Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2013

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου - ΙΕ΄ Ἐπιστολῶν (Τοῦ Προδρόμου) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου


ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀριθμός 7
Κυριακή ΙΕ΄ Ἐπιστολῶν ( Τοῦ Προδρόμου)
24 Φεβρουαρίου 2013
(Β΄Κορ. στ΄ 16 – ζ΄ 1)
 «πιστεύομεν, διό καί λαλοῦμεν»
Ὅλο καί περισσότερο «ἀμάρτυρη» γίνεται ἡ πίστη στήν ἐποχή μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Δέν εἶναι μόνο ἡ συχνή ἀπουσία μαρτυρίας καί ὁμολογίας ἀλλά, πολλές φορές, καί ἡ ἐλαττωματικότητά τους, πού σημαδεύουν ἀρνητικά τούς καιρούς μας. Ὄχι σπάνια ἡ ὁμολογία τῶν Χριστιανῶν μοιάζει περισσότερο μέ φλυαρία παρά μέ ὁμολογία. Αὐτό συμβαίνει, γιατί δέν προσφέρουμε τόν γνήσιο καί ἄμωμο Χριστιανισμό τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. Καί δέν τόν προσφέρουμε, γιατί δέν τόν ζοῦμε. Ἡ ὁμολογία μας πηγάζει συνήθως ἀπό τό μυαλό μας, ἀπό τά ἀποθέματα τῆς θεωρητικῆς γνώσεώς μας, καί ὄχι ἀπό τήν καρδιά μας, ἀπό τήν πνευματική ἐμπειρία μας. Ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία, δέν μεταδίδεται διανοητικά, ἀλλά ἐμπειρικά, βιωματικά, ὑπαρξιακά. Ποτέ ὡς ἁπλή μάθηση, ὡς θεωρητική γνώση ἤ ἰδεολογία. Ἡ τραγικότερη νόθευση τῆς πίστεώς μας εἶναι ἡ ἀλλοτρίωσή της στούς καιρούς μας σέ «χριστιανική ἰδεολογία», πού μόνο ἔργο ἔχει τήν ἀντιπαράταξή της ἀπέναντι στίς διάφορες ἰδεολογίες γιά τήν δημιουργία ἑνός «χριστιανικοῦ» μετώπου ἀπέναντι στίς δυνάμεις τῆς ἀπιστίας καί ἀθεΐας. Ἡ μαρτυρία καί ὁμολογία μας τότε μόνο μποροῦν νά ἔχουν πληρότητα καί καθολικότητα (νά μεταδίδουν δηλαδή ὀρθοδοξία), ὅταν ἔχουν τή σωστή προϋπόθεση. Καί αὐτή εἶναι ἡ Πίστη.
Ποιά πίστη ὅμως; Μήπως μιά ἁπλή παραδοχή καί κατάφαση τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας; Μήπως μιά ἐξωτερική συγκατάθεση στήν ὑπεροχή τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι στίς διάφορες «χριστιανικές» Ὁμολογίες ἤ «Ἐκκλησίες», ὅπως ἐσφαλμένα τίς χαρακτηρίζουμε συχνά; Ὄχι. Ἐδῶ ὁ Ἀποστολος Παῦλος κάνει λόγο γιά μιά ἄλλου εἴδους πίστη. Μιλεῖ γιά μιά ἐσωτερική πληρότητα κάι βεβαιότητα, πού ἔχει πολύ διαφορετικές προϋποθέσεις. Γιά νά μᾶς δείξει γιά ποιά πίστη αὐτός μιλεῖ, μᾶς παρουσιάζει πρῶτα τόν χριστιανό στήν αὐθεντική μορφή του. Εἶναι αὐτός, πού πιέζεται μέ κάθε τρόπο, ἀλλά δέν φθάνει ποτέ σέ ἀδιέξοδο ۠ παλεύει μέσα στίς ἀνάγκες του, ἀλλά δέν ἀπελπίζεται ۠ διώκεται, ἀλλά δέν νοιώθει ἐγκαταλελειμμένος ἀπό τό Θεό ۠ πέφτει κτυπημένος, ἀλλά δέν συντρίβεται! Πρέπει νά ὁμολογήσουμε, ὅτι μέ τά μέτρα τῆς ἐποχῆς μας ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος φαίνεται κυριολεκτικά ἐξωγήινος, ἐξωπραγματικός. Τό μυστικό τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς ὑπερβάσεως κάθε ἀντιξοότητας καί κακοπάθειας δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στόν χριστιανό πού, θαυματουργικά, ξεπερνᾶ τήν κάθε ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Ἔτσι, παρ’ ὅλο πού ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε «ὀστράκινα» (πύλινα) σκεύη, δέν τσακιζόμαστε, δέν συντριβόμαστε. Νικᾶμε μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ αὐτό συμβαίνει μόνο, ὅταν ὁ Θεός βρίσκεται μέσα μας.
Καρπός τῆς βεβαιότητας τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα μας εἶναι ἡ πίστη, γιά τήν ὁποία μιλεῖ ὁ Παῦλος. Εἶναι ἡ βεβαιότητα, ὅτι ὁ Θεός, πού κατοικεῖ μέσα μας, μᾶς ἐλευθερώνει συνεχῶς ἀπό τούς κινδύνους, πού μᾶς ἀπειλοῦν, καί ἐπειδή εἴμαστε κάθε στιγμή πρόθυμοι νά δεχθοῦμε τόν θάνατον τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τή δύναμη νά μετέχουμε συνεχῶς καί στήν Ἀνάστασή Του. Στήν κατάσταση αὐτή εἶναι δυνατή ἡ γνήσια ὁμολογία καί ἡ μαρτυρία. Ἔτσι ἐξηγοῦνται τά θαυμαστά ἐκεῖνα σημεῖα κατά τό μαρτύριο τῶν ἀρχαίων ἀλλά καί τῶν νεωτέρων Ἁγίων (Νεομαρτύρων).
Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι μιά ἀδιάκοπη προβολή ζωντανῆς μαρτυρίας καί ὁμολογίας. Κάθε μέρα τιμᾶμε Ἁγίους. Κάθε νέα μέρα ἀνακαλοῦμε στή μνήμη μας τήν μαρτυρία καί ὁμολογία τῶν Ἁγίων, καί ἔτσι «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις» συνεχίζεται καί ἡ δική μας στόν κόσμο αὐτό πορεία πρός τόν ἀναμενόμενο καί «ἐρχόμενο» Κύριο. Ὁ δρόμος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι τελικά πορεία πάνω στά χνάρια τῶν Ἁγίων. Ὀρθόδοξος εἶναι αὐτός, πού ἀκολουθεῖ τά βήματά τους, πού συνεχίζει τόν ἀγώνα γιά τήν ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ μέσα του, ὥστε νά εἶναι δυνατό νά δώσει καί αὐτός τήν δική τους ὀρθόδοξη μαρτυρία. ΑΜΗΝ!

Ο ΟΛΕΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΓΩΠΑΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ (Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου) ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού



Ο ΟΛΕΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΓΩΠΑΘΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ
(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου)
       Με τη χάρη και την ευσπλαχνία του Αγίου Θεού φθάσαμε για μια ακόμα φορά στο άγιο Τριώδιο, στην ιερότερη και κατανυκτικότερη εορτολογική περίοδο του εκκλησιαστικού έτους. Η μακρά αυτή περίοδος, η οποία αρχίζει την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο, είναι η πιο σημαντική χρονική περίοδος της Εκκλησίας μας, διότι δίνει την ευκαιρία σε μας τους πιστούς να συναισθανθούμε τη λαθεμένη πορεία της ζωής μας, να τη διορθώσουμε και να επανακαθορίσουμε τη στάση μας απέναντι στο Θεό και τους συνανθρώπους μας. Αυτή η προσωπική κάθαρση και διόρθωση της γήινης πορείας μας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουμε, κεκαθαρμένοι και αλλαγμένοι, να εορτάσουμε το άγιο Πάσχα, σύμφωνα με την παύλειο προτροπή, όχι όπως οι Ιουδαίοι, τυπικά, «άλλ' εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας», αποβάλλοντας την παλαιά  ζύμη της κακίας και της πονηρίας μας (Α΄ Κορ.5,8).

      Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην πολύ διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει την θεοφιλή αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την
 εωσφορική έπαρση. Δίδαξε την παραβολή αυτή «προς τινας τους πεποιθότας αφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς» (Λουκ.18,9). Δηλαδή πήρε αφορμή ο Χριστός από την υποκριτική στάση των Φαρισαίων, οι οποίοι ήθελαν να φαίνονται ως εκλεκτοί και αγαπητοί του Θεού, περιφρονώντας όσους δεν ανήκαν στην τάξη τους, ως ελεεινούς και μισητούς του Θεού.
      Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς ευατόν ταύτα προσηύχετο΄ ο Θεός ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης΄ νηστεύω δις του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων΄ ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος΄ ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ.18,10-14).
      Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια. Τα μέλη της, απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Ήταν δε τέτοια η ατομική τους έπαρση και αλαζονεία, ώστε είχαν καταντήσει αληθινοί τύραννοι του λαού. Ο Κύριος δεν παρέλειπε να κατακεραυνώνει τους Φαρισαίους στο κήρυγμά του και να στηλιτεύει την τυραννική τους επιβολή στο λαό. «Τότε ο Ιησούς ελάλησε τοις όχλοις και τοις μαθηταίς αυτού λέγων· επὶ της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. πάντα ουν όσα εὰν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιείτε, κατὰ δε τα έργα αυτών μη ποιείτε· λέγουσι γαρ, και ου ποιούσι. δεσμεύουσι γαρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα και επιτιθέασιν επὶ τους ώμους των ανθρώπων, τω δε δακτύλῳ αυτών ου θέλουσι κινήσαι αυτά.  πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις» (Ματθ.23,1-5).  
      Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας. Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι’ αυτό τους μισούσε
δικαιολογημένα ο λαός. Ήταν πλούσιοι από τις άνομες και άδικες δραστηριότητές τους και αυτό επέτεινε το φθόνο και την αγανάκτηση του λαού προς αυτούς.
       Δύο αντίθετοι αντιπροσωπευτικοί τύποι της κοινωνίας, εκπρόσωποι των δύο αυτών κοινωνικών τάξεων, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα, εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι’ αυτές. Τις απαριθμούσε μία – μία, φωναχτά, να τις ακούνε και οι παραβρισκόμενοι στους χώρους του ναού,  κάνοντας επίσης αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη. 
      Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθανόμενος τη δεινή του αμαρτωλή κατάσταση, με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Δεν έχει να απαριθμήσει αρετές, αλλά και αν είχε, αυτές θα ήταν πνιγμένες στο πέλαγος των αμαρτιών του. Δεν έχει την τόλμη να κοιτάξει ψηλά το ουρανό, όπου βρίσκεται ο θρόνος του Θεού, αλλά κοιτά χαμηλά τη γη, όπου διαπράττεται η αμαρτία. Τα μάτια του τρέχουν δάκρια, ως ξεχείλισμα των κριμάτων της καρδιάς του.  Ο τόνος της φωνής του είναι χαμηλός, τόσο χαμηλός ώστε να τον ακούει μόνο ο Θεός. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι αναστεναγμοί του, ως κραυγή απόγνωσης και απελπισίας.  Δεν έχει το κουράγιο να υψώσει τα χέρια του, αλλά με αυτά χτυπά το στήθος του, σαν να δέρνει τον παλιό κακό εαυτό του για τις τόσες και μεγάλες αμαρτίες του. Μέσα στη συντριβή του δε μπορεί να δει τον εγωιστικά στεκάμενο δίπλα του Φαρισαίο και να ακούσει τις εγωιστικές φλυαρίες του . Ίσως να άκουσε μόνο την τελευταία φράση του, ότι δεν είναι σαν εκείνον δίκαιος, και ασφαλώς θα συμφώνησε μαζί του. Αυτή όμως η μετάνοιά του, η αληθινή συντριβή του, τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού. Πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια, η οποία είναι το χειρότερο εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια, ως μια λίαν νοσηρή πνευματική κατάσταση, εμποδίζει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας και τη διάθεση για μετάνοια. Εγωισμός και μετάνοια είναι δυο έννοιες εντελώς αντίθετες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία αναιρεί την άλλη. Οι πύλες της ψυχής του εγωπαθούς ανθρώπου είναι ερμητικά κλειστές για τη θεία χάρη και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η σωτηρία του, όσο εμμένει στην εγωιστική του περιχάραξη.
      Η υπερηφάνεια και ο εγωισμός είναι καταστάσεις εωσφορικές. Πρώτος διδάξας ο Εωσφόρος, ο οποίος δε μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο από το Θεό και δημιουργό του και γι’ αυτό διανοήθηκε να στήσει το θρόνο του πάνω από το θρόνο της μεγαλοσύνης Του, «εις τον ουρανόν αναβήσομαι, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου, αναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω» (Ησ.14,13-14). Αλλά αυτή η αλαζονική του απόφαση είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μην πραγματοποιήσει το σκοπό του, αλλά να χάσει τη δόξα και την τιμή που του είχε χαριστεί από το Θεό και να καταπέσει στην έσχατη απαξία. Και ακόμη, από ανείπωτο μίσος και φθόνο, θέλησε να μεταδώσει και στον άνθρωπο, το κορυφαίο δημιούργημα του Θεού, τη φθοροποιά και καταστροφική έξη του εγωισμού. Έπεισε
 τους πρωτοπλάστους ότι δήθεν ήταν ικανοί από μόνοι τους να γίνουν θεοί (Γεν. 3οκεφ.), συμπαρασύροντάς τους στη δική του δίνη και καταστροφή.
      Αυτή ακριβώς την κατάσταση έχει υπόψη της η Εκκλησία μας και θέσπισε την κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, η οποία σηματοδοτεί την μεταπτωτική κατάσταση του ανθρωπίνου γένους, αρχίζοντας από τη στηλίτευση του εγωισμού, ως την πρωταρχική αιτία της πτώσεως και της κατοπινής δραματικής πορείας του ανθρώπου. Μας καλεί να κάνουμε μια μεγάλη θυσία αυτές τις αγιασμένες μέρες που ακολουθούν. Να θυσιάσουμε τον εγωισμό μας, ως την πλέον ευάρεστη θυσία στο Θεό, διότι «θυσία τω Θεώ, πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει» (Ψαλμ.50,19). Να θεωρήσουμε τον εγωιστικό εαυτό μας ως το χειρότερο και τον πλέον επικίνδυνο εχθρό μας, διότι αν δεν τον νικήσουμε, θα μας νικήσει εκείνος και θα μας στείλει εξάπαντος στην απώλεια.
      Είναι θεμελιώδους σημασίας ο λόγος του Κυρίου μας: «ο μείζων υμών έσται υμών διάκονος. όστις δε υψώσει εαυτὸν ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτὸν υψωθήσεται» (Ματθ.23,11-12)! Ο πραγματικά σπουδαίος, για το Χριστό, είναι αυτός που θέτει τον εαυτό του υπηρέτη των άλλων και τον θεωρεί κατώτερο από εκείνους. Εξίσου θεμελιώδους σημασίας είναι και η διαβεβαίωσή Του: «αμὴν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού»(Ματθ.21,32), που σημαίνει πως συγκάτοικοί μας στον παράδεισο θα είναι μετανοούντες αμαρτωλοί, ενώ θα απουσιάζουν οι αμετανόητοι νομιζόμενοι δίκαιοι!  
      Η περίοδος του Τριωδίου είναι κατ’ εξοχήν περίοδος αγώνα κατά της εγωπάθειας και άσκηση της αρετής της ταπείνωσης, ως μονόδρομος της σωτηρία μας. Αποτελεί το προπαρασκευαστικό χρονικό διάστημα πριν το Πάσχα, για την οντολογική προετοιμασία ημών των πιστών για την ύπατη και λαμπρότατη εορτή της Εκκλησίας μας. Για την ψυχοσωματική μας κάθαρση από όλους εκείνους τους ρίπους, που μολύνουν την ύπαρξή μας και μας καθιστούν οντότητες νοσηρές, έκπτωτες από την αυθεντικότητά μας. Η μετοχή μας στη φωτοφόρο πανήγυρη των πανηγύρεων απαιτεί προσωπική ανακαίνιση και ιδιαίτερα απόρριψη του εγωισμού μας, ειδάλλως  το ανέσπερο αναστάσιμο φως θα καταδείξει την ψυχική μας ρυπαρότητα και δε θα δυνηθούμε να γίνουμε κοινωνοί του Αναστάντος Λυτρωτή μας, αφήνοντάς μας ανέγγιχτους  οι άρρητες δωρεές της Αναστάσεως. Είναι ανάγκη, λοιπόν, όπως μας παροτρύνει ο απόστολος Παύλος, να «μορφωθεί ο Χριστός» στην ύπαρξή μας (Γαλ.4,19).  Και η μόρφωσή μας εν Χριστώ ξεκινά με την αποβολή της εγωπάθειάς μας και την απόκτηση της ταπείνωσης, η οποία, μόνη αυτή, μπορεί να μας υψώσει ως το θρόνο του Θεού. 

«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας ζωοδότα…». Υπό αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Πρ. Ιερού Ναού Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς.



«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας ζωοδότα…».
Από την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου, την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, η Εκκλησία, μάς εισάγει σε μιά νέα περίοδο του εορτολογίου της, την περίοδο του κατανυκτικού Τριωδίου.Μας δίδει έτσι την αφορμή να στρέψουμε και πάλι την προσοχή μας προς το νόημακαι το περιεχόμενό της, προκειμένου να εμβαθύνουμε και βιώσουμε κάπως το μυστήριο της μετανοίας, που αποτελεί το κεντρικότερο και κυρίαρχο χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου αυτής.Στην παρούσα αναφορά μας θα στρέψουμε την προσοχή μας στην πλούσια και θεοφώτιστη υμνογραφία της, και πιό συγκεκριμένα, θα προσπαθήσουμε, συν Θεώ να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά κάποια ιδιόμελα κατανυκτικά τροπάρια, τρία τον αριθμό, που ψάλλονται σ’ όλες τις Κυριακές του Τριωδίου μέχρι και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, μετά το εωθινό ευαγγέλιο και τον 50ο Ψαλμό.

Το πρώτο αρχίζει με την φράση: «Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας ζωοδότα…».Παρακαλεί ο υμνογράφος, και διά μέσου αυτού όλη η Εκκλησία, να μας ανοίξη ο ζωοδότης Χριστός τις πύλες της μετανοίας. Παρουσιάζει την μετάνοια, να έχει κάποιες πύλες, μέσα από τις οποίες πρέπει να περάσουμε, προκειμένου να βαδί-σουμε κατόπιν στον δρόμο, που ανοίγεται μετά τις πύλες, που είναι ο δρόμος της μετανοίας, ο δρόμος της επιστροφής προς τον Θεόν. Παρακαλούμε τον Θεόν να μας ανοίξη αυτές τις πύλες, διότι μόνοι μας δεν έχουμε την δύναμη να περάσουμε μέσα απ’ αυτές. Η μετάνοια είναι χάρισμα, είναι δωρεά, που την δίδει ο Θεός. Δεν είναι κατόρθωμα, που εξαρτάται από τις δυνάμεις του ανθρώπου. Ωστόσο η δωρεά αυτή χαρίζεται μόνον σε εκείνους, που εκτιμούν την αξία της και ζητούν με ταπείνωση να την λάβουν. Εν όσω λοιπόν ζούμε σ’ αυτήν την ζωή, ας παρακαλούμε τον Χριστόν, να μας χαρίσει το πολύτιμο αυτό δώρο και να μας ανοίξει τις πύλες της μετανοίας, πριν μας τις κλείσει ο θάνατος, διότι τότε θα είναι πλέον αργά, αφού δεν είναι δυνατόν να ανοίξουν μετά θάνατον. «Έως μεν γαρ άνώμεν εν τη παρούση ζωή», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «δυνατόν μεταγνόντας του εντεύθεν απόνασθαι κέρδους», δηλαδή εν όσω ακόμη βρισκόμαστε στην παρούσα ζωή, είναι δυνατόν, αφού μετανοήσωμε, να επωφεληθούμε το κέρδος, που προέρχεται από την μετάνοια. Εάν όμως φύγουμε από την ζωή αυτή αμετανόητοι, τότε «ουδείς έσται εκεί λοιπόν ο εξαιρούμενος τον υπό της οικείας ραθυμίας προδεδομένον», δηλαδή κανένας δεν θα μπορέσει να σώσει εκείνον, που έχει προδοθή από την αδιαφορίαν του.
«Της σωτηρίας εύθυνόν μοι τρίβους Θεοτόκε…». Κατόπιν ο υμνογράφος στρέ- φεται προς την Θεοτόκον, διότι αυτή έχει παρρησία περισσότερη από όλους τους αγίους και ζητά από αυτήν να τον οδηγήσει στους δρόμους της σωτηρίας. Ο δρόμος της σωτηρίας δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετανοίας. Ζητά δε να τον καθοδηγήσει στον δρόμο αυτόν, ώστε να βαδίσει με ασφάλεια και σταθερότητα και να μην ξεφύγει και πλανηθή σε άλλους δρόμους, στους δρόμους της αμαρτίας και της ασωτείας, που οδηγούν στην απώλεια. Πράγματι, όταν ένας οδοιπόρος βαδίζει έναν δρόμο, που δεν τον ξέρει, για πρώτη φορά, έχει ανάγκη από έναν οδηγό, διότι αλλοιώς θα πλανηθή και δεν θα φθάσει ποτέ στον προορισμό του. Έτσι και εμείς. Δεν είναι αρκετό να μπούμε στο δρόμο της μετανοίας, αλλά να φθάσουμε και στο τέρμα αυτού του δρόμου, που είναι η κάθαρσις της ψυχής και η σωτηρία. Επειδή λοιπόν και εμείς υπάρχει κίνδυνος κατά την διάρκεια της πορείας μας στο δρόμο αυτόν να ξεφύγουμε σε άλλους δρόμους και να χαθούμε, γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από την βοήθεια της Θεοτόκου. Τον κίνδυνο αυτόν της αποπλανήσεως επισημαίνει και ο ψαλμωδός: «Τα διαβηματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν σου και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία» (ψαλμ.118,133). Δηλαδή κατεύθυνε την πορεία της ζωής μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην με κυριεύσει και αιχμαλωτίσει οποιαδήποτε αμαρτία. Επίσης ο θεόπνευστος λόγος από το βιβλίο των Παροιμιών επισημαίνει: «Ορθάς τροχιάς ποίεισοιςποσί και τας οδούς σου κατεύθυνε. Μη εκκλίνης εις τα δεξιά μηδέ εις τα αριστερά, απόστρεψον δε σον πόδα από οδού κακής» (4,26-27). Δηλαδή οι πόδες σου ας βαδίζουν ευθείς δρόμους. Μη παρεκκλίνης ούτε στα δεξιά, ούτε στα αριστερά, αλλά βάδιζε την ευθείαν μέσηνοδόν. Αυτή δε η ευθεία μέση οδός είναι η οδός των εντολών του Χριστού, η οδός της μετανοίας. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος, αν αναλογιστεί κανείς, ότι πολλοί ήταν εκείνοι, που ξεκίνησαν και προχώρησαν για ένα διάστημα ορθά στον δρόμο της χριστιανικής ζωής, στη συνέχεια όμως παρασύρθηκαν σε μιά κοσμική ζωή,επιδιώκοντες τις ηδονές, την δόξα και το χρήμα, ή έπεσαν θύματα αιρέσεων και παραθρησκευτικών ομάδων.
«Αισχραίς γαρ κατερρύπωσα την ψυχήν αμαρτίαις…». Ο υμνογράφος ζητά την καθοδήγηση της Θεοτόκου στον δρόμο της μετανοίας και της καθάρσεως, διότι αισθάνεται την ψυχή του μολυσμένη και ακάθαρτη από κάθε είδος αισχράςαμαρ-τίας. Αισθάνεται υποδουλωμένος στα σαρκικά πάθη. Η ζωή του υπήρξε άσωτη και ακόλαστη. Εδώ μας υπενθυμίζει τον άσωτο υιό της παραβολής, ο οποίος, αφού προηγουμένως παραδόθηκε στην ικανοποίηση των σαρκικών του επιθυμιών, κατάντησε τελικά ένας ακάθαρτος χοιροβοσκός. Αισθάνεται όλο αυτό το ελεεινό κατάντημά του και πονάει βαθειά η ψυχή του. Βλέπει την ακαθαρσία των παθών του και υποφέρει. Στενάζει και κλαίει και ζητάει το έλεος του Θεού και την βοή- θεια της Θεοτόκου. Μοιάζει με εκείνον, που από απροσεξία κατάπιε δηλητήριο και αισθάνεται φρικτούς πόνους στο στομάχι. Μόνον ψυχές, που αισθάνονται την πνευματική ερήμωσή τους, μόνον αυτές ήδη άρχισαν να βαδίζουν πραγματικά τον δρόμο της μετανοίας. Η συναίσθησις των αμαρτιών μας και της πνευματικής μας καταστάσεως είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο της μετανοίας. Μόνο ένας άρρω- στος, που συναισθάνεται και υποφέρει από την αρρώστια του, θα καταφύγει στο γιατρό. Ένας όμως που δεν γνωρίζει, ότι είναι άρρωστος, πώς είναι δυνατόν να καταφύγει στο γιατρό και να ζητήσει θεραπεία; Έτσι λοιπόν δεν είναι δυνατόν να βιώσει κανείς την μετάνοια, όταν δεν συναισθάνεται την πνευματική του ερήμωση και αθλιότητα. Όταν ο Θεός αρχίζει να κατεργάζεται σε μιά ψυχή την μετάνοια και την κάθαρσή της, τότε την φωτίζει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να έλθη σε επίγνωση του εαυτού της, να αποκτήσει αυτογνωσία. Την βοηθά να συναισθανθή την αμαρτωλότητά της, την αδυναμία της, τα δεσμά των παθών, στα οποία είναι δεμένη. Ο άσωτος υιός της παραβολής τότε μόνον πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς τον πατέρα, δηλαδή τον δρόμο της μετανοίας, όταν ήρθε σε μια συναίσθηση της καταστάσεώς του: «Εις εαυτόν δε ελθών είπε. Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι» (Λουκ.15,17). Το ίδιο βλέπουμε και στην άλλη παραβολή, του Τελώνου και Φαρισαίου. Ο Τελώνης τότε μόνον άρχισε, να βιώνει την μετάνοια, χτυπώντας το στήθος κατά την ώρα της προσευχής και λέγοντας «ο Θεός ιλάσθητίμοι τω αμαρτωλώ», Θεέ μου εσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό, όταν προηγουμένως ήρθε σε συναίσθηση της αμαρτωλότητός του.
«Ως ραθύμως τον βίον μου όλον εκδαπανήσας…». Όλο αυτό το ελεεινό κατάντημα, στο οποίο έφθασα, λέγει ο υμνογράφος, δεν οφείλεται σε κανέναν άλλον, παρά μόνον στον εαυτόν μου, στην ιδική μου αμέλεια και ραθυμία. Στο γεγονός δηλαδή, ότι εξόδευσα όλες τις ημέρες της ζωής μου, ζώντας μέσα στην ασωτεία. Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του αμαρτωλού, που αληθινά μετα- νοεί, είναι, ότι δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, να επιρρίψει το βάρος της ευθύνης των αμαρτημάτων του σε άλλους, ή στον Θεόν. Μέμφεται και κατηγορεί τον εαυτόν του ως τον μόνον αίτιο και υπεύθυνο της αθλιότητός του. Αυτή η αναγνώρισις της ενοχής μας, που στη γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζεται αυτομεμψία, είναι ένα ακόμη δεύτερο, μετά την αυτογνωσία και συναίσθηση της καταστάσεώς μας, βήμα στο δρόμο της αληθινής μετανοίας. «Οι κατακρίνοντες εαυτούς εφ’ οίςαμαρτάνουσι, προλαμβάνοντες αποκρούονται την παρά του Θεού ψήφον», παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος. Δηλαδή εκείνοι, οι οποίοι καταδικά- ζουν τους εαυτούς των για τα αμαρτήματά τους, προλαμβάνουν και αποτρέπουν την καταδικαστική απόφαση του θεού. 
Η ραθυμία και αμέλεια είναι πάθος βαρύ και θανάσιμο, που παραλύει όλες τις δυνάμεις της ψυχής και την παραδίδει τελικά στον πνευματικό θάνατο. Οι ημέρες και τα χρόνια της ζωής φεύγουν χωρίς πνευματική πρόοδο. Τα πάθη ριζώνουν βαθειά μέσα στην ψυχή και γίνονται δευτέρα φύσις. Ένας τέτοιος θανάσιμος ύπνος της ψυχής έρχεται σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, όταν μας απορροφήσουν τελείως οι βιοτικές μέριμνες και φροντίδες. Τότε αρχίζουμε και παραμελούμε, προβάλλοντες διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες, τα πνευματικά μας καθήκοντα και το έργο του πνευματικού αγώνος για τον αγιασμό της ψυχής μας γίνεται πάρεργο. Από αυτόν τον θανάσιμο κίνδυνο θέλοντας να μας προφυλάξει ο Κύριος, λέγει: «Προσέχετε δε εαυτοίςμήποτεβαρηνθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μερίμναιςβιοτικαίς και αιφνίδιος εφ’ υμάς επιστή η ημέρα εκείνη» (Λουκ.21,34). Δηλαδή προσέχετε στους εαυτούς σας μήπως οι ψυχές σας γίνουν βαρειές και ανίκανες να προσέχουν και να αγρυπνούν. Τούτο δε μπορεί να συμβή από την ασωτεία και την μέθη και τις αγωνιώδεις και βασανιστικές φροντίδες και μέριμνες της παρούσης ζωής. «Έδωκέ σοι βίου προθεσμίαν ο Θεός εις το θεραπεύειν αυτόν, συ δε μάτην αναλίσκεις σαυτόν. Ερεί και ο Θεός: Χρόνονυμίνδέδωκα προς το μαθείν την τέχνην της ευλαβείας, τίνος ένεκεν μάτην ανηλώσατε τούτον;», επισημαίνει ο άγιος Χρυσόστομος. Δηλαδή ο Θεός σού έδωκε προθεσμίαν χρόνου την παρούσα ζωή, για να θεραπεύσης τον εαυτόν σου από τα πάθη. Εσύ δε σπαταλάς τον χρόνον σου στην ματαιότητα. Τότε λοιπόν θα πεί και ο Θεός: Σας έδωσα τον πολύτιμο χρόνο της ζωής, για να μάθετε την  τέχνη του πνευματικού αγώνος, γιατί λοιπόν τον σπαταλήσατε άσκοπα;
«Τα πλήθη των πεπραγμένων μοι δεινών εννοών ο τάλας…». Όταν συνει- δητοποιήσω βαθειά, όταν έλθω σε αίσθηση του πλήθους των αμαρτιών μου, αλλά και το φοβερό δικαστήριο, που με περιμένει την ημέρα της κρίσεως, με κατά- λαμβάνει φόβος και τρόμος. Ο υμνογράφος ζεί αυτή την ώρα σ’ όλη του την έκταση και δραματικότητα δύο φοβερές πραγματικότητες. Η μία πραγματικότης: Τα πλήθη των αμαρτιών, το καταθλιπτικό βάρος των οποίων πιέζει την συνείδησή του. Η άλλη: Η φοβερά ημέρα της κρίσεως, κατά την οποία θα στηθή το παγκόσμιο δικαστήριο, όπου θα γίνει λεπτομερής εξέτασις και απολογία για όλες τις πράξεις του. Τα μέν έργα του, τα πλήθη των αμαρτιών του, θα γίνουν φανερά, ώστε να μην μπορεί να κρύψει τίποτε. Ο δε δικαστής δίκαιος και απροσωπόληπτος, ώστε να είναι αδύνατον να τον εξαπατήσει κανείς. Αυτό λοιπόν το μελλοντικό δικαστήριο το έχει στήσει από τώρα και έχει γίνει ο ίδιος δικαστής του εαυτού του. Έχει βγάλει μόνος του την απόφαση, η οποία είναι καταδικαστική. Δεν έχει να προβάλει καμμιά δικαιολογία, είναι τελείως αναπολόγητος. Του αξίζει η αιώνιος κόλασις. Ψυχή, που έχει πάντα μπροστά της τα αμαρτήματά της, ποτέ δεν θα υπερηφανευθή, ούτε ποτέ θα κρίνει τα αμαρτήματα των άλλων. Ψυχή η οποία έχει πάντα μέσα της την μνήμη της ημέρας της κρίσεως, ποτέ δεν θα επιθυμήσει γλέντια και διασκεδάσεις και την δόξα του κόσμου.
«Αλλά θαρρών εις το έλεος της ευσπλαγχνίας σου…». Η βαθειά επίγνωσις του πλήθους των αμαρτημάτων του  και του φοβερού δικαστηρίου συγκλονίζουν βέβαια τον υμνογράφο, ωστόσο όμως δεν παραλύουν την ψυχή του και δεν τον ρίχνουν σε απόγνωση. Μπορεί βέβαια οι αμαρτίες του να είναι πολλές και μεγάλες, αλλά το έλεος του Θεού είναι πέλαγος ασύγκριτα μεγαλύτερο, μέσα στο οποίο σβήνουν όλες οι αμαρτίες του, όσο πολλές και μεγάλες και αν είναι. Η ευσπλαγχνία του Θεού τον αναπτερώνει, του δίδει θάρρος, τον ωθεί προς τον Θεόν. Όπως ένας ναυαγός, που κινδυνεύει να πνιγεί μέσα στο πέλαγος, βρίσκει ξαφνικά μιά σανίδα σωτηρίας και αρπάζεται από αυτήν και σώζεται, έτσι και αυτός. Μοναδική σανίδα σωτηρίας γι’ αυτόν είναι το έλεος του Θεού. Ότι δηλαδή ο Θεός δεν θα τον αποστραφεί, εφ’ όσον μετανοήσει ριζικά και οριστικά. Είναι βέβαιος, ότι θα τύχει του θείου ελέους, διότι έχει υπ’ όψιν του πλείστα όσα παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι, αν και έπεσαν σε πολλές και μεγάλες αμαρτίες, εν τούτοις όμως τους εδέχθη ο Θεός, όταν μετανόησαν: Ο ληστής επί του σταυρού, η πόρνη που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, ο Πέτρος που τον αρνήθηκε τρείς φορές, ο Ζακχαίος που τον υποδέχθηκε στο σπίτι του, ο Παύλος που καταδίωκε την Εκκλησία του Χριστού κ.α.
«Ως ο Δαυΐδ βοώ σοι, ελέησόν με ο Θεός…». Έχοντας πλήρη την επίγνωση του πλήθους των αμαρτιών του, ο υμνογράφος, και της αθλιότητος, στην οποία κατήν- τησε, δεν χάνει την ελπίδα της σωτηρίας του. Ενθυμείται αυτή την ώρα τον Δαυΐδ, στον οποίον ο πλούτος της ευσπλαγχνίας του Θεού αποδείχθηκε μιά χειροπιαστή πραγματικότης και όχι ένας απλός κενός λόγος. Ο Δαυΐδ, αν και αμάρτησε με θανάσιμες αμαρτίες, ωστόσο όμως κατόπιν εβίωσε όλο το μυστήριο της μετανοίας μέχρι τέλους της ζωής του. Όπως λοιπόν τότε εδέχθηκε την μετάνοια του Δαυΐδ, έτσι τώρα ζητά να δεχθή και αυτόν. Παίρνει στο στόμα του τα ίδια τα λόγια του Δαυΐδ και μ’ αυτά ικετεύει την ευσπλαγχνία του. Ζητεί δε να φανή και σ’ αυτόν το έλεος του Θεού τόσο μεγάλο, όσο φάνηκε και στον Δαυΐδ. Να είναι το έλεός του αντάξιο της ευσπλαγχνίας του. Και τούτο θα γίνει όταν, όχι μόνον καθαρίσει την ψυχήν του από τον ρύπο της αμαρτίας, αλλά τον καταστήσει επί πλέον υιόν και κληρονόμον της Βασιλείας του.
Αυτή την βαθειά μετάνοια του Δαυΐδ μακάρι να δώσει ο Θεός σε όλους μας, αγαπητέ φίλε αναγνώστα, αρχής γενομένης από την φετεινή περίοδο της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αμήν.

Και πάλιν Τριώδιον και πάλιν ταπείνωση υψοποιός... π.Παντελεήμον Κρούσκος




Και πάλιν Τριώδιο και πάλι Τελώνης και Φαρισαίος και πάλι η ορθή προσευχή και η υψοποιός ταπείνωση. " Θέλω να σας μιλήσω για την ταπείνωση αδελφοί και φοβούμαι" , γράφει ο αββάς Ισαάκ "διότι θα μιλήσω για πράγμα σπουδαίο" , πού φτάνει ως τον ουρανό και τον Θεό.Ταπείνωσις εστί "στολή της θεότητος", διότι την ταπείνωση ντύθηκε ο Λόγος του Θεού για να συναναστραφεί με τους ανθρώπους.

Πώς να εισακουστούν και να εκτιμηθούν τα λόγια του αββά Ισαάκ σήμερα; Σήμερα η ταπείνωση θεωρείται ταπεινολογία, φαρισαισμός, αδυναμία, δειλία.Δεν διακρίνουμε την παρρησία από το θράσος, αλλά ούτε και τον εξευτελισμό και την ένοχη σιωπή από την αληθινη ταπείνωση. Η ταπείνωση στον άνθρωπο σε αντίθεση με τον ταπεινούντα εαυτόν εως γης Χριστόν,  έχει και σχήμα και ενεργεια εσωτερικά κυρίως. Κοσμεί τον μέσα άνθρωπο. Η ταπεινοσχημια όμως δεν διαφέρει από αυτή την κομπαστική υπερηφάνεια που έκανε τον Φαρισαίο "άγιο" και δικαιούντα εαυτόν. Γι'αυτό και οι πραγματικά ταπεινοί είναι και δυσδιάκριτοι, αλλά και σε έναν κόσμο αυτοπροβολής και επιδεικτικής θρησκευτικότητας, καλά κρυμμένοι. Λέγεται για τους αγίους σαλούς, πώς επιδείκνυαν αχαρακτήριστες και σκανδαλώδεις συμπεριφορές για να κρύψουν την αγιότητα τους.Αυτή είναι η μεγαλειώδης ταπείνωση πού δεν χωρεί αμφισβήτηση παρά μόνο διακριτικώς θαυμασμό και σεβασμό.

Φυσικά το μόνο μήνυμα της αυριανής Κυριακής δεν είναι μόνον η ταπείνωση ως αυτοσκοπός, αλλά και το ορθόν μέσον , η ευάρεστη στον Θεό προσευχή. Αν οι αρχαίοι προσέφεραν στον Θεό , θυσίες και ολοκαυτώματα, η δική μας λατρεία ορίζει μοναδική και ευάρεστη θυσία "καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμενη". Η ορθόδοξη λατρεία είναι θέατρον και δράμα, αλλά και "ανάμνησις" ταπεινώσεως. Η Φάτνη, ο Γολγοθάς, ο Τάφος, η Ανάσταση,οι ζωντανές αποδείξεις της Αφάτου Κενώσεως είναι έμπροσθεν μας και μας διδάσκουν, μας μυούν στο μυστήριο και το ήθος της ταπείνωσης, με Μυσταγωγό αυτόν τον ίδιο τον Αμνό του Θεού, τον πράο και ταπεινό τη καρδιά και εαυτόν ταπεινώσαντα και κενώσαντα εως θανάτου Σταυρού.

Μπαίνουμε και πάλι στο ευλογημένο Τριώδιο , πού αρχίζει από τον Ναό των Ιεροσολύμων, με την προσευχή των δύο μεγάλων αμαρτωλών  και καταλήγει στον εσφραγισμένο λίθο του Παναγίου Τάφου, το Μεγάλο Σάββατο. Το στοιχημα λοιπόν είναι η νέκρωση της αμαρτίας για να δούμε την Ανάσταση, νέκρωση τελωνική και όχι εντύπωση φαρισαϊκή.Θέλει γενναιότητα ψυχής για να μπούμε στο Τριώδιο.Γενναιότητα να απορρίψουμε όλα αυτά που αγαπάμε και συνηθίζουμε. Να βγούμε από τον εαυτό μας. Να μονωθούμε στην έρημο, ζώντας παράλληλα την κοινωνία των ανθρώπων.Η Εκκλησία μέσα στο Τριώδιο όρισε την πυκνή λειτουργική ζωή και προσευχή. Αυτά μας προσδιορίζουν και δίνουν χρώμα και κατεύθυνση στον αγώνα μας. Ας πάρουμε την γενναία απόφαση...

 πηγή

Δάκρυα Μετανοίας, του Αρχιμ. π. Καλλινίκου Πουλή,


Δάκρυα Μετανοίας
του Πανοσιολογιώτατου Αρχιμ. π. Καλλινίκου Πουλή
Καθηγούμενου της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγιαλείας
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων
Από αύριο, 15 Φεβρουαρίου 2010 μπαίνουμε στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Το κυριότερο γνώρισμά της είναι η νηστεία, με όλο το βάθος και το πλάτος και το ύψος, που της δίνουν ο λόγος του Θεού και οι ερμηνευτές του, οι θεοφόροι Πατέρες.
Καλούμεθα, να υποδεχθούμε την νηστεία ως βασίλισσα των αρετών: “Προκαθάρωμεν εαυτούς τη βασιλίδι των αρετών. Ιδού γαρ παραγέγονε, πλούτον ημίν αγαθών κομίζουσα” (δοξαστικό Κυρ. Απόκρεων).
Καλούμεθα να γυμνασθούμε πνευματικά στο γυμναστήριο της νηστείας κάνοντας όλες τις απαραίτητες ασκήσεις. “Ο αθλών προγυμνάζεται, ο νηστεύων προεγκρατεύεται” (Μ. Βασίλειος)
Καλούμεθα με χαρά να ζήσουμε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έχοντας πάντοτε μαζί μας την φίλη νηστεία.
Οι φτωχοί την έχουν συγκάτοικό τους.
Οι νοικοκυρές την έχουν ως ξεκούραση.
Οι πλούσιου την έχουν ως ιατρό του πάθους τους.
Οι άρρωστοι την έχουν ως μητέρα της υγείας.
Οι υγιείς ως εγγύηση της υγείας τους.
Οι χριστιανοί ως φάρμακο εγκρατείας.
Οι άγιοι ως παραδεισένια προαπόλαυση.
Οι Άγγελοι την έχουν ως συνόμιλο.
(Μ. Βασίλειος)
Ας μπούμε με χαρά στο στάδιο των αρετών, στην περίοδο της νηστείας. Ας έχουμε στέρηση και αύξηση συγχρόνως. Στέρησις βρωμάτων και παθών αμαρτωλών. Αύξησις πνευματικής ζωής. Αν η κοιλία αδειάζει την περίοδο της νηστείας, το πνεύμα γεμίζει.
Απολαμβάνει περισσότερη προσευχή, περισσότερη μελέτη του λόγου του Θεού.
Η Εκκλησία, ως ουράνιο πνευματικό εστιατόριο, μας καλεί στην πανδαισία των ειδικών ιερών ακολουθιών της Μεγάλης Σαρακοστής “Κατατρυφήσωμεν του Κυρίου” (Μ. Βασίλειος).
Και όταν πλέον κατατρυφήσωμεν του Κυρίου, τότε αποκτούμε την μετάνοια η οποία είναι ένα από τα γνωρίσματα της νηστείας.
Κάλεσμα λοιπόν μετανοίας και πάλι, με αφορμή την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ήδη από την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, ικετεύουμε τον Κύριο του Σταυρού και της Αναστάσεως, του ελέους και των οικτιρμών, να δώσει καιρό μετανοίας.
Μέχρι την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών παρακαλούμε “Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα.” Η μετάνοια είναι η νέα ενέργεια, που χαρίζει ο Χριστός σε εμάς τους αμαρτωλούς. Μόνο με τον Χριστό λειτουργεί αποφασιστικά και σωστικά η μετάνοια. Ούτε πριν, ούτε μετά, αλλά τώρα.
Πριν από τον Χριστό η μετάνοια ήταν ξέσπασμα ειλικρίνειας του αμαρτωλού, αλλά χωρίς λύτρωση. Ακόμα και μπροστά στον Ιωάννη τον Βαπτιστή η μετάνοια δεν χάριζε άφεση. Ήταν ιατρός ο Ιωάννης, αλλά μόνο με καλή διάγνωση, με αγαθή συμπάθεια, με σωστή συμβουλή, χωρίς όμως το φάρμακο, αφού το φάρμακο της αφέσεως και της σωτηρίας είναι μόνο ένα: Το Αίμα του Ιησού Χριστού.
Μετά δε την παρούσα ζωή δεν λειτουργεί και πάλι σωστικά η μετάνοια. Μετά θάνατο η μετάνοια είναι φάρμακο ληξιπρόθεσμο. Λειτουργεί όχι με σωστικές ενέργειες, αλλά με κολαστικές παρενέργειες. Η μετάνοια είναι η απάντησις του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού.
Αν δεν πάρουμε διαζύγιο από την αμαρτία, δεν ενώνεται η ύπαρξίς μας με τον Ιησού Χριστό. Η μετάνοια είναι η ηρωική μας έξοδος. Είναι η ορμή να βγούμε από τον εαυτό μας, για να συναντήσουμε τον Θεό. Να βγούμε από την κόλασή μας, για να ζήσουμε τον παράδεισο του Θεού.
Ο Πανάγαθος Κύριος, που δέχθηκε τα δάκρυα τόσων αμαρτωλών, ας δεχθεί και την δική μας μετάνοια. “Ο του Πέτρου τον κλαυθμόν και της πόρνης, Λόγε, τα δάκρυα, προσδεξάμενος, Χριστέ, και τον Τελώνην μόνον στενάξαντα, οικτίρας ως εύσπλαχνος, και εμέ προσπίπτοντα και αιτούμενον, πταισμάτων συγχώρησιν, δοθήναι μοι, Κύριε, υπεράγαθε, λύτρωσαι της εκεί γεέννης ως εύσπλαχνος” (Παρακλητική, Τρίτη του δ΄ήχου)
Με δάκρυα λοιπόν πρέπει να διανύουμε την περίοδο αυτής της Μ.Τεσσαρακοστής, με δάκρυα μετανοίας και το τονίζω αυτό, γιατί υπάρχουν πολλών ειδών δάκρυα. Ας το αναλύσουμε λίγο.
Άνθρωπος, αδελφοί μου χωρίς δάκρυα δεν υπάρχει. Και πλούσιος να είναι κάποιος και βασιλιάς να γίνει και σοφός να αναδειχθεί, το δάκρυ θα είναι συντροφιά της ζωής του. Για δάκρυα μιλάει ο ψαλμωδός Δαβίδ στο γνωστό στίχο: “Οι σπείροντες εν δάκρυσιν, εν αγαλλιάσει θεριούσι” (Ψαλμ. 125).
Υπάρχουν λοιπόν, όπως προανέφερα, πολλών ειδών δάκρυα.
Υπάρχουν τα δάκρυα του πόνου που τρέχουν από τα μάτια θλιμμένων και πληγωμένων.
Υπάρχουν τα δάκρυα της ευθιξίας, που τρέχουν από τα μάτια, όταν μας κάνουν άδικη παρατήρηση ή μας συκοφαντήσουν.
Υπάρχουν τα δάκρυα του εγωισμού που τρέχουν όταν μας προσβάλλουν και θίγεται το “εγώ” μας.
Υπάρχουν τα δάκρυα της χαράς, που πλημμυρίζουν τα μάτια μας ύστερα από κάποια ευχάριστη έκπληξη.
Υπάρχουν τα δάκρυα της συγκινήσεως για κάποιο συγκλονιστικό θέαμα ή άκουσμα.
Υπάρχουν τα δάκρυα του πένθους για κάποιο αγαπητό πρόσωπο που πέθανε.
Υπάρχουν όμως και κάτι άλλα δάκρυα, που σπανίζουν στις μέρες μας. Όπως σπανίζουν ορισμένα λουλούδια που φυτρώνουν πάνω σε ψηλές κορυφές, έτσι σπανίζουν και τα δάκρυα αυτά.
Είναι τα δάκρυα και λύπης και χαράς. Ξεκινούν από την αγία λύπη και καταλήγουν σε χαρά, σε αγγελική χαρά.
Πάντοτε οι άγγελοι είναι χαρούμενοι. Αλλά η χαρά τους μεγαλώνει και πανηγύρι στήνουν, όταν κάτω στη γη παρατηρούν κάποια από αυτά τα δάκρυα. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.
Ένα δάκρυ από τα μάτια του αμαρτωλού, που μετανοεί - και ποιος δεν είναι αμαρτωλός; - αξίζει περισσότερο από όσο αξίζει όλος ο κόσμος.
Με όλα τα πλούτη του κόσμου δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την ηρεμία της ψυχής μας. Με το δάκρυ της μετανοίας, όμως, μπορούμε.
Με όλα τα πλούτη του κόσμου δεν μπορούμε να αποκτήσουμε τον παράδεισο. Με ένα δάκρυ μετανοίας όμως μπορούμε.
Δεν ζητάει, λοιπόν, πολλά πράγματα από μας ο Θεός της αγάπης. Λίγα δάκρυα ζητάει για τα αμαρτήματά μας. Είναι πολύ αυτό; την μετάνοια για τα πολλά μας αμαρτήματα θέλει. Να πενθήσουμε για τις αμαρτίες μας θέλει. Να πενθήσουμε λίγο, για να χαρούμε πολύ. Λέγει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος “Ήμαρτες; πένθησον, και λύεις την αμαρτίαν. Ποίος κάματος ούτος; Ουδέν σε πλέον απαιτώ η το πενθήσαι την αμαρτίαν. Ου λέγω σοι πελάγη τεμείν, ούτε εις λιμένας καταγαγείν, ούτε οδοιπορήσαι, ούτε οδόν άπειρον απελθείν, ούτε χρημάτων καταβολήν, ούτε κυμάτων αγρίων ποιήσασθαι δίοδον, αλλά τι; Πένθησον επί τη αμαρτία” (Ε.Π.Ε.30,120).
Το μεταφράζω: “Αμάρτησες; Λυπήσου, μετανοώντας ειλικρινά, και απαλλάσσεσαι από την αμαρτία. Δεν είναι κοπιώδες αυτό. Σαν να σου λέγει ο Θεός, να κλάψεις για τις αμαρτίες σου ζητώ. Δεν σου ζητώ να διασχίσεις πελάγη, να φθάσεις σε μακρινά λιμάνια, να περπατήσεις σε άγνωστα μέρη, να καταβάλλεις χρήματα, να διαπλεύσεις άγρια κύματα. Τι ζητώ; Να πενθήσεις για την αμαρτία.”
Δάκρυα μετανοίας έτρεχαν από τα μάτια του Δαβίδ και έλεγε:”Πλύνω καθ΄εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω” (ψαλμ.6,7). Κάθε βράδυ ο Δαβίδ μούσκευε το μαξιλάρι του με δάκρυα. Έκλαιγε για τα δύο κυρίως μεγάλα του αμαρτήματα, για την μοιχεία και τον φόνο. Ήταν βασιλιάς, αλλά ευτυχισμένος δεν ήταν. Και αυτό, γιατί κάρβουνο αναμμένο είχε μέσα του.
Η αμαρτία είναι φωτιά. Και όπως για να σβήσει μια φωτιά, είναι ανάγκη να ανοίξουν κρουνοί, έτσι για να σβήσει η φωτιά της αμαρτίας είναι ανάγκη να ανοίξουν οι κρουνοί των οφθαλμών μας, και να τρέξει το πυροσβεστικό υγρό, τα δάκρυα της μετανοίας. Λέγει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος:”Σβέσωμεν την πυρκαϊάν των αμαρτημάτων, ουχ ύδασι πολλοίς αλλά ολίγοις δάκρυσι. Πολύ το πυρ της αμαρτίας, και ολίγω δακρύω σβέννυται. Το γαρ δάκρυον σβέννυσι πυρκαϊάν αμαρτημάτων και αποπλύνει δυσωδίαν αμαρτίας” (Ε.Π.Ε.30,266) Μεταφράζω: “Την πυρκαγιά των αμαρτημάτων ας την σβήσουμε. Δεν χρειάζεται πολύ νερό, αλλά λίγα δάκρυα. Είναι μεγάλη η φωτιά της αμαρτίας, αλλά με λίγα δάκρυα σβήνει. Διότι το δάκρυ σβήνει την πυρκαγιά των αμαρτημάτων και καθαρίζει την δυσωδία της αμαρτίας.”
Βασιλιάς ο Δαβίδ, αλλά ευτυχισμένος δεν ήταν! Και τούτο, επειδή ήταν πληγωμένος. Και ποιός δεν είναι πληγωμένος με τα τραύματα της αμαρτίας; 'Ολοι μας είμαστε πληγωμένοι και τραυματισμένοι από την αμαρτία και πρέπει να βρούμε ιατρείο το οποίο να διημερεύει και να διανυκτερεύει συνέχεια, να είναι συνέχεια ανοιχτό και να διαθέτει δωρεάν περιποίηση και θεραπεία, και το σπουδαιότερο να χαρίζει το φάρμακο που καθαρίζει πληγές και ανακουφίζει από τους πόνους και θεραπεύει το τραύμα! Θα πείτε, υπάρχει τέτοιο ιατρείο; Βεβαίως. Είναι η αγία μας Εκκλησία. Και το φάρμακο; Είναι το Αίμα του Ιησού Χριστού. Η Εκκλησία είναι ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών για κάθε αμαρτωλό. Είναι η αγία μας Εκκλησία για μας τους αμαρτωλούς η Τράπεζα Αίματος. Όλα τα φάρμακα έχουν κάποια προθεσμία. Μετά από αυτήν αχρηστεύονται. Γίνονται επικίνδυνα. Το φάρμακο όμως, που λέγεται Αίμα Χριστού, είναι με ανοικτή προθεσμία. Ποτέ δεν χαλάει. Διατηρείται στους αιώνες ζωντανό. Το Αίμα του Ιησού Χριστού αδελφοί μου, είναι διαχρονικό. Το Αίμα, που απαιτείται για μετάγγιση σε ασθενή, πρέπει να είναι ειδικής κατηγορίας. Το Αίμα του Ιησού Χριστού, που μεταγγίζει στον κάθε αμαρτωλό η αγάπη του Θεού, είναι όχι απλώς της πιο κατάλληλης, αλλά της θεϊκής κατηγορίας. Είναι Αίμα καθαρό, απαλλαγμένο από το μικρόβιο της αμαρτίας.
Κάποτε στα νοσοκομεία παρατηρείται έλλειψις αίματος. Στην Εκκλησία ποτέ, δεν στερεύει το Αίμα της σωτηρίας, που ανέβλυσε από τις πληγές του Εσταυρωμένου. Αυτό το φάρμακο που λέγεται Αίμα Χριστού, προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Κάθε πληγωμένος από την αμαρτία θεραπεύεται, αρκεί το Αίμα του Χριστού να σμίξει με το δικό του δάκρυ. Την ώρα, που εξομολογείται ο αμαρτωλός με δάκρυα στα μάτια, όλα, μα όλα, τα αμαρτήματά του και τα πλέον βρωμερά, καθαρίζονται. Γι’ αυτό και η πολεμική του προαιώνιου εχθρού της σωτηρίας μας, του Σατανά, είναι διπλή. Η μία: Να μας ρίξει στην αμαρτία. Η άλλη: Να εμποδίσει την μετάνοιά μας.
Ας θυμηθούμε το κατανυκτικό τροπάριο: “Ήθελον δάκρυσιν εξαλείψαι των εμών πταισμάτων Κύριε, το χειρόγραφον, και το υπόλοιπον της ζωής μου, δια μετανοίας ευαρεσθήσε Σοι. Αλλ’ ο εχθρός απατά με και πολεμεί την ψυχήν μου. Κύριε, πριν εις τέλος απόλωμαι, σώσον με” (από τα κατανυκτικά του δ΄ ήχου).
Οι άγιοι Πατέρες ενισχύουν την προσπάθεια του αμαρτωλού προς μετάνοια. Ζωγραφίζουν την δύναμη, που έχουν τα δάκρυα της μετανοίας και πόσο καταστρεπτικό είναι, η απογοήτευσις για τις πτώσεις μας.
Ο ιερός Χρυσόστομος, μιλώντας για την ιατρική και θεραπευτική ευκαιρία, που έχει κάθε αμαρτωλός, λέγει: “Μη μοι λέγε, απολώμην και τι λοιπόν; Μη μοι λέγε, ημάρτηκα, και τι ποιήσω; Ιατρόν έχεις ανώτερον της αρρωστίας. Ιατρόν έχεις νικώντα του νοσήματος την φύσιν. Ιατρόν έχεις νεύματι θεραπεύοντα. Ιατρόν έχεις θελήματι διορθούμενον, και δυνάμενον και βουλόμενον”. (Ε.Π.Ε. 33,444). Μεταφράζω: “Μη μου λες: Χάθηκα, και δεν ξεύρω τι να κάνω; Μη μου λες: αμάρτησα, και δεν ξέρω τι να κάνω; Γιατί διαθέτεις ιατρό, που είναι πιο δυνατός από την αρρώστια. Έχεις Ιατρό, που και με ένα του νεύμα θεραπεύει. Έχεις Ιατρό, που και θέλει και μπορεί να σε διορθώσει".
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ως μέσο, λυτρωτικό βλέπουν όχι μόνο τα δάκρυα για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά και τα δάκρυα για τα αμαρτήματα των άλλων. Κλαίγοντας για τα παθήματα των άλλων, υπάρχει ελπίδα να σωθείς και συ, από το δικό σου πάθημα. Λέγει σχετικά ο Μέγας Βασίλειος: “Όταν ίδης επί μετανοία, των ημαρτημένων τον αδελφόν οδυρώμενον, σύγκλαυσον τω τοιούτω και συμπάθει. Ούτω γαρ σου υπάρξει εν αλλοτρίοις πάθεσι το οικείον επανορθούσθαι. Ο γαρ υπέρ της του πλησίον αμαρτίας θερμόν αποστάξας δάκρυον, εαυτόν εξιάσατο, δι΄ών τον αδελφόν επωδύρετο” . (E.Π.Ε. 7,234) Κάνω Μετάφρασις: "Όταν δεις τον αδελφό σου να κλαίει, μετανοώντας, για τα αμαρτήματά του, κλάψε και συ και πόνεσε μαζί του. Διότι έτσι θρηνώντας για τα παθήματα των άλλων, θα επανορθώσεις και το δικό σου πάθημα. Διότι αυτός, που κλαίει θερμά για το αμάρτημα του πλησίον, θεράπευσε τον εαυτόν του, με όσα έκλαψε υπέρ του αδελφού του”.
Ρίζα των δακρύων πρωταρχική, και ακένωτη, είναι, η μετάνοια. Από αυτήν γεννιέται πρώτος και κύριος καρπός ο «φόβος» του Θεού. Ένας φόβος που από την Γραφή χαρακτηρίζεται ως «αρχή σοφίας» (ψαλμ. 110,10). Όσο ο άνθρωπος «σοφίζεται» εν φόβω Θεού, τόσο βαθύτερα βλέπει και νοιώθει τα θαύματα μέσα και γύρω του.
Έτσι είναι φυσικό, ο πιστός να νοιώθει προνομιούχος μεταξύ των άλλων κτισμάτων, όταν ο Θεός «ευδοκήσει» και δώσει στον άνθρωπο, δάκρυα κατανύξεως, συντριβής και ευγνωμοσύνης.
Αιτία λοιπόν των δακρύων είναι η διαπίστωση και η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης λέγει ότι, δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας επειδή, δεν κάναμε θαύματα ή επειδή δεν θεολογήσαμε ή επειδή δεν φθάσαμε, στην θεία θεωρία. Οπωσδήποτε όμως θα δώσουμε λόγο στον Θεό επειδή δεν πενθήσαμε αδιάλειπτα, επειδή δεν παραμείναμε στην διαρκή σωττήρια λύπη για την αμαρτωλότητά μας.
«Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος αδελφοί μου, ιδού καιρός μετανοίας, ιδού καιρός δακρύων».
Ευχηθείτε Σεβασμιώτατε, να αποκτήσουμε την περίοδο αυτή, το χάρισμα των δακρύων, που έχουν την δυνατότητα να μας επιστρέψουν στην πρωτέρα κατάσταση, στην προπτωτική.
Με αυτές τις σκέψεις ζητώ από όλους Σας, Σεβασμιώτατε Πάτερ και Δέσποτα, πατέρες, αδέλφια μου, Συγχώρηση. Καλή Σαρακοστή!

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...