Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013

Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας




tsio.jpg
 Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα, ή ν’ αποχτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τάχουνε στην ανάγκη τους.
Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Αλλά τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή, και που λένε πως έχουνε την ελπίδα τους στο Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέρφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πως οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πως μπορούνε να συμβιβάσουν μια ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, και όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, πόσο περισσότερο θα φροντίσει για σας, ολιγόπιστοι;».
Αυτά είναι λόγια καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πως πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πως μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’  από τους άθεους; Θα πει πως νομίζει πως θα ξεγελάσει τον Θεό. Αλλά «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλ., ο Θεός δεν περιπαίζεται.
Και όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, αλλά να μη μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίζουν. «Βάστα γερά, σου λέει τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για νάχεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λόγια του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».
Ο απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί, παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κ’ η Παναγία δεν τρέ­ξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέρφια τους.
Ο απόστολος Παύλος λέει πάλι άλλου: «Είναι καλό, να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του Θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ’ αυτά δεν ωφεληθήκανε όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θάπρεπε ο κάθε άνθρωπος να τόχει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πως κρύφτηκε από αυτόν.
Πόσο αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πως το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πως τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλιούνται σ’ όλη την οικουμένη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι’ από τέτοιους κυβερνιέται, ο κόσμος. Ή οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τους αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πως δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!
Η περηφάνια θολώνει την κρίση. Κι’ όπου υπάρχει περηφάνια, δε μπορεί να υπάρχει πίστη! Κι’ απ’ όπου λείπει η πίστη, λείπει κ’ η ελπίδα. Αν πιστεύανε οι άνθρωποι πως εκείνα που λέει ο Χριστός είναι αληθινά, δεν θα κολλούσανε τόσο στα επίγεια. Αλλά, κατά βάθος, τα λόγια του Κυρίου είναι καλά γι’ αυτούς, για να ευχαριστιούνται τ’ αυτιά τους μοναχά. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει: «Αν πιστεύεις πως ο Θεός προνοεί για σένα, τι μεριμνάς και φροντίζεις για τα πρόσκαιρα και για τις ανάγκες της σάρκας σου; Κι’ αν πάλι δεν πιστεύεις πως ο Θεός φροντίζει για σένα, και για τούτο φροντίζεις, χωρίς εκείνον, για τις ανάγκες σου, είσαι ο πλέον ταλαίπωρος απ’ όλους τους ανθρώπους. Ρίξε τη μέριμνα σου στον Κύριο, κι’ εκείνος θα σε θρέψει. Και δεν θα φοβηθείς απ’ όποιον κίνδυνο κι’ αν έρθει καταπάνω σου». Και συνεχίζει ο άγιος: «Από καιρό σε καιρό η ψυχή σου σαλεύει με φόβο, τόσο που να δειλιάζει κι’ από έναν ίσκιο. Γιατί η πίστη είναι εκείνη η δύναμη η νοητή, που στηρίζει την καρδιά στο φως της διάνοιας και που με τη μαρτυρία της συνειδήσεως, δίνει στην ψυχή πολλή πεποίθηση, ώστε να μη φροντίζει η ίδια για τον εαυτό της, αλλά να κρεμάσει στον Θεό τη φροντίδα της για όλα, χωρίς να μεριμνά για τίποτα».
Ο άγιος που τα λέει αυτά, δεν τα είπε μοναχά, όπως κάνουν οι περισσότεροι, άλλα τα έκανε στην πράξη, γιατί πήγε κι’ ασκήτεψε από νέος στην έρημο της Μεσοποταμίας, χωρίς να φροντίσει ολότελα για τη συντήρησή του, κι’ όπως λέει ο ίδιος, δεν στερήθηκε τίποτα σ’ όλη τη ζωή του. Και μάλιστα, σαν τον πήραν οι χριστιανοί με το στανιό και τον κάνανε επίσκοπο της Νινευή, δεν πέρασε πολύς καιρός και γύρισε πίσω στην αγαπημένη του έρημο, κ’ εκεί τελείωσε τη ζωή του και «εκοιμήθη πλήρης ήμερων».
Αλλά, θα μου πει κανείς πως αυτά γίνονταν τον παλαιό καιρό, και πως σήμερα δεν υπάρχουν άνθρωποι με τέτοια πίστη. Λοιπόν τον διαβεβαιώνω πως ναι. Υπάρχουν και στη σημερινή αμαρτωλή και σαρκική εποχή κάποιοι γνήσιοι μαθητάδες του Χριστού, που αναθέσανε τη φροντίδα της ζωής τους στον Κύριο. Εγώ γνωρίζω κάμποσους τέτοιους, κ’ έχω πληροφορηθεί και για άλλους πολλούς. Είναι απίστευτο, και όμως είναι αληθινό.
Τον τελευταίο καιρό γνώρισα μια μοναχή Ελληνίδα, που, οδηγημένη από μια μυστική φωνή που της είπε να πάγει στην Ινδία να κάνη μοναστήρι ορθόδοξο, δεν δίστασε καθόλου, αλλά σηκώθηκε και πήγε στην Ινδία, δίχως χρήματα, δίχως κανέναν γνωστό σε κείνη την απέραντη χώρα, χωρίς να ξέρει τη γλωσσά, κ’ έκανε το μοναστήρι, μ’ ένα τρόπο αληθινά θαυματουργικό. Το μοναστήρι το έκανε στα Ιμαλάια, κ’ έχει έντεκα χρόνια που βρίσκεται σε κείνα τα εξωτικά μέρη. Γι’ αυτή τη μοναχή και για το μοναστήρι της σκοπεύω να γράψω κάποτε.
Λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. «Να μην αδυνατίσει (να μην κλονιστεί) η πεποίθησή σου (η εμπιστοσύνη σου) στον Προνοητή σου, στον Θεό. Γιατί τα οικονομεί ο Κύριος κατά θαυμαστό τρόπο, για τους δικούς του ανθρώπους. Επειδή και στην ακατοίκητη έρημο εξοικονομεί εκείνους που κάθονται με την πεποίθηση σ’ Αυτόν, κι’ όχι στη βοήθεια από τους ανθρώπους».
(Φώτη Κόντογλου, «Ασάλευτο θεμέλιο». Εκδ. Ακρίτας.)

Οικουμενικότητα και Πατριωτισμός στην Ορθόδοξη Παράδοση


του Κωνσταντίνου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονα

Μπορεί ο Ορθόδοξος Χριστιανός να αγαπά την πατρίδα του και να εκδηλώνει έναν υγιή και αφανάτιστο πατριωτισμό η μήπως αυτό αντιστρατεύεται τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της Χριστιανικής διδασκαλίας; Οι Άγιοι και οι Πατέρες που διαμόρφωσαν την Ορθόδοξη Παράδοση μας απαντούν: Ναι, είναι φυσιολογική η αγάπη για την πατρίδα, αρκεί να μην οδηγεί σε μίσος προς άλλος λαούς. Πολύ όμορφα περιγράφει αυτό το συναίσθημα ο Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης όταν γράφει: «Η πατρίδα είναι μία μεγάλη οικογένεια». Όπως δηλαδή είναι φυσιολογικό να αγαπά ο Χριστιανός την οικογένειά του, έτσι άδολα και χωρίς μισαλλοδοξία δικαιούται να μεριμνά για το καλό του τόπου του, του έθνους του, του πολιτισμού του. Ο ίδιος ο Γέρων Παίσιος δίδασκε σε όσους τον ρωτούσαν για το Μακεδονικό ζήτημα ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε για την προστασία του ονόματος της Μακεδονίας, αρκεί να μη γίνει αυτός ο αγώνας η μοναδική μας ενασχόληση και μας απομακρύνει από τον πνευματικό αγώνα για τη σωτηρία της ψυχής μας (1). 

Μελετώντας τα κείμενα των Πατέρων, των Μαρτύρων και των Υμνογράφων παρατηρούμε ότι η Οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας συνυπάρχει αρμονικά με την τοπικότητα και τον υγιή πατριωτισμνό. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αυτά τα δύο στοιχεία δεν θεωρούνται ασυμβίβαστα η αντικρουόμενα. Θυμίζω ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα. 

Ο Μέγας Βασίλειος εσεμνύνετο για την καταγωγή της μητέρας του από αρχαία ελληνικά και φημισμένα γένη. Τούτο αναφέρει και ο πνευματικός αδελφός του Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον Επιτάφιο προς τον Μέγα Βασίλειο. Από την άλλη πλευρά όμως ο Ιεράρχης της Καισαρείας δεχόταν στα φιλανθρωπικά Ιδρύματα της Βασιλειάδος κάθε ταλαίπωρο άνθρωπο ασχέτως φυλής η καταγωγής. Η αίσθηση ελληνικής ταυτότητος που τον διακατείχε δεν τον εμπόδιζε να αποδεικνύει εμπράκτως την οικουμενικότητα της χριστιανικής αγάπης. 

Ο Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης τιμάται από την Οικουμενική Ορθοδοξία στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στη Ρωσία, στους αραβοφώνους Ρωμηούς (Ρουμ Ορτοντόξ) και αλλού, όπως άλλωστε αναφέρει και το απολυτίκιό του που τον αποκαλεί «υπέρμαχον της Οικουμένης». Όμως διεκρίθη κατά την μακραίωνα ιστορία της Θεσσαλονίκης για τα πατριωτικά και πολιουχικά θαύματά του. Εξεδίωκε βαρβάρους εισβολείς επί Βυζαντίου (Ρωμανίας) και υμνείται από την Ορθόδοξη υμνογραφία γι’αυτές τις σωτήριες παρεμβάσεις του. Ο Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος τον υμνεί ως τον μέγαν φρουρόν Θεσσαλονίκης, ενώ άλλοι ύμνοι τον αποοκαλούν «σωσίπατριν», «σωσίπολιν» κ.λπ.(2). Και οικουμενικός ο Άγιος και υπέρμαχος της πατρίδος, όταν εκείνη κινδυνεύει. 

Το Άγιον Όρος είναι ο κατ’εξοχήν χώρος όπου εκφράζεται, πραγματώνεται και τιμάται η οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Ορθόδοξοι Μοναχοί από όλη την Υφήλιο και όχι μόνον Έλληνες υμνούν ενωμένοι τον Χριστό, την παναγία και τους Αγίους, ενώ ανεμπόδιστα λειτουργούν μία Μονή Ρωσόφωνη, μία Σερβόφωνη και μία Βουλγαρόφωνη καθώς και μία σκήτη Ρουμανόφωνη. Αξίζει, λοιπόν, να θυμηθούμε ότι ο ιδρυτής του πρώτου οργανωμένου κοινοβίου ήταν ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, κτήτωρ της Μεγίστης Λάυρας (963 μ. Χ.) . Δύο χρόνια πριν από την θεμελίωση του αγιορείτικου μοναχισμού -που έγινε με θαυματουργικές εμφανίσεις της Θεοτόκου- ο Αθανάσιος ευρίσκετο στον Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης και προσηύχετο υπέρ του Βυζαντινού Στρατηγού Νικηφόρου Φωκά για να εκδιωχθούν οι Μουσουλμάνοι Σαρακηνοί και να ελευθερωθεί η Μεγαλόνησος. Ο Φωκάς μετά από την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας εστέφθη αυτοκράτωρ στην Κωνσταντινούπολη και χρηματοδότησε την ίδρυση της Μεγίστης Λαύρας με χρήματα που προήλθαν από τα λάφυρα της Κρήτης. Η πατριωτική στάση του Αγίου Αθανασίου υπέρ της Ρωμανίας και του Ελληνισμού βοήθησε την ίδρυση ενός καθαγιασμένου χώρου και τρόπου πανορθοδόξου λατρείας και ασκήσεως (3). 

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Φωτιστής των Σκλάβων, καλλιεργούσε την αγάπη για την ελληνική παιδεία και την ελληνική γλώσσα. Κήρυττε ότι πρέπει όλοιι να μιλούν στο σπίτι τους μόνον τα ελληνικά και όχι τούρκικα, αρβανίτικά η άλλες διαλέκτους. Έλεγε μάλιστα ότι για όποιον σταματήσει να μιλά ξένες διαλέκτους ο ίδιος ο Άγιος θα πάρει επάνω του όλες τις αμαρτίες ως καλός πνευματικός(4). Παραλλήλως,όπως είναι φυσικό, η διδασκαλία του Αγίου είχε στοιχεία πανανθρώπινα και οικουμενικά, όπως οι προτροπές του υπέρ των δικαιωμάτων των αθιγγάνων ( γύπτους τους αποκαλεί), των πτωχών, των γυναικών και των αδικουμένων. 

Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο πολυγραφότατος εκκλησιαστικός Πατήρ του 18ου αιώνος, έγραψε μεταξύ πολλών άλλων συγγραμμάτων το «Νέον Μαρτυρολόγιον». Εκεί καταγράφει 87 βίους και μαρτύρια Ελλήνων, Σέρβων, Βουλγάρων, Ρώσων και άλλων Ορθοδόξων υπέρ της πίστεως του Χριστού. Η εθνολογική προέλευση των βιογραφουμένων καταδεικνύει την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Ο Νάξιος διδάσκαλος του Γένους δεν γράφει μόνον για Έλληνες Νεομάρτυρες. Ταυτοχρόνως δε στην Ακολουθία των Νεομαρτύρων που συνέθεσε καθώς και στην Ακολουθία για τον Μάρτυρα Θεόδωρο τον Βυζάντιο ξεδιπλώνει τις πτυχές του αγνού πατριωτισμού του και μάλιστα με τρόπο τολμηρό υπό συνθήκες Τουρκοκρατίας. Γράφει χαρακτηριστικά στην «Ακολυθία του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου του Βυζαντιέως (+1795): «Χαίρει και σκιρτά Κωνσταντινούπολις...., ην περιέπεις (φυλάττεις και σώζεις) άνωθεν, το δ’εν αυτή ασεβές εκδιώξεις έθνος» (=είθε Χριστέ μου να εκδιώξεις το τουρκικό έθνος (5). 

Το δίλημμα είναι τεχνητό, λοιπόν. Όποιος διαβάζει τους Αγίους και τους θεοπνεύστους Πατέρες μας γνωρίζει πολύ καλά ότι οικουμενικότητα και αγνός πατριωτισμός ενυπάρχουν και συνυπάρχουν στην Ορθόδοξη Παράδοση και Γραμματεία. Με απλά λόγια αυτή την αλήθεια εξέφρασε ο αγιογράφος και λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου όταν έγραφε ότι η Ρωμηοσύνη είναι η Χριστιανική Ελλάδα, η πονεμένη Ελλάδα. Είναι πονεμένος ο Ορθόδοξος Έλληνας, γι’αυτό σέβεται κάθε άνθρωπο και κάθε λαό, απαιτεί όμως και οι άλλοι να σέβονται την πατρίδα μας και την Ιστορία μας. 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Μοναχού Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σελ. 737 κ. ε. 
2. Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης, έκδοσις Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου, Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής, σελ. 53.
3. Μοναχού Παύλου Λαυριώτου, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Άγιον Όρος, 2007, σελ. 58, υποσημ. 4.
4. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη, Ο Γέροντας του Γένους-Διδαχές από το σκαμνί του Πατροκοσμά, έκδοση Ι. Μονής Αγίου Κοσμά του Αιτωλού Αρναίας, 2009, σελ. 246.
5.Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Γ Ἔκδοσις, ΑΣΤΗΡ Παπαδημητρίου, Αθήναι 1961, σελ. 257.

Κ.Χ.
amen

Συναξαριστής της 16ης Φεβρουαρίου


Οἱ Ἅγιοι Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σέλευκος, Πορφύριος, Ἰουλιανός, Θεόδουλος, Ἠλίας, ἄλλος Ἠλίας, Ἱερεμίας, Ἡσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιήλ

 


Ὅλοι οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ. Τὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι, ἐνῷ ὅλοι κατάγονταν ἀπὸ διαφορετικοὺς τόπους, ἦταν στενώτατα ἑνωμένοι μὲ τὸ σύνδεσμο τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ἄῤῥηκτος σύνδεσμος ἀγάπης καὶ δίνει ζωὴ σ᾿ ὅλες τὶς ἀρετὲς τοῦ ἀγωνιζόμενου χριστιανοῦ.

Μάλιστα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει: «ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστι σύνδεσμος τῆς τελειότητας». Δηλαδή, πάνω σ᾿ ὅλα αὐτὰ (τὰ καλὰ ἔργα) βάλτε τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι σὰν κρίκος καὶ δένει ὅλες τὶς ἀρετὲς σὲ τέλειο σύνολο. Σὰν ἕνα τέτοιο ἁρμονικὸ σύνολο καὶ οἱ ἐνάρετοι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἐργάζονταν στὴν Καισάρεια (τῆς Παλαιστίνης).

Ἡ μπόρα, ὅμως, τοῦ διωγμοῦ (290) ἔπληξε καὶ αὐτοὺς καὶ ὁμολόγησαν μὲ θάῤῥος τὸ Χριστό, μπροστὰ στὸν ἔπαρχο Φιρμιλιανό. Καὶ οἱ μὲν Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σελεύκιος, Ἠλίας, Ἱερεμίας, Ἡσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιήλ, μετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια ἀποκεφαλίζονται ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο. Ὁ δὲ Θεόδουλος πεθαίνει μὲ σταυρικὸ θάνατο. Καὶ τέλος, ὁ Πορφύριος, ποὺ ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου Παμφίλου, καὶ ὁ Ἰουλιανός, ὅταν πῆγαν νὰ παραλάβουν τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων, ὁ ἔπαρχος κατάλαβε ὅτι ἦταν κι αὐτοὶ χριστιανοὶ καὶ διέταξε νὰ τοὺς ῥίξουν στὴ φωτιά.

Ἔτσι, ἑνώθηκαν καὶ αὐτοὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μάρτυρες καὶ προστέθηκαν ὅλοι μαζὶ στὸ χορὸ τῶν γενναίων ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ἄσμασι, Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοὺ Ἠσαΐαν Θεόδουλον αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, πάσιν ἠμὶν ἐξιλεοῦνται.

Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φιλήσας Χριστοῦ, τὰ θεῖα θελήματα, ἐδείχθης Πιστῶν, ἀκέστωρ φιλόχριστος, γενναιόφρον Πάμφιλε, διὰ τοῦτο καὶ μακαρίζομεν, τὴν σεπτήν σου πανήγυριν. Πρεσβεύων μὴ παύσῃ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος 
Ἰδοὺ ἐξέλαμψεν ἡ φωσφόρος, καὶ φωταυγὴς θεία μνήμη τοῦ στερροῦ ἀθλητοῦ, Παμφίλου τοῦ θεοκήρυκος, πάντων τὰς ὄψεις καὶ τὰς καρδίας καταυγάζουσα φέγγει τῷ ἀνεσπέρῳ. Περιχαρῶς, ὦ φιλέορτοι, δεῦτε συνδράμωμεν, καὶ τὴν τούτου θείαν ἡμέραν, ὡς καλὴν ἑορτὴν ἐνιαύσιον, τοῖς ᾄσμασι καταστέψωμεν, εὐλογοῦντες ὑμνοῦντες τὸν Κύριον, τὸν τοῦτον ἀξίως στεφανώσαντα· Πρεσβεύει γὰρ ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Κολαστηρίων φοβερῶν προκειμένων, οἱ τοῦ Κυρίου Ἀθληταὶ οἱ γενναῖοι, ἐν ἀπτοήτῳ χαίροντες φρονήματι, τούτοις προσωμίλησαν, τῆς σαρκὸς ἀλογοῦντες· ὅθεν ἐκληρώσαντο, αἰωνίζουσαν δόξαν, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύοντες ἀεί, τῶν εὐφημούντων αὐτῶν τὰ παλαίσματα.

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ δωδεκάριθμε Ἀθλητῶν, ἡ συντεταγμένη, εὐσεβείᾳ τε καὶ σπουδῇ, σύναψον σπουδαίως, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ λύσιν τῶν πταισμάτων, ἡμῖν πρυτάνευσον.


 

 
Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ὁ ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴν Περσία καὶ τὰ λείψανα τοὺς μεταφέρθηκαν στὴν Μαρτυρούπολη

 


Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς (ποὺ ἦταν ἐπίσκοπος Ταγρίτης στὴ Μεσοποταμία) ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395), ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε κάποτε μὲ ἐπίσημη ἐντολὴ στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν (Ἰσδιγέρθη). Αὐτὸς αἰσθάνθηκε βαθὺ σεβασμὸ πρὸς τὸ Χριστιανὸ Ἐπίσκοπο, τοῦ ὁποίου θαύμασε τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφορά.

Μάλιστα, ἔμεινε ὑποχρεωμένος ἀπέναντι στὸν Μαρουθᾶ, διότι ὁ Ὅσιος θεράπευσε τὴν βασιλοκόρη, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Τὸν ῥώτησε τότε, ποιὰ χάρη ἤθελε ἀπ᾿ αὐτόν. Ὁ ἐπίσκοπος Μαρουθᾶς ἀπάντησε, ὅτι τίποτα ἄλλο δὲν ζητοῦσε παρὰ μόνο νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ κτίσει πόλη, στὴν ὁποία θὰ μεταφέρονταν τὰ λείψανα ὅλων τῶν Ἁγίων, ποὺ μαρτύρησαν στὴν Περσία.

Ὁ βασιλιὰς δέχτηκε. Χορήγησε λοιπὸν τὴν ἀπαιτούμενη δαπάνη καὶ ἡ πόλη κτίστηκε, καὶ ὀνομάστηκε Μαρτυρούπολη. Ἡ πόλη αὐτὴ βρίσκεται στὴ Μεγάλη Ἀρμενία πρὸς τὸν Νυμφαῖο ποταμό, ἔγινε μάλιστα μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἐπισκοπικὴ ἕδρα. Ἀξιοσημείωτο δὲ εἶναι ὅτι, ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ὁ ἐπίσκοπος Μαρουθᾶς πέθανε ἀκριβῶς τὴν ἐπέτειο τῆς ἡμέρας, ποὺ εἶχε ἐγκαινιάσει τὴν Μαρτυρούπολη.

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς μνήμης του συνεορτάζουμε καὶ τὸ σύνολο ἐκεῖνο τῶν μαρτύρων, γνωστῶν καὶ ἀγνώστων, ποὺ τὰ λείψανά τους κατέθεσε στὴν πόλη ἐκείνη. (Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ Ὅσιος Μαρουθας, συνέγραψε πολλὰ μαρτύρια τῶν συγχρόνων αὐτοῦ μαρτύρων, στὴ Συριακὴ γλῶσσα, δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ Ἀσσαμάνη).


 

 
Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 


Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ σκευοφύλακας τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Διαδέχτηκε τὸν ἐπίσης Ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλο κατὰ τὸ 447. Σὰν Ἀρχιεπίσκοπος ὁ Φλαβιανὸς καταδίκασε, μὲ τοπικὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε τὸ 448, τὴν πλάνη τοῦ ἀρχιμανδρίτου Εὐτυχοῦς, ποὺ ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε μόνο θεία φύση, ἡ ὁποία ἀπεῤῥόφησε ἐντελῶς τὴν ἀνθρώπινη. Συγχρόνως δέ, ἡ Σύνοδος αὐτὴ καθαίρεσε καὶ ἀφόρισε τὸν Εὐτυχή.

Ἀλλ᾿ ὁ Εὐτυχής, μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ ἀναξίου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Διοσκόρου, κατάφερε νὰ συγκροτηθεῖ, τὸν Αὔγουστο τοῦ 449 στὴνἜφεσο, Σύνοδος ἡ λεγόμενη λῃστρικὴ Σύνοδος. Κατὰ τὴν Σύνοδο αὐτή, ὅλα ἦταν προετοιμασμένα κατὰ τοῦ Φλαβιανοῦ, καὶ μάλιστα, ὄχλος μὲ ἐπικεφαλῆς ἀγρίους μοναχοὺς καὶ ὑπὸ τὴν ἀρχηγία ἑνὸς ῥασοφόρου τέρατος, τοῦ ἀρχιμανδρίτη Βαρσουμᾶ, εἰσέβαλαν στὴ Σύνοδο καὶ κακοποίησαν βαριὰ τὸν Φλαβιανό, ὁ ὁποῖος μετὰ τρεῖς ἡμέρες πέθανε ἀπὸ τὶς πληγές, ποὺ τοῦ προκάλεσαν οἱ φονεῖς του. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ χρόνια, τὸ 451, στὴ Δ´ Οἰκ. Σύνοδο, ἡ αἵρεση καταδικάσθηκε, ὁ Εὐτυχὴς ἀναθεματίστηκε καὶ ὁ Διόσκορος καθαιρέθηκε. Τὸ δὲ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἄνακομισθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ ναὸ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.


 

 
Ὁ Ὅσιος Φλαβιανός

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς πῆγε στὴν κορυφὴ ἑνὸς ὄρους, ὅπου ἔκτισε ἕνα μικρὸ κελλί. Ἐκεῖ μέσα κλείστηκε καὶ πέρασε 60 ὁλόκληρα χρόνια, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, προσευχὴ καὶ χωρὶς νὰ ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μὲ κανέναν ἄνθρωπο. Ἀπὸ κάποιο μέρος ἔβγαζε μόνο τὰ χέρια του γιὰ νὰ παραλάβει τὴν τροφή του, ποὺ ἦταν βρεγμένα ὄσπρια μία φορὰ τὴν βδομάδα.

Ἔτσι ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα, ποὺ μὲ τὴν προσευχή του, θανάτωσε μεγάλο δράκοντα, ἔδιωξε ἀπὸ κάποιο χωράφι τὶς ἀκρίδες ποὺ θὰ τὸ κατέστρεφαν, ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο ἀπὸ κάποιον νέο καὶ τὸν μαστὸ κάποιας γυναίκας θεράπευσε ἀπὸ καρκίνο. Ἔτσι ἅγια ἀφοῦ ἔζησε παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν μακάρια ψυχή του.


 

 
Ὁ Ἅγιος Ῥωμανὸς ὁ νέος ὁσιομάρτυρας

Βλέπε τὴν βιογραφία του στὶς 5 Ἰανουαρίου.
 

«Φύλακα Άγγελε, Φύλαξέ με»


«Φύλακα Άγγελε, Φύλαξέ με»
Μια φορά, στη Ρωσία ένα ορφανό αγοράκι μεγάλωνε με τη γιαγιά του.
Η γιαγιά του εντελώς αγράμματη γυναίκα, δεν ήξερε καμιά προσευχή αλλά τον έμαθε μόνο να λέει: «Φύλακα άγγελε, φύλαξέ με».
Έτσι το παιδί συνήθισε πάντα να λέει αυτή την προσευχούλα. Πρωί και βράδυ και παντού όπου βρισκόταν.

Το παιδί μεγάλωσε, υπηρέτησε στο Αυτοκρατορικό ναυτικό και όταν απολύθηκε με τα χρήματα της αποζημίωσης ξεκίνησε για τα μέρη του. Ωστόσο καθόταν αρκετά μακρυά από την θάλασσα και έπρεπε να περάσει μέσα από δάση.

Στη Ρωσία υπάρχουν κατά διαστήματα πανδοχεία που επιδοτούνται από το κράτος για να προσφέρουν κατάλυμα στους οδοιπόρους και ταξιδιώτες. Υποχρεωτικά. Αλλιώς τιμωρούνται.

Ο απολυμένος ναύτης αναγκάστηκε να ζητήσει... καταφύγιο σε μια τέτοια καλύβα που την φύλαγαν ένας γέρος με μια γριά.

Διστακτικά κτύπησε την πόρτα αλλά από μέσα άκουσε βρισιές και βλασφήμιες, αντί να τον ανοίξουν ως όφειλαν.

— Φύγε, του φώναξαν, δεν υπάρχει κατάλυμα για σένα. Τράβα πιο κάτω.

— Σας παρακαλώ ανοίξτε μου παρακάλεσε το παιδί. Δείξτε Λίγη καλοσύνη. Η νύχτα απόψε είναι πολλή άγρια και φοβάμαι. Θα με φάνε οι λύκοι και τα άγρια θηρία.

— Διώξτον διώξτον, φώναζε η γριά στο γέρο. Δεν θέλω απόψε ξένους εδώ.

— Σας παρακαλώ επέμενε και πάλι το παιδί...

Τότε ο γέρος άνοιξε λίγο την πόρτα, ξεπρόβαλε ένα πολύ άγριο μούτρο, ενώ τα χνώτα του μύριζαν άφθονο οινόπνευμα. Αλλά και γενικά από μέσα αναδιδόταν μπόχα από μυρωδιά ποτού.

— Τι θέλεις, ξανάπε ο γέρος άγρια, για να φύγει.

— Σας παρακαλώ, είπε και πάλι το παιδί. Μη με διώχνετε. Είναι άγρια η νύχτα. Εν ανάγκη και να πληρώσω. Έχω λεφτά. Ορίστε.

Κι έβγαλε τα λεφτά. Αθώο παιδί. Ο γέρος μόλις άκουσε για λεφτά γούρλωσε τα μάπα.

— Είπες λεφτά; έκανε. Και που τα βρήκες εσύ τα λεφτά;

Το παιδί εντελώς αθώο του έδειξε τα λεφτά του.

— Να ορίστε έχω λεφτά. Τώρα απολύθηκα και έχω...

Ο γέρος όταν είδε τα λεφτά άνοιξε την πόρτα.

Άντε πέρνα, του είπε.

Εν τω μεταξύ η γρηά όλο και φώναζε από μέσα μεθυσμένη να τον ξαποστείλει από ‘κεί που ήρθε.

Πω-πω! κακία, σκέφτηκε το παιδί. Είπα να περάσω μια νύχια και κάνουν έτσι. Πού να τους έλεγα ότι θέλω να μείνω κανένα χρόνο!

Τον πέταξαν σε μια γωνιά στο σκοτεινό δωμάτιο και πήγαν να συνεχίσουν την κραιπάλη τους. Ο νέος φοβήθηκε πολύ τα πρόσωπά τους, μετάνιωσε αλλά τώρα ήταν ήδη πολύ αργά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είπε την προσευχούλα που την έμαθε η γιαγιά του «φύλακα άγγελε, φύλαγέ με» και όπως ήταν ψόφιος από την κούραση τον πήρε γρήγορα ο ύπνος. Αλλά ξαγρυπνούσαν οι άγγελοι του!

Τί μεγάλο πράγμα! Διότι μόλις πέρασε λίγη ώρα και κατάλαβαν ο γέρος με τη γριά ότι τον πήρε ο ύπνος, ανοίγει σιγά-σιγά ο γέρος την πόρτα, και μπαίνει μέσα. Στο μισό φως φάνηκε να κρατάει ένα τσεκούρι στο χέρι και σιγά- σιγά πηγαίνει πάνω απ' το Κεφάλι του παιδιού, να το σκοτώσει.

- Τελείωνε γρήγορα, φώναξε αχνά η γριά. Πριν προλάβει να ξυπνήσει κατέβασέ το! Μια κι έξω σου λέω.

Κι όμως σαν να σκούντησε κάποιος το παιδί άνοιξε τα μάπα του. Τι νά δει! Ο γέρος έτοιμος να του κατεβάσει το τσεκούρι στο κεφάλι. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε!

Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή κάποιος χτύπησε την εξώπορτα. Τραντάχτηκε όλο το σπίτι. Τάκα, τάκα, τάκα...

— Αστυνομία, ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα... Τάκα, τάκα, τάκα και τα χτυπήματα όλο και πλήθαιναν.

— Ανοίξτε γρήγορα! Αστυνομία! Θα σπάσουμε την πόρτα. Κάντε γρήγορα, Αστυνομία....

Γέρος και γριά τα ‘χασαν. Ο γέρος έκρυψε γρήγορα το τσεκούρι κάτω από το κρεβάτι κα έπεσε στα πόδια του ναύτη και τον εκλιπαρούσε να μην πει τίποτα στην αστυνομία. Να μην τον προδώσει. Ενώ η γριά έκαμνε κάτι σαστισμένα κι έλεγε:

— Ναι, ναι, τώρα, τώρα αμέσως, μια στιγμή... θ' ανοίξω...

— Ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα έκανε πάλι απ' έξω η φωνή. Τελείωσε η υπομονή μας, γρήγορα...

— Σε παρακαλώ, μην με προδίδεις, έλεγε ο γέρος.

— Εγώ, τόλμησε να κάνει το παιδί... δεν...όχι...

Με το που πήγε ο γέρος προς την εξώπορτα, ο νέος ανοίγει το παράθυρο και πηδάει απ' έξω και το σκάζει. Ισόγειο βλέπετε, ήταν το σπιτάκι. Πήγε πίσω από κάτι θάμνους και τι να δει! Ούτε αστυνομία, ούτε άλογα, ούτε τίποτα.

Όλα τα είχαν κάνει οι Άγγελοι που τους είχε επικαλεστεί τόσες φορές για να τον φυλάγουν. Και φύλαγαν.

 πηγή

ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ;



ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ;

Ποια διαφορά έχει το είδωλο από την εικόνα;
  Η βασική διαφορά του ειδώλου από την εικόνα έγκειται σ' αυτό που υπογραμμίζει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ότι η εικόνα είναι «ομοίωση» με το υπαρκτό, ενώ το είδωλο είναι «ομοίωση» με το ανύπαρκτο. 
Επομένως είναι πλάσμα, φαντασία, απάτης ομοίωμα. «…ψεύδους και απάτης ομοίωμα…, ψευδές το είδωλον ανειπούσιν μίμημα· την δ αύ εικόνα, του αληθούς αφομοίωμα». Δηλαδή, με άλλα λόγια, το αρχέτυπο του ειδώλου είναι ανύπαρκτο, είναι φανταστικό είδωλο, δεν είναι πραγματικό πρόσωπο, ενώ η εικόνα έχει συγκεκριμένο υπαρκτό αρχέτυπο, είναι ομοίωμα του αληθινού και υπάρχοντας Θεού. Η εικόνα απεικονίζει αυτό που υπάρχει πραγματικά, ενώ το είδωλο δεν έχει μια τέτοια δυνατότητα, δηλαδή δεν απεικονίζει μια πραγματική Θεότητα. Ενώ π.χ. η εικόνα του Χριστού απεικονίζει το πρωτότυπο, τον Σαρκωμένο Υιό και Λόγο του Θεού, το άγαλμα του Δία τι απεικονίζει; Ένα ξόανο που λατρεύεται καθεαυτό. Γι αυτό το λόγο τα είδωλα απαγορεύονται από το Νόμο του Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη.
Μετά τη Σάρκωση όμως του Λόγου του Θεού έχουμε τη δυνατότητα της περιγραφής Του. Η εικόνα του Υιού του Θεού δεν αποτελεί ειδωλική κατασκευή, αλλά απόδειξη και ομολογία της ενανθρωπήσεώς Του. Αν επιχειρούσε να περιγράψει κανείς σε εικόνα τον Υιό και Λόγο του Θεού, πριν από τη Σάρκωσή Του, κάτι τέτοιο θα αποδεικνυόταν, «όχι μόνον φαύλον, αλλά και έκτοπον, τον μη Σαρκωθέντα Λόγον σάρκα τοπάζειν». Και αυτό διότι εφόσον δεν υπήρχε πρωτότυπο, θα ελεγχόταν η πράξη του αυτή από το Νόμο του Θεού που λέει: «Τίνι ομοιώματι, ομοιώσατέ με»; (Ησ. 40, 18).
Αλλά οι εικόνες της Εκκλησίας μας, της Θεοτόκου και των Αγίων, αποτελούν απεικονίσεις πραγματικών ιστορικών προσώπων, τα οποία βρίσκονται σε άμεση σχέση, προσωπική και ουσιαστική, σχέση κοινωνίας με τον Ένα και Μόνο αληθινό Θεό.
Είπατε ότι τα είδωλα απαγορεύονται από το Νόμο του Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη. Πως όμως ο Θεός φαίνεται να επιτρέπει την κατασκευήδυο γλυπτών ανθρωπόμορφων Χερουβίμ και την τοποθέτησή τους στησκηνή του Μαρτυρίου; Δεν ήταν αυτά είδωλα;
   Τα ανθρωπόμορφα Χερουβίμ που κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν επάνω στη σκηνή του Μαρτυρίου δεν ήταν είδωλα, δηλαδή απεικονίσεις φανταστικών ομοιωμάτων με ανύπαρκτο αρχέτυπο, αλλά απεικονίσεις ασωμάτων Αγγέλων, έτσι όπως είχαν εμφανιστεί στους πατριάρχες του Ισραήλ (Γεν. 3, 24. 16, 11. 19, 1. Εβρ. 1, 14).
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν τα ομοιώματα αυτά «εκτυπώματα» και «μορφώματα» και τονίζουν ότι ο Ίδιος ο Θεός φαίνεται να επιτρέπει την κατασκευή των ιερών αυτών συμβόλων, δηλαδή τα ομοιώματα των Χερουβίμ η την Κιβωτό η τη σκηνή του Μαρτυρίου κ.λ.π. Διότι τα ιερά αυτά σύμβολα παιδαγωγούσαν τον περιούσιο λαό του Ισραήλ ώστε να συνειδητοποιεί αφ ενός τη διαρκή παρουσία του Θεού στη ζωή του και αφ ετέρου το χρέος του στο να αποδίδει λατρεία προς τον Ένα και Μόνο αληθινό Θεό.
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αναφέρεται στα «εκτυπώματα» αυτά και λέει ότι για τον παιδαγωγούμενο άνθρωπο της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ιερά σύμβολα, τα οποία «η εις τύπον Χριστού αινιγματωδώς παραλαμβάνεται» (χάλκινος όφις) η γενικώς αποτελούν «προχάραγμα εναργές… της εν πνεύματι λατρείας». Και σε άλλο σημείο: «Δι εκτυπωμάτων και μορφωμάτων τινων συμβολικώς ανάγεσθαι τον Ισραήλ, επί την του Ενός Θεού, ως εφικτόν θεωρίαν και λατρείαν».
Μπορούμε να πούμε ότι ο Μωσαϊκός Νόμος ήταν αποτρεπτικός κάθεαπόπειρας εξεικονίσεως του Θεού όπως υποστήριζαν οι εικονομάχοι;
   Ναι, βέβαια, ήταν αποτρεπτικός. Υπήρχε απόλυτος περιορισμός για την κατασκευή οιουδήποτε ομοιώματος και οιασδήποτε εξεικονίσεως. «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασι, υποκάτω της γης.
Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς» (Εξ. 20, 1-6. Λευιτ. 26, 1. Δευτ. 4, 16-19). Παρά ταύτα οι Ισραηλίτες αθέτησαν επανειλημμένα τις απαγορεύσεις αυτές του Θεού, που τους δόθηκαν μέσω του Μωυσή και «ωλίσθησαν», γλίστρησαν προς την ειδωλολατρεία.
Δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη λείπει εντελώς ο εικονισμός του Θείου;
   Στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχουμε πλήρη απουσία του εικονισμού του Θεού, παρόλο που οι Μωσαϊκοί κώδικες είναι γεμάτοι απαγορεύσεις για οιανδήποτε εξεικόνισή του. Αντίθετα, αν μελετήσουμε βαθύτερα, θα δούμε ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από εικονολογικά στοιχεία, είναι ένα βιβλίο κατεξοχήν εικονολογικό.
Η απαγόρευση της εξεικονίσεως, όπως αφήσαμε να εννοηθεί και στην προηγούμενη απόκριση, γινόταν για λόγους παιδαγωγικούς προς ένα λαό ανώριμο πνευματικά που είχε ροπή προς την αποστασία από το Νόμο του Θεού, ένα λαό «ευόλισθον» προς την ειδωλολατρεία. Για να προφυλάξει λοιπόν ο Θεός το λαό Του από τέτοια αποστασία, από το μεγάλο πειρασμό της ειδωλολατρείας, δίνει την εντολή μέσω του Μωυσή να μην εξεικονίζει με οποιονδήποτε τρόπο το πρόσωπό Του. Έτσι ο παιδαγωγούμενος λαός συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά την απόλυτη υπερβατικότητα του Θεού. Άλλωστε «Τον Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε»! Πως ήταν δυνατόν να εξεικονισθεί; Αφού εισήλθε όμως ο Χριστός στον κόσμο και «εωράκαμεν Αυτόν και εψηλαφήσαμεν», ο Θεός πλέον «εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού», μπορούσε να εξεικονισθεί. Διότι ο Χριστός είναι «η απαράλλακτη εικόνα» του Θεού-Πατέρα. «Ο εωρακώς εμέ, εώρακε και τον Πατέρα» (Ιωάν. 14, 9), μας λέει ο Ίδιος ο Ιησούς.
Τι σημαίνει αυτό που είπατε ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι ένα βιβλίο κατεξοχήν εικονολογικό;
   Η Παλαιά Διαθήκη είναι κατάμεστη από εικονικές παρομοιώσεις και προτυπώσεις, αλλά και παραστατικές εξεικονίσεις γεγονότων της θείας Οικονομίας, η πραγματοποίηση των οποίων έλαβε χώρα στην Καινή Διαθήκη, στους χρόνους της επίγειας Παρουσίας του Ιησού Χριστού. Τέτοιες προτυπώσεις είναι: «Η φλεγομένη και μη καιομένη βάτος», που προεικονίζει την αειπαρθενία της Θεοτόκου. Η τριήμερη παραμονή του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους, που προεικονίζει την τριήμερη ταφή του Κυρίου. Η κιβωτός του Νώε ως προεικόνιση της Εκκλησίας. Ο Μωσαϊκός Νόμος ως προεικόνιση του Ευαγγελίου κ.λ.π.
Ο Νόμος του Μωυσή προεικονίζει το Ευαγγέλιο, ο Χριστός είναι εικόνα του Πατέρα, ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, οι Άγιοι εικόνες του Χριστού. Ο Ναός είναι εικόνα του ουρανού, η Θ. Λειτουργία της ουράνιας Λειτουργίας. Το καθετί δηλαδή είναι εικόνα κάποιου άλλου; Τότε ο όρος «εικόνα» αποκτά μεγάλο εύρος και σημασία.
Ο Ιάκωβος Μάινας στο άρθρο του «Η καινή γλώσσα των εικόνων», μας αναλύει καίρια αυτό το σημείο: «Η εικόνα», λέει, «για την ορθοδοξία, είναι τρόπος και στάση ζωής, ήθος και ύφος και ουσιώδης διάσταση της αλήθειάς της, σημείο από τα καίρια της διδασκαλίας της και της θεολογίας της και ίσως συνιστά το ενδότερο σημείο του είναι της. Αυτό αποκαλύπτουν τα θέματα και τα στοιχεία της ζωής της και της σκέψεώς της: Η Ανάσταση, η Μεταμόρφωση, ο Χριστός ως εικόνα και απαύγασμα του Πατέρα, ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, οι Άγιοι ως εικόνες του Χριστού, η Εκκλησία ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, η Λειτουργία, ο ορθόδοξος μοναχισμός με τη θεωρία του ακτίστου φωτός. Το καθετί κρύβει το θέμα της εικόνας. Όλα υπάρχουν και βιώνονται, όχι καθεαυτά, αλλά ως διάβαση, αναγωγή, πέρασμα, Πάσχα. Το καθετί βρίσκει τον εαυτό του μέσα στο άλλο, κατά το λόγο του Κυρίου, “ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον Πατέρα” . Το καθετί δεν αναπαύεται στον εαυτό του, αλλά οδεύει, διαβαίνει προς το πρωτότυπο. Αυτή η διάβαση είναι η ουσία της αλήθειας της εικόνας αλλά και της ορθοδοξίας».
Συμπέρασμα: Με τον όρο «εικόνα» στην ορθοδοξία δεν αναφερόμαστε σ ένα στατικό φαινόμενο, αλλά σε μια προσωπική κλήση και ενέργεια, σε μια διάβαση για υπαρκτική καθολική θέαση της αλήθειας στην οποία μας οδηγεί η εικόνα. Στη Χριστοποίησή μας, στην εικονοποίησή μας, στην αποκάλυψη της αλήθειας.
Τότε γιατί οι εικονομάχοι μάχονται τις εικόνες και χύθηκε τόσο αίμα στηνΕκκλησία;
   Η εικονομαχία (726-843) είναι σύνθετο ιστορικό γεγονός, μια αίρεση που δεν έχει μελετηθεί αρκετά. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, είναι κυρίως εκείνοι που ασχολήθηκαν με τα θεολογικά θέματα της εικονομαχίας. Οι απαντήσεις που έδωσαν στερέωσαν και θεμελίωσαν μια για πάντα τη θέση των αγίων εικόνων στην ορθόδοξη Εκκλησία.
Οι εικονομάχοι αρχικά, ξεκινώντας από την απαγόρευση της Παλαιάς Διαθήκης για κάθε είδους εξεικονισμό του Θείου, κατηγορούσαν τους πιστούς ορθόδοξους ως ειδωλολάτρες, διότι λάτρευαν, καθώς έλεγαν, σανίδες, πέτρες και τοίχους. Αυτό όμως ήταν μόνο πρόφαση. Το κύριο πρόβλημα των εικονομάχων ήταν ότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν και να περιλάβει ο νους τους το γεγονός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος «ίνα τον άνθρωπον Θεόν ποιήση». Το σκάνδαλο της Σαρκώσεως, αυτό το φοβερό γεγονός, ήταν το πρόβλημα των εικονομάχων. Μη μπορώντας λοιπόν να αποδεχτούν ότι ο Θεός ήλθε στον κόσμο «εν σαρκί», έφτασαν σ αυτή την ακραία εικονοκλαστική τοποθέτησή τους. Διότι η εικόνα είναι τεκμήριο, απόδειξη, της σαρκώσεως του Θεού. Αρνούμενοι λοιπόν τις εικόνες, αρνούνται τη Σάρκωση του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Και αρνούμενοι τη σάρκωση, απέρριπταν και το όλο μυστήριο της θείας Οικονομίας. Γι αυτό και οι Πατέρες αντέταξαν σθεναρή αντίσταση, αναπτύσσοντας μια βαθιά θεολογία και απολογητική πάνω στο θέμα των ιερών εικόνων που καταδεικνύει ότι η θέση και η τιμή που απονέμει η ορθόδοξη Εκκλησία στην εικόνα, δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση στην ειδωλολατρεία, αλλά είναι ακριβώς μια έμπρακτη ομολογία του ότι «ο Λόγος εν σαρκί εγένετο», του ότι ο Θεός έγινε «τέλειος άνθρωπος εν όλη θεότητι και τέλειος Θεός εν όλη ανθρωπότητι». «Προσέλαβε, εκάλλυνε και έσωσε την αμαυρωθείσαν» στον άνθρωπο «εικόνα του Θεού» και «τω θείω κάλλει συγκατέμιξε» (Συνοδικόν Ορθοδοξίας). Με το «συγκατέμιξε» εννοούν οι άγιοι Πατέρες τη θέωσή μας και τη σωτηρία μας: «Αφ ου η θεότης τη ημετέρα φύσει συνεκράθη, οίόν τι ζωοποιόν και σωτήριον φάρμακον, εδοξάσθη η φύσις ημών και προς σωτηρίαν μετεστοιχειώθη.
Δηλαδή, αφού η θεότητα έγινε ένα κράμα με τη δική μας ανθρώπινη φύση, σαν με κάποιο ζωοποιό και σωτήριο φάρμακο, δοξάστηκε η φύση μας και μεταστοιχειώθηκε προς αφθαρσία.
Ποιές είναι οι πηγές της θεολογίας της εικόνας;
Πηγές ανεξάντλητες για τη θεολογία της εικόνας αποτελούν:
1) Η Καινή Διαθήκη (Απ. Παύλος).
2) Οι Καππαδόκες Πατέρες (κυρίως ο Μ. Βασίλειος, στον οποίο στηρίζονται οι Πατέρες που έζησαν την εικονομαχική περίοδο).
3) Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος που ασχολήθηκε κυρίως με το Χριστολογικό δόγμα.
4) Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
5) Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.
6) Η Ζ’  Οικουμενική Σύνοδος που έγινε το 787 μ.Χ. στη Νίκαια.
Ποιο ήταν το κύριο πρόβλημα των εικονομάχων που δεν τους επέτρεπε να αποδεχτούν τις εικόνες;
   Ο όρος «εικόνα» είχε κατανοηθεί εντελώς λανθασμένα από τους εικονομάχους. Δηλαδή οι εικονομάχοι διατείνονταν ότι «μια πραγματική εικόνα πρέπει να είναι της ίδιας φύσης με το αναπαριστώμενο, πρέπει να είναι ομοούσια με αυτό», διαφορετικά είναι είδωλο. Γι αυτό το λόγο υποστήριζαν ότι αληθινή εικόνα του Χριστού είναι μόνο η Θεία Ευχαριστία. Για τους Ορθόδοξους όμως «τα Τίμια Δώρα δεν μπορούν να αναγνωρισθούν σαν εικόνα του Χριστού, γιατί ακριβώς είναι ταυτόσημα με Αυτόν που είναι το Πρωτότυπό τους. Η μετουσίωση των Τιμίων Δώρων δεν τα μεταβάλλει σε εικόνα, αλλά σε Τίμιον Σώμα και Τίμιον Αίμα του Χριστού».
Οι θέσεις αυτές των εικονομάχων ήταν ακατανόητες και απαράδεκτες για το πλήρωμα της Εκκλησίας. Γι αυτό, με πρωτοπόρους τους μαχητικούς Πατέρες, άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό και Θεόδωρο Στουδίτη, αγωνίστηκε για το ορθόδοξο δόγμα. Οι Πατέρες αυτοί άνοιξαν βαθύτατο θεολογικό διάλογο με τους αιρετικούς και μας έδωσαν τις ορθόδοξες θέσεις στις οποίες στηρίζεται σήμερα η Ορθοδοξία όσον αφορά το θέμα των εικόνων.
Στην εικόνα του Χριστού ποια από τις δύο φύσεις εικονίζεται;
Το ίδιο ερώτημα έθεταν και οι εικονομάχοι. Γι αυτό έλεγαν προς τους υπέρμαχους των αγίων εικόνων: Τι απεικονίζει η εικόνα του Χριστού, τη θεία φύση η την ανθρώπινη; Και πως είναι δυνατόν να περιγράφεται ο Θεός που είναι «ασχημάτιστος», «απερίγραπτος», και «άποσος»; Αν πάλι, έλεγαν, εικονίζετε την ανθρώπινη φύση, πως είναι δυνατόν να χωρίζεται η θεία φύση από την ανθρώπινη στην εικόνα του Χριστού;
Στα ερωτήματα αυτά ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έδωσε την εξής απάντηση: «Πάλαι μεν ο Θεός, ο ασώματος και ασχημάτιστος ουδαμώς εικονίζετο. Νυν δε σαρκί οφθέντος Θεού και τοις ανθρώποις συναναστραφέντος, εικονίζω του Θεού το ορώμενον».
Δηλαδή: Τους χρόνους προ της ενανθρωπήσεως, ο Θεός, ο ασώματος, ο ασχημάτιστος δεν εικονιζόταν πουθενά. Τώρα όμως που έλαβε σάρκα και φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, εικονίζω τον ορατό Θεό. Και σε άλλο σημείο πάλι λέει: «Διο θαρρών εικονίζω Θεόν τον αόρατον, ουχ ως αόρατον, αλλ ως ορατόν, δι ημάς γενόμενον μεθέξει σαρκός τε και αίματος. Ου την αόρατον εικονίζω θεότητα, αλλ εικονίζω του Θεού την οραθείσαν σάρκα».
Δηλαδή: Γι αυτό παίρνω θάρρος και εικονίζω Θεό τον αόρατο, όχι ως αόρατο, αλλά με τη σωματική Του υπόσταση με την οποία έγινε σε μας ορατός, αφού προσέλαβε για τη δική μας σωτηρία σάρκα και αίμα. Η σάρκωση του Θεού, λένε οι ορθόδοξοι, μας δίνει το δικαίωμα να Τον απεικονίζουμε, να ζωγραφίζουμε την εικόνα Του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χωρίζουμε τη σάρκα Του από τη θεότητά Του. Γιατί αν δεν απεικονίσουμε τον Κύριο, αρνούμαστε την ανθρώπινη φύση Του. Θα είμαστε τότε η Μονοφυσίτες-διότι αυτοί παραδέχονται μόνο τη θεία φύση Του- η Δοκητές -διότι αυτοί πιστεύουν στη φαινομενική παρουσία του Χριστού επί της γης.
Αλλά σ' αυτό το σημείο ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αντιμετώπισε τους αιρετικούς εικονομάχους με μια πιο σαφή θεολογική τοποθέτηση και έλυσε παντελώς το ακανθώδες αυτό πρόβλημα. Έκανε δηλαδή ένα σαφή διαχωρισμό, μια εύστοχη διάκριση ανάμεσα στη φύση και στο πρόσωπο-υπόσταση. Και μας δίδαξε ότι η εικόνα εξεικονίζει, όχι τη φύση, αλλά την υπόσταση του εικονιζόμενου. «Παντός», λέει «εικονιζομένου, ουχ η φύσις αλλ η υπόστασις εικονίζεται». Ο δε σύγχρονος εικονολόγος Michel Quenot λέει ότι «στην εικόνα του Χριστού δεν είναι ούτε η θεότητα ούτε η ανθρωπότητά Του (δεν πρόκειται για τις φύσεις που παριστάνονται), αλλά για το μοναδικό πρόσωπο που ενώνει τις δύο φύσεις».
Τι εννοούμε με τον όρο «υπόσταση»;
Είναι εύλογο το ερώτημα και ουσιαστικό. Πρόκειται για ένα σημαντικό θεολογικό όρο που σαφώς έλειπε από την εικονομαχική σκέψη. Στην προχαλκηδόνιο περίοδο, οι όροι «φύσις», «υπόστασις» και «πρόσωπο» ταυτίζονταν, ήταν συνώνυμοι. Η ταύτιση όμως αυτή δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες για την κατανόηση της τριαδικότητας του Θεού αφ ενός, αλλά και της ενότητας Θεού και ανθρώπου εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού εφ ετέρου.
Το δόγμα της Χαλκηδόνας έκανε αυτή τη σαφή διάκριση ανάμεσα στη «φύση» και στην «υπόσταση», το πρόσωπο. Έτσι αποσαφηνίστηκε ότι η «υπόστασις ταυτόν ούσα προς το πρόσωπον», είναι κάτι περισσότερο από τη «φύση», διότι προϋποθέτει, περιλαμβάνει τη «φύση». Και για να το καταλάβουμε καλύτερα, οι όροι «ουσία» και «φύσις» δηλώνουν απλώς το «είναι», το γενικό, το καθολικό, το είδος το κοινό σε όλους, π.χ. τη θεία φύση, την αγγελική η την ανθρώπινη. Ενώ η «υπόσταση» υποδηλώνει το καθεαυτό είναι, το πρόσωπο, τον ιδιαίτερο, ατομικό και προσωπικό τρόπο υπάρξεως. Η «φύσις» είναι κοινή σε όλους. Το πρόσωπο προσθέτει σ αυτή το σύνολο των ατομικών ιδιωμάτων, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών Π.χ. η ανθρώπινη φύση είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Τα πρόσωπα όμως μπορεί να είναι πολυάριθμα, αλλά το καθένα απ αυτά είναι μοναδικό, συγκεκριμένο και αναντικατάστατο, έχει δε τα δικά του, τα ατομικά του ιδιώματα και χαρακτηριστικά.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διευκρινίζει πλήρως τον όρο υπόσταση και λέει: «Επειδή δε πολλοί εισιν άνθρωποι, ο καθείς άνθρωπος υπόστασίς εστιν, οίον ο Αδάμ, υπόστασις εστι, και η Εύα άλλη υπόστασις, και ο Σηθ ετέρα υπόστασις». Δηλαδή: Υπάρχουν πολλοί βέβαια άνθρωποι, αλλά ο καθένας είναι ξεχωριστή, ιδιαίτερη υπόσταση, π.χ. ο Αδάμ είναι υπόσταση ξεχωριστή, η Εύα άλλη υπόσταση, ο Σηθ διαφορετική υπόσταση. Για να καταδείξει δε ο ιερός Πατήρ τη διαφορά μεταξύ υποστάσεως και ουσίας, φύσεως η είδους, αναφέρει τα παραδείγματα της Αγίας Τριάδος, των Αγγέλων και των ανθρώπων. Λέει λοιπόν:
«Όσον αφορά την Αγία Τριάδα έχουμε τρεις υποστάσεις. Είναι ο Πατήρ, ο Υιος και το Άγιο Πνεύμα. Φύση και ουσία είναι μία, η υπερούσια και ακατάληπτη Θεότητα. Στους Αγγέλους υποστάσεις είναι ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ και οι λοιποί κατά μέρος Άγγελοι, ενώ η ουσία, το περιεκτικό είδος, είναι η αγγελική φύση. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους ανθρώπους. Έτσι ξεχωριστές υποστάσεις είναι ο Πέτρος, ο Παύλος, ο Ιωάννης και οι λοιποί κατά μέρος άνθρωποι. Περιεκτικό δε είδος αυτών, η ουσία τους, είναι η ανθρωπότης».
Και οι λοιποί Πατέρες έλεγαν: Κοινή, μία η φύση των ανθρώπων, αλλά μυριοϋπόστατη. Μονάς ο Θεός, αλλά Τρισυπόστατος. Τρία πρόσωπα, τρεις υποστάσεις που το καθένα έχει τα δικά του προσωπικά ιδιώματα. Η εικόνα αναπαριστά λοιπόν το πρόσωπο, την υπόσταση του πρωτοτύπου της και φέρει το όνομα του. Έτσι ακριβώς καθίσταται δυνατή η γνώση αυτού του προσώπου. Χάρη σ αυτό το δεσμό «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει».
Στο ερώτημα λοιπόν που έθεταν οι εικονομάχοι -και θέτουμε κι εμείς πολλές φορές- «ποια φύση εικονίζεται, η θεία φύση, η εικονίζεται ο άνθρωπος Χριστός, η ανθρώπινη φύση χωρισμένη από τη θεότητα;», ο ορθόδοξα σκεπτόμενος θα δώσει την απάντηση που έδωσε ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: Ούτε τη θεία φύση εικονίζουμε ούτε την ανθρώπινη. Εικονίζουμε την υπόσταση, το πρόσωπο. «Ο Χριστός είναι περιγραπτός καθ υπόστασιν, καν εν τη θεότητι απερίγραπτος», μας λέει σε άλλο σημείο ο ιερός Πατέρας.
Και ο Λεωνίδας Ουσπένσκυ, Ρώσος θεολόγος του αιώνα μας, θεολογεί με βάση τους Πατέρες και λέει: «Αναπαριστάνοντας τον Κύριό μας, δεν αναπαριστάνουμε ούτε τη θεία ούτε την ανθρώπινη φύση Του, αλλά την υπόστασή Του, το Πρόσωπό Του, το οποίο σύμφωνα με το δόγμα της Χαλκηδόνας ενώνει ασυγχύτως και αδιαιρέτως τις δύο φύσεις».
Ο δε VΙ. Lossky λέει τα εξής για τον όρο υπόσταση: «Η υπόστασις περιλαμβάνει αμφοτέρας τας φύσεις. Εν Χριστώ υπήρχαν δύο διάφοροι φύσεις εν μια υποστάσει».
Στις εικόνες πρέπει να απονέμουμε προσκύνηση η λατρεία; Τι είναι προσκύνηση και τι λατρεία;
   Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει ότι η προσκύνηση είναι σημείο υποταγής, υποβιβασμού και ταπεινώσεως «σημείον υποπτώσεως, τουτέστιν υποβιβασμού και ταπεινώσεως».Στην προσευχή που κάνουμε ενώπιον των εικόνων, σαν σε μια άλλη «ιερά πρόθεση», καταθέτουμε και εναποθέτουμε τα αιτήματά μας, διότι η εικόνα λειτουργεί «ως μεσίτρια» στην απόλυτα προσωπική μας προσευχή. Έτσι δημιουργείται μια γέφυρα, η εικόνα γίνεται ένα πέρασμα, μια διάβαση μέσω της οποίας υπαρξιακά προσκυνούμε τον εικονιζόμενο Άγιο και κατ επέκταση τον αληθινό Θεό.
«Διότι δεν αποδίδεται λατρεία στο "σημαίνον", δηλαδή στην ύλη, αλλά στο "σημαινόμενον" πρόσωπο που παριστάνεται». «Η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Επομένως η θεολογία της εικόνας και της προσκύνησης της εικόνας γίνεται μια θεολογία σχέσεως προς το εικονιζόμενο (είτε είναι ο Χριστός είτε η Θεοτόκος είτε οι Άγιοι) και σε τελική ανάλυση η προσκύνηση απονέμεται προς τον Τριαδικό Θεό. Στην ορθόδοξη θεολογία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα η διάκριση ανάμεσα στη λατρεία του Θεού (λατρευτική προσκύνηση) και στην τιμή (τιμητική προσκύνηση) των εικόνων της Θεοτόκου και των Αγίων. Η τιμητική προσκύνηση της Θεοτόκου και των Αγίων πηγάζει από το γεγονός ότι τιμήθηκαν και οι ίδιοι από τον ίδιο τον Θεό. Οι εικόνες μαρτυρούν αυτή την τιμή και μας παρακινούν και μας να κάνουμε την ίδια κίνηση. Οι Άγιοι άλλωστε είναι Χριστοποιημένες υπάρξεις και χαρισματικές παρουσίες και είναι παρόντες εκεί κατά χάριν. Μας βλέπουν. Ακούνε τις προσευχές μας και μας καλούν σε αγαπητική κοινωνία και σχέση. Και όταν λέμε ότι οι Άγιοι είναι Χριστοποιημένες υπάρξεις, εννοούμε ότι έχουν γίνει Χριστοί-Θεοί κατά χάριν. «Όπου είναι οι Άγιοι, εκεί είναι και όλος ο Κύριος και Θεός. Ο Θεός εν Αγίοις αναπαυόμενος. Κάθε Άγιος είναι Χριστός επαναλαμβανόμενος», λέει ο π. Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Και σε άλλο σημείο: «Οι Άγιοι είναι οι πληρέστερες, οι οφθαλμοφανέστερες, οι τελειότερες και γι αυτό οι πειστικότερες Θεοφάνειες».
Ο δε άγιος Παχώμιος διατυπώνει την ίδια έννοια ακόμη και για τους ζώντες, στην παρούσα ζωή, Αγίους: «Εάν ίδης», λέει, «άνθρωπον, αγνεία συζώντα και ταπεινοφροσύνης εξηρτημένον, ελεήμονα, πράον, χρηστόν, συμπαθή, φιλόθεον, φιλάδελφον, πάσαις απλώς κομώντα ταις αρεταίς, ω οίου δράματος έτυχες! Αυτόν γαρ τον αόρατον Θεόν ιδείν ηξιώθης εν τω ορωμένω εκείνου ναώ και τη εικόνι αυτού».
Και αν μια τέτοια θέση διατυπώνεται για τους εξαγιασμένους ανθρώπους, ο Θεάνθρωπος Χριστός ασφαλώς είναι «η παντελεία Θεοφάνεια εν μορφή ανθρώπου, η ορατή εικών του Θεού του αοράτου». Τιμώντας λοιπόν τους Αγίους και προσκυνώντας τις άγιες εικόνες τους, τιμούμε και προσκυνούμε τον ίδιο τον αληθινό Θεό. Βέβαια δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση ανάμεσα στη λατρεία και στην τιμή. Η λατρεία, κατά τη Ζʹ Οικουμενική Σύνοδο, απονέμεται μόνο στον Τριαδικό Θεό, ενώ η τιμή στους Αγίους. Η Θεοτόκος «κατέχουσα τα δευτερεία της Τριάδος» έχει και τα πρωτεία στην τιμητική προσκύνηση, είναι η Δέσποινα του Κόσμου η Βασίλισσα των Αγγέλων. Γι αυτό υπερβολικά τιμάται από την ορθόδοξη Εκκλησία, έχει ξεχωριστή θέση στη λατρεία, χαιρετίζεται δε ως «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διακρίνει διάφορους τρόπους προσκυνήσεως. Μας αναφέρει πρώτα-πρώτα το «δοξαστικό» τρόπο προσκυνήσεως που αναφέρεται στον Τριαδικό Θεό: «Δοξαστικά, ευλογούμε τον Θεό για τη φυσική του δόξα, διότι είναι ο μόνος δοξασμένος και ο αίτιος κάθε δόξας, κάθε αγαθού, φως ακατάληπτο, γλυκασμός ασύλληπτος, κάλλος απροσμέτρητο, άβυσσος αγαθότητας, σοφία ανεξιχνίαστη, δύναμη απειροδύναμη, μόνος άξιος να θαυμάζεται και να προσκυνείται και να δοξάζεται και να ποθείται».
Δεύτερος τρόπος προσκυνήσεως είναι ο ευχαριστιακός ο οποίος εκφράζει την ευγνωμοσύνη της Εκκλησίας για τα ελέη του Θεού και την άπειρη αγάπη Του, «δια του Οποίου όλα συνίστανται και συγκροτούνται» και σε όλα μεταδίδει άφθονα τις Δωρεές Του.
Τρίτος τρόπος προσκυνήσεως είναι των παρακλήσεων και των δεήσεων και τέταρτος της μετανοίας και της εξομολογήσεως. Με αυτούς τους τρόπους και τα ανάλογα βιώματα που αναπτύσσονται καθαρίζουμε τους εαυτούς μας, μετέχουμε στη θεία ζωή και προσκυνούμε πλέον υπαρξιακά τον Θεό.
Πως εξηγείται το φαινόμενο του θαύματος των αγίων εικόνων;
Το θαύμα κυρίως είναι έργο της πίστεως και της Χάρης του Θεού. Το θαύμα προϋποθέτει μεγάλη και ακράδαντη πίστη. Ο Μάρκος Σιώτης στο βιβλίο του «Ιστορία και θεολογία των ιερών εικόνων», λέει τα εξής: «Το θαύμα είναι μια εμπειρία κατά την οποία η ψυχή του προσευχομένου, ενώπιον μιας οιασδήποτε εικόνας, αποσπά μέσω της πίστεως φορτία θείας Χάριτος τόσο ενεργά ώστε βιώνει το θαύμα της δυναμικής και σωστικής Χάριτος του Θεού». Φυσικά την επενέργεια του θαύματος η θεολογία την αποδίδει πάντοτε στις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού.
Διότι πολλοί ασθενείς και πονεμένοι παρακαλούν, αλλά δεν τους γίνεται το θαύμα όπως το ζητούν. Στις περισσότερες απ αυτές τις περιπτώσεις επέρχεται εσωτερική αλλοίωση, γίνεται θαύμα ψυχικό, ωρίμανση της προσωπικότητας και αποδοχή των θλιβερών, που θεωρείται και αυτό ένα εξίσου μεγάλο θαύμα.
Είναι πολύ παράξενο! Υπάρχει πράγματι τέτοια θαυματουργική Χάρη και στην ύλη των ιερών εικόνων;
«Χάρις δίδεται ταις θείαις ύλαις δια ταις των εικονιζομένων προσηγορίαις», μας λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Δηλαδή: Παρέχεται Χάρη στις θείες ύλες (των εικόνων), χάρη στις πρεσβείες των εικονιζομένων. Και αλλού: «Τα των Αγίων εικονίσματα... Πνεύματος Αγίου εισί πεπληρωμένα». Και αυτό δεν είναι παράδοξο, διότι οι εικονιζόμενοι Άγιοι είχαν καταστήσει τα σώματά τους στον επίγειο βίο τους «ναό του Αγίου Πνεύματος». Και όπως «”η τιμή και η προσκύνησις της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει», το ίδιο «και η θαυματουργική ενέργεια εκ του πρωτοτύπου εκπορεύεται».
Επίσης ο Π. Ευδοκίμωφ μας δίνει μια άλλη μυστικιστική διάσταση στο θέμα της ιερότητας της ύλης της εικόνας. Λέει λοιπόν: «Η εικόνα δεν είναι διόλου σάρκωση, δεν είναι ούτε τύπος, αλλά σημείο ορατό της ακτινοβόλας Παρουσίας». Και σε άλλο σημείο: «Η εικόνα είναι ένα από τα μυστηριακά μέσα της Παρουσίας. Θεωρείται κανάλι της Χάριτος με αγιαστική δύναμη, τόπος των επιφανειών». Απ όλα αυτά μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η ορθόδοξη θεολογία τη χαρισματική παρουσία των εικονιζομένων στις εικόνες τους την ερμηνεύει ως παρουσία των ακτίστων ενεργειών του Θεού, όπως αναπτύξαμε και σε προηγούμενη ερώτηση, οι οποίες είναι μεθεκτές για τον άνθρωπο. Έτσι εξηγείται και η τιμή και η προσκύνηση που απονέμει η ορθόδοξη Εκκλησία στις εικόνες.


Αποσπάσματα από το βιβλίο
“Τι ξέρεις εσύ για τις εικόνες;»  Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ».
Ολόκληρο το άρθρο εδώ - Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέας 2000

 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com  
15  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2013 

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΜΦΙΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ

15Γιορτάζουμε σήμερα 16 Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Παμφίλου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων.

Οι Άγιοι Μάρτυρες Πάμφιλος, Δανιήλ, Hλίας, Ησαΐας, Θεόδουλος, Ιερεμίας, Ιουλιανός, Ουάλης, Παύλος, Πορφύριος, Σαμουήλ και Σέλευκος, μαρτύρησαν επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.). Κατάγονταν από διάφορους τόπους, τους ένωνε όμως η αγάπη και η πίστη του Χριστού.

Εργαζόμενοι στην Καισάρεια της Παλαιστίνης ομολόγησαν τον Χριστό ενώπιον του έπαρχου Φιρμιλιανού. Ο άρχοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τους Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Εκείνοι όμως παρέμειναν σταθερά προσηλωμένοι στην πατρώα ευσέβεια. Τότε ο Φιρμιλιανός έδωσε εντολή να τους θανατώσουν, αφού πρώτα τους βασανίσουν.

Οι Άγιοι Μάρτυρες Ηλίας, Πάμφιλος, Ουάλης, Παύλος, Σέλευκος, Ιερεμίας, Ησαΐας, Σαμουήλ και Δανιήλ αποκεφαλίσθηκαν διά ξίφους. Ο Πορφύριος, υπηρέτης του Παμφίλου, συνελήφθη την ώρα που αναζητούσε το λείψανο του κυρίου του και κάηκε ζωντανός μαζί εμ τον Μάρτυρα Ιουλιανό. Τον Άγιο Θεόδουλο τον σταύρωσαν επί ξύλου. Έτσι μαρτύρησαν οι Άγιοι και προσετέθησαν στη χορεία των αθλητών του Χριστού.

Η Σύναξη των Αγίων Μαρτύρων ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Την δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ανευφημήσωμεν, ενθέοις άσμασι, Πάμφιλον Παύλον Σαμουήλ, Ουάλεντα και Ηλίαν, Ιερεμίαν, Σέλευκον, Δανιήλ και Πορφύριον, Ιουλιανόν ομού Ησαίαν Θεόδουλον αυτοί γαρ τον Δεσπότην των όλων, πάσιν ημίν εξιλεούνται.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...