Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2012

ΠΕΝΤΕ ΑΓΙΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ-ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ''ΑΓΑΠΗΣ''ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ




Το 18ο αιώνα η Τρανσυλβανία ήταν υπό την κατοχή της Αψβουργικής
 αυτοκρατορίας. Οι καθολικοί για να κατακτήσουν ότι έχασαν από 
\τους Προτεστάντες ξεκίνησαν μια επίθεση εναντίον της Ορθοδοξίας. 
Οι μέθοδοι τους βέβαια βασίζονταν στη βία και στη διπλωματία για
 να υποτάξουν τους ορθοδόξους τους οποίους θεωρούσαν
 ¨καθυστερημένους¨. 
Μέσω της Ουνίας προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν τους ορθόδοξους. 
Οι μεθόδοι γνωστες και οι οποίες βέβαια δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα.
 Μπρος σ΄ αυτές τις ''λεπτεπίλεπτες'' μεθόδους (μην ξεχνάμε ότι
 βρισκόμαστε στο 18ο αιώνα) που χρησιμοποιούσαν οι καθολικοί 
για να προξενήσουν ομαδικές απαρνήσεις της ορθοδοξίας δεν
 έλειψαν οι ομολογητές και οι μάρτυρες. Είτε μοναχοί οι οποίοι
 δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις ελλείψεις των ομόδοξων τους
 ( με ξεχνάμε ότι οι Ορθόδοξοι που δεν ασπάζονταν την ουνία 
ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας) και έδωσαν και τη ψυχή
 τους για να βοηθήσουν τον πλησίον τους και να ενισχύσουν
 την πίστη στα Τρανσυλβανικά εδάφη 
( όπως οι όσιοι ομολογητές Βησσαρίων και Σωφρόνιος), 
είτε θαρραλέοι ιερείς οι οποίοι έκαναν ότι μπορούσαν για να
 προστατέψουν το ποίμνιο τους (όπως οι ιερείς ομολογητές 
Ιωάννης του Γκάλες και Μωυσής του Σιμπιέλ), είτε απλοί 
πιστοί, χωρικοί, που άφησαν τις οικογένειές τους και τα 
χωράφια τους, για να σαπίσουν στις φυλακές της
'' φωτισμένης μοντέρνας και ανεπτυγμένης'' τωνΑψβούργων
 αυτοκρατορίας (όπως ο άγιος μάρτυρας ΄Οπρεα Μικλαούς).


Πρέπει να σημειώσουμε ότι σ΄ αυτό το μέτωπο των στρατηγικών
 που χρησιμοποιούνται για να προξενήσουν μια ομαδική αποστασία 
¨ ουδέν καινόν από τον ήλιο¨ Και σήμερα λαμβάνουν χώρα ολόκληρες 
καμπάνιες για να κάνουν τους ορθόδοξους να αισθάνονται 
κομπλεξικοί και ντροπιασμένοι για την ταυτότητά τους και ταυτόχρονα
 για να μην αισθάνονται περιθωριοποιημένοι, τους πιέζουν να 
εισχωρήσουν σε πανθρησκευτικές ιδεολογίες και να μοντερνοποιηθούν
 ώστε να μη μείνουν πίσω από την ¨ εξέλιξη¨ (βλέπε ¨πτώση¨ ) του κόσμου 
και για να πετάξουν στα σκουπίδια ότι είναι πολιτικά μη ορθό
Οι Άγιοι μάρτυρες Μωυσής και Ιωάννης 


Στις 21 Οκτωβρίου εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Ομολογητών του 
Αρντεαλ. Των οσίων ομολογητών Βησσαρίωνα και Σωφρονίου του
 αγίου μάρτυρος ΄Οπρεα Μικλαούς και των αγίων ιερομαρτύρων 
Μωυσή από το Σιμπιέλ και Ιωάννου του Γκάλες.

Ο βίος του Αγίου Βησσαρίωνος
Ο Βησσαρίων Σαράι ήταν βλάχος καταγόμενος από τη σημερινή
 Βοσνία, ο οποίος αφού ταξίδεψε στους Αγίους τόπους και στο Άγιο
\ Όρος έφτασε στο Κάρλοβατς, ενώ από εκεί ο Πατριάρχης των Σέρβων 
τον έστειλε στην Τρανσυλβανία για να κηρύξει ενάντια στην Ουνία.
 Διέσχισε όλη τη Τρανσυλβανία και κήρυξε παντού. Κάπου μεταξύ 
Σίμπιου και Σάλιστε τον συνέλαβαν. Μετά από ολοήμερες ανακρίσεις 
τον φυλάκισαν στην τρομερή φυλακή του Kufstein στις Τυρολικές 
Άλπεις όπου πέθανε ως ομολογητής της ορθοδοξίας. 


Ο βίος του οσίου Σοφρωνίου της Τσιοάρα
Ο μοναχός Σωφρόνιος είναι αυτός που κατά τα έτη 1759-1761 ήταν 
επικεφαλής της εξέγερσης ενάντια στις αψβουργικές αρχές, αλλά
 και ενάντια στην Ουνιτική Επισκοπή του Μπλαζ, η οποία πρωτοστατούσε 
στον πόλεμο ενάντια στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η καταγωγή του ήταν
 από την Τσιοάρα του νομού Άλμπα και ήταν έγγαμος κληρικός.
 Όταν έμεινε χήρος έφτιαξε μια σκήτη έξω από το χωριό Τσιοάρα, 
την οποία οι αρχές την κατέστρεψαν. Αυτό ήταν αιτία να ξεκινήσει 
έναν αγώνα που κράτησε δύο χρόνια. Οργάνωσε μια μεγάλη σύναξη 
Ορθόδοξων κληρικών και πιστών στην Αλμπα-Ιουλία ενόψει μιας 
μελλοντικής οργάνωσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 
Εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι από το 1701 η Ρουμανική Ορθόδοξη 
εκκλησία της Τρανσυλβανίας δεν είχε επίσκοπο. Μετά από μία 
συνάντηση με τον στρατηγό Nicolaus Adolf Bucow, αυτόν που 
κατέστρεψε σχεδόν όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια, αποτραβήχτηκε
 στη Μουντένια. Πέθανε ή στη μονή Βιερόσι ή στη μονή Ρομπαια
 σε χρονολογία που δε γνωρίζουμε. Η σύνοδος της Ρουμανικής 
Ορθόδοξης Εκκλησίας τον ανακήρυξε άγιο λαμβάνοντας υπ’ όψιν
 τους αγώνες του για την Ορθοδοξία.
Οι άγιοι Βησσσαρίων,Σοφρώνιος και Όπρεα


Ο βίος του αγίου μάρτυρος ΄Οπρεα Μικλαούς
Καταγόταν από το Σάλιστε του Σιμπίου και έκανε πολλά ταξίδια
 στη Βιέννη για να ζητήσει από την αυτοκράτειρα Μαρία Τερέζα
 να παραχωρήσει στους Τρανσυλβανούς Ορθοδόξους 
χριστιανούς τα δικαιώματά τους. Σ’ ένα από τα ταξίδια του
 το 1752 συνελήφθη και πέθανε στις φυλακές του Kufstein
 ως ομολογητής της ορθοδόξου πίστεως.

Ο βίος του αγίου ιερομάρτυρος Μωυσή του Σιμπιέλ
Ανακηρύχτηκε άγιος από τη Σύνοδο της Ρουμανικής Ορθόδοξης 
Εκκλησίας το 1992 μαζί με τον άγιο μάρτυρα ΄Οπρεα Μικλαους. 
Ήταν έγγαμος ιερέας από το χωριό Σιμπιελ και γνωρίζουμε ότι
 ταξίδεψε  στη Βιέννη, ενώ πέθανε κι αυτός στις φυλακές του Kufstein. 


Βίος του Αγίου ιερομάρτυρος Ιωάννου του Γκάλες
Ήταν έγγαμος ιερέας και ανέλαβε δράση τα έτη 1756-1757 
διασχίζοντας όλη την Τρανσυλαβανία και μαζεύοντας υπογραφές
 από τους πιστούς του Αρντεάλ ζητώντας ίσα δικαιώματα για τους
Ορθοδόξους και την ελευθερία της Ορθοδόξου πίστεως. 
Συνελήφθη στο Γκρατζ στου οποίου τις φυλακές πέθανε. Γνωρίζουμε
 ότι μετά από 24 χρόνια κράτησης τον επισκέφθηκαν κάποιοι 
Ρουμάνοι έμποροι από το Μπρασοβ, οι οποίοι επισκεπτόμενοι 
το Γκρατζ για τις δουλειές άκουσαν ότι εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται 
στις φυλακές ένας ορθόδοξος ιερέας.
Είχε μια συνομιλία μαζί τους όπου ο Αγ. Ιωάννης τους ομολόγησε 
ότι υποφέρει για το Χριστό και την Ορθόδοξη πίστη 24 χρόνια , 
μένοντας σταθερός στην πίστη του.

πηγή-www.agnos.ro

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΣΕΠΙΛΥΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΩΝ ΡΟΥΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΗΤΑΝ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΓΙΝΟΤΑΝ ΓΙΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ « ΗΛΙ ΗΛΙ ΛΑΜΑ ΣΑΒΑΧΘΑΝΙ.» ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ


πηγή



Ένα από τα δυσεπίλυτα προβλήματα στα περισσότερα κελιά της φυλακής ήταν ή συζήτηση πού γινόταν για τα λόγια πού είπε ό Χριστός πάνω στο Σταυρό: ΗΛΙ ΗΛΙ ΛΑΜΑ ΣΑΒΑΧΘΑΝΙ;


Από τη στιγμή πού ό Χριστός είπε: Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες, σημαίνει ότι πάνω στο σταυρό ήταν κι Εκείνος άνθρωπος, όχι μόνο Θεός. Όπως χαρακτηριστικά λέει ό Παναΐτ Τσέρνα: «Στέναξες κι Εσύ, όταν σε τρύπησε το καρφί».


Το επιχείρημα αυτό το θεωρώ τελείως αβάσιμο, ενώ αντίθετα από τα λόγια του Χριστού στο Σταυρό μπορεί να συμπεράνει κανείς την απόλυτη μαρτυρία του κύρους της σταύρωσης.


Έχω με το μέρος μου τον Ντοστογιέφσκι, τη Σιμόν Βέιλ, τον Κίρκεγκωρ και ολόκληρη σύνοδο της Χαλκηδόνας. Έχω υπόψη μου και δύο πίνακες, πού απεικονίζουν τη σταύρωση, έναν του Χολμπάιν κι έναν του Βελάσκεθ. Και στους δύο όμως λείπουν οι ακτίνες φωτός, πού ξεκινούν από τον ουρανό. Ή τραγωδία είναι άνεπίστρεπτη, αθεράπευτη. Όχι μόνο το μαρτύριο και ή προφητεία, άλλα και όλη ή υπόθεση του δράματος είναι κλινικά νεκρή, ή ανάσταση διώκεται μέσα σε αποπλανήσεις και μάταιες ελπίδες. Δεν υπάρχει περίπτωση να επιζήσει αυτό
 το αιμόφυρτο, τρυπημένο, ταπεινωμένο και κομματιασμένο σώμα. Ή ανάσταση είναι εντελώς αδύνατη.


Έτσι λέει —ανοικτά— ό Ντοστογιέφσκι ότι του φαίνεται ό Χριστός στον  πίνακα του Χολμπάιν. Ακριβώς την ίδια μαύρη και κρύα εντύπωση είχα κι εγώ κοιτάζοντας τον πίνακα του Βελάσκεθ, όταν παρουσιάστηκε στην έκθεση του Λούβρου. Στον πίνακα κυριαρχεί σε πρώτο πλάνο το έντονο κίτρινο (δεν μπορεί να το κοιτάξεις) ενός μανδύα. Στο βάθος φαίνονται οι θλιβεροί σταυροί, τα δύστυχα κορμιά και ό μολυβένιος ουρανός.

 Οι σταυροί μοιάζουν να έχουν τοποθετηθεί σε απόσταση, σχεδόν ξεχασμένοι μεταξύ τους (όπως θα ξεχνούσε κανείς πάνω στη βιασύνη του —και οι δικαστές του Κυρίου με βιασύνη ενήργησαν ασήμαντο πράγμα). Ό Χριστός είναι τελείως εγκαταλελειμμένος, είναι απλώς ένας εσταυρωμένος δίπλα σε άλλα δύο άτομα κάπου στις βρόμικες παρυφές μιας πόλης, σε ένα λοφίσκο από σκουπίδια, πέτρες και σκουριά, ένα απόγευμα —με μαύρα σύννεφα να έχουν κατέβει πολύ χαμηλά— αποπνικτικό. Δεν φαίνονταν όπως στο έργο Ό Δικτάτορας του Ζύλ Ρομαίν, οι δυνατές και μεγάλες δομές των προαστίων μιας μεγάλης και σύγχρονης πόλης, άλλα οι ογκώδεις πολεμίστρες ενός παλιού οικισμού, όχι τόσο μελαγχολικού, όσο κρύου και άγριου. Στο χώρο κυριαρχούν τα βαριά σύννεφα, οι σβησμένες ματιές των εσταυρωμένων και οι ιδιότροποι σπινθηρισμοί από τις πανοπλίες των εκτελεστών. Απ' αυτόν το χώρα πού ή έκταση του καλύπτει τα πάντα σαν τεράστια καμπάνα, δεν υπάρχει διέξοδος. Ή υπέρβαση είναι πια απλώς θεωρία, ή περίπτωση να αναστηθεί ό εσταυρωμένος Χριστός είναι ξεκάθαρο ότι αποκλείεται. Και την ήθελαν την ανάσταση όλοι τόσο πολύ, οι δύστυχοι.

Σε όσους θέτουν στη φυλακή το θέμα του Ήλί, Ήλί, τους λέω: τόσο το  καλύτερο πού έγινε έτσι. Μόνο αυτό μπορούσε να γίνει.

Ή σταύρωση δεν είναι φάρσα και απάτη, γιατί το θαύμα δεν είναι αδύνατο  και ή ανάσταση δεν είναι παραμύθι. Αν οι μονοφυσίτες είχαν δίκιο, ούτε μία στο εκατομμύριο δεν θα περνούσα στην ορθοδοξία. Θα σήμαινε ότι ή σταύρωση ήταν  στην καλύτερη περίπτωση ένα σύμβολο, μια παράσταση. Για όνομα του Θεού Μόνο και μόνο ή ανθρώπινη απελπισία του σταυρού αποδεικνύει την τιμιότητα και τη σοβαρότητα της θυσίας του Χριστού.


Ό Κύριος είχε έρθει αποφασισμένος να πιει μέχρι τέλους το πικρό ποτήρι, βαπτιστεί με το βάπτισμα του αίματος του Σταύρου, άλλα στον κήπο της Γεσθημανή, όταν πλησίαζε ή στιγμή, προσευχήθηκε να μη δοκιμάσει το πικρό ποτήρι. Βέβαια αμέσως μετά πρόσθεσε στην προσευχή του: «Ας γίνει το θέλημα σου» Ό δισταγμός όμως ήταν αληθινός. Αλλά στο σταυρό, παρά το γεγονός ότι ο Χριστός είχε πλήρη επίγνωση για την ανάσταση του, φαίνεται να δοκιμάζεται η ανθρώπινη φύση Του για κάποιο χρονικό διάστημα (ενώ αντίθετα ή άλλη φύση του Κυρίου, ή θεϊκή, επικράτησε στο Θαβώρ), διότι διαφορετικά δεν θα ακουγόταν το τόσο φυσιολογικό «διψώ» και το τόσο ολότελα ανθρώπινο .Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;


Ή πράξη της σταύρωσης ήταν τόσο σοβαρή και αυθεντική, πού ακόμα και οι απόστολοι με τους μαθητές είχαν πιστέψει πώς ό Χριστός κρεμασμένος στον σταυρό δεν πρόκειται να αναστηθεί. Αν δεν είχε κλονιστεί τόσο πολύ ή πίστη τους ό Λουκάς και ό Κλεόπας δεν θα προχωρούσαν σκυθρωποί, σέρνοντας τα βήματα τους, καθώς πήγαιναν προς Εμμαούς, και θα αναγνώριζαν αμέσως τον Δάσκαλο τους, ούτε θα έμεναν έκπληκτοι όταν κατάλαβαν ποιος είναι. (Ένιωθαν τόσο απομονωμένοι και τόσο γελασμένοι, πού παρακάλεσαν τον πρώτο άγνωστο περαστικό πού συνάντησαν να μείνει μαζί τους, να μην τούς αφήσει μόνους). 


Ούτε ό Θωμάς θα ζητούσε τόσο επίμονα χειροπιαστές αποδείξεις, αν δεν πίστευε πώς ή ανάσταση, από τη στιγμή πού τα πράγματα πήραν τέτοια τροπή, δεν επρόκειτο να γίνει. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει. Ή σταύρωση ήταν και γι` αυτούς, όπως και για τούς σταυρωτές, γεγονός οριστικό. Και ήταν αναγκαίο, για την επιβεβαίωση της θυσίας, ή σταύρωση να δώσει την εντύπωση πώς όλα τελείωσαν, πώς το ζήτημα έληξε. Για να είναι όμως ή σταύρωση αυτή πού έπρεπε να είναι, δεν έφταναν μόνο ό τρόμος του βασανιστηρίου, τα καρφιά, το δόρυ, το ακάνθινο στεφάνι (στον πίνακα του Ματίας Γκρύνεβαλτ τα αγκάθια τρυπούν ολόκληρο το σώμα, πού έχει αρχίσει να αποσυντίθεται). Ήταν αναγκαίο (για να συμπληρωθεί το δράμα) να υπάρχει καταστροφή, αμηχανία, ήττα.

Μόνο και μόνο ή κραυγή Ήλί, Ήλί μας αποδεικνύει ότι ό Εσταυρωμένος δεν έπαιζε θέατρο, ότι δεν προσπάθησε να μας παραμυθιάσει με υποκριτικά γλυκόλογα (άλλωστε πάντα συνήθιζε να συμπεριφέρεται στους ανθρώπους ωσάν σε ελεύθερες και ώριμες υπάρξεις, ικανές να ακούσουν και δυσάρεστες αλήθειες).


 Σε αντίθεση με τον Βούδα και τον Λάο-Τσέ, ό Χριστός δεν προσφέρει αφορισμούς ,και παχιά λόγια, αλλά το Σώμα και το Αίμα Του, το Μαρτύριο Του και την Απελπισία Του. Πόνος χωρίς απελπισία είναι σαν φαγητό χωρίς αλάτι, σαν γάμος χωρίς όργανα.
(Αλλά εάν ό εκ δεξιών ληστής είναι ό πρώτος άνθρωπος πού μπαίνει στον Παράδεισο- πριν ακόμη και από τους προφήτες, τούς πατριάρχες και τους
Δικαίους της  Παλαιάς Διαθήκης— αυτό το οφείλει όχι μόνο στη συγκλονιστική μεταστροφή του αλλά και στο γεγονός ότι υπέφερε μαζί με τον Κύριο. Γιατί άλλο να βρίσκεσαι κάτω από το σταυρό και να θρηνείς απ' αυτή τη θέση —όσο άγιος και τίμιος να 'σαι— κι άλλο είναι να είσαι κι εσύ πάνω στο σταυρό. Μόνο ό εκ δεξιών ληστής αισθάνεται ότι και ό Κύριος.)


Ή προσήλωση του Χριστού πάνω στο σταυρό ήταν ολοκληρωτική, όπως μας λέγει ή σύνοδος της Χαλκηδόνας.
Σίγουρα ήταν, άλλα ό Χριστός πάνω στο σταυρό δεν έπαψε να είναι και Θεός.


Δεν χωράει αμφιβολία, πιστεύω, για την συνεχή επικοινωνία (του Υιού με τον Πατέρα) την ώρα του μαρτυρίου, αλλά, μετά από κάποιες ώρες πάνω στον σταυρό, ή ανθρώπινη φύση έπρεπε να είναι αυτή πού θα κυριαρχούσε. Διαφορετικά ή τραγωδία θα ήταν παραποιημένη.

Τί περίμεναν δηλαδή οι μονοφυσίτες και οι σημερινό! άθεοι; Να έκλεινε το μάτι ό Χριστός στους δικούς του, σαν να τους έλεγε: Εντάξει μην ανησυχείτε, όλα αυτά γίνονται για τα μάτια του κόσμου. Μη φοβάστε, ξέρω εγώ τί κάνω. Θα τα πούμε την Κυριακή το πρωί;

Για φρικτό θέαμα μιλάει (τόσο άδικα) ό μονοφυσιτισμός.

Επιχειρήματα από την Αγία Γραφή: Στο Ρωμ. 8, 32, ό Παύλος γράφει: «ος γε του ιδίου υιού ουκ έφείσατο, άλλ' υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν», δηλαδή, ό Θεός δεν λυπήθηκε ούτε τον μονογενή του Υιό, αλλά τον παρέδωσε στο θάνατο για χάρη όλων μας. Αυτό το ουκ έφείσατο αποδεικνύει επίσης ότι πάνω στο σταυρό τα πράγματα δεν διαδραματίστηκαν συμβολικά, αλλά αποτέλεσαν αληθινό μαρτύριο. Μόνο με το συνδυασμό του φυσικού πόνου και του ηθικού μαρτυρίου προκύπτει το τελικό αφέψημα: ή υπέρτατη πίκρα.


Ό Παύλος ξανά στο Α' Κορ. I, 23 αναφέρει: «ημείς κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον», δηλαδή, εμείς κηρύττουμε τον Σωτήρα Χριστό, και μάλιστα σταυρωμένον, ενώ στο 2, 2 γράφει: «ου γάρ έκρινα του ειδέναι τί εν υμίν ει μη Ίησοϋν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον», δηλαδή, σκοπός μου δεν ήταν να σας κάνω να γνωρίσετε κάτι άλλο, παρά μόνο τον Ιησού Χριστό και μάλιστα σταυρωμένο.
Ή προσθήκη από τον Παύλο «και τούτον εσταυρωμένον» έγινε ακριβώς για να δώσει έμφαση στην πιο σκανδαλώδη και τρελή πτυχή του θέματος. 

Ή κοινή λογική θα δεχόταν στο τέλος έναν Θεό συμβολικά σταυρωμένο, πού υπέφερε φαινομενικά (αλλιώς οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν), αλλά το παράδοξο και η παράνοια (ό χριστιανισμός δηλαδή) απεικονίζει τη Θεότητα θέλοντας την να βρίσκεται όχι μόνο πάνω στο σταυρό —επισήμως— αλλά στ' αλήθεια καθηλωμένη, σε μια θέση κατά την οποία στην πραγματικότητα υποφέρουν τα νεύρα (τί κατορθώματα του Μεσαίωνα, πού ξέρουν καλά τί σημαίνει πόνος, αναφέρονται συνεχώς στα νεύρα), οι μυϊκές ίνες και ή ψυχή του δύστυχου ανθρώπου με όλες τις συνέπειες πού αυτό συνεπάγεται (και ό Χριστός, σε πείσμα της αίρεσης του Απολλινάριου, έχει ολοκληρωμένη ανθρώπινη ψυχή).

 Εάν ό Χριστός ήταν, έστω και για λίγο, απαθής πάνω στο σταυρό, αν δεν είχε δοκιμάσει εξ ολοκλήρου την ανθρώπινη απελπισία, τότε το γεγονός πού διαδραματίστηκε στον Γολγοθά δεν θα ήταν (για κάποιους φιλοσόφους και Ιερείς) αιτία για να σκοντάψουν, αλλά ένα απλό «σενάριο», μια «εθιμοτυπία» αποδεκτή και εδώδιμη.

Στο Α ' Κορ. 6, 20 και στο 7, 23, ό Παύλος επιμένει: «ήγοράσθητε γάρ τιμής», δηλαδή, σας αγόρασε ό Θεός πληρώνοντας το τίμημα, και «τιμής ήγοράσθητε», δηλαδή, έχει καταβληθεί το αντίτιμο για την απελευθέρωση σας.


Ό Θεός πλήρωσε ολόκληρο το τίμημα, με τρόπο τίμιο. Δεν ξεγέλασε κανέναν. Ούτε τον διάβολο, ούτε εμάς, ούτε τον εαυτό του. Δεν πλήρωσε με φαινομενικό τρόπο, με έναν μικρούτσικο σταυρό ή με κάλπικα χρήματα. Το τίμημα δεν το πλήρωσε κάποιο φάντασμα. Σώμα σαν το δικό μας ήταν, αίμα σαν το αίμα μας.
Τέλος στο Έβρ. 2, 17 και 18: «όθεν ώφειλε κατά πάντα τοις άδελφοΐς όμοιωθήναι, ίνα ελεήμων γένηται και πιστός άρχιερεύς τα προς τον Θεόν, εις το ιλάσκεσθαι τάς αμαρτίας του λαού- εν ω γάρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι», δηλαδή, έπρεπε λοιπόν να γίνει σε όλα όμοιος με τα αδέρφια του, ώστε να είναι σπλαχνικός και πιστός αρχιερέας στην υπηρεσία του Θεού, ώστε να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του λαού. Έτσι, επειδή ό ίδιος υπέφερε και δοκιμάστηκε, μπορεί τώρα να βοηθήσει αυτούς πού δοκιμάζονται. 


Και στο 4,15 «ου γάρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις άσθενείαις ημών, πεπειρασμένον δέ κατά πάντα καθ' ομοιότητα χωρίς αμαρτίας», δηλαδή, δεν έχουμε αρχιερέα πού να μην μπορεί να συμμεριστεί τις αδυναμίες μας. Αντίθετα, έχει δοκιμαστεί σε όλα, επειδή έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, χωρίς όμως να αμαρτήσει.
Άρα λοιπόν ό Χριστός μοιάζει μ' εμάς σε όλα και δοκιμάστηκε σε όλα όπως κι εμείς. Επομένως και από την ανθρώπινη απελπισία.

Μάρτιος 1966

ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΥ —το λέω απερίφραστα— βρίσκω αυτό πού φανταζόμουν . Ψηλαφιστά βρίσκω το φώς μονομιάς. Σχετικά με τον πίνακα του Χολμπαιν ο Ντοστογιέφσκι αναφέρει: «Ό πίνακας δεν είναι όμορφος... είναι το πτώμα ενός ανθρώπου, πού υπέφερε ατελείωτους πόνους... αν ένα  τέτοιο πτώμα είδαν οι μαθητές του... πώς άραγε θα μπορούσαν να πιστέψουν, βάζοντας το, ότι αυτό το πτώμα θα αναστηθεί;»

ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΑΝ!

«Αν ό θάνατος είναι τόσο τρομερός και οι νόμοι της φύσης τόσο σκληροί, πώς μπορεί κανείς να τους ελέγξει; Κι όλοι εκείνοι που στάθηκαν εκείνο το βράδυ γύρω από το νεκρό σώμα του Χριστού, σίγουρα θα αισθάνθηκαν τρομερή θλίψη, βαθιά σύγχυση στην ψυχή τους, οι όποιες μονομιάς σκόρπισαν όλες τους τις ελπίδες και σχεδόν όλα όσα πίστευαν.»

ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΟ ΜΑΤΙ!

Ό Σωκράτης και ό Ιησούς Χριστός

ΛΟΓΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ότι ό θάνατος του Σωκράτη φέρει τη σφραγίδα της αταξίας, του αίματος, της λύσσας και της προδοσίας. Όμως ό θάνατος του Σωκράτη δεν θα μπορούσε να είναι πιο ήρεμος και αξιοπρεπής. Του Χριστού ό θάνατος, αντίθετα, φέρει ολόκληρη τη σφραγίδα της τραγωδίας, της αηδίας και της φρικαλεότητας. Ό Σωκράτης πεθαίνει ήρεμος, περιστοιχισμένος από μαθητές πιστούς και προσεκτικούς, πού ρουφούν τα λόγια του, την ώρα που ό ίδιος —ατάραχος και λαμπερός— πίνει το ανώδυνο δηλητήριο πού του προσφέρει ό δεσμοφύλακας. Εγκαταλελειμμένος και προδομένος από τούς δικούς του, ό Χριστός σφαδάζει πάνω στο σταυρό, διψασμένος και χλευασμένος.


 Ό Σωκράτης πεθαίνει σαν κύριος, ό Χριστός σαν παλιάνθρωπος ανάμεσα σε δύο ληστές. Ό Σωκράτης ευχαριστεί τούς θεούς γιατί γλιτώνει από τα βάσανα του υλικού αυτού κόσμου, ό Χριστός αναφωνεί: «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».
Ή διαφορά είναι καταφανέστατη ανάμεσα στους δύο θανάτους και ακριβώς του Χριστού μοιάζει κατώτερος, ενοχλεί. Στην πραγματικότητα όμως είναι ανείπωτα πιο ανθρώπινος. 

Του Σωκράτη ό θάνατος σ' όλο του το μεγαλείο μοιάζει λογοτεχνικός και κυρίως εξωπραγματικός. Ό Σωκράτης μεταβαίνει από την ανθρώπινη κατάσταση στη θεϊκή. Ό Χριστός, απαλλαγμένος από αμαρτίες, κατεβαίνει στα πιο χαμηλά στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ό Ντοστογιέφσκι σχεδίαζε να γράψει μέχρι το 1882 έναν επίλογο για τους Αδελφούς Καραμαζώφ κι αμέσως μετά για τη ζωή του Χριστού. Πιθανόν ό Θεός δεν θέλησε να υπάρξει και πέμπτο ευαγγέλιο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ. ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΙΣΤΡΟΣ

Τα πραγματικά αίτια τού σχίσματος Του Θωμά Φ. Δρίτσα


Πολλοί νομίζουν πως το filioque [δηλ. η προσθήκη της λέξεως «και εκ του Υιού» για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, στο σύμβολο της πίστεως] αποτέλεσε αιτία του σχίσματος ανάμεσα στη «Ρωμαιοκαθολική» και την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η Ιστορία αυτή είναι ένας μύθος που πρέπει επιτέλους κάποτε να εκλείψει. Στην πραγματικότητα οι Ρωμαίοι Πάπες πολέμησαν τοfilioque μόλις αυτό προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως από τους Φράγκους.
 Ο Πάπας Λέων Γ' (796-816), επειδή γνώριζε από πρώτο χέρι τις πιέσεις των Φράγκων σ' αυτό το ζήτημα, προχώρησε σε μια πράξη που φανερώνει το πλήρες μέγεθος της παπικής αντίδρασης στις φράγκικες αυθαιρεσίες. Φρόντισε ώστε τοορθόδοξο Σύμβολο της Πίστεως (χωρίς το filioque) να αναγραφεί σε δύο ασημένιες πλάκες (μια στα λατινικά και μια στα ελληνικά) τις οποίες ανήρτησε σε ψηλό σημείο στο ναό του Αγίου Πέτρου για να είναι ευανάγνωστες από όλους τους πιστούς. Οι μεγάλες ΑΣΗΜΕΝΙΕΣ ΠΛΑΚΕΣ που έγραφαν το Ορθόδοξο σύμβολο της πίστης είχαν την επιγραφή: «HAEC LEO POSUI AMORE ET CAUTELA ORTHODOXAE FIDEI» δηλαδή: «Εγώ, ο Λέων βάζω εδώ (τις πλάκες) για την αγάπη και την προστασία της Ορθόδοξης Πίστης.»  Σχετική αναφορά μπορείτε να βρείτε στο :VITA LEONIS , LIBER PONTIFICALIS (Ed.Duchene, TII, p.26 -η πηγή είναι από βιβλιογραφία των Παπικών!)

 Ο Λέων πίστεψε ότι οι Φράγκοι δε θα τολμούσαν να προσβάλουν το ιερότερο κέντρο της δυτικής Χριστιανοσύνης. Το 809 οι τελευταίοι προχώρησαν στην επίσημη καθιέρωση του filioque με τη σύνοδο του Άαχεν. Μια και ο Πάπας εξακολουθούσε να διατηρεί την Ορθόδοξη παράδοση, ο Καρλομάγνος έστειλε μια αντιπροσωπεία στη Ρώμη υπό το μοναχό Σμάραγδο για να τον μεταπείσει. Στα πρακτικά της συνάντησης, που διασώζονται μέχρι σήμερα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Λέων αρνήθηκε κατηγορηματικά. Οι διάδοχοι του συνέχισαν να είναι αντίθετοι στο filioque μέχρις ότου οι Φράγκοι κατέλαβαν δια της βίας το Πατριαρχείο Ρώμης και εγκατέστησαν οριστικά δικό τους Πάπα (πιθανόν από το1009 και μετά).

Άλλη μία  ΑΠΑΤΗ των Φράγκων αποκαλύφθηκε το 1948 από τον μεγάλο ιστορικό F. Dvornik στο έργο του «The Photian Schism», το οποίο πλέον είναι κλασσικό. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, κάθε πιστός  θα σοκαριστεί από τις μηχανορραφίες της δύσης, εναντίον των Ρωμηών. Σε αυτό μαθαίνουμε πως τον 12ο αιώνα οι Φράγκοι πλαστογράφησανκάποιον δήθεν αφορισμό του Φωτίου από τον Ρωμαίo Πάπα Ιωάννη Η΄. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ! Σε αυτόν τον ψεύτικο αφορισμό στηρίχτηκαν οι θεωρίες των παπικών για το Σχίσμα , μέχρι και τον εικοστό αιώνα.
Ο Ρωμαίος Πάπας Ιωάννης Η’ ,δείχνει με τον βίο του, την αγάπη του στην Ρωμηοσύνη και την Ορθόδοξη πίστη. Το 873 πίεσε το Φράγκο αυτοκράτορα Λουδοβίκο τον Ευσεβή και κατάφερε να τον κάνει να απελευθερώσει τον Ρωμηό ιεραπόστολο των Σλάβων Μεθόδιο , που ήταν φυλακισμένος στη Μοραβία από τους Φράγκους για τρία χρόνια [Obolensky Dimitri,  «Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία», Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1991, τόμ. Α’, σ. 242]. Επίσης, αγωνίστηκε για το δικαίωμα των Σλάβων να τελούν τις ακολουθίες στη γλώσσα τους. Σε αυτή την περίπτωση  ερχόμενος σε οξύτατη σύγκρουση με τους Φράγκους που υποστήριζαν τη θεωρία των τριών ιερών γλωσσών (εβραϊκή, ελληνική, λατινική) [Obolensky σ. 244]. Συμμετείχε δε, το 879, (όταν Πατριάρχης ήταν ο Μ Φώτιος) στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (η οποία σήμερα δεν αναγνωρίζεται από τους Φράγκους παπικούς), στην οποία καταδικάστηκαν όσοι δεν αποδέχονταν την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας δηλαδή οι  Φράγκοι. (Αυτοί την απέρριψαν επί Καρλομάγνου το 794)  [περισσότερα στο βιβλίο: «Ρωμηοσύνη η Βαρβαρότητα» του Αναστ. Φιλιππίδη σελ. 162]

Διαβάζουμε:
«Την γέννησιν του Φραγκικού Πολιτισμού περιγράφει εις επιστολήν του ο Άγιος Βονιφάτιος προς τον Πάπα της Ρώμης Ζαχαρίαν (natione Graecus) [Δηλαδή γέννημα της Magna Graecia της Κάτω Ιταλίας.] το 741. Οι Φράγκοι είχαν απαλλάξει την Εκκλησίαν της Φραγκίας από όλους τους Ρωμαίους επισκόπους και είχον αυτοκατασταθή επίσκοποι και κληρικοί διοικηταί της. Ήρπασαν την περιουσίαν της Εκκλησίας και την εχώρισαν εις τιμάρια, των οποίων την επικαρπίαν διένειμαν ως Φέουδα, συμφώνως προς τον βαθμόν που κατείχε έκαστος εις την πυραμίδα της στρατιωτικής φεουδαρχικής ιεραρχίας. Αυτοί οι Φράγκοι επίσκοποι δεν είχον Αρχιεπίσκοπον και δεν είχον συνέλθει εις σύνοδον επί 80 χρόνια. Συνήρχοντο δια τα εθνικοεκκλησιαστικά θέματα μαζί με τους βασιλείς και λοιπούς συναδέλφους οπλαρχηγούς. Κατά τον Άγιον Βονιφάτιον, ήσαν «αδηφάγοι λαϊκοί, μοιχοί και μέθυσοι κληρικοί, οι οποίοι μάχονται εις τον στρατόν με πλήρη πολεμικήν εξάρτησιν και με τας χείρας των σφάζουν χριστιανούς και ειδωλολάτρας.» [ Migne P L, 89, 744; Mansi 12, 313-314 ]

Μόλις πενηντατρία χρόνια αργότερα οι διάδοχοι αυτών των αγραμμάτων βαρβάρων προσέθεσαν το Filioque εις το Σύμβολον της Πίστεως και κατεδίκασαν την Ανατολικήν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν ως αιρετικήν και «Γραικικήν,» εις τας Συνόδους των της Φραγκφούρτης το 794 περί εικόνων και της Ακυϊσγράνου το 809 περί της προσθήκης του Filioque εις το Σύμβολον της Πίστεως της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, και εις εποχήν μάλισταπου δεν εγνώριζον ούτε ένα Πατέρα Οικουμενικής Συνόδου. Επί 215 χρόνια, από το 794 μέχρι το 1012 οι Ρωμαίοι Ορθόδοξοι Πάπαι ηρνήθησαν να υποταχθούν εις τους Φράγκους κυρίους τους εις τα θέματα του Filioque και των εικόνων. Ο τελευταίος Ορθόδοξος Ρωμαίος Πάπας που μνημονεύεται στα δίπτυχα των υπολοίπων τεσσάρων Ρωμαίων Πατριαρχείων είναι ο Ιωάννης ΙΗ΄ (1003-1009) και ο πρώτος αιρετικός Ρωμαίος Πάπας που εξέπεσε από τα δίπτυχα, αφού προσέθεσε το Filioque στην ομολογίαν πίστεώς του, ήτο ο Σέργιος Δ (1009-1012), δηλαδή 42 χρόνια πριν από το λεγόμενον σχίσμα του 1054. »
[π. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης, «Ορθόδοξος   και   Βατικανιος   συμφωνια   περι   Ουνιας»  Πηγή:http://www.antibaro.gr/religion/rwmanidhs_ounia.htm]
Η κίνησή των Φράγκων, να καταλάβουν την παλαιά Ρώμη και να επιβάλλουν τις απόψεις τους, δεν ήταν τυχαία. Η παλαιά Ρώμη περιεβάλετο με μία αίγλη. Αν και η πόλη της Ρώμης είχε ολόκληρη μεταφερθεί, ωστόσο η κατάληψη της παλαιάς Ρώμης θα έδινε το (ψευτο)νομικό έρισμα που χρειαζόντουσαν οι Φράγκοι για να προβληθούν ως συνεχιστές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επίσης η διάσπαση της Εκκλησίας, τους βοηθούσε, γιατι σήμαινε αποκοπή της δύσης απο την ανατολή και άρα αποκοπή της από την Νέα Ρώμη. Ήταν μία πολύ έξυπνη κίνηση.
πηγή

Καλός και κακός θεός


Η ύπαρξη τού κακού στον κόσμο, είναι ένα θέμα για το οποίο έχουν γραφεί πολλά. Από την αρχαιότητα μάλιστα, υπήρξαν θρησκείες που υποστήριζαν ότι υπάρχουν δύο θεοί στο σύμπαν, ο καλός και ο κακός δημιουργός. Τέτοιοι ήταν οι Μανιχαίοι, ενώ σήμερα πολύ καλά αντικατοπτρίζει αυτή την άποψη τής διαρχίας, το ανατολικό σύμβολο τού γιν και γιανγκ.
Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε περιληπτικά το θέμα, στηριζόμενοι στο σύγγραμμα τού Αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού: "Κατά Μανιχαίων διάλογος", το οποίο συνιστούμε για περισσότερες λεπτομέρειες.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα "αν υπάρχει ένας κακός θεός", είναι αναγκαίο να δούμε πρώτα μερικά πράγματα για την ίδια τη φύση τού κακού. Τι είναι λοιπόν το κακό; Αυτοί που πιστεύουν στη διαρχία ενός καλού και ενός κακού Θεού, λένε ότι οι δύο αυτοί αυτοί θεοί, είναι δύο όντα που συνυπήρχαν από πάντοτε, και αποτελούν τις δύο ισοδύναμες και συναιώνιες αρχές τού κόσμου, ενώ βρίσκονται πάντοτε σε πάλη μεταξύ τους. Έτσι γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί η πάλη καλού και κακού που παρατηρούμε καθημερινά γύρω μας. Από εδώ όμως αρχίζει το σφάλμα τής φιλοσοφίας αυτής.
Για να είναι κάτι "ον", πρέπει να είναι "υπαρκτό". Είναι "ον" το κακό; Ας δούμε.
Το κακό, είναι το εντελώς αντίθετο τού καλού.
Συνεπώς αν καλό είναι: η ύπαρξη, η γνώση, η κατοχή, η αφθαρσία, η αϊδιότητα, η κίνηση, το φως, η λογική, η παντοδυναμία, κ.λ.π., τότε κακό είναι τα ακριβώς αντίθετα: η ανυπαρξία, η άγνοια, η έλειψη, η φθορά, η προσωρινότητα, η ακινησία, το σκοτάδι, ο παραλογισμός, η αδυναμία.

Παρατηρούμε λοιπόν, πως κακό είναι η στέρηση τού καλού. Επειδή, το σκοτάδι είναι η έλειψη φωτός, και η άγνοια έλειψηγνώσης. Η έλειψη είναι η μη κατοχή, και η ακινησία η έλειψη κίνησης. Και συνεπώς, αν το καλό είναι η αιωνιότητα η παντοδυναμία και το υπαρκτό, το κακό είναι η προσωρινότητα η αδυναμία και η ανυπαρξία!

Δεν μπορεί λοιπόν το κακό να είναι ούτε παντοδύναμο, ούτε αιώνιο, ούτε καν υπαρκτό!

Μα τότε, πώς το κακό "υπάρχει"; Το βλέπουμε τριγύρω μας καθημερινά!

Αυτό που βλέπουμε γύρω μας ως "κακό", δεν είναι παρά η έλειψη τού καλού, και όχι κάτι αυθύπαρκτο. 

Μπορούν λοιπόν να υπάρχουν δύο ίσοι και αντίθετοι θεοί, όπως πιστεύουν σήμερα οι πιστοί τού γιν και γιάνγκ, ή διαφόρων νεογνωστικών κλάδων; 
Με βάση τα παραπάνω, όχι, επειδή:

1. Αν ο καλός θεός είναι το "ον" (υπαρκτός), ο κακός, είναι το "μη ον" (ανύπαρκτος).
2. Ο κακός, θα στερείτο κάθε καλού, άρα δεν θα ήταν ούτε παντοδύναμος, ούτε αιώνιος, ούτε παντογνώστης, ούτε λογικός, ούτε άφθορος.
3. Το φώς διαλύει πάντοτε το σκοτάδι, συνεπώς είναι πάντοτε δυνατότερο.
4. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο πανταχού παρούσες και αντίθετες αρχές, επειδή τότε θα συγχέονταν, και δεν θα υπήρχε διάκριση καλού και κακού.
5. Η αρχή τού δύο είναι το ένα, συνεπώς, θα έπρεπε να προηγείται ο ένας τού άλλου, και όχι να έχουμε δύο αρχές.
6. Εάν το αϊδιο είναι άχρονο, είναι και άτρεπτο. Εάν λοιπόν είναι άτρεπτο, δεν είναι διχασμένο, αλλά συγκεκριμμένο.
7. Εάν υπάρχουν δύο εντελώς αντίθετες αρχές, δεν μπορεί να συνεργάστηκαν στη δημιουργία. Συνεπώς η δημιουργική αρχή τού σύμπαντος είναι μία.
8. Με δύο ίσες και αντίθετες αρχές, θα είχαμε αναρχία. Και επειδή η αναρχία είναι έλειψη τάξης, θα είχαμε μόνο μία αρχή, την κακή.
9. Οι δύο αντίθετες αρχές, θα κοινωνούσαν τουλάχιστον κατά την ύπαρξη. Επειδή όμως η ύπαρξη είναι κάτι καλό, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι εντελώς κακό.
10. Εάν οι αρχές είναι δύο, τότε το "ΕΙΝΑΙ", είναι η μόνη πραγματική αρχή.
11. Το "ον" είναι η αιτία τού "είναι", και όχι το αντίθετο. Συνεπώς, η αιτιακή αρχή όλων είναι μία: "ο Ων", που σημαίνει πως είναι το καλό, και όχι το κακό, η έλειψη όντος.
12. Η αρχή τού κάθε όντος, (υπαρκτική, χρονική, τοπική και ενεργητική), έχει μία αφετηρία, και όχι δύο. Συνεπώς, μία είναι η αρχή όλων.
13. Το μη ον, ως στέρηση, πρέπει να λάβει αρχή από το ον.
14. Δεν θα μπορούσε το "μη ον" να βρίσκεται στο βασίλειο τού όντος, επειδή γι' αυτό το καλό είναι κακό.
15. Αν υπάρχει πάλη τών δύο αντιθέτων, τότε δεν ύπάρχει ατρεψία.
16. Κανείς από τους δύο δεν θα ήταν παντοδύναμος και απεριόριστος, αν δεν είχε εξουσία επί τού άλλου.
17. Αν υπήρχε αυτοδύναμο όντως κακό, δεν θα μπορούσε το καλό να είναι όντως καλό και να μην το υποτάσσει.
(Λέγοντας πως ο Θεός είναι ένας, αυτό έχει νόημα όσον αφορά την ουσία του και την αιτιότητα. Αυτό όμως δεν ισχύει για τις υποστάσεις που θα μπορούσε να έχει, μια και στην εκτός χώρου και χρόνου κατάσταση τού απείρου Θεού, δεν υπάρχει νόημα τών αριθμών, με τους οποίους μετράμε τα πεπερασμένα αντικείμενα).

Μπορεί άραγε να υπάρχει κάποιο λογικό ον, που να είναι φορέας τού κακού;
Ναι, μπορεί, αλλά με τις εξής προϋποθέσεις:

1. Πρέπει να έχει λάβει την αρχή του από τον μοναδικό και καλό Θεό.
2. Ως νοήμων φορέας τού κακού, πρέπει να έχει κάποιες ιδιότητες, όπως λογική, ύπαρξη, ενέργεια, κ.λ.π. Επειδή όμως αυτές οι ιδιότητες είναι καλές, συνεπώς δεν υπάρχει απόλυτο, αλλά επί μέρους κακό. Δηλαδή, αυτό είναι κάποιο ον που ενώ έχει κάποιες καλές ιδιότητες, στερείται άλλων καλών ιδιοτήτων.
Εάν λοιπόν ο φορέας τού κακού είναι κτιστός, πώς ο καλός Θεός έκτισε έναν κακό; Εφ' όσον ο κακός είναι κτιστός και δεν είναι εντελώς κακός, αυτό σημαίνει πως ό,τι καλό έχει, τού δόθηκε από τον καλό δημιουργό του. Τού δόθηκε λοιπόν και η ελευθερία βούλησης, που είναι κάτι καλό. 
Επειδή όμως ό,τι κάνει ο Θεός είναι καλό, μόνο αυτόβουλα μπορεί να απωλέσει κάποιος τα καλά στοιχεία του, και να γίνει κακός. Συνεπώς, το κακό, είναι συνέπεια τής αυτόβουλης απώλειας κάποιου όντος, τών καλών στοιχείων του. Εάν δεν υπήρχε κάποιος νοήμων φορέας τού κακού στο σύμπαν, δεν θα υπήρχε κακό, επειδή τα πάντα θα ήταν καλά ως δημιουργήματα τού απολύτως καλού δημιουργού.
Ας σκεφτούμε, ότι αν πρόκειται για μη νοήμονα δημιουργία, δεν τίθεται θέμα καλού και κακού, καθώς μια πέτρα ή ένας πλανήτης για παράδειγμα, δεν διακρίνουν το καλό ή το κακό, ούτε έχει έννοια γι' αυτά. Το κακό λοιπόν για να είναι πράγματι κακό, προϋποθέτει έναν λογικό φορέα, που να μπορεί να το διακρίνει, ή να το επιλέξει αυτόβουλα.

Άρα λοιπόν, ο Θεός είναι κατ' ανάγκην καλός; 
Όχι κατ' ανάγκην αλλά κατά βούλησιν, και λέγοντας βούλησιν, ενοούμε τη δική Tου βούληση.
Ας το δούμε όμως και διαφορετικά. Εφ' όσον (σύμφωνα με τα παραπάνω) ένας μόνο Θεός μπορεί να υπάρξει ως Δημιουργός τού σύμπαντος, είναι σαφές, ότι δημιουργεί αυτό που Εκείνος θεωρεί καλό να δημιουργήσει. Έτσι, η δική του κτίση, έχει και θεωρεί καλό, κατ' ανάγκην αυτό που Εκείνος ορίζει ως καλό, και η κτίση του ευφραίνεται σ' αυτό, όπως και ο Δημιουργός. Εάν ο Δημιουργός ήθελε κάτι διαφορετικό, πάλι αυτό θα θεωρείτο καλό από τον ίδιο και από την κτίση του, συνεπώς θα ήταν κι εκείνο καλό.
Εφ' όσον λοιπόν το κακό είναι σχετικό, θα μπορούσαμε να ορίσουμε, ότι κακό είναι ό,τι γίνεται χωρίς την επιδοκιμασία τού Κτίστη, και Αυτός είναι το μόνο απόλυτο σημείο αναφοράς.
Είναι λάθος να θεωρείται καλό ό,τι ευφραίνει εμάς, και κακό ό,τι μας δυσαρεστεί. Υπάρχει φαινομενικό καλό, και φαινομενικό κακό. Για παράδειγμα, ο πόνος μιας εγχείρησης φαίνεται κακός, στην πραγματικότητα όμως είναι καλός, μια και γίνεται αιτία θεραπείας τού ασθενούς. Ομοίως, η φυλάκιση κάποιου ανθρώπου, φαίνεται κακή, όταν όμως είναι απαραίτητη για να προστατευθεί το κοινωνικό σύνολο, είναι καλή. Αντιθέτως, διάφορες ηδονές φαίνονται καλές, φέρνοντας τέρψη. Συχνά όμως, οδηγούν σε μεγάλο κακό.

Τι μπορούμε όμως να πούμε για το σώμα; Είναι κάτι κακό;
Σήμερα υπάρχουν θρησκείες, (που όπως και στο παρελθόν) θεωρούν την ύλη ως κάτι κακό, και το πνεύμα ως κάτι καλό. Αυτοί υποστηρίζουν ότι η ύλη είναι η φυλακή τής ψυχής, και ότι με το θάνατο ελευθερώνεται η ψυχή από την υλική φυλακή της. (Σε αυτή την άποψη στηρίζουν κάποιοι το ότι υπάρχει ο καλός δημιουργός τής ψυχής, και ο κακός δημιουργός τού σώματος).
Σε αυτή τη βάση στηρίζονται και πολλές θέσεις Προτεσταντικών θρησκειών, κατά τις οποίες η γη ως υλική κτίση, δεν έχει μέρος στα μελλοντικά σχέδια του Θεού και θα καταστραφεί εντελώς, και ότι ο Παράδεισος είναι κάτι το άυλο, το καθαρά ουράνιο. Έτσι μιλούν για σωτηρία της ψυχής, αλλά όχι και του σώματος, και για σωτηρία του ανθρώπου, αλλά όχι και της λοιπής κτίσης.
Όπως είδαμε στα παραπάνω, η ενέργεια τών αντιθέτων, είναι εντελώς αντίθετη. Πώς θα συνεργαζόταν λοιπόν το καλό με το κακό για να φτιάξουν καλό πνεύμα μέσα σε κακή ύλη; Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ως σύνολο κάτι καλό, και έχει και την ελευθερία βούλησης που είναι κάτι καλό, είναι εξ' ολοκλήρου δημιούργημα μόνο τού καλού Θεού.
Άλλωστε, αν ήταν το σώμα μόνο κακό, και η ψυχή μόνο καλή, θα υπήρχαν μόνο καλόψυχοι άνθρωποι, ενώ το σώμα θα κακοποιούσε συνεχώς, ανίκανο να κάνει οτιδήποτε καλό. Τότε, και το ζητούμενο τής ψυχής, θα ήταν θάνατος, και ο θάνατος θα ήταν καλός, ενώ η ζωή κακή!
Συνεπώς, και το σώμα είναι δημιούργημα μόνο τού καλού όντος. Και πώς ο κακός υποτιθέμενος θεός, θα δημιουργούσε τα κακά του σώματα μέσα στο φωτεινό βασίλειο που μισεί; Ή πώς ένας καλός θεός, θα δημιουργούσε καλές ψυχές μέσα σ' ένα μισητό σκοτεινό σώμα;

Μα τότε, από πού προέρχεται το κακό τού σώματος;
Ομοίως, "από πού προέρχονται τα κακά τής ψυχής;"
Όπως είπαμε, η φθορά τής ύλης καθώς και τής ψυχής, είναι κάτι που έγινε εξ' αιτίας τής καλής ελευθέρας βούλησης που έδωσε ο στα πλάσματά του ο μόνος άναρχος, παντοδύναμος και καλός Θεός. Και εξαρτάται μόνο από τον καθένα μας, το πώς θα χρησιμοποιήσει αυτό το θεόδοτο δώρο. Είτε προς αύξηση (καλό), είτε προς στέρηση (κακό), τών καλών δώρων τού Δημιουργού.
N. M.

Δεν μπορεί να είσαι ταυτόχρονα χριστιανός και Χρυσαυγίτης»


Ότι η εκκλησία καλείται να πάρει θέση δηλώνει ο Μητροπολίτης Σιατίστης.

Όποιος τάσσεται στο πλευρό της Χρυσής Αυγής «δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και χριστιανός». Ο μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος είναι ο πρώτος ιεράρχης που την περασμένη εβδομάδα «κατακεραύνωσε» το ακροδεξιό ντελίριο προκαλώντας θετικά σχόλια στην κοινή γνώμη. Αυτό «ενόχλησε» κάποιους που έφτασαν στο σημείο ακόμη και να τον απειλούν. Σήμερα μιλάει στον «Τύπο της Κυριακής» για τα ακραία ρατσιστικά φαινόμενα και τις πρακτικές βίας που υιοθετούν μέλη της Χρυσής Αυγής.

Ο «μάχιμος» ιεράρχης, με αφορμή την υπόθεση με το αμφιλεγόμενο θεατρικό έργο «CorpusChristi» και τα επεισόδια που διαδραματίστηκαν έξω από το Θέατρο «Χυτήριο», καταγγέλλει τη Χρυσή Αυγή λέγοντας ότι «αντέδρασε για καθαρά κομματικούς λόγους και για να αποκτήσει οπαδούς…». Ο «χαμηλών τόνων» (όπως τον χαρακτηρίζουν όλοι όσοι τον γνωρίζουν), αλλά «με δυναμικό λόγο» ιεράρχης στέλνει ταυτόχρονα και μήνυμα με πολλούς αποδέκτες στους κόλπους της Ιεραρχίας, τονίζοντας ότι είναι υποχρεωμένη να πάρει θέση και να τοποθετηθεί επίσημα για τις μορφές ρατσισμού που «ξεπήδησαν» στην ελληνική κοινωνία και τείνουν να εξελιχθούν σε μάστιγα: «Δεν μπορεί να είμαστε αδιάφοροι, γιατί η αδιαφορία των μέσων Γερμανών έβγαλε τον Χίτλερ στην εξουσία…».

- Σεβασμιότατε, είστε πάντοτε κοντά στους νέους. Εάν κάποια στιγμή ερχόταν ένας νέος και σας έλεγε ότι τάσσεται με τη Χρυσή Αυγή, διότι έτσι πιστεύει πως θα επιλυθούν τα προβλήματα στην κοινωνία, τι είναι αυτό που θα του λέγατε;

Θα του έλεγα ότι «δεν μπορεί να είσαι ταυτόχρονα και χριστιανός. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά δεν έχεις το δικαίωμα να πιστεύεις. Aν πιστεύεις στον Χριστό, πιστεύεις πως αυτός ο έγχρωμος είναι ελάχιστος αδελφός του Κυρίου. Εσύ τι θα κάνεις; Θα πας να τον χτυπήσεις με αλυσίδες; Και θα είσαι χριστιανός;».

- Πιστεύετε ότι η Ιεραρχία θα πρέπει να τοποθετηθεί για το τόσο σοβαρό θέμα των ακραίων φαινομένων;


Πιστεύω ότι η Εκκλησία είναι πλέον υποχρεωμένη να πάρει θέση με βάση και τα φαινόμενα αυτά καθ’ εαυτά. Δεν μπορεί να είμαστε αδιάφοροι, διότι η αδιαφορία των μέσων Γερμανών έβγαλε τον Χίτλερ στην εξουσία. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι ασυμβίβαστη η χριστιανική πίστη με ανθρώπους οι οποίοι την προσβάλλουν καθημερινά.

-Σεβασμιότατε, τις προηγούμενες ημέρες διαδραματίστηκαν επεισόδια έξω από το Θέατρο «Χυτήριο» για την παράσταση «CorpusChristi». Είδαμε κάποιους πιστούς να αντιδρούν στο πλευρό της Χρυσής Αυγής…


Δεν είναι ακριβώς έτσι. Πήγαν για να διαμαρτυρηθούνε -άσχετα αν συμφωνώ ή διαφωνώ- νομίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο ομολογούνε την πίστη τους. Απλώς «έπεσαν» στην παγίδα να τους πλαισιώσουν και οι Χρυσαυγίτες. Ωστόσο, ξέρω πάρα πολύ καλά ότι ήταν σε άλλο σημείο οι πιστοί και σε άλλο τα μέλη της Χρυσής Αυγής. Οι πιστοί περιθωριοποιήθηκαν από την Αστυνομία σε έναν άλλο συγκεκριμένο χώρο και εκεί έψαλαν, αλλά δεν μπλέχτηκαν σε επεισόδια. Εγινε μια προσπάθεια από την πλευρά της Χρυσής Αυγής να ταυτιστεί με τους πιστούς. Βέβαια, το αποτέλεσμα ήταν να διαφημιστεί το θεατρικό έργο.

ΓΙΑ ΤΟ «CORPUSCHRISTI»: Απαράδεκτη παράσταση που προσβάλλει τον Χριστό και εκατομμύρια πιστούς
- Η άποψή σας για τη θεατρική παράσταση «CorpusChristi»;

Θεωρώ πως, όταν κάποιος χλευάζει μια πίστη ή διαστρέφει -με αυτό τον τρόπο- ένα πρόσωπο, στο οποίο η πίστη υπήρξε το πνευματικό σύνολο που κράτησε αυτό το γένος στα χρόνια της σκλαβιάς, είναι το λιγότερο αγενής. Δείχνει έναν άνθρωπο ουσιαστικά αδίστακτο σε αυτό που σέβεται ένας λαός ολόκληρος και που είναι συνδεδεμένο με την ιστορία του. Η παράσταση αυτή -από προσωπικής πλευράς- είναι απαράδεκτη, διότι προσβάλλει το πρόσωπο εκείνο το οποίο λατρεύουν εκατομμύρια άνθρωποι, αλλά και προσβάλλει και αυτούς που το λατρεύουν.

- Για το περιεχόμενο αυτής της θεατρικής παράστασης αντέδρασαν και μέλη του ακροδεξιού κόμματος. Στο όνομα του Χριστού…

Τα μέλη της Χρυσής Αυγής αντέδρασαν για καθαρά κομματικούς λόγους, για να αποκτήσουν οπαδούς και να ταυτιστούν με τους χριστιανούς. Δεν μπορεί να υπερασπίζει τον Χριστό κάποιος που καθημερινά τον περιφρονεί, τον υβρίζει και τον συντρίβει στο πρόσωπο των ελάχιστων αδελφών του. Το Ευαγγέλιο δεν θα αλλάξει. Το Ευαγγέλιο είναι σαφέστατο. Οι ταπεινοί και οι καταφρονημένοι είναι οι άνθρωποι που εικονίζουν τον Χριστό, είτε έχουν μαύρο είτε λευκό είτε κίτρινο χρώμα. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού και ο ελάχιστος αδελφός του. Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα….

Πηγή : Newsbeast

Ο Σωφέρ καί ἡ κούρασή του Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Στενοχωρεῖσαι. Βαρέθηκες τὴν δουλειά σου. Ὅλες οἱ ἄλλες ἐργασίες σοῦ φαίνονται καλύτερες. Εἶσαι πικραμένος καὶ ἀνήσυχος, γιατί δὲν μπορεῖς νὰ βρῆς ἄλλο ἐπάγγελμα!


Πολὺ σκέφθηκα πρὶν πάρω τὸ μολύβι μου νὰ σοῦ ἀπαντήσω. Προσπάθησα μὲ τὴν φαντασία μου νὰ ἔρθω στὴν θέση σου. Προσπάθησα νὰ μπῶ στὴν μαυρίλα καὶ στὸν θόρυβο τῆς μηχανῆς. Φαντάσθηκα τὸν ἑαυτό μου κατάμαυρο καὶ ἱδρωμένο νὰ κοιτάζω μὲ προσοχή, μὲ προσοχὴ πάντα μπροστά, ἐνῷ πίσω μου ἔρχεται ἕνας μικρὸς λαός: γέροι, γονεῖς, παιδιά, ἡγεμόνες, διπλωμάτες, ὑπάλληλοι, χωρικοί, ἐργάτες, μέ-ροκαματιάρηδες. Ὅλοι γνωστοί μου, καὶ ὅλοι αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα! Εἴτε τὸ κουβεντιάζουν μεταξύ τους, εἴτε ἁπλῶς τὸ σκέπτονται μέσα τους. Ὅλοι τρέχουν μὲ λαχτάρα γιὰ τὸν προορισμό τους. Καὶ ἐγὼ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὸν Θεό.


Οἱ ἐπιβάτες δὲν τὸ καταλαβαίνουν πόσο ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα! Χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζουν. Χωρὶς νὰ μὲ ξέρουν! Καὶ ὅμως μὲ ἐμπιστεύονται. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς μοῦ δίνει χαρά! Ὅταν ἀνέβηκαν στὸ ὄχημα καὶ ξεκινήσαμε, κανεὶς δὲν ἦρθε νὰ μὲ ἰδῆ καὶ νὰ μὲ γνωρίση! Κανεὶς δὲν ἀναρωτήθηκε: Μήπως εἶναι τρελλὸς ἤ τυφλὸς ἤ μεθυσμένος; Ὅλοι μοῦ ἐμπιστεύθηκαν τὴν ζωή τους! Χωρὶς νὰ εἶναι σίγουροι ὅτι εἶμαι ὁ πιὸ ἱκανὸς ἄνθρωπος σ' αὐτὴν τὴν θορυβώδη κίνηση τῆς πόλης, ποὺ οἱ ἐπιβάτες μένουν στὸ ὄχημά μου γιὰ λίγο καὶ συνεχῶς ἀλλάζουν! Κανενὸς δὲν πέρασε τέτοια σκέψη. Καὶ αὐτὸ μὲ χαροποιεῖ ἀκόμη περισσότερο. Χαίρω, γιατί τόσος λαὸς ἐμπιστεύεται τὴν ζωή του στὰ χέρια μου.


Καὶ τότε παρ' ὅλο τὸν κόπο μου αἰσθάνθηκα μιά βαθειὰ εὐχαρίστηση καὶ ἄρχισα νὰ δοξολογῶ τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια:

- Ὢ Θεέ μου, μεγάλε καὶ θαυμαστέ! Δόξα σὲ Σένα καὶ εὐχαριστία. Γιατί μοῦ ἔδωσες μιά τέτοια σπουδαία ἐργασία ποὺ μοιάζει μὲ τὴν δική Σου! Γιατί, Κύριε, καὶ Σὺ εἶσαι κρυμμένος, ἄγνωστος καὶ ἀόρατος μέσα στὴν μηχανή, ποὺ ὀνομάζεται πλάση. Τὸ δικό Σου ὄχημα εἶναι τεράστιο. Καὶ οἱ ἐπιβάτες του ἀναρίθμητοι. Ἐσὺ εἶσαι ὁ ὁδηγὸς τοῦ σύμπαντος! Καὶ ὅμως πολλοί, πάρα πολλοί, δὲν Σὲ σκέπτονται καθόλου. Οὔτε Σὲ ἀναζητοῦν. Καὶ ὅμως Σὺ τοὺς ὁδηγεῖς καλά. Σὺ τοὺς ξέρεις. Σὺ τοὺς δίνεις τροφὴ καὶ ἀνάπαυση καὶ χαρά. Καὶ τοὺς θυμίζεις πότε πρέπει νὰ φάγουν, καὶ ποὺ νὰ κατεβοῦν!


Ὅλοι μας ἐλάχιστα πράγματα ξέρουμε γιὰ τὸ ὄχημα αὐτό. Γιὰ τὸ ξεκίνημά του. Καὶ γιὰ τὸ τέρμα του. Καὶ ὅμως μὲ ἐμπιστοσύνη ἀνεβαίνουμε καὶ κατεβαίνουμε σὲ αὐτό. Καὶ ἂς εἶσαι Σύ, Κύριε, κρυμμένος, ἄγνωστος καὶ ἀόρατος! Χίλιες χιλιάδες φορὲς Σὲ δοξολογῶ. Καὶ Σὲ εὐχαριστῶ. Καὶ σὲ παρακαλῶ, τὸν Τεχνίτη καὶ Δημιουργό τοῦ Παντός, τὸν Παντεπόπτη καὶ Παντοδύναμο. Σὲ Σένα ἐμπιστεύομαι σὲ ὅλα. Καὶ γιὰ ὅλα, ὅσα θὰ μοῦ συμβοῦν. Ἐσὺ εἶσαι ὁ μοναδικός μου βοηθός. Σὺ θὰ μὲ πᾷς στὸ τέρμα.


Νεαρέ μου φίλε! Τί καλύτερη δουλειὰ θὰ μποροῦσες νὰ κάμῃς; Νομίζεις ἦταν καλύτερη ἡ ἐργασία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, πού ἦταν ψαράς, ἤ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἦταν σκηνοποιός; Τὸ δικό σου ἐπάγγελμα εἶναι πολὺ πιὸ καλό! Πρέπει νὰ εὐχαριστῇς τὴν Θεία Πρόνοια πού σοῦ ἐμπιστεύθηκε μιά τέτοια ἐργασία.

Μετ.: Ἄρχιμ. Ἄβελ Κωνσταντινίδης

Νήφωνας ὁ κελλιώτης Γιανναρᾶς Χρῆστος

(ἀνώνυμο συναξάρι)

Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του ὁ Πορφύρης ἤτανε δώδεκα χρονῶ. Εἶδε ποὺ φέρανε ἀπὸ τὸ χωράφι τὸ ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σὲ μιὰ κουβέρτα. Μαζεύτηκε τὸ χωριό, εἴπανε πὼς τὸν χτύπησε τὸ μουλάρι στὰ νεφρά.

Ἡ μάνα τοῦ Πορφύρη εἶχε ὀχτὼ παιδιά. Ἔκλαψε τὸν σκοτωμένο μέρες καὶ νύχτες- ὅσο μποροῦν νὰ κλάψουν δυὸ μάτια ἀνθρώπινα. Ὕστερα ἦρθε ὁ παπὰς στὸ σπίτι, νὰ κουβεντιάσουν μὲ τὴ μάνα γιὰ τὰ παιδιά. Εἴπανε, νὰ κρατήσει ἡ χήρα τὰ μισά, τ' ἄλλα μισὰ νὰ βροῦν ἀλλοῦ ψωμί.

Ὁ παπὰς ἔστειλε τὰ δυὸ μεγάλα ἀγόρια στὴ χώρα, στὴ δούλεψη τοῦ Δεσπότη. Ἴσως ἀργότερα νὰ πήγαιναν καὶ στὸ σχολειό. Τὴ μικρὴ ἀδερφούλα, τὴ Λενίτσα, ἕνα σγουρόμαλλο ἀγριμάκι, τὸ πῆρε ἡ ἀδερφὴ τοῦ μακαρίτη, στὸ διπλανὸ χωριό. Καὶ γιὰ τὸν Πορφύρη, ἀποφάσισαν νὰ πάει λίγα χρόνια στὸ Ὄρος, στὸν ἀδερφὸ τῆς μάνας, τὸν καλόγερο κι ἀργότερα ἂν θέλει νὰ γίνει παπάς.

Ἔτσι ξεκίνησε ὁ Πορφύρης γιὰ τὸ Ὄρος. Ἡ μάνα ἑτοίμασε ἕνα μπογαλάκι ροῦχα καὶ λίγο παξιμάδι γιὰ τὸ δρόμο. Φίλησε τὸν Πορφύρη κι ὁ Πορφύρης ἔκλαιγε. Ἔκλαιγε κι ἡ μάνα, γιατί αὐτὸς ὁ γιὸς ἦταν ὁ πιὸ ἀγαπημένος. Ὕστερα ὁ παπὰς τὸν πῆγε στὴν Ἀρναία-δὲν ἦταν μακριά. Βρῆκε μιὰ συντροφιὰ προσκυνητὲς καὶ τοὺς παράδωσε τὸν Πορφύρη. 

Ὁ δρόμος γιὰ τὸ Ὄρος πήγαινε τότε ἀπὸ τὴν ξηρὰ κι ἦταν λιθόστρωτος, ἀπὸ τὴν Ἱερισσὸ στὴ Λαύρα. Ὁ Πορφύρης χάζευε τὰ δάση, τὴ θάλασσα κι' ὅταν ἔφτασαν στὸ Ὄρος θαύμαζε τὰ μεγάλα μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησιές.

Ἀλλὰ ὁ θεῖος του, ὁ καλόγερος, δὲν ἦταν σὲ μοναστήρι, ἦταν ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς καὶ ζοῦσε στὴν ἔρημο. Ὅταν κάποτε ἔφτασε ὁ Πορφύρης ὥς ἐκεῖ, εἶδε ἕνα δίπατο καλύβι, χτισμένο ἄκρη στὸ βράχο. Μπροστὰ γκρεμός, στὸ πλάι γκρεμός, μόνο στὸ πίσω μέρος εἶχε μονοπάτι. Ὁ γέροντας τὸν ἔστησε μπροστά του, τὸν κοίταξε ἴσα στὰ μάτια, εἶπε πὼς μοιάζει τοῦ πατέρα του. Εἶδε καὶ τὸ παιδὶ τὸν γέροντα, ποὺ ἔμοιαζε τῆς μάνας ἔτσι ψηλός, μὲ ρουφηγμένο πρόσωπο καὶ μεγάλη γενειάδα. Ἦταν κι ἕνας διάκος, ὑποταχτικός, στὸ καλύβι. Στρώσανε στὸν Πορφύρη γιὰ νὰ κοιμηθεῖ, μία κουρελοὺ γιὰ στρῶμα καὶ δυὸ κουβέρτες γιὰ σκέπασμα. Ἦρθε ἡ νύχτα καὶ τὸ παιδὶ φοβότανε, τόση ἐρημιὰ στὸν τόπο καὶ τόσο σκοτάδι. Ἔπιασε νὰ κλαίει κρυφά, μέχρι ποὺ ἀποκοιμήθηκε.

Ἔτσι ὁ Πορφύρης μπῆκε στὴ ζωὴ τῶν καλόγερων. Τοῦ φόρεσαν ἕνα ρασάκι κι ἕνα σκοῦφο. Ἔμεινε ἀκούρευτος κι ὅταν τρίχωσε τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ φτιάχνει γένι. Ἔμαθε ὅλες τὶς δουλειὲς καὶ τὶς ἔκανε πρόθυμα. Ἄναβε τὴ φωτιά, ψευτομαγέρευε, ἔφερνε νερό, μάζευε καὶ τὸ βρόχινο.

Στὸ καλύβι τοῦ γέροντα δὲν κοιμόντουσαν τὴ νύχτα. Ὅταν σκοτεινίαζε, ὁ καθένας στὸ κελλὶ του ἔλεγε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. μετρώντας τοὺς κόμπους στὸ κομποσκοίνι. Ὁ γέροντας δίδαξε καὶ τὸ παιδὶ νὰ λέει τὴν εὐχή. Τέσσερις ὧρες ἀπὸ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, διάβαζαν τὰ γράμματα. Τελείωναν μὲ τὴν πρώτη αὐγή. Ὕστερα ἀναπαύονταν λίγες ὧρες. Τὴ μέρα πελέκαγαν μικροὺς ξύλινους σταυροὺς καὶ φρόντιζαν δυὸ μέτρα περιβολάκι μὲ κουκιὰ καὶ δυὸ μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια καὶ στὶς γιορτὲς κανένα ψάρι ἀπὸ τὴ θάλασσα.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν κι ὁ Πορφύρης δὲν ἔδειξε ποτὲ κόπο ἢ ἀντίρρηση. -Ἔλα ἐδῶ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. -Τρέξε ἐκεῖ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. Τὸ πρόσωπό του στέγνωσε καὶ σοβάρεψε, σὰ νὰ μὴν ἦταν πρόσωπο παιδιοῦ. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπομεναν μέσα του μάκρυνες, λίγο τὴ μάνα του θυμόταν, ἄλλη γυναίκα δὲν ἤξερε, αὐτὴν καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, καὶ συχνὰ κοιτάζοντας τὴν εἰκόνα τὶς μπέρδευε. Ἄνθρωπος κοσμικὸς δὲν ἔφτασε ποτὲ στὸ καλύβι, οὔτε ξυλοκόπος, μόνο τοὺς καλόγερους ἔβλεπε στὸ πέρα κονάκι, ὅταν πήγαινε τοὺς σταυροὺς κι ἔπαιρνε τρόφιμα.

Ἔτσι ἔγινε εἴκοσι χρονῶ ὁ Πορφύρης κι ὁ γέροντας εἶπε πὼς εἶναι καιρὸς νὰ πάρει τὴ δωρεὰ τοῦ μεγάλου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος. Τὸν κάνανε λοιπὸν μοναχό, μεγαλόσχημο. Τοῦ ἄλλαξαν τὸ ὄνομα, τὸν εἴπανε Νήφωνα. Ὁ Πορφύρης ἀπόμεινε μέσα στὶς ἀναμνήσεις μαζὶ μὲ τὴ μορφὴ τῆς μάνας καὶ τὸ κορμὶ τοῦ πατέρα τυλιγμένο στὴν κουβέρτα. Ἄλλο τίποτα δὲν ἄλλαξε στὴ ζωή του, μόνο ποὺ φόρεσε τὰ σημάδια τοῦ μεγαλόσχημου I(ησοῦς, Χ(ριστὸς) ΝΙ(κᾶ), στὴ μέση ἕνας σταυρὸς πάνω στὸ κρανίο τοῦ Ἀδάμ. Τ(οῦτο) Σ(ημεῖον) Φ(οβερὸν) Δ(αίμοσι). 


Στὴν ἄκρη τοῦ βράχου οἱ μέρες κι οἱ νύχτες κυλοῦσαν καθὼς τὸ βρόχινο νερό. Ὁ γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν τὸ βῆμα του κι ἡ φωνὴ ἀδυνάτισε. Τότε ἦταν ποὺ ἔφτασε στὸ καλύβι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο, ἕνας ἀρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, μὲ σιδερωμένο ράσο κι ἄσπρα μανικέτια. Τὸν κέρασαν σῦκα καὶ ρακί. Ἔμεινε μαζί τους καὶ στὴν ἀγρυπνία. Τὸ πρωὶ ξεμοναχίασε τὸ Νήφωνα, ρωτοῦσε τὰ χρόνια του καὶ τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. -Νὰ τὸν πάρω στὴν πόλη; εἶπε στὸ γέροντα. Θὰ πάει στὴ Σχολὴ νὰ βγεῖ κληρικός. - Ὅ,τι πεῖ μονάχος του, ἀπάντησε ὁ γέροντας. Κι ὁ Νήφωνας εἶπε ὄχι, χωρὶς κι ὁ ἴδιος νὰ ξέρη γιατί, μόνο ποὺ εἶπε "ὄχι".

Δὲν πέρασαν μέρες πολλὲς καὶ κάποια νύχτα ὁ γέροντας ἄφησε στὴ μέση τὴν ἀγρύπνια του. Ξάπλωσε στὰ στρωσίδια κι ὅταν ὁ ἥλιος ψήλωσε τὸ πρόσωπό του ἦταν λευκό, σὰν τὴ γενειάδα του. Δὲ σάλεψε. Ἦρθε ὁ παπὰς ἀπὸ τὴ σκήτη, τὸν δίπλωσαν στὸ ράσο, τὸν ἔρραψαν μέσα στὸ ράσο, καὶ τὸν ἀπόθεσαν στὴ ρίζα τῆς μυγδαλιᾶς, δίπλα στὸ περιβολάκι. Ὁ Νήφωνας μάζεψε ἀγριολούλουδα καὶ στόλισε τὸ σταυρό. Ἔφτιαξε κι ἕνα καντύλι γιὰ τὸν τάφο μὲ τὸ περισσευούμενο ποτήρι τοῦ γέροντα.

Ὁ καινούργιος γέροντας ἤτανε δύστροπος, εἶχε ρευματισμοὺς καὶ θύμωνε, τάβαζε μὲ τὸ Νήφωνα. Ὁ Νήφωνας δὲν ἦταν πιὰ παιδί, μὰ δὲ γύρισε ποτὲ λέξη στὸ γέροντα. Πέρασαν οἱ δυό τους δέκα χρόνια ζωῆς. Στὸ τέλος τῶν δέκα χρόνων ἦρθε ὁ δεύτερος ἐπισκέπτης στὸ καλύβι. Ἦταν ὁ ἀδερφὸς τοῦ Νήφωνα, εἶχε γίνει στὴν πόλη παπάς. Ὁ Νήφωνας τοῦ φίλησε τὸ χέρι κι ἐκεῖνος τὸν φίλησε στὸ μέτωπο. Ἦταν παντρεμένος, εἶχε καὶ τρία παιδιά. Τοῦ εἶπε γιὰ τὴ μάνα, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν πέντε χρόνια. Τοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὴν ἀδερφούλα, τὴ μικρὴ μικρή, τὴ Βάγγω, ποὺ εἶχε πεθάνει μὲ τὸ Δάγκειο. Ἡ Λενίτσα ἦταν παντρεμένη στὸ χωριό, ὁ ἄλλος ἀδελφὸς βγῆκε γιατρὸς καὶ ζοῦσε στὴν πόλη, ἔμεναν κι ἄλλοι δύο, oἱ πιὸ μικροί, ποὺ τελείωναν τώρα τὸ γυμνάσιο. Ὁ Νήφωνας χάραξε στὴ μέση ἕνα χαρτί. Ἔγραψε στὴ μιὰ τοὺς ζῶντες, στὴν ἄλλη τοὺς τεθνεῶτες. Ἔβαλε πρῶτο τὸν γέροντα, ὕστερα τὸν πατέρα, τὴ μάνα καὶ τὴ μικρὴ Εὐαγγελία. Μὰ καὶ οἱ ζῶντες ἦταν στὴ μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνὰ δὲ μποροῦσε νὰ τοὺς ξεχωρίσει μεσ' στὴ σκέψη του.

Ὕστερα κι ἀπ' αὐτὰ ὁ Νήφωνας πῆρε εὐχὴ ἀπὸ τὸ γέροντα νὰ φύγει γιὰ τὰ Καρούλια. Εἶχε πεθάνει ἕνας ρῶσος ἀσκητὴς κι ὁ Νήφωνας πῆρε τὸ κελλάκι του. Ἦταν χτισμένο καταμεσῆς στὸν κατακόρυφο βράχο, στὸ κοίλωμα μιᾶς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ ἔζησε τὰ ὑπόλοιπα χρόνια του ὁ Νήφωνας. Κατέβαινε τὸ βράχο κρατημένος ἀπὸ τὴν ἁλυσίδα, πατώντας σ' ἀσήμαντες προεξοχὲς τῆς πέτρας, πάνω ἀπ' τὴ θάλασσα. Τὸ κελλὶ εἶχε μιὰ πορτούλα στὸ πλάγι, μπροστὰ ἕνα παραθύρι, τὸ ἄνοιγες κι ἔχασκε ἀπὸ κάτω τὸ χάος τοῦ γκρεμοῦ. Τὸ χειμώνα ἡ θάλασσα βόγκαγε σὰν πληγωμένο θεριό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὰ χρόνια δὲ μετριοῦνται. Ὁ Νήφωνας ἦταν λευκός, κατάλευκος κι ὁλοένα περσότερο κυρτωμένος. Οἱ νύχτες κυλοῦσαν ἄγρυπνες κι οἱ μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγώτερους σταυρούς, ἔτρωγε λιγώτερο παξιμάδι καὶ τὰ κουκιὰ δὲν τάβραζε στὴ φωτιά, μόνο ποὺ τὰ μούσκευε γιὰ νὰ ξεφλουδίζουν. Μάζευε τὴ βροχὴ μὲ τὸ λούκι σ' ἕνα πιθάρι καὶ τὸ νερὸ εὐωδίαζε σὰν ἁγιασμός. Τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντα ἦταν ἤρεμο κι ἔνοιωθε χαρούμενος, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε νοιώσει στὴ ζωή. Τὴν Κυριακὴ σκαρφάλωνε στὸ βράχο, ν' ἀνέβει στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ, νὰ κοινωνήσει. Τὶς ἄλλες μέρες διάβαζε μόνος του τὰ γράμματα, ὅπως πάντα. Ἔλεγε καὶ τὴν εὐχή, ἀσταμάτητα. Τὰ καράβια περνοῦσαν ἀλάργα, μὰ δὲν ἤξερε νὰ φανταστεῖ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μόνο ποὺ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν, νάχουν ταξίδι καλό.

Εἶχε ἀκόμα κι ἐκεῖνο τὸ χαρτὶ μὲ τοὺς ζῶντες καὶ τοὺς τεθνεῶτες καρφωμένο κάτω ἀπὸ τὶς εἰκόνες του. Μόνο ποὺ τώρα δὲ μποροῦσε νὰ ξέρη πιὰ πόσοι ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους ζοῦν καὶ πόσοι ἔφυγαν. Γι' αὐτὸν ἤτανε ὅλοι ζωντανοὶ καὶ τοὺς μνημόνευε στοὺς ζῶντες. Ἀκόμα καὶ τὸν πατέρα του ποὺ τὸν εἶδε τυλιγμένο στὴν κουβέρτα, ἀκόμα καὶ τὸ γέροντα, ποὺ τὸν ἔθαψε μὲ τὰ χέρια του.

Ὁ Νήφωνας ἔφυγε τὴ Λαμπρή.

Εἶχε ἀνεβεῖ στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ. Ἔστησε τὴ λαμπάδα του ἀναμμένη στὸ στασίδι, προχώρησε στὸ ἅγιο Βῆμα καὶ κοινώνησε. Ὕστερα γύρισε στὸ στασίδι, σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔγειρε τὸ κεφάλι. Μερικοὶ εἶπαν πὼς τὸν εἶδαν νὰ χαμογελάει. Ἡ λαμπάδα ἔκαιγε δίπλα του. Οἱ μοναχοὶ τὸν σήκωσαν, τὸν ἔρραψαν στὸ ράσο του καὶ τὸν κατέβασαν στὰ Καρούλια. Λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ κελλί του, σ' ἕνα μικρὸ κοίλωμα τοῦ βράχου, ἔσκαψαν καὶ τὸν ἀπόθεσαν ν' ἀναπαυτεῖ. Τὸν ἔβαλαν ἔτσι, σὰ νὰ κοιτάζει τὸ πέλαγο. Στὸ βράχο εἶχαν φυτρώσει ἀγριολούλουδα. Βρῆκαν μέσ' στὸ κελλί του καὶ τὸ σταυρὸ ἕτοιμο. Τὸν εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος «Νήφων μοναχὸς» ἔγραφε. Εἶχε χαράξει μόνος του τ' ὄνομά του στὰ δίπτυχα τῶν ζώντων. 

Ὁ Ὅσιος Ἀβέρκιος ὁ Ἱσαπόστολος καὶ Θαυματουργὸς






Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰώνα μ.Χ. Ἡ ἄμεπτη ζωή του καὶ ἡ καρποφορία τῆς διδασκαλίας του, παρακίνησαν τὸ ποίμνιο νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ γίνει ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως στὴν Φρυγία. Τὸ ἀξίωμα δὲ μείωσε τὸν ζῆλο τοῦ Ἀβερκίου. Ἔλεγε, μάλιστα, ὅτι δὲν ἀρκεῖ κάποιος νὰ φαίνεται ἄρχων, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πραγματικά. Δηλαδὴ νὰ αὐξάνει τὴν διακονία καὶ τοὺς κόπους του. Διότι κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο,«εἰ τὶς θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος», ποὺ σημαίνει, ἂν κανεὶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος κατὰ τὴν τιμή, ὀφείλει μὲ τὴν ταπείνωσή του ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, νὰ γίνει τελευταῖος ἀπὸ ὅλους καὶ ὑπηρέτης ὅλων μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης.
Καὶ ὁ Ἀβέρκιος τὴν ἐντολὴ αὐτὴ ἔκανε πράξη στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ κάνει πολλὰ θαύματα. Θεράπευσε τὴν κόρη τοῦ βασιλιὰ τῆς Ρώμης, ἀπὸ πονηρὸ δαιμόνιο. Θερμὰ νερὰ ἀπὸ τὴν γῆ ἐξέβαλε καὶ ἄλλα πολλὰ θαύματα ἔκανε.
Ἐπίσης, ὁ Ἀβέρκιος κήρυξε σὲ ὅλες τὶς πόλεις τῆς Συρίας καὶ Μεσοποταμίας. Ἔπειτα πῆγε στὴ Λυκαονία, τὴν Πισιδία καὶ στὴν ἐπαρχία τῶν Φρυγῶν. Ὀνομάστηκε ἰσαπόστολος, διότι περιόδευσε καὶ κήρυξε ὅπως οἱ κορυφαῖοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ.
Πέθανε εἰρηνικά, 72 χρονῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀποστόλων τὸν ζῆλον ἐκμιμησάμενος, τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλάμπεις ὡς ἑωσφόρος ἀστήρ, τὴν θεόσδοτον ἰσχὺν φαίνων τοῖς ἔργοις σου· σὺ γὰρ θαυμάτων ἱερῶν, τὰς δυνάμεις ἐνεργῶν, Ἀβέρκιε Ἱεράρχα, πρὸς εὐσεβείας εἰσόδους, τοὺς πλανωμένους καθωδήγησας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς Ἱερέα μέγιστον, καὶ Ἀποστόλωv σύσκηνον, ἡ Ἐκκλησία γεραίρει σε ἅπασα, ἡ τῶν πιστῶν Ἀβέρκιε· ἣv ταῖς σαῖς ἱκεσίαις, περιφύλαττε μάκαρ ἀκαταγώνιστον, ἐξ αἱρέσεως πάσης, καὶ ἄσειστον παναοίδιμε.

Μεγαλυνάριον.
Βίῳ διαπρέπων θεοειδεῖ, τῆς τῶν Ἀποστόλων, κατετρύφησας δωρεᾶς, ἔργοις παραδόξοις, Ἀβέρκιε πιστώσας, πρὸς ἀληθείας δόξαν, τοὺς δεξαμένους σε.

Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Θεοδότη, Γλυκερία, Ἄννα καὶἘλισάβετ οἱ Μάρτυρες


Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἦταν ἐπίσκοπος καὶ κήρυττε μὲ μεγάλο ζῆλο τὸ Εὐαγγέλιο στὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν. Τὰ κηρύγματά του προσέλκυσαν πλῆθος εἰδωλολατρῶν στὴν Χριστιανικὴ πίστη.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου. Ἔτσι λοιπὸν διέταξε νὰ συλλάβουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν ὑποβάλλουν σὲ βασανιστήρια, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν πείστηκε.
Ἕνας στρατιώτης, ὀνόματι Ἡράκλειος, βλέποντας τὴν καρτερία τοῦ Ἀλεξάνδρου πίστεψε στὸν Χριστό. Ὁ Ἡράκλειος ὑποβλήθηκε σὲ πολλὰ βασανιστήρια καὶ τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε.
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θεραπεύτηκε ἀπὸ τὶς πληγὲς τῶν βασανιστηρίων. Διετέλεσε καὶ κάποιο θαῦμα, ἔτσι προσέλκυσε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τέσσερις γυναῖκες, τὴν Θεοδότη, τὴν Γλυκερία, τὴν Ἄννα καὶ τὴν Ἐλισάβετ.
Οἱ γυναῖκες αὐτὲς ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους μπροστὰ στὸν ἄρχοντα καὶ ὁδηγήθηκαν γι’ αὐτὸ κάτω ἀπὸ τὸ σπαθὶ τοῦ δήμιου.
Ὕστερα ἀπὸ ὅλους ἀποκεφαλίστηκε μὲ ξίφος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος.

Οἱ Ἅγιοι 7 Παῖδες ἐν Ἐφέσῳ

πηγή


Βλέπε βιογραφικό τους σημείωμα τὴν 4η Αὐγούστου, ὅπου καὶ ἡ κυρίως μνήμη τους. Ἄγνωστο γιατί οἱ Συναξαριστὲς ἐπαναλαμβάνουν τὴν μνήμη τους σήμερα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Οἱ ἑπτάριθμοι Παῖδες ἐν Ἐφέσῳ ἐκλάμψαντες, ἐν ταῖς ἑπταδώροις ἀκτῖσι τῶν χαρίτων τοῦ Πνεύματος, διέμειναν θανόντες ὑπὲρ νοῦν, ἀνώτεροι φθορᾶς χρόνοις πολλοῖς, τὴν παγκόσμιον ἀνάστασιν ἐμφανῶς, πιστούμενοι τοὺς κράζοντας· δόξα τῷ ἀφθαρτώσαντι ἡμᾶς, δόξα τῷ ἐξεγείραντι, δόξα τῷ καταργοῦντι δι’ ὑμῶν, δόγμα τὸ ἀλλότριον.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν ἀθλητικήν, ἀνθήσαντες εὐκληρίαν, θείας ἀμοιβάς, ἐδρέψασθε ἀφθαρσίας, καὶ θανόντες ἐν δόξῃ, ψυχῆς τὸ προκάλυμμα, ἀθανάτῳ ἠμφιάσασθε, εὐπρεπείᾳ ἐγειρόμενοι, καὶ βοῶντες θεῖοι Μάρτυρες· Ἡ τῆς μελλούσης ζωῆς, Χριστός ἐστιν ἀπαρχή.

Μεγαλυνάριον.
Δῆμος ἑπταστέλεχος καὶ σεπτός, ὤφθησαν οἱ Παῖδες, ἀριστεύσαντες εὐσεβῶς· ὅθεν παραδόξως, τῇ τούτων ἀναστάσει, νεκροποιῶν λημμάτων, θάπτεται συρροία.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...