Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012

Μιχαήλ Χούλης, Η παραβολή του Καλού Σπορέως




Η παραβολή του Καλού Σπορέως (Λουκ. κεφ. 8, 5-15)
Στα τρία χρόνια του δημόσιου κηρύγματός του, περιόδευε ο Χριστός από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, διδάσκοντας για το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού. Κοντά του συγκεντρωνόταν πολύ κόσμος, και σε μια ανάλογη περίπτωση, τους είπε την εξής παραβολή: «Βγήκε ο σπορέας για να σπείρει το σπόρο του. Καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και, όταν φύτρωσαν, ξεράθηκαν, γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα στα αγκάθια και, όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους, τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν στο γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν κι έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο». Αφού τα είπε όλα αυτά, πρόσθεσε με έμφαση: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας τα ακούει».
Οι μαθητές του τότε τον ρωτούσαν: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;» Εκείνος τους εξήγησε: «Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Οι σπόροι που έπεσαν στο δρόμο, είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο του Θεού. Έρχεται ύστερα όμως ο διάβολος και τον υφαρπάζει από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Οι σπόροι που έπεσαν στο πετρώδες έδαφος, είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν το λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα. Γι’ αυτό πιστεύουν για λίγο διάστημα και, όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται.

Αυτοί που έπεσαν στα αγκάθια, είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο, συμπορεύονται όμως με τις φροντίδες, με τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής, πνίγονται απ’ αυτά και δεν καρποφορούν. Με το σπόρο που έπεσε σε γόνιμο έδαφος εννοούνται όσοι άκουσαν το λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή».
Η παραβολή αυτή διασώζεται πρώτη από τους συνοπτικούς ευαγγελιστές και η Εκκλησία παραθέτοντάς την, κατά την έναρξη του ετήσιου αγιαστικού έργου της, θέλει να τονίσει ότι ο Χριστός -και η Εκκλησία ως προέκτασή του- είναι ο μοναδικά σίγουρος δρόμος για τον αγιασμό και τη λύτρωση των ανθρώπων. Γιατί όμως ο Ιησούς δίδασκε με παραβολές, δηλαδή με αλληγορικές ιστορίες  από την καθημερινή ζωή, και δεν ξεκαθάριζε από την αρχή ερμηνευτικά τα λεγόμενά του; Για τρεις κυρίως λόγους: Καταρχάς, απαιτείται όχι ορθολογιστική προσέγγιση στις αλήθειες του Θεού, αλλά πίστη και εμπιστοσύνη στο θέλημά του. Κατά δεύτερον, γιατί οι εικόνες μένουν πολύ περισσότερο στο νου, κάνουν εντύπωση και προσπαθεί κανείς με ιδιαίτερο ζήλο να καταλάβει τι εννοούν. Και κατά τρίτον, γιατί δεν ήθελε ο Κύριος να παρεξηγήσουν οι Ιουδαίοι και οι Ρωμαίοι τα λεγόμενά του και να θεωρήσουν είτε ότι είναι πολιτικοθρησκευτικός μεσσίας είτε ότι κινδυνεύει η Ρώμη από έναν επίδοξο σφετεριστή της βασιλείας της. Ο Χριστός συχνά πρόσθετε στο τέλος των λόγων του το: «Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας ακούει». Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται θεολογική δεκτικότητα στους ακροατές του θείου λόγου και ότι ευθύνη για τη σωτηρία του έχει ο καθένας προσωπικά, που δίδει ή δεν δίδει την πρέπουσα σημασία στην αποκάλυψη της αλήθειας δια Χριστού Ιησού.   
Γιατί δεν απέδωσε όμως πολύ στην πράξη η χριστιανική διδασκαλία, 2.000 χρόνια μετά τον Χριστό, και γιατί παρατηρούνται ακόμη μίση, έχθρες και διεθνείς συρράξεις;  Σε αυτήν την ερώτηση απαντά η συγκεκριμένη παραβολή. Ο Κύριος θέλει να διδάξει ότι το ποιος θα δεχθεί και ποιος θα υλοποιήσει το θέλημα του Θεού, δεν εξαρτάται από τη χριστιανική διδασκαλία που είναι μοναδική, ούτε από την αξία μόνο και εργατική προσφορά του διδάσκαλου, ποιμένα, αρχιερέα και ιερέα της Εκκλησίας. Αλλά κυρίως από το ποιόν, την ψυχοσύνθεση, τη σκληρότητα ή όχι, τον εγωισμό ή την ταπείνωση, την αδιαφορία ή την θέληση και ελευθερία του αποδέκτη του μηνύματος, που μπορεί να είναι Ιουδαίος ή Εθνικός, πιστός ή άπιστος, μικρός ή μεγάλος, άντρας ή γυναίκα. Αποκαλύπτει ακόμη ο Χριστός ότι οι απόστολοι, αλλά και οι μαθητές του, και οι κληρικοί και οι διδάσκαλοι σε όλες τις εποχές, δεν θα έχουν πάντοτε επιτυχίες στα ακροατήριά τους, αλλά και αποτυχίες στο έργο τους, στενοχώριες και διώξεις. Δεν θα πρέπει επομένως να αποθαρρύνονται, αλλά να αφήνουν την τελευταία λέξη και ενέργεια στο Θεό, τον μόνο που γνωρίζει τα άδηλα βάθη των ψυχών, αλλά και την λεπτομερή κατάληξη της ιστορίας. Εξάλλου, ο σπόρος που έπεσε σε γόνιμο έδαφος και αυξήθηκε και απέδωσε εκατό φορές περισσότερο, σημαίνει ότι το έργο της Εκκλησίας θα αποδώσει πολύ, και περισσότεροι είναι εκείνοι που θα σωθούν παρά εκείνοι που θα χαθούν. 
Η ακαρπία πολλών ανθρώπων, σύμφωνα με την παρούσα παραβολή, οφείλεται είτε στον σατανά, που είναι ο ηθικός αυτουργός στον ξεπεσμό του ανθρώπου, είτε στις δοκιμασίες και θλίψεις και αιρέσεις που απομακρύνουν πολλούς, είτε στις απολαύσεις και επιπολαιότητες και πάθη της ζωής, που ξεστρατίζουν αρκετούς από την πνευματική οδό προς τη βασιλεία του Θεού και οδηγούν δυστυχώς στις ψυχικές διαταραχές, το επίμονο άγχος και τον υπαρξιακό φόβο. Το βασικό όμως είναι, μας επισημαίνει η Εκκλησία, ότι ένας είναι ο δρόμος της σωτηρίας: Η γνωριμία με το Χριστό-σπορέα και η κατά χάριν ένωση μαζί του μέσω των μυστηρίων.
Προσοχή λοιπόν χρειάζεται να μην παραπλανηθεί κανείς, αλλά να συνδεθεί με την όντως ζωή, τον Θεάνθρωπο Ιησού, και να αποδώσει καρπούς πνευματικούς, ζώντας μια όσο το δυνατόν αγία και σε εγρήγορση ζωή, εν μετανοία, εν υπομονή και εν ταπεινώσει.   
           ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
-«Η Καινή Διαθήκη», “Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας”, Αθ. 2003
-«Κυριακοδρόμιο», εκδ. “Άρτος Ζωής”, Αθ. 2011
-«Λόγος και Ύπαρξη», τ. Α΄, έκδ. Β΄, εκδ. “Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος”, Αθ. 2001
-«Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο», Ιω. Καραβιδόπουλου, εκδ. “Π. Πουρναρά”, Θεσσαλ. 1988

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ - Η παραβολή του καλού Σπορέα



ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ
Η παραβολή του καλού Σπορέα
(Λουκά η΄, 5-15)
Η Εκκλησία μας διδάσκει με τη θαυμάσια παραβολή του Σπορέα, πως ο Χριστός καλεί όλους τους ανθρώπους στη Βασιλεία του Θεού, στον Παράδεισο. Η σημερινή παραβολή μας παρουσιάζει: α) το λόγο του Θεού που σπείρεται στις καρδιές των ανθρώπων, β) τη θέση που παίρνουν απέναντι στο λόγο του Θεού οι άνθρωποι και γ) τη μοναδική και αλάνθαστη ερμηνεία της παραβολής από τον ίδιο τον Κύριο.
Ο Θεός είναι ο γεωργός και εμείς είμαστε το χωράφι Του. Ο καλός Σπορέας είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και το χώμα είναι η καρδιά του ανθρώπου. Ο Κύριος έσπειρε το θείο λόγο Του στις καρδιές των ανθρώπων και περιμένει να τον υποδεχτούν. Με τη σωστή καλλιέργεια η καρποφορία του θα είναι καταπληκτική. Οι διάφορες ομάδες των ανθρώπων είναι:
1η Ομάδα: Εδώ ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι που η καρδιά τους έχει γίνει τόσο σκληρή, όπως είναι ακριβώς το πατημένο χώμα. Ο σπόρος που έπεσε έμεινε στην επιφάνεια, γιατί ο άνθρωπος δε θέλησε να τον ακούσει προσεχτικά και σωστά. Αυτός ο άνθρωπος μένει συνήθως αδιάφορος για τη θρησκεία και το Ευαγγέλιο. Ονομάζει τον εαυτό του άθρησκο. έτσι ο λόγος του Θεού εξαφανίζεται, γιατί ο άνθρωπος δεν τον αφήνει να μπει στην καρδιά του.
2η Ομάδα: Εδώ ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι, που η καρδιά τους είναι γεμάτη πέτρες και αγκωνάρια. Είναι οι διάφορες αμαρτίες και αδυναμίες του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος είναι ακόμη παιδί, ο λόγος του Θεού βρίσκει καλή υποδοχή. Η παιδική καρδιά είναι σ’ αυτή την ηλικία μαλακή και εύπλαστη. Όσο μεγαλώνει όμως ο άνθρωπος και δε φροντίζει να διορθώνει τις ελλείψεις και αδυναμίες του, τόσο η καρδιά του γίνεται σκληρή. Ο κίνδυνος αρχίζει να φαίνεται, όταν παραμελεί τον κυριακάτικο εκκλησιασμό, όταν δε συμμετέχει στην ιερή εξομολόγηση και στη θεία Κοινωνία. Ο λόγος του Θεού έχει αρχίσει να μαραίνεται, να ξεραίνεται, επειδή η καρδιά του ανθρώπου έχει γεμίσει όλο πέτρες (αμαρτίες, αδυναμίες, δικαιολογίες).
3η Ομάδα: Εδώ ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι, που έχουν γεμίσει την καρδιά τους μ’ ένα σωρό αγωνίες, μέριμνες και υλικές φροντίδες. Είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να αποκτά στη ζωή του περισσότερα χρήματα, μεγαλύτερη δόξα και ισχυρή δύναμη. Αυτά τα αγκάθια, τα ζιζάνια και τα τριβόλια είναι η μεγαλύτερη παγίδα του σατανά, που προσπαθεί να μας απομακρύνει από το Θεό. Και στη μικρή ηλικία δε μας αφήνει να προσέξουμε, π.χ. στην εκκλησία το κήρυγμα του λόγου του Θεού. Εκείνη την ώρα μας βάζει να σκεφτόμαστε άλλα πράγματα. Ο νους μας τρέχει εδώ και εκεί. Αυτά τα αγκάθια πνίγουν τελικά την καρδιά του ανθρώπου και μαζί της και το λόγο του Θεού.
4η Ομάδα: Εδώ ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι, που έχουν καλή καρδιά. Αγαπούν το Θεό και τους άλλους ανθρώπους. Η αγάπη μεγαλώνει την καρδιά του ανθρώπου και έτσι ο λόγος του Θεού ριζοβολάει βαθιά. Φέρνει πολύ και σπουδαίο καρπό. Ο χριστιανός δείχνει αυτήν την καρποφορία με τη δυνατή πίστη και τα έργα της άφθαστης αγάπης. Έχει πια βρεθεί κοντά στο Θεό και απολαμβάνει την αγάπη Του και την αιώνια ζωή, που είναι ο Παράδεισος.

Κυριακή Δ’ Λουκά: Λόγος στο ευαγγέλιο που λέγει «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


Γίνεται λόγος και για την καλλιέργεια που οφείλομε να κάνομε πριν από αυτή τη σπορά

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εξέλεξε τους μαθητές του όχι από τους σοφούς, όχι από τους ευγενείς, όχι από τους πλούσιους ή ένδοξους, αλλά από αλιείς και σκηνορράφους, φτωχούς και αγράμματους, με σκοπό να δείξει σε όλους, ότι ούτε η φτώχεια, ούτε η απαιδευσία, ούτε η ευτέλεια, ούτε κάποιο άλλο από τα παρόμοια είναι εμπόδιο για την απόκτηση της αρετής και την επίγνωση των θείων λογίων και των μυστηρίων τού Πνεύματος, αλλά και ο φτωχότερος και ο ευτελέστερος και ο πιο αμόρφωτος, αν δείξει προθυμία και την πρέπουσα επιστροφή προς το καλό, μπορεί όχι μόνο να γνωρίσει τη θεία διδασκαλία, αλλά και ο ίδιος να καταστεί διδάσκαλος με τη χάρη του ΘεούΑυτά βέβαια που εμποδίζουν προς τη σύνεση και την κατανόηση των πνευματικών διδαγμάτων είναι η ραθυμία μας και η με όλη τη δύναμη προσκόλληση στα πρόσκαιρα και στα βιοτικά, και εξαιτίας αυτών δεν μας δίνεται χώρος και ευκαιρία για την ακρόαση και μελέτη και ανάμνηση αυτών που ακούσθηκαν, ούτε φροντίζομε για τα μελλοντικά και τα αιώνια.
Και αυτό γίνεται φανερό περισσότερο από όλα και από την περικοπή τού ευαγγελίου που διαβάζεται σήμερα.


Αφού ο Κύριος μίλησε στο λαό παραβολικά, πλησιάζοντάς τον οι μαθητές του ιδιαιτέρως ζητούσαν να μάθουν τον σκοπό και τη σημασία τής παραβολής που λέχθηκε τότε και ερωτούσαν για ποιο λόγο μιλάει στο λαό με παραβολές, που δεν οδηγούν αβίαστα στην κατανόηση. Και ο Κύριος τότε λέγει προς αυτούς· «σε σας έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας τού Θεού, ενώ σ’ εκείνους προσφέρονται με παραβολές, ώστε βλέποντας να μη βλέπουν και ακούοντας να μη αντιλαμβάνονται».

Θα μπορούσε όμως κανείς να βρει το θάρρος και να πει· και τί σημαίνει αυτό, Κύριε; Εσύ που είσαι ο μόνος μεσίτης όλων, ο μόνος Δεσπότης και προνοητής των πάντων, ο μόνος κοινός Πατέρας, ο μόνος κοινός Σωτήρας, το φως αυτών που βρίσκονται στο σκότος της άγνοιας, το φως «που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», τώρα φωτίζεις μόνο τους επίλεκτους μαθητές σου, ενώ στους άλλους μιλάς με ασάφεια, για να μη αναληφθούν τα λεγόμενα και φωτισθούν; Ναι, λέγει. Το μοναδικό ζώο σ’ αυτόν τον κόσμο που θέλησα να πλάσω με δική του προαίρεση είναι ο άνθρωπος· ήρθα βέβαια στον κόσμο όχι να εξαλείψω το πλάσμα των χεριών μου επειδή παραφθάρθηκε, αλλά να το διασώσω. Γι’ αυτό δεν σύρω με τη βία κανένα απολύτως· μόνους άξιους να φωτισθούν θεωρώ δίκαια αυτούς που θέλουν από μόνοι τους και ποθούν και ζητούν να κάνουν πράξη τη σωτήρια γνώση· γιατί «καθένας που αιτεί λαμβάνει και καθένας που ζητεί βρίσκει, και σε όποιον κρούει, θα ανοιχθεί»· από υπερβολική όμως φιλανθρωπία ομιλώ και σε εκείνους που δεν είναι τέτοιοι, αν και όχι με σαφήνεια, για να τους παρακινήσω και να τους προτρέψω να προτιμήσουν και να μάθουν να ζητούν, ώστε να δεχθούν τη σωτήρια γνώση. Γιατί έτσι θα δοθεί και σ’ αυτούς να γνωρίσουν τα μυστήρια της βασιλείας τού ΘεούΣε σας λοιπόν, λέγει, έχει δοθεί να τα γνωρίσετε, που το επιζητείτε με ιδιαίτερη φιλοπονίαώστε να μετατρέψετε σε έργο τη γνώση. Γιατί καλό είναι όχι απλώς η γνώση, αλλ’ η έμπρακτη γνώση, όπως και η σύμφωνα με το λόγο πράξη· γιατί λέγει· «δεν θα δικαιωθούν οι ακροατές, αλλά οι εκτελεστές τού νόμου».

Αλλά βλέπετε ότι από τη δική μας απραξία και ραθυμία, αδελφοί, προέρχεται το να μη αντιλαμβανόμαστε και να μη κατανοούμε εύκολα την ιερή διδασκαλία; Αυτό λέγω και εγώ τώρα προς την αγάπη σας, που με εντολή, που ο Κύριος γνωρίζει, ορί­σθηκα διδάσκαλός σας. Αν κάποιος δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τελείως το νόημα των διδασκομένων από εμένα στην εκκλησία, ας προσέρχεται σ’ εμένα κατ’ ιδίαν και να με ερωτά, και θ’ ακούσει με πολλή σαφήνεια και θα μετατρέψει σε έργο αυτό που άκουσε, με τη βοήθεια σ’ αυτό του Θεού, που μου δίνει λόγο, «όταν ανοίγω το στόμα μου», λόγω της επίμονης αυτής επιζήτησης αυτού.


Τώρα όμως ας δούμε από την αρχή την παραβολή. «Βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του». Καλώς η χάρη τού Πνεύ­ματος νομοθέτησε να διαβάζεται τώρα η παραβολή αυτή στην εκκλησία ενώπιον όλων· γιατί τώρα είναι η εποχή τής σποράς και οι περισσότεροι φροντίζουν να παραχώνουν στη γη τούς από τη γη σπόρους. Αυτός όμως που σπέρνει στη γη τους ετήσιους καρπούς, επειδή σπέρνει φθαρτά, που αν δεν φθαρούν δεν φυτρώνουν, οπωσδήποτε θα θερίσει και θα καρπωθεί φθαρτά, πρόσκαιρη συντήρηση της σάρκας που έπειτα από λίγο θα διαλυθεί. Θα διδαχθούμε όμως με την παραβολή αυτή ποιά είναι τα πνευματικά και άφθαρτα σπέρματα και ποιος ο καιρός τής σποράς αυτής, ποιος επίσης ο σπορέαςαυτών και ποια η κατάλληλη γι’ αυτά γη, για να μη κοπιάζομε με την ελπίδα τού θερισμού που θα μας θρέ­ψει πρόσκαιρα, αλλά και να κάνομε τα πάνταμε την ελπίδα τού θέρους που θα μας προσφέρει αιώνια ζωή. Γιατί λέγει, «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του». Ποιός είναι αυτός; Είναι ο ίδιος ο Κύριος, αυτός που μέσω του Ψαλμωδού προείπε για τον εαυτό του, «θ’ ανοίξω το στόμα μου με παραβολές». Αλλά από πού βγήκε αυτός που είναι παντού παρών; Και πού ήρθε αυτός που δεν είναι από πουθενά απών; Αυτός λέγει πάλι για τον εαυτό του, «βγήκα από τον Πατέρα μου και ήρθα στον κόσμο». Βγήκε από τον Πατέρα του χωρίς να αποχωρισθεί από τους πατρικούς κόλπους, και ήρθε στον κόσμο αυτός που βρίσκεται μέσα στον κόσμο και μέσω του οποίου έγινε ο κόσμος, και κατέβηκε από τον ουρανό στη γη αυτός που γεμίζει τον ουρανό και τη γη. Ώστε το να εξέλθει ο μονογενής τού Θεού και το να έχει κατεβεί από τους ουρανούς δεν δηλώνει τίποτε άλλο, παρά την με σάρκα παρουσία του στον κόσμο και την κένωσή του από το απόρρητο ύψος της θεότητας στη μηδαμινότητα της ανθρώπινης φύσης.


Βγήκε λοιπόν αυτός έτσι «για να σπείρει τον σπόρο του». Ποιός είναι αυτός ο σπόρος; Ο λόγος τής διδασκαλίας, τα λόγια τής αιώνιας ζωής, οι εντολές τής αθανασίας, η επαγγελία τής νέας ζωής, το ευαγγέλιο της βασιλείας των ουρανών. Αυτού είναι αυτά· γιατί και αυτός λέγει για τον εαυτό του, «τα λόγια που εγώ λαλώ, είναι πνεύμα και ζωή», και ο Πέτρος έλεγε προς αυτόν, «έχεις λόγια ζωής αιώνιας». Μόνον αυτού λοιπόν είναι ο τέτοιος σπόρος και μόνον αυτός είναι που τον σπέρνει ασταμάτητα, με το οποίο γίνεται φανερό ότι αυτός είναι ο Θεός των πάντων. Βέβαια κάθε διδάσκαλος και ευαγγελιστής και κήρυκας της ευσέβειας και του ευσεβούς τρόπου ζωής σπέρνει ασφαλώς και αυτός τα λόγια τής ζωής, τον λόγο τής ευαγγελικής και ουράνιας διδασκαλίας, αλλά, αφού υπηρετήσει στη γενεά του τη βουλή τού Θεού, παρέρχεται, ενώ δεν υπήρχε ούτε προηγουμένως· και ο λόγος βέβαια της σωτηρίας που διδάσκοντας σπέρνει δεν είναι δικός του, αλλά του Θεού, που και συνεργεί με αυτόν και «του δίνει λόγο όταν ανοίγει το στόμα του».


Ο Κύριος όμως Ιησούς Χριστός, όντας Θεός αληθινός, έχει δικό του τον σπόρο αυτό τής αιώνιας ζωής και αυτός σπέρνει παντοτινά και μέσω του φυσικού νόμου μέσα στη κτίση, και μέσω του νόμου που έχει δοθεί γραπτώς στους Ισραηλίτες, και μέσω του προφητικού λόγου, και μέσω του ευαγγελίου τής χάριτος ύστερα. Καιρός βέβαια του σπόρου αυτού του είδους είναι όλος ο βίος κάθε ανθρώπου, και μάλιστα όλος ο χρόνος μετά την παρουσία τού Κυρίου μέχρι τη συντέλεια, ενώ καιρός τού θερισμού τού σπόρου αυτού είναι ο κατά την προσδοκώμενη δεύτερη έλευση και παρουσία τού Κυρίου· γι’ αυτό και ο απόστολος λέγει, «ο γεωργός οφείλει να οργώνει με ελπίδα», και «αυτός που σπέρνει στο πνεύμα, θα θερίσει αιώνια ζωή»· και ο Ψαλμωδός προφήτης· «αυτοί που σπέρνουν τώρα με δάκρυα, θα θερίσουν τότε με αγαλλίαση»

Βγήκε ο Κύριος να σπείρει τον σπόρο του. ΠούΣτις καρδιές των ανθρώπων γιατί αυτές είναι τα χωράφια που δέχονται τα πνευματικά σπέρματα. Από αυτές άλλες μοιάζουν με δρόμο, καταπατημένες κατά κάποιο τρόπο και καταπιεσμένες από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη και από τους επόπτες αυτών, τους πονηρότατους δαίμονες, άλλες μοιάζουν μεπετρώδη γη, όσες από μικροψυχία και πώρωση δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέχρι το τέλος τα σπέρματα της διδασκαλίας και να καρποφορήσουν με αυτά καρπούς προς αιώνια ζωή, και άλλες μοιάζουν με γεμάτο από αγκάθια έδαφος, επειδή το ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στα κτήματα και τον πλούτο και τις πρόσκαιρες απολαύσεις και στα προερχόμενα από αυτές.

Καθώς λοιπόν παρατηρούνται πολλές διαφορές στις καρδιές τών ανθρώπων, «βγήκε» λέγει, «ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του· και καθώς έσπερνε, άλλος έπεσε στο δρόμο και καταπατήθηκε και το κατέφαγαν τα πετούμενα του ουρανού». Ένα μέρος λοιπόν, λέγει, ότι έπεσε στο δρόμο, δηλαδή σε καρδιές που ή ήταν έξω από την κύρια και ευθεία οδό, γι’ αυτό και καταπατήθηκε από τους πονηρούς δαίμονες που περπατούν στον κακότοπο, ή ήταν στην πονηρή οδό αυτών, γι’ αυτό και τα πετεινά τού ουρανού, δηλαδή τα εναέρια πονηρά πνεύματα, τον κατέφαγαν και τον αφάνισαν, και έτσι οι άνθρωποι εκείνοι είναι σαν να μη άκουσαν καθόλου τον λόγο τού Θεού· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν δίπλα στο δρόμο είναι οι άνθρωποι που άκουσαν, έπειτα έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί από τις καρδιές τους τον λόγο, για να μη σωθούν πιστεύοντας». «Και άλλο μέρος», λέγει, «έπεσε στην πέτρα», ενώ ο Ματθαίος λέγει, «στα πετρώδη μέρη», δηλαδή σεπωρωμένη και σκληρή καρδιά, μέσα στην οποία δεν μπορεί να εισχωρήσει ο λόγος, ώστε να την κυριεύσει με δύναμη και να ριζωθεί κατά κάποιο τρόπο μέσα σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και λέγει, «αφού φύτρωσε, ξηράθηκε, γιατί δεν είχε ικμάδα»· δηλαδή, αφού έμεινε λίγο και φάνηκε να προοδεύει κάπως, έπειτα εξαφανίσθη­κε, καθώς προέκυψαν κάποιοι πειρασμοί, χωρίς να μπορέσει να φέρει τέλειο καρπό εξ’ αιτίας τής αδυναμίας της προαίρεσης· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι εκείνοι που όταν ακούσουν τον λόγο τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα, αλλά πιστεύουν προσωρινά, και σε καιρό πειρασμού απομακρύνονται». «Και άλλο μέρος έπεσε ανάμεσα στα αγκάθια», δηλαδή σε καρδιές που είναι τελείως προσκολλημένες στα σωματικά και πρόσκαιρα και βιωτικά και βυθισμένες στις φροντίδες γι’ αυτά και στις ηδονές από αυτά. Γι’ αυτό και αφούβλάστησαν τα τέτοια αγκάθια μαζί με τον σπόρο, τον κατέπνιξαν και τοναφάνισαν. Γιατί λέγει, «αυτό που έπεσε στα αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν τον λόγο, αλλά πορευόμενοι μέσω των φροντίδων και του πλούτου και των ηδονών τού βίου πνίγονται μαζί μ’ αυτά και δεν φέρουν καρπό».

Αφού ο Κύριος απομάκρυνε έτσι και αποδοκίμασε και εκείνους που δεν πρόσεξαν στη διδασκαλία τού θείου Πνεύματος, και που αυτοί είναι όσοι έπεσαν δίπλα στο δρόμο, και εκείνους που πρόσεξαν βέβαια, αλλά για λίγο, και που είναι αυτοί που μοιάζουν με πετρώδη γη, και εκείνους που τη δέχθηκαν οπωσδήποτε και την κρατούν με γνώση, αλλ’ έχουν διαφθαρεί από τον πλούτο και τη δόξα και την απόλαυση (γιατί αυτοί είναι οι ακανθώδεις), έπειτα με την παραβολή εισάγει και παρουσιάζει ποιοι είναι οι ευδόκιμοι, λέγοντας, «το άλλο μέρος έπεσε στο εύφορο το έδαφος», δηλαδή σε ψυχή που έχει καλή και αγαθή προαίρεση, η οποία και δέχεται με προθυμία και κρατεί μέσα της τον λόγο τής διδασκαλίας, μη επιτρέποντας στους εχθρούς τής σωτηρίας της να δημιουργήσουν μέσα από αυτήν είσοδο, και τον φυλάσσει υπομονετικά, μένοντας με σταθερότητα στα όσα άκουσε, με το να υποφέρει, με γενναιότητα τους πειρασμούς και τελεσφορεί, απορρίπτοντας τον χρηματιστικό και απολαυστικό και ρευστό βίο, και φέρει καρπό, όπως λέγει ο θείος Μάρκος, «που ανεβαίνει και αυξάνει σε τριάντα και εξήντα και εκατό φορές περισσότερο».

Θα μπορούσε όμως κάποιος να ονομάσει αυτά δουλεία, μισθοφορία, υιότητα. Πραγματικά αυτός που πλησιάζει τον Θεό αληθινά, πρώτα βέβαια ως υπεύθυνος είναι δούλος εξ αιτίας τής πρώτης ανυποταξίας και ανυπακοής, έπειτα, αφού δουλεύσει, επιθυμεί και μισθό, και αφού προκόψει στην αγάπη, είναι σαν υιός πλέον, που έχει φθάσει στην κατοχή τής αρετής και υπακούει κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο στον ουράνιο Πατέρα. Ας προσπαθήσομε, αδελφοί, ή τη θεία υιοθεσία να κερδίσομε με την αγάπη προς τον Θεό, την απομάκρυνση από όλα τα γήινα, και τη διαρκή προσευχή και ψαλμωδία και απερίσπαστη προσήλωση σ’ αυτά, ή να συνταχθούμε με τους μισθωτούς, κατορθώνοντας την σε όλα εγκράτεια κατά τον αγώνα, ή να συναριθμηθούμε με τους δούλους πενθώντας τις προηγούμενες αμαρτίες μας· όποιος είναι έξω και από τα τρία αυτά, είναι έξω από τον χορό των σωζομένων.

Αλλά, λέγει, «λέγοντας αυτά ο Κύριος φώναζε, όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει». Όχι ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αυτιά, αλλ’ ότι δεν τα έχουν όλοι για να ακούνε τον λόγο τής σωτηρίας. Επειδή όμως, σύμφωνα μ’ αυτό που λέγεται, «νους βλέπει και νους ακούει», αυτοί που ακούουν με νου και σύνεση, αυτοί έχουν αυτιά ν’ ακούουν. Αν επί πλέον «είναι και αγαθή η σύνεση εκείνων που την πραγματοποιούν» και ο λόγος διαβάζεται με τις πράξεις, εκείνος έχει αυτιά για ν’ ακούει, όχι εκείνος που απλώς ακούει, αλλ’ αυτός που υπακούει και κάνει πράξη αυτό που άκουσε.

Ας ακούσομε λοιπόν, αδελφοί, και εμείς με σύνεση, παρακαλώ, προ πάντων το ότι δεν είπε ο Κύριος, ότι βγήκε να οργώσει τα λογικά χωράφια, ούτε να κατακόψει δυο και τρεις φορές και να ξερριζώσει τις ρίζες τών άγριων βοτανών και να καταθρυμματίσει τους βώλους, δηλαδή να προκαλλιεργήσει τις καρδιές και τις διά­νοιές μας, αλλά βγήκε απευθείας να σπείρει. Γιατί; Επειδή η πριν από τη σπορά καλλιέργεια αυτή της ψυχής πρέπει να γίνεται από μας. Γι’ αυτό και ο πρόδρομος του ευαγγελίου τής χάριτος από πριν προέτρεπε με μεγάλη φωνή, λέγοντας, «ετοιμάσατε την οδό τού Κυρίου, κάμετε ευθείς τους δρόμους του», και «μετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία τών ουρανών». Ετοιμασία βέβαια και αρχή μετάνοιας είναι η αυτομεμψία, η εξομολόγηση, η αποχή από τα κακά. Αλλά και επί πλέον απειλεί εκείνους που δεν είναι έτσι προετοιμασμένοι, ώστε να φέρουν καρπούς άξιους της μετάνοιας· γιατί λέγει· «κάθε δένδρο που δεν κάμνει καλό καρπό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά». Εκκοπή ασφαλώς είναι η απόφαση του Θεού εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν αμετανόητα, σύμφωνα με την οποία, αφού αποσπασθούν και από την παρούσα και από τη μέλλουσα ζωή, παραπέμπονται, αλλοίμονο, στην άσβεστη γέεννα του πυρός.

Ας μετανοήσομε λοιπόν, αδελφοί, και ας δείξομε καρπούς άξι­ους της μετάνοιας· ας απομακρυνθούμε καθένας από τις κακίες του· ας μάθομε να λέμε και να πράττομε καλά· ας καταστήσομε τους εαυτούς μας πρόθυμους για την υποδοχή τού ουράνιου σπέρματος, του λόγου τής ζωής· ας σταματήσομε τη γλώσσα μας από τα κακά (ποιά είναι αυτά; η ματαιολογία, η κατηγορία, η καταλα­λιά), και τα χείλη μας, ώστε να μη εκστομίζουν όρκους και ψεύδη και φλυαρίες. Προφανώς αυτά είναι τα από την παραβολή λεγόμενα πονηρά πετεινά τού ουρανού, τα οποία κατατρώγουν και αφανίζουν το καλό σπέρμα. Γιατί κάθε λόγος είναι κατά κάποιο τρόπο εναέριο πτηνό· γι’ αυτό και κάποιοι ονόμασαν τους λόγους πτερόεντες. Ο πονηρός όμως λόγος, βγαίνοντας από τον πονηρό θησαυρό τής καρδιάς, σαν από φωλιά, μέσω του στόματος, αφαιρεί τον αγιασμό τής ψυχής· γι’ αυτό και ο Κύριος λέγει αλλού, ότι «αυτά που βγαίνουν από το στόμα είναι εκείνα που μολύνουν τον άνθρωπο». Να μη βγαίνει λοιπόν λόγος σάπιος από το στόμα σας αλλ’ εκείνος που είναι ικανός να προσφέρει εποικοδόμηση σ’ όσους τον ακούνε.

Κανένας λοιπόν από σας να μη είναι τόσο προσηλωμένος στα βιωτικά, ώστε ν’ απολιθωθεί κατά κάποιο τρόπο από αυτά, και να μη μπορεί ν’ ανοίγει τα αυτιά και την καρδιά στη δροσιά τών λόγων τής διδασκαλίας τού Πνεύματος. Γιατί δηλαδή το χώμα τής γης, όταν δέχεται τη βροχή, φουσκώνει και μαλακώνει και λιπαίνεται, ενώ το κεραμίδι μένει σκληρό και ξηρό και αδιάλυτο; όχι γιατί η γη θερμαίνεται με τις ακτινοβολίες τού ηλίου, αλλά δεν  κατακαίεται, γι’ αυτό και έχει ανοιχτούς τους πόρους προς υποδοχή τής βροχής, ενώ το κεραμίδι κατακαιόμενο από τη βίαια επαφή με τη φωτιά έχει τους πόρους στο βάθος δυνατά σφραγισμένους και κλειστούς, ώστε να μη μπορούν να δέχονται τη βροχή, έστω και αν είναι πάρα πολύ λεπτή; Έτσι και αυτός που κατέχεται από τα σωματικά και τα γήινα και τα βιωτικά σκληρύνεται υπερβολικά και για πάντα στην καρδιά και έχοντας νεκρωμένη τη διάνοια πριν επιστρέψει στη γη δεν συναισθάνεται την από τον Θεό διδασκαλία· αυτός όμως που χρησιμοποιεί τον κόσμο αυτό και σύμφωνα με την παραίνεση του αποστόλου δεν κάνει κατάχρηση αυτού, θα είναι έτοιμος να ζητεί και ν’ ακούει με σύνεση και να ενεργεί με ζήλο και προθυμία και τα ουράνια· και όχι μόνο ν’ ακούει έτσι, αλλά και να κρατά μέσα του τη διδασκαλία και να την μετατρέπει σε έργο, για να μακαρισθεί από τον Κύριο εξομοιούμενος με τον πιστό και φρόνιμο δούλο· γιατί λέγει· «αυτός που ακούει τους λόγους μου και τους εφαρμόζει, αυτόν θα τον θεωρήσω όμοιο με φρόνιμο άνδρα».

Αυτός που παραδίδεται αποχαυνωμένος στη γαστριμαργία και το υπερβολικό ποτό και τις απολαύσεις και τη μέθη να μη το κάνει αυτό στο εξής, αλλιώς μάταια θα δεχθεί το ουράνιο σπέρμα, τον λόγο τής διδασκαλίας. Γιατί δεν θα μπορέσει να φανεί καρποφόρα γη για τον Θεό. Όλοι εσείς γνωρίζετε ότι, όταν το υγρό υπερχειλίζει στα σπαρμένα χωράφια, αυτά δεν μπορούν να φέρουν καρπό· πώς λοιπόν θα μπορέσει να παρουσιάσει ουράνιο καρπό μια καρδιά που είναι καταμουσκεμένη με απολαύσεις και κρασοπότια; Αυτός που περιέπεσε σε κάποια ακαθαρσία πορνείας ας επιστρέψει και ας απομακρυνθεί απ’ αυτήν και ας καθαρίσει τον εαυτό του με τη μετάνοια. «Μήπως δηλαδή αυτός που πέφτει δεν σηκώνεται, ή αυτός που απομακρύνεται δεν επιστρέφει;». Γιατί αν κυλιέται σ' αυτόν τον βόρβορο, πώς δεχόμενος το θείο μύρο θα το κρατήσει μέσα του αβλαβές, το πολύτιμο μαργαριτάρι, εννοώ τον σωτήριο λόγο; Το μαργαριτάρι δεν φοριέται σε χοίρο, και το μύρο από τους συνετούς δεν ανακατεύεται με τον βόρβορο· γιατί είτε κάποιος χύσει αυτό και το αναμίξει με την κοπριά, είτε το βάλει σε ακάθαρτο σκεύος, όμοια αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, αν και βέβαια το θείο μύρο είναι απαθές· αλλ’ αυτό που θα πάθαινε, αν ήταν παθητό, αχρειωνόμενο, αυτό οπωσδήποτε θα πάθει αυτός που το τοποθέτησε σε τέτοιο σκεύος και δεν απομακρύνεται από την αμαρτία. Ο πλεονέκτης να σταματήσει στο εξής την πλεονεξία του, αλλά και να δίνει από όσα έχει σε εκείνους που δεν έχουν. Γιατί, αν δεν το κάνει αυτό, δεν θα διαφύγει τη θεία οργή, και αν δεν διαφύγει τη θεία οργή, πώς θα υποδεχθεί το θείο σπέρμα; Γιατί προς εκείνους που ερώτησαν, πώς θα αποφύγομε τη θεία οργή, ο Ιωάννης, ο Πρόδρομος του Κυρίου, έλεγε· «όποιος έχει δύο χιτώνες να προσφέρει τον ένα σε εκείνον που δεν έχει, και όποιος έχει τρόφιμα να κάνει το ίδιο».

Και γενικά ο καθένας σας τ’ αγκάθια και τα τριβόλια της αμαρτίας που έθρεψε μέσα του με την εμπαθή και φιλήδονη ζωή να τα ξερριζώσει με τη μετάνοια. Γιατί έτσι θα καλλιεργήσει τον εαυτό του και θα ετοιμασθεί για την υποδοχή τού σωτήριου σπέρματος και, αφού το λάβει, θα τελεσφορήσει και θα καρποφορήσει την αιώνια ζωή, για την οποία ζωή όχι μόνο τις ορέξεις τού σώματος αλλά, αν χρειασθεί, και την ίδια τη ζωή μας να προσφέρομε, γιατί έτσι θ’ ακολουθήσομε τα δεσποτικά ίχνη και θα γίνομε μέτοχοι τής με τη χάρη του Χριστού δόξας και βασιλείας, ζώντας μαζί μ’ αυτόν και δοξαζόμενοι μαζί του αιώνια.

Και μάρτυράς μας αδιάψευστος είναι ο κορυφαίος των μαρτύρων, ο θαυματουργός και μυροβλύτης Δημήτριος, στου οποίου την εικόνα γονατίζουν και παρίστανται χαρούμενοι βασιλείς και ιερείς, επειδή ακολούθησε τα δεσποτικά ίχνη με τον βίο και τον λόγο και τα πάθη, τού οποίου ευπρόσδεκτος πανηγυριστής και κοινωνός τής προκηρυσσόμενης ήδη τελετής θα είναι όχι γενικά οποιοσδήποτε, αλλ’ όποιος έχει προετοιμασθεί με τη μετάνοια. Γιατί, αυτός που απομακρύνθηκε από κάθε υλική προσπάθεια και, σύμφωνα με τον Παύλο, απέδειξε τον εαυτό του ολόκληρον ευωδία σε τέτοιο βαθμό, ώστε μετά την άθληση ν’ αναδείξει και τη σορό του πηγή ευωδέστατων μύρων, πώς θα δεχθεί να χορεύει γύρω του και να αναπέμπει ύμνους αυτόν που αναδίδει εμπαθή ύλη και εκπέμπει σαπίλα από αθεράπευτους μώλωπες αμαρτημάτων; Γιατί, σύμφωνα μ’ αυτό που έχει γραφεί, «δεν είναι ωραίος ο ύμνος των μαρτύρων σε στόματα αμαρτωλών». Ώστε λοιπόν, προεορτάζοντας, ας προκαθαρίσομε επίσης τους εαυτούς μας για την επερχόμενη κύρια ημέρα τής πανηγύρεως του μεγαλομάρτυ­ρα, ώστε, αφού ευφρανθούμε πνευματικά με την ανάμνηση των άθλων του για τον Χριστό και τον πριν από τους άθλους κατά Χριστόν βίο του και ευφρανθούμε μαζί μ’ αυτόν, να λάβομε αυτό αρραβώνα τής ελπιζόμενης από μας συμβίωσης μαζί με τους αιώνια ευφραινόμενους στους ουρανούς.

Αυτή τη συμβίωση είθε να επιτύχομε όλοι μας με τις πρεσβείες τού πολιούχου τής πόλης μας και Χριστομάρτυρα προς δόξα τού Πατέρα και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.


(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 11, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Κυριακή Δ Λουκά-Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ (Λουκ. η΄5-15)Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ






«Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ»

Πολλὲς φορὲς συνήθιζε νὰ ὁμιλεῖ ὁ Κύριος μὲ παροιμίες καὶ παραβολές. Μιὰ ἀπ’τὶς σπουδαιότερες παραβολὲς Του εἶναι καὶ τοῦ σπορέως καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀκούσθηκε σήμερα στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα.Ἕνας γεωργὸς ἔσπειρε τὸν σπόρο του στὸ χωράφι κι ἀπ’ τὰ τέσσερα μέρη τοῦ σπόρου τὰ τρία ποὺ ἔπεσαν πάνω στὸ δρόμο, στὴν πέτρα καὶ στ’ ἀγκάθια χάθηκαν, ἐνῶ τὸ τελευταῖο ποὺ ἔπεσε πάνω στὴν καλὴ γῆ καρποφόρησε σὲ ἕνα μέρος τριάντα τοῖς ἑκατό, σ’ ἄλλο ἑξήντα καὶ σ’ ἄλλο ἑκατὸ (Μάρκ. 4,20). Ἂς δοῦμε πῶς καρποφορεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ:

Ἡ ἐπεξήγηση τῆς παραβολῆς. Ὁ Κύριος ἑρμήνευσε τὴν παραβολὴ καὶ εἶπε πὼς ἡ καλὴ γῆ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καλὴ καὶ ἀγαθὴ καρδιὰ (Λουκ. 8,15), εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ «συνιέντες» (Ματθ. 13,23), εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν μὲ σοβαρότητα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «οἱ παραδεχόμενοι» (Μάρκ. 4,20). Ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἀπορρίπτουν τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ πολλὴ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ καλλιέργησαν τὸ σπόρο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ κι εἶχαν πλούσια καρποφορία. Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ καρποφορία; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἀνθρώπινος λόγος ποὺ κρύβει μέσα του μία θρησκευτικὴ εἴδηση, ἔστω καὶ τὴν μεγαλύτερη ἢ τὴν πιὸ συνταρακτική. Πίσω ἀπ’ τὰ νοήματα τοῦ Εὐαγγελίου κρύβεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Λόγος Του. «Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ, 4,19), τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Πράγματι ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, σὰν μικρὸ βρέφος ἀναπτύσσεται μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς εἶπε πὼς μητέρα Του καὶ ἀδέλφια Του εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν στὴν ζωὴ τους (Λουκ. 8,21). Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου-ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδιάψευστη μαρτυρία πὼς ὁ Χριστὸς ἔχει μορφωθεῖ μέσα μας.



Πῶς καταλαβαίνουμε τὴν καρποφορία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ;

Ὁ ἅγιος Συμεών, ὁ Νέος Θεολόγος, φέρνει τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Μία γυναίκα ποὺ κυοφορεῖ μέσα της βρέφος, ἔστω κι ἂν ἐξωτερικὰ δὲν ὑπάρχει κανένα σημεῖο τῆς κυοφορίας της ἢ ἔστω πὼς οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι δὲν ὑποψιάζονται πὼς μπορεῖ νὰ ἔχει κάποιο παιδὶ στὰ σπλάγχα της, αὐτὴ ὅμως, ἐπειδὴ ἀκούει τὰ σκιρτήματά του, εἶναι ἀπόλυτα βέβαιη ὅτι ἔχει παιδί. Τὸ ἴδιο κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχθηκε μέσα του τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ· καταλαβαίνει πολὺ καλὰ ὅτι ἔχει μέσα του τὰ θρεπτικὰ σπέρματα τοῦ Θεοῦ.

Ἂς ποῦμε μερικὰ παραδείγματα.Ἕνας ἄνθρωπος πρὶν νὰ πιστεύσει στὸ Χριστὸ ἦταν ἐγωιστής, ζηλιάρης, ἀνήθικος καὶ φίλαυτος. Τώρα ποὺ δέχεται μέσα του τὰ σπέρματα τοῦ κηρύγματος, ἀρχίζει νὰ παραδέχεται ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους. Ἁμαρτήματα ποὺ προηγουμένως τὰ θεωροῦσε ἀσήμαντα, τώρα τὰ πολεμάει. Ἀρχίζει νὰ κάνει ἐλεημοσύνες καὶ καταβάλει σκληρὲς προσπάθειες νὰ κρατήσει μέσα του, μὲ τὴ βοήθεια τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ φῶς καὶ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλάζει ριζικὰ καὶ κατὰ τρόπο θαυμαστό. Αὐτὸ εἶναι ἡ καρποφορία τοῦ θείου σπόρου. Ἡ πλήρης καρποφορία εἶναι νὰ δεῖ τὸ Θεὸ «καθὼς ἐστιν» (Α΄ Ἰω. 3,2).
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ κάνει λόγο γιὰ τοὺς «καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ρῆμα» (κεφ. 6,5). Δὲ μιλάει γιὰ κείνους ποὺ ἄκουσαν τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τοὺς γευσαμένους, αὐτοὺς ποὺ δοκίμασαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅποιος κοινωνήσει –«μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης»- τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, γεύεται καὶ αἰσθάνεται μέσα του τὴ χαρὰ καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅποιος ἀκούει τὸ Εὐαγγέλιο νιώθει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ἔντονα στὴ ζωή του. Ὅποιος καλλιεργεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ σώζεται. Συμπεραματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς καρποφορία εἶναι τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὰ ἐντάλματα τῆς ἀθανασίας, ἡ ἐπαγγελία τῆς παλινζωίας, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ αἴσθηση τοῦ Παραδείσου, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ πνευματικὴ ζωή.

Ἡ Ἐκκλησία σπείρει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει στοὺς πιστοὺς τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Χριστὸς μέσα μας. Κηρύσσει τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστημένο Ἰησοῦ Χριστό, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς κόσμος ἔχει ἄλλα κηρύγματα. Μέσα στὴν πολεμοχαρῆ καὶ ἁμαρτωλὴ ἐποχή μας ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νὰ ἀκούσουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετανοήσουμε· «Μετανοήσατε οὖν καὶ ἐπιστρέψατε εἰς τὸ ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν τὰς ἁμαρτίας» (Πράξ. 3,19). Στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας ποὺ ἔχουν συνηθίσει νὰ ἀκοῦνε τὰ πιὸ παράδοξα λόγια, ἀνήθικα, ἐμπαθῆ καὶ φιλάργυρα, φίλαυτα καὶ ἀντιχριστιανικά. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἁπλὸς καὶ συντετμημένος ἀπευθύνεται σ’ ὅλους μας καὶ μᾶς καλεῖ νὰ καρποφορήσουμε τὸ Χριστὸ μέσα μας. Ἂς μὴν παραβλέψουμε τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μας, ἀλλὰ ἂς ἐπιδείξουμε ὑπομονὴ καὶ ἂς προσφέρουμε ὅλες τὶς ψυχικὲς δυνάμεις, γιὰ νὰ τὸν αὐξήσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο καὶ ἔτσι νὰ σωθοῦμε.

Κυριακή Δ Λουκά Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως (Λουκ. η΄ 5-15) Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος





(Ματθ. 13,1 —9. 18—23. Μάρκ. 4,1-9. 1,13-20,26—29. Λουκ. 8,4—9. 11 — 15)

Ὁ Κύριος εὑρίσκεται ἐν Καπερναούμ. «Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη» κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβη τὸ ὑπὸ τοῦ Ματθαίου 12,22—50 ἀναφερόμενον ἐπεισόδιον «ἐξελθών ὁ Κύριος τῆς οἰκίας ἐκάθητο παρὰ τὴν θάλασσαν» μετὰ τῶν μαθητῶν του προφανῶς, ἵνα ἀναπαυθῇ. Ἡ ἀνάπαυσίς του ὅμως αὕτη δὲν διήρκησε πολύ, διότι «συνιόντος ὄχλου πολλοῦ καὶ τῶν κατὰ πόλιν ἐπιπορευομένων πρὸς Αὐτὸν» συρρέοντος δηλαδὴ πολλοῦ ὄχλου καὶ πολλῶν προσερχόμενων πρὸς αὐτὸν ἐκ τῶν πόλεων τῆς Γαλιλαίας «συνάγεται πρὸς αὐτὸν ὄχλος πλεῖστος» συγκεντρώνεται πολὺς λαός, ἵνα ἀκούσῃ τὸν θεῖον λόγον Του. Ὁ ὄχλος οὗτος ἦτο τόσον πολύς, «ὥστε εἰς πλοῖον ἐμβάντα Αὐτὸν καθῆσθαι, πᾶς δὲ ὁ ὄχλος ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν εἱστήκει». Ὁ Κύριος δηλαδὴ ἠναγκάσθη νὰ εἰσέλθῃ εἴς τι «πλοῖον», λέμβον καὶ καθήμενος ἐκεῖ «καὶ ἐλάλησε πολλὰ ἐν παραβολαῖς» ἐδίδασκε πρὸς τὸν ὄρθιον κατὰ μῆκος τῆς παραλίας ἱστάμενον λαὸν διὰ παραβολῶν. Παραβολὴ εἶναι διήγησις ἐκ τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔγινεν ὡς γεγονός, δύναται ὅμως νὰ συμβῇ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων παραβολῶν εἶναι καὶ ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς:

« Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπείρειν τὸν σπόρον αὐτοῦ». Κἄποιος γεωργὸς ἔσπερνεν εἰς τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ. «Ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν» ἐν ᾧ ἔσπερνε τὸν σπόρον του «ὅ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδὸν» μέρος δηλαδὴ τοῦ σπόρου ἔπεσεν εἰς τοὺς ἐντός τοῦ ἀγροῦ δρομίσκους καὶ ἄλλος μὲν «κατεπατήθη» ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἄλλον δὲ «τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγον αὐτόν». «Ἄλλα ἔπεσεν ἐπὶ τὰ πετρώδη, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν». Ἄλλο δηλαδὴ μέρος σπόρου ἔπεσεν εἰς πετρῶδες μέρος, ὅπου δὲν ὑπῆρχε πολὺ χῶμα. Ὁ πεσών εἰς τὸ μέρος αὐτὸ σπόρος «εὐθὺς ἐξανέτειλεν» ἀμέσως ἐφύτρωσε «διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς», διότι δὲν εἶχε πολὺ χῶμα. «Ὅτε» ὅμως «ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος» ὁ φυτρώσας στάχυς «ἐκαυματίσθη» ἐκάη «διὰ τὸ μὴ ἔχειν ρίζαν» ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἀρκετὴν ρίζαν «καὶ ἰκμάδα» ὑγρασίαν «ἐξηράνθη». Ὁ σπόρος δηλαδὴ οὗτος ὡς ἐγγύς τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἐδάφους ἦτο περισσότερον ἐκτεθειμένος εἰς τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἡλίου καὶ διὰ τοῦτο ἐξηράνθη. «Ἄλλο ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν» εἰς μέρος ὅπου δὲν ὑπῆρχον ἄκανθαι, ἀλλὰ ἐφύτρωσαν βραδύτερον «καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτὸ καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε». «Ἄλλα ἔπεσεν εἰς γῆν ἀγαθήν, καλὴν καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξανόμενον» γινόμενον δηλαδὴ ἡμέραν μὲ τὴν ἡμέραν μεστότερον καὶ ὀγκωδέστερον. Ἐκ τοῦ σπαρέντος καρποῦ εἰς τὴν γῆν ταύτην «ὅ μὲν ἔφερε ἑκατόν, ὅ δὲ ἑξήκοντα , ὅ δὲ τριάκοντα». Ἄλλος δηλαδὴ κόκκος ἔφερε στάχυν ἔχοντα ἑκατὸν κόκκους, ἄλλος κόκκος ἔφερε στάχυν, ὁ ὁποῖος εἶχε τριάκοντα κόκκους καὶ ἄλλος κόκκος ἔφερε στάχυν φέροντα ἑξήκοντα κόκκους. Ἡ πλούσια αὕτη καρποφορία δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσῃ, διότι εἰς παλαιάς ἐποχὰς ἐν Παλαιστίνῃ συνέβαινε αὕτη.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος (4,26—29) συμπληρῶν τὴν παραβολὴν ταύτην ἀναφέρει ἄλλην παραβολὴν τοῦ Κυρίου τὴν ἑξῆς: «Οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός. Αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ. Ὅταν δὲ παραδῶ» ὡριμάσῃ «ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστηκεν ὁ θερισμός».

Ἐνταῦθα δεικνύεται, ὅτι καὶ εἰς τὰς εὐνοϊκάς ἀκόμη περιστάσεις ὁ ῥιφθείς σῖτος εἰς τὴν γῆν δὲν καρποφορεῖ ἀμέσως. Πρέπει νὰ παρέλθῃ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ὁ γεωργὸς δὲν ἀσχολεῖται πλέον μὲ τὸν ἀγρὸν του ἀλλὰ μὲ ἄλλας ἀσχολίας καὶ ὅμως ὁ σπαρείς σῖτος αὐτομάτως ἄνευ ἀνθρωπίνης βοηθείας καὶ ἀθορύβως αὐξάνει καὶ γίνεται πρῶτον χόρτος, ἔπειτα στάχυς, καρπὸς εἰς τὸν στάχυν καὶ τέλος θερίζεται. Κατὰ παρόμοιον τρόπον αὐξάνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βραδέως, ἀσφαλῶς, ἄνευ ἀνθρωπίνης βοηθείας καὶ ἀθορύβως.

Ἑπομένως οὔτε βιαιότητες χρειάζονται διὰ τὴν καρποφορίαν τοῦ θείου σπόρου, οὔτε ἀπογοητεύσεις διὰ τὴν βραδεῖαν καρποφορίαν. Ἡ καρποφορία θὰ εἶναι ὁριστικὴ καὶ ὁ σπείρας θὰ ἀμειφθῇ.

Ὁ Κύριος, ἵνα ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατῶν του εἰς τὰ λόγια του ταῦτα, ἔλεγεν «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐννοοῦν τὴν παραβολὴν ταύτην. Ὁ Κύριος ἐν πρώτοις ἐλέγχει τοὺς μαθητάς του, διότι δὲν ἐννοοῦν τὴν ἁπλὴν αὐτὴν παραβολὴν «καὶ λέγει αὐτοῖς˙ οὐκ οἴδατε τὴν παραβολὴν ταύτην καὶ πῶς πάσας τὰς παραβολάς οἴδατε;» πῶς θὰ ἐννοήσητε τὰς ἄλλας παραβολάς, ἀφοῦ δὲν ἐννοεῖτε αὐτὴν τὴν τόσον ἁπλὴν παραβολήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ τῶν ἄλλων παραβολῶν; Μετὰ ταῦτα προβαίνει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως ὡς ἑξῆς :

«Ὑμεῖς οὖν ἀκούσατε τὴν παραβολὴν τοῦ σπείραντος. Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ σπείρων» εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «τὸν λόγον σπείρει. Οἱ παρὰ τὴν ὁδὸν εἰσὶν οἱ ἀκούσαντες εἶτα ἔρχεται ὁ Διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν» διότι «παντὸς ἀκούοντος τὸν λόγον τῆς βασιλείας καὶ μὴ συνιέντος» μὴ προσέχοντος «ἔρχεται ὁ πονηρὸς» ὁ Διάβολος «καὶ ἁρπάζει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.

Ὁ δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπαρείς, οὗτος ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ εὐθὺς μετὰ χαρᾶς δεχόμενος καὶ λαμβάνων αὐτόν. Οὐκ ἔχει δὲ ρίζαν ἐν ἑαυτῷ, ἀλλὰ πρόσκαιρος ἐστιν˙ εἶτα γενομένης θλίψεως ἤ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται. Οἵ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. Τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσὸν οὗτοι εἰσὶν οἱ τὸν λόγον ἀκούσαντες καὶ ὑπὸ μεριμνῶν τοῦ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσι τὸν λόγον καὶ ἄκαρπος γίνεται. Ὁ δὲ ἐπὶ τὴν καλὴν γῆν σπαρείς, οὗτος ἐστὶν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ συνιῶν» ἐννοῶν «ὃς δὴ καρποφορεῖ καὶ ποιεῖ ὁ μὲν ἑκατόν, ὁ δὲ ἑξήκοντα, ὁ δὲ τριάκοντα ἐν ὑπομονῇ».

Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ θείου λόγου εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀνάλογον τῆς προσφερθείσης θείας χάριτος καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ παραβολὴ δεικνύει τὰς διαφοράς τῶν ἀκροατῶν τοῦ θείου λόγου.

Ἰδοὺ ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ἐν τῇ παραβολῇ ταύτῃ ἔχομεν τὰ ἐμπόδια τῆς καρποφορίας τοῦ θείου λόγου καὶ τὴν ἄρσιν τῶν ἐμποδίων αὐτῶν.



Θέμα: Ἐμπόδια καρποφορίας τοῦ θείου λόγου καὶ ἄρσις αὐτῶν.

Αον) Ἐμπόδια καρποφορίας τοῦ θείου λόγου εἶναι τρία.
1) Ἡ πεπατημένη γῆ. Οὗτοι εἶναι οἱ ἀδιάφοροι. Διὰ νὰ φυτρώσῃ εἰς τὴν γῆν ὁ πεσών σῖτος, εἶναι ἀνάγκη, ὡς γνωστόν, τόσον τὸ χῶμα τῆς γῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπεσεν ὁ κόκκος, ὅσον καὶ ὁ ἴδιος ὁ κόκκος νὰ πάθουν ἀμοιβαίαν τινὰ κίνησιν, συγκίνησιν. Οὐδεμία ριζοβόλησις οὐδενὸς κόκκου εἶναι δυνατὴ εἰς περίπτωσιν οὐδεμιᾶς ἑκατέρωθεν συγκινήσεως. Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ γῆ, ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ σπόρος τοῦ θείου λόγου, ὁ ὁποῖος θὰ πέσῃ ἐπ’ αὐτῆς, πρέπει νὰ συγκινηθοῦν ἀμοιβαίως. Ἡ καρδία μὲ τοὺς παλμούς της θὰ ἀνάλυσῃ τὸν σπόρον τοῦ θείου λόγου, ὅπως ἡ καλλιεργημένη γῆ ἀναλύει τὸν κόκκον τοῦ σίτου. Δυστυχῶς ὅμως ὡς ἡ πεπατημένη γῆ εἶναι τελείως ἀδιάφορος λόγῳ τῆς σκληρότητός της καὶ οὐδεμίαν κίνησιν αἰσθάνεται εἰς τὸν πεσόντα εἰς αὐτὴν σπόρον, κατὰ παρόμοιον τρόπον ὑπάρχουν καὶ καρδίαι τόσον σκληραὶ καὶ πεπατημέναι, αἱ ὁποῖαι τόσον ἐπιπολαίως ἐδέχθησαν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὥστε οὐδένα παλμόν, οὐδεμίαν συγκίνησιν αἰσθάνονται διὰ τὸν πεσόντα σπόρον τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Σατανᾶς ἤρπασεν ἀπὸ τὴν καρδίαν των τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καρποφορίας. Μένουσιν ἀδιάφοροι, ἀσυγκίνητοι. Ἐκοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ὅταν ἦσαν βρέφη καὶ ἡλικιωμένοι ψυχορραγοῦν καὶ οὐδεμίαν αἰσθάνονται συγκίνησιν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστό. Ἡ σαρκολατρεία, ἡ φιλαργυρία, ἡ ὑπερηφάνεια, αἱ διάφοραι αὗται μορφαί τοῦ ἐγωϊσμοῦ ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἐποδοπάτησαν τὴν ψυχὴν των καὶ τὴν ἐσκλήρυναν. Τί σκληρότερον τοῦ ἐγωισμοῦ; Οὐδέν. Τί σκληρότερον τῆς πολυχρονίου συνήθειας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ ἐγωϊσμοῦ; Οὐδέν. Ἑπομένως ἐγωϊσμὸς καὶ συνήθεια πολυχρόνιος, ἰδοὺ τὰ μέσα τῆς σκληρύνσεως τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ὡς εἶναι σκληρὰ ἡ πεπατημένη γῆ.

2) Ἡ ἀκανθώδης γῆ. Αὕτη, ὡς ὁ Κύριος ἑρμηνεύει, εἶναι αἱ μέριμναι, ὁ πλοῦτος καὶ αἱ ἡδοναὶ τοῦ βίου, αἱ ὁποῖαι συμπνίγουσι τὴν ψυχὴν ὡς αἱ ἀκάνθαι. Ἄκανθαι συμπνίγουσαι εἶναι ὁ πλοῦτος ὡς δεύτερον ἐμπόδιον τῆς καρποφορίας τοῦ θείου λόγου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Αἱ ἄκανθαι ἔχουσι ῥίζας μαλακάς καὶ ἀκάνθας ἀντὶ φύλλων. Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ μέριμνα, ὁ πλοῦτος καὶ ἡ ἡδονὴ ἔχουσι μαλακάς τὰς ῥίζας των, τὰς ἀρχὰς των μέσα μας, διότι εἶναι εὐχάριστοι, ὁ καρπὸς των ὅμως εἶναι ἀγκάθι. Ὅπως τὸ ἀγκάθι, ὅταν σὲ κεντήσῃ, ἐπισύρεται ἀμέσως ἡ προσοχή σου εἰς αὐτὸ καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦ σώματός σου, τὸ ὁποῖον ἐκέντησε, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ αἱ ἡδοναί, ὁ πλοῦτος, ἡ μέριμνα ἐπισύρουν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸν ἑαυτόν τους καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦ σώματός μας, τὸ ὁποῖον κεντοῦν. Ταῦτα συμπνίγουν, ἀποσποῦν τὴν προσοχήν μας καὶ δὲν ἀφήνουν ταύτην νὰ ὑψωθῇ πρὸς τὰ ἄνω. Τῇ ἀνοχῇ τοῦ γεωργοῦ ὑπάρχουν τὰ ἀγκάθια εἰς τὸν ἀγρόν. Τῇ θελήσει μᾶς ὑπάρχουν ἡ βουλιμία τοῦ πλούτου, τῆς μερίμνης καὶ τῶν ἡδονῶν. Εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους ἔγινεν ἡ ῥιζοβόλησις τοῦ καρποῦ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου ἀλλὰ δὲν ἐσυνεχίσθη. Ἤρχισαν τὸ καλὸν ἀλλὰ δὲν τὸ ἐσυνέχισαν. Οἱ δύο ἀνωτέρω πειρασμοὶ— ἐμπόδια εἶναι ἐσωτερικοὶ πειρασμοί. Τώρα ὅμως ἔρχεται τρίτον ἐμπόδιον.

3) Ἡ πετρώδης γῆ. Τὸ ἐμπόδιον τοῦτο εὑρίσκεται ἐκτός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Κύριος, πετρώδης γῆ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες «πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται». Ἡ πετρώδης γῆ εἶναι ἀνεξάρτητός τῆς θελήσεως τοῦ γεωργοῦ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἠσθάνθησαν παλμὸν καρδίας εἰς τὸν θεῖον λόγον, ἀπέφυγον τὸν πειρασμὸν τοῦ πλούτου, τῆς ἡδονῆς, τῶν μεριμνῶν, ἐσκόνταψαν ὅμως εἰς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον παρὰ τὴν θέλησιν των χωρὶς νὰ τὸ περιμένουν. Ἡ πτωχεία, ἡ νόσος, ὁ θάνατος, ἡ συκοφαντία καὶ τὰ λοιπὰ ἀτυχήματα τῆς ζωῆς εἶναι πειρασμοί, τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν καὶ δὲν περιμένομεν. Ὁ ἐξ αὐτῶν κίνδυνος εἶναι μεγάλος. Τσακίζει τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, διότι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀπροσδόκητοι.


Βὸν) Ἄ ρ σ ι ς ἐμποδίων. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ τρία ταῦτα ἐμπόδια τῆς καρποφορίας τοῦ θείου λόγου ἔχομεν τὴν ἀγαθὴν γῆν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε πεπατημένη, οὔτε ἀκανθώδης, οὔτε πετρώδης, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ὠργωμένη ἄνευ ἀκανθῶν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ἄνευ βράχων εἰς τὸ ἐσωτερικόν της. Αἱ καρδίαι τῶν ἀνθρώπων, τὰς ὁποίας δὲν ἐσκλήρυνεν ὁ ἐγωισμός, δὲν κατέστησεν ἀδιάφορους ἡ ἁμαρτωλὸς συνήθεια, δὲν εἶναι δηλαδὴ αὗται γῆ πεπατημένη, ἀλλὰ αἰσθάνονται κίνησιν, παλμὸν τινα, ὅπως ἡ ὠργωμένη γῆ, ἡ ὁποία λαμβάνει τὸν σπόρον συγκινοῦνται καὶ καρποφοροῦν.

Πόσον πράγματι πολύτιμοι εἶναι οἱ παλμοὶ τῆς καρδίας μας διὰ τὴν καρποφορίαν τοῦ θείου λόγου! Πόσον εὐτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς των ζωῆς ἀκούσαντες ἕνα κήρυγμα, μίαν συμβουλὴν συνεκινήθησαν κατενύγησαν καὶ μὲ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ᾐσθάνθησαν, τοὺς πρώτους παλμοὺς τῆς καρδίας των εἰς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου !

Ὅσον ὅμως ὡραία καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀρχή, πρέπει αὕτη νὰ συνεχισθῇ. Αἱ καρδίαι τῶν ἀνθρώπων, αἱ ὁποῖαι δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν μεριμνῶν καὶ τοῦ πλούτου, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιπόλαιαι, ἀλλ’ ἔστρεψαν τὴν προσοχὴν των πρὸς τὰ ἄνω, ἐκαρποφόρησαν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, διότι ἀστεῖα βρωμερά, γέλωτες καὶ γλέντια διαβολικά, βρωμολογήματα καὶ πειράγματα καὶ αἱ λοιπαὶ ἐπιπολαιότητες τῆς ζωῆς δὲν ὑπάρχουν εἰς αὐτούς. Ἐκεῖνοι ἐπῆραν τὴν ζωὴν ὄχι μποέμικα ἀλλὰ εἰς τὰ σοβαρά. Ἐννοήσαντες τὸ πρόσκαιρον καὶ ὀλέθριον τῶν ἡδονῶν ὕψωσαν τὸ βλέμμα τῶν πρὸς τὰ ἄνω καὶ ἐκεῖθεν ἔλαβον τὴν βροχὴν τῆς θείας χάριτος, ὥστε νὰ ἀσχοληθῶσι σοβαρῶς διὰ τὸ τόσον σοβαρὸν ζήτημα τῆς ψυχῆς των. Ἐφρόντισαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ ἀγκάθια αὐτὰ τῶν ἡδονῶν καὶ τοῦ πλούτου ἀπὸ τὸν νοῦν των καὶ νὰ φροντίσουν διὰ τὴν χαρὰν τῆς ψυχῆς των καὶ τὸν πνευματικὸν πλουτισμόν. Οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι ὠπλισμένοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπολέμησαν ἐξωτερικοὺς πειρασμοὺς τὰ ἀτυχήματα τοῦ βίου διὰ τῆς ὑπομονῆς των, ἔχοντες πεποίθησιν καὶ πίστιν ἀπόλυτον εἰς τὸν Θεόν, ὅτι ὅλα τὰ ἀτυχήματα τοῦ βίου τὰ ἐπιτρέπει ὁ Πανάγαθος Θεὸς πρὸς καταρτισμὸν των. Ὑψώνοντες τὸ βλέμμα των πρὸς τὸν Θεὸν ἀποκτοῦν μεγάλον βάθος εἰς τὴν ψυχὴν των. Ἑπομένως οἱ πρῶτοι παλμοὶ εἰς τὴν ἀκρόασιν τοῦ θείου λόγου, ἡ συνέχεια καὶ τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον μας καὶ τρίτον ἡ ὑπομονὴ εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ θείου λόγου εἶναι τὰ τρία μέσα ἄρσεως τῶν τριῶν ἐμποδίων.

Λαμπρὸν παράδειγμα τῶν δύο ψυχικῶν καταστάσεων εἶναι ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Αὕτη ἀπὸ ἡλικίας 12—27 ἐτῶν ἦτο γῆ πεπατημένη καὶ ἀκανθώδης, διότι ζῶσα εἰς τὴν σαρκικὴν ἁμαρτίαν οὐδένα παλμὸν θεῖον ἠσθάνετο εἰς τὴν ψυχήν της. Τόσην πώρωσιν εἶχεν, ὥστε ὡς ναῦλον κατὰ τὴν μετάβασίν της εἰς Ἱερουσαλὴμ ἔδωκε τὸ σῶμα της. Ἀποφασίσασα ὅμως νὰ προσκυνήσῃ τυπικῶς τὸν τίμιον σταυρὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ μὴ δυνηθεῖσα, διότι ἠμποδίσθη ὑπὸ ἀοράτου δυνάμεως, ἐδέχθη τὸν πρῶτον παλμὸν μετανοίας ἐν τῇ καρδία της. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶχε καὶ τὴν συνέχειάν της, διότι ἔζησε 47 ἔτη εἰς ἀσκητικὴν ζωὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πεπατημένη, ἡ ἀκανθώδης καὶ πετρώδης γῆ ἔγινε τόσον εὔφορος, ὥστε διήρχετο τὸν Ἰορδάνην ἀβρόχοις ποσὶ καὶ ὅταν προσηύχετο, ἵστατο ὑπεράνω τῆς γῆς. Οὐδεὶς ἁμαρτωλὸς πρέπει νὰ ἀπελπίζεται!
Ἂς ἀρχίσωμεν, ἄς συνεχίσωμεν, ἂς ὑπομείνωμεν μέχρι τέλους, ἵνα δοξασθῶμεν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.




Τὸ τέλος καὶ τὸ ἐπισφράγισμα τῶν παραβολῶν.

Ματθ. 13, 10—17. 34—35. Μάρκ. 4, 10—14. 21—25. 33—34. Λουκ. 8, 9—10. 16—18.

Καὶ α) Τὸ τέλος τῶν παραβολῶν τούτων.
«Ὅτε ὁ Κύριος ἐγένετο κατὰ μόνας» ἀποχωρήσαντος τοῦ ὄχλου «προσελθόντες οἱ περὶ Αὐτὸν σὺν τοῖς δώδεκα ἠρώτων Αὐτὸν διατὶ ἐν παραβολαῖς λαλεῖς αὐτοῖς; καὶ τὶς αὕτη εἴη ἡ παραβολή;» τοῦ σπορέως. Τὴν παραβολὴν ταύτην ἡρμηνεύσαμεν ἀνωτέρω ἰδὲ σελίδα 170—172.

Ἡ παραβολή, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ἔχει τὰ φωτεινὰ ἀλλὰ ἔχει καὶ τὰ σκοτεινά της σημεῖα. Ὁ εὐρύτερος κύκλος τῶν μαθητῶν μετὰ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων ἐρωτοῦν τὸν Κύριον διατὶ ὁμιλεῖ πρὸς τὸν λαὸν διὰ παραβολῶν. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω οὐ δέδοται». Μυστήρια τῆς βασιλείας εἶναι τὰ μυστικὰ σχέδια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πὼς δηλαδὴ αὕτη ἀναπτύσσεται καὶ προοδεύει. Οἱ «ἔξω» εἶναι ἡ ἄπιστος μάζα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ὁ Κύριος φέρει τὴν δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης διακρίσεως τῶν πιστῶν του ἀκολούθων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὰ Μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἄνευ καὶ μετὰ παραβολῶν πρὸς τοὺς ἄλλους τοὺς «ἔξω» καὶ λέγει. «Ὅστις γὰρ ἔχει δοθήσεται αὐτῷ καὶ περισσευθήσεται. Ὅστις δὲ οὐκ ἔχει καὶ ὁ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ». Ἐκεῖνος δηλαδὴ ὁ ὁποῖος ἐπωφελεῖται τὴν πρώτην δοθεῖσαν δωρεάν, λαμβάνει καὶ ἄλλην δωρεάν. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος δὲν ἐπωφελεῖται τὴν πρώτην δωρεάν, ὄχι μόνον δὲν λαμβάνει κι ἄλλην, ἀλλὰ χάνει καὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἡ πρώτη δωρεά, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ὅλους, εἶναι ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἶναι τὰ κλειδιά, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνοιχθῶσι τὰ νοήματα τῶν παραβολῶν. Ταῦτα ὅμως ἀπέκρουσαν «οἱ ἔξω» τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἄπιστοι Ἰουδαῖοι. Δία τοῦτο στεροῦνται τῶν ὑψηλοτέρων ἀληθειῶν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὰς παραβολάς. Σεῖς δὲ οἱ Ἀπόστολοι καὶ λοιποὶ πιστοί, λέγει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ἐδέχθητε τὰ θαύματα καὶ τὴν διδασκαλίαν, τὰ κλειδιά, δύνασθε νὰ εἰσέλθετε εἰς τὰ νοήματα τῶν παραβολῶν. Κάμνων ὁ Κύριος προσεκτικούς τούς μαθητάς καὶ ἀποστόλους τοῦ διὰ τὰς παραβολάς καὶ δωρεάς αὐτάς λέγει καὶ πρὸς αὐτούς : «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε. Ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεται ὑμῖν καὶ προστεθήσεται ὑμῖν». Ὅσον περισσότερον προσέξητε, τόσον περισσότερα θὰ ἐννοήσητε, ὅσον περισσότερον ἐργασθῆτε τὰς δωρεάς αὐτάς, τόσον περισσότερον θὰ σᾶς αὐξηθοῦν, τόσον περισσότερον θὰ ἀμειφθῆτε.

Ὁ Κύριος, ἵνα τονίσῃ περισσότερον τὴν θέσιν τῶν ἀπίστων ἔναντι τῶν παραβολῶν, λέγει: «ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς πάντα γίνεται, ἵνα βλέποντες βλέπωσι καὶ μὴ ἴδωσιν καὶ ἀκούοντες ἀκούουσι καὶ μὴ συνιῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι καὶ ἀφεθῇ αὐτοῖς». Αἰτία τῆς τυφλώσεως τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων δὲν εἶναι ὁ παραβολικὸς φλοιὸς καὶ ὁ Κύριος ὁ εἰπών τὰς παραβολάς ταύτας, ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ἄπιστοι Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τὴν κλεῖδα τῶν παραβολῶν, τὰ θαύματα δηλαδὴ καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κυρίου, ὡς εἴπομεν. Ὡς ἀποτέλεσμα ὅμως ἦλθεν ἡ τύφλωσις αὐτῶν. Ἑπομένως ἐνταῦθα οἱ τελικοὶ σύνδεσμοι «ἵνα μὴ ἴδωσιν.... καὶ μὴ συνιῶσιν μήποτε ἐπιστρέψωσι…» δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν τελικήν, δὲν ἐκφράζουσι σκοπόν, ἀλλὰ ἔννοιαν ἀποβατικήν, διότι ἐκφράζουσιν ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως τὸ «ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι....» κ.λ.π. πρέπει νὰ ἀποδοθῇ διὰ τοῦ : Οἱ «ἔξω» ἐθελοτυφλοῦν, ὥστε βλέποντες νὰ μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες νὰ μὴ ἐννοῶσιν. Ὁ Κύριος, ἵνα τονίσῃ τὰ αἴτια τῆς τυφλώσεως των εἶναι ἡ ἀπιστία των καὶ ἡ ἀδιαφορίαν των, φέρει τὴν προφητείαν τοῦ Ἡσαΐου, ἡ ὁποία λέγει: «ἀκοῇ ἀκούσετε» καὶ ἐπανάληψιν ἀκούετε «καὶ οὐ μὴ συνῆτε καὶ βλέποντες βλέψετε» κατ’ ἐπανάληψιν βλέπετε «καὶ οὐ μὴ ἴδητε. Ἐπαχύνθη» ἐσκληρύνθη «γὰρ ἡ καρδία» ἡ ψυχὴ «τοῦ λαοῦ τούτου καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν». Ἐνῷ ἤκουον μὲ τὰ σωματικὰ των αὐτιὰ τὰ λόγια τοῦ Κύριου, δὲν ἐνόουν τὰ νοήματα αὐτῶν. Ἐνῷ ἔβλεπον τόσα θαύματα δὲν ἐνόουν τὴν ἀποστολὴν τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο ἔγινε, διότι ἐσκληρύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου καὶ διὰ τοῦτο ἔκλεισαν ματιὰ καὶ αὐτιὰ εἰς τὰ θαύματα καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Σωτῆρος. Ἡ διαγωγὴ των δὲ αὕτη ἦτο τοιαύτη «μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι «καὶ ἐπιστρέψωσι καὶ ἰάσωμαι αὐτούς». Δὲν ἤθελον νὰ ἀκούσωσι μήπως καὶ ὅπως κοινῶς λέγομεν μὴ – μπᾶς….. καὶ σωθῶσι! Πόση εἰρωνεία!

Ὁ Κύριος στρέφεται καὶ πάλιν πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ μακαρίζει αὐτούς, διότι ἀκούουσι τὰ θεῖα του λόγια πιστεύοντες εἰς αὐτά ὡς ἑξῆς˙ «ὑμῶν μακάριοι οἱ ὀφθαλμοί, ὅτι βλέπουσι τὰ ὦτα ὑμῶν ὅτι ἀκούουσιν. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι» τὰ πλέον ἐξαίρετα πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε καὶ οὐκ εἶδον καὶ ἀκοῦσαι, ἃ ἀκούετε καὶ οὐκ ἤκουσαν». Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πνευματικῶν ὀφθαλμῶν καὶ ὤτων.

Ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι αἱ παραβολαὶ αὗται ἐδόθησαν, ἵνα ἐννοηθῶσι μόνον ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, ὁ Κύριος τονίζει, ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῶσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ λέγει τὰ ἑξῆς: «οὐδεὶς λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἤ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν, ἀλλὰ ἐπὶ λυχνίας τίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. Οὐ γὰρ ἐστι κρυπτόν, ὁ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ’ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν». Δία τῶν φράσεων τούτων ὁ Κύριος συνιστᾷ εἰς τοὺς ἀποστόλους του, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διότι ὁ ἀνάψας λύχνον δὲν τὸν σκεπάζει μὲ δοχεῖον τι οὔτε τοποθετεῖ αὐτὸν κάτωθεν τῆς κλίνης, ἀλλὰ θέτει αὐτὸν εἰς τὸν λυχνοστάτην, ἵνα φωτίζῃ τοὺς εἰσερχόμενους εἰς τὴν οἰκίαν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος ἐν τῷ κρυπτῷ, μεταξὺ δηλαδὴ τῶν μαθητῶν του, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὡς, πρέπει νὰ διαδοθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ Κύριος τέλος ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά του προσθέτει˙εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω». Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀκούσῃ τὰ λόγια αὐτά, ἂς τὰ ἀκούσῃ.



Β') Τὸ ἐπισφράγισμα τῶν παραβολῶν.
Οἱ εὐαγγελισταὶ καὶ ὁ Κύριος κατακλείουσι τὰς παραβολάς ὡς ἑξῆς:

Ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος λέγουσι˙ «τοιαύταις παραβολαῖς ἐλάλει τοῖς ὄχλοις τὸν λόγον καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν». Ὁ Ἰησοῦς ἐδίδασκε σαφῶς προσαρμοζόμενος εἰς τὰς ἱκανότητας τῶν ἀκροατῶν του, χρησιμοποιῶν εἰκόνας ἐκ τῆς ἀγροτικῆς, οἰκογενειακῆς ζωῆς. «Χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς». Ἔκαμε τοσαύτην χρῆσιν τῶν παραβολῶν κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ὥστε ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς Ἀποστόλους. Ἄνευ παραβολῆς δὲν ὠμίλει. Ἑπομένως πολλαί ἐξ αὐτῶν δὲν ἐγράφησαν. «Κατ’ ἰδίαν τοῖς ἰδίοις μαθηταῖς ἐπέλυε πάντα», προσθέτει ὁ Μᾶρκος. Ἰδιαιτέρως δὲ ἐξήγει ὁ Κύριος εἰς τοὺς Ἀποστόλους τοῦ πάσαν ἀπορίαν των. Ὁ δὲ Ματθαῖος ἐνθυμηθείς ἀναφέρει τὸν 77ον ψαλμόν, ὁπού ὁ ἱερὸς προφήτης Ἀσάφ λέγει «ἀνοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόμα μου, ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου».

«Ἐρεύξομαι» σημαίνει ἀναγγέλλω μετὰ ἰσχυρᾶς φωνῆς. «Κεκρυμμένα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» εἶναι αἱ ὁδοὶ τῆς θείας Προνοίας διὰ τὴν προστασίαν τοῦ Ἰσραὴλ τὰ ἐν αὐταῖς κεκρυμμένα νοήματα. «Αἰνίγματα» κρυμμένα νοήματα ἔχουσι καὶ αἱ εὐαγγελικαὶ παραβολαί. Ὅπως λοιπὸν ὁ Ἀσὰφ ἐχρησιμοποίει τὸ παρελθὸν τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὡς ἀπαλλαγῆ ἐκ τῆς Αἰγύπτου κλπ. δία νὰ ἐξαγάγῃ μυστικόν, ἠθικὸν τι συμπέρασμα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ Χριστὸς ἐχρησιμοποίει διὰ τῶν παραβολῶν γεγονότα τῆς φύσεως καὶ τῆς ζωῆς, ἵνα διδάξῃ τὰς μυστηριώδεις ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Χριστὸς εἶναι εἰκὼν τοῦ Ἀσάφ.

Ὁ Κύριος κατακλείει ὡς ἑξῆς τὰς παραβολάς ταύτας: «συνήκατε ταῦτα πάντα» ἐνοήσατε, λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους του, ὅλας αὐτάς τὰς ἑρμηνείας καὶ τὰ κύρια σημεῖα τῶν παραβολῶν; Ἐρωτᾷ ὁ Κύριος τούς μαθητάς του, διότι ἦτο ἕτοιμος νὰ δώσῃ ἑρμηνείας, εἰς ὅσα δὲν ἐνόησαν. Οἱ μαθηταὶ ἀπαντῶσι ναί! Ὁ Χριστὸς λέγει εἰς αὐτούς˙ «Δία τοῦτο πᾶς γραμματεὺς μαθητευθείς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότη, ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά». Ἀφοῦ ἐνοήσατε, σᾶς λέγω τοῦτο: «πᾶς γραμματεὺς» πᾶς χριστιανὸς δηλαδὴ διδάσκαλος «μαθητευθείς» λαβών μαθήματα «ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐννοήσας αὐτὰ ὁμοιάζει πρὸς οἰκοδεσπότην, νοικοκύρην. Ὅπως δηλαδὴ ὁ οἰκοδεσπότης ἐκ τοῦ «θησαυροῦ», τοῦ θησαυροφυλακίου του, ἐκ τῆς ἀποθήκης του, ὅπου ἔχει ἐναποταμιεύσει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας του τὰ χρειώδη, ἐξάγει «καινὰ καὶ παλαιὰ» τὰ ἀπαραίτητα δηλαδὴ δὶ’ ἑκάστην ἡμέραν τρόφιμα καὶ πράγματα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ χριστιανὸς διδάσκαλος πρέπει διδάσκων νὰ παραθέτῃ καινὰ καὶ παλαιὰ ἤτοι θρησκευτικὴν γνῶσιν, ἡ ὁποία συνίσταται ἐκ παλαιῶν καὶ νέων καλῶν διδαγμάτων ἐκ τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης, ἐκ τῆς κοσμικῆς καὶ χριστιανικῆς σοφίας διὰ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἀκροατάς του, διότι καὶ ὁ Κύριος ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ παραβολάς ἐκ τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὁ Χριστὸς διδάσκαλος ἐκφράζει «τὰ κοινὰ καινῶς καὶ τὰ καινὰ κοινῶς». Ἤτοι διδάσκει τὰ γνωστά κατὰ τρόπον καινούργιον καὶ τὰ καινούργια κατὰ τρόπον εὔληπτον εἰς ὅλους.


Γ') Σκέψεις ἐπὶ τῶν παραβολῶν.
Ἡ παραβολὴ διασαφεῖ διὰ παραδειγμάτων καὶ ἀναλογιῶν τὰς ἐννοίας, ὑποβοηθεῖ τὴν μνήμην, διεγείρει τὴν σκέψιν, διδάσκει βαθμιαίως, παιδαγωγικῶς. Ταῦτα πάντα εἶναι δι’ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἰδίᾳ ὅμως διὰ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἠγάπων τὴν συγκεκριμένην διδασκαλίαν περισσότερόν τῆς θεωρητικῆς καὶ φιλοσοφικῆς. Παρ’ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ ἡ παραβολὴ ἔχει καὶ τὸ μειονέκτημα, ὅτι δὲν θίγει ἀπ’ εὐθείας τὸ θέμα ἀλλὰ ἐμμέσως, διότι δὲν ἐκφράζεται ῥητῶς ἀλλὰ συγκεκαλυμμένως. Μάρτυρες τούτων οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἐξήγησιν καὶ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύει τὴν παραβολὴν τοῦ σπορέως. Πόση διαφορὰ παραβολῆς καὶ ἑρμηνείας!

Αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα γίνονται μειονεκτήματα, διότι ἐνῷ διεγείρουν τὴν προσοχήν, τὴν ἔρευναν, τὴν σκέψιν, δὲν ἐκφράζουσι πλήρως τὰ νοήματα, ὅπως ἡ ῥητὴ διδασκαλία. Αἱ παραβολαὶ ἔχουν δύο ὄψεις : μίαν φωτεινὴν καὶ τὴν ἄλλην σκοτεινήν, ὅπως ἡ νεφέλη, ἡ ὁποία ὡδήγει τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἐσκότιζε τοὺς Αἰγυπτίους.

Ὁ παραβολικὸς δηλαδὴ φλοιὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἐν ᾧ διεγείρει τὴν προσοχὴν τῶν ἐπιμελῶν καὶ ἀμείβει αὐτοὺς πλουσίως εἰς νοήματα, ἐμποδίζει καὶ τιμωρεῖ τοὺς ἀμελεῖς, τοὺς ἀδιάφορους εἰς τὴν κατανόησιν τῶν νοημάτων, διότι εἰς αὐτοὺς παρουσιάζεται αὕτη ὡς τερπνὴ διήγησις ἱκανοποιοῦσα μόνον τὴν περιέργειαν. Ἡ παραβολὴ ὁμοιάζει πρὸς ἀμύγδαλον τοῦ ὁποίου ὁ πρὸς βρῶσιν καρπὸς εἶναι τὰ νοήματα, ὁ δὲ σκληρὸς φλοιός του ἡ διήγησις. Ταυτοχρόνως δὲ φυλάσσονται τὰ ὑψηλότερα νοήματα ἀπὸ ἀπίστους καὶ ἀδιάφορους, ἵνα μὴ θέσωμεν τοὺς μαργαρίτας ἔμπροσθεν τῶν χοίρων. Ἡ παραβολὴ εἶναι ἔκφρασις τῆς θείας καλωσύνης, διότι κρύπτουσα ἀπὸ τοὺς κακοὺς τὰ καλὰ νοήματα καθιστᾷ αὐτοὺς ὀλιγώτερον ὑπευθύνους τοῦ νὰ ἁμαρτήσωσι συνειδητῶς, ταυτοχρόνως δὲ παρέχει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐρωτήσουν, νὰ ἐννοήσουν, νὰ ἐπιστρέψουν. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἡ παραβολὴ εἶναι σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀφήνει ἐλεύθερον τὸν ἂν-θρωπον, ἂν θέλῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως αἱ παραβολαὶ ἐκφράζουσι τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, διότι ἀμείβουσι τοὺς ἐπιμελεῖς καὶ τιμωροῦσι τοὺς ἀμελεῖς, φυλάττουσι τοὺς οὐρανίους θησαυροὺς ἀπὸ ἀναξίους χεῖρας καὶ κύνας καὶ σέβονται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁποῖον βάθος !

Κυριακὴ Δ´Λουκᾶ (Λουκ. η´5-15) -Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος(+)




 
 

17 Ὀκτωβρίου 1965


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,


Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων πατέρων τῆς ἑβδόμης οἰκουμενικῆς Συνόδου. Στὰ 787 χρόνια μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ συνάχθηκαν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας γιὰ τὸ ζήτημα τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τότε καθώρισαν ἐπίσημα πὼς τὶς εἰκόνες δὲν τὶς λατρεύουμε, γιατί ἡ λατρεία μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει, μὰ τιμητικὰ τὶς προσκυνοῦμε, καὶ ἡ προσκύνηση δὲν εἶναι γιὰ τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα, μὰ γιὰ τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Ἡ Σύνοδος εἶπε, παίρνοντας τὸ λόγο ἀπὸ τὸν ἅγιον Βασίλειο πὼς «ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει». Σήμερα λοιπὸν στὴ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε καὶ ποὺ τὸ ξαναλέμε τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Εἶπεν ὁ Κύριος ἐτούτη τὴν παραβολή. Βγῆκε ὁ γεωργὸς γιὰ νὰ σπείρη τὸ σπόρο του. Καὶ κεῖ ποὺ αὐτὸς ἔσπερνε, ἄλλα σπειριὰ πέσανε ἀπάνω στὸ δρόμο καὶ καταπατήθηκαν ἀπὸ τοὺς διαβάτες καὶ τὰ φάγαν τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ· κι ἄλλα σπειριὰ πέσανε ἀπάνω στὶς πέτρες καὶ μόλις φύτρωσαν ξεράθηκαν, γιὰ τὸ ποὺ δὲν εἶχ\' ἐκεῖ δροσιά· κι ἄλλα σπειριὰ πέσανε στ\' ἀγκάθια, καὶ τ\' ἀγκάθια φύτρωσαν μαζί τους καὶ τὰ \'πνιξαν· κι ἄλλα σπειριὰ πέσανε στὴν καλὴ γῆ καὶ φύτρωσαν κι ἔδωκαν καρπὸ τὸ ἕνα ἑκατό. Κι ἀπάνω σ\' ἐτοῦτα τὸν ρωτοῦσαν οἱ μαθηταί του κι ἔλεγαν· Τί νὰ ἐννοῆ αὐτὴ ἡ παραβολή; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Σὲ σᾶς εἶναι δοσμένο νὰ μάθετε τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ στοὺς ἄλλους ἡ διδασκαλία γίνεται μὲ παραβολές, γιὰ νὰ κοιτάζουν καὶ νὰ μὴν βλέπουν καὶ νὰ ἀκοῦν καὶ νὰ μὴν καταλαβαίνουν. Κι ἀκοῦστε τώρα ἐσεῖς τί ἐννοεῖ ἡ παραβολή. Ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Καὶ δρόμος, ὅπου πάνω σ\' αὐτὸν ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\' ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν, ὕστερα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ παίρνει τὸ λόγο ἀπὸ τὴν καρδιά τους, γιὰ νὰ μὴν πιστέψουν καὶ σωθοῦνε. Καὶ πέτρες, ὅπου πάνω σ\' αὐτὲς ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\' ἐκεῖνοι ποὺ ὅταν ἀκούσουν, δέχονται τὸ λόγο μὲ χαρά, μὰ αὐτοὶ δὲν ἔχουν βάθος γιὰ νὰ ριζώση ὁ λόγος· πιστεύουνε πρὸς ὥρας καὶ στὸν καιρὸ τοῦ πειρασμοῦ τὰ παρατοῦν καὶ φεύγουν. Κι ἀγκάθια, ὁπού σ\' αὐτὰ ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\' αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν τὸ λόγο, μὰ πνίγονται ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ πλούτου καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ βίου καὶ δὲν κάνουν προκοπή. Καὶ καλὴ γῆ, ὅπου μέσα της ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\' αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν τὸ λόγο, τὸν φυλᾶνε σὲ καλὴ κι ἀγαθὴ καρδιὰ καὶ καρποφοροῦνε μὲ ὑπομονή. Ἐτοῦτα λέγοντας, ἐτόνιζε· ὅποιος ἔχει ἀφτιὰ γιὰ ν\' ἀκούη, ἂς ἀκούη.

Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ὁ γεωργός μας κι ἐμεῖς εἴμαστε τὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸ λέει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς μαθητάς του· «ὁ πατέρας μου εἶναι ὁ γεωργός». Ἔτσι τὸ γράφει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος σὲ μιά του ἐπιστολή· «εἴσαστε χωράφι τοῦ Θεοῦ». Καὶ σὲ τοῦτο τὸ χωράφι ὁ Θεὸς ἔστειλε Προφῆτες κι ἔστειλε τελευταῖα τὸν Υἱό του κι ἔσπειραν τὸ θεῖο λόγο. Κι ὕστερα οἱ Ἀπόστολοι κι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κι ἐκεῖνοι τὸ θεῖο λόγο ἔσπειραν στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, κι ἐκεῖνοι γεωργοὶ καὶ καλλιεργητὲς ἔγιναν στὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί, ποὺ συνεχίζουμε τὸ ἔργο τους, γεωργοὶ κι ἐμεῖς εἴμαστε καὶ σπέρνουμε στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τὸ θεῖο λόγο.

Ὁ γεωργὸς ποὺ σπέρνει δὲν τὰ μετράει τὰ σπειριὰ ποὺ ρίχνει στὴ γῆ· κι ἀπὸ τοῦτα ἄλλα πᾶνε χαμένα κι ἄλλα πιάνουν τόπο. Κι ἐκεῖνο ποὺ πιάνει τόπο κανεὶς δὲν τὸ βλέπει πῶς ριζοβολάει καὶ πῶς φυτρώνει· τὸ κρατάει μὲ ὑπομονὴ στὰ σπλάχνα της ἡ γῆ, τὸ ζεσταίνει κάτω ἀπὸ τὰ χιόνια τοῦ χειμώνα κι ἄξαφνα τὴν ἄνοιξη ξεπετιέται τὸ φύτρο καὶ πρασινίζει ὁ κάμπος. Τὸ ἴδιο κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· δὲν τὸν βλέπεις τί κάνει μέσ\' στὸν ἄνθρωπο, τὸ πῶς τὸν ἀκούει ὁ ἄνθρωπος τὸ πῶς αἰχμαλωτίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸ πῶς ριζοβολάει μέσα του, τὸ πῶς τὸν φέρνει σὲ μετάνοια. Μυστήριο, χριστιανοί μου, εἶν\' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μυστήριο ζωῆς καὶ σωτηρίας.

Πολλά μᾶς λέει ἡ σοφία τῶν ἀνθρώπων· μᾶς λέει γιὰ ἐπιστῆμες, γιὰ τέχνες καὶ γιὰ γράμματα, μᾶς λέει γιὰ τὸ πῶς γίνονται οἱ μηχανὲς καὶ πῶς ταξιδεύουν γιὰ νὰ πᾶνε στ\' ἄστρα. Μὰ δὲν μᾶς λέει γιὰ τὴν ἁμαρτία μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Αὐτό μᾶς τὸ λέει μονάχα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς κηρύττει τὸ θεῖο λόγο. Γι\' αὐτὸ μᾶς κηρύττει, γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν ἁμαρτία μας καὶ νὰ \'ρθουμε σὲ μετάνοια. Σπέρνει μέσα μας ἡ Ἐκκλησία τὸ θεῖο λόγο, σὰν ποὺ τὸν ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο. Κι ὁ καθένας τώρα, ἐσὺ ποὺ ἀκοῦς τὸ θεῖο λόγο, πῶς τὸν δέχεσαι; Μὴν εἶσαι ὁ δρόμος, μὴν εἶσαι ἡ πέτρα, μὴν εἶσαι τ\' ἀγκάθια; Καὶ καλά, ἂν ἤσουν δρόμος κι ἂν ἤσουν πέτρα κι ἂν ἤσουν ἀγκάθια· δὲ θὰ \'χες νὰ δώσης λόγο. Μὰ εἶσαι ἄνθρωπος καὶ θὰ δώσης λόγο. Γιὰ δύο πράγματα θὰ δώσης λόγο· ἕνα γιατί περιφρόνησες τὸ θεῖο λόγο κι ἕνα γιατί ἀφῆκες τὴν ψυχή σου νηστική· γιατί ψωμὶ τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ θεῖος λόγος. Τὸ λέει ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, κι ἂς μὴ γελοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἂν δὲν ἐρχόμουν, λέει, κι ἂν δὲν εἶχα λαλήσει στὸν κόσμο, δὲ θὰ \'χαν ἁμαρτία οἱ ἄνθρωποι, μὰ τώρα δὲν ἔχουν πρόφαση γιὰ τὴν ἁμαρτία τους. Βουβοὶ κι ἀναπολόγητοι θὰ μείνουμε τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως γιατί ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν ἀκοῦμε κάθε μέρα, ἐκεῖνος θὰ μᾶς κρίνη.

Ἐτοῦτο χριστιανέ μου, τὸ κήρυγμα, ποὺ τὸ ἀκοῦς κάθε Κυριακή, ἐτοῦτο ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ βρεθῆ μπροστά σου. Πρόσεξέ το λοιπόν, γιὰ νὰ μὴ γίνη ὁ κριτής σου κι ἡ καταδίκη σου ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τὸν καθένα, πού σοῦ λέει τὰ δικά του καὶ σοῦ σηκώνει τὰ μυαλά, τὸν ἀκοῦς. Τὴν Ἐκκλησία, ποὺ σοῦ λέει γιὰ τὴν σωτηρία σου, δὲν τὴν ἀκοῦς; Τὴν ἐφημερίδα καὶ τὸ κάθε παλιόχαρτο ποὺ σὲ γεμίζει ψέματα καὶ σοῦ βρωμίζει τὴν ψυχή, τὰ διαβάζεις. Τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶν\' ἀλήθεια καὶ ζωή, δὲν τὸ διαβάζεις; Ἔρχεται καιρὸς κι ὅλα περνοῦνε· κι οἱ ὀμορφιὲς κι ἡ σοφία τοῦ κόσμου. Καὶ μαζί τους περνᾶ καὶ φεύγει κι ὁ ἄνθρωπος. Μὰ ὅποιος καιρὸς καὶ νὰ \'ρθῆ, ἕνα θὰ μένη, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μένει στὸν αἰώνα καὶ μαζί του καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ τὸν ἀκούει καὶ τὸν φυλάει μέσα του.



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Μακάρι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε τὸ καλὸ χωράφι· ἡ ἀγαθὴ καὶ καλὴ γῆ, ποὺ σὰν τὸ σπόρο πέφτει μέσα της ὁ θεῖος λόγος καὶ ριζοβολάει καὶ φέρνει καρπό, καρπὸ σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς ὅποιος ἔχει ἀφτιὰ γιὰ ν\' ἀκούη, ἂς ἀκούη. Ἂς ἀκοῦμε τὸ λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἂς ἀκοῦμε κι ἂς φυλᾶμε στὴν καρδιά μας τὸ θεῖο λόγο. Ἂς τὸν φυλᾶμε κι ἂς τὸν ζεσταίνουμ\' ἐκεῖ, σὰν τὸ καλὸ χωράφι ποὺ σκεπάζει καὶ ζεσταίνει τὰ σπέρματα. Γιὰ νὰ φυτρώση μέσα μας ἡ χάρη κι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ θερίσουμε καρπὸ σωτηρίας. Ἀμήν.

Παραβολὴ τοῦ σπορέως (Λουκ η΄5-15) Anthony Bloom






29 Ὀκτωβρίου 1989

Πόσο οἰκεία, καὶ πόσο ἁπλή μᾶς φαίνεται ἡ σημερινὴ Παραβολὴ τοῦ σπόρου καὶ τοῦ σπορέως· καὶ ὅμως πόσο σχετικὴ εἶναι μέ μᾶς, πόσο περισσότερο θὰ πρέπει νὰ τὴν σκεφτοῦμε. Λησμονοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ σπορέα καὶ τοῦ σπόρου, ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν παραβολή, δὲν βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νὰ περπατάει στοὺς δρόμους καὶ τὰ μονοπάτια τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας· καὶ παντοῦ ὅπου πῆγε, οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει, ὅπως εἶχε ἀκούσει ὁ Τυφλός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ Ἀπόστολος Μάρκος, ὅτι ἦταν Δάσκαλος, ὅτι τὰ λόγια του ἦταν ἀληθινά, ὅτι ἔφεραν τὴν δύναμη τῆς ζωῆς.

Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦρθαν καὶ γέμισαν τοὺς δρόμους καὶ ἄκουσαν. Κάποιοι ἦταν ἕτοιμοι γιὰ τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας· κάποιοι ἀγωνιοῦσαν, καὶ ἔκαναν στὸν ἑαυτὸ τους ἐρωτήσεις ποὺ μέχρι τότε κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει. Ἀλλὰ ἦλθαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὅπως τόσοι πολλοὶ ἔρχονται τώρα σ’ ἕναν ἱερέα, σ’ ἕναν εὐαγγελιστή, σ’ ἕναν ἡγέτη ὁποιασδήποτε παράταξης, ἦλθαν νὰ δοῦν ἕνα ἄνθρωπο ποὺ κάποιος τοὺς μίλησε γι’ αὐτόν, ν’ ἀκούσουν τί εἶχε νὰ πεῖ. Δὲν ἀπαντοῦσε σὲ καμία ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τους, δὲν ἱκανοποιοῦσε καμία ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τους, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦν κάποιον ποὺ ἦταν ξεχωριστός, κάποιον μοναδικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἄκουσαν τὸν λόγο Του, ἀλλὰ δὲν τὸν κράτησαν μέσα τους, τὸν βρῆκαν ὄμορφο, ἀληθινὸ – ἀλλὰ δὲν πῆγαν πιὸ πέρα. Ἄκουσαν λόγια, δὲν ἄκουσαν τὴν κραυγὴ τῆς ψυχῆς τους ποὺ πεινοῦσε γιὰ λόγο ἀληθείας.

Ἔτσι ὅταν Ἐκεῖνος εἶχε διαβεῖ, ὅλοι ἐπέστρεψαν στὶς συνηθισμένες τους ἀσχολίες, στὴν κανονική τους ζωή. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πάει στὸ σπίτι καὶ νὰ ἔχουν ἐπαναλάβει αὐτὰ τὰ λόγια, λέγοντας: «Δὲν ἦταν θαυμάσια; Δὲν μίλησε ὡραία;» - καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψαν στὴν συνηθισμένη, καθημερινὴ ζωή τους…

Ἄλλοι ποὺ στάθηκαν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, δέχτηκαν τὸ μήνυμα μὲ συγκίνηση, κάτι ἀναδεύτηκε στὴν καρδιά, στὸ μυαλό τους, τοὺς ἔδωσε ἀπάντηση σὲ κάτι. Καὶ τὸ δέχτηκαν, τὸ ἀγκαλίασαν, καὶ ἐπέστρεψαν στὴν οἰκία τους· ἀλλὰ τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἦταν πιὰ στὸν δρόμο, τοὺς κυρίευσαν οἱ ἀνησυχίες τοῦ σπιτιοῦ τους: ὑπῆρχαν τόσα πράγματα στὴν ζωή τους νὰ κάνουν, νὰ σκεφτοῦν, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ συλλογιστοῦν ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχαν ἀκούσει, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ καθίσουν μὲ ἠρεμία καὶ νὰ φανταστοῦν τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχαν δεῖ, νὰ ξαναθυμηθοῦν τὴν φωνὴ ποὺ εἶχαν ἀκούσει.

Ὑπάρχει ἄλλη μία παραβολὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ στὸ Γαμήλιο Βασιλικὸ Δεῖπνο: ἄκουσαν τὸ κάλεσμα, ἤξεραν ὅτι εἶχαν κληθεῖ προσωπικὰ – ἀλλὰ μπόρεσαν νὰ πᾶνε; Ὁ ἕνας εἶχε ἀγοράσει ἕναν ἀγρό, ἦταν ριζωμένος σ’ αὐτόν, δεμένος μὲ αὐτόν, φυλακισμένος· ἄλλοι εἶχαν ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια – ἔπρεπε νὰ τὰ δοκιμάσουν, ἔπρεπε κάτι νὰ κάνουν στὴ ζωή, ἕνα ἐπάγγελμα, μία ἐργασία- ἢ ἁπλὰ κάτι ποὺ ἐπειδὴ ἀφορᾶ τὴν προσωπική μας ζωή, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ὅπως ἡ τελευταία περίπτωση ἐκείνου ποὺ εἶχε παντρευτεῖ- πῶς μποροῦσε νὰ ξοδέψει χρόνο γιὰ κάποιον ἄλλον;

Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν δέχονται ἀληθινὰ στὴν καρδιά τους, ἀλλὰ ὑπάρχουν τόσα πολλὰ πράγματα ποὺ ἔχουν σημασία - θὰ τὸ κάνουμε αὔριο, ἤ, ἂν μπορούσαμε μοναχὰ νὰ ἀλλάζαμε τὸ μήνυμα τοῦ Κυρίου μὲ ἕνα πιὸ ἐφικτό, πιὸ ἁπλό, νὰ μὴν εἶναι τόσο ἀπόλυτο ὅσο αὐτό.

Καὶ ἔπειτα, ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ πλούσια γῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας, δέχονται τὸν σπόρο καὶ καρποφοροῦν. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἁπλὰ καλύτεροι ἄνθρωποι, πιθανὸν δὲν ἦταν καλύτεροι· ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἕνα ἐρώτημα στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν καημό, ποὺ ἡ καθημερινὴ ζωὴ τους ἦταν πολὺ περιορισμένη, μικρή, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν συναίσθηση ὅτι ἡ ψυχὴ τους εἶναι ἀπέραντη, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα τῆς καθημερινότητας- οὔτε κἄν ἀπὸ τὰ εὐγενικὰ καὶ καλὰ πράγματα τῆς ζωῆς: ἀποδέχτηκαν τὸ μήνυμα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά τους, καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἔδωσε ἀπάντηση στὶς ἀνάγκες τους, ἡ ζωὴ τους καρποφόρησε.

Τώρα ἂς τὸ ἐφαρμόσουμε στὴν δική μας ζωή· πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος, μελετοῦν βιβλία ἐνδιαφέροντα μὲ βάθος καὶ τὰ διατηροῦν στὴ μνήμη τους, τὰ χαίρονται- ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ· μποροῦν νὰ τὰ ἐπαναλάβουν, νὰ τὰ μεταδώσουν στοὺς ἄλλους,- ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὅλο.

Καὶ ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἔλαβαν τὸ μήνυμα μὲ ἐνθουσιασμό, μὲ πάθος, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πράγματι ἡ ἀπάντηση στὴν λαχτάρα, τὴν πείνα, τὸ μεγαλεῖο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας· ἀλλ’ ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι τόσο σύνθετη, ἔχουμε τόσα πράγματα νὰ κάνουμε! Καὶ σ’ ὅλη τούτη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τὸ καθημερινὸ «γίγνεσθαι», τὰ λόγια ποὺ ἀκούσαμε, παραμερίζονται- γιὰ μιὰ ἄλλη μέρα, γιὰ μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν θὰ εἶμαι ἀρκετὰ μεγάλος γιὰ νὰ ἔχω ὁποιεσδήποτε ἀνησυχίες: τότε θὰ μπορῶ νὰ στραφῶ πίσω καὶ νὰ θυμηθῶ ἐκείνη τὴν λαμπρὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ζωὴ ξεδίπλωσε ὅλο τὸ μεγαλεῖο της..- τὴν κρατῶ στὴν μνήμη μου!

Τί συμβαίνει μέ μᾶς, δεχόμαστε τὸ μήνυμα καὶ αὐτὸ καρποφορεῖ μέσα μας;

Πῶς μπορεῖ τὸ μήνυμα νὰ μᾶς ἀγγίξει; Θυμᾶμαι ἕναν Ρῶσο ἱερέα νὰ μοῦ λέει· «μελετῶ καθημερινὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ πολὺ σπάνια ἡ ζωή μου ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μελετάω καθημερινὰ γιατί δὲν γνωρίζω ποτὲ κατὰ πόσο σήμερα, αὔριο ἢ κάποια ἄλλη ἡμέρα θὰ εἶμαι ἡ ἄγονη πλευρὰ τοῦ δρόμου ἢ τὰ ἀγριόχορτα, κατὰ πόσο τοῦτος ὁ λόγος θὰ πέσει σὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς μέσα μου, ἱκανὸ νὰ τὸν δεχτεῖ καὶ νὰ φέρει καρπούς».

Δὲν εἶναι τόσο ἁπλό, τόσο ἐνθαρρυντικό; Ὅλοι μας βρισκόμαστε καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ποὺ περιγράφονται στὴν παραβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου· ἀλλὰ ἐὰν δώσουμε μιὰ εὐκαιρία στὸν Κύριο ποὺ μιλάει, στὸν Κύριο ποὺ διαβαίνει ἀπὸ τὴν ζωή μας, ποὺ κρούει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας - ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ θὰ δεχτοῦμε τὸ μήνυμα μὲ χαρά· μὲ τὸν καιρό, θὰ φθάσει στὸ βάθος τῆς καρδιά μας, στὸν πυρήνα τῆς ζωῆς μας καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ τὴν ἀλλάξει.

Ἑπομένως, ἂς ἀκοῦμε μέρα μὲ τὴ μέρα τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· ἂς ἀκοῦμε τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής μας, ἂς ἀκοῦμε τί μᾶς λέει ὁ βαθύτερος ἐαυτός μας γιὰ τὴν ζωή, τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα· καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, θὰ ἔχουμε τὸ γόνιμο ἔδαφος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ φέρει καρπούς.

Αὐτὴ ἡ παραβολή, ἡ τόσο ἁπλή, ἡ τόσο ξεκάθαρη, ἂν μοναχὰ τὴν ἐφαρμόσουμε, μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ξεκίνημα μιᾶς νέας ζωῆς. Ἀμήν.

Κυριακή Δ Λουκά - Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου -Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης





Τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ σκοποῦ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφρασθεῖ παρὰ μόνο μὲ παραβολές. Μιὰ τέτοια παραβολὴ εἶναι καὶ αὐτὴ τοῦ σπορέα. Οἱ παραλληλισμοὶ ἐξηγοῦνται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Γεωργὸς ὁ Θεός, σπόρος ὁ λόγος Του, ἀγρὸς-χωράφι ὁ ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς καὶ τόπου, ἀγκάθια τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐμπόδια τῆς καρποφορίας τοῦ κηρύγματος.



Ὁ σπόρος τοῦ θείου λόγου

Ὅπως ὁ σπόρος, αὐτὸ τὸ δυναμικὸ στοιχεῖο τῆς φύσης, κρύβει μέσα του τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ζωῆς, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς μεταμορφώνει ἐσωτερικὰ καὶ μᾶς μεταγγίζει τὴν «ὄντως ζωή». Ὁ σπόρος εἶναι ἴδιος, πέφτει ὅμως σὲ διάφορα μέρη, γι' αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι διαφορετικό. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ προσφέρεται καὶ ἀπευθύνεται σὲ κάθε ἄνθρωπο ἀδιακρίτως. Δὲν εἶναι προνόμιο κάποιων, ἀλλὰ δικαίωμα καὶ δωρεὰ ὅλων. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «ἀεὶ σπείρων τὸν σπόρον τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅταν, λοιπόν, ὁ Θεὸς μᾶς μιλᾶ μὲ τὸ λόγο Του, καθὼς ἀκοῦμε τὴ φωνὴ Του μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, μέσα ἀπὸ τοὺς προφῆτες καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς φανερώνει τὴν προσωπική Του ὕπαρξη. Μᾶς λέει ποιὸς εἶναι καὶ τί θέλει ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ τότε αἰσθανόμαστε τὴν ἀγάπη νὰ μᾶς ἀγγίζει καὶ νὰ μᾶς ἑλκύει. Μετέχουμε στὴ χάρη Του, ἡ ὁποία μᾶς γαληνεύει καὶ μᾶς σκεπάζει, νιώθουμε τὴ δύναμή Του νὰ μᾶς ἐνισχύει στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση, εἶναι «ρήματα ζωῆς αἰωνίου», θεϊκὴ ἀποκάλυψη καὶ σοφία «ἄνωθεν κατερχομένη», ποὺ ὑπερβαίνει ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση καὶ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τελικά, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐνεργεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ὅποια ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινηε ἐκφορᾶς Του, διεισδύει στὴν καρδιά μας καὶ σὲ χρόνο ἀνύποπτο βλαστάνει καὶ καρποφορεῖ.



Τὸ ἔδαφος τῶν ἀνθρώπων

Ἡ παραβολὴ τονίζει τὴν εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τοποθετηθοῦν ἀπέναντι σὲ αὐτόν. Ὑπογραμμίζει τὴν ποιότητα τῆς γῆς ποὺ ἀντιπροσωπεύει ὁ καθέναs μαs. Πολλὲs φορὲς οἱ ἀτελείωτες καὶ ἀγχώδεις βιοτικὲς μέριμνεs δὲν ἀφήνουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ εἰσχωρήσει κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς ψυχῆς μαs. Ἀναπόφευκτα, λοιπόν, ὁ σπόροs τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καταπατεῖται καὶ ἀφανίζεται ἀπὸ τὰ «πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ», τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες προκλήσεις τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ μεταβάλλουν τὸν ἐσωτερικό μαs κόσμο σὲ ἕνα σκληρὸ πεζόδρομο, ποὺ ἰσοπεδώνει τὶς πνευματικές μας εὐαισθησίες . Τὸ πετρῶδες ἔδαφος εἶναι ἡ εἰκόνα μιᾶς ἐπιφανειακῆς ζωῆς, ἑνὸs ἀνώριμου καὶ ἐπιπόλαιου ἐνθουσιασμοῦ, χωρὶς βαθειὲς ρίζες, χωρὶς σταθερὲς ἀξίες καὶ ἀρχές. Τὰ ἀγκάθια ἀντιπροσωπεύουν ὁτιδήποτε περιστασιακὸ καὶ φευγαλέο πνίγει τὴν ὕπαρξή μαs, καθὼς ἡ ζωὴ προχωρᾶ χωρὶς προτεραιότητες καὶ ἀξιολογήσεις, χωρὶς οὐσία καὶ ἀλήθεια.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ καταλάβουμε τί μᾶs λέει ὁ Χριστός, πρέπει νὰ νιώσουμε ὅτι ὁ λόγοs Του ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας προσωπικὰ καὶ ξεχωριστά. Κατακλυζόμαστε καθημερινὰ ἀπὸ ἐντυπώσεις, γεγονότα, ἰδέεs, εἰδήσεις, μὲ μιὰ πρωτοφανῆ ταχύτητα καὶ ἐναλλαγή, ποὺ ὅλο ἀκοῦμε καὶ συνεχῶς ξεχνᾶμε. Γι' αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία νὰ μὴν ἀκοῦμε ἁπλῶς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ τὸν κατέχουμε, νὰ τὸν κατανοοῦμε βαθύτερα καὶ νὰ τὸν βιώνουμε ὅλο καὶ περισσότερο. Γιὰ νὰ γίνει, ὅμως, κάτι τέτοιο, ἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη ἐσωτερικὴ διάθεση, μιὰ ἀνοιχτὴ καὶ πρόθυμη καρδιὰ στὸ μήνυμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ γινόμαστε δεκτικοὶ στὴ χάρη Του. Αὐτὴ ἡ συναίσθηση αὐξάνει τὴν ἐσωτερικὴ μας ἀκοή, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ ποὺ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόροs εἶπε μόλις στὰ βαθιά του γεράματα, ἂν καὶ μαθήτευσε ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ διδασκαλία: «νῦν ἄρχομαι μαθητὴs εἶναι», τώρα ἀρχίζω νὰ εἶμαι μαθητὴs τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς μαθητείας εἶναι προυπόθεση τῆς πνευματικῆς μας ἀνάπτυξηs καὶ ὠρίμανσηs. Εἶναι ἡ γῆ ἡ καλὴ καὶ ἀγαθή, ὥστε νὰ δεχόμαστε καὶ νὰ καρποφοροῦμε μὲ ὑπομονὴ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ὑπερνικοῦμε τοὺς φόβους καὶ τὶς προκαταλήψεις μας πρὸς κάθε τι καινούργιο. Γιὰ νὰ κάνουμε τὸ διαχρονικὸ καὶ ζωοποιὸ λόγο τοῦ Θεοῦ προσιτό, κατανοητό, ἐπίκαιρο καὶ λυτρωτικὸ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ καιροῦ μας. Ἀμήν.

Κυριακή των Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου Τίτου Γ΄8-15 - Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος





Σε πάρα πολλά σημεία ο λόγος του Θεού μας μιλά για τα καλά έργα και την ελεημοσύνη. Και πράγματι, το κεφάλαιο αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ της ορθοδόξου πνευματικής ζωής. Γι'αυτό και το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Πατέρων της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, στην κεντρική του ιδέα, μας μεταδίδει αυτό ακριβώς το μήνυμα της ανάγκης των καλών έργων.
Αλλά ας δούμε με ποιά ευκαιρία γράφει όλες αυτές τις θεόπνευστες συμβουλές ο θείος Παύλος.
Οι δύο συνεργάτες των αποστόλων, ο Ζηνάς ο νομικός και ο Απολλόδωρος, θα αναχωρούσαν από την Κρήτη. Έτσι ο Παύλος συμβουλεύει τον απόστολο Τίτο, αφού τους εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα για το ταξίδι τρόφιμα και ρούχα, παραλλήλως τον διδάσκει ότι θα πρέπει να μάθει σε όλους τους πιστούς να πρωτοστατούν σε έργα αγάπης και να συντρέχουν τους αδελφούς στις απαραίτητες ανάγκες τους.
Αυτό αποτελεί και το βασικό μήνυμα της περικοπής, μαζί βεβαίως με την συμβουλή που απευθύνει και που έχει να κάνει με τους αιρετικούς «αιρετικόν άνθρωπον, μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος». Δηλ. αιρετικό άνθρωπο, που επιμένει να δημιουργεί σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία, μολονότι τον συμβούλευσες για πρώτη και δευτέρα φορά, παράτησε τον και απόφυγέ τον. Γνώριζε, ότι ένας τέτοιος άνθρωπος έχει διαστραφεί και αμαρτάνει και για την αμαρτία του αυτή ελέγχεται και κατακρίνεται από την συνείδησή του και από τον ίδιο τον εαυτόν του.
Ας δούμε όμως τώρα με ποιον τρόπο πρέπει να εργαζόμαστε τα έργα της αγάπης και γιατί;
Διότι, αδελφοί μου, η πράξη είναι που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει απλώς μια θεωρητική πίστη. Μια πίστη θεωρητική, την οποία σε τελευταία ανάλυση διαθέτουν και τα δαιμόνια, σύμφωνα πάντοτε με την Γραφή (Ιακώβου Β΄9).
Η διαρκής μέριμνα και σπουδή για επιτέλεση καλών έργων, αποδεικνύει πρωτίστως σε μας τους ίδιους (κυρίως αυτό μας ενδιαφέρει) και κατόπιν και στους άλλους, ότι η ρίζα δεν είναι νεκρή. Η ρίζα είναι ζωντανή μέσα στην καρδιά μας, γι'αυτό και βλαστάνουν, ανθοφορούν και καρποφορούν τα έργα της αρετής.
Επικρατεί, δυστυχώς, μια λανθασμένη αντίληψη σε ορισμένους πιστούς, που προφανώς οι άνθρωποι δε γνωρίζουν σωστά την Ευαγγελική και κατηχητική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ότι ο λόγος περί καλών έργων, δεν στηρίζεται σε ορθόδοξη βάση, αλλά είναι επηρεασμένος από τον προτεσταντικό κόσμο!
Βεβαίως, όπως αντιλαμβάνεται ο κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος, και μόνο αυτός ο ισχυρισμός αποδεικνύει την ασχετοσύνη όσων παραδέχονται την ανόητη αυτή θεωρία. Δε θα απαντήσουμε στους φίλους μας αυτούς με την εύστοχη αλλά και νόστιμη απάντηση που έδωσε ένας Γέροντας, και μάλιστα ησυχαστής, σε έναν επισκέπτη του, όταν εκείνος ισχυρίστηκε τα περί προτεσταντισμού των καλών έργων, λέγοντάς του ότι: «είναι πλέον καιρός να παύσεις να πίνει νερό και να τρώς ψωμί, διότι και οι προτεστάντες κάνουν το ίδιο, δηλ. πίνουν νερό και τρώνε ψωμί, και άρα κινδυνεύεις να γίνεις και εσύ προτεστάντης». Όχι, δεν θα πούμε αυτό ή κάτι άλλο παρόμοιο που φαιδρύνει την ατμόσφαιρα  των ψευτοθεολογιών, αλλά θα αφήσουμε να μας απαντήσει ο ίδιος ο Παύλος με την όλη ζωή του, οι Άγιοι Απόστολοι, μα και αυτή η ίδια ή πράξις της Εκκλησίας μας επάνω στο θέμα αυτό της αγάπης,  της φιλανθρωπίας και των καλών έργων, που συνεχίζεται και οπωσδήποτε θα συνεχίζεται δια μέσου των αιώνων, έως το τέλος της ιστορίας.
Κυρίως όμως το όλο θέμα, το φωτίζει και το αποκαλύπτει Αυτός ο Αρχηγός της σωτηρίας μας, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός στην επί του όρους ομιλία Του, όταν εκφέρει τον περίφημο μακαρισμό για τους ελεήμονες: « Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται»! (Ματθ. Ε΄ 7).
Εννοείται, ότι δεν έχουμε εργοσωτηρία, αλλά Χριστοσωτηρία. Δηλ. Δεν σωζόμαστε από τα έργα και μόνο, αλλά  από το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Όμως, για να έρθει αυτή η σωτηρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, μάλλον για να μας χαρίσει αυτή τη σωτηρία ο Λυτρωτής μας, θα πρέπει να τον αγαπήσουμε «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας μας»(Ματθ. ΚΓ΄ 37). Και όπως πρέπει να κατανοούμε, η αγάπη αυτή περνά μέσα από τον άνθρωπο. Τον πτωχό και έχοντα ανάγκη συνάνθρωπό μας. Τον αδελφό μας. Τόσο πολύ αγάπησε τον ταλαίπωρο και πτωχό άνθρωπο ο Θεός, ώστε ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού, έγινε πτωχός άνθρωπος! (Ιωάννου Γ΄16).
Είναι λοιπόν βασικότατος ο λόγος που πρέπει να δείχνουμε έμπρακτη την πίστη μας με έργα ευποιείας και αγάπης. Μας τον αναπτύσει τον λόγο αυτό ο ίδιος ο Απόστολος στην συνέχεια.
Ζητά να εργαζόμαστε τα έργα αυτά, περισσότερο για εμάς τους ιδίους. Για να βοηθηθούμε εμείς πρώτα. Τούτο φαίνεται καθαρά και στην πρόταση με την οποία αιτιολογεί τον θεόπνευστο ισχυρισμό του. Συνιστά δηλ. στους πιστούς να εργάζονται για να μην είναι άκαρποι: «μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προϊστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι» (Τίτου Γ' 14). Δηλ. Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για να αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη.
Άρα λοιπόν, ενδιαφέρεται περισσότερο γι'αυτούς που δίνουν και έπειτα γι'αυτούς που λαμβάνουν. Και όπως γίνεται κατανοητό, τα έργα της αγάπης δε γίνονται ούτε με γκρίνια ούτε με καταναγκασμό. Αν είναι έτσι, καλύτερα να μην «προσφέρει» ο «πιστός».
Τα έργα αγάπης τα εργαζόμαστε, πρέπει να τα εργαζόμαστε, όχι από λύπη ή από ανάγκη, αλλά με χαρά και ιερό ενθουσιασμό. Και τούτο διότι όταν υπάρχει η ειλικρινής και ευλογημένη διάθεση ο άλλος λαμβάνει με χαρά την προσφορά και δοξάζει τον Θεό, αλλά και διότι «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός» (Β' Κορ. Θ' 7).
Χρειάζεται άρα να τονίσουμε ότι δεν μπορεί να έχει καμμία σχέση με τα έργα αγάπης ό,τι δίνεται για λόγους προπαγανδιστικούς ή για να προβληθούν κοσμικώ τω τρόπω κάποιες οργανώσεις; Όλοι, λίγο έως πολύ κατανοούμε περι ποίων καταστάσεων γίνεται αυτή η αναφορά...
Όχι αδελφοί μου. Τα έργα της αγάπης θα γίνονται με ιερό μεν ενθουσιασμό και υπακοή στο θέλημα του Θεού, αλλά ταυτοχρόνως θα γίνονται και με διάκριση και σιωπή. Ας γνωρίζουμε δε ότι ο θόρυβος δεν κάνει καλό και το καλό δεν κάνει θόρυβο. Επειδή όμως λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αργά ή γρήγορα, θέλοντας και μη, η Χάρις του Θεού φανερώνει το θετικό αλλά και αποκαλύπτει και αποδοκιμάζει το αρνητικό και κυρίως, απορρίπτει το υποκριτικό.
Αγαπητοί μου, όλοι μας ζούμε σε μια εποχή και σε μια κοινωνία που διέρχεται κρίση. Κρίση απ'όλες τις πλευρές. Άλλος λίγο και άλλος πολύ, όλοι μας έχουμε γευθεί την πραγματικότητα αυτή. Και ναι μεν, στην επαρχία θα λέγαμε ότι τα πράγματα είναι ακόμα κάπως καλά και υποφερτά, διότι είναι τέτοια η φύσις των πραγμάτων, και κατορθώνουν οι οικογένειες να πορεύονται. Στις μεγάλες όμως πολιτείες τί γίνεται; Πού θα βρουν οι αδελφοί μας χρήματα για θέρμανση τώρα που έρχεται ο χειμώνας; Και ακόμα περισσότερο πώς θα εξοικονομήσουν «τον άρτον τον επιούσιον» όταν η καταραμένη ανεργία μαστίζει σε τόσο υψηλά ποσοστά τους νέους κυρίως οικογενειάρχες; Θα βοηθήσει το κράτος να ανταπεξέλθουμε όλων αυτών των ζοφερών καταστάσεων; Μακάρι. Ευχή και προσευχή μας είναι να εξέλθουμε από την κάμινο των ευρωπαίων και όχι μόνον «στραγγαλιστών», και να εισέλθουμε στην αναψυχή της παραγωγής και της ορθής οικονομικής αναπτύξεως, αφού εννοείται, βάλουμε πρώτα μυαλό...
Τί όμως ακριβώς θα γίνει, τώρα που λείπουν οι εμπνευσμένοι ηγέτες (απ΄όλους δυστυχώς τους τομείς), και απουσιάζουν από το ιστορικό προσκήνιο οι ηθικές και φωτισμένες προσωπικότητες; Τί μέλει γενέσθαι τώρα που φαίνεται να ανέρχονται οι άθεοι, οι υβριστές των θείων και των Αγίων; Τώρα που λυσσούν οι άπιστοι και οι τύποι του αντιχρίστου;
Θα απογοητευθούμε ή θα αρνηθούμε τον αγώνα; Μήπως πάλι παύσουμε την προσφορά της αγάπης   , χωρίς την οποία δεν υπάρχει ζωή; Μόνο αυτό δε θα συμβεί, με την Χάρη του Θεού.
«Ουδέν κακόν αμιγές καλού». Τώρα πλέον μας δίνεται η δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε πού ακριβώς αλλά και πώς σφάλαμε, ώστε να αποφασίσουμε να διορθωθούμε. Κυρίως δε τώρα, δίνεται η δυνατότητα στην οργανωμένη φιλανθρωπία της Εκκλησίας μας, αλλά και στην ευλογημένη ιδιωτική πρωτοβουλία, ώστε να αναπτυχθεί και να κραταιωθεί το στρατόπεδο της αγάπης.
Τώρα, μπορούμε σε αρκετές των περιπτώσεων να βιώσουμε τους πρώτους αποστολικούς χρόνους που τα πάντα ήταν κοινά!...
Αδελφοί μου, η κρίση που μας μαστίζει, δεν είναι τόσο οικονομική όσο και κυρίως και πρωτίστως πνευματική. Και επειδή τα χρήματα δεν έχουν καμμία αποταμιευτική αξία, η καλύτερη επένδυση είναι να αποταμιεύουμε το υστέρημά μας στα πρόσωπα των αδελφών που έχουν ανάγκη. Και είναι τόσοι πολλοί...
Ας είμαστε δε βέβαιοι ότι η θερμή καρδιά με τη γενναία προσφορά, μας κάνουν να συνειδητοποιούμε τον λόγο της υπάρξεώς μας πάνω στη γη, και ταυτοχρόνως μας χαρίζουν την ευλογία της εν Χριστώ αγάπης για όλο τον κόσμο.
Αμήν.

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα

Πρωτοπρ. Βασίλειος Α. Γεωργόπουλος, Πίνακας OUIJA. Μία μορφή Πνευματισμού και Μαντείας




ΠΙΝΑΚΑΣ OUIJA
Μία μορφή Πνευματισμοῦ καί Μαντείας
Στίς νεώτερες ἀποκρυφιστικές πρακτικές, πού συνδυάζουν τον Πνευματισμό καί τή Μαντεία ἀναμφιβόλως πρέπει νά ἐντάξει κάποιος καί τούς λεγόμενους Πίνακες OUIJA. Ἡ ὀνομασία τους εἶναι σύνθετη ἀπό τή γαλλική λέξη Oui=ναί καί τη γερμανική Jα=ναί.
Τί εἶναι καί πῶς χρησιμοποιεῖται ὁ ἐν λόγῳ πίνακας; Εἶναι αὐτονόητο ὅτι στοιχειώδης σύνεση ἐπιβάλλει ἐν προκειμένῳ νά μή κάνουμε ἀναλυτική παρουσίαση τῶν ἐπιμέρους ἀποκρυφιστικῶν πρακτικῶν, ὅπως καταγράφονται πρωτογενῶς σέ σχετικά ἔντυπα τοῦ χώρου, ἀλλά θά ἀρκεστοῦμε νά δώσουμε μόνο κάποιες ἀναγκαῖες πληροφορίες, γιά νά γίνει κατανοητός ὁ τρόπος λειτουργίας τοῦ πίνακα και πῶς χρησιμοποιεῖται ὁ ἐν λόγῳ πίνακας στίς ἀποκρυφιστικές πρακτικές.

Μοναδικός σκοπός μας εἶναι μόνο ἡ ἐνημέρωση καί ἡ προφύλαξη τῶν χριστιανῶν ἀπό ἔργα καί πρακτικές ἀσυμβιβαστες μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη μας καί τό ἐκκλησιαστικό ἦθος (Πρβλ. Ἐφεσ. 6, 12).
Πρόκειται, συνήθως, γιά ἕνα πινάκα 60 ἑκατοστῶν μήκους, 45 ἑκατοστῶν πλάτους καί 60 χιλιοστῶν πάχους.Στήν ἐπιφάνειά του ἔχει τά γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου σέ δύο τόξα, τό ἕνα κάτω ἀπό τό ἄλλο. Κάτω ἀπό τά τόξα σε εὐθεῖα γραμμή ὑπάρχουν οἱ ἀριθμοί 0-9 καί μέ κατεύθυνση ἀπό ἀριστερά πρός τά δεξιά.
Κάτω ἀπό τούς ἀριθμούς εἶναι γραμμένη ἡ λέξη ἀντίο, ἐνῶ στην πάνω δεξιά γωνιά ἡ λέξη «ὄχι» και στήν πάνω ἀριστερή ἡ λέξη «ναί». Ὑπάρχει καί ἕνας δείκτης σε σχῆμα καρδιᾶς. Αὐτός ὁ δείκτης εἶναι πού κινεῖται μόνος του(;) ἀπό γράμμα σέ γράμμα, σχηματίζει λέξεις, ἀριθμούς, φράσεις ὡς «ἀπαντήσεις» σέ ἐρωτήματα, πού ὑποβάλλουν οἱ παῖκτες, ἀφοῦ προηγουμένως βάλλουν ἁπαλά τά χέρια τους πάνω στό δείκτη καί κάνουν ἐρωτήσεις.
Ἡ ἱστορική ἀφετηρία τοῦ πίνακα  Ouija  ἀρχίζει στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα στίς Η.Π.Α καθώς πρωτοεμφανίζεται ὡς παιχνίδι, καί ἔτσι συν εχίστηκε νά πωλεῖται κατά τή διάρκεια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Πολύ γρήγορα χρησιμοποιήθηκε στίς πνευματιστικές τεχνικές ὡς τρόπος ἐπίκλησης πνευμάτων, ἐνῶ ταυτοχρόνως θεωρήθηκε καί ὡς ἕνας νέος τρόπος μαντικῆς γιά τήν πρόγνωση γεγονότων τοῦ μέλλοντος.
Ἤδη ἀπό τή τελευταία δεκαετία τοῦ 19ου αἰώνα ὁ William Fuld το προώθησε, μέσω τῆς ἐμπορικῆς ἑταιρείας του, πού ἵδρυσε στη Βαλτιμόρη, ὡς ἐμπορικό προϊόν με τήν ὀνομασία «Ouija. Ὁ μυστηριώδης χρησμός». Ἡ ἔξαρση τοῦ Πνευματισμοῦ, μετά τόν Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο καί ἡ ἀναζωπύρωση τῶν ἀποκρυφιστικῶν φαινομένων καί πρακτικῶν μετά τή δεκαετία 1960 στά πλαίσια τοῦ ἀντιχριστιανικοῦ φαινομένου τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ὑπῆρξαν δύο περίοδοι σταθμοί πού ὁδήγησαν στήν περαιτέρω διά δοση τῶν πινάκων Ouija μέ τη μορφή συνήθως τοῦ παιχνιδιοῦ.
Σήμερα σέ πλῆθος διαδικτυακῶν τόπων ἀποκρυφιστικοῦ καί νεοεποχίτικου περιεχομένου οἱ πίνακες Ouija ὄχι μόνο περιγράφονται ὡς μέσο, ὡς τρόπος, ἐπικοινωνίας μέ πνεύματα, μέ νεκρούς, ἀλλά καί ὡς μέσο γνωριμίας μέ τόν ἐσωτερισμό καί ὡς ἐντυπωσιακός τρόπος πρόγνωσης τοῦ μέλλοντος, πού συνδυάζει μάλιστα τήν εὐχαρίστηση ἑνός παιχνιδιοῦ.
Παραλλήλως καταχωροῦνται μαρ τυρίες ἀνθρώπων πού ἡ ἀρχική, ἀπό περιέργεια, ἐνασχόλησή τους μέ τούς ἐν λόγῳ πίνακες, ἔγινε ἀφορμή γιά μεγαλύτερη ἐμπλοκή τους σέ ἀποκρυφιστικούς χώρους.
Θά ὁλοκληρώσουμε τή μικρή αὐτή ἀναφορά μας μέ μία χρήσιμη ὑπενθύμιση τῆς Ἁγίας Γραφῆς σχετικά μέ τίς διάφορες ἀποκρυφιστικές πρακτικές. Ὅλα αὐτά «ἔστιν γάρ βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. 18, 12). Καί στόν ἰσχυρισμό αὐτῶν πού χρησιμοποιοῦν τούς πίνακες γιά τά “ἐντυπωσιακά”ἀποτελέσματα πού προκύπτουν, ὡς ἀπάντηση, ἰσχύει στὀ ἀκέραιο ἡ θέση ἑνός ἐπιφανοῦς ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέα καί δόκιμου ἑρμηνευτῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, πού μέ παραπλήσια ἀφορμή τονίζει ὅτι: «Διδασκόμεθα δέ μή προσέχειν σημείοις, ὅτʼ ἄν ὁ ταῦτα δρῶν ἐναντία τῇ εὐσεβείᾳ διδάσκει» (PG 80, 420C ).
Ορθόδοξος Τύπος,12/10/2012

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...