι ο ένας και μόνος μεσίτης «Θεού και ανθρώπων», καθώς γράφει ο Απόστολος, «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», που μας προσάγει και μας φέρνει στον Θεό Πατέρα. Η αγάπη του Χριστού για μας και η συμπάθειά του είναι που μας δίνει το θάρρος και μας εγγυάται πως όσα ζητούμε από τον ουράνιο Πατέρα είναι βέβαια και πραγματικά. Όσα ζητήσαμε στις αιτήσεις για κάθε περίσταση της ζωής μας, όσα τώρα στην ευχή ζητούμε, πλησιάζοντας στη μεγάλη στιγμή της θυσίας, όσα τελευταία παρακαλούμε, για να επισκηνώσει σε όλους το Άγιο Πνεύμα, είναι μια συμπληρωματική και τελευταία δέηση προς τον Θεό, που αρχίζει ακριβώς με αυτή την προτροπή του λειτουργού. «Πληρώσωμεν την δέησιν ημών τω Κυρίω», Αμήν.

(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, +Διονυσίου, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία)

Συνύπαρξη εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας στο αυτό πρόσωπο(Ι.Καρδάση)


Α/ ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

            Η ταύτιση εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας σε ένα και το αυτό πρόσωπο απαγορεύεται ρητά από τους Κανόνες της Εκκλησίας. Ο s΄ κανόνας των αγίων Αποστόλων είναι σαφέστατος: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος κοσμικάς φροντίδας μη αντιλαμβανέτω. Ει δε μη, καθαιρείσθω». Αλλά και άλλοι κανόνες διαλαμβάνουν το αυτό. Ο ζ΄ κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής απαγορεύει, τόσο κάθε κοσμικό αξίωμα, όσο και το στρατιωτικό αξίωμα στους κληρικούς: «Τους άπαξ εν Κλήρω τεταγμένους και μοναστάς, ωρίσαμεν μήτε επί στρατείαν, μήτε επί αξίαν κοσμικήν έρχεσθαι. Ή τούτο τολμώντας, και μη μεταμελουμένους ώστε επιστρέψαι επί τούτο, ο δια Θεόν πρότερον είλοντο, αναθεματίζεσθαι». Ο δε λ΄ κανόνας των αγίων Αποστόλων απαγορεύει την εκλογή Επισκόπου με τη βοήθεια πολιτικού άρχοντα. Πλην όμως υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες η Εκκλησία τουλάχιστον ανέχτηκε τη συνύπαρξη αυτή, είτε γιατί της επιβλήθηκε ή για γενικότερους λόγους πολιτικής σταθερότητας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δυο, από αυτές τις καταστάσεις επιζούν μέχρι και σήμερα:

            Β/ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Ο σπόρος για την δημιουργία του παπικού κράτους τοποθετείται στις αρχές του 7ου αιώνα με τον Πάπα Ρώμης, άγιο Γρηγόριο Α΄ το Διάλογο, τον Μέγα  (590-604), (12 Μαρτίου), η δε ανάγκη των καιρών ώθησε τον Πάπα άγιο Γρηγόριο να ασχοληθεί και με τα θέματα, που αφορούσαν την πολιτική εξουσία, προσπαθώντας να αναπληρώσει το υπάρχον κενό. Ο άγιος Γρηγόριος Α΄ θεωρείται λοιπόν ως ο ηθικός ιδρυτής της κοσμικής εξουσίας των Παπών, κοσμική εξουσία που προέκυψε ως φυσικό δικαίωμα της ακάματης μέριμνας των Παπών να προφυλάξουν τη Ρώμη και την Ιταλία από τις επιδρομές των βαρβάρων, αφού στην πράξη συγκροτημένη πολιτική εξουσία δεν υπήρχε.

Η πρεσβυτέρα Ρώμη, κατά τον 8ο αιώνα αντιμετώπιζε τον πολιτικό και κοινωνικό κατακερματισμό της Δύσης σε πλήθος από βαρβαρικά βασίλεια, ηγεμονίες, δουκάτα, κομητείες, όπου ο κάθε είδους άρχοντας αξίωνε να καθορίζει αυτός την ορθότητα της πίστης των υπηκόων του. Με αυτά τα δεδομένα ήταν μάλλον αδύνατο για την Εκκλησία της Ρώμης να εγγυηθεί και να διασώσει, μόνο με το εκκλησιαστικό της κύρος, την καθολικότητα των εκεί τοπικών εκκλησιών. Οδηγήθηκε έτσι στη λύση να αναλάβει η ίδια και ρόλο πολιτικής εξουσίας, ώστε να είναι ικανή να επιβάλλει την ορθοφροσύνη με μέσα κοσμικής αποτελεσματικότητας.

Η επόμενη προσπάθεια πρόσκτησης και πολιτικής εξουσίας από τον Πάπα της Ρώμης,  έγινε επί Γρηγορίου Β΄ (715-731) (αγίου από τον Παπισμό) και πέτυχε. Ο Πάπας επωφελούμενος από την αδυναμία της αυτοκρατορικής φρουράς του Λέοντα Γ΄ Ίσαυρου (717-741), εξηγέρθη, έσπασε τις εικόνες του αυτοκράτορα, εκδίωξε τον νομάρχη Ρώμης και τον έξαρχο της Ραβέννας και δραττόμενος της ευκαιρίας κηρύσσεται από τον ρωμαϊκό λαό, τιμητικός επίτροπος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Αυτό το τιμητικό αξίωμα έγινε η πρώτη αφετηρία και το πρώτο βήμα στις βαθμίδες του βασιλικού θρόνου, στον οποίον έκτοτε κάθισαν οι Πάπες ενώσαντες τη βασιλική και κοσμική εξουσία μαζί με την εκκλησιαστική (αγίου Νεκταρίου, Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 185-186).

Λίγο αργότερα, η Εκκλησία της Ρώμης πέτυχε, υπό τον Πάπα Στέφανο Γ΄ (752-757), να αναγνωρισθεί ωςαυτόνομο κράτος το 754 από τον βασιλέα των Φράγκων Πεπίνο Γ΄ τον Βραχύ (715-768), πατέρα του Καρλομάγνου, με συγκεκριμένη εδαφική κυριαρχία, θεσμούς και λειτουργίες εξουσιαστικής επιβολής στις διεθνείς σχέσεις. Η respublica romana μετετράπη από τον Πάπα Στέφανο και τον Πεπίνο σε Patrimonium Petri και ο Φράγκος βασιλιάς σε Patricius Romanus (Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθόδιου, Έλληνες και Λατίνοι, σελ. 74).

Έτσι, ο Πεπίνος επέστρεψε στην Αγία Έδρα όλες τις εκτάσεις της, που της είχαν διαρπαγεί και με επίσημο βασιλικό έγγραφο, το οποίον ο ίδιος κατέθεσε στο βωμό του αγίου Πέτρου, επικύρωνε την προσφορά στην Εκκλησία της Ρώμης και τους Ρωμαίους Ποντίφηκες. Με αυτό τον τρόπο επισημοποιούταν η σύσταση του κράτους της Εκκλησίας της Ρώμης, που περιλάμβανε τις εξής περιοχές: το Δουκάτο της Ρώμης, τη Ραβέννα, το Κoμμάκιο και τα εδάφη μεταξύ των Απεννίνων Ορέων και τη θάλασσα, από το Φουρλί προς Βορρά μέχρι το Jesi και τη Σινιγάλη προς Ανατολάς, αποτελεί δε επανάκτηση των εδαφών, που ανήκαν ανέκαθεν στην Εκκλησία της Ρώμης. Το 787, ο Καρλομάγνος (768-814), υιός του Πεπίνου, αύξησε την έκταση του Παπικού κράτους προσφέροντας στον Πάπα Αδριανό Α΄ (772-795) και νέα εδάφη. Από το 754 λοιπόν αρχίζει η κοσμική εξουσία των Παπών, η οποία διαρκεί μέχρι και σήμερα, αν και το 1929 έγινε νέα συμφωνία με την Ιταλική κυβέρνηση όπου περιοριζόταν το Παπικό κράτος, στα όρια της πόλης του Βατικανού (Stato della Citta del Vaticano) (π. Ν. Βιδάλη: Οι Ρωμαίοι Ποντίφηκες, σελ. 161-163, 166-168).

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Ανατολής δεν αναγνώρισε αυτή την περίοδο τη νέα αυτή ιδιότητα των Παπών (de jure), πλην όμως με το χρόνο την αποδέχτηκε, εφ’  όσον κατέστη γεγονός αναμφισβήτητο (defacto). Το ίδιο συνέβη και με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής. Έτσι για 300 ακριβώς χρόνια, μέχρι το Σχίσμα (754-1054), οι Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης αποτελούσαν την Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, παρ’ ότι ο Ρωμαίος Ποντίφηκας, εκτός της εκκλησιαστικής, κατείχε και την πολιτική εξουσία. Αλλά και μετά το Σχίσμα δεν διεκόπη η επικοινωνία Ορθοδοξίας και Παπισμού εκ του γεγονότος της διπλής αυτής ιδιότητας του Πάπα της Ρώμης.

Βέβαια, είναι γνωστόν, ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν τη διπλή κατοχή εκκλησιαστικού και πολιτικού αξιώματος υπό του ιδίου προσώπου. Τόσον οι s΄, πα΄ και πγ΄ κανόνες των Αγίων Αποστόλων, όσον και ο ζ΄ κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου καθορίζουν, ότι η άσκηση εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας από το ίδιο πρόσωπο, ρητώς απαγορεύεται με επακόλουθη την ποινή της καθαίρεσης του προσώπου αυτού, από τον εκκλησιαστικό βαθμό που κατέχει (διακόνου, πρεσβυτέρου, επισκόπου).

Η de facto αναγνώριση της διπλής ιδιότητας του Πάπα της Ρώμης, από την Εκκλησία, χωρίς την επιβολή οιασδήποτε ποινής ή άλλης ενέργειας είναι πλέον γεγονός και επικυρώνεται από την παρουσία του Πάπα Αδριανού Α΄ (δια των αντιπροσώπων αυτού, Πέτρου αρχιπρεσβυτέρου Ρώμης και Πέτρου πρεσβυτέρου και ηγουμένου της Ι.Μ. αγίου Σάββα Ρώμης) στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 789, κατά της εικονομαχίας και του Πάπα Ιωάννη Η΄ (872-882), (δια των αντιπροσώπων αυτού, πρεσβυτέρων Πέτρου, καρδινάλιου και τοποτηρητή του αγιώτατου Πάπα Ρώμης με τους πρεσβυτέρους Παύλο και Ευγένιο) στην Η΄ Οικουμενική Σύνοδο της ΚΠόλεως υπό του Μ. Φωτίου το 879, όπου απαγορεύθηκε η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο Πίστης και όλες αυτές οι συμμετοχές έγιναν, χωρίς καμία διαμαρτυρία, για το θέμα της διπλής αυτής ιδιότητας.

Έτσι, τόσον η Πολιτεία (Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Ανατολής), όσον και η Εκκλησία της Ανατολής (ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) δέχτηκαν την διπλή αυτή ιδιότητα του Πάπα της Ρώμης, η οποία είχε κατακυρωθεί από τους αυτοκράτορες της Δύσης Πεπίνο Α΄ και Κάρολο Α΄ τον Μέγα και αυτό έγινε προφανώς, για πολιτικούς, αλλά και ουσιαστικούς λόγους και έχει πλέον κατοχυρωθεί θεσμικά.

            Γ/ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

            Αλλά, η ίδια αυτή κατάσταση συνέβη και στην Ανατολή και ισχύει μέχρι σήμερα, κατά παράβαση των ανωτέρω κανόνων και αφορά στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου:

Το καθεστώς της Εκκλησίας της Κύπρου, που είχε καθιερωθεί από την Γ΄ Οικουμενική της Εφέσου, του 431 και επικυρώθηκε με τον λθ΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής, του 692, την όριζε ως αυτοκέφαλη Εκκλησία, που δεν υπαγόταν σε καμία ανώτερη εκκλησιαστική αρχή. Η επικύρωση του προνομίου αυτού κρίθηκε απαραίτητη από την Πενθέκτη, επειδή είχε προηγηθεί η απόπειρα του Ιουστινιανού Β΄ Ρινότμητου (685-695) να μεταφέρει τους Κυπρίους στον Ελλήσποντο, το 691. H περιοχή του Ελλησπόντου κανονικά υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου ΚΠόλεως και έτσι έπρεπε να τονιθεί, ότι οι Κύπριοι και μετά τη μεταφορά τους, θα διατηρούσαν την αυτοκέφαλη Εκκλησία τους.
Η Πενθέκτη Οικουμενική δεν επικύρωσε τα προνόμια, που είχε παραχωρήσει στην Εκκλησία της Κύπρου ο αυτοκράτoρας Ζήνωνας (474-491), το 488, γιατί η επικύρωση τους ανήκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εκάστοτε αυτοκράτορος. Πάντως δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αν προέκυπτε οποιαδήποτε αμφισβήτησή τους, ο Ιουστινιανός Β΄ δεν θα είχε καμία αντίρρηση στην επικύρωσή τους. Αξίζει να αναφερθεί, ότι τα προνόμια, που παραχωρήθηκαν στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, το 488, το δικαίωμα, δηλαδή, 1/ να φορεί πορφυρά άμφια, στις εκκλησιαστικές τελετές, 2/ να κρατεί αυτοκρατορικό σκήπτρο και όχι ποιμαντορική ράβδο, 3/ να υπογράφει με κόκκινο μελάνι, όπως ο αυτοκράτορας, υποδήλωναν τη δυνατότητα του Αρχιεπισκόπου να ασκεί κοσμική εξουσία και ότι τα προνόμια αυτά διατηρούνται  ως σήμερα.

Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου δεν επηρεάσθηκε από τις αραβικές επιδρομές. Μετά όμως την ανάκτηση της Κύπρου από τους Βυζαντινούς το 965, οι αυτοκράτορες συνήθιζαν να προτείνουν υποψηφίους, για τη θέση του Αρχιεπισκόπου στην Σύνοδο (αφού ο Αρχιεπίσκοπος αποτελούσε τον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα και ήταν φορέας και της πολιτικής εξουσίας).

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες δεν μπορούσαν να επεμβαίνουν στην εκλογή των Αρχιεπισκόπων, κατά την περίοδο, που η αυτοκρατορία δεν ήλεγχε τη νήσο, αλλά μια τέτοια επέμβαση ακόμη και στην περίοδο κατά τα τέλη του 9ου αι. και τις αρχές του 10 αι. όπου υπήρχε κάποιας μορφής βυζαντινή κυριαρχία, δεν ήταν νοητή, αφού οι Βυζαντινοί κυβερνούσαν την Κύπρο ύστερα από πρόσκληση των κατοίκων της. Μετά το 965 όμως η βυζαντινή κυριαρχία της νήσου ήταν αποτέλεσμα κατακτήσεως και η διοίκηση μπορούσε να ασκηθεί ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των Κυπρίων και του Αρχιεπισκόπου τους (δηλαδή, στην πράξη υπήρχε δυαρχία). Φαίνεται μάλιστα, ότι κατά την περίοδο αυτή υπήρξαν διαφωνίες ανάμεσα στους βυζαντινούς διοικητές και στους εκάστοτε Αρχιεπισκόπους, πράγμα που οδήγησε στην απόφαση να επιλεγεί ως έδρα του διοικητή η Λευκωσία, ενώ οι Αρχιεπίσκοποι παρέμειναν στην Κωνσταντία. Αλλά ούτε και αυτό δεν έλυσε το πρόβλημα, που είχε ανακύψει και έτσι οι αυτοκράτορες κατέφυγαν στην τακτική να προτείνουν οι ίδιοι τους υποψηφίους, για το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου (ως φορέα και της πολιτικής εξουσίας της αυτοκρατορίας στην Κύπρο).

Η επιθυμία της βυζαντινής διοίκησης μετά το 965 να μειώσει τις εξουσίες του Αρχιεπισκόπου, όπως αποδεικνύεται μαρτυρεί, για την κοσμική εξουσία, που ασκούσε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, που αποτελούσε φυσική απόρροια των προνομίων που είχε παραχωρήσει στην Εκκλησία της Κύπρου ο αυτοκράτορας Ζήνωνας. Η κατάλυση των βυζαντινών αρχών τον 7ο αι. και η ουδετεροποίηση της Κύπρου είχαν ως επακόλουθο να καταστεί η Εκκλησία ο μοναδικός φορέας της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Κύπρο. Οι κληρικοί διέθεταν διοικητική πείρα και, το κυριότερο, είχαν το πλεονέκτημα να εκπροσωπούν τη βυζαντινή νομιμότητα. Οι διοικητικοί μηχανισμοί των Επισκοπών θα πρέπει να έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο, αλλά θα πρέπει να υπήρχαν και κοσμικά αξιώματα, που είτε προέρχονταν από την πρωτοβυζαντινή περίοδο, είτε είχαν αναπτυχθεί ως απομιμήσεις των συγχρόνων τους βυζαντινών επαρχιακών διοικητικών θεσμών (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, σελ. 358-359).

Έτσι, και παρά την απαγόρευση από την Δ΄ Οικουμενική (ζ΄ κανόνας) της ταυτόχρονης ύπαρξης κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας στο αυτό πρόσωπο, όμως με το διάταγμα του αυτοκράτορα Ζήνωνα, του 488, ο Κύπρου αποκτούσε dejure και κοσμική εξουσία και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος ήταν και ο τοποτηρητής του Αυτοκράτορα στην Κύπρο και τούτο διαρκεί (με μια μικρή διακοπή) επί 10 αιώνες! Η Πενθέκτη Οικουμενική δεν επικύρωσε το διάταγμα, καθότι αυτοκρατορικό, αλλά και δεν απαγόρευσε την διπλή αυτή ιδιότητα του Κύπρου, παρά τη σαφή παράβαση του ζ΄ κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής. Το 1204 οι Φράγκοι κατέλυσαν την αυτοκεφαλία της Κύπρου, η οποία εδόθη πάλι το 1572, επί Σελίμ Β΄, στον Αρχιεπίσκοπο Τιμόθεο, το δε 1660 εδόθη στον Κύπρου και πάλιν η κοσμική εξουσία, επί Μεχμέτ Δ΄, στον Αρχιεπίσκοπο Νικηφόρο.

Η ταύτιση λοιπόν της εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας στο αυτό πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Κύπρου δεν στάθηκε εμπόδιο στην παρουσία του σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους (Ε΄, ΣΤ΄, Πενθέκτη, Ζ΄, Η΄), χωρίς καμία διαμαρτυρία, για την παραβίαση των Κανόνων.
            Δ/ ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ

            Οι ανωτέρω περιπτώσεις, αποτελούν παραβάσεις των Κανόνων, πλην όμως αναγνωρίσθηκαν από την Εκκλησία, η οποία στη χειρότερη περίπτωση τις ανέχθηκε και στην καλύτερη τις επευλόγησε. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπου η Εκκλησία αντέδρασε στην εξάσκηση και των δυο εξουσιών, από το ίδιο πρόσωπο. Έτσι, έχουμε την περίπτωση του Πατριάρχη Νικόλαου Μυστικού (925), όπου έγινε αντιβασιλέας, όπως και τουΙωάννη ΙΔ΄ Καλέκα (1347), όπου έγινε επίτροπος στην αντιβασιλεία. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως υπήρξαν ταυτόχρονα εθνάρχες των Ορθοδόξων και κατ’ αναλογία και όλοι οι τοπικοί Επίσκοποι. Πρόσφατα, η Ιστορία αναφέρει την ύπαρξη της ιδιότητας του Αντιβασιλέα στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό, καθώς και την διπλή ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄που ήταν ταυτόχρονα και Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι όμως, που εμπίπτει στην θεσμοθετημένηεξάσκηση και της  κοσμικής εξουσίας από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου.

Ε/ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

             Από την εν γένει περιγραφείσα κατάσταση φαίνεται, ότι ενώ από τους Ιερούς Κανόνες καταδικάζεται η ταυτόχρονη εξάσκηση εξουσίας (εκκλησιαστικής και κοσμικής) από το αυτό πρόσωπο, σε δυο περιπτώσεις, η Εκκλησία τουλάχιστον ανέχθηκε την διπλή αυτή ιδιότητα, για διάφορους λόγους και κυρίως, για το ότι αυτή η επιταγή απέρρεε από αυτοκρατορικές εντολές. Πάντως με αυτή την παράβλεψη των Κανόνων έχει καταστεί πλέον θεσμός, στο ότι ο μεν Πάπας της Ρώμης μπορεί να ασκεί και κοσμική εξουσία, αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου υπάγεται στο ίδιο καθεστώς και μάλιστα το έχει εξασκήσει πολλάκις κατά το παρελθόν, αλλά και πρόσφατα, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί, διαχρονικά, αντιδράσεις, παρά μόνον από όσους αγνοούν ιστορικά γεγονότα και καταστάσεις.


            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Πώς το 1204 "προφητεύει" το μέλλον μας...



μεταφορά από ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ... 
Αν κανείς διαβάσει, τί προηγήθηκε πριν την απόλυτη καταστροφή του 1204 στην Κωνσταντινούπολη από τους προγόνους των σημερινών δυτικοευρωπαίων, θα ανατριχιάσει από τις ομοιότητες του σήμερα...

Μέσα από την έρευνα του Έκτακτου Παραρτήματος εντοπίσαμε ομοιότητες, που μόνο τυχαίες δεν είναι. Πραγματικά οι εχθροί του Γένους μας στερούνται φαντασίας, αφού το ίδιο ακριβώς σχέδιο των προγόνων τους εφαρμόζουν για τον αφανισμό μας.
Την ώρα, που αυτοί εκτελούν επιτυχώς τα σχέδιά τους, εμείς κακώς επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη των Βυζαντινών πατέρων μας του 1204.
Τότε, οι Ρωμαίοι (Βυζαντινοί) πρόγονοί μας, προκειμένου να λυτρωθούν από την τυρρανική εξουσία του πρωτοσέβαστου Αλεξίου, έστρεψαν τις ελπίδες τους στον λάθος άνθρωπο, που κατέστρεψε το Βυζάντιο και που ο βίος του ταιριάζει τρομακτικά με αυτόν του Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο Ανδρόνικος Κομνηνός εκμεταλεύτηκε την οργή του λαού κατά των πλουσίων, της αριστοκρατίας και του κρατικού (δεξιού θα λέγαμε στη εποχή του παπανδρέου) κατεστημένου και με λαϊκιστικά συνθήματα και υποσχέσεις πρωτόγνωρες στα Βυζαντινά χρονικά υπέρ του λαού και κατά της Δύσης (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ θα λέγαμε στην εποχή του παπανδρέου), πήρε την εξουσία και μέσα σε 2 χρόνια αποσάθρωσε την κρατική, στρατιωτική και κοινωνική δομή του Βυζαντίου. Μία - μία οι Βυζαντινές επαρχίες άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται και άλλες να χάνονται από τους εχθρούς (Θεσσαλονίκη), αφού οι ένδοξοι Βυζαντινοί στρατηγοί, που θα μπορούσαν να αμυνθούν με αποτελεσματικότητα, είχαν δολοφονηθεί ή φυλακιστεί από τον Ανδρόνικο, που φοβόταν μην τυχόν και χάσει το θρόνο από τον στρατό.
Όταν τελικά ο λαός εξεγέρθηκε απηυδισμένος από τις εθνικές συμφορές και τις πολιτικές δολοφονίες για παραδειγματισμό (δεν χρειαζόταν η 17Ν ή άλλα προσχήματα για να υπάρχει φόβος στους πολιτικούς αντιπάλους) και η βασιλεία του Ανδόνικου Κομνηνού έλαβε τέλος φρικτότερο από του Καντάφι, ο λαός έκανε το ίδιο λάθος ξανά και σαν τους σημερινούς νεοέλληνες της μεταπολίτευσης, που μία πίστευαν το πασοκ μία τη νδ, στήριξαν τις ελπίδες τους και έστεψαν Αυτοκράτορα τον πρώτο, που βρήκαν διαθέσιμο αντίπαλο του Ανδόνικου, χωρίς να αναρωτηθούν τί άνθρωπος είναι ή αν έστω είναι κατ' ελάχιστο ικανός.
Ο Ισαάκ Άγγελος, ο νέος Αυτοκράτορας, αποδείχτηκε άσχετος και παντελώς ανίκανος. Στις μέρες του η καταστροφή, που είχε επιφέρει ο προκάτοχός του, έφερε καρπούς (ό,τι ακριβώς συνέβει στην σημερινή μας δεκαετία του '90 και την μετά Ανδρέα εποχή). Οι Ρωμιοί άλλαξαν, ο στρατός το ίδιο. Τώρα πια δεν υπήρχε η μαχητικότητα, η αγωνιστικότητα και η γενναιότητα στον λαό και στον στρατό. Επιπλέον ο λαός με τα παραδείγματα των αρχόντων του κυλίστηκε στην αμαρτία, μιμούμενος την ανηθικότητά τους (ο Ανδρόνικος, όπως και Ανδρέας, ήταν τρομερά γυναικάς) και μέσα σε λίγα χρόνια μεταμορφώθηκε στην χειρότερη ίσως ποιότητα λαού, που γέννησε το Έθνος μας.
Η ανικανότητα του Ισαάκ Άγγέλου έδωσε την αφορμή στον ίδιο τον αδερφό του, τον Αλέξιο Άγγελο, να κλέψει τον θρόνο και αφού τυφλώσει τον αδερφό του Ισαάκ να τον κλείσει στην φυλακή μαζί με τον μικρό του γιο και διάδοχο του θρόνου.
Αν ο Ισαάκ υπήρξε άσχετος, ο Αλέξιος Γ' Άγγελος, ο νέος Αυτοκράτορας, αποδείχτηκε ο χειρότερος Βυζαντινός βασιλιάς όλων των εποχών.  Στην εποχή του τα σκάνδαλα και η αποδόμηση του πριν από λίγο ισχυρότερου κράτους του κόσμου γιγαντώθηκαν. Τώρα πια το μόνο, που ενδιέφερε τους κρατικούς αξιωματούχους και την αλλοτριωμένη (εκσυγχρονισμένη θα λέγαμε) κοινωνία, ήταν η υλική ευμάρεια, ο πλουτισμός και οι αρπαχτές απο τα σκάνδαλα. 
Όπως έλεγε και ο αγαπημένος μας Γέροντας Παΐσιος... Θέλετε να χαλάσετε έναν λαό; Δώστε στο λαό πλούσια τα υλικά αγαθά και θα ξεχάσουν και τον Θεό και τα πάντα...
Τί και αν φώναζαν οι λιγοστοί και οι ικανοί Πατριώτες της εποχής εκείνης για τον επερχόμενο κίνδυνο, η κρατική εξουσία της εποχής εκείνης (όπως και αυτή της μεταπολίτευσης) θεωρούσε τις φωνές αυτές γραφικές... Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αντίδραση του Αλεξίου Γ' Αγγέλου στις ικεσίες ενός πατριώτη αξιωματικού, που τον παρακαλούσε να δοθεί άδεια ξυλείας προκειμένου να φτιαχτούν μεγάλα πολεμικά πλοία για την άμυνα της Πόλης. Ο εγκληματικός αυτός Αυτοκράτορας με δυσκολία έδωσε τελικά την άδεια, αλλά την πήρε πίσω, όταν ο δασάρχης της περιοχής διαμαρτυρήθηκε, ότι θα ζημιωθεί το κυνήγι της περιοχής!
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικού σκανδάλου, που θα το ζήλευε και ο τσοχατζόπουλος και που ταιριάζει με το σύγχρονο σκάνδαλο των υποβρυχίων, είναι αυτό του Βυζαντινού αρχιναύαρχου, που παίρνοντας την εντολή (μετά από πιέσεις στον Αλέξιο των λίγων πατριωτών) να σουλουπώσει κάπως τα εναπομείνατα μεγάλα πολεμικά του άλλοτε πανίσχυρου στόλου, κατάκλεψε το κράτος αποδομώντας τα εξαρτήματα από διάφορα πλοία με σκοπό να τα αναπληρώσει σε άλλα.
Το αποτέλεσμα ήταν:
1ον. Να απομείνουμε μόνο με δυο-τρία αξιόπλοα πλοία, που παρατημένα στα ναυπηγεία του Κεράτιου (σαν και τα σημερινά υποβρύχια) δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σε καμμία περίπτωση τα πολυάριθμα και νεότερα βενετσιάνικα.
2ον. Οι τσέπες του τσοχατζόπουλου της εποχής εκείνης να φουσκώσουν απότομα, αφού κάποια εξαρτήματα πλοίων πουλήθηκαν κρυφά επιφέροντας στον αρχιναύαρχο παράνομο πλουτισμό εις βάρος της Πατρίδος.

Γ.Θ  πηγή


Στο Συγκλονιστικό δεύτερο μέρος....

-Η φυγή από το Παλάτι με το ελικόπτερο της εποχής...
-Η εμφάνιση του Jeffrey παπανδρέου του Βυζαντίου και ο ερχομός της τότε τρόικας...

-Ο Βαρύς και δυσβάστακτος φόρος, που μας επέβαλαν τότε οι φράγκοι.
-Το τσιπάκι της εποχής εκείνης και η προδοσία του Πατριάρχη Ιωάννη Ι'.
-Ο διαμελισμός της Πατρίδος.
-Η χρησιμοποίηση των τούρκων.
-Η διαφοροποίηση με το σήμερα και η μόνη ελπίδα για να μην ζήσουμε τα ίδια.

Αλέξιος Δ'  Άγγελος. (ο Τζέφρυ Παπανδρέου του Βυζαντίου)

Ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος για την επίσκεψη της Μέρκελ


Ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος για την επίσκεψη της Μέρκελ



Για όλους και για όλα μίλησε σε συνέντευξή του στη ΝΕΤ ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ο κ. Άνθιμος κληθείς να σχολιάσει την αυριανή επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ τη χαρακτήρισε ως μια θετική μεταστροφή του κλίματος για την Ελλάδα, την οποία πρέπει να εκμεταλευτούμε.
 Τόνισε ότι «εμείς οι Ελληνες ξέρουμε από γερμανικές σκληρότητες και γι' αυτό πρέπει να αλλάξουμε και να την υποδεχθούμε με καλό τρόπο, όπως ξέρουμε και είμαστε γνωστοί για τη ζεστή φιλοξενία μας». Επίσης, τάχθηκε υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Πρέπει πάση θυσία να μείνουμε στην Ευρώπη, εκεί ανήκουμε», είπε χαρακτηριστικά.

Ερωτηθείς για τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας είπε ότι είναι πολυσυζητημένο το θέμα, επισημαίνοντας ότι η Εκκλησία έχει μόνο ένα 4% το οποίο είναι δεσμευμένο από το κράτος και πως θα πρέπει να υπάρξει συνεννόηση ώστε ένα ποσοστό να μείνει στην Εκκλησία και το υπόλοιπο να το αξιοποιήσει το Δημόσιο, όμως -όπως δήλωσε με έμφαση- «δεν μας έχει δώσει δείγματα αξιοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων». «Αντικειμενικά δεν υπάρχουν χρήματα για να φορολογηθούν, όλα έχουν φορολογηθεί», τόνισε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Επίσης, εξέφρασε την ικανοποίησή του για το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, υπογραμμίζοντας ότι αξιοποιούνται οι αγοαθοεργίες των πολιτών και πως προσπαθεί η Εκκλησία να είναι όσο μπορεί στο πλευρό των αδυνάτων. Μάλιστα ανέφερε ότι το συσσίτιο στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης δίνεται σε 250 άτομα κάθε μέρα, ενώ έχει πληρώσει και το χαράτσι της ΔΕΗ μαζί με το λογαριασμό σε οικογένειες που δεν είχαν τα χρήματα.

Ο κ. Άνθιμος σχολιάζοντας την πρόταση της ΔΗΜΑΡ, ξεκαθάρισε ότι η Εκκλησία αδυνατεί να πληρώνει τους μισθούς των κληρικών, καθώς δεν έχει τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά, ενώ σημείωσε ότι η μισθοδοσία των κληρικών έχει υποστεί τις ίδιες μειώσεις με τις άλλες ειδικότητες.

Για το μεταναστευτικό, ο Μητροπολίτης δήλωσε ότι πρέπει να αλλάξει ο νόμος Ραγκούση και αναρωτήθηκε «τι θα γίνουν οι Έλληνες εργαζόμενοι εάν παραλάβουμε και τους λαθρομετανάστες». Παρόλα αυτά τόνισε ότι στα συσσίτια δεν ξεχωρίζουν τους Έλληνες από τους αλλοδαπούς και δίνουν σε όλους φαγητό.

Ο κ. Άνθιμος ερωτηθείς για το νεαρό που συνελήφθη για την υπόθεση «Παστίτσιο», επισήμανε ότι δεν έπρεπε να συλληφθεί και να δικαστεί αλλά έπρεπε να αντιμετωπιστεί με ένα πνευματικό μέτρο. Να τον συμβουλέψουμε και να του εξηγήσουμε ότι για κάποιους είναι ιερά αυτά τα θέματα. Με το να συλληφθεί τον στρέφουμε εναντίον της Εκκλησίας, υπογράμμισε.

Όσον αφορά στη δημιουργία τεμένους στην Αθήνα, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τάχθηκε κατά, υποστηρίζοντας ότι θα είναι εις βάρος της χώρας, ενώ πρόσθεσε ότι πρέπει να υπάρξουν όρια και διευθετήσεις. Μάλιστα ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στην Κωνσταντινούπολη δεν επιτρέπεται να βάλεις ένα κεραμίδι σε μια ορθόδοξη εκκλησία και πως για να επισκεφθεί ο ίδιος την Τουρκία θα πρέπει να φορέσει πολιτικά ρούχα. «Δεν μπορούμε να είμαστε δέσμιοι και στην πατρίδα μας και στην πρώην πατρίδα μας», δήλωσε με έμφαση, ενώ σημείωσε ότι οι μουσουλμάνοι έχουν τους λεγόμενους τεκέδες -μικρά ξωκλήσια- για να εκπληρώνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Επίσης, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη Θράκη, λέγοντας πως τον ανησυχεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι γίνεται προσπάθεια για τη δημιουργία μιας οικονομικής ζώνης στην Κομοτηνή, ότι στο προξενείο εργάζονται περίπου 100 άτομα, ενώ υπάρχουν και δύο υποκαταστήματα τουρκικών τραπεζών.

Τέλος, ο κ. Άνθιμος ερωτηθείς για τη δημιουργία τηλεοπτικού σταθμού από την Εκκλησία της Ελλάδος, τόνισε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να προχωρήσει σε αυτό το εγχείρημα, καθώς ήδη αντιμετωπίζει πρόβλημα και με τον Ραδιοφωνικό σταθμό που έχει.

To Οικουμενικό Πατριαρχείο για τη θρησκευτική διαφορετικότητα και τη βία


Ανακοινωθέν 
δια τον σεβασμόν της θρησκευτικής διαφορετικότητος
και την κατάπαυσιν της βίας
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εκφράζει την βαθείαν λύπην του καθώς η ανθρωπότης εισέρχεται εις περίοδον συγχύσεων και ρευστότητος, χαρακτηριζομένην δια τας θρησκευτικάς εξάρσεις, αποτέλεσμα των οποίων είναι η εκδήλωσις βίας, και διακρινομένην δια την έλλειψιν σεβασμού προς την θρησκευτικήν διαφορετικότητα. Όταν ενεργώμεν κατά τρόπον αναιδή και βίαιον εν ονόματι των θρησκευτικών προκαταλήψεων η των θρησκευτικών μας πεποιθήσεων, τότε υποτιμώμεν αυτήν ταύτην την ζωήν και την πίστιν μας, ενώ ταυτοχρόνως δημιουργούμεν κλίμα θυμού, μίσους και δυσπιστίας το οποίον φθείρει τους από της συστάσεως του κόσμου συνεκτικούς δεσμούς της ανθρωπότητος.
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εξέδωκε τον Αύγουστον Ανακοινωθέν ‘’Περι της αναζωπυρώσεως της βίας και της εξαπλώσεώς της ανά την υφήλιον’’ και εκάλεσεν όλους τους ανθρώπους τους εμπλεκομένους εις καταστάσεις βίας να καταθέσουν τα όπλα των. Λαμβανομένων υπ’ όψιν των όσων συνέβησαν κατά τας τελευταίας εβδομάδας, η ως άνω έκκλησις δια την ανάληψιν δεσμεύσεων προς επικράτησιν της ειρήνης και του αμοιβαίου σεβασμού δι’ ολόκληρον την ανθρωπότητα, καθίσταται περισσότερον κρίσιμος παρά ποτέ.
Η Αγία Γραφή εις το Βιβλίον των Παροιμιών (10.12) μας διδάσκει ότι  «μίσος εγείρει νείκος, πάντας δε τους μη φιλονεικούντας καλύπτει φιλία». Συνεπώς, ας αγαπήσωμεν αλλήλους επειδή γνωρίζομεν ότι η αληθινή αγάπη προέρχεται από τον Θεόν, ο Οποίος εδημιούργησε πάντα άνθρωπον και αγαπά έκαστον πρόσωπον εν τη Θεία Αυτού Προνοία. Ημείς, οι οποίοι επαγγελλόμεθα ότι γνωρίζομεν τον Θεόν, πρέπει να αναγνωρίσωμεν το θεόσδοτον δώρον της ζωής εις ένα έκαστον των ανθρώπων και να σεβασθώμεν το Θείον τούτο δημιούργημα. Ημείς, οι οποίοι ονομάζομεν τον Θεόν Κύριον ημών, πρέπει να περιφρουρήσωμεν την ανθρωπίνην ζωήν και να προσεγγίσωμεν μετά τιμής ακόμη και το πρόσωπον με το οποίον διαφωνούμεν.
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον φρονεί ότι είναι υποχρέωσίς μας να συνδιαλεγώμεθα με όσους είναι διαφορετικοί από ημάς, με σκοπόν την εξοικείωσίν μας προς τα σύμβολα, τας προτεραιότητας και τον τρόπον σκέψεως των ‘’άλλων’’. Τα σύμβολα αποτελούν εξωτερικάς χαρακτηριστικάς απεικονίσεις, προς τας οποίας όλοι οι άνθρωποι συνδέουν τας εσωτερικάς των εννοίας και αξίας. Δια της αναπτύξεως της κατανοήσεως των συμβόλων, δυνάμεθα να κατανοήσωμεν το ανθρώπινον πρόσωπον. Η καταστροφή των συμβόλων αντιστοιχεί προς την πρόκλησιν πόνου εις τους ανθρώπους οι οποίοι τιμούν τα σύμβολα ταύτα και τας παραδόσεις που φέρουν εντός των καρδιών των.
Η Α. Θ. Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος επανειλημμένως έχει καλέσει ολόκληρον την ανθρωπότητα να υιοθετήση ‘’μίαν ριζικήν αλλαγήν στάσεως, συνηθειών και πρακτικών’’ και να φθάση εις τοιούτον επίπεδον δεσμεύσεως ώστε να ‘’είμεθα έτοιμοι να μοιρασθώμεν όλα τα αγαθά με όλους τους συνανθρώπους μας‘’. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπενθυμίζει το ρηθέν υπό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ειπόντος  ότι ‘’τό μυστήριον του πλησίον μας δεν δύναται να απομονωθή από το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας’’. Δια την εκπλήρωσιν των ανωτέρω αληθειών και δια την διακριτικήν αναγνώρισιν της εικόνος του Θεού εις έκαστον των ανθρώπων, η Α. Θ. Παναγιότης ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αποκηρύσσουν την αντιμετώπισιν των συνανθρώπων μας με έλλειψιν σεβασμού, περιφρόνησιν και καταστροφικόν μίσος. Εν κατακλείδι, ουδένα ωφελούν οι λόγοι, οι πλήρεις μισαλλοδοξίας, αι αβάσιμοι κατηγορίαι, η αδυναμία κατανοήσεως των πολιτιστικών διαφορών και η κατάκρισις του άλλου η οποία αποσκοπεί εις την αποφυγήν των ευθυνών. Ανεξαρτήτως της οδού την οποίαν ο καθείς από ημάς ενσυνειδήτως επέλεξε να ακολουθήση, οι πάντες είμεθα αρρήκτως συνδεδεμένοι προς αλλήλους, ως τα νήματα του ιδίου τάπητος, δημιουργήματος του Θεού, και πρέπει να αναγνωρίσωμεν το κάλλος και την εσωτέραν αξίαν εκάστου και να παύσωμεν την καταστροφήν οποιουδήποτε τμήματος του συλλογικού ημών κάλλους.
Εν τοις Πατριαρχείοις, τη 29η Σεπτεμβρίου 2012
Εκ της Αρχιγραμματείας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου
Πηγή:www.ec-patr.org

Μακαρισμός των Χριστιανών




του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
 α. Καλότυχοι εκείνοι, οπού 
δέχτηκαν το Χριστό, που σαν 
το φως έλαμψε μέσα στο σκοτάδι 
τους, γιατί αυτοί έγιναν 
τέκνα του ,φωτός, πραγματικά, 
και της ημέρας.
 β. Καλότυχοι εκείνοι οπού 
ντύθηκαν το φως του στη
 ζωή ετούτη, γιατί φορέσανε 
το ένδυμα του γάμου από τώρα 
κιόλας. Αυτοί δε θα δουν ποτέ 
τα χέρια ή τα πόδια τους 
δεμένα, κι ούτε θα γνωρίσουνε 
το πυρ το αιώνιο.
γ. Μακάριοι εκείνοι που 
αξιωθήκαν, φορώντας τούτο 
το κορμί ακόμη, να ιδούνε
 το Χριστό‡ μα τρισμακάριστοι 
εκείνοι που τον είδαν νοερά 
και τον προσκύνησαν 
πνευματικά, γιατί δε θα ιδούνε 
θάνατο εις τον αιώνα. Και μην αμφιβάλλεις καθόλου γι' αυτό,
 βλέποντας πως και στα επίγεια πράγματα συμβαίνει το ίδιο: 
Όποιοι κατάδικοι αξιωθούν να ιδούν προσωπικά το βασιλιά 
λευτερώνονται απ' τη θανατική ποινή αμέσως και τους χαρίζεται
 ή ζωή.
δ. Καλότυχοι εκείνοι, που εσθίουν το Χριστό την κάθε μέρα, 
με τέτοια θεωρία και γνώση, όπως ο προφήτης Ησαΐας 
τον άνθρακα γιατί, αυτοί θα καθαριστούν από κάθε μολυσμό 
σαρκός και πνεύματος.
ε. Καλότυχοι εκείνοι, οπού με το στόμα του νοός τους γεύονται 
την κάθε ώρα και στιγμή το άρρητο φως γιατί αυτοί θα 
περπατήσουν όλη τη ζωή τους « ως εν ήμερα ευσχημόνως » 
και όλο τον καιρό του βίου τους θα ζήσουν με χαρά και ευφροσύνη.
στ. Καλότυχοι εκείνοι, που γνώρισαν το φως του Κυρίου σαν τον
 ίδιο το Χριστό, από ετούτη τη ζωή ακόμη, γιατί αυτοί με
 παρρησία και χωρίς ντροπή θα παρουσιαστούν μπροστά του 
στη Δευτέρα Παρουσία.
ζ. Καλότυχοι εκείνοι, που πορεύονται όλο το βίο τους κάτω 
από το θείο φως του Χριστού‡ γιατί αυτοί θα είναι πάντοτε,
 και τώρα και στον μέλλοντα αιώνα, αδέλφια και συγκληρονόμοι 
του.
η. Καλότυχοι εκείνοι, όπου άναψαν από ετούτη τη ζωή το φως
 μέσ' στην καρδιά τους και το κράτησαν άσβηστο‡ γιατί αυτοί 
βγαίνοντας από τούτη τη ζωή θα συναπαντήσουν το Νυμφίο
 ευχαριστημένοι και μ' αναμμένες τις λαμπάδες τους θα μπουν
 μαζί του στο Νυμφώνα.
θ. Καλότυχοι εκείνοι, που δεν άφησαν να κυριέψει το μυαλό 
τους η ιδέα πως οι άνθρωποι δεν « πληροφορούνται » για 
τη σωτηρία τους όντας εν τη ζωή, αλλά στο θάνατο ή και 
μετά το θάνατο τους‡ γιατί αυτοί θ' αγωνιστούνε 
από τώρα, πριν ειν' αργά, να « πληροφορηθούν » 
τη σωτηρία τους.
ι. Καλότυχοι εκείνοι, που δεν αμφιβάλλουν για κανέν' από
 τα όσα είπαμε πιο πάνω, κι ούτε σκεφτήκανε πως είναι κάτι 
ψεύτικο‡ γιατί αυτοί, κι αν ακόμη δεν απόχτησαν τίποτε από 
κείνα -πράγμα που δεν εύχομαι,- πάντως, θα βάλουν 
πολύ ζήλο και σπουδή να τ' αποχτήσουν.
ια. Καλότυχοι εκείνοι, που ζητούν επίμονα να 'ρθούνε 
προς το φως, καταφρονώντας όλα τ' άλλα‡ γιατί αυτοί, 
ακόμα κι αν -όντας εν τη ζωή της γης- δε φτάσουνε να μπούνε
 μες στο φως, ίσως μπορέσουν με καλές ελπίδες να ταξιδέψουν
 για την άλλη ζωή, κ' εκεί, να μπουν - έστω και σε θέσεις των
 μετρίων- στη χώρα του φωτός.
ιβ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου χύνουν πικρά δάκρυα για τις 
αμαρτίες τους‡ γιατί αυτούς θα τους αγκαλιάσει το φως 
και θα αλλάξει σε γλυκό το πικρό δάκρυ τους.
ιγ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου δέχονται από το θείο φως το φωτισμό
 και βλέπουν την αδυναμία τους ως και τη φοβερή ασχήμια, με την 
οποία είναι ντυμένη η ψυχή τους‡ γιατί αυτοί θα χύνουν δάκρυ 
μετανοίας ακατάπαυστα και με τ' αυλάκι ετούτο των δακρύων 
τους θα καθαρίζονται και θα λευκαίνονται μονάχοι τους.
ιδ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου ζύγωσαν το θείο φως και μπήκαν μέσα 
σ' αυτό γινόμενοι ολάκεροι όπως το φως, κ' έγιναν μ' εκείνο μια ουσία,
 ένα σώμα‡ γιατί αυτοί έβγαλαν σίγουρα την ακάθαρτη στολή τους, 
που φορούσαν μέχρι τώρα, από πάνω τους και δε θα χύσουνε
 πια δάκρυα πικρά.
ιε. Καλότυχοι εκείνοι, όπου βλέπουνε το ένδυμα τους ωσάν το
 Χριστό να λάμπει‡ γιατί αυτοί θα γεμίζουνε την κάθε ώρα και 
στιγμή από  ανέκφραστη χαρά και μέσα σε κάποιαν απορία
 και έκπληξη, θα δακρύζουν γλυκύτατα, γνωρίζοντας τον εαυτό
 τους από τώρα κιόλας γιό και συμμέτοχο της αναστάσεως.
ιστ. Καλότυχοι εκείνοι, όπου έχουν άγρυπνο το νοερό τους 
οφθαλμό και πάντα ολάνοιχτο, και βλέπουνε το θείο 
φως σε κάθε προσευχή τους, συνομιλώντας μ' αυτό στόμα με 
στόμα. Γιατί αυτοί έγιναν πια ισότιμοι με τους αγγέλους- κι
 αν και μου φαίνεται λιγάκι τολμηρό, για να το πω- και,
 μάλιστα, έγιναν ή θα γίνουνε ανώτεροι ακόμη κι από τους 
αγγέλους‡ γιατί, ενώ οι άγγελοι τον υμνούν, ετούτοι συνομιλούν με 
το Θεό. Κι αν έφτασαν σε τούτο το σημείο τελειότητας και προχωρούν
 ολοένα, όντας ακόμα στον επίγειο βίο τους και με τα δεσμά της 
φθαρτής σάρκας τους σφιχτά δεμένοι, τι λογής δόξα θα γνωρίσουν
 υστερ' από την ανάσταση, όταν ντυθούν το πνευματικό και 
άφθαρτο εκείνο σώμα; Κι οπωσδήποτε θα γίνουν όχι μονάχα 
ισότιμοι με τους αγγέλους, αλλά θα γίνουν όμοιοι και με τον 
Κύριο και Δεσπότη των αγγέλων, το Χριστό, καθώς είναι 
γραμμένο: «οίδαμεν, λέγει, ότι όταν αποκαλυφθή, όμοιοι 
αυτώ εσόμεθα» (Α' Ιωάν. γ' 2).
ιζ. Καλότυχος ο χριστιανός εκείνος, όπου με την προσευχή του 
στέκεται μπροστά στον ίδιο το Θεό, βλέποντάς τον και 
βλεπόμενος απ' το Θεό, κ' αισθανόμενος τον εαυτό του έξω απ' τον 
κόσμο ετούτο και μέσα στο Θεό μονάχο, μην έχοντας τη δύναμη να 
ξεχωρίσει αν βρίσκεται « εν σώματι, είτε εκτός του σώματος », 
γιατί αυτός θ' ακούσει « άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω 
λαλήσαι » (Β' Κορ. ιβ' 2- 4) και θα ιδεί «α οφθαλμός ουκ είδε, 
ουδέ ους ήκουσεν, ουδέ επί καρδίαν άνθρωπου σαρκίνην 
ανέβη » (Α' Κορ. β' 9).
ιη. Καλότυχος εκείνος, όπου αντικρύσει μέσα του το φως 
του Κόσμου, την ίδια τη μορφή του Χριστού γιατί αυτός 
μπορεί να λογαριαστεί σαν την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού, 
έχοντας μέσα του τον ίδιο το Χριστό σαν βρέφος, όπως Εκείνος 
με τ' αληθινόλαλό του στόμα το βεβαίωσε, λέγοντας : 
« Μήτηρ μου και αδελφοί και φίλοι ούτοι είσι ». Ποιοί
, δηλαδή; « Οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και 
ποιούντες αυτόν» (Λουκ. η' 21 ). Έτσι, εκείνοι 
που δεν τηρούν τις εντολές του Θεού αποξενώνουν 
θεληματικά τον εαυτό τους απ' τη χάρη εκείνη, που
 αναφέραμε πριν λίγο, γιατί τούτο το πράγμα, ήταν,
 είναι και θα είναι πάντα δυνατό να κατορθωθεί. 
Και ξέρουμε, πως έχει γίνει, στις μέρες μας και 
θα γίνεται και στο μέλλον, με όλους τους 
Χριστιανούς, που τηρούν τις εντολές και τα
 προστάγματα του Θεού.
 Απόδοση : Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ

Τυπικόν της 9ης Ὄκτωβρίου 2012



Τρίτη: Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου 
καί τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀνδρονίκου καί 
Ἀθανασίας τῆς συμβίου αὐτοῦ. 
Ποπλίας Μάρτυρος.
 
Ἀπόστολος: 
Τοῦ Ἀποστόλου· (Α΄ Κορ. δ΄ 9-16), ζήτει τοῦτον τῇ Κυριακῇ ι΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν.
                                                            Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· (Ματθ. θ΄ 36-38, ι΄ 1-8), ζήτει τοῦτο τῇ Δευτέρᾳ γ΄ ἑβδομάδος Ματθαίου.
 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...