Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 11, 2013

Το πολίτευμα της Εκκλησίας βάσει των επιστολών των αγίων Ιγνατίου Αντιοχείας και Πολυκάρπου Σμύρνης - Βασίλειος Δ. Τζέρπος


ναυς-εκκλησία
Οι επιστολές του Ιγνατίου, καθώς επίσης και η επιστολή του Πολυκάρπου προς Φιλιππησίους, έργα του α’ μισού του β’ αιώνος μ.Χ., περιέχουν σημαντικότατες πληροφορίες για το πολίτευμα της Εκκλησίας. Η εξέταση των έργων των δύο αυτών Πατέρων γίνεται στο ίδιο κεφάλαιο της εργασίας μας, διότι και οι δύο προέρχονται από εκκλησίες της περιοχής της Μ. Ασίας (Αντιόχεια και Σμύρνη αντίστοιχα), και επίσης διότι με την μεταξύ τους επικοινωνία (επιστολή Ιγνατίου προς Πολύκαρπον[1]) φαίνεται ότι προϋποθέτουν κοινή εμπειρία της εκκλησιαστικής καταστάσεως στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας.
α. Επιστολή Ιγνατίου προς Ρωμαίους.
Στην επιστολή αυτή ο Ιγνάτιος δεν φαίνεται να κάνει λόγο, η έστω κάποια τουλάχιστον νύξη για την οργάνωση της εκκλησίας της Ρώμης. Η μόνη αναφορά σε εκκλησιαστικό αξίωμα γίνεται όταν ο ίδιος ο Ιγνάτιος, αναφερόμενος στον εαυτό του, αυτοχαρακτηρίζεται ως “επίσκοπος Συρίας”[2]Γνωρίζοντας ότι ο Ιγνάτιος είναι επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας της Αντιοχείας, η αναφορά του  ως επισκόπου Συρίας δηλώνει ξεκάθαρα μία υπερτοπική εμβέλεια του αξιώματός του, θυμίζοντας τον περιοδευτή προφήτη των Πράξεων και της Διδαχής[3].
β. Προς Εφεσίους.
Στην επιστολή αυτή του Ιγνατίου συναντούμε τρεις όρους, δηλωτικούς εκκλησιαστικού αξιώματος. Πρόκειται για τους όρους “επίσκοπος”[4], “πρεσβυτέριον”[5] και “διάκονος”[6].
Ο όρος “επίσκοπος” είναι ο πλέον συνήθης στην επιστολή αυτή. Χρησιμοποιείται αρχικά για να δηλώσει το αξίωμα του Ονησίμου, ως επισκόπου της τοπικής εκκλησίας των Εφεσίων[7]. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται όταν ο Ιγνάτιος παροτρύνει τους Εφεσίους να είναι “υποτασσόμενοι τω επισκόπω και τω πρεσβυτερίω…”[8].Συμβουλεύει επίσης τους Εφεσίους να βρίσκονται σε ενότητα με τον επίσκοπό τους“ως η Εκκλησία Ιησού Χριστώ, και ως Ιησούς Χριστός τω Πατρί…”[9]Μια ενότητα, η οποία κυρίως απαιτείται κατά την τέλεση της Ευχαριστίας[10], αλλά και γιατί τον“επίσκοπον … ως αυτόν τον Κυριον δει προσβλέπειν…”[11].
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο επίσκοπος αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της τοπικής εκκλησίας της Εφέσου. Μαζί όμως με τον επίσκοπο, στην επιστολή αυτή του Ιγνατίου σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και το πρεσβυτέριον, το σώμα δηλ. των πρεσβυτέρων. Και σ’ αυτούς, σύμφωνα με την προτροπή του Ιγνατίου, οι Εφέσιοι πρέπει να υποτάσσονται[12], εφ’ όσον “το … αξιονόμαστον πρεσβυτέριον … ούτως συνήρμοσται τω επισκόπω, ως χορδαί κιθάρα…[13]“.
 Ο όρος “διάκονος” αναφέρεται μόνο μία φορά: “περί δε του συνδούλου μου Βούρρου, του κατά Θεόν διακόνου υμών εν πάσιν ευλογημένου, εύχομαι παραμείναι αυτόν εις τιμήν υμών και του επισκόπου”[14]Ο “κατά Θεόν διάκονος” δεν θα πρέπει να συγχέεται εδώ με τον γνωστό μας σήμερα γ’ βαθμό της ιερωσύνης. Η απάντηση, στο τι ακριβώς είναι ο διάκονος, έρχεται από την προς Κολοσσαείς επιστολή του αποστόλου Παύλου, όπου το σχήμα “σύνδουλος-διάκονος” χρησιμοποιείται για να δηλώσει την σχέση του Παύλου με τον Τυχικό και τον Επαφρά[15]. Οι δύο αυτοί υπήρξαν άμεσοι βοηθοί και συνεργάτες του Παύλου. Ο Βούρρος λοιπόν ήταν ένας αντίστοιχος συνεργάτης του Ιγνατίου[16].
 Τα συμπεράσματα από την επιστολή αυτή του Ιγνατίου είναι πολλά. Ιδιαίτερης προσοχής όμως θα πρέπει να τύχει η εξάρτηση του Ιγνατίου από τις επιστολές του Παύλου. Σημαντικό όμως είναι και το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της εξάρτησης αυτής αντανακλά στην προέλευση του αξιώματος του επισκόπου. Το παύλειο σχήμα“απόστολος-διάκονος” γίνεται στον Ιγνάτιο “επίσκοπος – διάκονος”, γεγονός που ίσως υποδηλώνει πολλά για την σχέση αποστόλου (Παύλος) και επισκόπου (Ιγνάτιος) για την αποστολικότητα του εκκλησιαστικού αξιώματος του επισκόπου[17].
 γ. Μαγνησιεύσιν.
Στην επιστολή αυτή χρησιμοποιούνται πέντε όροι για να δηλώσουν κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα· “επίσκοπος”[18], “πρεσβύτερος”[19], “πρεσβυτέριον”[20], “προκαθήμενος”[21], “διάκονος”[22], “διακονία”[23].
Ευθύς εξ αρχής, ο Ιγνάτιος στην επιστολή του αυτή ευχαριστεί τον επίσκοπο των Μαγνησίων Δαμά και τους πρεσβυτέρους Βάσσο και Απολλώνιο, καθώς επίσης και τον διάκονο Ζωτίονα[24]. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως έχουμε μπροστά μας μία σαφή εικόνα της δομής του ιερατείου της τοπικής εκκλησίας των Μαγνησίων.
 Πράγματι, κεφαλή της τοπικής εκκλησίας είναι ο επίσκοπος, στον τα μέλη της θα πρέπει να υποτάσσονται[25]. Ο επίσκοπος όμως εμφανίζεται πάντοτε στην επιστολή αυτή από κοινού μαζί με τους πρεσβυτέρους. Όπως ο επίσκοπος αντλεί το κύρος του επειδή βρίσκεται “εις τόπον Θεού”[26]έτσι και οι πρεσβύτεροι επειδή βρίσκονται “εις τύπον συνεδρίου των αποστόλων”[27]Ο επίσκοπος, μολονότι αποτελεί το πλέον σεβαστό πρόσωπο της κοινότητας[28], δεν προΐσταται μόνος της τοπικής αυτής εκκλησίας. Η υπόδειξη του Ιγνατίου είναι σαφής· “άνευ του επισκόπου και των πρεσβυτέρων μηδέν πράσσετε…”[29]τονίζοντας έτσι ιδιαιτέρως την σημασία του ρόλου των πρεσβυτέρων στην διαποίμανση της τοπικής εκκλησίας.
Οι πρεσβύτεροι αναφέρονται επίσης στην επιστολή αυτή και με τον τίτλο“προκαθήμενοι”, εφ’ όσον η προτροπή του Ιγνατίου “ενώθητε τω επισκόπω και τοις προκαθημένοις εις τύπον και διδαχήν αφθαρσίας”[30] προϋποθέτει, κατ’ αντιστοιχία του προηγουμένου σχήματος “επίσκοπος-πρεσβύτεροι”, να εννοήσουμε υπό τον τίτλο“προκαθήμενοι” τους πρεσβυτέρους. Με αυτήν την ερμηνεία ο εν λόγω στίχος ενισχύει και το προηγούμενο συμπέρασμά μας.
Οι διάκονοι όμως, σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες της εν λόγω επιστολής, πουθενά δεν φαίνονται να προΐστανται της κοινότητας. Αντιθέτως, ο διάκονος“υποτάσσεται τω επισκόπω ως χάριτι Θεού, και τω πρεσβυτερίω ως νόμω Ιησού Χριστού”[31]Η σημασία του στίχου είναι μεγάλη. Για πρώτη φορά ο διάκονος παρουσιάζεται “υποταγμένος” όχι μόνο στον επίσκοπο, αλλά και στους πρεσβυτέρους[32]. Παρ’ όλα αυτά, οι διάκονοι δεν έχουν αμελητέα αποστολή, διότι έχουν αναλάβει την “διακονία Ιησού Χριστού”[33].
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε πως η ιδιαίτερη σημασία της επιστολής αυτής συνίσταται στο γεγονός της διασαφήνισης του ρόλου του κάθε αξιώματος, που διαμορφώνει το ιερατείο της τοπικής εκκλησίας των Μαγνησίων. Η δομή του ιερατείου είναι για πρώτη φορά τριπλή· ο επίσκοπος, οι πρεσβύτεροι (πρεσβυτέριον) και οι διάκονοι[34].
δ. Τραλλιανοίς
Η επιστολή του Ιγνατίου προς την τοπική εκκλησία των Τράλλεων δεν φαίνεται να παρουσιάζει κάτι διαφορετικό ως προς το εκκλησιαστικό πολίτευμα, όπως αυτό προκύπτει από τις επιστολές του Ιγνατίου, που έχουμε ήδη εξετάσει. Το ακόλουθο χωρίο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό ως προς την δομή του τοπικού ιερατείου· “… πάντες εντρεπέσθωσαν τους διακόνους ως Ιησούν Χριστόν, ως και τον επίσκοπον, όντα τύπον του πατρός, τους δε πρεσβυτέρους ως συνέδριον Θεού και ως σύνδεσμον αποστόλων. χωρίς τούτων εκκλησία ου καλείται”[35]Η δομή λοιπόν του τοπικού ιερατείου της εκκλησίας αυτής είναι τριμερής. Κέντρο της και επικεφαλής του τοπικού ιερατείου είναι ο επίσκοπος, που μαζί με τους πρεσβυτέρους (η και πρεσβυτέριον) αποτελούν τα στελέχη εκείνα της Εκκλησίας, προς τα οποία οι πιστοί θα πρέπει να υποτάσσονται“ως τοις αποστόλοις Ιησού Χριστού”[36]και χωρίς τα οποία “εκκλησία ου καλείται”[37].
Η αναφορά του τοπικού ιερατείου της εκκλησίας των Τράλλεων στους αποστόλους[38] είναι ιδιαίτερα σημαντική. Το κύρος των τοπικών εκκλησιαστικών αξιωματούχων και η αιτία υποταγής των μελών της τοπικής αυτής εκκλησίας σ’ αυτούς οφείλεται στην αυθεντία του αποστολικού αξιώματος, γεγονός που ερμηνεύεται μόνο αν λάβουμε υπ’ όψη μας τα περί αποστολικότητας (αποστολική διαδοχή και προέλευση) των αξιωμάτων του τοπικού εκκλησιαστικού ιερατείου.
Η επιστολή όμως αυτή έχει και μία ιδιαιτερότητα έναντι των υπολοίπων επιστολών του Ιγνατίου, για τις πληροφορίες που μας παρέχει σχετικά με τον ρόλο τωνδιακόνων. Ο Ιγνάτιος είναι σαφής· “Δει δε και τους διακόνους όντας μυστηρίων Ιησού Χριστού κατά πάντα τρόπον αρέσκειν. Ου γαρ βρωμάτων και ποτών εισίν διάκονοι, αλλ’ εκκλησίας Θεού υπηρέται”[39]Οι διάκονοι, ως μέλη και αυτοί της τοπικής εκκλησίας, είναι, σύμφωνα με τον Ιγνάτιο, υποτεταγμένοι στον επίσκοπο[40]. Ο ρόλος τους μέσα στην τοπική εκκλησιαστική κοινότητα, ως μελών του ιερατείου, δεν θα πρέπει να εξαντλείται στην προετοιμασία των κοινών γευμάτων (“αγάπες”), παραπέμποντας στους επτά διακόνους των Πράξεων[41]αλλά για πρώτη φορά συνδέεται με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (“…διακόνους όντας μυστηρίων Ιησού Χριστού…”)[42] και θεωρούνται ως “…εκκλησίας Θεού υπηρέται”.
Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε πως η εικόνα της δομής του τοπικού ιερατείου της εκκλησίας των Τράλλεων είναι τριμερής και θα μπορούσε να παρασταθεί με το σχήμα επίσκοπος – πρεσβύτερος (πρεσβυτέριον) – διάκονοι. Η τιμή και το κύρος της θέσης τους μέσα στην τοπική εκκλησιαστική κοινότητα υποχρεώνουν τον Ιγνάτιο να δηλώσει πως “χωρίς τούτων εκκλησία ου καλείται”[43]εφ’ όσον ο ρόλος τους είναι άμεσα συνδεδεμένος  με την τέλεση των μυστηρίων της Εκκλησίας. “Ο χωρίς επισκόπου και πρεσβυτερίου και διακόνου πράσσων τι, ούτος ου καθαρός εστιν τη συνειδήσει”[44].
ε. Φιλαδελφεύσιν
Και σ’ αυτήν την επιστολή του Ιγνατίου προς την τοπική εκκλησία της Φιλαδελφείας οι σχετικές με το εκκλησιαστικό πολίτευμα πληροφορίες συνάδουν προς την ήδη διαμορφούμενη από τις προηγούμενες επιστολές του Ιγνατίου εικόνα. Το τοπικό ιερατείο αποτελείται από τον επίσκοπο, τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους[45].Κεντρικό πρόσωπο και της εκκλησίας αυτής είναι ο επίσκοπος, εφ’ όσον “όσοι γαρ Θεού εισίν και Ιησού Χριστού, ούτοι μετά του επισκόπου εισίν”[46]Επιπλέον, ο Ιγνάτιος δεν παραλείπει να υπενθυμίσει ότι “το πνεύμα εκήρυσσεν, λέγον τάδε· χωρίς του επισκόπου μηδέν ποιείτε”[47]Η αυθεντία και η κεντρικότητα της θέσης του επισκόπου μέσα στην τοπική εκκλησία ανάγεται στον ίδιο τον Χριστό, αφού ο ίδιος ο Ιγνάτιος μαρτυρεί ότι “επίσκοπον έγνων ουκ αφ’ εαυτού, ουδέ δι’ ανθρώπων κεκτήσθαι την διακονίαν, την εις το κοινόν ανήκουσαν, ουδέ κατά κενοδοξίαν, αλλ’ εν αγάπη Θεού πατρός και Κυρίου Ιησού Χριστού”[48].
Ο ρόλος που υπηρετεί το ιερατείο της τοπικής αυτής εκκλησίας είναι άμεσα συνδεδεμένος με την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η μαρτυρία του Ιγνατίου είναι ιδιαίτερα σημαντική· “Σπουδάσατε ουν μία ευχαριστία χρήσθαι· μία γαρ σαρξ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εν ποτήριον εις ένωσιν του αίματος αυτού· εν θυσιαστήριον, ως εις επίσκοπος άμα τω πρεσβυτερίω και διακόνοις, τοις συνδούλοις μου· ίνα, ο εάν πράσσητε, κατά Θεόν πράσσητε”[49].
Στο τελευταίο αυτό χωρίο, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής ο χαρακτηρισμός των διακόνωνως “συνδούλων”. Αντίστοιχο χαρακτηρισμό των διακόνων είχαμε και στην προς Εφεσίους επιστολή του Ιγνατίου[50]. Εκεί ο Ιγνάτιος χαρακτήριζε τον διάκονο Βούρρο ως “σύνδουλό” του, γεγονός που είχαμε συσχετίσει με το σχήμα “σύνδουλος-διάκονος” της προς Κολοσσαείς επιστολής του απ. Παύλου[51], καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο Βούρρος υπήρξε άμεσος συνεργάτης και βοηθός του Ιγνατίου, κατά το πρότυπο του Παύλου με τους Επαφρά και Τυχικό[52]. Προφανώς και στην παρούσα επιστολή του Ιγνατίου έχουμε το ίδιο ακριβώς γεγονός· οι διάκονοι αποτελούν τους στενούς συνεργάτες του επισκόπου. Συμφωνα με τον Α. Lemaire, φαίνεται ότι έχουν και καθήκοντα περιοδευτών, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την προτροπή του Ιγνατίου προς τους Φιλαδελφείς “χειροτονήσαι διάκονον εις το πρεσβεύσαι εκεί (ενν. η Αντιόχεια) Θεού πρεσβείαν”[53] με σκοπό να εξασφαλίσουν την επικοινωνία και σχέση της εκκλησίας τους με την τοπική Εκκλησία της Αντιόχειας[54]. Το νόημα του απαρεμφάτου χειροτονήσαι θα πρέπει μάλλον να εκληφθεί ως χειροθεσία του διακόνου με σκοπό να φέρει εις πέρας την αναληφθείσα απ’ αυτόν αποστολή, και όχι ως χειροτονία στο συγκεκριμμένο βαθμό της τοπικής εκκλησιαστικής ιεραρχίας ενός μέλους της τοπικής εκκλησίας, προκειμένου να εκτελέσει κάποια αποστολή.
Η στενή σχέση του Ιγνατίου με τους διακόνους, ώστε αυτοί να θεωρούνται συνεργάτες και βοηθοί του, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ίδιου του Ίγνατίου για τον διάκονο Φίλωνα, από την Κιλικία, και για τον Ρέο Αγαθόποδα, από την Συρία, οι οποίοι τον συνοδεύουν και τον βοηθούν στο ποιμαντικό του έργο (εν λόγω θεού)[55]. Πρόκειται αναμφιβόλως για στελέχη εξαιρετικού κύρους (ανδρός μεμαρτυρημένου – ανδρί εκλεκτώ). Ιδιαίτερης, τέλος, προσοχής χρήζει η αναφορά σε κάποιο Βούρρο “πεμφθέντος … από Εφεσίων και Σμυρναίων…” στον Ιγνάτιο. Πρόκειται αναμφίβολα για τον διάκονο Βούρρο της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου, γεγονός που θεμελιώνει την άποψη ότι το εν χρήσει λεξιλόγιο του Ιγνατίου προς δήλωση των εκκλησιαστικών αξιωμάτων είναι παγιωμένο και σε ισχύ για όλες της τοπικές εκκλησίες, προς τις οποίες απευθύνεται.
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι πέρα από τα ήδη γνωστά για την τριμερή διαίρεση του ιερατείου της τοπικής εκκλησίας (επίσκοπος-πρεσβύτεροι-διάκονοι), ο Ιγνάτιος με την επιστολή αυτή παρέχει ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες για την κατώτερη βαθμίδα του τοπικού ιερατείου, τους διακόνους. Αυτοί φαίνεται πως πέρα από τα καθήκοντά τους εντός των ορίων της τοπικής εκκλησίας, που υπηρετούν, έχουν και κάποιο ρόλο περιοδευτών, με σκοπό την εξασφάλιση της επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων τοπικών εκκλησιών. Βοηθούν, τέλος, τους επισκόπους τους κατά τις μετακινήσεις τους “εν λόγω Θεού”. Η συνολική αυτή εικόνα των διακόνων ωθεί τους ερευνητές να τους συγκρίνουν με τους συνεργάτες του Παύλου, σύμφωνα με το βιβλίο των Πράξεων[56].
στ. Σμυρναίοις
Οι σχετικές με το πολίτευμα της Εκκλησίας πληροφορίες της εν λόγω επιστολής αρύονται κυρίως από το ακόλουθο απόσπασμά της:
 “Πάντες τω επισκόπω ακολουθείτε, ως Ιησούς Χριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις αποστόλοις· τους δε διακόνους εντρέπεσθε, ως θεού εντολήν. Μηδείς χωρίς του επισκόπου τι πρασσέτω των ανηκόντων εις την εκκλησίαν. Εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό τον επίσκοπον ούσα, η ω αν αυτός επιτρέψη. Όπου αν φανή ο επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω· ώσπερ όπου αν η Χριστός Ιησούς, εκεί η καθολική εκκλησία. Ουκ εξόν εστιν χωρίς του επισκόπου ούτε βαπτίζειν ούτε αγάπην ποιείν· αλλ’ ο αν εκείνος δοκιμάση, τούτο και τω Θεώ ευάρεστον, ίνα ασφαλές η και βέβαιον παν ο πράσσεται”[57].
Αδιαμφισβήτητα, η τοπική εκκλησία της Σμύρνης εμφανίζει την ίδια εικόνα με τις εκκλησίες των υπολοίπων επιστολών του Ιγνατίου. Κέντρο και κεφαλή της εκκλησίας είναι ο επίσκοπος. Η θέση του συνδέεται άμεσα με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και με το μυστήριο του Βαπτίσματος. Ο παραλληλισμός του επισκόπου προς τον ίδιο τον Ιησού Χριστό είναι ιδιαίτερα σημαντικός, γεγονός που οδηγεί τον Ιγνάτιο σε συμπεράσματα, όπως ότι “ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω λατρεύει”[58].
Ο επίσκοπος περιβάλλεται πάντα από ένα συμβούλιο “πρεσβυτέρων”(πρεσβυτέριον[59]), το οποίο παραλληλίζεται με τους αποστόλους. Η σχέση των αποστόλων με τον Ιησού Χριστό, αποτελεί για τον Ιγνάτιο το πρότυπο σχέσης του επισκόπου με τους πρεσβυτέρους[60].
Τέλος, ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι πληροφορίες της επιστολής αυτής σχετικά με τους διακόνους. Όπως και στην επιστολή του Ιγνατίου προς την εκκλησία της Φιλαδέλφειας, γίνεται και εδώ μνεία δύο διακόνων, του Φίλωνος και του Ρεου του Αγαθόποδος[61], οι οποίοι ακολουθούν τον Ιγνάτιο “εις λόγον θεού[62]“.Κατονομάζεται επίσης και ο Βούρρος, χωρίς όμως να χαρακτηρίζεται στην παρούσα επιστολή ως διάκονος[63], όπως συμβαίνει στις επιστολές του Ιγνατίου προς Εφεσίουςκαι προς Φιλαδελφείς[64]και που απέστειλαν οι Εφέσιοι μαζί με τους Σμυρναίους στον Ιγνάτιο[65]. Όλα αυτά, μαζί και με τον χαρακτηρισμό των διακόνων ως“συνδούλων” και στην παρούσα επιστολή του Ιγνατίου, επιβεβαιώνουν όσα έχουμε ήδη αναφέρει στις προηγούμενες σελίδες της εργασίας μας για τους διακόνους, ως τους άμεσους και στενούς συνεργάτες του επισκόπου, που πολλές φορές έχουν και τον ρόλο περιοδευτών εκκλησιαστικών λειτουργών με σκοπό την μεταξύ των τοπικών εκκλησιών επικοινωνίας[66].
ζ. Προς Πολύκαρπον
Η τελευταία αυτή επιστολή του Ιγνατίου προς τον Πολύκαρπο Σμύρνης έχει σαφώς προσωπικό χαρακτήρα[67]. Εντούτοις, δεν στερείται πληροφοριών σχετικά με το πολίτευμα της Εκκλησίας. Ήδη, η αναφορά του Ιγνατίου, από το προοίμιο κιόλας, στον Πολύκαρπο ως επισκόπου της εκκλησίας της Σμύρνης, αποτελεί σημαντικότατη μαρτυρία[68].
Η δομή της τοπικής αυτής εκκλησίας, όπως υπονοείται και από την επιστολή αυτή, είναι τριμερής. Κεφαλή της είναι ο επίσκοπος, που πλαισιώνεται από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους[69]. Ο Ιγνάτιος προτρέπει “τω επισκόπω προσέχετε, ίνα και ο Θεός υμίν”[70]λέγοντας ότι “αντίψυχον εγώ των υποτασσομένων τω επισκόπω, πρεσβυτέροις, διακόνοις…”[71].
Η σημασία της θέσεως του επισκόπου μέσα στην τοπική εκκλησία, βάσει της επιστολής αυτής, δεν θεμελιώνεται στο γεγονός και μόνον ότι ο επίσκοπος αποτελεί μέλος του τοπικού ιερατείου, αλλά κυρίως από τις συμβουλές – προτροπές του Ιγνατίου προς τον Πολύκαρπο για τον ρόλο και τα καθήκοντα που πρέπει να επιτελεί ως επίσκοπος της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας[72].
η. Επιστολή Πολυκάρπου προς Φιλιππησίους
Η επιστολή αυτή αποτελεί το μοναδικό διασωθέν έργο του Πολυκάρπου. Ο Πολύκαρπος υπήρξε, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ιγνατίου, επίσκοπος της εκκλησίας της Σμύρνης κατά το α’ μισό του β’ μ.Χ. αιώνος[73]. Ο χαρακτηρισμός του όμως ως “ο της Ασίας διδάσκαλος”[74] παραπέμπει στον περιοδευτή προφήτη τηςΔιδαχής, ο οποίος εγκαταλείποντας το υπερτοπικής εμβέλειας έργο του καθίσταται σε μία τοπική εκκλησιαστική κοινότητα ως αρχιερεύς και επίσκοπός της. Ο ίδιος βέβαια δεν χρησιμοποιεί πουθενά στην επιστολή του τον όρο “επίσκοπος” για να δηλώσει το αξίωμά του, αντιθέτως εμμένει στην χρήση του όρου “πρεσβύτερος”[75]Η σημασία της επιστολής του αυτής έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει πληροφορίες σχετικά με το πολίτευμα της Εκκλησίας, όχι μόνο ως προς την δομή του ιερατείου των τοπικών εκκλησιών, αλλά ακόμα και για τα περιοδεύοντα στελέχη της.
Πιο συγκεκριμμένα, ο Πολύκαρπος σε μία από τις προτροπές του προς τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας των Φιλίππων λέγει τα εξής σημαντικά:
“ούτως ουν δουλεύσωμεν αυτώ (ενν. ο Κυριος Ιησούς Χριστός)  μετά φόβου και πάσης ευλαβείας, καθώς αυτός ενετείλατο και οι ευαγγελισάμενοι ημάς απόστολοι και οιπροφήται, οι προκηρύξαντες την έλευσιν του Κυρίου ημών …”[76].
Η πληροφορία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί το έργο που επιτελούν οι πρεσβύτεροι φαίνεται να γίνεται κατόπιν εντολής (ενετείλατο) του ιδίου του Κυρίου, και κατ’ επέκταση των αποστόλων και των προφητών. Ο όρος απόστολος εδώ δηλώνει τους δώδεκα (12) μαθητές του Κυρίου, οι οποίοι αντλούν το εξαιρετικό κύρος και αυθεντία τους από την προσωπική επιλογή τους από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, με σκοπό των ευαγγελισμό (ευαγγελισάμενοι) των ανθρώπων[77], ενώ ο όρος προφήτηςτους υπό του Αγίου Πνεύματος επιλεχθέντες μαθητές, συνεργάτες, διαδόχους και συνεχιστές του έργου των αποστόλων[78]. Απόστολοι και προφήτες είναι κάτοχοι εξαιρετικού κύρους και αυθεντίας, και αποτελούν τους περιοδεύοντες αξιωματούχους της Εκκλησίας, από τους οποίους, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Κ.Δ. και της Διδαχής, αντλούν την αυθεντία τους και τα μέλη των ιερατείων των τοπικών εκκλησιών. Η σημασία λοιπόν αυτής της μαρτυρίας του Πολυκάρπου έγκειται ακριβώς στο γεγονός της επιβεβαίωσης της αποστολικότητας του αξιώματος των πρεσβυτέρων[79], που μαζί με τους διακόνους, όπως θα δούμε στην συνέχεια, αποτελούν το τοπικό ιερατείο.
Οι πληροφορίες της επιστολής αυτής σχετικά και με το ιερατείο των τοπικών εκκλησιών είναι εξ ίσου σημαντικές. Η πλήρης απουσία απ’ αυτήν του όρου επίσκοποςείναι ευδιάκριτη. Μολονότι γνωρίζουμε από τον Ιγνάτιο τον επισκοπικό βαθμό του Πολυκάρπου, εκείνος αυτοπαρουσιάζεται στο προοίμιο της παρούσης επιστολής ως“Πολύκαρπος και οι συν αυτώ πρεσβύτεροι …”[80]Βέβαια, στη φράση αυτή φαίνεται να διακρίνεται ο Πολύκαρπος από τους υπολοίπους πρεσβυτέρους, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Πολύκαρπος είναι ο επίσκοπος της τοπικής αυτής εκκλησίας, που περιβάλλεται από τους “συν αυτώ πρεσβυτέρους”, δηλ. το πρεσβυτέριον της εκκλησίας της Σμύρνης. Η εικόνα αυτή ταιριάζει απόλυτα με την σχετική προς την σχέση επισκόπου – πρεσβυτερίου εικόνα των επιστολών του Ιγνατίου. Η εμμονή όμως του Πολυκάρπου στην χρήση του όρου πρεσβύτερος μας οδηγεί και σε ένα ακόμα συμπέρασμα, ότι η τοπική εκκλησία της Σμύρνης δεν χρησιμοποιεί ακόμα τον όρο επίσκοπος για να δηλώσει τον φορέα του επισκοπικού αξιώματος, μολονότι υφίσταται σ’ αυτήν ήδη ως γεγονός[81]. Επίσης παραπέμπει και στον όρο “συμπρεσβύτερος” της Α’ Πετρου (5,1), ως δηλωτικού όρου της σχέσης του Πολυκάρπου με τους υπολοίπους πρεσβυτέρους της τοπικής αυτής εκκλησίας[82].
Οι τελευταίοι, σύμφωνα με την επιστολή αυτή του Πολυκάρπου, έχουν ως υποχρέωση να είναι “εύσπλαχνοι, εις πάντας ελεήμονες, επιστρέφοντες τα αποπεπλανημένα, επισκεπτόμενοι πάντας ασθενείς, μη αμελούντες χήρας η ορφανού η πένητος· αλλά προνοούντες αεί του καλού ενώπιον Θεού και ανθρώπων απεχόμενοι πάσης οργής, προσωποληψίας, κρίσεως αδίκου μακράν όντες πάσης φιλαργυρίας, μη ταχέως πιστεύοντες κατά τινος, μη απότομοι εν κρίσει, ειδότες ότι πάντες οφειλέται … αμαρτίας…”[83].
Η προτροπή του Πολυκάρπου προς τους Φιλιππησίους “… δέον απέχεσθαι από πάντων τούτων, υποτασσομένους τοις πρεσβυτέροις και διακόνοις ως Θεώ και Χριστώ … “[84]προϋποθέτει και την ύπαρξη διακόνων ως μελών του τοπικού ιερατείου. Η θέση των διακόνων στην τοπική αυτή εκκλησία είναι ιδιαίτερα σημαντική, εφ’ όσον ο Πολύκαρπος καλεί τα μέλη της εκκλησίας των Φιλίππων να υποτάσσονται “τοις πρεσβυτέροις και διακόνοις ως Θεώ και Χριστώ …”, διότι είναι “Θεού και Χριστού διάκονοι, και ουκ ανθρώπων”. Γι’ αυτόν τον λόγο οι διάκονοι οφείλουν να είναι“άμεμπτοι κατενώπιον του αυτού (ενν. του Θεού) της δικαιοσύνης … μη διάβολοι, μη δίλογοι, αφιλάργυροι, εγκρατείς περί πάντα, εύσπλαχνοι, επιμελείς, πορευόμενοι κατά την αλήθειαν του Κυρίου, ος εγένετο διάκονος πάντων”[85].
Συνοψίζοντας τα συμπεράσματά μας από τις επιστολές του Ιγνατίου και του Πολυκάρπου, καταλήγουμε στα εξής:
α. Και οι δύο Πατέρες επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες της Διδαχής περί εγκαταστάσεως των περιοδευόντων Προφητών σε κατά τόπους εκκλησίες, καθ’ όσον ο επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας της Αντιοχείας Ιγνάτιος αυτομαρτυρείται και ως “επίσκοπος Συρίας”, ενώ ο επικεφαλής της τοπικής εκκλησίας της Σμύρνης Πολύκαρπος ως “αποστολικός και προφητικός διδάσκαλος ” “της Ασίας”.
β. Η παρατηρούμενη διαφορά του λεξιλογίου του Ιγνατίου και του Πολυκάρπου για τον χαρακτηρισμό των μελών του τοπικού ιερατείου είναι φαινομενική. Και στους δύο Πατέρες η διαίρεση του ιερατείου των τοπικών εκκλησιών είναι τριμερής. Ο Ιγνάτιος χρησιμοποιεί τρεις συγκεκριμμένους όρους για να δηλώσει τους αξιωματούχους της εκκλησίας· επίσκοπος – πρεσβύτερος (πρεσβυτέριον) – διάκονος, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά σαφή και πλήρη την ιεραρχική οργάνωση της Εκκλησίας[86]. Ο Πολύκαρπος ενώ φαίνεται να γνωρίζει μόνο τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους, δεν αγνοεί και το αξίωμα του επισκόπου, το οποίο όμως δεν ονομάζει. Έτσι, κατ’ αναλογία προς το τριπλό σχήμα της ιεραρχίας του τοπικού ιερατείου, που συναντούμε στον Ιγνάτιο, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Πολύκαρπος αντιτάσσει το ακόλουθο σχήμα· Πολύκαρπος (η όνομα επισκόπου) – πρεσβύτερος – διάκονος.
γ. Όσον αφορά τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της κάθε βαθμίδος του τοπικού ιερατείου τα συμπεράσματα από τις επιστολές αυτές είναι εξ ίσου σημαντικά. Οεπίσκοπος είναι μοναδικός σε κάθε τοπική εκκλησία[87]. Είναι ο ηγέτης, ο κυρίως υπεύθυνος για την κάθε τοπική εκκλησιαστική κοινότητα[88]. Πλαισιώνεται από τοπρεσβυτέριον (το σώμα των πρεσβυτέρων), που μαζί με τον επίσκοπο έχουν την διοικητική ευθύνη της τοπικής αυτής κοινότητας, αλλά και την δυνατότητα τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας[89]. Ωστόσο, στις τοπικές εκκλησίες της Ρώμης, της Σμύρνης και των Φιλίππων ο όρος επίσκοπος φαίνεται πως είναι άγνωστος όχι όμως και το αξίωμα, ο φορέας του οποίου φέρει τον τίτλο του πρεσβυτέρου. Οι διάκονοι αποτελούν τους άμεσους συνεργάτες των επισκόπων, τα υπηρετικά και εκτελεστικά του όργανα[90], ενώ συμμετέχουν και στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Η εικόνα, που παραδίδει κυρίως ο Ιγνάτιος σχετικά με την σχέση επισκόπου και διακόνου, παραπέμπει στην σχέση των αποστόλων με τους άμεσους συνεργάτες τους, όπως αυτή του Παύλου με τον Επαφρά και τον Τυχικό. Τα καθήκοντα των διακόνων δεν περιορίζονται μέσα στα στενά όρια της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας, αντιθέτως οι διάκονοι (ή κάποιοι από αυτούς) ακολουθούν τον επίσκοπο στις μετακινήσεις του, συμμετέχουν στο λειτούργημα του κηρύγματος, ενώ συχνά φαίνεται πως αναλαμβάνουν καθήκοντα περιοδευτού, με σκοπό την μεταξύ των διαφόρων τοπικών εκκλησιών επικοινωνία.
Σημειώσεις:
[1] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Προς Πολύκαρπον, ΒΕΠΕΣ 2, 282-284.
[2] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Προς Ρωμαίους, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 274, 37) “… ὅτι τὸν ἐπίσκοπον Συρίας ὁ θεὸς κατηξίωσεν εὑρεθῆναι εἰς δύσιν…”.
[3] Βλ. Β. ΦΕΙΔΑΣ, Το πολίτευμα … , σελ. 172. Του ιδίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α’, σελ. 106.
[4] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, Ι 1·3. ΙΙ 2·3. ΙV 1. V 1-3. VI.
[5] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, II, 2.  IV, 1.
[6] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, II 1.
[7] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, Ι 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 264, 16-17). “… Ὀνησίμῳ, … ὑμῶν δὲ ἐν σαρκὶ ἐπισκόπῳ…”.
[8] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 264, 27-29).
[9] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, V 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 265, 14-15).
[10] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, V 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 265, 26-19).
[11] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, VI (ΒΕΠΕΣ 2, 265, 26-27).
[12] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 264, 27-29).
[13] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, IV 1(ΒΕΠΕΣ 2, 264, 4-6).
[14] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 264, 20-22).
[15] “Ἐπαφρᾶ τοῦ ἀγαπητοῦ συνδούλου  ἡμῶν, ὅς ἐστιν πιστὸς ὑπὲρ ὑμῶν διάκονος…”(Κολ. 1,7). “Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν κυρίῳ…”(Κολ. 4,7).
[16] Πρβλ. Α. LEMAIRE, Les ministères …, σελ. 167.
[17] Ὁ H.W. BEYER (Διακονέω, διακονία, διάκονος, ἐν Theological Dictionary of the New Testament, vol. II, Michigan, σελ. 91) κάνει μία ἐνδιαφέρουσα ἐκτίμηση σχετικὰ μὲ τὴν προέλευση καὶ χρήση τοῦ σχήματος ἐπίσκοπος – διάκονος, παραπέμποντας στὴν ἰουδαϊκὴ λατρεία στὴ συναγωγὴ, καὶ πιὸ συγκεκριμμένα στὸν ἀρχισυνάγωγο, ποὺ πάντοτε συνοδεύεται ἀπὸ τὸν ὑπηρέτη. Μολονότι ἀρχισυνάγωγος καὶ ὑπηρέτης ἀσχολοῦνται μόνο μὲ τὴν λατρεία (διότι μόνο οἱ πρεσβύτεροι εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν διεύθυνση τῆς συναγωγῆς), θεωρεῖ ὅτι “ἡ δημιουργικὴ δύναμη τῆς ἀρχέγονηςἘκκλησίας ἦταν ἀρκετὰ ἰσχυρὴ νὰ διαμορφώσει τὰ ἀξιώματά της γιὰ τὴν διεξαγωγὴ τῆςἐκκλησιαστικῆς [μὲ τὴν ἔννοια τῆς συνάθροισης] ζωῆς καὶ τῆς θείας λατρείας” (the creative power of the Early Church was strong enough to fashion its own offices for the conduct of congregational life and divine worship).
[17] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, ΙΙ 1. ΙΙΙ 1. ΙV 1. VI 1·2. VII 1. XIII 1·2.
[18] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, ΙΙ 1. ΙΙΙ 1. VI 1. VII 1.
[19] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, II 1.
[20] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VI 2.
[21] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, II 1.
[22] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VI 1.
[23] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, II 1 (BEΠΕΣ 2, 269, 4-8).
[24] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, ΧΙΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 271, 13). Ὑποτάγητε τῷἐπισκόπῳ…”.
[25] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VI 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 31-33)
[26] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VI 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 33-34).
[27] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, ΙΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 10) “… κατὰ δύναμιν Θεοῦ πατρὸςπᾶσαν ἐντροπὴν αὐτῷ ἀπονέμειν…”
[28] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VII 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 270, 1-2).
[29] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VI 2 (BEΠΕΣ 2, 269, 39-40).
[30] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, ΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 6-8).
[31] Πρβλ. A. LEMAIRE, Les ministères … , σελ.  168.
[32] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, VI 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 34-35).
[33] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Μαγνησιεῦσιν, ΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 4-8). VΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 269, 31-35). ΧΙΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 271, 11-13). Πρβλ. A. LEMAIRE, Les ministères … , σελ. 169.
[34] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 272, 13-16).
[35] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 272, 6-8) ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου μηδὲνπράσσετε ὑμᾶς· ἀλλ‘ ὑποτάσσεσθε καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ, ὡς τοῖς ἀποστόλοις ἸησοῦΧριστοῦ…”. ΧΙΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 274, 3-5) ἔρρωσθε ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ, ὑποτασσόμενοι  τῷἐπισκόπῳ ὡς τῇ ἐντολῇ, ὁμοίως καὶ τῷ πρεσβυτερίῳ…”.
[36] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 272, 16).
[37] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 272, 7-8).
[38] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙ 3 (ΒΕΠΕΣ 2, 272, 9-12).
[39] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙ 2.
[40] Πράξ. 6, 2.
[41] Πρβλ. A. LEMAIRE, Les ministères … , σελ. 170.
[42] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, ΙΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 272, 16).
[43] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Τραλλιανοῖς, VII 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 273, 1-3).
[44] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, [Προοίμιον] (ΒΕΠΕΣ 2, 277, 7-11). ΙV (ΒΕΠΕΣ 2, 277, 33-36). VII, 1 (BEΠΕΣ 2, 278, 23-24).
[45] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, ΙΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 277, 26-27).
[46] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, VII 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 278, 26-27).
[47] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, Ι 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 277, 12-14).
[48] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, ΙV (ΒΕΠΕΣ 2, 277, 33-36).
[49] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Ἐφεσίους, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 264, 20-22) περὶ δὲ τοῦ συνδούλουμου Βούρρου, τοῦ κατὰ Θεὸν διακόνου ὑμῶν ἐν πᾶσιν εὐλογημένου, εὔχομαι παραμεῖναιαὐτὸν εἰς τιμὴν ὑμῶν καὶ τοῦ ἐπισκόπου“.
[50] Κολ. 1,7. 4,7.
[51] Πρβλ. A. LEMAIRE, Les ministères … ,  σελ. 167.
[52] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, Χ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 279, 13).
[53] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, Χ 1-2 (ΒΕΠΕΣ 2, 229, 10-18). Πρβλ. A. LEMAIRE, Les ministères … , σελ. 169-170.
[54] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, ΧΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 279, 19-23) Περὶ δὲ Φίλωνος τοῦδιακόνου ἀπὸ Κιλικίας, ἀνδρὸς μεμαρτυρημένου, ὃς καὶ νῦν ἐν λόγῳ θεοῦ ὑπηρετεῖ μοιἅμα Ρέῳ Ἀγαθόποδι, ἀνδρί ἐκλεκτῷ, ὃς ἀπὸ Συρίας μοι ἀκολουθεῖ, ἀποταξάμενος τῷ βίῳ, οἳ καὶ μαρτυροῦσιν ὑμῖν, κἀγὼ τῶ Θεῷ εὐχαριστῶ ὑπὲρ ὑμῶν, ὅτι ἐδέξασθε αὐτούς, ὡςκαὶ ὑμᾶς ὁ Κύριος.
[55] Πραξ. 19, 22. ἀποστείλας δὲ εἰς Μακεδονίαν δὺο τῶν διακονούντων αὐτῶν, Τιμόθεον καὶ  Ἔραστον…”. Πραξ. 20, 4-5.  Πρβλ. A. LEMAIRE, Les ministères … ,  σελ. 172.
[56] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, VIII 1-2 (ΒΕΠΕΣ 2, 281, 18-26).
[57] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, ΙΧ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 281, 29-30).
[59] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, VIII 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 281, 18-20). XII (BEΠΕΣ 2, 282, 18-20).
[60] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, VIII 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 281, 18-20).
[61] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, Χ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 281, 34-36) Φίλωνα καὶ  Ρέον Ἀγαθόπουν, οἳ ἐπικαλούμενοι μοι εἰς λόγον Θεοῦ, καλῶς ἐποιήσατε ὑποδεξάμενοι ὡς διακόνουςΧριστοῦ Θεοῦ..”. ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Φιλαδελφεῦσιν, ΧΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 279, 29-23).
[62] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, Χ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 281, 34-46).
[63] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, ΧΙΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 282, 16).
[64] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Ἐφεσίους, ΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 264, 20-22), Φιλαδελφεῖς, ΧΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 279, 24-25).
[65] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Σμυρναίοις, ΧΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 282, 15-16) “… Βούρρου, ὃν ἀποστείλατεμετ‘ ἐμοῦ ἅμα Ἐφεσίοις …”.
[66] Πρβλ. Α. LEMAIRE, Les ministères …,  σελ. 172-173.
[67] Πρβλ. LEMAIRE, Les ministères …, σελ. 174.
[68] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Πολύκαρπον, [Προοίμιον] (ΒΕΠΕΣ 2, 282, 33-35) “… Πολύκαρπον, ἐπισκόπῳ ἐκκλησίας Σμυρναίων…”. Πρβλ. Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Γενικὴ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ. 141.
[69] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Πολύκαρπον, VΙ 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 284, 3-5).
[70] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Πολύκαρπον, VI 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 284, 3).
[71] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Πολύκαρπον, VI 1 (ΒΕΠΕΣ 2, 284, 4-5).
[72] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Πολύκαρπον, Ι (ΒΕΠΕΣ 2, 282, 36 – 283, 7), ΙΙ (ΒΕΠΕΣ 2, 283, 8-18), ΙΙΙ (ΒΕΠΕΣ 2, 283, 19-26), V 1(ΒΕΠΕΣ 2, 283, 34-40) καὶ V 2 (ΒΕΠΕΣ 2, 283, 40 – 284, 2).
[73] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Πρὸς Πολύκαρπον, [Προοίμιον] (ΒΕΠΕΣ 2, 282, 33-35) “Ἰγνάτιος … Πολυκάρπῳ ἐπισκόπῳ ἐκκλησίας Σμυρναίων …”. Πρβλ. Α. LEMAIRE, Les ministères …, σελ. 174, ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πατρολογία Α’, σελ. 181, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τομ. Β’, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν (Θεσ/νίκη), σελ. 437.
[74] ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, ΧΙΙ 2 (ΒΕΠΕΣ 3, 24, 17-21) καὶ ΧVI 2 (ΒΕΠΕΣ 3, 25, 31-33) ὅπου καὶ ἡ μαρτυρία ὅτι ” … ὁ θαυμασιώτατος Πολύκαρπος ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις διδάσκαλος ἀποστολικὸς καὶ προφητικὸς γενόμενος, ἐπίσκοπος τῆς ἐν Σμύρνῃ καθολικῆς ἐκκλησίας…”. Πρβλ. Β. ΦΕΙΔΑΣ, Τὸ πολίτευμα …, σελ. 172-173. Τοῦ ἰδίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α’, σελ. 106-107.
[75] ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, Πρὸς Φιλιππησίους, [Προοίμιον] (ΒΕΠΕΣ 3, 15, 4) “…Πολύκαρπος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρεσβύτεροι … “.
[76] ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ, Πρὸς Φιλιππησίους, VI 3 (ΒΕΠΕΣ 3, 17, 10-13).
[77] Ματθ. 10,2 / / Μαρκ. 3,14 / / Λουκ. 6,13. Πρβλ. Β. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστικὴ  Ἱστορία Α’, σελ. 63. Τοῦ ἰδίου, Τὸ πολίτευμα … , σελ. 127.
[78] Β. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α’, σελ. 63, τοῦ ἰδίου, Τὸ πολίτευμα … , σελ. 127.
[79] Εἰδικὰ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Πολύκαρπο, ἄμεση ἐπιβεβαίωση τῶν παραπάνω γίνεται ἀπὸ τὸν Εἰρηναῖο (Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, Γ’, ΙΙΙ, 4 / ΒΕΠΕΣ 5, 143, 40 – 144, 1) ἀναφέροντας ὅτι ” … καὶ Πολύκαρπος … ὑπὸ τῶν ἀποστόλων κατασταθεὶς εἰς τὴν Ἀσίαν, ἐν τῇ ἐν Σμύρνῃ ἐκκλησίᾳ ἐπίσκοπος … “.
[80] ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ, Πρὸς Φιλιππησίους, [Προοίμιον] (ΒΕΠΕΣ 3, 15, 4).
[81] Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, σελ. 443.
[82] Α. LEMAIRE, Les ministères … , σελ. 175, Ι. ΠΗΛΙΛΗΣ, Ἡ Χριστιανικὴ Ἱερωσύνη,Καμπανᾶς (Ἀθήνα) 1998, σελ. 266, Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Περὶ τῆς φερομένης…, σελ. 37. Τοῦ ἰδίου, Γενικὴ  Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ. 142.
[83] ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ, Πρὸς Φιλιππησίους, VI 1 (BEΠΕΣ 3, 17, 1-7).
[84] ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ, Πρὸς Φιλιππησίους, V 3 (ΒΕΠΕΣ 3, 16, 38-39).
[85] ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ, Πρὸς Φιλιππησίους, V 2 (ΒΕΠΕΣ 3, 16, 26-29).
[86] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πατρολογία Α’, σελ. 176. Πρβλ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, σελ. 426. ED. LOHSE, Ἐπίτομη Θεολογία…, σελ. 226. SIMON M. – BENOIT A., Le Judaisme…, σελ. 176. Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Γενικὴ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ. 141 καὶ 142. Τοῦ ἰδίου, Περὶ τῆς φερομένης…, σελ. 36-37.
[87] Ὁ Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ (Ὁ Χριστιανισμὸς…, σελ. 39) σχετικὰ μὲ τὸ μοναρχικό, ὅπως το χαρακτηρίζει, ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου, παρατηρεῖ ὅτι “ἦταν ἄγνωστο στὶς ἀρχικὲς χριστιανικὲς γενιές” καὶ ὅτι “ἐμφανίστηκε ἀργότερα κάτω άπὸ τὴν πίεση ὁρισμένων συνθηκῶν (καθυστέρηση τῆς Παρουσίας, εἰσβολὴ Γνωστικῶν αἰρέσεων στὶς Κοινότητες, διενέξεις καὶ διάσταση)”. Ἀντιθέτως ὁ Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ (Περὶ τῆς φερομένης…σελ. 52) παρατηρεῖ ὅτι “ὁ ἐπίσκοπος δὲν εἶναι μονάρχης, ἀλλ’ ὁ πρῶτος καὶ ἀπαραίτητος ἡγέτης τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ αὐτῆς…”.
[88] Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Γενικὴ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ. 141
[89] Πρβλ. Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, ὅπ.π. Τοῦ ἰδίου, Περὶ τῆς φερομένης…, σελ. 52.
[90] Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, σελ. 426.

Τυπικόν της 12ης Φεβρουαρίου 2013


Τρίτη: Τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν 
Μελετίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης καί 
Ἀντωνίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. 
Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μελετίου, τοῦ ἐν Λάρδῳ.
 

Ἀπόστολος:
 
Τῆς ἡμέρας· Τρίτης λβ΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν (Ἰακ. γ΄ 1-10).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· Τρίτης ιε΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ (Μᾶρκ. ια΄  11-23).
 

Ο ΣΤΡΑΤΟΚΛΗΣ ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ - Παναγιώτης Σ. Μαρτίνης


Ο ΣΤΡΑΤΟΚΛΗΣ 
ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ

Παναγιώτου Μαρτίνη, Δρ. Θ.
Άρχοντος Ιερομνήμονος
της Αγίας του Χριστού Μ. Εκκλησίας

Η εξωβιβλική παράδοση - μαρτυρία για το Στρατοκλή, ως πρώτο Επίσκοπο της Πάτρας, μας δίνει κάποιες πληροφορίες από τον 6ο αι. και μετά. Συνδέονται με την ιεραποστολική δράση του Πρωτοκλήτου στην Αχαΐα. Ενώ ο Απόστολος Ανδρέας ίδρυσε πολλές Εκκλησίες και χειροτόνησε επισκόπους στις εκτός της Ελλάδος χώρες (στις περί τον Εύξεινο Πόντο, Ιβηρία, Σκυθία κ.ά.) στον ελλαδικό χώρο ίδρυσε μόνο την Εκκλησία των Πατρών και χειροτόνησε τον πρώτο επίσκοπό της το Στρατοκλή. Και τούτο γιατί ήδη από το 52 μ.Χ. είχε προηγηθεί ο Απόστολος Παύλος ιδρύοντας Εκκλησίες, όπως των Φιλίππων (σημ. Καβάλας), Θεσ/νίκης, Βέροιας, Νικοπόλεως και Κορίνθου. 
Ο Απόστολος Ανδρέας περιοδεύοντας σε Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, φυσικά δεν ιδρύει εκκλησίες, ούτε χειροτονεί επισκόπους, μόνο κηρύσσει και ενισχύει στην πίστη τους εκεί Χριστιανούς.

Η όλη ιεραποστολή του Πρωτοκλήτου περιορίζεται στην Αχαΐα και πιο συγκεκριμένα στην Πάτρα, που δεν την επισκέφτηκε ο Απόστολος Παύλος και υπήρχαν μόνον ειδωλολάτρες. Στην Πάτρα έμεινε ο Πρωτόκλητος, δίδαξε, θαυματούργησε, ίδρυσε Εκκλησία, χειροτόνησε επίσκοπο, ιερείς και διακόνους και θεμελίωσε την Εκκλησία με το αίμα του μαρτυρίου του. Δικαιολογημένα η Εκκλησία των Πατρών χαρακτηρίζεται ως «Αποστολική». Βέβαια, σύμφωνα με το Σύμβολο της Πίστεως (Νικαίας - Κων/πόλεως) η Εκκλησία γενικότερα χαρακτηρίζεται ως «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική», αλλά και κάθε τοπική Εκκλησία, που ανάγει την ίδρυσή της σε κάποιον Απόστολο φέρει αυτό το χαρακτηρισμό.
Όταν ήλθε, περί το 68 μ.Χ. στην Πάτρα ο Απόστολος με τους μαθητές του, «προσελάβετο αυτούς ανήρ ονόματι Σώσιος, ον ιάσατο Ανδρέας από ασθενείας θανατικής ...». 
Κατά τον καθηγητή Παν. Ν. Τρεμπέλα, «ήτο δε τότε ανθύπατος ανήρ ονομαζόμενος Λέσβιος, προσκεκολλημένος εις την ειδωλολατρικήν πλάνην ... έλαβε δε την απόφασιν να συλλάβη τον Απόστολον και να θανατώση αυτόν».2
Όμως, «άλλαι αι βουλαί Κυρίου»! Ενώ δηλαδή κατέστρωνε σχέδιο εξόντωσης του Αποστόλου, καταλαμβάνεται αιφνίδια από μια βαρειά ασθένεια και μένει τελείως άφωνος. Όταν, μετά από ώρες, κατόρθωσε κάπως να μιλήσει διέταξε τους στρατιώτες του ν΄ αναζητήσουν «εν τη πόλη ξένον τινά, καλούμενον Ανδρέαν ... δι’ ού δυνήσομαι επιγνώναι την αλήθειαν και σωθήναι από της νυν περιεχούσης με μάστιγος.,.». 3 
Όταν οι στρατιώτες βρήκαν τον Απόστολο και τον έφεραν στο πραιτώριο, τότε ο Λέσβιος άρχισε να τον παρακαλεί με δάκρυα να τον θεραπεύσει και ο Απόστολος συγκινημένος, μετά από θερμή προσευχή, αφού κράτησε από το χέρι το Λέσβιο, τον σήκωσε και του χάρισε την υγεία. Και το θαύμα αυτό του Αγίου έγινε γνωστό, πολλοί μετεστράφησαν στη θρησκεία του «ξένου» με πιο θερμό οπαδό τον ίδιο το Λέσβιο, που έγινε πιστός μαθητής του Ανδρέα. 
Όταν στη Ρώμη πληροφορήθηκαν τη μεταστροφή του Λέσβιου, έσπευσαν να τον αντικαταστήσουν με τον Αιγεάτη, «Έλληνα» κατά τον Επιφάνιο, καταγόμενο πιθανόν από την πόλη Αιγάς ή Αιγέα, πρωτεύουσα τότε της Μακεδονίας. 
Η σύζυγος του νέου ανθύπατου του Αιγεάτου, η Μαξιμίλλα, όταν πληροφορήθηκε τη δράση του Αποστόλου, τα όσα κήρυσσε και επιτελούσε, έστειλε την πιστή, ίσως και συγγενή της Εφιδαμία, «ικανήν ούσαν ιδείν και λαλήσαι του Ανδρέου», στο σπίτι που φιλοξενούσε τον Απόστολο. 
Ο Σώσιος, ο φιλοξενών τον Ανδρέα, «εισήγαγεν αυτήν προς τον Ανδρέαν και πεσούσα εις τους πόδας αυτού ήκουε τον λόγον αυτού».4 Στην αρχή, φαίνεται ότι η Μαξιμίλλα δεν συναντήθηκε με τον Απόστολο. Μετά, όμως από λίγες μέρες «αρρωστία περιπεσούσης αυτής... πέμψασα πάλιν (την Εφιδάμιαν) προσκαλείται τον Απόστολον...»5 Τότε ο Ανδρέας, αφού πλησίασε τη Μαξιμίλλα και έθεσε το χέρι του επάνω της, την εθεράπευσε, «Και μετ΄ ολίγον εζήτησε φαγείν, και παραχρήμα ηγέρθη». 
Ο Αιγεάτης, μετά τη θεραπεία της συζύγου του, έφυγε για τη Ρώμη. 
Τότε η Ρώμη στη θέση του, ως αντικαταστάτη, έστειλε τον αδελφό του Αιγεάτη, το Στρατοκλή. 
Πιθανολογείται ότι ο Στρατοκλής ήταν νεώτερος αδελφός του Αιγεάτη. Κι αυτός κατήγετο από την πόλη Αιγάς ή Αιγέα της Μακεδονίας. 
Ήταν μορφωμένος, ασχολούμενος με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία. Σύμφωνα με το «Εγκώμιον» του Νικήτα του Παφλαγόνα, «Αδελφός δε τούτου (του ανθυπάτου Αιγεάτου), Στρατοκλής το όνομα, αιτησάμενος Νέρωνα του μη στρατεύεσθαι, επί φιλοσοφίαν δε τραπήναι παρεγένετο από της Ιταλίας εις τας Πάτρας εν εκείναις ταις ημεραις ... »6. 
Αλλά και ο μοναχός Επιφάνιος (8ος – 9ος αι.), επίσης, μας πληροφορεί: «Ο δε Ανθύπατος Αιγεάτης ... έσχεν αδελφόν ονόματι Στρατοκλήν, ος ήν Αθήναις παιδείας χάριν. Του ανθυπάτου όντος εν Ρώμη ο Στρατοκλής επανήλθεν από Αθηνών εν Πατραις ... »7. 
Στην Πάτρα μαζί με το Στρατοκλή ήλθε και ο δούλος αυτού Αλκμανάς «πάνυ αγαπητός» στο Στρατοκλή. «Η συμπάθεια δ΄ αύτη του Στρατοκλέους προς τον Αλκμάνα εχρησιμοποιήθη υπό της αγαθής και πανσόφου του Θεού Προνοίας, ίνα αμφότεροι ούτοι συνάψωσι γνωριμίαν μετά του Πρωτοκλήτου και οδηγηθώσι δι΄ αυτής εις τον Χριστόν». Λίγες, όμως, ημέρες μετά την άφιξή τους «προσβληθέντος του Αλκμάνος υπό αιφνιδίας και θορυβώδους νευρικής νόσου, περιήλθεν ο Στρατοκλής εις λίαν στενόχωρον θέσιν, μη δυνάμενος ουδέν να πράξη προς θεραπείαν και διάσωσιν του πιστού του υπηρέτου».8 Τότε, η Μαξιμίλλα, η νύμφη αυτoύ «απήγγειλεν αυτώ τα κατά τον Ανδρέαν, και πώς ιάθη από του θανατικού πυρετού». Αμέσως ο Στρατοκλής ανεζήτησε τον Απόστολο Ανδρέα. 
«Όταν δε ούτος, ανταποκρινόμενος εις την πρόσκλησιν του Στρατοκλέους, προσήλθεν εις το πραιτώριον, ένθα διέμενεν ο Στρατοκλής μετά της συνοδείας αυτού, παρημποδίζετο υπό των δούλων τούτου να εισέλθη. Τούτο δε, διότι ηγνόουν ούτοι τίς ήτο ο Aνδρέας, «ιδόντες αυτόν ευτελή και λιτόν άνθρωπον» και υπολαβόντες ότι επρόκειτο περί επαίτου ή και ασήμου τινός, εν τη σπουδή των, όπως απομακρύνουν αυτόν εκείθεν, απεπειράθησαν και να κτυπήσουν ακόμη τον Απόστολον».9 Όταν τελικά λύθηκε η παρεξήγηση και μπήκε ο Ανδρέας στο πραιτώριο και πλησίασε τον ασθενή, βρέθηκε μπροστά σ΄ ένα πλήθος από μάγους, φαρμακευτές και άλλους περίεργους θεραπευτές, οι οποίοι δεν μπορούσαν ν΄ ανακουφίσουν το νεαρό υπηρέτη παρ΄ όλες τις γοητείες και τις ψεύτικες θεραπείες τους. 
Τότε, ο Ανδρέας, αφού τους απομάκρυνε «προσέφυγεν άνευ αναβολής εις το μοναδικόν όπλον την προσευχήν και ανατείνας οφθαλμούς και χείρας και καρδίαν προς τον ουρανόν, επεκαλέσθη θερμώς τον Θεόν ειπών: «ο Θεός, ο οποίος πάντοτε υπακούεις εις τους ανήκοντας εις σε, ο παρέχων πάντοτε τας δωρεάς σου και τα αγαθά σου, ευδόκησον να παράσχης και τώρα αυτό, δια το οποίον σε παρακαλώ και υπό τους οφθαλμούς όλων αυτών, οι οποίοι παρίστανται ενταύθα, θεράπευσον τον υπηρέτην του Στρατοκλέους, φυγαδεύων τον δαίμονα, τον οποίον οι συγγενείς αυτού δεν ημπόρεσαν να εκδιώξουν». Εκτείνας δε μετά τούτο την χείρα αυτού προς τον επί του εδάφους κατακείμενον ασθενή, ανήγειρεν αυτόν υγιή και συνεβάδιζε μετά του Αποστόλου ο Αλκμάν, σωφρόνως και ευσταθώς και εκτάκτως και ήδιστα ορών τον Απόστολον». 10
«Τότε ο Στρατοκλής επίστευσε συν όλω τω οίκω αυτού, και εβαπτίσθη αυτός και η Μαξιμίλλα, η νύμφη αυτού, και Εφιδαμία και πλήθη πολλά, και ήσαν δια παντός συν τω Ανδρέα και τοις αδελφοίς αγαλλιώμενοι»11.
Αλλά και ο Νικήτας ο Παφλαγόνας στο σχετικό «Εγκώμιόν» του σημειώνει: «ο δε τούτου (του Αλκμάνου) κύριος Στρατοκλής παρευθύς πιστεύσας επί τον των πάντων Κύριον συν Μαξιμίλλη και Ιφαδάμα και αυτώ τω ιαθέντι παιδί Αλκμάνι άμα ετέροις αδελφοίς χάριν έσχον της εν Κυρίω σφραγίδος αξιωθήναι, οι και ήσαν δια παντός συν τω Αποστόλω και τοις μαθηταίς νυκτός και ημέρας αγαλλιώμενοι τω πνεύματι και παρ΄ αυτού διδασκόμενοι αμείωτον φυλάττειν την παρακαταθήκην της εν Χριστώ πίστεως επιμελείσθαί τε ψυχής ως αθανάτου, σώματος δε καταφρονείν ως φθείρεσθαι μέλλοντος εγκρατεύεσθαί τε και αγνεύειν, αδικείσθαι και μη αδικείν, μη βαττολογείν, μηδέ ψεύδεσθαι εις αλλήλους, αλλ΄ αδιαλείπτως Θεώ ευχαριστούντας προσεύχεσθαι». 12 
Αυτά τα θαυμαστά έγιναν στο διάστημα που ο Αιγεάτης βρισκόταν στη Ρώμη. Όταν επέστρεψε και πληροφορήθηκε ότι η γυναίκα του Μαξιμίλλα, ο αδελφός του Στρατοκλής «και πας ο οίκος του τω Θεώ του Ανδρέου προσήλθον ... , συλλαβόμενος τον Ανδρέα έθετο αυτόν εν φυλακή». 
Μέσα από τη φυλακή ο Απόστολος δεν σταμάτησε να ενθαρρύνει την Μαξιμίλλα και τον Στρατοκλή. «Μη ηττηθείς ταις κατ΄ εμού απειλαίς έλεγε στη Μαξιμίλλα. «Μη σαλευθής υπό των αυτού φαύλων ομιλιών και μη χαυνωθής ταις αυτού ρυπαραίς συμβουλίαις. Υπόμεινον πάσαν αυτού απειλουμένην ή και επαγομένην θλίψιν. Φύλαξον σεαυτήν αγνήν και καθαράν εκ της ακαθάρτου αυτού συνδιαγωγής». Εγώ, θα συμπληρώσει ο Απόστολος, είμαι έτοιμος να υποστώ όσα βασανιστήρια μπορέσει. Είτε πρόκειται να με παραδώσει στα θηρία, είτε στη φωτιά, είτε να με ρίξει στο βυθό της θάλασσας, είτε να με κατακόψει με το ξίφος, είτε να με καρφώσει στο σταυρό, θα μάθει «οποίος ο δια Χριστού έρως», του οποίου τίποτε δεν θεωρούμε προτιμότερον από τα αγαθά του κόσμου. 
«Προς αυτόν γαρ, τον Κύριον ημών ορώμεν και αυτόν ποθούμεν, τον ημάς υπεραγαπήσαντα και προς αυτόν επειγόμεθα», για να βρεθούμε στη βασιλεία αυτού «κατά την αψευδή αυτού προς ημάς επαγγελίαν».13 
Όταν άκουσε αυτά ο Στρατοκλής, που βρισκόταν κι αυτός εκεί, συγκινήθηκε βαθύτατα και «ήρξατο δακρύειν και στενάζειν ανενδότως». Όταν τον είδε ο Πρωτόκλητος, «λαβόμενος της χειρός αυτού», άρχισε να τον παρηγορεί και να τον ρωτά: «Τί ούτως στενάζων ουκ εφησυχάζεις;».
Εγώ, πρόσθεσε ο Απόστολος, χαίρω γιατί «όχι ματαίως ελάλησα προς σε τον λόγον του Κυρίου», και «ως εν γη καρποφόρω εγκατέσπειρα τούτον εις την καρδία σου», «γεωργούντα εκατονταπλασίονα καρπόν». 
Μη, λοιπόν, στενοχωριέσαι και «μη ούτως ανιώμενος σύνθρυπτέ σου την καρδίαν». 14 
Βεβαίως, απεκρίθη ο Στρατοκλής, κλαίω και οδύρομαι για σένα, ω Απόστολε και Πρωτόκλητε. Γιατί με το θάνατό σου δεν θ΄ ακούμε πλέον τους λόγους σου, που «ως πυρ ακοτίζοντες κατέφλεξάν μου την καρδίαν και προς την πίστιν είλκυσαν του υπό σου καταγγελλομένου Χριστού». 
Οι θεόπνευστοι λόγοι σου εκαλλιέργησαν «την εμήν ακανθώδη και κεχερσωμένην ψυχήν και τα σπέρματα» της σωτηρίας τα εναπόθεσες εις αυτήν». Και ο Απόστολος Ανδρέας απάντησε: «Ακριβώς γι΄ αυτό χαίρομαι, γιατί η προς υμάς διδασκαλία δεν έπεσεν εις το κενόν και γι΄ αυτό δοξάζω τον Κύριό μου και Θεό». Γνωρίζω καλά ότι γρήγορα ο Αιγεάτης θα με δικάσει και θα με θανατώσει. Το ότι όμως θα πεθάνω για τον Κύριό μου και το Ευαγγέλιό του, πρέπει όχι μόνον σε εμένα και σε σας να προξενεί χαρά. 
Και, αφού νύχτωσε, η Μαξιμίλλα και ο Στρατοκλής μαζί με πολλούς αδελφούς βρέθηκαν και πάλι στη φυλακή, κοντά στο διδάσκαλό τους. 
Έχει ήδη αποφασιστεί ο σταυρικός θάνατος του Πρωτοκλήτου και περνάνε μαζί του την τελευταία νύκτα. Είναι σημαντική η νύκτα αυτή, αφού και επίσημα ο Απόστολος Ανδρέας θα ιδρύσει την Εκκλησία της Πάτρας. Σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες: 
«Η σκοτεινή εκείνη φυλακή με τα συνεχόμενα προς αυτήν διαμερίσματα, μετεβλήθη τότε εις ναόν και εις κλίμακα μετάρσιον, αναβιβάζουσα τους πάντας εις αυτόν τον ουρανόν. Μετά των νουθεσιών του Αποστόλου συνεδέθησαν και ύμνοι ιεροί, επηκολούθησε δε καθ΄ ώρας νυκτερινάς και η τέλεσις της Θείας Ευχαριστίας, κατά την οποίαν ο Απόστολος ιδίαις χερσί καθαγιάσας τον άγιον άρτον και το καινόν ποτήριον, «μετέδωκεν εις τους παρόντας των αχράντων και αθανάτων του Χριστού Μυστηρίων». Και το σημαντικώτερον δια την εκκλησίαν των Πατρών, «του Στρατοκλή τη των χειρών επιθέσει της αρχιερωσύνης ηξίωσε, χειροτονήσας υπ΄ αυτόν ιερείς και λευίτας». 15 
Αλλά και ο Επιφάνιος συμπληρώνει: «Και οι αδελφοί συν τω Στρατοκλή και τη Μαξιμίλλη βαθείας νυκτός παρεγείνοντο προς αυτόν... Οι δε αδελφοί συνελθόντες ανήψαν λαμπάδας. Και πολλά αυτοίς ομιλήσας μετέδωκεν αυτοίς των αχράντων µυστηρίων, και τον Στρατιοκλήν εχειροτόνησεν επίσκοπον, και παρέδωκεν αυτώ τον κανόνα της ψαλµωδίας του όρθρου και των εσπερινών και των αγίων βαπτισµάτων και πάσαν ακολουθίαν ... ».16 
Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας ίδρυσε και µε το σταυρικό του θάνατο θεµελίωσε την εκκλησία των Πατρών. Συγχρόνως, όπως φαίνεται από τα δύο προαναγραφέντα κείµενα, την οργάνωσε εκκλησιολογικά µε τη χειροτονία επισκόπου, ιερέων και διακόνων, αλλά και λατρευτικά, αφού παρέδωσε στον επίσκοπο Στρατοκλή «τον κανόνα της ψαλµωδίας του όρθρου και των εσπερινών και των αγίων βαπτισµάτων και πάσαν ακολουθίαν...». Στο εξής η Εκκλησία των Πατρών δίκαια θα χαρακτηρίζεται ως «Αποστολική». 
Την άλλη ηµέρα ο Απόστολος οδηγείται στο σταυρό του µαρτυρίου του. Ο νέος επίσκοπος, ο Στρατοκλής, βρίσκεται κοντά του, όπως ο Ιωάννης ο «ηγαπηµένος» κοντά στο δικό του µεγάλο Διδάσκαλο, στο Χριστό. 
Την ώρα που οδηγούσαν τον Απόστολο «προς τον της τελειώσεως τόπον», δροµαίος ο Στρατοκλής «καταλαµβάνει, και ορά τον µακάριον βία ελκόµενον υπό των δηµίων, ώσπερ τινά κακούργον εις κρίσιν. Αφειδώς ουν τούτους πλήξας και τους χιτώνας διαρρήξας των ταύτα δρόντων, απείσπασεν (αυτόν) ο Στρατοκλής... και περικρατών της χειρός του Αποστόλου απήει συν αυτώ εις τον παραθαλάσσιον τόπον ένθα και ηυπρέπιστο τελειωθήναι αυτόν ... »17. 
Όταν ο Απόστολος έφτασε στο σηµείο, που είχαν τοποθετήσει το σταυρό, «προς το χείλος της θαλασσίας ψάµµου», «εστώς επί της γης και ατενές ορών εις τον σταυρόν εξέδυσεν εαυτόν, και δέδωκεν τα ιµάτια αυτού τοις δηµίοις, τοις αδελφοίς ‘παρακελευσάµενος τον ήκειν τους δηµίους και ποιείν τα εγκελευσθέντα αυτοίς ... ». 
Έτσι, αφού τον ξάπλωσαν στο σταυρό, τον έδεσαν µε σχοινιά, χωρίς να του πειράξουν, «τας αγκύλας αυτού», σύµφωνα µε την εντολή του Αιγεάτη, που ήθελε να τον βρει ζωντανό η νύχτα και "υπό κυνών κρεµάµενον βρωθήναι". 
Όµως, ο Απόστολος τρία ολόκληρα ηµερόνυχτα παρέµεινε κρεµασµένος στο σταυρό, χωρίς να παύσει "νουθετών και προτρέπων τα συρρέοντα προς αυτόν πλήθη". 18 
Και ο Στρατοκλής, κάτω από το σταυρό, πάντα δίπλα στο διδάσκαλό του, όταν τον έβλεπε να µειδιά ακόµη και στο σταυρό του έλεγε: "Τι ότι µειδιάς, δούλε του Θεού Πρωτόκλητε; µη τί γε ηµάς πενθών δια το στερίσθαί σου ημάς;".
Και κατά το "Μαρτύριον" του Αποστόλου: Τι μειδιάς δούλε του Θεού, Ανδρέα; ο γέλως σου ημάς πενθείν και κλαίειν ποιεί, ότι σου στερούμεθα".19
Τέλος, «Μετά την σταύρωσιν, ο Στρατοκλής, Επίσκοπος Πατρών, έσπευσεν, ίν ΄αποσπάση εκ του σταυρού το σώµα του Αποστόλου. Ο Αιγεάτης αντέστη το κατ΄ αρχάς, αλλά κραυγαζόντων και θορυβούντων των πολλών, συγκατένευσεν είτα, και ούτω, κατ΄ άλλους µεν ο Στρατοκλής µετά της Μαξιµίλλας, κατ΄ άλλους δε αύτη, η Μαξιµίλλα λύσασα ή αποκαθηλώσασα και αρώµασι πολυτίµοις αλείψασα το τίµιον του Αποστόλου σώµα ενεταφίασεν, εντός ιδίου µνήµατος λιθίνου και παρά την θέσιν του σταυρικού µαρτυρίου, ήτοι πλησίον αιγιαλού».20 
Αλλά, και κατά τον εγκωµιαστή του Αγίου Νικήτα: «Μετά την του Αποστόλου ένδοξον έξοδον, κλαιόντων απάντων και ανιωµένων επί τω χωρισµώ αυτού, ο ιερώτατος επίσκοπος Στρατοκλής άµα τη σώφρονι Μαξιµίλλη προσελθών εξέλυσεν από του σταυρού το καρτερικόν αυτού και τίµιον σώµα και κατέθαψεν τούτο πάνυ τιµίως και σεβασµίως την αναγκαίαν επιµέλειαν αυτώ προσαγαγών ... ».21 
«Τέλος ο Στρατοκλής και η Μαξιµίλλα, µείνατες µέχρι τέλους της ζωής των πιστοί εις την νέαν θρησκείαν, έκτισαν και (φροντιστήρια), το µεν δια τους άνδρας, το δε δια τας γυναίκας, αφού προηγουµένως εµοίρασαν τα υπάρχοντά των εις τους πτωχούς».22 
Φυσικά και στους «Επισκοπικούς Καταλόγους», ως πρώτος επίσκοπος Πατρών φέρεται ο Στρατοκλής. 
Δυστυχώς στο «Αγιολόγιον» της Εκκλησίας µας δεν περιλαµβάνονται οι Στρατοκλής και η Μαξιµίλλα. Όµως, στη συνείδηση των χριστιανών και µάλιστα των Πατρινών πρέπει να τιµώνται ως Άγιοι, αφού υπήρξαν οι πρώτοι πιστοί του Πρωτοκλήτου στην αχαϊκή γη, µείναντες κοντά του µέχρι του µαρτυρικού θανάτου Αυτού.

Το Λειτούργημα της Πνευματικής Πατρότητας του Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη


του Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη

Ο πιστός καλείται να επιλέξει έναν πνευματικό οδηγό, που θα τον οδηγήσει στη σωτηρία της ψυχής του. Η επιλογή αυτή δεν πρέπει να γίνει τυχαία και αβασάνιστα. Οι άγιοι πατέρες μας θέτουν πολύ υψηλές προδιαγραφές. Ο άγιοςΣυμεών ο Νέος Θεολόγος εφιστά την προσοχή μας ώστε να μην αναθέσουμε την πνευματική μας καθοδήγηση σε διδάσκαλο άπειρο και εμπαθή και μας διδάξει διαβολικό αντί ευαγγελικό τρόπο ζωής. Στη συνέχεια προτρέπει τον πιστό να κάνει έντονη και μετά δακρύων προσευχή, ώστε ο Θεός να του στείλει καθοδηγητή απαθή και άγιο. 
Μάλιστα δεν σταματά εδώ. Προτρέπει τον πιστό να κάνει προσωπική έρευνα των Θείων Γραφών, καθώς και των πρακτικών συμβουλών των αγίων πατέρων, ώστε αυτά που διαβάζει να τα αντιπαραθέτει με τα «διδασκόμενα και πραττόμενα» από τον πνευματικό και αυτά που είναι σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές να τα αποδέχεται ανεπιφύλακτα, όσα, όμως, είναι νοθευμένα και ξένα προς την Αγία Γραφή να τα απομακρύνει από τον νου του, για να μην πλανηθεί. Στο τέλος, μάλιστα, αποφθέγγεται: «Πολλοί γαρ, ίσθι, πλάνοι και ψευδοδιδάσκαλοι εν ταις ημέραις ταύταις γεγόνασιν» (Φιλοκαλία, τ. Γ’ , σελ. 242, βλβ’, λγ’, εκδ. Αστέρος).



Πόσα θύματα, αλήθεια, τέτοιων πλάνων και εμπαθών πνευματικών δεν βλέπουμε και σήμερα; Πόσοι δεν ξεφεύγουν από την ευαγγελική και πατερική διδαχή και διδάσκουν τους ανθρώπους ένα αταίριαστο και σχιζοφρενικό μίγμα ευαγγελικών και κοσμικών διδαχών και μπερδεύουν τους ανθρώπους, όντας οι ίδιοι μπερδεμένοι άνθρωποι. Ο γέροντας Πορφύριος, ο άγιος πνευματικός των ημερών μας, τόνιζε: «Να προσέχετε σε τι πνευματικούς πηγαίνετε». Κάπου αλλού δίδασκε πατρικά: «Οι κανόνες δεν έχουν τον χαρακτήρα της εκδικήσεως ή της τιμωρίας, αλλά της διαπαιδαγωγήσεως, και δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς, που επιβάλλονται από ορισμένους πνευματικούς κατά την εξομολόγηση, και οι οποίοι, είτε από υπερβάλλοντα ζήλο, είτε από άγνοια, εξαντλούν τα όρια της τιμωρίας, χωρίς να αντιλαμβάνονται, ότι με τον τρόπο αυτό, αντί να κάνουν καλό, διαπράττουν έγκλημα. Εγώ, πάντα τους φωνάζω και τους συμβουλεύω: Όχι μεγάλες τιμωρίες. Αλλά σωστές συμβουλές. Γιατί, οι μεγάλες τιμωρίες τροφοδοτούν τον άλλο (τον διάβολο) με πλούσια πελατεία. Και αυτός, αυτό περιμένει. Αυτό καραδοκεί, και έχει πάντα ανοικτές τις αγκάλες του για να τους δεχτεί! Και τους τάζει, μάλιστα, λαγούς με πετραχήλια. Γι’ αυτό απαιτείται μεγάλη προσοχή στην επιλογή του πνευματικού. Όπως αναζητάμε τον καλύτερο γιατρό, το ίδιο να κάνετε και για τον πνευματικό. Και οι δύο γιατροί είναι. Ο ένας του σώματος κι ο άλλος της ψυχής.»! (Γέροντος Πορφυρίου ιερομονάχου, «Ανθολόγιο Συμβουλών», σελ. 338, εκδόσεις «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Μήλεσι Αττικής, 2002).
Η εναγώνιος προσευχή του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου προς τον Θεόήταν: «πέμψον μοι άνθρωπον γινώσκοντά σε». Πολλοί σήμερα, επηρεασμένοι από σύγχρονους προορατικούς πνευματικούς αναζητούν πνευματικούς που να κοσμούνται με το προορατικό χάρισμα, απολυτοποιώντας το έκτακτο αυτό δώρο, που δίνει ο Θεός σε ορισμένους μόνον ανθρώπους. 
Η τακτική αυτή είναι λανθασμένη, όπως μας εξηγεί ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος με τον διαχρονικό του λόγο: «Μη ζητώμεν [εννοείται γέροντες] προγνώστας μηδέ προβλέπτας [=προορατικούς]· αλλά προ πάντων ταπεινόφρονας πάντως, και ταις εν ημίν νόσοις αρμοδίους…» (Κλίμαξ, σελ. 112, βρκγ’, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου). Ο πνευματικός πατήρ εμπνέεται κι έχει ως πρότυπό του τον Θαυμαστό Σύμβουλο, τον ίδιο τον Θεό. Κι όπως οι προφήτες έλεγαν: τάδε λέγει Κύριος, έτσι κι εκείνος δίδει λόγον και συμβουλή παρά Θεού. Ο απόστολος Παύλος παρότρυνε τους χριστιανούς της Εφέσου να κάνουν πολλή προσευχή, ώστε να του δοθεί λόγος: «Και υπέρ εμού [προσεύχεσθε], ίνα μοι δοθή λόγος εν ανοίξει του στόματός μου, εν παρρησία γνωρίσαι το μυστήριον του Ευαγγελίου» (προς Εφεσίους, στ’ 19).

Ο Μέγας Βασίλειος συνιστά να βρει κάποιος έναν «φίλο του Θεού», για τον οποίο είναι βέβαιος ότι ο Θεός ομιλεί μέσω αυτού. Ο πνευματικός πατήρ καλείται να γίνει όργανο του Αγίου Πνεύματος. Εξ άλλου αυτό σημαίνει πνευματικός: ο εμφορούμενος από το Άγιο Πνεύμα. Να έχει ο ίδιος θεραπευθεί: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν» (Λουκ. δ’ 23). Να περάσει από τα στάδια της καθάρσεως και του φωτισμού του νου και της καρδίας του από το Άγιον Πνεύμα. Ή, αν δεν έχει κατορθώσει αυτά τα στάδια, τουλάχιστον να διδάσκει και να μεταφέρει όσα οι άγιοι πατέρες διδάσκουν, χωρίς διαστρεβλώσεις και παρερμηνείες, γιατί έχει να αποδώσει λόγο για κάθε μία ψυχή που του εμπιστεύεται στο πετραχήλι του ο ίδιος ο Θεός. Ο λόγος του προς κάθε πιστό πρέπει να είναι κρυστάλλινος και αληθινός, χωρίς υστεροβουλίες και ανθρώπινους υπολογισμούς. Όπως διδάσκει και ο απόστολος Παύλος: «Ου γαρ εσμεν ως οι λοιποί καπηλεύοντες τον λόγον του Θεού [=που νοθεύουν τον λόγο του Θεού], αλλ’ ως εξ ειλικρινείας [=αλλά ως άνθρωποι ειλικρινείς], αλλ’ ως εκ Θεού κατενώπιον του Θεού εν Χριστώ λαλούμεν [ως απεσταλμένοι από τον Θεό, μιλάμε ενώπιον του Θεού εν Χριστώ]» (Β’ Κορ. β’, 17).

Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός τονίζει ότι, για να συμβουλεύσει κάποιος, πρέπει κάποιος να ρωτήσει και μάλιστα με τη θέλησή του και χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό. Εδώ, πρέπει να υπογραμμίσουμε τον σεβασμό της ελευθερίας του προσώπου από τον πνευματικό. Η Εξομολόγηση πρέπει να γίνεται σε πνεύμα ελευθερίας και ανέσεως. Ο εξομολογούμενος είναι σαν το μικρό ανθάκι, που χρειάζεται χρόνο και πότισμα για να ανοίξει. Οποιαδήποτε μέθοδος καταδυναστεύσεως και επιβολής ή χειρισμού του πνευματικού στο πρόσωπο του εξομολογούμενου είναι εκ των προτέρων καταδικαστέα. Η εξομολόγηση είναι διακονία εν ταπεινώσει [=ταπεινή υπηρεσία (εννοείται του ιερέα προς τον άνθρωπο που πάει να εξομολογηθεί)] και όχι διαδικασία στραγγαλισμού των συνειδήσεων. Όταν, όμως, τον επιλέξει, δεν πρέπει να ανακρίνει τον «καλόν αγωνοθέτη», έστω κι αν δει σε αυτόν, ως άνθρωπος, που είναι, ίσως ορισμένα μικρά σφάλματα. Παρών αοράτως είναι ο ίδιος ο Θεός, που δέχεται την εξαγόρευση των πιστών. Επίσης ο πνευματικός πατήρ, σύμφωνα με τον όσιο Πέτρο τον Δαμασκηνό, για να συμβουλεύσει, θα πρέπει να έχει λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διακρίσεως και να έχει αποκτήσει από τη μακροχρόνια άσκηση «διορατικόν νουν». Όταν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις, τότε εντυπώνεται «ο λόγος εν τη ψυχή του ακούοντος τον λόγον και θερμαίνηται εκ της πίστεως, ορών τον σύμβουλον αγαθόν» (Φιλοκαλία, τ. Γ’, σελ. 91, β10 – 20, εκδ. Αστέρος). Είναι χρέος – μας λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος – του πιστού να εξετάζει και να ανακρίνει τον κυβερνήτη πριν τον επιλέξει ως πνευματικό πατέρα, μην πέσει σε ναύτη αντί για κυβερνήτη και σε νοσούντα αντί για ιατρό και σε εμπαθή αντί για απαθή. Διαφορετικά δεν υπάρχει ωφέλεια από την υποταγή στον πνευματικό πατέρα (Ιωάννου Σιναΐτου «Κλίμαξ», σελ. 67 – 68, β ζ’, εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου).

Είπαμε ότι οι πατέρες στη διαδικασία επιλογής πνευματικού πατρός από τον πιστό θέτουν υψηλότατες προδιαγραφές. Οι προδιαγραφές αυτές είναι ενδεικτικές και βοηθούν τον πιστό να ευαισθητοποιηθεί ως προς τα κριτήρια επιλογής. Δεν πρέπει, όμως, να φτάσουμε στο άλλο άκρο και να πούμε: αφού δεν υπάρχουν πνευματικοί, που να πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, τότε δεν πάμε να εξομολογηθούμε. Την απάντηση μας την δίνει ο θεοφώτιστος γέροντας Παΐσιοςο αγιορείτης: «Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφ’ όσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία χάρη και όταν διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες, τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως» (Γέροντος Παϊσίου αγιορείτου «Λόγοι», τ. Γ’ Πνευματικός αγώνας, σελ. 244, Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης).


Η Γερόντισσα Σοφία, μεγάλη πνευματική διδασκάλισσα στην Καστοριά (όχι εξομολόγος, φυσικά, αλλά αγία πνευματική οδηγός). Δες κι άλλες εδώ.

Ο επίσκοπος, που δίνει την άδεια στον ιερέα να εξομολογεί, έχει τη βασική ευθύνη και πρέπει να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επιλογή των καταλλήλων προσώπων. Όμως και εμείς δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών. Θα κοιτάξουμε οι πνευματικοί να έχουν την «έξωθεν καλή μαρτυρία» (απόστολος Παύλος, επιστολή Α’ Τιμόθεον γ’, 7), να μην είναι ανήθικοι, να έχουν ορθόδοξο και πατερικό πνεύμα και όχι παπικό ή παπίζον [=δηλ. να μην αντιμετωπίζουν τη θρησκεία σα δικαστήριο, όπως οι παπικοί (καθολικοί) - δες σχετικά εδώ], ο πρότερος βίος τους να είναι ανεπίληπτος, να είναι σοβαροί, συνετοί και εχέμυθοι. Να έχουν μαθητεύσει κοντά σε δοκιμασμένους πνευματικούς, να έχουν σπλάγχνα οικτιρμών κατά το πρότυπο του ουρανίου πατρός, να είναι δηλαδή θεματοφύλακες της θείας φιλανθρωπίας, όπως μας διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Να μην είναι νεόφυτοι στο λειτούργημα της πνευματικής πατρότητος, αλλά να έχουν ψηθεί στο στάδιο της υπακοής σε πνευματικό και οι ίδιοι. Θα προσέξουμε να μην πέσουμε σε αλεξιπτωτιστές, που ανέλαβαν την πνευματική ευθύνη, χωρίς να έχουν ψηθεί από τα προβλήματα της ζωής, που έγιναν κατευθείαν καπετάνιοι και δεν πέρασαν πρώτα από το διακόνημα του μούτσου. Αλλά και η εμπειρία και μαθητεία άλλων εξομολογουμένων, που διακρίνονται για τη σοβαρότητά τους και τον ενάρετο βίο τους, θα αποτελέσει για μας ένα πρόσθετο κριτήριο.

Οι ποιμένες [=οι ιερείς], επίσης, θα πρέπει να εξασκούν με ιδιαίτερο ζήλο και προθυμία το μεγάλο διακόνημα της πνευματικής πατρότητος, που απαιτεί κόπους και θυσίες και καμιά φορά ξεπερνά και τις ανθρώπινες δυνάμεις. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και τα όσα λέει σε πνευματικό του τέκνο ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Συνελάβομέν σε δια διδασκαλίας, ωδινήσαμέν σε δια μετανοίας, απετέκομέν σε δια υπομονής πολλής και ωδίνων και πόνων σφοδρών και καθημερινών δακρύων» (Νεοελληνική απόδοση: Σε συλλάβαμε πνευματικά μέσω της διδασκαλίας, πονέσαμε με ωδίνες πνευματικές για σένα μέσω της μετανοίας, σε γεννήσαμε πνευματικά με πολλή υπομονή και κόπους και δυνατούς πόνους και καθημερινά δάκρυα». Επιστολή 3, 1 – 3). Πώς να μην παραδώσεις τον εαυτό σου σ’ ένα τέτοιο πνευματικό, που χύνει πραγματικά αίμα για να σε αναγεννήσει πνευματικά και να σε οδηγήσει στην πραγματική σου ελευθερία, που την προσφέρει ο Χριστός; (Γαλ. ε’, 1) 
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας μας λέγει ότι με τον Χριστό η σχέση αφέντη – σκλάβου, που υπήρχε, αντικαθιστάται από το μυστήριο του Πατέρα – Υιού. Γι’ αυτό στην ουσία της η πνευματική πατρότητα δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης, παρά να οδηγήσει τον άνθρωπο από το στάδιο του σκλάβου στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Με το άγιο βάπτισμα γινόμαστε κατά χάριν τέκνα του Θεού και δια της Ιεράς Εξομολογήσεως διατηρούμε τη Χάρη της θείας υιοθεσίας.

Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη, εφημερίου Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Αττικής.

Επίλογος του blog μας: Η εξομολόγηση είναι το θεραπευτήριο της Εκκλησίας. Όταν στη δύση χάθηκε η αρχαία χριστιανική παράδοση, πήγαμε στο φρικτό Μεσαίωνα και κατόπιν στο νεότερο αθεϊσμό, η εξομολόγηση αντικαταστάθηκε από την ψυχοθεραπεία (και όχι το αντίθετο). Βέβαια επί της ουσίας η κοσμική ψυχοθεραπεία (δεν την ονομάζω "επιστημονική", γιατί και η πνευματική πατρότητα είναι επιστήμη) ασχολείται με κάπως διαφορετικά ζητήματα ψυχικής υγείας - παρόλο που πολλά ζητήματα ψυχικής υγείας είναι άμεσα συνδεδεμένα και με τα πάθη και τις αμαρτίες...
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...