Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2013

"Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΠΑΠΩΝ"


"Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΠΑΠΩΝ"



ΑΝ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ 

ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ;

ΠΗΤΕΡ ΤΑΡΚΣΟΝ:
 ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΤΗ ΓΚΑΝΑ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ 



.                                                                                                                                                                                                                      .
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΠΡΟΟΡΗΣΕ ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ 111 ΑΡΓΗΓΩΝ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ...
ΤΩΡΑ ΕΧΕΙ ΣΕΙΡΑ ΝΑ ΕΚΛΕΓΕΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΤΡΟΣ ...
ΠΗΤΕΡ ΔΗΛΑΔΗ,  ΤΑΡΚΣΟΝ ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑ ...
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΟΜΩΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΠΑΣ,  ΔΗΛΑΔΗ ΠΡΟΟΡΗΣΕ ΕΜΜΕΣΩΣ ΠΛΗΝ ΣΑΦΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΥ ...
ΤΗΝ ΠΡΟΟΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΗ ΕΝΙΣΧΥΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ, ΚΥΡΙΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΙ,  ΣΥΜΒΑΔΙΖΟΥΝ ΟΜΩΣ ΜΕ ΤΑ ΤΕΚΤΕΝΟΜΕΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΑ ΔΕΙΞΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΚΑΙ ΘΑ ΣΦΡΑΓΙΣΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ...
Η ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΗ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΣΠΙΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΟΒΙΣΜΕΝΟΙ ΑΝΑΜΕΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ...
ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ, ΟΧΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ !!!

+++
   

π. Ελπίδιος Νέα ομιλία για τα επερχόμενα. η πρώτη επαλήθευση...

Απο την τελευταια ομιλια του π. Ελπίδιου( Νέα ομιλία για τα επερχόμενα 28:00)

ολα θα ξεκινησουν απο εναν Παπα που θα ειναι ο επομενος ο οποιος θα ειναι το γνησιο παιδι των σατανιστων οι οποιοι λυμαίνονται αυτη τη στιγμη το Βατικανο.
Να ξερετε οτι το Βατικανο δεν ειναι ο Παπας.Βατικανο ειναι μια ολοκληρη κουστωδια κρυμενη πισω απο τον Παπα που διαχειριζεται με πονηρια σατανικα σχεδια του Εωσφορου. Το Βατικανο εχει και ανθρωπους που αγαπουν τον Θεο αλλα υπαρχουν και ατομα που εγιναν εξεπίτηδες καρδιναλιοι εγιναν εξεπίτηδες αξιωματουχοι της εκκλησιας μονο για ενα λογο για να φτασουν καποτε στο σημειο να προσβαλουν την εκκλησια μεσα απο τα σωθικα. Για αυτο και ενας απο αυτους τους Παπες θα ειναι ο ψευδοπροφητης .Αυτος που θα ειναι ο ψευδοπροφητης θα ειναι αρχηγος της εκκλησιας. Να τα θυμαστεοταν δειτε αυτον τον Παπα και τον διωξουν που θα φυγει αυτος ο Παπας θα τον διωξουν θα ξεκινησει η διαδικασια αντικαταστασης του αλλα αυτος που θα ερθει θα ειναι ο Ψευδοπροφητης. 

Περὶ τῆς Χαναναίας καὶ τῆς Παναγίας +Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χριστόδουλος






Tὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας ἀναφέρεται σὲ μία γυναίκα, τὴ Χαναναία. Τὴν ἀκούσατε νὰ φωνάζει τὸν Κύριο, νὰ τὸν ἔχει πάρει ἀπὸ πίσω παρακαλώντας τον κι Ἐκεῖνος νὰ μὴν τῆς ἀπαντᾶ. Οἱ μαθητὲς του ἀποροῦν γιατί δὲν τὴ βοηθᾶ ἢ γιατί δὲν τὴ διώχνει, παρὰ τὴν ἀφήνει νὰ ἱκετεύει. Κι Ἐκεῖνος ἐξηγεῖ τὴ σιωπή του: ἦλθα μόνο γιὰ τὸ Ἰσραήλ, ὄχι γιὰ τοὺς ξένους, ὄχι γιὰ ἀλλοεθνεῖς, ὅπως εἶναι ἡ γυναίκα αὐτή, ἡ Χαναναία. Ὅμως, ἡ γυναίκα ἐπέμενε, τὸν πλησίασε καὶ τὸν προσκύνησε ζητώντας βοήθεια. Ὁ Κύριος, διδάσκοντας καὶ τοὺς μαθητὲς καὶ ἐκείνην κι ὅλους ἐμᾶς ἔκτοτε, ἀπαντᾶ προσβάλοντάς την: «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ παίρνεις τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν σου καὶ νὰ τὸ πετᾶς στὰ σκυλιά». Παρομοιάζει ἔτσι τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πιὸ βασικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ψωμί. Ἡ γυναίκα δὲν ὑποχωρεῖ καὶ ἐπιμένει: « Ναὶ Κύριε, ὅμως τὰ σκυλιὰ τρῶν’ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν ἀφεντικῶν τους». Τότε, ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε, «Μεγάλη ἡ πίστη σου, γυναίκα· νὰ γίνει λοιπὸν αὐτὸ ποὺ θέλεις».

Ἂς σταθοῦμε λίγο στὸ περιστατικό. Ὁ Κύριος εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, καὶ πήγαινε στὴ Σιδώνα, στὸ σημερινὸ Λίβανο. Ἐκεῖ ἦταν ἡ χώρα τῶν Χαναανιτῶν, ἔθνους ποὺ ζοῦσε στὴν περιοχὴ πρὶν ἀκόμη ἔλθουν οἱ Ἰσραηλίτες μὲ τὸν Μωυσῆ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ἦσαν εἰδωλολάτρες, οἱ δὲ γυναῖκες των ἀσκοῦσαν τὴ μαγεία.

Ἐπῆγε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς στὰ μέρη της, ἀλλὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ἡ Χαναναία νὰ τὸν θελήσει, νὰ τὸν ἀναζητήσει, νὰ τὸν φωνάξει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της. Ἡ Χαναναία καταλαβαίνει τὴν ὕπαρξή του κοντά της, καὶ ἀρχίζει νὰ τὸν φωνάζει. Δὲν φωνάζει κάποιον γητευτή, κάποιον μάγο θαυματοποιό: Τὸν ἐπικαλεῖται μὲ τὴ συγκεκριμένη ἰδιότητά του, τρόπον τινὰ μὲ τὸ ὄνομά του: «υἱὸς Δαυίδ», ὁ Κύριος. Καὶ ὅσο τὸν ἐπικαλεῖται τόσο τὸν πλησιάζει, ὅσο τὸν ζητᾶ τόσο τὸν βρίσκει. Ὁ Κύριος στὴν ἀρχὴ δὲν τῆς μιλᾶ, ὁδηγώντας σὲ σκληρὴ δοκιμασία τὴν ἀντοχὴ τῆς πίστης της. Τὴν ἀφήνει νὰ τὸν ἀκολουθεῖ χωρὶς καμιὰν ἀπόκριση, κι ἔπειτα τῆς μιλᾶ προσβάλοντάς την. Δὲν πρόκειται, βέβαια, ἐδῶ γιὰ φυλετικὴ διάκριση, ἀλλὰ γιὰ προσβολὴ καὶ ἀπόρριψη τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τῆς μαγείας. Καὶ βλέπουμε πὼς ἡ πίστη τῆς Χαναναίας δὲν κλονίζεται καθόλου ἀπὸ τὴν προσβολή, παρὰ ζητᾶ ἔλεος, ζητᾶ τὴ θαυματουργικὴ παρέμβασή Του στὴ ζωὴ τὴ δική της καὶ τῆς κόρης της.

Οἱ φωνὲς τῆς Χαναναίας, τί ἄλλο εἶναι ἀπὸ προσευχὲς πρὸς τὸν Κύριο; Τὸ τρέξιμό της ὀπίσω του, τί ἄλλο εἶναι ἀπὸ στροφὴ τῆς ζωῆς της πρὸς τὸν λόγο Του; Ἡ ταπείνωσή της, ἡ παραδοχή της ὅτι ναί, εἶναι ἕνα ἀνάξιο σκυλὶ ποὺ ζητᾶ μόνο λίγα ψίχουλα εὐλογίας, αὐτὰ ποὺ περισσεύουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν πιστῶν, τί ἄλλο εἶναι ἀπὸ μετάνοια κι ἐξομολόγηση; Καὶ ἡ τελικὴ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου, τί ἄλλο εἶναι ἀπὸ ἄνοιγμα τῆς ἀγκαλιᾶς Του, ἀπὸ συγκατάθεση τοῦ Θεοῦ στὴν ἀταλάντευτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου;


Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας δὲν ἀφηγεῖται ἁπλῶς καὶ μόνο ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου. Παρουσιάζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πλησιάζουμε τὸν Κύριο, τὸν μοναδικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βγαίνουμε ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν εἰδώλων τοῦ κόσμου τούτου καὶ ριχνόμαστε κλαίγοντας στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατέρα μας. Παρουσιάζει τὸ πῶς ἐργάζεται ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸ δρόμο ἐπιστροφῆς σ΄ Αὐτόν, χωρὶς νὰ καταργεῖ τὴν ἐλευθερία μας. Παρουσιάζει τὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα μας. Παρουσιάζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀνοίγουμε τὴν ψυχή μας στὴ θαυματουργὸ χάρη Του. Μὲ ἄλλα λόγια, παρουσιάζει αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ἑορτὴ τῆς σωτηρίας μας, παρουσιάζει τὴν Ἐκκλησία.

Ἐκκλησία εἶναι ὁ μυστικὸς χῶρος ὅπου συναντώμεθα ὅλοι. Ἐδῶ ὁ Κύριος, ἐδῶ οἱ Ἄγγελοι, ἐδῶ οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ πιστοί. Ἐδῶ ἐπίσης, ἐδῶ μαζί μας, μᾶς τραβᾶ κοντὰ της γεμάτη ἀγάπη, ἡ Δέσποινα τοῦ οἴκου τούτου, ἡ Θεοτόκος.

Γιὰ νὰ ἀνοίξει ὁ Θεὸς τὴν ἀγκαλιά Του στὴ Χαναναία γυναίκα καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς, ἐργάσθηκε πολὺ ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἡ Μαρία δὲν ἦταν ἁπλῶς καὶ μόνον μία εὐσεβὴς κοπέλα, ἡ ὁποία συμμετέχει στὴ σωτηρία μας μ’ ἕνα παθητικὸ τρόπο, δεχόμενη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔτσι ὅπως τῆς τὸ εἶπε ὁ Ἄγγελος. Δὲν εἶναι τὸ χῶμα ποὺ τὸ πῆρε στὰ χέρια Του ὁ Δημιουργὸς κι ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο χωρὶς νὰ κάνει τίποτε αὐτὸ τὸ ἴδιο. Ἡ Μαρία συμμετεῖχε στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἐργάσθηκε γιὰ νὰ προσφέρει στὸν Θεὸ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ χρειαζόταν τὸ φιλάνθρωπο σχέδιό Του νὰ σαρκωθεῖ καὶ νὰ μᾶς λυτρώσει.

Ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα αὐτά, μᾶς ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας, Νικόλαος ὁ Καβάσιλας: «Βίος πανάμωμος, ζωὴ πάναγνος, ἄρνησις κακίας ἁπάσης, ἄσκησις ἀρετῆς ἁπάσης, ψυχὴ καθαρωτέρα φωτός, σῶμα διὰ πάντων πνευματικόν...» Ὅπως ψάλλουμε στὸν Ὄρθρο τῆς παραμονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, «Ἠράσθη τοῦ κάλλους σου Χριστός, Πανάμωμε, καὶ τὴν μήτραν σου κατώκησεν, ὅπως παθῶν ἐξ ἀμορφίας, τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων λυτρώσηται...»

Ἀποδεχόμενη τὴν ἐνεργὸ συμμετοχή της στὸ φιλάνθρωπο σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἡ Μαρία λέγει ἡ ἴδια, ἐν πνεύματι προφητικῷ: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί». Καὶ πράγματι, τὸν ἴδιο κι ὄλας χρόνο, ἐμακάρισε τὴν Θεοτόκο πρώτη ἡ Ἐλισάβετ, ἀναφωνώντας πλήρης πνεύματος ἁγίου: « Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου· καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου».

Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε χριστιανικὸ ναὸ χωρὶς τὴν εἰκόνα τῆς Δεσποίνης μας Θεοτόκου νὰ μᾶς ὑποδέχεται καὶ νὰ μᾶς εἰσάγει στὸ Μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθοῦμε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθοῦμε τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἀναφερθοῦμε σ’ Ἐκείνην ποὺ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δική της τελεία συνέργεια στὸ θέλημά Του, τὴν κατέστησε Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Μητέρα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τὴν Κυρία Θεοτόκο φιλοτιμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, πύλη τῆς ἡμετέρας ζωῆς, πρόξενο τῆς σωτηρίας μας. Ἔχουν γραφτεῖ λαμπρὲς σελίδες ποὺ ἐξηγοῦν τὴ θέση τῆς Θεοτόκου ὡς Μητέρας τοῦ Χριστοῦ καὶ Μητέρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχουν γραφτεῖ ἀπείρως λαμπρότερα, θεόπνευστα κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐξηγοῦν τὸ ἔργο τῆς Μαρίας καὶ ὑμνοῦν τὸ σεπτὸ πρόσωπό της.

Ἀλλὰ γνωρίζουμε ἐπίσης ὅτι κάθε χριστιανὸς ἔχει μέσα στὴ καρδιά του τὴν εἰκόνα Της. Ἐκεῖ, μέσα στὸ κρυμμένο βάθος τῆς ψυχῆς του, ὁ ἁπλὸς κι ἀνώνυμος ἄνθρωπος ποὺ διαφεύγει ἀπὸ τὸ δίχτυ τῆς ἱστορίας ὄχι ὅμως ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ἔχει πάντοτε ἀναμένο ἕνα καντήλι στὴν Παναγία. Κι ὅσο πυκνώνει τὸ νέφος τῆς ἀγωνίας, ὅσο θεριεύουν τὰ βάσανά μας, σ’ Ἐκείνης τὴν ἀγκαλιὰ σπεύδουμε νὰ κρυφτοῦμε, ν’ ἀφήσουμε τὰ δάκρυά μας νὰ τρέχουν στὴν ποδιά Της. Σ’ Ἐκείνην, τὴν Μυστηριακὴ Μητέρα μας καταφεύγουμε, περιμένοντας νὰ νιώσουμε τὸ χέρι Της νὰ μᾶς σκουπίζει τὰ δάκρυα, νὰ μᾶς δίνει δύναμη, νὰ γαληνεύει τὴν τρικυμισμένη μας ψυχή.

Σ’ Ἐκείνην καταφεύγει καὶ τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὅποτε νιώσει τὴν ἀπειλὴ τοῦ ἀφανισμοῦ του, καὶ ἀφήνεται στὴν χάρη Της, τὴν Ὑπέρμαχο. Τέτοια ὥρα, ἀγωνίας μεγάλης γιὰ τὸ Γένος καὶ τὸν Αὐτοκράτορα, ἀνηγέρθη καὶ ὁ ἱερὸς αὐτὸς ναός. (Κοσμοσώτηρας Φερῶν)

Σ’ Ἐκείνην καταφεύγω καὶ ἐγὼ σήμερα, παρακαλώντας Την νὰ πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς ψυχῆς τοῦ κτήτορος, καὶ ὑπὲρ τοῦ Γένους μας. Καὶ τὴν παρακαλῶ νὰ μᾶς δίνει τὴ χάρη νὰ τὴν νιώθουμε πάντοτε, νὰ τὴν νιώθουμε ὅλοι Παναγία καὶ Δέσποινά μας, ἀληθῶς καὶ σταθερῶς Κοσμοσώτηρα, ρόδον τὸ ἀμάραντον.
=

Ἡ Χαναναία (Ματθ. 15,21-28 Μάρκ. 7,24—30) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος




Ὁ Κύριος εὑρίσκεται εἰς τὴν πεδιάδα τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. (1) «Ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς τὰ ὅρια» ἤτοι «εἰς» πρὸς «τὰ» μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ Κύριος δηλαδὴ ἀνεχώρησε πρὸ τὴν κατεύθυνσιν τῶν Φοινικικῶν αὐτῶν πόλεων, οὐχὶ ἵνα κηρύξῃ, ἀλλὰ ἵνα ἀποφύγῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ πλήθους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ κάμωσιν Αὐτὸν Βασιλέα καὶ τὰς πλεκτάνας τῶν Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἴδομεν προηγουμένως, ἐθύμωσαν, ὅταν ἤκουσαν τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου περὶ τοῦ νομικοῦ, σωματικοῦ καθαρισμοῦ. Ὁ Κύριος φθάσας εἰς τὰ ὅρια Γαλιλαίας καὶ Φοινίκης εἰσέρχεται εἰς πόλιν τινὰ εὑρισκομένην ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ. Εἰσελθὼν εἰς τὴν πόλιν ταύτην κατηυθύνετο, ἵνα εἰσέλθῃ «εἰς οἰκίαν» εἰς κἄποιο σπίτι «καὶ οὐδένα ἠθέλησε γνῶναι» δὲν ἤθελε δηλαδὴ νὰ γίνῃ εἰς οὐδένα γνωστὴ ἡ παρουσία Του. Ἡ φήμη Του ὅμως προέδραμεν Αὐτοῦ «καὶ οὐκ ἠδυνάσθη λαθεῖν» δὲν ἠδυνήθη δηλαδὴ νὰ μείνῃ ἄγνωστος.

«Ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία, ἧς τὸ θυγάτριον αὐτῆς εἶχε πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἀκούσασα περὶ Αὐτοῦ, ἐξελθοῦσα ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἔκραξε λέγουσα˙ ἐλέησόν με, Κύριε υἱὸς Δαυΐδ˙ ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνὶς Συροφοινίκισσα τῷ γένει». Ἡ γυναῖκα αὕτη ὀνομάζεται Χαναναία, διότι ἦτο ἀπόγονος τῶν ἀρχαίων κατοίκων τῆς Παλαιστίνης, οἵτινες ὠνομάζοντο Χαναναῖοι καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κατάκτησιν τῆς Παλαιστίνης ὑπὸ τῶν Ἑβραίων ἀπωθήθησαν εἰς τὰ βόρεια μέρη τῆς χώρας. Ὀνομάζεται δὲ Συροφοινίκισσα, διότι ἔζη εἰς τὴν Φοινίκην, ἡ ὁποία ἀνῆκεν εἰς τὴν Συρίαν ἤ ὡμίλει τὴν συρικὴν γλῶσσαν καὶ κατήγετο ἀπὸ τὴν Φοινίκην. Ὀνομάζεται ἐπίσης Ἑλληνίς, διότι ἦτο κατὰ τὴν θρησκείαν εἰδωλολάτρις. Ἡ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ξένη λοιπὸν αὕτη γυνὴ ἀκούσασα, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔφθασεν εἰς τὰ ὅρια τῆς Φοινίκης καὶ ἔχουσα πεισθῇ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας τῶν Ἰουδαίων ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῆς Τύρου ἤ τῆς Φοινίκης καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν καὶ παρεκάλει τὸν Χριστὸν νὰ θεραπεύσῃ τὴν μικράν της κόρην, ἡ ὁποία ἦτο δαιμονόπληκτος.

Ὁ Κύριος ἐπιθυμῶν νὰ φανῇ ἡ πίστις τῆς γυναικὸς ταύτης «οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον», δὲν ἀπαντᾷ εἰς αὐτήν. Ἡ γυνὴ ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ παρακαλῇ Αὐτόν. «Οἱ μαθηταὶ προσελθόντες ἠρώτων Αὐτὸν λέγοντες ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Οἱ Ἀπόστολοι δηλαδὴ ἐκ συμπαθείας πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἀποφύγωσι τὰς ἐπικρίσεις καὶ σχόλια τοῦ πλήθους καὶ ἀπαλλαγῶσιν αὐτῆς πλησιάσαντες παρακαλοῦσι τὸν Χριστόν, ἵνα κάμῃ τὸ αἴτημά της. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «οὐκ ἀπεστάλην, εἰμὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Ὁ λόγος οὗτος ἦτο σκληρότερος τῆς σιωπῆς Του διὰ τὴν γυναῖκα. Τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου ἦτο δι’ ὅλον τὸν κόσμον. Προσωπικῶς ὅμως ὁ ἴδιος δὲν ἀπεστάλη διὰ τοὺς Ἐθνικούς, ἀλλὰ διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας, διότι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον εἶχε πρὸς διάθεσιν δὲν ἤρκει καὶ διὰ τοὺς δύο Ἰουδαίους καὶ Ἐθνικούς. Οἱ Ἀπόστολοι θὰ συνεχίσουν τὸ ἔργον Αὐτοῦ πρὸς τοὺς Ἐθνικούς, τοὺς εἰδωλολάτρας.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Κύριος εἰσέρχεται μετὰ τῶν μαθητῶν Του εἴς τινα οἶκον. Ἡ γυνὴ αὕτη «εἰσελθοῦσα» εἰς τὸν οἶκον «καὶ ἐλθοῦσα» ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ «προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας Αὐτοῦ, λέγουσα˙ Κύριε βοήθει μοι»˙ ἐπιπροσθέτως ἡ γυνὴ αὕτη «ἠρώτα» παρεκάλει «δὲ Αὐτόν, ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς». Ὁ Κύριος, ὁ ταπεινώνων τὰς ταπεινὰς ψυχάς, ἵνα περισσότερον φανῇ ἡ ταπεινοφροσύνη αὐτῶν, λέγει πρὸς αὐτήν: «οὐκ ἔξεστιν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις». Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λάβωμεν τὸν ἄρτον, ὁ ὁποῖος προορίζεται διὰ τὰ τέκνα μιᾶς οἰκογενείας καὶ νὰ τὸν ρίψωμεν εἰς τὰ σκυλιὰ τοῦ σπιτιοῦ. «Ἄφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα». Ὁ Κύριος παρομοιάζει τοὺς εἰδωλολάτρας ὡς κυνάρια τοῦ σπιτιοῦ, διότι δὲν ἐπίστευον εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ἀλλὰ εἰς τὰ εἴδωλα. Τοὺς δὲ Ἰσραηλίτας παρομοιάζει πρὸς τέκνα, διότι ἐπίστευον εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Ἂς χορτάσουν πρῶτον τὰ παιδιὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἔπειτα βλέπομεν διὰ τὰ σκυλιά. Ἡ Χαναναία δὲν ἀπογοητεύεται. Ἡ πίστις καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη τῆς γυναικὸς ταύτης λαμβάνουσι τὰ ταπεινωτικὰ ταῦτα λόγια τοῦ Κυρίου καὶ εὐφυέστατα αὕτη ἀπαντᾷ. «Ναὶ Κύριε ˙ καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίουσι ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». «Ἡ γυνὴ αὕτη ὑποστηρίζει τὸ αἴτημά της χωρὶς νὰ ἀρνηθῇ τὴν προνομιοῦχον θέσιν τῶν Ἰουδαίων, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδωσε τόσας εὐεργεσίας καὶ λίαν ταπεινωτικῶς λέγει: Ὅταν τρώγουν ἀκόμη καὶ δὲν ἔχουν χορτάσει τὰ παιδιὰ εἰς ἕνα σπίτι, ῥίπτουν καὶ κάτι εἰς τὰ σκυλάκια τοῦ σπιτιοῦ. Ἑπομένως δύναμαι καὶ ἐγὼ ὡς σκυλάκι ν’ ἀπολαύσω κἄτι, ἀφοῦ τόσα καλὰ ἔκαμες διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας.

Ὁ Κύριος θαυμάζων τὴν πίστιν τῆς γυναικὸς λέγει˙ «ὦ γῦναι μεγάλη σου ἡ πίστις .Ὁ Κύριος συνεχίζει πρὸς αὐτήν. «Δία τοῦτον τὸν λόγον ὕπαγε˙ Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις, ἐξελήλυθεν τὸ δαιμόνιον ἐκ τῆς θυγατρός σου». Ἐπειδὴ δέχεται νὰ ὀνομάζεται ἡ ἰδία καὶ ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ σκυλάκι, διότι δέχεται ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ψίχαλον, λαμβάνει τὸ μέγιστον τὴν θεραπείαν τῆς κόρης της! Καὶ πράγματι ἡ θυγάτηρ ἐθεραπεύθη τὴν ὥραν ταύτην, διότι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει: «ἰάθη» ἐθεραπεύθη «ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης». Ἡ γυνὴ «ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς εὗρε τὸ παιδίον βεβλημένον ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ τὸ δαιμόνιον ἐξεληλυθός». Ἡ μικρὰ δηλαδὴ αὕτη κόρη ἀνεπαύετο ἤρεμος εἰς τὸ κρεββάτι της ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς σπασμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπέφερε μέχρι τώρα.



Θέμα: Πίστις δοκιμαζομένη καὶ πίστις θριαμβεύουσα

Ἡ δοκιμαζομένη καὶ θριαμβεύουσα πίστις φαίνεται ἐκ τῆς παρούσης εὐαγγελικῆς περικοπῆς τῆς Χαναναίας καὶ ἐκ τῆς ζωῆς μας. Ἂς ἴδωμεν καὶ τὰ δύο.

Ἀον Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου: Ἡ Χαναναία αὕτη δὲν ἦτο Ἰσραηλίτισσα, ὥστε νὰ τρέχῃ εἰς τὰς φλέβας της τὸ αἷμα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ εἰς τὴν ψυχὴν της τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑβραϊκοῦ, τοῦ μόνου τότε ἀληθινοῦ νόμου. Ἦτο Συροφοινίκισσα, Χαναναία, κυνάριον, ὅπως βεβαιοῦσιν ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ ὁ Κύριος. Καὶ ὅμως ἡ γυνὴ αὕτη εἶχε τοιαύτην πίστιν, ὥστε ἐθαύμασεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας ὁ Χριστός! Τὸ μέγεθος τῆς πίστεως τῆς γυναικὸς ταύτης φαίνεται ἀπὸ τὴν ποικιλίαν τῶν ἀρετῶν της, αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν ἐκ τῆς πίστεως καὶ ἀπὸ τὴν ποικιλίαν τῆς δοκιμασίας τῆς πίστεως ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ πρῶτον ἡ ποικιλία τῶν ἀρετῶν. Ἡ μητρική της ἀγάπη. Ἡ ἀρετὴ αὕτη δὲν φαίνεται μόνον ἐκ τοῦ ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸν κόπον ἡ γυνὴ αὕτη νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν ὁρίων τῆς χώρας της καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ μεταβᾶσα πρὸς Αὐτὸν δὲν εἶπε θεράπευσον, εὐσπλαγχνίσου τὴν κόρην μου, ἀλλὰ «ἐλέησόν με, ὅτι ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Εὐσπλαγχνίσου ἐμέ. Ἐθεώρει ὡς ἴδιον δῶρον τὴν θεραπείαν τῆς κόρης της! Ὅσον μεγάλη ἦτο ἡ μητρικὴ αὕτη ἀγάπη, τόσον μεγάλη καὶ ἡ πίστις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν αὕτη ἐπήγαζε, διὰ νὰ λεχθῇ μὲ τόσον ἐνθουσιασμόν. Ἡ πίστις τῆς Χαναναίας ἦτο πολὺ διαφορετική τῆς ὀλιγοπιστίας τοῦ πατρὸς τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ, ἂν καὶ οἱ δύο εἶχον τὸν αὐτὸν πόνον τοῦ δαιμονιζομένου τέκνου των. Ἡ πίστις της δὲν ἀναδεικνύει μόνον τὴν μητρικὴν ἀγάπην , ἀλλὰ καὶ πολλάς ἄλλας ἀρετάς τῆς γυναικὸς ταύτης. Δεικνύει τὴν ἐπιμονὴν της ἐν τῇ προσευχῇ, τὴν ταπείνωσίν της. Δεικνύει τρυφερότητα τοιαύτην, ὥστε ἔπειτα ἀπὸ 2.000 χρόνια τρυφεραίνει τὰς ἰδικάς μας καρδίας. Δεικνύει τοιαύτην εὐφυΐαν, ὥστε ἔκαμε τὸν Χριστὸν νὰ μὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ αἴτημά της.

Αἱ ἀρεταὶ αὗται ἐκδηλοῦνται, ὅταν ἡ πίστις της δοκιμάζεται. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ γυνὴ αὕτη φωνάζει, προσεύχεται πρὸς τὸν Κύριον περὶ τῆς θεραπείας τῆς κόρης της. Ὁ Κύριος σιωπᾷ. Ἐπερίμενε τις νὰ καμφθῇ ἡ πίστις της, νὰ τσακίσῃ ἡ προσευχή της. Ἐκείνη ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ προσεύχεται, νὰ παρακαλῇ, διότι ἡ πίστις της ἦτο μεγάλη. Κατόπιν ἀκούει τὸ ψυχρὸν ἐκεῖνο τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου «ἀπόλυσον αὐτήν, ἵνα μὴ κράζῃ...». Οὔτε ἡ παγερὰ σιωπὴ τοῦ Κυρίου οὔτε ὁ ψυχρὸς λόγος τῶν μαθητῶν ἐκρύωσαν τὴν πίστιν της. Ἐκείνη παρακαλεῖ! Τέλος ὁ Κύριος ὀνομάζει αὐτὴν κυνάριον. Ἐπερίμενὲ τις νὰ σπάσῃ ἡ πίστις της. Καὶ ὅμως ἀναδεικνύεται διὰ τῆς φράσεως τῆς Χαναναίας. Ναὶ Κύριε˙ καὶ τὰ κυνάρια τρώγουσι ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῶν τραπεζῶν, ὅπου τρώγουσι τὰ παιδιά. Εἰς τὴν φράσιν ταύτην ὑπάρχουσιν ἡ εὐφυΐα, ἡ ταπείνωσις, ἡ τρυφερότης τῆς Χαναναίας. Ὅσον περισσότερον κτυπᾶται καὶ δοκιμάζεται ἡ πίστις της τόσον περισσότερον ἀναβλύζουν αἱ ἀρεταί της, τόσον αὐτὴ θριαμβεύει.

Εἶχε λοιπὸν δίκαιον ὁ Κύριος νὰ ἀμείψῃ τὴν θριαμβεύουσαν πίστιν ταύτην ἠθικῶς ἐπαινέσας τὴν Χαναναίαν καὶ σωματικῶς θεραπεύσας τὴν κόρην της εἰπὼν εἰς αὐτήν, «γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις». Ἐπειδὴ ἐζήτησε τὸ ἐλάχιστον, τὸ ψίχουλον, ἔλαβε τὸ μέγιστον, ὅ,τι θέλει. Πόσον μέγας εἶναι ὁ θρίαμβος οὗτος τῆς πίστεώς της! Ἰδοὺ ἡ δοκιμασία καὶ ὁ θρίαμβος τῆς πίστεως τῆς Χαναναίας.


Βον Ἐκ τῆς ζωῆς: Ἡ χριστιανικὴ πίστις ἡμῶν εἶναι δοκιμαζομένη καὶ θριαμβεύουσα ὄχι μόνον ἀτομικῶς ἀλλὰ καὶ ὁμαδικῶς. Ὁμαδικὴ δοκιμασία καὶ ὁμαδικὸς θρίαμβος ἀφορᾷ τὴν Χριστιανικὴν πίστιν. Καὶ ἰδού: Κατὰ τὰ πρῶτα 300 ὁλόκληρα χρόνια μέχρι τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἡ χριστιανικὴ πίστις ἐδοκιμάσθη καὶ ἐθριάμβευσεν, ὥστε παρ’ ὅλα τὰ μαρτυρικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε ἡ πανίσχυρος τότε Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, οἱ Χριστιανοὶ ἔζησαν εἰς τὰς κατακόμβας! Ἡ χριστιανικὴ πίστις διετήρηοε τὸ Βυζαντινὸν Κράτος ἀπὸ τοῦ 4ου αἰῶνος μέχρι τοῦ 1453, ἐπὶ 1000 ὁλόκληρα ἔτη! 400 περίπου χρόνια τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εὑρισκόμενον ὑπόδουλον εἰς τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν παρ’ ὅλα τὰ μαρτυρικὰ βάσανα καὶ τὸ τάγμα τῶν Γενιτσάρων, διέσωσε τὴν ἐθνικήν του συνείδησιν χάρις εἰς ποῖον μέσον; Τὴν χριστιανικὴν πίστιν του!.. Μικρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ θρίαμβος τῆς πίστεώς μας, ἡ ὁποία ἐπὶ 700 ἔτη ἐδοκιμάσθη — 300 ὑπὸ Ρωμαίων καὶ 400 ὑπὸ Τούρκων — καὶ μέχρι τώρα 1950 ἔτη θριαμβεύει; Ὁ θρίαμβος οὗτος τῆς πίστεως γίνεται ἐξώφθαλμος, ἂν σκεφθῇ τὶς πόσαι ἄλλαι πίστεις ἐξηφανίσθησαν παλαιῶν καὶ νέων Αὐτοκρατοριῶν. Ποῦ εἶναι ἡ παλαιὰ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, ὁ σημερινὸς Φασισμὸς τῶν 8.000.000 λογχῶν καὶ ὁ τρομερὸς Χίτλερ μὲ τὸν Φυλετισμόν του; Ἐξηφανίσθησαν! Ὁ Χριστὸς ὅμως θριαμβεύει!

Δοκιμασίαν καὶ θρίαμβον δὲν ἔχει μόνον ἡ Χριστιανικὴ πίστις, ἀλλὰ ἔχουσι καὶ οἱ πιστοὶ ὡς ἄτομα. Ἰδοὺ δὲ πῶς: Ὑβρίζεσαι ἀπὸ ἀνθρώπους. Ἀπαντᾷς καὶ σὺ διὰ τῆς ὕβρεως ἤ πιστεύων εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος λέγει «οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλίπω» ὑπομένεις τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν ὡς δοκιμασίαν τῆς πίστεως καὶ ὑπομονῆς σου παρεχώρησεν εἰς σὲ ὁ Θεός; Συκοφαντεῖσαι. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπολογηθῇς. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ συκοφαντῇς καὶ σύ. Ἐὰν συκοφαντῇς, δὲν ὑπομένεις, δὲν πιστεύεις εἰς τὸν Θεόν. Εὑρίσκεσαι εἰς οἰκονομικὴν ἀνέχειαν. Ἡ πίστις σου δοκιμάζεται. Πιστεύεις, ὅτι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος τρέφει τὰ πετεινὰ τοῦ Οὐρανοῦ, θὰ ἀφήσῃ σέ; Εὑρίσκεσαι εἰς νόσον ἀνίατον. Ἡ πίστις σου δοκιμάζεται, θὰ πιστεύσῃς εἰς τὸν Θεόν, ὅτι δὲν σὲ ἐλησμόνησε, ἀφοῦ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου «ἠριθμημέναι εἰσὶ» εἶναι μετρημέναι! Εὑρίσκεσαι εἰς κίνδυνον θανάτου. Ἡ πίστις σου δοκιμάζεται. Ἀκούεις τὰ παρήγορα ἐκεῖνα λόγια τοῦ Κυρίου, ὅτι «ὁ πιστεύων εἰς Ἐμὲ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται;».

Ἐὰν ἔχῃς τὴν πίστιν, θὰ θριαμβεύσῃς. Πῶς; Δία τῆς ἠρεμίας σου! Τόση δὲ εἶναι ἡ ἠρεμία ἐκ τῆς πίστεως, ὥστε ἡ ἠρεμία αὕτη ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς ἐρημίας καὶ Μονὰς ὅπου ἀσκηταὶ καὶ μοναχοὶ κοσμοῦν τὴν φύσιν. Διὰ τῆς πίστεως θὰ ἀπόκτησῃς ὑπομονὴν εἰς τὰς ἀσθενείας σου, ταπείνωσιν ἀπὸ τὰς ἀδίκους συκοφαντίας, συχνὴν προσευχήν, προσέγγισιν μὲ τὸν Χριστόν, τρυφερότητα καὶ ὄχι τσάκισμα ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ βίου σου, εὐφυΐαν καὶ ὄχι πονηρίαν εἰς τὰς δυσκολίας τῆς ζωῆς σου ὅπως ἡ Χαναναία. Ὁ δοκιμαζόμενος καὶ θριαμβεύων πιστὸς ὁμοιάζει πρὸς τὰ πτηνὰ ἐκεῖνα τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ θυέλλης ἀνέρχονται ὑψηλότερον πρὸς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἠρεμοῦν. Καὶ ὁ πιστὸς ἐν καιρῷ θλίψεως ἀνέρχεται πρὸς τὸν Θεόν, ὅπου εὑρίσκει ἀνάπαυσιν. Μικρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ θρίαμβος;

Ὁ θρίαμβος ὅμως τοῦ πιστοῦ εἶναι κυρίως εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Ἀντὶ τῆς ταπεινώσεως καὶ ὑπομονῆς, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐδῶ ὁ πιστός, ἐκεῖ θὰ ἔχῃ δόξαν. Ἀντὶ τῆς λύπης, τὴν ὁποίαν δοκιμάζει ἐδῶ, θὰ δοκιμάσῃ ἐκεῖ χαράν. Ὁποῖος θρίαμβος ἐκεῖ;

Ἑπομένως ἡ μὲν πίστις μας δοκιμάζεται καὶ θριαμβεύει ἐδῶ, οἱ δὲ πιστοὶ δοκιμάζονται ἐδῶ, θριαμβεύουν ἐδῶ ἰδίως ὅμως ἐκεῖ. Ἔτσι ἐμοίρασεν ὁ Θεὸς τὸν θρίαμβόν Του ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἵνα συνδέσῃ τοὺς δύο κόσμους παρόντα καὶ μέλλοντα.

Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα δοκιμασίας καὶ θριάμβου πίστεως εἶναι τὸ κάτωθι γεγονός. Μὲ κἄποιον πλοῖον ταξιδεύουσιν εὐσεβεῖς τινες ἄνθρωποι. Τὸ πλοῖον τοῦτο καταλαμβάνεται ὑπὸ τρικυμίας, βυθίζεται καὶ οἱ ἐπιβᾶται μόλις κατώρθωσαν ὡς ναυαγοὶ νὰ ἐξέλθουν εἰς νῆσόν τινα τοῦ ὠκεανοῦ. Μεγάλη δοκιμασία! Μεταβαίνουσιν εἰς καλύβην τινὰ τῶν ἀγρίων ἰθαγενῶν. Προσεύχονται! Κατόπιν μεταβαίνουν εἰς τὴν παραλίαν, μήπως ἴδωσι πλοῖόν τι, εἰς τὸ πέλαγος. Βλέπουσιν ὅμως τὴν καλύβην των νὰ καίεται. Ἄλλη δοκιμασία! Ἦλθεν ὅμως καὶ ὁ θρίαμβος τῆς προσευχῆς τῶν. Τὴν φωτιὰν τῆς καιομένης καλύβας εἶδον ἐπιβάται πλοίου τινός, τὸ ὁποῖον διήρχετο ἐκεῖθεν καὶ προσῆλθον καὶ παρέλαβον αὐτούς. Ἂς ὑπομένωμεν λοιπὸν τὰς δοκιμασίας, ἵνα θριαμβεύσωμεν ἐδῶ ἤ ἐκεῖ. Ἀμήν.




(1) Μάτθ. 14, 34 -35.

Κυριακή τῆς Χαναναίας «Ἐλέησόν με, Κύριε...» (Ματθ. 15, 21-28) + Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος




«Ἐλέησόν με, Κύριε...» (Ματθ. 15, 22)

Μία, ἀγαπητοί μου, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες κακίες ποὺ μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα εἶναι ἡ ἀχαριστία. Ἀντιθέτως μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀρετὲς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη, νὰ αἰσθάνεσαι τὸν ἑαυτό σου ὑποχρεωμένο νὰ πεῖ ἕνα εὐχαριστῶ στοὺς εὐεργέτες σου. Εὐγνωμοσύνη ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει στὸν πατέρα ποὺ τὸν γέννησε, στὴ μάνα ποὺ τὸν ἀνέθρεψε, στὸ δάσκαλο ποὺ τὸν δίδαξε, στὸν ἱερέα ποὺ τὸν εὐλογεῖ, σὲ κάθε εὐεργέτη του.

Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ εὐεργέτες αὐτοί; Μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι. Ἕνας εἶναι ὁ μέγας εὐεργέτης –ποὺ δυστυχῶς δὲν τὸ αἰσθανόμεθα· καὶ αὐτὸς ὁ μέγας εὐεργέτης εἶναι ὁ Θεός, ὁ Κύριος τοῦ παντός. Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, εἶναι ἀμέτρητες. Ἂν μπορεῖς νὰ μέτρησης τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, θὰ μετρήσης καὶ τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἀπολαμβάνουμε συνεχῶς. Εὐεργεσίες τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα· τὸ χειμώνα, τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, τὸ φθινόπωρο...

Ὅπως τὸ ψάρι ποὺ πάει νὰ κολυμπάει μέσα στὴν ἀχανὴ θάλασσα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται εἶναι μέσα στὸ πέλαγος τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ. Κάθε στιγμὴ ἡ καρδιά σας δὲν κάνει τὶκ-τάκ; Γιὰ σκεφτεῖτε, ἐκεῖ ποὺ κάθεστε, νὰ σταματήσει; Γιὰ αὐτὸ κάθε σφυγμὸς ἂς εἶναι κ' ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Θεό. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α' Θεσ. 5,18) νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό.

Μία ἀπὸ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ τὸ ὅτι πηγαίνουμε στὸ ναό. Διότι ὁ ναὸς εἶναι τόπος Ἱερός· εἶναι οὐρανός, παράδεισος, κάτι πολὺ μεγάλο. Τὸ πιστεύεις; Ἔλα στὴν ἐκκλησία. Δὲν τὸ πιστεύεις; Κάθισε στὸ σπίτι σου. Μὲ πίστη νὰ πηγαίνεις στὸ ναὸ· τότε ὁ ναὸς λαμβάνει ἄπειρες διαστάσεις. Τί γίνεται ἐκεῖ; Μᾶς δέχεται. Ποιὸς μᾶς δέχεται; Ὁ ἄλφα, ὁ βῆτα, ὁ γάμα; Καὶ τί εἶναι καὶ ὁ ὑπουργός, καὶ ὁ πρωθυπουργός, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας; Πελώρια μηδενικὰ μπροστὰ σ' ἐκεῖνον ποὺ κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα. Μᾶς δέχεται σὲ ἀκρόαση ὁ Θεὸς καὶ ἔχει τὰ αὐτιὰ του ἀνοιχτὰ ν' ἀκούσει τὶς δεήσεις μας. Ἐκεῖ δέχεται ἀκροάσεις, ἐκεῖ εἶναι ὁ τόπος τῆς ἱερᾶς συνεντεύξεως. Ἐκεῖ παρακαλοῦμε τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς δώσει - τί; Προσέξατε - τὴ θεία λειτουργία. Ὅπως τὸ παιδὶ παρακαλεῖ τὸν πατέρα, ἔτσι κ' ἐμεῖς ζητοῦμε ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Τί ζητοῦμε; Εἴκοσι αἰτήματα ἔχει ἡ Θεία Λειτουργία, τὸ ἕνα σπουδαιότερο ἀπὸ τὸ ἄλλο.

Τὸ πρῶτο ποὺ ζητοῦμε μόλις ἀρχίζει ἡ θεία λειτουργία· «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης»· «Πατέρα, δός μας τὴν εἰρήνη». Δὲν περιμένουμε οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ οὔτε ἀπὸ τὴ Δύση, ἀπ' αὐτοὺς ποὺ μιλοῦν περὶ εἰρήνης ἀλλ' ἑτοιμάζουν πόλεμο. Ὑποκριταὶ μόνο στὴν Ἐκκλησία τὸ αἴτημα εἶναι ἁγνό. Καὶ τόσο ἐπίκαιρο. Ἂν γίνει τώρα πόλεμος, θὰ γίνει μὲ πυρηνικὲς βόμβες. «Δῶσε τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο, Κύριε».

«Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου». Τί ἄλλο ζητοῦμε. Τὴν «εὐστάθεια τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν»· «Κύριε, φύλαγε τὶς κατὰ τόπους ἐκκλησίες σου, νὰ στέκουν σταθερά, νὰ μὴν ἔρθουν βάρβαροι καὶ ἄθεοι νὰ τὶς κλονίσουν. Κράτησε τὴν Ἐκκλησία σου, Χριστέ, ἀσάλευτη μέχρι συντέλειας τῶν αἰώνων».

Τί ἄλλο ζητοῦμε. Τὴν ἑνότητα. Ὁ κόσμος εἶναι χίλια κομμάτια- οἱ λαοὶ χωρισμένοι παλεύουν σὰ λιοντάρια μεταξύ τους ἰδεολογικῶς.

Λέμε λοιπὸν «Σὲ παρακαλοῦμε, Κύριε, τὰ χίλια κομμάτια νὰ ἑνωθοῦν», νὰ γίνη «μία ποίμνη, εἷς ποιμὴν» (Ἰωαν. 10,16). Ἑνότης, αἴτημα σπουδαιότατο· «Ὑπέρ... τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».
«Κύριε, φώτισε τοὺς ἄρχοντες ποὺ μᾶς κυβερνοῦν. Δὸς τους μυαλό, καὶ πιὸ πολὺ δὸς τους καρδιά, νὰ σκέπτονται τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά, γιὰ νὰ προοδεύει τὸ ἔθνος μας»

Τί ἄλλο ζητοῦμε. «Ἐνίσχυσε, Κύριε, τὸ στρατό μας ποὺ φυλάει τὰ σύνορα».

Τί ἄλλο ζητοῦμε; Θυμούμεθα τὸν κόσμο ὅλο στὴν ἐκκλησία. «Κύριε, προστάτευσε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά, τοὺς ἀρρώστους ποὺ βογκᾶνε στὰ κρεβάτια, τοὺς ναῦτες ποὺ ταξιδεύουν καὶ κινδυνεύουν μέσ' στὸν ὠκεανό. Κύριε, δὲς τοὺς αἰχμαλώτους, τοὺς φυλακισμένους, τοὺς δούλους...». Κανένα δὲν ἀφήνει ἡ Ἐκκλησία μας σὰν μάνα, ποὺ θυμᾶται ὅλα τὰ παιδιά της, ἔτσι καὶ αὐτὴ θυμᾶται ὅλους καὶ παρακαλεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.

Σὲ κάθε δέηση ποὺ ἀναπέμπει ἡ Ἐκκλησία, ποὺ ζητοῦμε ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά, Τί ἀπαντοῦν οἱ ψάλτες ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ; «Κύριε, ἐλέησον». Τὸ λέει μόνο ὁ ψάλτης· πρέπει νὰ τὸ λέει ὅλη ἡ Ἐκκλησία. «Κύριε, ἐλέησον», σῶσε μας, δὸς μας αὐτὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη σὰν πατέρας ποὺ εἶσαι. Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶναι ἡ πιὸ σύντομη προσευχή. Δύο λέξεις εἶναι, ἀλλὰ τί δύναμη ἔχουν, ὅταν λέγονται ὅπως πρέπει, μὲ βαθιὰ πίστη καὶ ἀφοσίωση!

Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» τὸ εἶπε καὶ ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου καὶ ἔκανε θαῦμα. Ποιὰ ἦταν ἡ γυναίκα αὐτή; Ἦταν μία Χαναναία. Χαναναία δὲν εἶναι ἕνα γυναικεῖο ὄνομα· εἶναι ὄνομα ποὺ δηλώνει τὴν καταγωγὴ της (ὅπως λέμε Ἀθηναία, ἔτσι καὶ Χαναναία)· ἡ πατρίδα της ἦταν στὰ σύνορα τοῦ Ἰσραήλ. Ὅταν ἦρθε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ κοντά, αὐτὴ ἔτρεξε καὶ τοῦ φώναζε· «ἐλέησόν με, Κύριε» (Ματθ. 15,22). Τί ἤθελε; Εἶχε ἕνα κορίτσι δυστυχισμένο, ποὺ τὸ σπάρασσε τὸ δαιμόνιο· ἔπεφτε κάτω, ἄφριζε, σπαρταροῦσε σὰν τὸ ψάρι, φοβερὸ θέαμα. Κανένας μάγος, κανένας γιατρὸς δὲ μπόρεσε νὰ τὸ θεραπεύσει. Ἀπελπισμένη, ἔρχεται στὴν Ἐλπίδα καὶ λέει «Κύριε, ἐλέησον». Μὰ ὅταν ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαντᾶ φαίνεται νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται. Αὐτὴ δὲν ἀπελπίζεται. Τρέχει ἀπὸ πίσω, φωνάζει δυνατώτερα «Κύριε, ἐλέησον». Ἐπεμβαίνουν οἱ μαθηταὶ 

—Μά, Κύριε, δὲν ἀκοῦς; δὲν τὴ λυπᾶσαι, δὲν τὴν σπλαχνίζεσαι;... 

Εἶχε τὸ σκοπὸ του ὁ Χριστός. 

—Ἐγώ, λέει, τὸ ψωμὶ τὸ 'χω γιὰ τὰ παιδιά μου, ὄχι γιὰ τὰ σκυλιά. 

Τί ἐννοοῦσε· τὰ θαύματα τὰ κάνω στὸ λαό μου τὸν Ἰσραήλ, ὄχι στοὺς ἀκάθαρτους εἰδωλολάτρες (δὲν ἦρθε ἀκόμα ὁ καιρὸς γι' αὐτούς). Μία ὕβρις ἦταν αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμός· τὴν εἶπε σκυλί. Ἀλλ' αὐτὴ δὲ θύμωσε, δὲν ἔφυγε. Πῆρε τὸ λόγο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἔκανε ὅπλο της. 

— Ναί, λέει, Κύριε, παραδέχομαι ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι παιδί σου, εἶμαι ἕνα σκυλάκι στὴν αὐλή σου. Καὶ τὸ σκυλάκι ὅμως κάθεται κάτω ἀπ' τὸ τραπέζι. Τρώει τὸ ἀφεντικὸ φαγητό, κι αὐτὸ περιμένει νὰ φάει ἀπ' τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν. Ἕνα ψίχουλο, Κύριε, θέλω· δὲ ζητῶ τὸ ψωμί σου ὁλόκληρο... 

Τί μεγάλα λόγια αὐτά! Ἕνα ψίχουλο ἀπὸ τὴν ἄπειρο δύναμη τοῦ Χριστοῦ ζήτησε. Κι ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε αὐτὴ τὴν πίστη, αὐτὴ τὴν ταπείνωση, αὐτὴ τὴν ἐπίμονο προσευχή, τῆς εἶπε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις...».

Ἂς διδαχθοῦμε, ἀγαπητοί μου, κ' ἐμεῖς. Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι ψέμα· ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ζωντανή, ὁλοζώντανη. Μπορεῖ νὰ 'ναι ψέμα τὰ ἄστρα, ὁ ἥλιος, ἡ γῆ, τὰ πάντα· ἕνα δὲν εἶναι ψέμμα· Ὁ Κύριός μας. Νὰ μιμηθοῦμε λοιπὸν κ' ἐμεῖς τὴ Χαναναία. Ἂς γονατίζουμε καὶ ἂς προσευχώμεθα λέγοντας ἀκαταπαύστως τὸ «Κύριε, ἐλέησον».

Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» τὸ λέγανε οἱ ἅγιοι καὶ ἔκαναν θαύματα. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ λέγανε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ γονατιστοὶ καὶ μὲ δάκρυα. Στὴ Ρωσία ὁ πιστὸς λαὸς τὸ λέει καὶ βουίζει ἡ ἐκκλησία. Στὸ Ἅγιο Ὄρος κρατοῦν κομποσχοίνι ὅλη νύχτα· κάθε κόμπος κ' ἕνα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἐμεῖς; Τυπικῶς παρόντες στὴν ἐκκλησία τῷ σώματι, ἀπόντες τῷ πνεύματι χωρὶς συναίσθηση, χωρὶς ρίγος.

Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶναι ἡ πιὸ μικρὰ προσευχή. Μπορεῖ νὰ τὴν πεῖ κ' ἕνας ἀγράμματος, μπορεῖ νὰ τὴν πεῖ καὶ τὸ μικρὸ παιδί, καὶ τὸ νήπιο, κι ὁ ἀσπρομάλλης γέρος. Καὶ ὁ Θεὸς ἀκούει τὸ «Κύριε, ἐλέησον».

Τὸ συνιστῶ κ' ἐγὼ σ' ἐσᾶς. Δὲν κάνεις μεγάλες προσευχές, δὲν εἶσαι διαρκῶς στὴν ἐκκλησία; Λέγε, ἐκεῖ ποὺ εἶσαι, τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Κάθεσαι νὰ φᾶς, «Κύριε, ἐλέησον». Βράδιασε, «Κύριε, ἐλέησον». Ξημέρωσε, «Κύριε, ἐλέησον». Πᾶς στὴ δουλειά, «Κύριε, ἐλέησον». Σκάβεις τὴ γῆ, «Κύριε, ἐλέησον». Βόσκεις τὰ ζῶα, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι ἐργάτης, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι ἀξιωματικός, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι στρατιώτης, «Κύριε, ἐλέησον». Εἶσαι ἁμαρτωλός, «Κύριε, ἐλέησον».

Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» κάνει θαύματα. Αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε θὰ μᾶς τὸ δώσει ὁ Θεός, γιατί εἶναι πατέρας. Λέει ὁ Χριστός· «Ποιὸς πατέρας ζητεῖ τὸ παιδὶ του ψωμί, καὶ τοῦ δίνει πέτρα; ἢ ζητεῖ ψάρι, καὶ τοῦ δίνει φίδι;» (Ματθ. 7,9-10, Λουκ. 11,11). Ἂν ὁ ἐπίγειος πατέρας ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ παιδιά του, πολὺ περισσότερο ἐκεῖνος ποὺ τοῦ λέμε «Πάτερ ἡμῶν...». Θὰ μᾶς τὰ δώσει αὐτὰ ὁ Θεός, ἐὰν πιστεύουμε πραγματικά, ἐὰν εἴμεθα Χριστιανοὶ· ἀμήν.

ΕΒΓΑΖΑΝ ΤΑ ΡΑΣΑ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ




λλὰ ἀδελφοί μου, ἐδῶ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου (τοῦ Θεολόγου) νὰ προσέξετε, διότι παρεμβάλλεται ἕνα ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Δυστυχῶς δὲν τὸ εἶχα προσέξει ἐνωρίτερον. Ἐὰν τὸ ἐπρόσεχα ἐνωρίτερον, ἄλλην τροπὴν θὰ ἔδινα εἰς τὸν ἀγῶνα. Διότι δυστυχῶς, ὑπάρχουν οἱ ψευτο-εὐλαβεῖς, ὑπάρχουν οἱ ψευτο-χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι λέγουν: «θὰ κολαστεῖς ἅμα φωνάξεις ἐναντίον τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων, θὰ πᾶς στὴν κόλαση». Ἐὰν τὸ ἤξερα τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ θὰ ἔδιδα ἄλλον σύνθημα, ἡρωϊκότερον ἀπὸ τὰ συνθήματα ποὺ ἐδώσαμεν. Ποιό, γιὰ ἀκούσατε.



Στὴν ἐποχὴ ποὺ εὑρίσκετο μέσα εἰς τὴν Κων/πολιν ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, εὑρίσκετο ἕνα κάθαρμα (ἔτσι τὸ ὀνομάζει κι ὁ ἴδιος), κάθαρμα, κυνικὸν κάθαρμα. Φιλόσοφος ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ μιμηθεῖ τὸν Διογένη τὸν φιλόσοφον, ἀλλ’ ἀπεῖχε πολὺ τοῦ Διογένους τοῦ φιλοσόφου. Ὀνομάζετο Μάξιμος. Καὶ ὁ Μάξιμος αὐτός, περιβαλλόμενος ἀπὸ κόλακας καὶ διεφθαρμένους καὶ γυναίκας ἀκόμη, καλὰ καὶ σώνει ἤθελε νὰ γίνει Ἐπίσκοπος Κων/πόλεως. Τί ἔκανε λοιπόν;

Ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς πολιτείας, ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ αὐτοκράτορος, ἄνευ θελήσεως τοῦ λαοῦ προπαντός, ἐπῆγε καὶ μάζεψε μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ εἶχε, πῆγε κάτω στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ μάζεψε ἑφτὰ δεσποτάδες. Καὶ μιὰ ὡραία νύχτα, περάσανε τὰ Δαρδανέλια καὶ κρυφὰ-κρυφὰ τὴ νύχτα, τὰ καράβια τὰ αἰγυπτιακά, καὶ ἔρριψαν τὴν ἄγκυρα στὸν Βόσπορο. Κρυφά. Καὶ τὴν ἄλλην μέρα, εἶχαν σκοπὸ νὰ τὸν χειροτονήσουν σὲ μία Ἐκκλησία, Ἀρειανικὴν Ἐκκλησία παρακαλῶ.

Κανεὶς δὲν ἤξερε. Οὔτε ὁ αὐτοκράτορας, οὔτε ὁ Γρηγόριος, οὔτε ὁ λαός. Κανεὶς δὲν ἤξερε. Ἀλλ’ ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἐνδιαφέροντο. Καὶ ἀπὸ στόμα μιᾶς γυναικός, χριστιανῆς πιστῆς, ἐμάθανε ὅτι αὔριο χειροτονεῖται Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ὁ Μάξιμος, τὸν ὁποῖον θὰ χειροτονήσουν ἑφτὰ δεσποτάδες ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Ὅταν τὸ μάθανε αὐτό, μαζεύτηκε ὅλος ὁ κόσμος· ὅλοι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ μεγάλου Γρηγορίου (Θεολόγου), ὅλος ὁ λαὸς ὁ χριστιανικός. Πῆγαν μέσα. Οἱ Αἰγύπτιοι οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πληρωθεῖ γιὰ νὰ χειροτονήσουν, τὰ καθάρματα αὐτὰ τὰ αἰγυπτιακά, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τὸν χειροτονήσουν.

Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ βάλλουν τὰ χέρια ἐπάνω στὸν Μάξιμο, τότε ἠκούσθη ὡς βροντὴ ἰσχυρὰ καὶ ἀστραπὴ κι ὡς σεισμός, ἠκούσθη ἡ φωνὴ «ἀνάξιος». «Ἀνάξιος». Φωνάξανε μία, ὁ λαός, φωνάξανε δύο. Εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἐπίσκοποι (σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό), νὰ σταματήσουν πάσα χειροτονία· ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπίσκοποι θεωροῦν τὸ λαὸ ζῶα. Ἀλλὰ ὡς ζῶα μᾶς περνοῦνε. Λοιπόν, ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἡ χειροτονία. Ἀλλὰ αὐτοὶ τίποτα ἀπολύτως. «Ἄστους νὰ φωνάζουν».


Ἀλλὰ (οἱ χριστιανοὶ τότε) δὲν ἦσαν σὰν τοὺς χριστιανοὺς τοὺς σημερινούς. Ὅταν εἶδαν ὅτι αὐτοὶ δὲν σταματούσανε κι ὅτι δὲν τοὺς ἐνδιέφερε τελείως (τί λέει ὁ λαός), καὶ ὅτι εἶχαν σκοπὸ ὁπωσδήποτε νὰ χειροτονήσουν αὐτὸν (τὸν Μάξιμο), ἐν μέσῳ φωνῶν καὶ κραυγῶν, τότε τί κάνουν; Ὁρμοῦν ἐπάνω, τοὺς ἁρπάζουν, τοὺς βγάζουν τὰ ἄμφια καὶ τοὺς κυνηγοῦν εἰς τοὺς δρόμους. Ναί, αὐτὸ κάνανε. Κι ἀναγκαστήκανε αὐτοὶ διωκόμενοι νὰ περιφέρονται ἐν μέσῳ τῶν δρόμων τῆς Κων/πόλεως καὶ νὰ πᾶνε, παρακαλῶ, σ’ ἕνα πλυσταριό, κι ἐκεῖ νὰ τελειώσει ἡ χειροτονία.

Ἐὰν ζοῦσε στὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕνας ἀπὸ τοὺς ψευτοχριστιανοὺς τοῦ σημερινοῦ καιροῦ, κι ἔβλεπε τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Γρηγορίου νὰ κρατοῦν ρόκες καὶ ρόπαλα καὶ νὰ κυνηγοῦν τοὺς ἀναξίους καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάζουν νὰ κρυφτοῦν στὰ πλυσταριά, θἄλεγε: «Πώ, πώ, τί φανατικοὶ ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί! Τί κακὸ μεγάλο κάνουν στὴν Ἐκκλησία! Τί σκάνδαλο μεγάλο κάνουν».

Ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἔτσι οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι. Οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι ἐνδιεφέροντο γιὰ τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ τὸ σπίτι των. Οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι εἶχαν πόθον ζωηρὸν νὰ δοῦν τὴν Ἐκκλησία τους ἀπηλαγμένην ἀπὸ ὅλα τὰ αἴσχη. Ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ἦταν φωνὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ λέγει «ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου».

Ναί, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔδρασαν τότε ἐκεῖνοι. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί κρίση ἔχεις ἐσύ, κύριε, ὁ ψευτοχριστιανὸς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἂν ἔρθω καὶ σπάσω ἕνα τζάμι τοῦ καταστήματός σου, θὰ μὲ κυνηγήσεις... Ἀλλὰ ἕνα τζάμι δὲν εἶναι τίποτα· ὅταν σπάζουν ἕνα τζάμι τοῦ καταστήματός σου ἐξανίστασαι, ἀλλ’ ὅταν βλέπεις τὴν Ἐκκλησίαν νὰ καταδυναστεύεται καὶ νὰ πυρπολεῖται καὶ νὰ καίεται, ἀδιαφορεῖς τελείως.

Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί λέγουν οἱ σημερινοὶ ψευτοθεολόγοι..., μὲ ἐνδιαφέρει νὰ δεῖτε ποίαν κρίσιν ἐπάνω στὸ μεγάλο αὐτὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἔγινε εἰς τὴν ἐποχὴ τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, μὲ ἐνδιαφέρει νὰ δῶ πῶς τὸ κρίνει ἕνας ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Πατριαρχῶν τῆς συγχρόνου Ἐκκλησιας, ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Βασίλειος ὁ Β΄, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος Ἐπίσκοπος τῆς Ἀγχιάλου (Βουλγαρίας). Ὁ Βασίλειος, λοιπόν, τὴν ἡμέραν τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν ἐξεφώνησε ἕνα περισπούδαστον λόγον καὶ ἐσχολίασε τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ Μαξίμου καὶ λέγει:

«Ἐὰν τὴν νύχτα ἐκείνη στὴν Κων/πολη δὲν σηκώνετο ὁ λαός, Ἐπίσκοπος Κων/πόλεως δὲν θὰ ἦτο ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὁ Μάξιμος».

Μάλιστα· τοιοῦτος λαός, τοιοῦτοι Ἐπίσκοποι. Τοιοῦτος λαός, τοιοῦτοι Ἀρχιερεῖς... Δὲν πέφτουν ἀπὸ τὰ οὐράνια. Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀποκτῆστε Ἐπίσκοπο. Μὴ παραπονεῖσθε οὔτε ἐναντίον ἱερέων, οὔτε ἐναντίον Ἀρχιερέων, ἐὰν δὲν γίνεται ἀγωνισταὶ καὶ καταδιώξουμε ἀπεινῶς τὴν ἀγέλην αὐτήν, ἡ ὁποία ρημάζει τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ μας.

(Βλέπω) δὲν συμφωνεῖτε... Θὰ μείνουμε μόνοι ἀγωνιζόμενοι. Ἅμα δεῖτε ἐσεῖς δεσπότη μὲ κορῶνες, καὶ μὲ χρυσάφια καὶ μὲ μπαστοῦνες...

Δὲν εἶναι ἔτσι;


Ἀπομαγνητοφώνηση: Πατερικὴ Παράδοση

πηγή

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΑΚΥΛΑΣ ΚΑΙ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ


ak-prs0 Ἀκύλας κατήγετο ἀπό τόν Πόντο καί εἶχε νυμφευθεῖ τή Ρωμαία Πρίσκιλλα στή Ρώμη, ὅπου καί ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ σκηνοποιοῦ.  Ἴσως νά εἶχαν ἤδη ἀσπασθεῖ τόν χριστιανισμό, ὅταν ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας Κλαύδιος τό ἔτος 49 - 50 εἶχε διατάξει νά φύγουν ἀπό τή Ρώμη ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι ὡς ταραχοποιοί.  Ἐπειδή ὁ Ἀκύλας ἦταν Ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς, ἀναγκάστηκε μέ τή σύζυγό του νά φύγουν καί νά ἐγκατασταθοῦν στήν Κόρινθο, ἡ ὁποία τότε ἦταν πολυάνθρωπη πόλη.  Μέ αὐτό τό ζευγάρι συνδέθηκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τό ἔτος 51/52 κατά τήν Β΄ἀποστολική του περιοδεία, ὅταν μετά τήν Ἀθήνα γιά πρώτη φορά ἐπισκέφθηκε τήν Κόρινθο.
Ἦταν σκηνοποιοί καί ὁ Ἀπόστολος γνώριζε τήν τέχνη τους.  Μένοντας στό σπίτι τους ἐργαζόταν μαζί τους, ἐπειδή κατά τή συνήθειά του δέν ἤθελε νά ἐπιβαρύνει κανέναν καί μέ τά χέρια του ἐξοικονομοῦσε τά ἀπαραίτητα γιά τή συντήρησή του, καθώς καί τῶν συνεργῶν του.  Πολύ σύντομα ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα ἐντυπωσιάσθηκαν ἀπό τήν προσωπικότητα τοῦ φιλοξενουμένου τους,  ἀπό τή σοφία του, τή νομομάθεια, τά πολλά πνευματικά καί ψυχικά του χαρίσματα καί πρό παντός ἀπό τή φλόγα του νά μεταδώσει σέ ὅλους τήν πίστη του στόν Μεσσία Χριστό.  Μέ ἐνδιαφέρον ἀμείωτο ἄκουγαν καθημερινά τόν Ἀπόστολο, τήν ὥρα τῆς δουλειᾶς, νά τούς μιλάει γιά τόν Ἰησοῦ, νά τούς ἑρμηνεύει τούς Προφῆτες καί νά τούς ἀποκαλύπτει τό προαιώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου.  Ὁ λόγος του ἔπεφτε στίς καρδιές τους σάν σπόρος σέ ἔφορη γῆ.  Μέρα μέ τή μέρα ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα συναρπάζονταν ἀπό τό εὐαγγέλιο πού κήρυσσε ὁ συνεργάτης τους.  Ἀλλά προπαντός τούς ἐντυπωσίαζε τό παράδειγμά του.
Ἔτσι ὅταν ὕστερα ἀπό δεκαοκτώ μῆνες παραμονῆς στήν Κόρινθο ὁ Ἀπόστολος ἔφυγε, ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα ἦσαν πνευματικά ὥριμοι νά ἐργασθοῦν γιά τή μετάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στά ἔθνη.  Ὁλοπρόθυμα, λοιπόν, πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν ἀκολουθήσουν καί νά τεθοῦν στήν ὑπακοή του.  Δίχως δισταγμό ἄφησαν τό σπιτικό τους καί τό ἐργαστήρι τους, γιά νά ὑπηρετήσουν τόν Χριστό καί νά ὑποστοῦν κόπους, διώξεις, κινδύνους ἀπερίγραπτους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐπειδή εἶχε ἐκτιμήσει τά μορφωτικά καί πνευματικά προσόντα τοῦ ζεύγους καί πρό παντός τήν πίστη τους καί τήν ἀγάπη τους πρός τόν Χριστό καί τούς εἶχε πλέον ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη, τούς ἄφησε στήν Ἔφεσο, μέ τήν παραγγελία νά συνεχίσουν τό ἱεραποστολικό ἔργο καί νά προπαρασκευάσουν τό ἔδαφος γιά τή μελλοντική ἱεραποστολική του δράση, καί ἐκεῖνος συνέχισε τό ταξίδι του πρός τά Ἱεροσόλυμα.
Στήν Ἔφεσο ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα γνώρισαν τόν Ἀλεξανδρινό λόγιο Ἀπολλώ, πού ἦταν βαθύς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καί παρ’ὅλον ὅτι εἶχε λάβει μόνον τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, μέ ζῆλο καί θάρρος δίδασκε γιά τόν Ἰησοῦν.  Τόν κάλεσαν στό σπίτι τους καί τοῦ δίδαξαν μέ πιό μεγάλη ἀκρίβεια τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ.  Καί ἐκεῖνος δέχθηκε ταπεινά τήν κατήχησή τους γιά τόν Χριστό, ἔγινε συνειδητός χριστιανός καί ἐξελίχθηκε σέ πειστικό κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου καί πολύτιμο συνεργάτη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Τό ἱεραποστολικό ζευγάρι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ ἀκόμη δέν ὑπῆρχαν ναοί, διέθετε τό σπίτι του γιά τίς εὐχαριστιακές συνάξεις τῶν χριστιανῶν τῆς Ἐφέσου.  Ἐπίσης αὐτοί φιλοξενοῦσαν τόν Ἀπόστολο Παῦλο κάθε φορά πού πήγαινε στήν Ἔφεσο.  Ὅταν δέ, ξεσηκώθηκαν οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Ἐφέσου καί ἐπεδίωκαν νά ἐξοντώσουν τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα «γιά νά τόν σώσουν ἀπό θανάσιμον κίνδυνον ἔβαλαν τό κεφάλι τους κάτω ἀπό τό μαχαίρι καί διέτρεξαν κίνδυνον νά σφαγοῦν», ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος στούς χριστιανούς τῆς Ρώμης (Ρωμ. 16, 4).  Πάντοτε ὁ Ἀπόστολος ἐξέφραζε τήν εὐγνωμοσύνη του πρός τούς δυό πιστούς καί ἀφοσιωμένους συνεργάτες του καί δέν παρέλειπε μέ ἐπαινετικά λόγια γι’αὐτούς μέσω τῶν ἐπιστολῶν του, νά τούς στέλνει τούς χαιρετισμούς του.
Ἀλλά τό ἱεραποστολικό αὐτό ζευγάρι δέν περιόριζε τή δράση του μόνο στήν Ἔφεσο.  Ὅπου ὑπῆρχε ἀνάγκη, ἔσπευδε νά βοηθήσει τόν Ἀπ. Παῦλο.  Ἔτσι τό ἔτος 56 βρέθηκαν πάλι στή Ρώμη, γιά νά προετοιμάσουν τήν ἄφιξη τοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο καί στήν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας.  Δυστυχῶς ὅμως μάταια περίμεναν ἐκεῖ τόν Ἀπόστολο, γιατί στά Ἱεροσόλυμα ὅπου πῆγε, πρίν κατευθυνθεῖ στή Ρώμη, τόν βρῆκαν μεγάλοι πειρασμοί.  Γλύτωσε τόν θάνατο ἀπό τούς φανατικούς Ἰουδαίους, ἀλλά ὄχι τή φυλακή, ὅπου κρατήθηκε δυό χρόνια, ὥσπου νά ἀποφασισθεῖ ἡ μεταφορά του στό αὐτοκρατορικό δικαστήριο.  Ἔτσι ὁ Ἀκύλας μέ τήν Πρίσκιλλα ἐπέστρεψαν στήν Ἔφεσο νά βοηθήσουν τόν νεοεγκατεστημένον ἐκεῖ Ἐπίσκοπο Τιμόθεο.  Γι’ αὐτό, ὅταν ἀργότερα ἀπό τή Ρώμη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε τήν πρός Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολή, μέσα ἀπό τή φυλακή, ἔστελνε τούς χαιρετισμούς του πρός τό ζεῦγος τῶν συνεργατῶν του (Β΄Τιμ. 4, 19).
Ἀπό τίς Ἀποστολικές Διαταγές πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Ἀπ. Παῦλος χειροτόνησε τόν Ἀκύλα Ἐπίσκοπο «τῶν κατά Ἀσίαν παροικιῶν».  Καί στό Συναξάρι διαβάζουμε ὅτι «ἐποίησαν πολλά θαύματα· ὕστερον δέ συλληφθέντες ἀπό τούς ἀπίστους ἀπεκεφαλίσθησαν».  Τό ποῦ ἐμαρτύρησαν ἔρχεται νά συμπληρώσει ἡ τοπική παράδοση τῶν κατοίκων τῆς Πάρλας τῆς Πισιδίας.[1].
ak-prs1Στήν κωμόπολη αὐτή, πού ἀπέχει 42 χλμ. ἀπό τή Σπάρτη (Isparta, ἕδρα τοῦ ὁμώνυμου Νομοῦ σήμερα), σώζεται ὁ λιθόκτιστος Ναός τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.  Στόν Νάρθηκα τοῦ Ναοῦ φυλάγονταν τά ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀκύλα καί Πρίσκιλλας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μαρτυρήσει στήν ἀρχαία Σέλγη τῆς Πισιδίας.  Δυστυχῶς οἱ κάτοικοι τῆς Πάρλας, καλοκάγαθοι καί εὔπιστοι ἄνθρωποι, ξεγελάστηκαν ἀπό κάποιον ἀπατεώνα, ὁ ὁποῖος ἔκλεψε τά ἱερά λείψανα κατά ἀπαράδεκτο καί ἀκατανόητο τρόπο.  Κατόπιν αὐτοῦ, τά ἄρρενα παιδιά τῆς Πάρλας, ὅταν ἔφθαναν στήν ἡλικία τῶν δέκα ἐτῶν, πέθαιναν. Συμβουλεύτηκαν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο τούς συνέστησε νά ἁγιογραφήσουν τήν εἰκόνα τῶν Ἁγίων καί νά τήν θέσουν σέ προσκύνηση στόν ναό τους, στή θέση πού ἦταν τά ἱερά τους λείψανα. Ἔτσι καί ἔγινε.  Καί τό κακό σταμάτησε.
\r\nΤούς Ἁγίους Ἀκύλαν καί Πρίσκιλλα τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας ὡς Ἀποστόλους καί Μάρτυρες τή 13η Φεβρουαρίου καί τόν Ἅγιον Ἀκύλαν χωριστά καί τή 14ηνἸουλίου.\r\n
[1] Μ.Ε.Η τόμ. 15, σελ. 558.
ak-prs2
 Ὁ ναός τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου στήν Πάρλα Πισιδίας, ὅπου φυλάσσονταν τά ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀκύλα καί Πρίσκιλλας.
ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΑΚΥΛΑ  ΚΑΙ  ΠΡΙΣΚΙΛΛΗΣ
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ **
Ἦχος γ΄ Θείας πίστεως.
Τό θεόλεκτον ζεῦγος τιμῶμεν, θείαν Πρίσκιλλαν, σύν τῷ Ἀκύλᾳ, ἀροτῆρας τῶν ἀνθρώπων καί κήρυκας, τούς ὁμοτέχνους καί Παύλου ὁμόφρονας, καί συνεκδήμους ἐν ἔργῳ τῆς χάριτος· ζεῦγος ἔνθεον, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ **
Ἦχος γ΄ Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τόν Ἀκύλαν ἅπαντες, σύν τῇ Πρισκίλλῃ τιμῶμεν, θεοκλήτους κήρυκας, καί συνεργούς θείου Παύλου· πάνυ γάρ, ἐξ Ἰουδαίων Χριστόν τιμῶσι, Παῦλον δέ, οὗτοι ξενίζουσιν ἐν Κορίνθῳ, Ἀτταλείας τε καί Ρώμης κλεινοί Προστάται, καί ἀρωγοί θαυμαστοί.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ **
κύλαν τιμήσωμεν ἐν ὠδαῖς, σύν θείᾳ Πρισκίλλῃ, συνεκδήμους καί συνεργούς, Παύλου Ἀποστόλου, βλαστούς δέ τῆς Ρώμης, τοῦ Λόγου ἀροτῆρας, λαμπρούς τε κήρυκας.

Πηγή:impisidias.com


 πηγή

Τυπικόν της 13ης Φεβρουαρίου 2013

Τετάρτη: Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαρτινιανοῦ καί 
τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀκύλα καί Πρισκίλλης.
 

Ἀπόστολος: 
Τῆς ἡμέρας· Τετάρτης λβ΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν (Ἰακ. γ΄ 11-18, δ΄ 1-6).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· Τετάρτης ιε΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ (Μᾶρκ. ια΄  22-26).
 

Κρατώντας της, το χέρι… Γράφει ο: π. Ιερόθεος Ανδρουτσόπουλος





     … Κάπως έτσι ξεκίνησε μια ωραία, τρυφερή μα και συγκλονιστική για τα σύγχρονα απάνθρωπα δεδομένα ιστορία, μιας μάνας και της κόρης της…
     Χρόνια παραδοσιακά, απλά, ταπεινά και φτωχά. Οικογενειακές στιγμές, που όντως θα συγκινούσαν και τον πλέον αδιάφορο. Ο πατέρας με κόπο και μόχθο παλεύει να μεγαλώσει τα παιδιά του, η μάνα, η τροφός και υφάντρα του σπιτιού, γίνεται κάθε ημέρα θυσία για να αναστήσει τα παιδιά της. Πράγματι, τί χαρακτηριστική εικόνα, εκείνη της μάνας να κρατά από το χέρι την μονάκριβη κόρη της και να την οδηγεί με θαλπωρή και αγάπη ανεπιτήδευτη, δειλά- δειλά στα πρώτα βήματα της ζωής.
     Ένα ταξίδι ξεκινά, μια ανθρώπινη ιστορία παίζεται μπροστά μας, εμείς ας κρατήσουμε το νήμα της και ας υφάνουμε μέσα του ο καθένας τους προβληματισμούς και τα ερωτηματικά του.

    …Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν λεύτεροι σαν τα πουλιά στο μακρύ και ανάντι δρόμο της ζωής. Τώρα πια κτίζουν δικές τους οικογένειες, νέα μέλη προστίθενται σ’ αυτές, θλίψεις, χαρές, όμορφες στιγμές συνθέτουν το παζλ της ζωής τους. Μα ξάφνου, ένα απρόσμενο γεγονός, έρχεται να συνταράξει την γαλήνη και να αναπροσαρμόσει τα δεδομένα της πορείας τους.
   Τι συνέβη; Θα απορήσετε… Αγώνας, αγωνία για την μάνα που τώρα πια δείχνει τα πρώτα αρνητικά σημάδια μιας αρρώστιαςπου την είπαν… ναι καλά θυμάμαι… Αλτσχάιμερ . Και τώρα τί μέλλει γενέσθαι;  Ερωτήσεις απανωτές στους γιατρούς, απορίες στους ειδικούς, ψάξιμο στο internet…Ένας πανικός! Πόσο άσχημο το συναίσθημα να περιμένεις να μάθεις, να δεις τα αποτελέσματα των εξετάσεων, να σου πουν οι γιατροί. Η πορεία ήταν διαγεγραμμένη και προκαθορισμένη. Η μάνα ξέχασε ποια ήταν, δεν θυμόταν το όνομά της. Ματιές στα βλαστάρια της, μα ο χρόνος δε γυρνούσε πίσω.
   Και τώρα ενώπιον μας η εικόνα που μας συγκλόνισε…
    Η κόρη, με τρυφερότητα κρατά το χέρι της μάνας που την 
πρωτο-κράτησε στην αγκαλιά της, που δεν την καταλαβαίνει, ίσως δεν την αναγνωρίζει, την κοιτά, μα απόκριση δεν παίρνει. Την οδηγεί στο νοσοκομείο για μια κρίσιμη εξέταση. Μένει μαζί της. Εκεί, κοντά της, αφουγκράζεται την αγωνία της, χαϊδεύει το χέρι της και αισθάνεται το δικό της χάδι.  Τελικά οι καρδιές πάλλονται, στον ίδιο ρυθμό, σημαίνουν τον γλυκόηχο ήχο της αγάπης, που δεν μπορεί να ξεχαστεί, να σβήσει και να λησμονηθεί.
   Όλα όπως τότε. Τότε που η μάνα βάσταζε από το χέρι το παιδί της, τώρα το παιδί γίνεται μάνα και σηκώνει το βάρος της μητέρας, που πήρε το ρόλο του παιδιού.
   Βλέπετε, ένα άγγιγμα, μπορεί να φτάσει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής. Να ξεπεράσει τα ανθρώπινα δεδομένα. Να δώσει δύναμη, να εμπνεύσει κουράγιο, να δείξει ευγνωμοσύνη, να εκφράσει συμπόνια… να…. Θα πεις! Ένα άγγιγμα! Ναι, ένα άγγιγμα, που όταν χρειάζεται και  πρέπει γίνεται ένα λεπτό άγγιγμα ψυχής.  Και μια συμβουλή:
   Αν χρειαστεί, τώρα ή κάποτε, σε στιγμή δύσκολη και λυπητερή, να είσαι εκεί, κοντά, δίπλα, μέσα στον πόνο, κοντά στον πονεμένο, συμπαραστάτης στον αδικημένο, να στέκεσαι όρθιος κρατώντας το χέρι, της μάνας, του πατέρα, του αδελφού, του φίλου. 
Μη διστάσεις να το κάνεις…

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου-Χαναναίας Ἐλέησόν με, Κύριε. π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς



  Εἶναι εὐλογία Θεοῦ, ἀγαπητοί μου, τό ὅτι  βρισκόμαστε μέσα στό Ναό, ὅτι μᾶς δέχεται ὁ Θεός στά ἀνάκτορά του. Στούς Ἑβραίους ἔλεγε, τέτοιοι πού εἶστε, οὔτε στήν αὐλή τοῦ ναοῦ θά σᾶς ἐπιτρέψω νά πατήσετε. Ἐμᾶς ἀκόμη μᾶς ἐπιτρέπει καί μᾶς ἀνέχεται, νά μπαίνουμε καθημερινά στό Ναό του. Ὄχι γιατί εἴμαστε καλύτεροι, ἀλλά γιατί κάνει τεράστια ὑπομονή καί δείχνει μακροθυμία.
  Ἐδῶ στό Ναό ἀκούονται οὐράνιες φωνές. Φωνές ἁγίων ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων. Φωνές ἁγίων μαρτύρων καί Πατριαρχῶν. Ἀκούονται οἱ φωνές τῶν Εὐαγγελιστῶν. Μέ τίς φωνές αὐτῶν ἑνώνουν τίς δικές τους φωνές οἱ Ἱερεῖς καί οἱ ψάλται. Οἱ πιστοί προσεύχονται ἐκ βαθέων καί στέλνουν στόν οὐρανό, στό θρόνο τοῦ Θεοῦ τά αἰτήματά τους μέ στεναγμούς ἀλαλήτους.
  Ἀπό αὐτές τίς φωνές ξεχωρίζουμε μία, τήν ὁποία, παρακαλῶ, νά προσέξουμε σήμερα ἰδιαίτερα. Κάποιος μιλάει δυνατά μέσα στήν Ἐκκλησία, κατά τήν θεία Λειτουργία καί μάλιστα τήν ὥρα τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Κάποιος φωνάζει καί γίνεται πολύ ἐνοχλητικός. Ἔχει πρόβλημα καί δημιουργεῖ προβλήματα καί στούς ἄλλους. Εἶναι μία γυναίκα δυστυχισμένη, ἡ Χαναναία, πού φωνάζει  καί δέν λέει νά σταματήσει. Ἐλέησόν με, Κύριε. Φωνάζει ἀπό μακρυά, πλησιάζει, ἀκολουθεῖ τόν Χριστό καί ἐξακολουθεῖ νά φωνάζει. Πέφτει στά πόδια καί παρακαλεῖ.    Ἐλέησόν με, Κύριε.
  Τί ἔχει; Εἶναι ἄρρωστη, τυφλή, κουτσή, τί συμβαίνει; Ἡ ἴδια εἶναι ὑγιής. Ἄλλο εἶναι τό πρόβλημά της. Δέν εἶναι καλά ἡ κόρη της. Ἔχει δαιμόνιο πού τήν ταλαιπορεῖ, τήν βασανίζει. Θά προτιμοῦσε χίλιες φορές αὐτή νά εἶχε πρόβλημα παρά τό παιδί της. Ἡ μεγάλη ἀγάπη, ἡ μεγάλη στοργή πού εἶχε γιά τήν κόρη της, ὁδήγησε τά βήματά της στό Χριστό. Τήν ἔκανε νά ἀφήσει κατά μέρος τήν ντροπή  καί νά φωνάζει μέσα στόν κόσμο, ἐλέησόν με, Κύριε. Τί κάνουν οἱ γονεῖς γιά τά παιδιά! Δέν λέει ἐλέησε τήν κόρη μου, ἀλλά ἐμένα ἐλέησε. Τό καλό πού κάνεις, σ᾿ ἐμένα θά τό κάνεις, σ᾿ ἐμένα θά ἀποβλέπει, γιατί ἐγώ πονάω, ἐγώ ὑποφέρω πολύ περισσότερο. Πονάω φοβερά, ὅταν βλέπω τό παιδί μου σέ τέτοιο κατάντημα.
  Σέ ἄλλη περίπτωση ἕνας πατέρας ἔφερε καί αὐτός τόν δαιμονισμένο γυιό του στό Χριστό μέ τά λόγια, ἐλέησόν μου τόν υἱόν. Ἡ σημερινή γυναίκα ἔχει μεγάλη ἀγάπη, γι᾿ αὐτό πονάει περισσότερο καί θεωρεῖ ὅτι τό καλό θά γίνει σ᾿ αὐτήν. Ὅταν δεῖ τήν κόρη της νά θεραπεύεται, τότε καί ἡ ἴδια θά ἡρεμήσει, τότε θά ἡσυχάσει, τότε ἡ ἴδια θά θεραπευτεῖ, θά γιατρευτεῖ ὁ δικός της πόνος.
  Ἔχουμε ἀνάγκη, ἀγαπητοί μου, ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Πρέπει κι᾿ ἐμεῖς νά φωνάζουμε καί νά ζητοῦμε νά μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός. Ἔχουμε γίνει χειρότεροι ἀπό τήν Νινευή. Χειρότεροι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Νῶε, πού ἔγινε ὁ κατακλυσμός. Γίναμε χειρότεροι ἀπό τά Σόδομα καί τά Γόμορα. Τί βλέπουν οἱ ἄγγελοι, τί βλέπει ὁ Θεός πάνω στή γῆ καί πῶς μᾶς ἀνέχεται ἀκόμη; Πέρα ἀπό τά σύγχρονα μέσα πού διαθέτουμε, τά κτήρια, τίς κατακτήσεις τῆς ἐπιστήμης, πού βλέπουμε ἐμεῖς, ὁ Θεός βλέπει τόν ἔσω ἄνθρωπο, βλέπει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
  Καί τί βλέπει; Διά τό πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν, ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Βλέπει μέσα μας πάγο, ψυγεῖα κατάντησαν οἱ καρδιές μας, σκληρές σάν πέτρα. Ἀγρίεψαν οἱ ἄνθρωποι, γιατί ἐγκαταλείψαμε τόν Θεό, ἀφήσαμε τήν πίστη καί ἀκολουθοῦμε τόν διάβολο.
  Ἀκοῦς μικρά παιδιά πῶς ὁμιλοῦν, τί λεξεις χρησιμοποιοῦν καί κοκκινίζεις ἀπό ντροπή. Αὐτά ὅμως δέν ντρέπονται καί συνεχίζουν τό ἴδιο κακό. Βλέπεις τούς νέους νά ρίχνωνται στήν ἀκολασία, στά σαρκικά ἁμαρτήματα ἀσύστολα, δίχως νά φοβοῦνται τόν Θεό, μήτε τούς ἀνθρώπους νά ἐντρέπωνται. Κατάντησαν, ὅπως γράφει τό Εὐαγγέλιο ἀγέλη χοίρων βοσκομένη. Εἶναι νά ἀπορεῖ κανείς καί νά θαυμάζει, σέ αὐτήν τήν νεαρή ἡλικία, πότε πρόλαβαν καί διεφθάρησαν τόσο  πολύ; Πῶς ἡ σήψη προχώρησε τόσο βαθιά;
Ἀκόμη δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι, πού ἀσχολοῦνται μέ τόν σατανισμό, πού ἔδωσαν στόν διάβολο τήν καρδιά τους καί χτυπιοῦνται καί βασανίζονται ἀπό τόν διάβολο. Ἐμεῖς θέλουμε νά γίνουμε φίλοι του, ἀλλά ἐκεῖνος δέν γίνεται φίλος ποτέ. Ἕναν σκοπό ἔβαλε νά καταστρέψει ὅλους. Σέ ὅλους νά κάνει κακό. Ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἐστίν ἀπ᾿ ἀρχῆς, εἶπε ὁ Κύριος.
  Ὅμως αὐτοί εἶναι νέοι καί ἔχουν κάποια ἐλαφρυντικά. Τό μεγάλο πρόβλημα εἶναι τί κάνουν οἱ γονεῖς; Πῶς ἀντιμετωπίζουν αὐτοί τήν τραγική κατάσταση;
   Δέν θέλω κἄν νά διανοηθῶ ἤ νά ὑποστηρίξω, ὅτι οἱ γονεῖς ἀδιαφόρησαν γιά τήν χριστιανική διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους. Πολύ δέ περισσότερο, ὅτι αὐτοί τά ἐδίδαξαν τήν ἀθεΐα καί τήν ἀπιστία. Ὅτι αὐτοί ἔκαναν τό τρομερό ἔγκλημα νά τά ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό καί νά τά βγάλουν ἀπό τήν Ἐκκλησία.
  Σκέπτομαι ὅμως καί διετωρῶμαι, πῶς μποροῦν καί ἐφησυχάζουν μπροστά σέ μιά τέτοια κατάσταση; Καί κυρίως οἱ μητέρες, πού ὑποτίθεται εἶναι πιό συναισθηματικές καί συγκινοῦνται περισσότερο ἀπό τούς ἄνδρες.
  Πῶς μπορεῖς, μητέρα, νά κάθεσαι ἀδιάφορη γιά τό τί συμβαίνει στό παιδί σου, ὧρες ὁλόκληρες μπροστά στήν τηλεόραση; Πῶς μπορεῖς νά κάθεσαι μέ τίς φίλες σου στίς καφετέριες ξένοιαστη, πῶς μπορεῖς νά γελᾶς καί νά διασκεδάζεις, ὅταν τό παιδί σου κινδυνεύει, ὅταν βρίσκεται στό στόμα τοῦ λύκου, ὅταν ὁ διάβολος τό βασανίζει ἀλύπητα;
  Τί νά κάνουμε, πάτερ; Τί μποροῦμε νά κάνουμε; Τί περνάει ἀπό τό χέρι μας; Νά κάνουμε ὅ,τι καί ἡ σημερινή μητέρα, ἡ Χαναναία. Ἐκείνη ἔτρεξε πίσω ἀπό τόν Χριστό καί φώναζε δυνατά, ἐλέησόν με, Κύριε. Νά κάνεις ὅ,τι ὅλοι ἐμεῖς μέσα στήν Ἐκκλησία. Νά ἑνώσεις τήν φωνή σου μαζί μέ τήν δική μας φωνή καί νά λές μαζί μέ μᾶς, ἐλέησόν με, Κύριε. Τό παιδί μου δαιμονίζεται, ὑποφέρει καί ἐγώ σ᾿ ἐσένα καταφεύγω, σ᾿ ἐσένα ἐλπίζω.
  Σήμερα καί κάθε Κυριακή ὅλες οἱ μητέρες ἔπρεπε νά παρευρίσκωνται στήν θεία Λειτουργία, γιατί ὅλες καί ὅλοι ἔχουμε προβλήματα μέ τά παιδιά μας. Τό Κύριε, ἐλέησον, δέν πρέπει νά σταματήσει, νά σβύσει ἀπό τά χείλη μας καί τήν καρδιά μας. Μέσα σ᾿ ἕνα πρωϊνό, μέσα σέ μία θεία Λειτουργία, ξέρετε πόσες φορές λέμε τό Κύριε, ἐλέησον, μυστικῶς ἤ ἐκφώνως; Τοὐλάχιστον ἑκατόν ἑβδομῆντα δύο φορές. Εἶναι λίγο; Ὅλοι μαζί νά ἑνώσουμε τίς φωνές μας καί μία δυνατή φωνή, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν, πιό δυνατή ἀπό τόν καταρράχτη τῆς πόλεώς μας, νά φτάσει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, γιά νά μᾶς ἐλέήσει ὁ Θεός.
  Ἀγαπητοί μου,
  Ἡ εὐχή αὐτή, τό Κύριε ἐλέησον,  εἶναι μία μικρή προσευχή, μόνο δύο λέξεις, ἀλλά πολύ δυνατή προσευχή. Ἄν μάλιστα τήν λέμε μέ καθαρή καρδιά, θά μποροῦσε νά κάνει θαύματα. Μᾶς τό ἀπέδειξε πολύ πανηγυρικά σήμερα ἡ Χαναναία γυναίκα. Ὅλοι μας τό πρωΐ, Κύριε ἐλέησον. Τό βράδυ, Κύριε ἐλέησον. Πρίν κοιμηθοῦμε, Κύριε ἐλέησον. Ὅταν σηκωθοῦμε, Κύριε, ἐλέησον. Στό φαγητό, Κύριε ἐλέησον. Στήν ἐργασία μας, Κύριε ἐλέησον. Μικροί-μεγάλοι ὅλοι, Κύριε ἐλέησον. Μέ τά χείλη, μέ τόν νοῦ, μέ τήν καρδιά, Κύριε ἐλέησον. Καί νά εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι θά μᾶς ἀκούσει ὁ πολυεύσπλαχνος  Κύριος καί θά μᾶς δώσει τό μέγα ἔλεός του. Ἀμήν.-

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...