Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2012

Τό κουτσομπολιό τυφλώνει τόν ἄνθρωπο



 Η καταλαλιά είναι πολύ βαρύ και ολέθριο αμάρτημα. Ωστόσο μερικοί άνθρωποι την έχουν σαν τροφή και ξεκούραση. Εσύ όμως, πιστή στον Κύριο αδελφή, να μη δεχθείς μέσα σου τα ξένα κακά, αλλά να διατηρείς την ψυχή σου αμόλυντη. Γιατί, αν δεχθείς τα βρωμερά λόγια εκείνου που καταλαλεί, θα προξενήσεις στην προσευχή σου, με τους λογισμούς, κηλίδες ακαθαρσίας και θα μισήσεις αδικαιολόγητα αυτούς που σε συναναστρέφονται. Γιατί, όταν τ’ αφτιά σου θα γεμίσουν από την απανθρωπιά αυτών που καταλαλούν, τότε όλους θα τους υποτιμάς και όλους θα τους θεωρείς το ίδιο ακάθαρτους·όπως ακριβώς και το μάτι, όταν θαμπωθεί από δυνατό έγχρωμο φως, δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά το σχήμα των αντικειμένων που βλέπει.
Πρέπει λοιπόν να φυλάμε τη γλώσσα μας και τ’ αφτιά μας, ώστε μήτε να λέμε τίποτα κακό για τον πλησίον μας, μήτε ν’ ανεχόμαστε καν ν’ ακούμε κάτι τέτοιο. Γιατί έχει γραφτεί: «Ου παραδέξη ακοήν ματαίαν» (Εξ. 23:1). Και αλλού: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον» (Ψαλμ. 100:5). Και σ’ άλλο σημείο πάλι: «Όπως αν μη λαλήση το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων…» (Ψαλμ. 16:4). Εμείς όμως μιλάμε ακόμα και για έργα που δεν έκαναν οι άνθρωποι! Γι’ αυτό πρέπει όχι μόνο να μην πιστεύουμε όσα μας λένε και να μην τα παραδεχόμαστε καθόλου, αλλά και να ενεργούμε και να μιλάμε σύμφωνα με το παράδειγμα του προφήτη: «Εγώ δε… εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς” (Ψαλμ. 37:15).
Από το βίο της αμμάς Συγκλητικής

Ἡ παρεξηγημένη ἁγιότητα Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης


…Ἡ Θ. Εὐχαριστία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν «κοινωνία ἁγίων», εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ ἁγιασμοῦ, ὄχι μόνο γιατί αὐτὴ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὴν τελειότερη καὶ πληρέστερη ἕνωση (σωματικὴ καὶ πνευματικὴ) μὲ τὸν μόνον ἅγιο, ἀλλὰ καὶ διότι ἀποτελεῖ τὸν πιὸ τέλειο εἰκονισμὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ…

Ἡ λέξη «ἅγιος» ἢ «ἁγιότητα» παραπέμπει σὲ κάτι ἐντελῶς ἄσχετο καὶ ξένο πρὸς τὴν ἐποχή μας, πρὸς τὸν πολιτισμὸ καὶ τὶς ἀναζητήσεις τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς γονεῖς τῆς ἐποχῆς μας φιλοδοξεῖ νὰ κάνει τὰ παιδιὰ του «ἅγιους»; Ποιὸ ἀπὸ τὰ σχολεῖα μας καὶ τὰ ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα καλλιεργοῦν τὴν ἁγιότητα ἢ τὴν προβάλουν ὡς ὅραμα καὶ πρότυπο; Ὁ «ἐπιτυχημένος» ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, τὸ ἰδανικό τῆς σύγχρονης παιδείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας, δὲν εἶναι κἄν ὁ «καλὸς κ’ ἀγαθὸς» τῶν κλασσικῶν χρόνων. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐξασφαλίζει χρήματα, ἀνέσεις καὶ κοινωνικὴ προβολὴ - αὐτὸ θέλουν οἱ γονεῖς ἀπὸ τὰ παιδιά τους, σ’ αὐτὸ κυρίως ἀποβλέπουν τὰ ἐκπαιδευτικά μας συστήματα, αὐτὸ καλλιεργοῦν τὰ μέσα ἐπικοινωνίας, αὐτὸ ὀνειρεύεται ἡ πλειονότητα τῶν νέων μας.

Πράγματι, σὲ μία κοινωνία, ἡ ὁποία βιώνει ὡς τὸ σοβαρότερο πρόβλημά της τὴν ἀνεργία, καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ ἄγχος πῶς νὰ αὐξήσει τὸ κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα, τὸ νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἅγιους καὶ ἁγιότητα ἀποτελεῖ πρόκληση, ἂν ὄχι πρόσκληση σὲ γέλωτα καὶ χλευασμό. Οὕτως, ἡ ἁγιότητα ἀποτελεῖ ἕνα «λησμονημένο ὅραμα».

Λησμονημένο γιατί κάποτε ὑπῆρχε, γιατί αὐτὸ ἐνέπνεε τὸν πολιτισμό μας, διότι οἱ ἄνθρωποί μας ἄλλοτε ζοῦσαν μὲ τοὺς ἁγίους καὶ ἀντλοῦσαν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ μέτρο τοῦ πολιτισμοῦ τους, αὐτοὶ ἦταν οἱ ἥρωες, οἱ μεγάλοι πρωταθλητές, οἱ «διάσημοι ποδοσφαιριστὲς» καὶ «στὰρ» τῶν χρόνων τους. Τώρα ἔχουν μείνει μόνο τὰ ὀνόματα τῶν ἁγίων μας, καὶ αὐτὰ «κουτσουρεμένα» καὶ ἀλλοιωμένα ἐπὶ τὸ ξενικώτερον, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν πλέον νὰ γιορτάζουν, ὄχι τὶς μνῆμες τῶν ἁγίων τους, μὰ τὰ δικά τους προσωπικὰ γενέθλια. Σὲ μία τέτοια ἐποχὴ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν ἁγιότητα; Ὁ λόγος του θὰ πέσει στὸ κενό.

Μά, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, πῶς νὰ μὴ μιλήσει κανεὶς γιὰ κάτι τόσο κεντρικὸ καὶ θεμελιῶδες γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ; Γιατί ἡ πίστη μας χωρὶς τοὺς ἁγίους παύει νὰ ὑφίσταται. Διότι, ἂν λησμονήσουμε τὴν ἁγιότητα, δὲν ἀπομένει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία παρὰ ὁ ταυτισμός της μὲ τὸν κόσμο, ἡ «ἐκκοσμίκευσή της» εἶναι πλέον ἀναπόφευκτη.

Ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι μόνο «λησμονημένη» στὶς μέρες μας, εἶναι ὅταν καὶ ὅπως γίνεται λόγος γι’ αὐτήν, καὶ παρεξηγημένη. Τί σημαίνει ἁγιότητα, ὅταν τὴ δεῖ κανεὶς ὡς εἰκονισμὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὡς βίωμα καὶ πρόγευση τῶν ἐσχάτων;




Ἡ παρεξηγημένη ἁγιότητα

Ἂν ρωτήσει κανεὶς τυχαία τοὺς ἀνθρώπους στὸν δρόμο τί ἀποτελεῖ κατὰ τὴ γνώμη τους «ἁγιότητα», ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ λάβει κατὰ κανόνα εἶναι περίπου ἡ ἑξῆς: ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάνει ἁμαρτίες, ποὺ τηρεῖ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἠθικὸς ἀπὸ κάθε ἄποψη, μὲ μία φράση: «δὲν ἁμαρτάνει». Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις στὴν ἔννοια τῆς ἁγιότητας προστίθεται ἕνα στοιχεῖο καὶ μὲ χροιὰ μυστικισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐσωτερικὰ βιώματα, ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ «θεῖον», περιέρχεται σὲ ἔκσταση καὶ βλέπει πράγματα ποὺ δὲν τὰ βλέπουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, μὲ λίγα λόγια ζεῖ ὑπερφυσικὲς καταστάσεις καὶ ἐνεργεῖ ὑπερφυσικὲς πράξεις.

Ἔτσι ἡ ἔννοια τῆς ἁγιότητας φαίνεται νὰ συνδέεται στὴ σκέψη τῶν ἀνθρώπων μὲ κριτήρια ἠθικολογικὰ καὶ ψυχολογικά. Ὅσο πιὸ ἐνάρετος εἶναι κανείς, τόσο πιὸ ἅγιος εἶναι. Καὶ ὅσο πιὸ χαρισματικὸς εἶναι κάποιος καὶ ἐπιδεικνύει ἱκανότητες ποὺ δὲν τὶς ἔχουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι (ὅπως νὰ διαβάζει τὴ σκέψη μας, νὰ προβλέπει τὸ μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερό μᾶς κάνει νὰ τὸν θεωροῦμε «ἅγιο». Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ ἀντίστροφα: ὅταν διαπιστώσουμε κάποιο ἐλάττωμα στὸν χαρακτήρα ἢ τὴ συμπεριφορὰ κάποιου (ὅτι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τὸν διαγράφουμε ἀπὸ τοὺς «ἁγίους». Ἢ ἂν δὲν ἐκδηλώσει ὑπερφυσικὲς ἱκανότητες μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, μᾶς ξενίζει καὶ ἡ σκέψη ἀκόμη ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ εἶναι ἅγιος.

Ἡ κοινὴ καὶ διαδεδομένη αὐτὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἁγιότητα δημιουργεῖ ὁρισμένα βασικὰ ἐρωτηματικά, ὅταν τὴ θέσουμε στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεώς μας. Ἂς ἀναφέρουμε μερικὰ ἀπὸ αὐτά:

1. Ἂν ἡ ἁγιότητα συνίσταται κυρίως στὴν τήρηση τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν, τότε γιατί ὁ Φαρισαῖος κατακρίθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο, ἐνῶ δικαιώθηκε ὁ Τελώνης στὴ γνωστὴ σὲ ὅλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε νὰ ἀποκαλοῦμε τὸν Φαρισαῖο «ὑποκριτή», ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα δὲν ἔλεγε ψέματα, ὅταν ἰσχυριζόταν ὅτι τηροῦσε πιστὰ τὸν Νόμο, ὅτι ἔδινε τὸ 1/10 τῆς περιουσίας του στοὺς πτωχοὺς καὶ ὅτι τίποτε ἀπὸ ὅσα τοῦ ζητοῦσε ὁ Θεὸς ὡς πιστὸς Ἰουδαῖος δὲν παρέλειπε νὰ ἐφαρμόσει. Ὅπως ἐπίσης δὲν ἔλεγε ψέματα ὅταν χαρακτήριζε τὸν τελώνη ἁμαρτωλὸ - ὅπως καὶ ὁ τελώνης τὸν ἑαυτὸ του - γιατί πράγματι ὁ τελώνης ἦταν ἄδικος καὶ παραβάτης τῶν ἠθικῶν κανόνων.

2. Παρόμοιο ἐρώτημα προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «ἅγιος» ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὶς ἐπιστολές του. Ἀπευθυνόμενος στοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου, τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Γαλατίας κ.λπ., ὁ Παῦλος τοὺς καλεῖ «ἁγίους». Στὴ συνέχεια ὅμως τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν κατονομάζει μύρια ὅσα ἠθικὰ ἐλαττώματα τῶν χριστιανῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ἐπικρίνει δριμύτατα. Στὴν πρὸς Γαλάτας μάλιστα ἐπιστολὴ φαίνεται ὅτι ἡ ἠθικὴ κατάσταση τῶν ἐκεῖ «ἁγίων» ἦταν τόσο ἀπογοητευτική, ὥστε νὰ ἀναγκάζεται ὁ Παῦλος νὰ τοὺς γράψει: «εἰ γὰρ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθεῖτε»! Πῶς συμβαίνει νὰ καλοῦνται οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ «ἅγιοι», ὅταν εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ καθημερινή τους ζωὴ δὲν ἦταν σύμφωνη μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς ἴδιας τῆς πίστεώς τους; Θὰ διανοεῖτο ἄραγε κανεὶς στὶς μέρες μας νὰ καλοῦσε «ἅγιον» ἕναν ἀπὸ τοὺς χριστιανούς;

3. Ἂν ἡ ἁγιότητα συνδέεται μὲ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα, τότε θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀναζητήσει καὶ νὰ τὴ βρεῖ κανεὶς καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι γνωστὸ ὅτι καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ἐνεργοῦν ὑπερφυσικὲς πράξεις. Οἱ ἅγιοι δὲν εἶναι μάντεις καὶ φακίρηδες, οὔτε κρίνεται ἡ ἁγιότητά τους ἀπὸ τέτοια «χαρίσματα». Ὑπάρχουν ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀναφέρονται θαύματα, ἐνῶ ὑπῆρξαν θαυματοποιοί, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἀναγνωρίστηκαν ὡς ἅγιοι. Εἶναι, σχετικά, πολὺ ἐνδιαφέροντα ὅσα γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Α’ ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Κορινθίους, οἱ ὁποῖοι, ὅπως πολλοὶ σήμερα, ἐντυπωσιάζονταν ἀπὸ ὑπερφυσικὲς ἐνέργειες: «καὶ ἐὰν ἔχω πίστιν ὥστε ὅρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν εἰμί». Τὸ νὰ διατάξεις ἕνα βουνὸ νὰ μετακινηθεῖ, εἶχε πεῖ ὁ Κύριος ὅτι εἶναι δυνατόν, ἂν ἔχεις πίστη «ὡς κόκκον σινάπεως». Δὲν εἶναι ὅμως ἀπὸ μόνο του δεῖγμα ἁγιότητας, δὲν εἶναι τίποτα «οὐδέν», ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ προϋπόθεση τῆς ἀγάπης, κάτι δηλαδὴ ποὺ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος χωρὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες μπορεῖ νὰ ἔχει. Θαυματουργία καὶ ἁγιότητα δὲν ταυτίζονται, οὔτε συνυπάρχουν κατ’ ἀνάγκη.

4. Παρόμοια ἐρωτηματικὰ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴ σύνδεση τῆς ἁγιότητας μὲ ἀσυνήθεις καὶ «μυστικὲς» ψυχολογικὲς ἐμπειρίες. Πολλοὶ ἀνατρέχουν σήμερα στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες γιὰ νὰ συναντήσουν ἐξαϋλωμένους «γκουρού», ἀνθρώπους ἐξαίρετης αὐτοπειθαρχίας, ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν τοὺς θεωρεῖ αὐτοὺς ἁγίους, ὅσο βαθιὲς καὶ ὑπερφυσικὲς καὶ ἂν εἶναι οἱ ἐμπειρίες τους, καὶ ὅσο σπουδαία καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀρετή τους.

Ἔτσι τελικὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα: ὑπάρχουν ἅγιοι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας; Ἂν ἡ λέξη «ἅγιος» σημαίνει αὐτὸ ποὺ γενικὰ ὁ κόσμος νομίζει καὶ ποὺ περιγράφουμε πιὸ πάνω (δηλαδὴ ἠθικὸς βίος, ὑπερφυσικὰ χαρίσματα καὶ ὑπερφυσικὲς ἐμπειρίες), τότε πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι ὑπάρχουν ἅγιοι καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας (Ἴσως μάλιστα συχνότερα ἐκτὸς παρὰ ἐντός). Ἂν πάλι θελήσουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι δυνατὴ μόνο στὴν Ἐκκλησία, τότε πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς ἁγιότητας πέρα ἀπὸ τὰ κριτήρια ποὺ ἀναφέρουμε πιὸ πάνω, πέρα δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τελειότητα καὶ τὶς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις καὶ ἐμπειρίες.



Ἂς δοῦμε, λοιπόν, πῶς ἀντιλαμβάνεται ἢ Ἐκκλησία μας τὴν ἁγιότητα.


Ὁ ὅρος «ἅγιος» ἔχει μία ἐνδιαφέρουσα ἱστορία. Ἡ ρίζα τῆς λέξεως στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι τὸ αγ-, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγονται μία σειρὰ ἀπὸ ὅρους, ὅπως τὸ ἁγνός, τὸ ἄγος κ.λπ. Τὴ βαθύτερη σημασία τῆς ρίζας αὐτῆς τὴν κρατάει τὸ ρῆμα ἄζεσθαι, ποὺ σημαίνει τὸ δέος σὲ μία ἀπόκρυφη καὶ φοβερὴ δύναμη (Αἰσχύλου, Εὐμ. 384 κ. ἑ.), τὸ σέβας πρὸς τὸν φορέα τῆς Δύναμης (Ὁμήρου, Ὀδύσ. 9,200 κ. ε.) κ.λπ. Ἔτσι στὸν ἀρχαῖο ἑλληνισμὸ ἡ ἁγιότητα συνδέεται μὲ τὴ δύναμη, μὲ αὐτὸ ποὺ ὁ Otto ἀποκαλεῖ mysterium fascinosum et tremendum - αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ ταυτόχρονα ἕλξη καὶ φόβο.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ σημιτικὴ λέξη, ποὺ μεταφράζεται ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα μὲ τὸ «ἅγιος» εἶναι τὸ godes, ποὺ συγγενεύει μὲ τὴν ἀσσυριακὴ kuddushu, καὶ ποὺ δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρῶ (ἐξ οὗ καὶ ἡ σύνδεση μὲ τὴν καθαρότητα καὶ ἁγνότητα). Τὰ ἅγια πράγματα εἶναι αὐτὰ ποὺ τὰ ξεχωρίζει κανεὶς ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα - κυρίως στὴ λατρεία - καὶ τὰ ἀφιερώνει στὸν Θεό.

Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφὴ προχωρεῖ πέρα ἀπὸ τὴν ψυχολογικὴ σημασία ποὺ συναντοῦμε στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες (τὸ δέος, τὸν φόβο, τὸν σεβασμὸ πρὸς μία ἀνώτερη δύναμη) καὶ συνδέει τὴν ἔννοια τοῦ «ἁγίου» μὲ τὴν ἀπόλυτη ἑτερότητα, τὸ ἀπολύτως Ἄλλο, πράγμα ποὺ τελικὰ ὁδηγεῖ τὴν Ἁγία Γραφὴ στὴν ταύτιση τοῦ «ἁγίου» μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, στὴν ἀπόλυτη ὑπερβατικότητα σὲ σχέση μὲ τὸν κόσμο. Ἅγιος εἶναι μόνο ὁ Θεός, καὶ ἀπ’ Αὐτὸν καὶ μόνο καὶ τὴ σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε ἁγιότητα. Γιὰ νὰ δηλωθεῖ μάλιστα μὲ ἔμφαση ἡ πίστη αὐτὴ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ἠσαΐας, ὁ προφήτης τῆς ἁγιότητας τοῦ Θεοῦ) καλεῖ τὸν Θεὸ τρεῖς φορὲς ἅγιο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, ποὺ σημαίνει στὴ μορφὴ τοῦ ἑβραϊσμοῦ, τῆς τριπλῆς ἐπαναλήψεως, ἀπείρως ἅγιος (πρβ. τὸ 777 καὶ τὸ ἀντίθετό του 666, γιὰ τὸ ὁποῖο τόσος λόγος καὶ τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).

Συνεπῶς γιὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ ἁγιότητα ταυτίζεται μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι μὲ τὸν ἄνθρωπο ἢ τὰ ἱερὰ πράγματα, ὅπως στὸν ἀρχαῖο Ἑλληνισμό, γίνεται πρόσωπο, καὶ μάλιστα στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζεται μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα, μὲ τὴν ὁποία οἱ Πατέρες ταυτίζονται καὶ τὸ τρεῖς φορὲς ἅγιος τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα. Ἡ ἁγιότητα, συνεπῶς, γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη δὲν εἶναι ἀνθρωποκεντρική, ἀλλὰ θεοκεντρική, καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἠθικὰ ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο σπουδαῖα καὶ ἂν εἶναι αὐτά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν βαθμὸ τῆς προσωπικῆς σχέσεώς μας μὲ τὸν προσωπικὸ Θεό. (Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ ἡ Θεοτόκος ὀνομάζεται «Παναγία» ἢ καὶ «Ὑπεραγία» - ὄχι γιὰ τὶς ἀρετές Της, ἀλλὰ γιατί αὐτή, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄνθρωπο, ἑνώθηκε προσωπικὰ μὲ τὸν ἅγιο Θεὸ δίνοντας σάρκα καὶ αἷμα στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ).

Ἡ ἁγιότητα λοιπὸν δὲν εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀτομικὸ κτῆμα κανενός, ὅσο «ἅγιος» κι ἂν εἶναι κανεὶς στὴ ζωή του, ἀλλὰ θέμα σχέσεως προσωπικῆς μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἐλεύθερη βούλησή Του ἁγιάζει ὅποιον Ἐκεῖνος θέλει, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ὁ ἁγιασμὸς ἀπὸ κάτι ἄλλο, παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἁγιασμένου. Ὅπως τονίζει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, οἱ ἄνθρωποι δὲν συνεισφέρουμε τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προαίρεσή μας, χωρὶς τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δὲν ἐνεργεῖ, ὁ δὲ κόπος καὶ ἡ ἄσκησή μας δὲν παράγει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἁγιότητά μας, ἀφοῦ μποροῦν νὰ ἀποδειχθοῦν σκύβαλο χωρὶς καμιὰ ἀξία.

Αὐτὴ ἡ ταύτιση τῆς ἁγιότητας μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, στὴ χριστιανικὴ πίστη ὁδηγεῖ στὴ σύνδεσή της μὲ τὴν ἴδια τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἁγιότητα σημαίνει πλέον τὸ νὰ δοξασθεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὡς πρῶτο αἴτημα τῆς Κυριακάτικης προσευχῆς δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου». Ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἶναι ἐσχατολογική, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν τελικὴ κατάσταση τοῦ κόσμου, εἶναι σαφὲς ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε στὸ «Πάτερ ἡμῶν» εἶναι νὰ δοξασθεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο, νὰ ἔλθει ἡ στιγμὴ ποὺ ὅλος ὁ κόσμος θὰ πεῖ μαζὶ μὲ τὰ Χερουβεὶμ αὐτὸ ποὺ εἶδε καὶ ἄκουσε ὁ Ἠσαΐας στὸ ὅραμά του: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου! ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις».

Οἱ ἅγιοι δὲν ἐπιζητοῦν τὴ δική τους δόξα, ἀλλὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δοξάζει τοὺς ἁγίους, ὄχι μὲ τὴ δική τους δόξα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια Του τὴ δόξα. Οἱ ἅγιοι ἁγιάζονται καὶ δοξάζονται ὄχι μὲ μία ἁγιότητα καὶ μία δόξα ποὺ πηγάζει ἀπὸ μέσα τους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴ δόξα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ (πρβ. βυζαντινὴ ἁγιογραφία - χρήση φωτὸς ἀπ’ ἔξω πρὸς τὰ ἔσω κ.λπ.). Αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴ θέωση τῶν ἁγίων.

Ὅπως ἀποσαφηνίστηκε κατὰ τὶς ἡσυχαστικὲς ἔριδες τοῦ 14ου αἰώνα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ δυτικὴ θεολογία, ἡ ὁποία ἔκανε λόγο γιὰ «κτιστὴ» χάρη, δηλαδὴ χάρη καὶ δόξα ποὺ ἀνήκει στὴν ἴδια τὴ φύση τῶν ἀνθρώπων δοσμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὴ δημιουργία, ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως τὴν ἀνέπτυξε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ οἱ ἄλλοι ἡσυχαστὲς τῶν χρόνων ἐκείνων, ἀντιλαμβάνεται τὸ φῶς ποὺ βλέπουν οἱ ἅγιοι καὶ τὴ δόξα ποὺ τοὺς περιβάλλει ὡς «ἄκτιστες» ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὡς τὸ φῶς καὶ τὴ δόξα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ὁ πραγματικὸς ἅγιος, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐπιζητεῖ μὲ κανένα τρόπο τὴ δική του δόξα, ἀλλὰ μόνο τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἐπιζητεῖ κανεὶς τὴ δική του δόξα, χάνει τὴν ἁγιότητά του, γιατί σὲ τελικὴ ἀνάλυση δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἅγιος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἁγιότητα σημαίνει μετοχὴ καὶ κοινωνία στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ - αὐτὸ σημαίνει ἄλλωστε θέωση. Κάθε ἁγιότητα ποὺ στηρίζεται στὶς ἀρετές μας, στὴν ἠθική μας, στὰ προσόντα μας, στὴν ἄσκησή μας κ.λπ. εἶναι δαιμονική, καὶ δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις αὐτὲς γίνεται φανερὸ γιατί ἡ κατ’ ἐξοχὴν πηγὴ τῆς ἁγιότητας βρίσκεται στὴ Θεία Εὐχαριστία. Ἂς ἀναλύσουμε κάπως τὴ θέση αὐτή.

Εἴπαμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἁγιότητα ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι οἱ ἅγιοι δὲν διαθέτουν δική τους ἁγιότητα, ἀλλὰ μετέχουν στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχουμε ἁγίους, παρὰ μόνον μὲ τὴν ἔννοια τῶν ἡγιασμένων.

Ὅταν τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικὰ μὲ τὴ θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ κύριο ἐπιχείρημα τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεὸς καὶ ὄχι κτίσμα, ἦταν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἁγιάζεται, ἀλλὰ μόνον ἁγιάζει. Ἂν ἁγιαζόταν, θὰ ἦταν κτίσμα, διότι τὰ κτίσματα, καὶ συνεπῶς καὶ οἱ ἄνθρωποι, δὲν ἁγιάζουν, ἀλλὰ ἁγιάζονται. Ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, ποὺ διασώζεται στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο καὶ τὴν ἀκοῦμε στὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ «δώδεκα Εὐαγγέλια» τῆς Μ. Πέμπτης, λέγει τὴ βαρυσήμαντη φράση πρὸς τὸν Πατέρα: «ὑπὲρ αὐτῶν (τῶν μαθητῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων, κατ’ ἐπέκταση) ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἠγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ». Τὰ λόγια αὐτὰ λέγονται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος καὶ σὲ σχέση μὲ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, ἔχουν δὲ εὐχαριστιακὸ νόημα: ὁ Χριστὸς μὲ τὴ θυσία Του ἁγιάζει ὁ ἴδιος (ὡς Θεὸς) τὸν ἑαυτό Του (ὡς ἄνθρωπος) γιὰ ν’ ἁγιασθοῦμε ἐμεῖς κοινωνώντας τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του. Μὲ τὴ συμμετοχή μας στὴ Θεία Εὐχαριστία ἁγιαζόμεθα, δηλαδὴ γινόμαστε ἅγιοι κοινωνώντας μὲ τὸν ἕναν καὶ μόνον ἅγιο, τὸν Χριστό.

Ἴσως δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀποκαλυπτικὸ σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ τοῦ τί εἶναι ἁγιότητα, ἀπὸ τὴν ἐκφώνηση τοῦ ἱερέως, ὅταν ὑψώνει τὸ Τίμιο Σῶμα λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Θ. Κοινωνία: «τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», δηλαδὴ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ Αἷμα Του εἶναι ἅγια καὶ προσφέρονται στοὺς «ἁγίους», τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας πρὸς κοινωνίαν. Ἡ ἀπάντηση τοῦ λαοῦ στὴν ἐκφώνηση αὐτὴ εἶναι συγκλονιστική, καὶ συνοψίζει ὅσα εἴπαμε πιὸ πάνω: «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Ἕνας εἶναι μόνον ἅγιος, ὁ Χριστὸς - ἐμεῖς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ - καὶ ἡ ἁγιότητά Του, στὴν ὁποία καλούμεθα νὰ συμμετάσχουμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, δὲν ἀποβλέπει σὲ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ (εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός). Τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ Ἐκκλησία βιώνει τὴν ἁγιότητα στὸ ἀποκορύφωμά της. Μὲ τὴν ὁμολογία «εἷς ἅγιος», κάθε ἀρετή μας καὶ κάθε ἀξία μας ἐκμηδενίζονται μπροστὰ στὴν ἁγιότητα τοῦ μόνου ἁγίου. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ προσερχώμεθα στὴ Θ. Κοινωνία χωρὶς προπαρασκευὴ καὶ ἀγώνα γιὰ τὴν ἄξια προσέλευσή μας. Σημαίνει ὅμως ὅτι ὅσο καὶ ἂν προετοιμαστοῦμε, δὲν γινόμαστε ἅγιοι προτοῦ κοινωνήσουμε. Ἡ ἁγιότητα δὲν προηγεῖται τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἕπεται. Ἂν εἴμαστε ἅγιοι πρὶν κοινωνήσουμε, τότε πρὸς τί ἡ Θ. Κοινωνία; Μόνον ἡ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ μᾶς ἁγιάζει, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ Θ. Κοινωνία. Ἀπὸ τὴν παρατήρηση αὐτὴ πηγάζει μία σειρὰ ἀπὸ ἀλήθειες ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸ θέμα μας.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι κατανοοῦμε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γιατί, ὅπως ἀναφέραμε στὴν ἀρχὴ τῆς ὁμιλίας μας, στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καλοῦνται «ἅγιοι», παρὰ τὸ ὅτι δὲν χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἠθικὴ τελειότητα. Ἐφ’ ὅσον ἁγιότητα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους σημαίνει μετοχὴ στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὴ προσφέρεται ἀπὸ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὑπὲρ ἡμῶν ἁγιάζει ἑαυτὸν μὲ τὴ θυσία Του, ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μετέχουν στὸν ἁγιασμὸ αὐτὸ μποροῦν νὰ καλοῦνται «ἅγιοι».

Μὲ τὴν ἴδια «λογική», στὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς Εὐχαριστίας ἔλαβαν τὸ ὄνομα «τὰ ἅγια» (πρβ. τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις»), παρὰ τὸ ὅτι ἀπὸ τὴ φύση τους δὲν εἶναι ἅγια. Καὶ μὲ τὴν ἴδια αἰτιολογία ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς ἐπίσης ἀπένειμε τὸν τίτλο «ἅγιος» στοὺς ἐπισκόπους. Πολλοὶ σκανδαλίζονται σήμερα ὅταν λέμε «ὁ ἅγιος δεῖνα» (ἕνας δημοσιογράφος ποὺ εἶχε ὡς κύριο ἔργο του νὰ προβάλλει σκάνδαλα ἐπισκόπων, εἶχε καθιερώσει τὴ γραφὴ ὁ ἅγιος - ἐντὸς εἰσαγωγικῶν – δεῖνα. Πλήρης ἄγνοια τῆς σημασίας τοῦ ὅρου ἅγιος). Ὁ ἐπίσκοπος καλεῖται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὄχι γιὰ τὶς ἀρετές του, ἀλλὰ γιατί εἰκονίζει στὴ Θ. Εὐχαριστία τὸν μόνον ἅγιο, ὡς εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς καθήμενος εἰς τόπον καὶ τύπον Θεοῦ, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο. Ἡ θέση τοῦ ἐπισκόπου στὴ Θ. Εὐχαριστία εἶναι ἐκείνη ποὺ δικαιολογεῖ τὸν τίτλο «ἅγιος». Ὁ Ὀρθόδοξος λαός, πρὶν ὑποστεῖ τὴ διάβρωση τοῦ εὐσεβισμοῦ, δὲν εἶχε καμία δυσκολία νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ γλώσσα τοῦ εἰκονισμοῦ, καὶ βλέπει τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ στὸ πρόσωπο ἐκείνου, ποὺ τὸν εἰκονίζει μέσα στὴ Θ. Λειτουργία, δηλαδὴ στὸν ἐπίσκοπο.

Ἔτσι ἡ Θ. Εὐχαριστία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν «κοινωνία ἁγίων». Σ’ αὐτὴν ἀποβλέπει ἡ ἄσκηση τῶν ὁσίων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ποτὲ σκοπός, ἀλλὰ μέσο πρὸς τὸν σκοπό, ποὺ εἶναι ἡ εὐχαριστιακὴ κοινωνία. Τὸ σημεῖο αὐτὸ λησμονεῖται καὶ παραβλέπεται ἀπὸ πολλοὺς σύγχρονους θεολόγους, ἀκόμα καὶ Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι, ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας, τείνουν νὰ ταυτίσουν τὴν ἁγιότητα μὲ τὴν ἄσκηση.

Ἡ περίπτωση τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγύπτιας ὅμως εἶναι εὔγλωττη. Ἐπὶ σαράντα χρόνια ἀσκήθηκε σκληρὰ γιὰ νὰ καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ ὅταν κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀπὸ τὸν ἅγιο, τότε ἐτελεύτησε τὸν βίο ἔχοντας ἁγιασθεῖ. Ὁ σκοπὸς τῆς ἀσκήσεώς της ἦταν ἡ εὐχαριστιακὴ κοινωνία. Θὰ ἦταν ἁγία ἡ ὁσία Μαρία, ἂν εἶχε καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη ἀλλὰ δὲν εἶχε κοινωνήσει; Ἡ ἀπάντηση εἶναι μᾶλλον ἀρνητική.

Ἀλλὰ ἡ Θ. Εὐχαριστία εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ ἁγιασμοῦ, ὄχι μόνο γιατί αὐτὴ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὴν τελειότερη καὶ πληρέστερη ἕνωση (σωματικὴ καὶ πνευματικὴ) μὲ τὸν μόνον ἅγιο, ἀλλὰ καὶ διότι ἀποτελεῖ τὸν πιὸ τέλειο εἰκονισμὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τῆς καταστάσεως ἐκείνης, στὴν ὁποία θὰ ἁγιάζεται καὶ θὰ δοξάζεται ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση αἰώνια καὶ ἀδιάκοπα ὁ «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ».
πηγή

Μία ἁπλῆ ἑρμηνεία τῆς Κατάθλιψης μέ βάση τούς ἁγίους Πατέρες



    ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ

Β3)ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

 
 Μία ἁπλῆ ἑρμηνεία τῆς Κατάθλιψης μέ βάση τούς ἁγίους Πατέρες
Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος δέχεται τήν Θεία Χάρη στήν ψυχή του καί αὐτή ζωοποιεῖ τήν ψυχή καί τό σῶμα του, ἀφοῦ « Ὁ Θεός ταπεινοῖς δίδωσι Χάριν»2. Ἀντίθετα ὁ ἄνθρωπος πού πάσχει ἀπό ὑπερηφάνεια-ἐγωισμό δέν δέχεται καθόλου στήν ψυχή του τή Θεία Χάρη, ἀφοῦ «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται». Ἡ ὑπερηφάνεια ἀπομονώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό3.
Ὁ νοῦς τοῦ καταθλιπτικοῦ δέν κοινωνεῖ μέ τόν Θεό, δέν προσεύχεται. Ἀσχολεῖται νοσηρά μέ τόν ἑαυτό του καί μάλιστα μέ τό σῶμα, ἔχοντας αὐτήν τήν ἄρρωστη ἀγάπη πρός αὐτό, πού λέγεται φιλαυτία. Προσπαθεῖ νά «ζήσει» ἡ ψυχή-νοῦς «ἀπομυζώντας» τό σῶμα. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὁ ὅλος ἄνθρωπος νά «μαραζώνει» νά καταπίπτει.
Ἡ τροφή τῆς ψυχῆς δέν μπορεῖ νά ἀντληθεῖ ἀπό τά ὑλικά στοιχεῖα. Ὡς πνευματική πού εἶναι ἡ ψυχή- νοῦς ἀπαιτεῖ πνευματική τροφή. Τρέφεται μέ τήν Θεία Ἐνέργεια, μέ τήν Θεία Χάρη. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν κινεῖται ἀγαπητικά πρός τόν Θεόν, ὅταν δέν ἔχει ταπείνωση, τότε δέν εἶναι δεκτικός τῆς Θείας Χάρης, πού ἐκχέεται μέν πλούσια πρός ὅλους, ἀλλά λαμβάνεται ἀπό τούς ταπεινούς,τούς πράους καί τούς ἡσύχιους4.
Ἡ ἐλάχιστη ἀνθρώπινη φυσική ἐνέργεια πού διοχετεύεται πρός τήν ψυχή καί προσπαθεῖ νά τήν ζωογονήσει κάποτε ἐξαντλεῖται. Τό σῶμα ἀπρακτεῖ καί ἡ ψυχή καταθλίβεται χωρίς ἐνέργεια καί ζωή. Ὁ ἄνθρωπος ἀργοπεθαίνει διότι δέν θέλει νά κοινωνήσει μέ τήν ρίζα τῆς ὕπαρξής του, πού εἶναι ὁ Θεός. Τά μονωτικά τῶν παθῶν, τῆς φιλαυτίας, τῆς ὑπερηφάνειας, τοῦ ἐγωισμοῦ ἐμποδίζουν τήν Θεία Χάρη νά φθάσει στήν καταθλιμμένη ψυχή καί στό «μαραμένο» σῶμα.
Ὅταν τά «μονωτικά» τῶν παθῶν καί μάλιστα τοῦ ἐγωισμοῦ-ὑπερηφανείας, ἀπομακρυνθοῦν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ διά τῆς μετανοίας καί τῆς ἀληθινά ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τότε ὁ ἄνθρωπος νικᾶ τήν κατάθλιψη, τότε θεραπεύεται ἀληθινά.
«Κύριον αἴτιον εἰς τὴν κατάθλιψη» , ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος σὲ μία γυναίκα ποὺ ἔπασχε, «καὶ σ’ ὅλα αὐτὰ ποὺ τὰ λέμε πειρασμικὰ , σατανικὰ , ὅπως εἶναι ἡ νωθρότης , ἡ ἀκηδία , ἡ τεμπελιὰ , ποὺ μαζὶ μὲ αὐτὰ εἶναι τόσα ἄλλα ψυχολογικὰ , δηλαδὴ πειρασμικὰ πράγματα , εἶναι ὅτι ἔχεις μεγάλο ἐγωισμὸ μέσα σου. Λοιπὸν , αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τέχνη» , συνεχίζει , «πῶς , ἂς ποῦμε , θὰ δοθεῖς στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ , στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ ,στὴν προσευχή. Ἀλλὰ ὅ,τι κι ἂν κάνεις , ἂν δὲν κατορθώσεις νὰ ἀποκτήσεις ταπείνωση , τίποτα δὲν κάνεις. Μόνο μὲ τὰ ναρκωτικὰ θὰ προσπαθεῖς νὰ κοιμηθεῖς καὶ νὰ ἡρεμήσεις. Τίποτα δὲν γίνεται. Μὴν βάζετε στὸ μυαλό σας ὅτι θὰ κάνετε κάτι μὲ καλοὺς γιατροὺς ἢ μέ καλὰ φάρμακα. Μπορεῖ πρός στιγμὴν νὰ σοῦ δώσει ἕνα φάρμακο , κάτι νὰ γίνει , ἀλλὰ θὰ σὲ βουτήξει πάλι ὁ πειρασμός. Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ ταπείνωση»5.
Ἡ ἀληθινή ταπείνωση ὅμως καθώς καί ἡ γνήσια πρός Θεόν ἀγάπη ἐπιτυγχάνεται μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ὡς ζωντανό κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῆς Θείας Χάρης, πού ὑπάρχει ἐντός Της. Τότε πραγματώνεται ἡ πορεία τοῦ ἐκπεσμένου ἀνθρώπου πρός τό καθ’ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μιά θεραπευτική διαδικασία. Πρόκειται γιά μιά πραγματικά ὁλοκληρωμένη θεραπεία, πού ἔχει σάν πρῶτο στάδιο τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη. Μέσα σ’ αὐτή τήν γενικότερη θεραπεία πραγματώνεται καί ἡ ἀπαλλαγή τῆς ψυχῆς ἀπό τό πάθος τῆς δαιμονικῆς λύπης-ἀκηδίας- κατάθλιψης6.
  Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης


2 Ἁγίου Ἰακώβου, Καθολική Ἐπιστολή, κεφ. 4, 6
3 Πρβλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Ε΄, Πάθη καί ἀρετές, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2006, σελ. 79.
4 Πρβλ: Προφήτης ἩσαΐαςTLG: «λέγει κύριος· καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ΄ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;»
5Συνομιλία γιά τήν κατάθλιψη, σελ. 16-17.
6Πρβλ. Μοναχῆς ΕἰρήνηςἈντιμέτωποι μέ τήν Κατάθλιψιν,http://www.pmeletios.com/pdf/antimetopoi_me_thn_kata8lipsin.pdf

Θέλω νὰ αἰσθανθῶ τὸν Θεό, Ἐμπειρίες γνήσιες-νόθες Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος





ΝΟΣΗΡΗ ΛΑΧΤΑΡΑ ΓΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

Οἱ Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι, ζητώντας ἀπὸ τὸν Κύριο σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. Τοῦ ζητοῦσαν θαῦμα, ποὺ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν θαυμάτων τοῦ ἀντίχριστου, δηλαδὴ «θαῦμα», ποὺ χορταίνει τοὺς ἀνθρώπους μὲ ΣΑΡΚΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ καὶ τρέφει τὴν ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ καὶ τὸν ΕΓΩΙΣΜΟ τους.

Ὁ Κύριος, ἀκούγοντας μία τέτοια ἀπαίτηση, ἔδωκε τὴν αὐστηρὴ ἀπάντηση: «Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλίς, σημεῖον ἐπιζητεῖ, ὅμως σημεῖον δὲν θὰ τοὺς δοθῆ κανένα ἄλλο, παρὰ μόνον τὸ σημεῖον τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου» (Ματθ. 16, 4).

Μὲ τὴν φράση «σημεῖον τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου» ὁ Κύριος ἐννοοῦσε τὰ σημεῖα, ποὺ θὰ συνόδευαν τὸν Θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του:

Τότε ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸ «σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ».

Τότε ὁ ἥλιος εἶδε τὸν Κύριο σταυρωμένο καὶ ἐσκοτίσθη ὥρα μεσημέρι, καὶ ἁπλώθηκε παντοῦ πηχτὸ σκοτάδι, ποὺ διήρκεσε τρεῖς ὧρες. Τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐσχίσθη στὰ δύο, ἀπὸ ἐπάνω μέχρι κάτω. Ἔγινε σεισμὸς καὶ οἱ βράχοι ἐσχίσθηκαν. Τὰ μνημεῖα ἄνοιξαν καὶ πολλοὶ ἅγιοι ἀναστήθηκαν καὶ ἐμφανίσθηκαν σὲ πολλοὺς στὴν ἁγία Πόλη (Ματθ. 27, 45-53).

Καὶ ὅταν ὁ Κύριος ἀναστήθηκε ἔγινε πάλι σεισμός. Φωτοφόρος ἄγγελος κατέβη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸν ἅγιο Τάφο, σὰν μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεώς Του, καὶ τρόμαξε τοὺς φύλακες, ποὺ - ταγμένοι, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ζητοῦσαν σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ - φρουροῦσαν τὸν τάφο. Αὐτοὶ οἱ φύλακες ἀνήγγειλαν στὸ Ἰουδαϊκὸ Συνέδριο τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ ὅμως, ὅταν ἄκουσε «τὸ σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ», τὸ ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ἴδια καταφρόνηση καὶ τὸ ἴδιο μίσος, ποὺ εἶχε ἀντιμετωπίσει καὶ ὅλα τὰ προηγούμενα θαύματα τοῦ Κυρίου. Καὶ γι' αὐτὸ ἐδωροδόκησε τοὺς φύλακες, καὶ βάλθηκε νὰ σκεπάσει μὲ τὸ σκοτάδι τῆς ψευτιᾶς τὸ θαῦμα!

(Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ Ἔκδοση Ἱ. Μητροπόλεως Νικοπόλεως)


ΘΕΪΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΓΝΗΣΙΕΣ - ΝΟΘΕΣ

1. Ὅταν κάποιος ἀναζητεῖ τὸν Θεό, δὲν θέλει ἁπλὰ νὰ λύσει μία ἀπορία του. Δὲν προσπαθεῖ νὰ ἱκανοποιήσει μόνο μία μεταφυσικὴ ἀνησυχία του. Δὲν ψάχνει, οὔτε γιὰ μία ἐνδιαφέρουσα φιλοσοφία, οὔτε γιὰ μία συναρπαστικὴ θεωρία. Θέλει νὰ βρεῖ τὸν Θεό. Καὶ - ἂν εἶναι δυνατό: νὰ Τὸν ἰδεῖ μὲ τὰ μάτια του - μὲ τὰ σωματικά του μάτια· καὶ νὰ Τὸν ἀκούσει μὲ τὰ αὐτιά του - μὲ τὰ σωματικά του αὐτιὰ- καὶ νὰ Τὸν πιάσει μὲ τὰ χέρια του!

Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ψάχνει γιὰ τὸν Θεό, θέλει νὰ λύσει ἕνα πρόβλημά του, ποὺ ἔχει τρομακτικὲς συνέπειες γιὰ τὴν ζωή του. Γιατί μετά, ἀφοῦ δηλαδὴ Τὸν βρεῖ, θὰ πρέπει νὰ γίνει ὁ Θεὸς τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του. Καὶ γι' αὐτό, γιὰ νὰ ἀποδεχθῆ τὸν Θεό, δὲν τοῦ ἀρκοῦν ὄμορφες σκέψεις καὶ συνθήματα! Θέλει ψηλαφητὴ γνώση. Ἀναζητεῖ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. Ἀναζητεῖ μία ΑΙΣΘΗΤΗ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει, ὅτι εἶναι κοντά του. Ὅλα αὐτὰ θέλει νὰ τὰ νιώσει μὲ τὶς αἰσθήσεις του. Μὲ τὶς ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ του αἰσθήσεις. Γιατί αὐτὲς δίνουν σιγουριά.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε μία πάστα. Ἴδιο σῶμα. Ἴδια σκέψη. Ἴδια συναισθήματα. Ἴδιες ἀνησυχίες. Ἴδιες ἀναζητήσεις. Καὶ ὁ πόθος γιὰ ἐμπειρικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ὁ ἴδιος παντοῦ καὶ πανανθρώπινος. Τὸν βρίσκομε, σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ σὲ ὅλα τὰ πλάτη τῆς γῆς.

2. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει θρησκεία χωρὶς ἀναφορὰ σὲ ἐμπειρίες. Οὐσιαστικὸ στοιχεῖο σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες ὅλων τῶν ἐποχῶν εἶναι οἱ ἐμπειρίες. Ἀπὸ τὴν παγερὴ Σιβηρία, μέχρι τὰ βάθη τῆς Ἀφρικῆς, πουθενὰ δὲν λείπουν μάγοι καὶ μάγια, ποὺ δείχνουν αἰσθητὰ τὴν παρουσία στὴν ζωὴ μας ἑνὸς κόσμου ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο μας.

Ἑστίες τέτοιων ἐμπειριῶν ἦταν στὴν ἀρχαιότητα τὰ μεγάλα «ἱερά» τῆς εἰδωλολατρίας. Π.χ. τῶν Δελφῶν, τῆς Δωδώνης, τῆς Ἐπιδαύρου, τῆς Δάφνης κ. ἄ.

Ἀλλὰ καὶ στὴν σύγχρονη ἐποχή, καὶ μάλιστα στὶς «πιὸ» πολιτισμένες κοινωνίες, ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ «διαφωτισμένα» πρόσωπα τῆς πανεπιστημιακῆς νεολαίας, συναντᾶμε τὴν ἴδια δίψα γιὰ σωματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ:

• Οἱ ἐξεγερμένοι φοιτητὲς στὸ Μπέρκλεϋ τῆς Καλιφόρνιας τὴν δεκαετία τοῦ 70, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα φώναζαν: «Ἕνας Θεὸς ποὺ δὲν ἀγγίζει τὴν ὕπαρξή μας, ἕνας Θεὸς ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ σῶμα μας, μᾶς εἶναι ἄχρηστος• δὲν τὸν χρειαζόμαστε• δὲν τὸν θέλουμε» (1).

• Παρόμοια καὶ ὁ μεγάλος σκηνοθέτης Μπέργκμαν, σὲ μία σκηνὴ τῆς ταινίας του «Ἕβδομη Σφραγίδα», βάζει τὸν πρωταγωνιστὴ νὰ ρωτάει μὲ ἀγωνία: «Γιατί νὰ εἶναι τόσο ὀδυνηρὰ ἀδύνατο νὰ συλλάβει κανεὶς τὸν Θεὸ μὲ τὶς αἰσθήσεις; Ἐγὼ θέλω ὁ Θεὸς νὰ μοῦ ἁπλώσει τὸ χέρι Του- νὰ μοῦ ἀποκαλυφθῆ αἰσθητὰ- καὶ νὰ μοῦ μιλήσει» (2). Ζητάει δηλαδὴ νὰ ζήσει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς αἰσθήσεις του.

Ἀλλὰ καὶ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας κάτι τὸ ἀνάλογο ἔχομε. Ἀκοῦμε τοὺς ἁγίους μας νὰ μιλᾶνε μὲ παρόμοια γλώσσα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στὸν «Περὶ Εἰκόνων» λόγο του, λέγει ξεκάθαρα στοὺς αἱρετικούς, ποὺ δὲν ἤθελαν, οὔτε νὰ ἀκοῦνε λόγο γιὰ εἰκόνες καὶ λείψανα ἁγίων: «Ἄνθρωπος εἶμαι καὶ ἐγὼ- καὶ ἔχω σῶμα»• καὶ γι' αὐτὸ «ποθῶ νὰ βλέπω καὶ σωματικὰ καὶ νὰ ἐπικοινωνῶ (καὶ σωματικὰ) μὲ τὰ ἅγια» (3).

Εἶναι φυσικό, ὅτι μετὰ ἀπὸ μία τέτοια παγκόσμια καὶ πανανθρώπινη ἀναζήτηση, οἱ ἐμπειρίες ἐπισημαίνονται καὶ καταγράφονται, σὰν θησαυροὶ πολύτιμοι.


Α
ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΙΣ ΒΛΕΠΩΜΕ


1. Οἱ θρησκευτικὲς ἐμπειρίες, ὅπως εἴδαμε, εἶναι ἕνα πλῆθος ἀπέραντο! Καὶ καλὲς καὶ κακές. Καὶ εὐεργετικὲς καὶ καταστροφικές. Καὶ φανερώσεις τοῦ Θεοῦ- καὶ μαύρη μαγεία.

Καὶ σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ὅσο καὶ ἂν ἀπέχουν πολὺ ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη - καὶ τοπικὰ καὶ χρονικὰ -, ὅσο διαφορετικὲς καὶ ἂν εἶναι, βλέπομε ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο κώδικα μαρτυρίας γιὰ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς κόσμου ἐξωφυσικοῦ ἢ ὑπερφυσικοῦ.

Γνήσιες ἐμπειρίες μᾶς δίνει ἡ ἁγία Γραφή: Εἶναι ἐκεῖνες, στὶς ὁποῖες μιλάει ὁ Θεὸς σέ μᾶς, καὶ μᾶς φανερώνει τὸν Ἑαυτό Του καὶ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας μας. Τέτοιες ἀποκαλύψεις εἶναι:

* ἡ φανέρωσή Του στὸν Ἀδάμ·

* ἡ φανέρωσή Του στὸν Νῶε·

* ἡ φανέρωσή Του στὸν Ἀβραάμ, στὸν Ἰσαάκ, στὸν Ἰακώβ·

* ἡ φανέρωσή Του στὴν βάτο, στὸ Σινᾶ, στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, στὴν ἔρημο ὡς νεφέλη φωτεινὴ καὶ ὡς στήλη πυρός·

* καὶ πρὸ παντὸς ἡ φανέρωσή Του ἐν Χριστῷ στὴν Καινὴ Διαθήκη.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλες, σκοτεινῆς ἢ ὕποπτης προέλευσης. Π.χ. οἱ παρεμβάσεις τοῦ ὄφεως στὸν Ἀδὰμ καὶ στὴν Εὔα.

Ἀνάλογες ἐμπειρίες ἔχομε στὶς θρησκεῖες τῶν Ἑλλήνων, τῶν Αἰγυπτίων, τοῦ Σουμερίων, τῶν Ἀζτέκων, κλπ.. Καὶ σ' αὐτὲς τὶς θρησκεῖες συναντᾶμε πλῆθος ἐμπειριῶν, ποὺ - κατὰ τὴν πίστη τῶν ὀπαδῶν τοὺς - προκαλοῦνται ἢ προέρχονται ἀπὸ ἐξωκοσμικὲς «θεϊκὲς» δυνάμεις.
Καὶ στὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες, καὶ σὲ ὅλες τὶς νέες θρησκευτικὲς ὁμάδες, ποὺ τὶς ὀνομάζομε «σέκτες», συναντᾶμε ἕνα ἀπέραντο πλῆθος αἰσθητῶν θρησκευτικῶν ἐμπειριῶν. Βλέπομε λοιπόν, ὅτι ἔχομε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ὠκεανὸ θρησκευτικῶν ἐμπειριῶν.

2. Ὅμως, ὅλο αὐτὸ τὸ νερό, (ἀλλοῦ θολό, ἀλλοῦ καθαρὸ• ἀλλοῦ πικρό, ἀλλοῦ γλυκό, ἀλλοῦ βρώμικο κ.α.), εἶναι τόσο θεμελιακὰ διαφορετικὸ στὴν κάθε περίπτωση, ὥστε νὰ θεμελιώνεται σ' αὐτὲς ἡ διαφορὰ τῶν θρησκειῶν καὶ ὁ φανατισμὸς τῶν ὀπαδῶν τους.

Εὐλόγα, πλέον, δημιουργοῦνται τὰ ἐρωτήματα:

* Εἶναι δυνατὸν ὅλο αὐτὸ τὸ νερὸ νὰ πηγάζει (ὅπως πολλοὶ ὑποστηρίζουν) ἀπὸ ΜΙΑ πηγή;

* Καὶ ἂν οἱ πηγὲς εἶναι περισσότερες, καὶ μὲ διαφορετικὸ ἡ κάθε μία νερό, ἐπιτρέπεται νὰ τὶς βάζουμε ὅλες αὐτὲς στὸ ΙΔΙΟ καζάνι; Νὰ τὶς βλέπωμε σὰν «ἕνα»; Γιὰ παράδειγμα: Ἐμπειρία ἦταν καὶ ἡ παρέμβαση τοῦ ὄφεως (τοῦ διαβόλου) στὴν Εὔα, ἐμπειρία ἦταν καὶ ἡ παρέμβαση τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀδάμ. Πῶς μποροῦν νὰ χωρέσουν στὸ ἴδιο καζάνι, τὴν στιγμὴ ποὺ ἔχουν ὄχι μόνο διαμετρικὰ ἀντίθετες, ἀλλὰ καὶ ἀντίπαλες, πηγές;

* Εἶναι ὅλες ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἢ προέρχονται καὶ ἀπὸ ἄλλες δυνάμεις; Πῶς μποροῦμε νὰ εἴμαστε σίγουροι, ὅτι μία θρησκευτικὴ ἐμπειρία πηγὴ της ἔχει τὸν Ἕνα Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὄχι ἄλλες δυνάμεις; Βρισκόμαστε ἑπομένως μπροστὰ σὲ μία μεγάλη ἀπορία. Δὲν ἀρκεῖ μία κάποια ἀπάντηση-τοποθέτηση. Πρέπει νὰ εἶναι μελετημένη καὶ ὑπεύθυνη!

3. Εἶναι λοιπὸν ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη, νὰ γίνει ἕνα ξεκαθάρισμα. Ξεκαθάρισμα, ποὺ δὲν ἔχει ἁπλῶς τὸν σκοπὸ νὰ ἱκανοποιήσει μία ἀνθρώπινη περιέργεια. Δὲν πᾶμε, οὔτε νὰ λύσουμε... σταυρόλεξα, οὔτε νὰ παίξουμε μέ... πάζλ. Δὲν εἶναι οὔτε διασκέδαση, οὔτε παιχνίδι. Ἀφοῦ ἔχει σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν θρησκεία, πρόκειται γιὰ ξεκαθάρισμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ ζωή μας ἢ ὁ θάνατός μας. Ἀπὸ αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας.

Μὲ ἄλλα λόγια χρειάζεται νὰ γίνει διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἐμπειρίες ποὺ ἀναδίδουν «ὀσμὴν ζωῆς εἰς ζωὴν» καὶ σὲ ἄλλες, ποὺ ἀναδίδουν «ὀσμὴν θανάτου εἰς θάνατον» (γιὰ νὰ παραφράσουμε τὸν Παῦλο).

Ποιὲς ἐμπειρίες μᾶς ὁδηγοῦν στὴν Ἀλήθεια καὶ στὴν Ζωή; Καὶ ποιὲς ἐμπειρίες μᾶς ὁδηγοῦν στὸ ψέμα καὶ στὸν θάνατο;

Κάποιοι ἀρχαῖοι ἕλληνες φιλόσοφοι ἔβαλαν τὴν δύναμη τοῦ κεφαλιοῦ τους, καὶ κριτικάροντας ἐμπειρίες, διδασκαλίες, ἔθιμα τῆς θρησκείας τους, ἀπέρριψαν κάποια ἀπὸ αὐτά. Ἀλλὰ στάθηκαν ἀνίκανοι νὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα. Ἦσαν μικροὶ καὶ λίγοι γιὰ τέτοιο ἔργο.

Εἴμαστε ὅλοι μικροὶ καὶ λίγοι γιὰ ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο. Κανεὶς δὲν τὸ μπορεῖ. Μεγάλος μπελὰς γιὰ μᾶς ἕνα τέτοιο ἔργο. Ἐμεῖς τὸ πολὺ ποὺ μποροῦμε, εἶναι νὰ ἰδοῦμε, ἂν μία ἐμπειρία εἶναι τῆς τάξης τοῦ κόσμου τούτου, ἂν εἶναι μία φυσικὴ ἐμπειρία• ἡ ἂν εἶναι μία καθαρὰ ὑπερφυσικὴ ἐμπειρία.


4. Τὸν φοβερὸ «μπελὰ» γιὰ αὐτὸ τὸ ξεχώρισμα τὸν ἀνέλαβε γιὰ χάρη μας ὁ ἴδιος ὁ Θεός, σὰν πατέρας μας.

Τὸ σωτήριο αὐτὸ ἔργο, τὸ ἄρχισε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη· καὶ τὸ ὁλοκλήρωσε στὴν Καινὴ Διαθήκη. Καί, ὅπως γνωρίζομε, τὸ ξεκαθάρισμα αὐτό, Τοῦ κόστισε πολὺ ἀκριβά! Τὸ πλήρωσε μὲ τὸν θάνατό Του καὶ μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα Του. «Ἠγοράσθημεν τιμῆς» (Α' Κορ. 7, 23).

5. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μαρτυρεῖ σαφέστατα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ΕΝΑΣ- καὶ εἶναι ὁ «ἐπὶ πάντων Θεὸς» (Ρωμ. 9, 5). «Πάντες δὲ οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. 95, 5). Δηλαδή, «ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ λεγόμενοι 'θεοὶ' τῶν ἄλλων θρησκειῶν, εἶναι δαιμόνια»!

Ἡ διάκριση εἶναι σαφής. Δὲν ὑπάρχουν «γκρίζες ζῶνες» ἀνάμεσα στὰ δύο. Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος τῆς Δόξης, ἡ Πηγὴ τοῦ μόνου Ἀληθινοῦ Φωτός. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἐκπεσόντες ἄγγελοι, πνεύματα τοῦ σκότους, δαιμόνια πονηρά, ποὺ ὁδήγησαν τοὺς ἀνθρώπους στὸ χάος τῆς εἰδωλολατρίας.

Οἱ εἰδωλολάτρες, καὶ οἱ τότε καὶ οἱ τώρα, εἶχαν καὶ ἔχουν βουλιάξει σὲ ἕνα φοβερὸ πελάγωμα! Γι' αὐτούς, καὶ τὰ κακὰ πνεύματα ἦταν θεοί, καὶ τὰ ἀγαθὰ πνεύματα ἦταν θεοί. Καὶ σὲ πολλὲς εἰδωλολατρίες, παλιότερες καὶ σημερινές, ὁ ἀγαθὸς θεὸς καὶ ὁ κακὸς θεὸς ἦταν οἱ δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου νομίσματος. Ἔτσι λοιπόν, καὶ οἱ τότε εἰδωλολάτρες ὁδηγοῦσαν - καὶ οἱ τώρα συνεχίζουν νὰ ὁδηγοῦν - σὲ ἕνα χάος. Καὶ χάος σημαίνει σκοτάδι- κατάσταση ἀξεκαθάριστη. Γιά μᾶς, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀξεκαθάριστη.

6. Αὐτὴ τὴν χαώδη κατάσταση ἀνέλαβε νὰ τὴν ξεκαθαρίσει γιὰ χάρη μας ὁ ἴδιος ὁ Θεός!
Ἦταν γι' Αὐτὸν εὔκολο; Καθόλου! Ὁ Θεὸς «τρόμαξε» νὰ βγάλει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ αὐτὸν τὸν σκοτεινὸ λαβύρινθο τῆς πολυθεΐας. Παιδεύτηκε πολύ, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν βοηθήσει, νὰ τὸ νιώσει, νὰ καταλάβει ἀπὸ ἐμπειρία «ὅτι εἶναι ὁ μόνος Κύριος καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε στὴν γῆ».

Τελικά, αὐτὸ εἶναι τὸ ξεκάθαρο. Ὑπάρχει ἕνας Θεός, ποὺ εἶναι ὁ μόνος Κύριος· καὶ ἄλλος, ἔξω ἀπὸ Αὐτόν, δὲν ὑπάρχει• οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε στὴν γῆ. Καὶ αὐτό, ὁ Θεὸς δὲν τὸ ἀποκαλύπτει στοὺς ἀνθρώπους, στέλνοντας ἁπλῶς ἕνα μήνυμα, ἢ παραδίδοντας μία προφορικὴ ἢ γραπτὴ διδασκαλία. Τὸ ἔκανε βέβαια καὶ αὐτό.

Συγκαταβαίνοντας ὅμως στὴν ἀνθρώπινη δίψα γιὰ αἰσθητὲς ἐμπειρίες, ἐπιλέγει ἕνα πολὺ «ἐποπτικὸ» καὶ ἐμπειρικὸ τρόπο διαπαιδαγωγήσεώς μας: τὴν ἀντιπαράταξη μὲ τὰ δαιμόνια.

7. Καταδέχεται νὰ ἀντιπαρατάσσεται μὲ τοὺς δαίμονες. Καταδέχεται νὰ παλεύει μαζί τους.
«Δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» καταδέχεται μπροστὰ στὰ μάτια μας νὰ «κονταροχτυπιέται» πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὰ πνεύματα τοῦ σκότους, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δείχνει σὲ μᾶς τὴν ἀκαταμάχητη δύναμή Του. (Τὸ «κονταροχτυπιέται» τὸ λέμε, χωρὶς καμμία δόση «θεοπασχητισμοῦ»). Ἀναγκάζεται μὲ χοντροκομμένο τρόπο νὰ ταρακουνάει τὸν σκληρόκαρδο ἄνθρωπο, ποὺ βρίσκεται κυριολεκτικὰ σὲ ἀφασία• καὶ ἔχει (κατὰ τὸν Χρυσόστομο) «διάνοιαν παχυτέραν καὶ ἀναισθητοτέραν»· δηλαδή, εἶναι πολὺ «χοντροκέφαλος καὶ πολὺ ξεροκέφαλος»• καὶ γι' αὐτό, «χάσκει καὶ ρέπει πρὸς τὰ σωματικὰ» (4).

Ἀναγκάζεται, μᾶς λέει πάλι ὁ Χρυσορρήμων, νὰ παρατάσσεται ὁ Θεὸς γιὰ χάρη μας «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου», γιὰ νὰ ἀνάψει μέσα μας «τὸν σπινθήρα τῆς πίστεως» (5).

8. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ «σπινθήρας τῆς πίστεως»; Εἶναι τὸ κατ' ἀρχὴν ξεκαθάρισμα, ὅτι βασικὰ ὑπάρχουν δύο πηγὲς θρησκευτικῶν ἐμπειριῶν: ἀφ' ἑνὸς ὁ Ἕνας Ἀληθινὸς Παντοδύναμος Θεός· καὶ ἀφ' ἑτέρου οἱ δαίμονες, οἱ ἐκπεσόντες ἄγγελοι, ποὺ μπροστά Του εἶναι ἀνίσχυροι- καὶ «φρίττουν καὶ τρέμουν».

Ἀνάβοντας μέσα μας αὐτὸν τὸν «σπινθήρα τῆς πίστεως» ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς κάμει ἀνθρώπους ἀληθινὰ πιστούς, μὲ πίστη καὶ ἐπίγνωση. Φῶς
Του. Στόμα Του. Κήρυκές Του, ποὺ νὰ ἐξαγγέλλουμε τὰ μεγαλεῖα Του.

Ὁ Θεὸς θέλει νὰ δημιουργήσει ἑστίες φωτὸς- ὁμάδες ἐργατῶν τῆς Βασιλείας Του. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἰσραήλ: «Ὑμεῖς, γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν (=γιὰ νὰ τὸν κάμει ὄργανό Του, νὰ κηρύττει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ), ὅπως τὰς ἀρετὰς ἑξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους καλέσαντος ὑμᾶς εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς» (Α' Πέτρου, 2, 9).

Καὶ ὁ Θεὸς καλεῖ καὶ τὸν Παλαιὸ καὶ τὸν Νέο Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ Φῶς, ἀντιπαρατασσόμενος συχνὰ μὲ τοὺς σκοτεινοὺς δαίμονες. Εἶναι πάρα πολλὰ τὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὁ Θεὸς συγκαταβαίνει καὶ κάνει αὐτὴν τὴν φωτιστικὴ γιὰ μᾶς «ἀντιπαράταξή» Του μὲ τοὺς δαίμονες.





1. Π. Νέλλα, Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, στὸ Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση, Ἀκρίτας 1982, σ. 108

2. Χρ. Γιανναρᾶ, Ἐορτολογικὰ Παλινωδούμενα, Ἀκρίτας 1999, σελ.40

3. P.G.94, 1264 BC

4. Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν Α', ΕΠΕ τ. 36, σελ. 313-317

5. Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν, ΕΠΕ 34, σελ. 428

Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος




Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἦταν διάκονος μεταξὺ τῶν ἑπτὰ διακόνων τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. στ’).
Ἐπίσης, ἦταν ἔγγαμος καὶ εἶχε τέσσερις θυγατέρες, προικισμένες μὲ προφητικὸ χάρισμα. (Πράξ. κα’ 8 – 9). Ὁ Φίλιππος, ὅμως, δὲν στάθηκε μόνο στὴν Ἱερουσαλήμ. Πῆγε στὴ Σαμάρεια καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο, σὰν γνήσιος καὶ αὐτὸς «Ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν θεοῦ καὶ ἐπὶ γνῶσιν ἀληθείας τῆς κατ’ εὐσέβειαν». Δηλαδὴ Ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ διδάξει μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἐξέλεξε ὁ Θεός, τὴν πίστη καὶ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν εὐσέβεια.
Ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια, διὰ τοῦ κηρύγματός του βάπτισε χριστιανὸ τὸν Σίμωνα τὸν μάγο. Ἔπειτα, ὁ Φίλιππος συνάντησε στὸ δρόμο του τὸν Εὐνοῦχο τῆς βασίλισσας Κανδάκης, καὶ ἀφοῦ τὸν κατήχησε, βάπτισε καὶ αὐτὸν Χριστιανό. Κατόπιν, πῆγε στὶς Τράλλεις τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου μὲ τὴ διδασκαλία του ἔπεισε ὅλους σχεδὸν τοὺς κατοίκους τῆς πόλης νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό.
Ὁ Φίλιππος στὴν πόλη αὐτή, ἀφοῦ ἔκτισε καὶ χριστιανικὸ ναό, παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν ψυχή του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, πλήρης ὑπάρχων, διηκόνησας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Διάκονος τοῦ Λόγου Ἀπόστολε· θεοσημείαις δὲ θείαις χρησάμενος, τῆς Σαμαρείας τὰ πλήθη κατηύγασας. Μάκαρ Φίλιππε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φωτισθεὶς ἐν Πνεύματι τῷ Παναγίῳ, τὰ τῆς γῆς πληρώματα, ταῖς σαῖς φωτίζεις διδαχαῖς, καὶ τῶν θαυμάτων λαμπρότησι, ἱερομύστα Ἀπόστολε Φίλιππε.

Μεγαλυνάριον.
Πίστεως τὸ πλήρωμα γεωργῶν, ἐξ αὐτοῦ παρέχεις, τῷ πληρώματι τῶν πιστῶν, ὡς ἐκλελεγμένος, διακονεῖν ἁγίοις· ἐξ οὗ ἡμῖν μετάδος, Φίλιππε ἔνδοξε.

Μνήμη Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου



Αὐτὴ ἔγινε στὴ Νίκαια τὸ 787, ἐπὶ βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης, τῆς μητέρας του, καὶ ἐπὶ Ἀδριανοῦ Πάπα Ρώμης, Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Πολιτιανοῦ Ἀλεξανδρείας, Θεοδωρήτου Ἀντιοχείας καὶ Ἠλία Ἱεροσολύμων.
Συνολικὰ οἱ Πατέρες ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴ Σύνοδο αὐτὴ ἦταν 365 καὶ ἀναθεμάτισαν τὴν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Διατύπωσαν, ὅτι ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση τῆς Εἰκόνας διαβαίνει στὸ πρωτότυπο (δηλαδὴ στὸν εἰκονιζόμενο Ἅγιο) καὶ ὄχι στὰ καθ’ αὐτὸ ξύλο καὶ χρῶμα τῆς εἰκόνας.
Ἡ μνήμη τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τιμᾶται τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 11η Ὀκτωβρίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἑβδόμης Συνόδου τοὺς Πατέρας ὑμνήσωμεν, ὡς τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρας καὶ θερμοὺς ἀντιλήπτορας· Εἰκόνα γὰρ τὴν θείαν τοῦ Χριστοῦ, ἐκήρυξαν τιμᾶσθαι εὐσεβῶς, καθελόντες τῶν αἱρέσεων τὴν ὀφρύν, καὶ πρὸς αὐτοὺς βοήσωμεν· Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὑπερδεδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς, τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι’ αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας· Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ταῖς θείαις τοῦ Πνεύματος, καὶ ἑπταρίθμοις αὐγαῖς, Πατέρες οἱ ἔνθεοι, καταυγασθέντες τὸν νοῦν, Ἑβδόμην συνέλευσιν, ἤθροισαν ἐκ περάτων, ἐν Νικαίᾳ τῇ πόλει, ἱδρύσαντες θεοφρόνως, τὰς πανσέπτους Εἰκόνας. Αὐτῶν μετ’ εὐφροσύνης, τῇ μνήμῃ ᾄσωμεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Ἐκ Πατρὸς ἐκλάμψας, Υἱὸς ἀρρήτως, ἐκ γυναικὸς ἐτέχθη διπλοῦς τῇ φύσει· Ὃν εἰδότες οὐκ ἀρνούμεθα, τῆς μορφῆς τὸ ἐκτύπωμα· αὐτὸ δὲ εὐσεβῶς ἀνιστοροῦντες, σέβομεν πιστῶς· καὶ διὰ τοῦτο, τὴν ἀληθινὴν πίστιν κρατοῦσα, ἡ Ἐκκλησία ἀσπάζεται, τὴν εἰκόνα τῆς Χριστοῦ ἐνανθρωπήσεως.

Μεγαλυνάριον.
Τοὺς θείους Πατέρας τοὺς τὴν σεπτήν, Σύνοδον Ἑβδόμην, συγκροτήσαντας ἱερῶς, καὶ τετιμηκότας, Εἰκόνας τὰς ἁγίας, ᾀσμάτων συμφωνίᾳ, ἀνευφημήσωμεν.

Ἔτερον Μεγαλυνάριον.
Ἐπὶ τὸ πρωτότυπον ἡ τιμή, τῶν σεπτῶν Εἰκόνων διαβαίνει ὡς ἀληθῶς, ὥσπερ οἱ Πατέρες, Συνόδου τῆς Ἑβδόμης, ἐτράνωσαν πανσόφως· οὓς μεγαλύνωμεν.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...