Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2013

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ - ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ


Έλληνοτουρκικός πόλεμος
Ό μοναχός Γεννάδιος, όπως πολλοί ασκη­τές της εκκλησίας, ήταν πνευματοφόρος και χριστοφόρος. Εξ αιτίας αυτής της θείας χάριτος επροφήτευεν, έβλεπε οράματα και έκανε προβλέ­ψεις, όπως θα διαπιστώση ο αναγνώστης από τα παρακάτω που θα γραφούν. Με αφορμή την με­γάλη αποστασία του ανθρώπου από το Θεό, έδίδασκε ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, η Δευτέ­ρα Παρουσία του Κυρίου. Πρώτα θα παραχωρήση ο Κύριος να γίνη παγκόσμιος πόλεμος, διότι ο κόσμος δεν μετανοεί. Ο πόλεμος αυτός θα είναι και ο τελευταίος, επειδή η καταστροφή θα είναι ολοκληρωτική. Ένα μικρό κρατίδιο θα είναι η αφορμή του παγκοσμίου πολέμου. Ίσως το κρα­τίδιο αυτό να είναι η Κύπρος. Όταν έγινε ο κα­τακλυσμός του Νώε. οι άνθρωποι επνίγησαν εις τα νερά. Τώρα θα πνιγούν εις το αίμα.
Εις την Κωνσταντινούπυλιν θα γίνη μακελειό μεγάλο και η θάλασσα θα κοκκινίση από αίματα εσφαγμένων ανθρώπων. Τριχρονίτικο δαμάλι (μοσχάρι)  θα πλεύση στο αίμα. όπως λέγει ο Κοσμάς ο Αιτωλός στις προφητείες. Τούτο δηλώνει την μεγάλη σφαγή, αιματοχυσία και καταστροφή που πρόκειται να γίνη. Ο ουρανός θα γεμίση αερο­πλάνα και θα ρίχνουν φωτιές (βόμβες) εις τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι τρομαγμένοι θα φωνά­ζουν «Παναγία μου... Παναγία μου...»! Ας φωνά­ζουν, ας φωνάζουν οσο θέλουν. Δεν θα τους βοηθή κανείς. Διατί δεν μετανόησαν τόσον καιρόν; Την Κωνσταντινούπολη θα την πάρουν πάλιν οι Έλληνες, αλλά θα γίνη σκοτωμός μεγάλος. Με­γάλη καταστροφή θα πάθωμεν εμείς οι Έλληνες από τις αμαρτίες μας. Πριν αρχίση ο πόλεμος, θα φανή ένας μεγάλος Σταυρός του Χριστού εις τον ουρανόν επάνω από την Κωνσταντινούπολιν.
Οι Τούρκοι θα μας επιτεθούν, θα περάσουν τον Έβρον ποταμόν, προκαλούντες παντός είδους καταστροφάς. Θα φθάσουν ως τα Εξαμίλια (Θεσ­σαλονίκη ή Κόρινθο ή τα έξι μήλια της υφαλοκρηπίδας όπως λέγει ο γέρονρας παΐσιος). Έπειτα θα τους αντεπιτε­θούμε, θα μας βοηθήσουν και άλλοι λαοί, πιθανόν οι Ρώσοι ή οι Γάλλοι. Θα καταδιώξωμεν τότε τους Τούρκους, θα καταλάβωμεν την Πόλιν και την Μικρά Ασία, που άλλοτε ήσαν Ελληνικά εδά­φη. Οι Τούρκοι θα πάθουν μεγάλες καταστροφές, και θα καταδιωχθούν μέχρι την Κόκκινη Μηλιά (στη Μέκκα, πρωτεύουσα της Αραβίας).
Από τον πόλεμον το ένα τρίτον του Τουρκικού πληθυσμού θα φονευθή, το άλλο τρίτον θα καταδιωχθή μέχρι την Κόκκινη Μηλιά και το υπόλοιπον ένα τρίτον θα βαπτισθή και θα γίνουν χρι­στιανοί. Αυτοί που θα βαπτισθούν είναι όσοι κατάγονται από χριστιανικό αίμα, όσοι δηλαδή προέρχονται από  έλληνες, που δεν κατώρθωσαν να έλθουν εις την Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922 και παρέμειναν ζωντανοί εις την Τουρκία. Εκεί παραμένουν αρκετοί κρυπτοχριστιανοί και σήμερον, αλλά θα έλθη καιρός που θα φανερωθούν. Κατόπιν των παραπάνω γε­γονότων, οι Μεγάλοι, Ρωσία - Αμερική, θα συνορίζονται ποιός να πάρη την Κωνσταντινούπολιν, λόγω της στρατηγικής θέσεως της και θα είναι επικίνδυνη άλλη πολεμική σύγκρουσις μεταξύ των. Διά να μην έλθουν σε τέτοια πολεμική σύ­γκρουση και να μην την πάρη μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος, θα είναι και εκ Θεού να την δώσουν εις τους Έλληνες, εις τους οποίους και ανήκεν. Το Ελληνικόν Κράτος θα υποστή μεγάλες καταστρο­φές. Θα τα βάλλουν και οι δικοί μας (οι Έλλη­νες) μεταξύ των και θα δημιουργηθή πιθανόν εμφύλιος πόλεμος, Και εδώ στην Κρήτη τότε θα έλθουν οι Τούρκοι. Λέγουν πως η Κρήτη είναι δι­κή τους, πατρογονική. Θα ξεβαρκάρουν οι Τούρκοι από το νοτιο μέρος της Κρήτης, από τα Πρεβελιώτικα (Μοναστήρι Πρέβελη) και από το Μαρι­δάκι, από το χωρίο Χόνδρος, κοντά στους Καλούς Λιμένες Ηρακλείου. Οι Τούρκοι θα κάνουν ένα πέρασμα και από τα μέρη που θα περνούν θα κά­νουν γενική σφαγή και καταστροφή.
Στην Επαρχία Μεραμβέλλου Λασιθίου θα γίνη μεγάλο μακελειό καικαταστροφή. Το βογγητό και το κλάμα των ανθρώπων θα ακούεται από την Βουβάλα, βουνό στις Μέλαμπες Ρεθύμνου. Εις το τέλος της περιπέτειας αυτής οι Τούρκοι θα νικη­θούν και θα καταστραφούν οριστικά. Θα οπισθο­χωρούν άτακτα και θα τους καταδιώκουν ακόμη και γυναίκες με τις ρόκες, με ασήμαντα δηλαδή μέσα. Βέβαια θα υπάρχη Ελληνικός στρατός εις την Κρήτην, αλλά δεν θα γίνη αντιληπτόν σε ποιο ακριβώς μέρος θα ξεβαρκάρουν οι Τούρκοι. Στο σημείο αυτό θα έχη πέση και ομίχλη, κατά παρα­χώρηση του Θεού, ακριβώς διά να αποβιβασθούν ανενόχλητοι και να μας τιμωρήσουν διά τα αμαρ­τήματά μας.
Η Κρήτη θα βουλιάξη όχι από βόμβες αλλά από τις αμαρτίες μας. Δεν θα μείνη από αυτήν τί­ποτα έκτος από ένα ελάχιστο μέρος δι’ ανάμνηση ότι εδώ ήτο κάποτε η Κρήτη. Εκατομμύρια χρή­ματα διατίθενται από τους ξένους διά να απομα­κρύνουν τους Έλληνες από την ορθόδοξη πίστη και Ιστορία τους. Αν, όμως, εγκαταλείψουν την πίστιν τους, αυτό θα φέρη και την καταστροφήν τους. Ό,τι έπαθαν οι Κύπριοι το 1974 από τους Τούρκους, που κατάλαβαν την μισή Κύπρο, τα ίδια θα πάθωμεν καί εμείς, οί Έλληνες, εάν δεν επιστρέψωμεν εις τον Θεόν. Οι Τούρκοι, είναι έτοιμοι, ακονίζουν τα μαχαίρια, αλλά δεν ήλθε η ώρα, δεν το επιτρέπει ακόμη ο Θεός. Υπομένει ο Θεός. Περιμένει την μετάνοιά μας.

ΣΗΜ: Πριν μερικές ημέρες (περί τα μέσα Ιουνίου 2011) συνάντησα τυχαία έναν ηλικιωμένο κύριο (τον κ. Γιώργο) στη Μάνδρα Αττικής, ο οποίος σε κάποιο σημείο μου είπε τα εξής: Η αδελφή της γυναίκας μου, μία γυναίκα αγράμματη, πριν δύο χρόνια μου είπε ότι είδε σαν όραμα ότι η λεβεντογέννα θα καταστραφεί και του έκανε μεγάλη εντύπωση η προσωνυμία λεβεντογέννα καθόσον θεωρούσε σχεδόν αδύνατο να γνώριζε αυτή τη προσωνυμία της μεγαλονήσου ΚΡΗΤΗΣ.

Όσοι θέλουμε να ζήσουμε χριστιανική ζωή, πρέπει ν΄ ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Αγίων μας


Όσοι την σήμερον ημέρα θέλουμε να ζήσουμε
Με πιστότητα και συνέπεια τη χριστιανική ζωή
Καλούμαστε ν΄ ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Αγίων μας.
Οι θλίψεις δεν πρέπει να μας ρίχνουν κάτω
Δεν πρέπει να χάνουμε τον αγώνα της ζωής.
Στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας
Δεν πρέπει να απελπιζόμαστε, ακόμη κι αν φτάσουμε σ΄ αδιέξοδο.
Ο Θεός ποτέ δεν μας εγκαταλείπει.
Ο δίκαιος που βαδίζει στο δρόμο του Θεού
Και προσδοκεί "ανάστασιν νεκρών" και τη μετοχή στη βασιλεία του Θεού
Δεν απελπίζεται μπροστά στο γεγονός του βιολογικού θανάτου
Γιατί βιώνει την πραγματικότητα της νίκης κατά του θανάτου
Που ο Κύριος ετέλεσε διά της Αναστάσεώς του.
"Επίστευσα, διο ελάλησα" βροντοφώνησε ο προφήτης Δαυίδ στη Παλαιά Διαθήκη
Και ο Απόστολος Παύλος συμπληρώνει
"Και ημείς, πιστεύομεν, διο και λαλούμεν".
Υπάρχει σύνδεση ανάμεσα σε Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
Τους ίδιους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε εμείς τώρα, αντιμετώπισαν και όλοι οι παλαιοί.
Με πίστη λοιπόν και ελπίδα να τα αντιμετωπίζουμε όλα
Και να μη ζητούμε αμέσως απαλλαγή από τα κακά που μας βρίσκουν.
Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, είναι πολύ δυνατός
Είναι παντοδύναμος
Είναι υπερφυσικός
Είναι λόγος δημιουργικός, λόγος σωτηριώδης!
"Τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν" (Ψ.33,6), λέγει ο ψαλμωδός.
"Είπε και εγενήθησαν".
Ο έχων ώτα λοιπόν ακούειν, ακουέτω.

Θαύματα Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού



Ο πατήρ Ευμένιος έλεγε ότι, κάποιο βράδυ, αφού ετοίμασε τον πατέρα Νικηφόρο και τον έβαλε να κοιμηθή, πήγε κι αυτός στο κελλάκι του να αναπαυθή. Δεν τον έπαιρνε, όμως, ο ύπνος. Είχε μια έντονη ανησυχία, μήπως κάτι δεν έκανε καλά, μήπως δεν έκλεισε καλά τη σόμπα. Αυτά και άλλα πολλά περνούσαν άπ’ τον λογισμό του. Σηκώνεται, λοιπόν, και πηγαίνει στο κελλάκι του Παππούλη. 
Για να μη τον ενοχλήση, αν τον είχε πάρει ο ύπνος, θεώρησε καλό να μη κτυπήση την πόρτα, ούτε να πή το “Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ελέησον ημάς” και να περιμένη την απάντηση από μέσα του “Αμήν”, όπως γίνεται μεταξύ μοναχών. Ανοίγει σιγά-σιγά την πόρτα και, τι να δή; Βλέπει τον πατέρα Νικηφόρο να αιωρήται ως ένα μέτρο από το έδαφος με τα χέρια υψωμένα και να προσεύχεται.
Το πρόσωπό του έλαμπε υπέρ τον ήλιο. Μόλις αντίκρυσε αυτό το όντως φοβερό θέαμα ο πατήρ Ευμένιος, χωρίς να μιλήση καθόλου έκλεισε πολύ προσεκτικά την πόρτα και έτρεξε στο κελλάκι του. Εκεί έπεσε με το πρόσωπο στο έδαφος και άρχισε να κλαίη με στεναγμούς, μήπως στενοχώρησε τον Παππούλη του που δεν κτύπησε την πόρτα και τον είδε σε αυτή την θαυμαστή στάση.
Αλλά έκλαιγε και από χαρά, διότι είδε ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλος και ενάρετος ήτο ο πνευματικός του Πατέρας, ο πατήρ Νικηφόρος. Το πρωί, που πήγε ως συνήθως για να τον διακονήση, του έβαλε εδαφιαία μετάνοια και του ζήτησε να τον συγχωρήση για το παράπτωμά του. Εκείνος, με ένα ελαφρό μειδίαμα, τον συγχώρησε αμέσως και του είπε να μην φανερώση σε κανένα ο,τι είδε, όσο ο ίδιος θα ζούσε ακόμη.
Εδιηγειτο, ακόμη, ο πατήρ Ευμένιος ότι, κάποιο βράδυ, πολλά χρόνια μετά την κοίμηση του πατρός Νικηφόρου, επειδή είχε πολλά κουνούπια και άλλα έντομα το κελλί του, θεώρησε καλό να κλείση τις πόρτες και το παράθυρο και να αδειάση ένα ολόκληρο μεγάλο μπουκάλι ισχυρό εντομοκτόνο μέσα εκεί˙ και μετά έπεσε να κοιμηθή. Δεν θα ξυπνούσε όμως ποτέ, εάν δεν εμφανιζόταν ο πατήρ Νικηφόρος να τον ξυπνήση, να τον πιάση από το χέρι και να τον βγάλη έξω από το κελλί. Και, πριν ακόμη συνειδητοποίηση καλά-καλά ο πατήρ Ευμένιος τι είχε γίνει, εκείνος του είπε: “Παιδί μου, μη μπής μέσα πάλι στο κελλί σου, αν δεν άνοιξης πρώτα τις πόρτες και το παράθυρο, για να αερισθή καλά”. Και αμέσως μετά έγινε άφαντος. Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα, ο πατήρ Ευμένιος συνήλθε και κατάλαβε το θαύμα που του έγινε, ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά τον πατέρα Νικηφόρο, τον αγαπημένο του Παππούλη, που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο.
Ο ιερομόναχος πατήρ Αμφιλόχιος, της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μεγάρων, διαβεβαίωνε ότι, κάποια ημέρα που καθόταν στο κελλί του, αισθάνθηκε να ευωδιάζη κάτι. Έψαχνε δεξιά και αριστερά και δεν εύρισκε από που προερχόταν αυτή η ευωδία, η οποία όσο πήγαινε και αυξανόταν. Τότε, σε κάποια στιγμή, πέφτει το μάτι του επάνω σε ένα μεγάλο χοντρό ταχυδρομικό φάκελλο “ασφαλείας”. Τον ανοίγει και βλέπει μέσα ένα τεμάχιον αγίου λειψάνου, που ευωδίαζε αρρήτως, και ένα σημείωμα, που έγραφε “πατήρ Νικηφόρος Τζανακάκης, 4/1/1964″. Το άγιο λείψανο αυτό ήτο στην κατοχή κάποιου άλλου ιερομόναχου, ο οποίος το έστειλε στο Μοναστήρι για προσωρινή φύλαξη, επειδή εκείνος θα έλειπε.
Όταν ο πατήρ Αμφιλόχιος το έβγαλε από τον φάκελλο και το τοποθέτησε με ευλάβεια σε μέρος που είχε και άλλα άγια λείψανα, τότε ελαττώθηκε λίγο η ευωδία του.
Ο μοναχός Καλλίνικος, από το Άγιον Όρος, έλεγε: ” Όταν μου έδωσαν ένα μικρό τεμάχιο από τα άγια λείψανα του πατρός Νικηφόρου, ευωδίαζε. Μετά, όμως, σταμάτησε. Μιαν ημέρα, που το άνοιξα να το προσκυνήσω, λέω στον Παππούλη: ” Άγιέ μου, εγώ ανάξιος είμαι, αλλά σε παρακαλώ, κάνε μου τη χάρη και μη με αποστρέφεσαι τον αμαρτωλό. Και – ω του θαύματος! -ευωδίασε πάλι. Μετά από λίγες μέρες, που πήγα πάλι να το προσκυνήσω, μόλις άνοιξα το κουτάκι που είχα μέσα το άγιο λείψανο, εξεχύθη άρρητος ευωδία σε όλο το κελλί μου. Αμέσως μου ήρθε και έγραψα το ακόλουθο μεγαλυνάριο στον Άγιο: Έμψυχος εικών συ της αρετής, ωμοιώθης, Πάτερ, τω Ιώβ τη υπομονή, υπέμεινας θλίψεις, Θεώ ευαρεστήσας, διό και μετά θάνατον ευωδίασας.”
Ο ιερομόναχος Ματθαίος εδιηγείτο ότι, μετά την κοίμηση του πατρός Ευμενίου, ο ιερομόναχος πατήρ Επιφάνιος, που ανέλαβε προϊστάμενος στον Ναό του Λεπροκομείου, ευρήκε σ’ ένα κιβώτιο μερικά από τα άγια λείψανα του πατρός Νικηφόρου. Του είπε λοιπόν ο πατήρ Ματθαίος: “Θέλω να μου δώσης κι εμένα ένα τεμάχιο από τα άγια και ιερά λείψανα”. Ο πατήρ Επιφάνιος του είπε, “Θα σου το φέρω εγώ ο ίδιος στην Θεσσαλονίκη, μόλις ανεβώ”. Και πράγματι, μετά από λίγο καιρό, το πήγε. Το άνοιξαν και το τοποθέτησαν σ’ ενα κουτάκι επάνω στο τραπέζι. Άναψαν κι ενα κεράκι. Μετά από λίγο ήλθε ένας άλλος ιερεύς να κάνη επίσκεψη στον πατέρα Ματθαίο. Όταν είδε το άγιο λείψανο, το προσκύνησε, και λέει: “Σε ποιόν ανήκει αυτό το άγιο λείψανο, που ευωδιάζει;” “Εγώ”, λέει ο πατήρ Ματθαίος, “δεν τον πολυπίστεψα, αλλά σηκωθήκαμε και πήγαμε να το προσκυνήσωμε. Πράγματι ευωδίαζε και, όσο περνούσε η ώρα, ευωδίαζε όλο και περισσότερο. Αυτό κράτησε αρκετές ημέρες. Έχω προσκυνήσει πολλά άγια λείψανα πολλών Αγίων. Αυτό, όμως, πρώτη φορά μου συνέβη”.
Κληρικός, που ταλαιπωρήθηκε με πολυχρόνιες δίκες και η υπόθεση του έφθασε στον Άρειο Πάγο, μας είπε: “Τον Όκτώβριο του 2003, πριν αρχίση η ακροαματική διαδικασία, επικαλέσθηκα την βοήθεια του πατρός Νικηφόρου. Ο Παππούλης με βοήθησε, ώστε ο Εισαγγελεύς να ζητήση την αθώωσή μου, και αθωώθηκα”.
Ο κύριος Θεόδωρος Γιαννάκης αφηγείται το εξής θαυμαστό γεγονός: “Είχα”, λέγει, “ένα κρίσιμο δικαστήριο. Με είχαν μπλέξει σε μια υπόθεση και με καλούσαν να πληρώσω ένα τεράστιο ποσό δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών. Και, ενώ στο Πρωτοβάθμιο με είχαν καταδικάσει, όταν ήλθε η υπόθεση στο Εφετείο, 10 Μαΐου του έτους 199.., εγώ ζήτησα από τον πατέρα Ευμένιο, που είχε τα άγια λείψανα του πατρός Νικηφόρου, να μου δώση ένα τεμάχιο. Έγώ’, του λέω, ‘πάτερ, τον έχω φροντίσει τον πατέρα Νικηφόρο˙ τον έχω πλύνει, τον έχω ντύσει, του έχω μαγειρέψει, του έχω καθαρίσει τα αυτάκια του, και τώρα, που έχω τόσο μεγάλη ανάγκη, θέλω να με βοηθήση.’ Μου έδωσε δύο μικρά τεμάχια από τα άγια λείψανά του, τα οποία επήρα με πολλή ευλάβεια, τα ασπάσθηκα και τα είχα μαζί μου στο δικαστήριο. Πριν αρχίση η δίκη, παρεκάλεσα θερμά μέσα μου τον Παππούλη, να με βοηθήση σ’ αυτή την δύσκολη ώρα. Και – ω του θαύματος! – ο Εισαγγελέας πρότεινε την αθώωσή μου και το δικαστήριο με αθώωσε. Ευχαριστώ τον Παππούλη μου από τα βάθη της καρδιάς μου, που κι αυτή τη φορά με βοήθησε, όπως παληά, και ας έχουν περάσει τόσο πολλά χρόνια από την κοίμησή του.”
Ο Κωνσταντίνος Μ., κάτοικος Αθηνών, μας ανέφερε το εξής: “Ένα βράδυ του Ιουνίου του 2002, μάλλον προς το ξημέρωμα, βλέπω στον ύπνο μου ότι έμενα σ’ ένα σπίτι με δύο δωμάτια.
Στο ένα δωμάτιο έμενε ο Παππούλης, ο πατήρ Νικηφόρος, και στο άλλο εγώ. Εκεί που ήμουν στο δωμάτιό μου, ωμιλούσα με κάποιον κάπως δυνατά, έντονα. Σε λίγο μπαίνω στο δωμάτιο όπου έμενε ο Παππούλης, και του λέω με χαρούμενο ύφος, ‘Καλημέρα, Παππουλάκο μου’ και έσκυψα με ευλάβεια και του φίλησα το χεράκι του, εκεί στη γωνία, που ηταν ξαπλωμένος. Τότε αυτός γυρίζει και, με πατρική σιγανή και ολοκάθαρη φωνή, μου λέει: “Παιδί μου, με την ελκώδη κολίτιδα που έχεις, πρέπει να είσαι πιο ήρεμος, πιο γαλήνιος. Βλέπεις ότι τον χειμώνα είσαι καλύτερα; Είναι διότι είσαι πιο ήρεμος.” Έλεγα με τον λογισμό μου: “Πόσο καθαρά μιλάει σήμερα ο Παππούλης”. Σε λίγο τον βλέπω, σηκώθηκε, βγήκε έξω, κάθισε επάνω σ’ ένα ηλεκτρικό καροτσάκι και έφυγε. Εμένα μου άφησε τον νάρθηκα, που φορούσε στο ένα του ποδαράκι. Ας σημειωθή ότι στο σπίτι μου, σ’ ένα δωματιάκι που χρησιμοποιώ και σαν χώρο προσευχής, έχω μέρος των αγίων λειψάνων του, τα οποία ευωδιάζουν αρρήτως. Όταν ξύπνησα, πήρα στο τηλέφωνο τον Πνευματικό μου και του το ανέφερα. Τότε εκείνος μου είπε: “Ο Παππούλης ήταν, που σου φανερώθηκε και σε συμβούλευσε για τα μακροχρόνια ασθένειά σου. Το έκανε από την πολλή αγάπη και ευλάβεια, που του έχεις.” Και είναι γνωστό ότι οι γιατροί σε αυτούς, που πάσχουν από αυτή την ασθένεια, συνιστούν ηρεμία, η οποία εμένα μου λείπει τελείως.”
Και πάλι ο ίδιος, ο Κωνσταντίνος Μ., μας εδιηγήθη τα ακόλουθα: “Τον Αύγουστο του 2002 ευρισκόμουν στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Έμενα στο Κυριακό. Το πρωί εκκλησιάσθηκα στο κοιμητήριο της Σκήτης. Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, μπήκε μέσα ένας λαϊκός, ήλθε απρόσκλητος στο ψαλτήρι, που έψελνα, και άρχισε να ψάλλη αρκετά αργά, με απηχήματα μακροσκελή και κορώνες, σε αντίθεση με τον ρυθμό και τον χρόνο, που είχαμε πριν. Του είπα κάποια στιγμή ότι στο Άγιον Όρος, τις καθημερινές, οι ακολουθίες γίνονται πιο σύντομες. Αυτός, τίποτα. Σαν να ευρίσκετο στον δικό του κόσμο. Εγώ άρχισα να φουντώνω από μέσα μου. Έβραζα ολόκληρος. Τα νεύρα μου ειχαν τεντωθή στο έπακρον. Τότε, εκείνη την στιγμή, θυμήθηκα την συμβουλή του πατρός Νικηφόρου και λέω, ‘Παππούλη μου, Παππουλάκο μου, βοήθησε με. “Οπως βλέπεις, εγώ από μόνος μου ούτε να συγκρατηθώ μπορώ, ούτε να ηρεμήσω. Βοήθησε με, σε παρακαλώ.’ Για πότε ηρέμησα και γαλήνεψα, δεν το κατάλαβα. “Ετσι μπόρεσα μετά να είμαι στην Θεία Λειτουργία με κατάνυξη. Και, να σκεφθή κάποιος ότι, άλλοτε, ένας εκνευρισμός μου συνήθως κρατούσε πολλές ώρες. Αυτά, προς δόξαν του μεγάλου Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και του θεράποντος Αυτού αγίου πατρός ημών Νικηφόρου.”
Ένας ευλαβής χριστιανός, νέος στην ηλικία –που για προσωπικούς λόγους θέλησε να διατήρηση την ανωνυμία του– πήγε κάποιαν ημέρα στον πατέρα Ευμένιο και του είπε: “Πάτερ, άκουσα ότι έχετε άγια λείψανα του πνευματικού σας, του πατρός Νικηφόρου. Θα ήθελα να μου δώσετε κι εμένα, για ευλογία, να προστατεύουν την οικογένειά μου.” Ο πατήρ Ευμένιος του έδωσε ένα τεμάχιο. Εκείνος το πήρε, το τύλιξε με ευλάβεια και το έβαλε στο τσεπάκι του υποκαμίσου του -ήταν καλοκαίρι- και μετά έφυγε με την μηχανή του για το σπίτι του. Καθ’ οδόν, και ενώ έτρεχε με αρκετά μεγάλη ταχύτατα, του ερχόταν μία άρρητη ευωδία συνέχεια. Και, παρ’ όλο που έπρεπε, φυσιολογικά, άπ’ ο,τι έλεγε ο ίδιος, “την ευωδία αυτή να την παίρνη ο αέρας λόγω της ταχύτητος”, ωστόσο η ευωδία τον πλημμύριζε ολόκληρον. Το σημαντικώτερο όμως είναι το εξής: Όταν αυτός πήγε στο σπίτι του, λέει στην γυναίκα του: “Έλα, γρήγορα, να ασπασθής ένα άγιο λείψανο που έφερα”. Η γυναίκα του, όταν πήγε να το προσκύνηση, πετάχθηκε τρομαγμένα προς τα πίσω και φώναξε, “Μ’ έκαψε, μ’ έκαψε!”. Αργότερα η ίδια διαβεβαίωνε: “Όταν πλησίασα τα χείλη μου να ασπασθώ το άγιο λείψανο, αισθάνθηκα μια έντονη θερμότητα, κάτι σαν κάψιμο, γι’ αυτό φοβήθηκα και πετάχθηκα προς τα πίσω”. Έκτοτε η γυναίκα αυτή έγινε πιο πιστή, γιατί μέχρι τότε ήταν, λίγο ως πολύ, αδιάφορη στα πνευματικά. Μετά τοποθέτησαν το άγιο λείψανο στο προσκυνηταράκι τους και του ανάβουν καντηλάκι κάθε μέρα.
Η κυρία Μαρία Βαλουγεώργη από τη Θεσσαλονίκη, όταν έμαθε ότι ετοιμάζεται να εκδοθή σε βιβλίο ο βίος του οσίου πατρός Νικηφόρου του λεπρού, είπε αυθόρμητα: “Θέλω κι εγώ να συμβάλω σ’ αυτή την έκδοση.” Σημειωτέον, ότι για τον Παππούλη δεν εγνώριζε τίποτε, ούτε είχε ακούσει ποτέ κάτι γι’ αυτόν. Επειδή το συνολικό χρηματικό ποσόν ήτο αρκετά υψηλό, έστελνε κατά διαστήματα ένα μέρος. Κάποια εποχή το αμέλησε και άργησε να στείλη. Καθώς μας είπε, τότε έβλεπε στους δρόμους συνέχεια κάτι πινακίδες που γράφανε το όνομα “Νικηφόρος”, “Νικηφόρος”, και είπε, με τον λογισμό της: “για το βιβλίο του Παππούλη έχω πολύν καιρό να στείλω χρήματα”. Πήγε αμέσως σε μία Τράπεζα και έστειλε ένα ποσό. Μετά επέστρεψε στο κατάστημά τους. Εκείνη την ημέρα δεν είχαν καθόλου κίνηση και ο πατέρας της είπε: “αφού δεν έχει δουλειά, εγώ θα φύγω”. Και έφυγε. Αμέσως μετά, άρχισε να έρχεται τόσο πολύς κόσμος, που το προσωπικό δεν προλάβαινε να τους εξυπηρετήση. Μέσα σε λίγες ώρες, τα χρήματα που είχαν εισπράξει ήταν τα υπερδιπλάσια από αυτά που είχε στείλει. ” Ε, αυτό, δεν είναι ένα θαύμα; πρώτα να βλέπω συνέχεια το όνομα ‘Νικηφόρος’, ‘Νικηφόρος’, και μετά η δουλειά να αυξηθή με μιας στο κατακόρυφο;”
Κάποια άλλη φορά έλεγε η ίδια: “Κάποια ημέρα, κάτι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, βλέπω ένα σεβάσμιο γέροντα να έρχεται προς το μέρος μου. Όταν έφθασε αρκετά κοντά μου, μου είπε: ‘Είμαι ο Παππούλης ο Νικηφόρος. Ήρθα να σου πω να προσέχης. Διότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι θέλουν να σε βλάψουν, να σου κάνουν κακό.’ Αμέσως μετά, ο Παππούλης συνέχισε: ‘και άκουσε, παιδί μου, την εικόνα μου θέλω εσύ να μου την κάνης’. Μόλις μου είπε αυτό, μετά από λίγο χάθηκε. Πράγματι, υπάρχουν κάποιοι συγγενείς, οι οποίοι θέλουν να με βλάψουν και, ει δυνατόν, να με παραγκωνίσουν επαγγελματικά.”
Ένα τρίτο θαυμαστό γεγονός συνέβη στην ίδια, ως εξής: Πριν ακόμη ολοκληρωθή η συγγραφή του βιβλίου αυτού για τον Παππούλη, μας τηλεφώνησε μια μέρα και είπε: “Χθες ήμουν στο σπίτι μου, στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Εκεί που ξεφύλλιζα ένα βιβλίο, ερχόταν στη σκέψη μου ο πατήρ Νικηφόρος και σαν ν’ άκουγα μια φωνή να μου λέη: ‘την αγιογραφία, την αγιογραφία’. Την άλλη μέρα πήγα και κατέθεσα ένα ποσόν χρημάτων για την έκδοση του βιβλίου του Παππούλη, που είχα αναλάβει να χρηματοδοτήσω.” Της είπαμε ότι, αν είχαμε προλάβει, θα την ειδοποιούσαμε να στείλη ένα μέρος του ποσού αυτού στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Άγιου Όρους, διότι ο αγιογράφος πατήρ Λουκάς μας έστειλε ήδη την εικόνα του πατρός Νικηφόρου. Εκείνη απάντησε, “Δεν πειράζει, πάτερ, σε λίγες μέρες θα μαζέψω τα χρήματα και θα τα στείλω”. Μετά παρέλευση δέκα λεπτών, ξανατηλεφώνησε: “Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο, μου έδωσε ο πατέρας μου ένα φάκελλο και μου είπε, ‘αυτός είναι για σένα’. Τον ανοίγω και βλέπω να έχη μέσα όσα χρήματα χρειάζονταν για την εικόνα, ούτε περισσότερα ούτε λιγώτερα. Εγώ έμεινα άφωνη. Και, μόλις συνήλθα, σας παίρνω τηλέφωνο, για να σας πώ το θαυμαστό γεγονός αυτό.”
Ο κ. Νίκος Τσεκούρας, στην Αθήνα, μας διηγήθηκε ότι, πολλές φορές, όταν εκκλησιαζόταν στον Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον έπιανε πονοκέφαλος. Πήγαινε τότε στο δωμάτιο όπου ήταν φυλαγμένο το κιβωτιάκι με τα σεπτά λείψανα του πατρός Νικηφόρου και σταυρωνόταν με αυτά – και αμέσως ο πονοκέφαλος του περνούσε.
ΠΗΓΗ: Σίμωνος Μοναχού, Νικηφόρος ο Λεπρός της καρτερίας αθλητής λαμπρός, Β΄ Έκδοσις, Εκδόσεις «Ο Άγιος Στέφανος», Αθήναι

πηγή 
πηγή
αντιγραφή

ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


    


Ἔχει πολλάκις εἰπωθεῖ ὅτι ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Πάγωσε δηλαδή ἡ ἀγάπη. Ἡ πόλη μας ὅμως καθημερινῶς ἀποδεικνύει ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἀληθές, τοὐλάχιστον γιά τά δικά μας, τά τοπικά δεδομένα.
Στό προσκλητήριο τῆς ἀγάπης, στήν σάλπιγγα αὐτή τοῦ Θεοῦ, συσπειρώνονται στήν Πάτρα μικροί καί μεγάλοι, ἑνώνονται οἱ καρδιές, πιάνονται οἱ ἄνθρωποι χέρι μέ χέρι καί ὑψώνουν τῆς ἀλληλεγγύης βουνά ὁλόκληρα, ἀπό τά ὁποῖα ἀντλοῦν βοήθεια οἱ ἐμπερίστατοι συνάνθρωποι μας.
Ἀνέκαθεν ἡ Πάτρα εἶχε αὐτή τήν εὐαισθησία. Κατά τά χρόνια ὅμως πού ἔχομε ἐμεῖς τήν ποιμαντορία τῆς Ἀποστολικῆς μας Μητροπόλεως, αὐτή τήν ἀλήθεια τήν εἰσπράττομε, ὡς βίωμα χαρᾶς, συγκίνησης καί καθημερινῆς προσφορᾶς πρός τόν ἴδιο τόν Κύριό μας.
Ἦλθαν, βλέπετε, δύσκολα χρόνια. Κανείς δέν περίμενε αὐτές τίς ἐξελίξεις στήν χώρα μας. Κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Θεός, ταλαιπωρία συνέχει τόν Λαό μας, χωρίς νά γνωρίζωμε, πότε θά ἐξέλθωμε ἀπό τήν δύσκολη αύτή κατάσταση.
Τήν παρελθοῦσα Κυριακή μιά πρωτοβουλία τῶν Ραδιοφωνικῶν Σταθμῶν καί ἄλλων Μ.Μ.Ε., ἡ ὁποία τελοῦσε ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, τοῦ Δήμου Πατρέων καί τοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀχαΐας, στέφθηκε μέ μεγάλη ἐπιτυχία. Ἦταν πρωτοβουλία ἀγάπης καί προσφορᾶς πρός τόν συνάνθρωπο. Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἕνας νά γεύεται πολλῶν ἤ κάποιων ἀγαθῶν καί ὁ ἕτερος νά πένεται, νά πεινᾷ, νά ζῇ μέσα στήν φτώχεια, χωρίς νά δύναται νά ἀντιμετωπίσῃ τίς βασικές ἀνάγκες τῆς ζωῆς;
Ἦλθαν στό Γραφεῖο μας τά παιδιά ἀπό τά παραπάνω Μ.Μ.Ε., πού συνεργάστηκαν γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ θεαρέστου καί εὐλογημένου αὐτοῦ σκοποῦ. Μᾶς ἐξεμυστηρεύθησαν τήν σκέψη τους καί ζήτησαν νά βοηθήσουν μέ τόν δικό τους τρόπο στήν προσπάθεια προσφρᾶς ἀγάπης. Μᾶς παρακάλεσαν νά βοηθήσωμε μέ τόν λόγο μας τόν γραπτό καί προφορικό, μέ τό μήνυμά μας μέσα ἀπό τά Μ.Μ.Ε. τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά πραγματοποιήσουν τήν εὐγενῆ ἐπιθυμία τους, χάριν τῶν ἀδελφῶν μας τῶν ἐλαχίστων.
Ἀκούσαμε μέ συγκίνηση, ὅσα μᾶς εἶπαν καί υἱοθετήσαμε τήν ὡραία πρότασή τους, θέτοντας ὑπό τήν αἰγίδα μας τήν προσπάθεια τους.
Στήν πανστρατειά τῆς ἀγάπης συμμετεῖχαν χιλιάδες συμπολίτες μας, φορεῖς, ἐπιχειρηματίες, μαθητές κλπ., προκειμένου νά εὕρουν ὠφέλεια οἱ συνάνθρωποί μας, στήν πόλη μας καί στήν εὐρύτερη περιοχή μας, πού τόσες ἀνάγκες ἀντιμετωπίζουν.
Τό ἀποτέλεσμα συγκινητικό. Μετά ἀπό τήν γνωστοποίηση αὐτῆς τῆς προσπάθειας, ἐπ’ Εκκλησίαις καί ἀπό τά Μ.Μ.Ε. τά Ἐκκλησιαστικά (Λύχνος, Ραδιοφωνικός Σταθμός τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ἐκκλησιαστικά ἔντυπα), ἀλλά καί τά ἄλλα Μ.Μ.Ε., ὑψώθηκε, στήν Πλατεία Γεωργίου τῶν Πατρῶν, ἕνα ἀκόμα βουνό τῆς ἀγάπης. Τό ὕψωσε ἡ εὐαισθησία, ἡ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία τοῦ ὡραίου καί πνευματικά καλλιεργημένου Λαοῦ μας. Μικροί καί μεγάλοι ἔσπευσαν νά ἀφήσουν τά δῶρα τῆς ἀγάπης τους. Ἦτο συγκινητικές οἱ σκηνές μέ τά μικρά παιδιά, τά ὁποῖα κρατώντας στά χέρια τους ὅσα πράγματα μποροῦσαν, τά ἄφηναν μέ πολλή χαρά στόν ὡρισμένο τόπο, ἔχοντας τήν αἴσθηση ὅτι κάνουν χρέος τους πρός τούς ἀνθρώπους, πού ἔχουν τόσες ἀνάγκες.
«Ἔφερα κάποια δωράκια γιά ἄλλα παιδάκια, πού δέν ἔχουν κάποια πράγματα πού ἔχω ἐγώ καί θέλω νά τά κάνω νά χαροῦν», εἶπε κάποιος μικρός μας φίλος, μέ παιδική ἁπλότητα καί ἁγνότητα καρδιᾶς. Εὖγε στούς γονεῖς οἱ ὁποῖοι δίνουν αὐτή τήν ἀνατροφή καί αὐτό τό παράδειγμα στά παιδιά τους. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι σαφής: «Ὅς δ’ ἄν ποιήσῃ καί διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε’, 19).
Συγκεντρώθηκαν 15 τόνοι τρόφιμα καί 10 τόνοι ροῦχα, παπούτσια κλπ. Οἱ δύσκολες ἐποχές, εἶναι πλέον ἐμφανές, ὅτι μᾶς κάνουν περισσότερο «ἀνθρώπους», μᾶς εὐαισθητοποιοῦν, μᾶς βοηθοῦν νά κάνωμε πνευματική περισυλλογή. Μᾶς δίνουν τήν εὐκαιρία νά φιλοσοφήσωμε περί τῆς ζωῆς καί νά διαπιστώσωμε, ὅτι ὅλα τά γήϊνα εἶναι φθαρτά καί ρέοντα, ὅπως τό νερό στήν κοίτη τοῦ ποταμοῦ. Ὅλα τά κοσμικά εἶναι μετέωρα καί εὔκολα μᾶς ἐγκαταλείπουν. Ἄν δέν ὑπάρχουν οἱ πνευματικές ἀντιστάσεις καί ἡ ἔμπρακτος ἀγάπη, εἶναι ἀδύνατο νά σταθοῦμε στά πόδια μας. Τώρα μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία νά διαπιστώσωμε, ἔτι περισσότερο, ὅτι ἡ δυσκολία τοῦ ἑνός, ὁ πόνος τοῦ ἀδελφοῦ μας εἶναι καί δική μας ὑπόθεση, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό, ὡς ὄν κοινωνικό.
Ἡ ἀπανθρωπία πού βασάνισε καί ταλαιπωρεῖ πολλάκις τήν κοινωνία μας, ἔγινε αἰτία ἀπογοητεύσεως καί πόνου μεγάλου, ἀφοῦ ὅταν ἀπομακρύνωνται οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ἐπικρατεῖ ἡ μοναξιά καί ἡ κατάθλιψη. Ἡ εὐτυχία δέν στηρίζεται ἐπί ὑλικῶν βάσεων, ἀλλά ἐπί τῶν δεσμῶν τῆς σταυροτύπου ἀγάπης, ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο.
Τό σύνθημα μας εἶναι: «Οὐδείς νά πεινάῃ στήν Πάτρα!».
Τό πρῶτο μέλημά μας, βεβαίως, εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ διακονία τῆς εὐχαριστιακῆς Τραπέζης, ἡ προσφορά τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρός ἁγιασμόν καί σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Ὅμως οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία παρέβλεψε καί τήν προσφορά κοινωνικῆς φροντίδος πρός τούς ἐμπεριστάτους ἀδελφούς καί ὑπῆρξε πρωτοπόρος σέ ἔργα κοινωνικῆς προνοίας καί εὐποιίας (βλ. Βασιλειάδα κ.λ.π.). Αὐτό συμβαίνει καί σήμερα, στούς δύσκολους καιρούς μας, πού ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἡμέραν κάνει πράξη τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου μας, «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. ιγ’, 34), ἀλλά καί εὐαγγελίζεται τούς Κυριακούς λόγους: «Ἐπείνασα καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καί ἐποτίσατέ μοι, γυμνός ἤμην καί περιεβάλετέ με...» (Ματθ. κε’, 35-36).
Μέ τό αἴσθημα τῆς εὐθύνης, ἔναντι τοῦ Κυρίου καί ἔναντι τῶν συνανθρώπων μας, συνεχίζομε νά γκρεμίζωμε τά τείχη πού χωρίζουν τούς ἀνθρώπους, καί ἀγκαλιάζομε τόν ἀδελφό μας, ἀδιακρίτως καταγωγῆς, γλώσσης, χρώματος, κοινωνικῶν πεποιθήσεων κ.λ.π., προσφέροντες τά μῦρα τῆς ψυχῆς μας, ὥστε καί οἱ καρδιές νά εὐωδιάσουν καί ὁ κόσμος μας νά ἀπολαύσῃ τό ἄρωμα τῆς ἀγάπης.
Θέλω πατρικά νά ἐπαινέσω ὅλους τούς Πατρινούς γιά τήν εὐκαίρως, ἀκαίρως ἐκδηλουμένη ἀγάπη τους πρός τόν ἄνθρωπο, ναί πρός κάθε ἄνθρωπο, καί αὐτό τό τονίζομε ἰδιαιτέρως. Ὅ,τι ζητήσαμε γιά νά τό προσφέρωμε ὄχι σέ ἀνθρώπους, ἀλλά στόν ἴδιο τόν Θεό, ἀφοῦ ὁ «ἐλεῶν πτωχόν, ἐλεεῖ τόν Θεόν», πλουσιοπαρόχως ὁ Λαός τό προσφέρει. Μόνο ἔτσι θά προχωρήσωμε. Ἑνωμένοι στήν χαρά καί στόν πόνο. Μαζί στίς δυσκολίες, μαζί στίς δοκιμασίες. Ἡ ἀγάπη εἶναι δύναμη μεγάλη καί γι’ αὐτό ἐφευρετική.
Συνεχίστε, ἀδελφοί μου, μέ τόν ἴδιο καί μεγαλύτερο ζῆλο τήν προσφορά τῆς ἀγάπης. Ἡ δύσκολη ἐποχή θά περάσῃ. «Νεφύδριον ἐστί καί θᾶττον παρελεύσεται...».
Ἀδελφοί μου, δέν πρέπει ποτέ νά λησμονοῦμε τό «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Πλούσιοι δέν εἶναι ὅσοι ἔχουν πολλά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά ὅσοι ἔχουν στήν καρδιά τους τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Ἀληθινό Θεό, ὁ ὁποῖος ἐπτώχευσεν ἑκουσίως γιά τήν δική μας σωτηρία. Πτωχοί δέν εἶναι ὅσοι στεροῦνται κοσμικῶν καί ὑλικῶν πραγμάτων, ἀλλά ὅσοι στεροῦνται τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τους.
Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἑκκλησίας μας ἦταν «οἱ πλουσιώτεροι» ἄνθρωποι τοῦ κόσμου. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει: «ὡς πτωχοί, πολλούς δέ πλουτίζοντες, ὡς μηδέν ἔχοντες καί τά πάντα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. στ΄, 10).
Σέ σᾶς, λοιπόν, πού εἶστε οἱ πλουσιώτεροι ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, σέ σᾶς τούς φιλοθέους καί φιλανθρώπους Πατρινούς, τό Πλήρωμα τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, εὔχομαι καί προσεύχομαι ὁ Κύριος νά ἐπιδαψιλεύῃ πλούσια τά ἀγαθά Του καί τά ἐλέη Του.
Δικαίως καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ γιά ὅλους σας. Ἰδιαιτέρως, ἐν προκειμένῳ, ἐπαινοῦμε καί εὐχαριστοῦμε τούς Ραδιοφωνικούς Σταθμούς καί τίς ἐφημερίδες, πού διοργάνωσαν τήν προσπάθεια αὐτή, ὡς καί τούς Δημοσιογράφους οἱ ὁποῖοι ἐργάστηκαν μέ ζῆλο ψυχῆς γιά τήν συγκέντρωση τῆς ἀνθρωπιστικῆς βοήθειας.
Ὁ Μέγας Βασίλειος γιά ὅσους ἀπό τήν ψυχή τους, μέ ὅλη τους τήν προθυμία, προσφέρουν βοήθεια στούς ἐν ἀνάγκαις καί περιστάσεσι ὄντας ἀδελφούς, ἀναφέρει χαρακτηριστικά:
«Ὁ γάρ οὐράνιος Βασιλεύς οὐκ ἐπαναγκάζει, οὐδέ ἀπαιτεῖ τελέσματα, ἀλλά δέχεται τούς προθυμουμένους, ἵνα δίδοντες λάβωσι, καί τιμήσαντες τιμηθῶσι, καί κοινωνήσαντες τῶν προσκαίρων, εἰς κοινωνίαν τῶν αἰωνίων κληθῶσι» (PG 31.1713).
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρρῶν

Έκτακτη ανακοίνωση για τον πάπα - Γέροντας Νεκταρίος Μουλατσιώτης

Γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να κρίνει τις ενέργειες του Θεού;


Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται.
 
Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:
 
- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου.
 
Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.
 
Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ' ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού.
 
Θα γνωρίσεις τότε ότι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.
 
Ο γέροντας, όταν τ' άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ' ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος.
Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.
Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί.
 
Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε.
Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.
Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν' αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.
 
Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τα χωράφια.
Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.
 
Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του.
 
Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα.
Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε.
 
Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.
 
Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ' την κουφάλα και θαύμαζε.
Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:
 
Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία.
Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!
 
Ενώ ο γέροντας προσευχόταν με δάκρυα, κατέβηκε ο Άγγελος Κυρίου και του είπε:
 
- Μη λυπάσαι, γέροντα, ούτε να σου κακοφαίνεται και να νομίζεις ότι όλα αυτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεού.
Αλλά άπ' αυτά πού συμβαίνουν, άλλα γίνονται κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση κι άλλα κατά οικονομία.
 
Άκουσε λοιπόν:
 
Αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε.
Ο τελευταίος είχε ένα περιβόλι αξίας εκατό φλουριών. Ο πλούσιος, επειδή ήταν πλεονέκτης, τον εξανάγκασε να του το δώσει για πενήντα φλουριά.
Ο φτωχός εκείνος, μη έχοντας τι να κάνει, παρακαλούσε το Θεό να κάνει την εκδίκηση. Γι' αυτό και οικονόμησε ο Θεός και του τα έδωσε διπλά.
Εκείνος, πάλι, ο φτωχός, ο κουρασμένος, που δεν βρήκε τίποτα και φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει μια φορά φόνο.
Μετανόησε όμως ειλικρινά και σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του τα έργα του ήταν χριστιανικά και θεάρεστα.
Διαρκώς παρακαλούσε το Θεό να τον συγχωρέσει για το φόνο που διέπραξε και συνήθιζε να λέει:
«Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού έδωσα, ίδιο να μου δώσεις!».
Βέβαια, ο Κύριός μας τον είχε συγχωρέσει από την πρώτη στιγμή πού εκδήλωσε τη μετάνοιά του.
 
Συγκινήθηκε όμως ιδιαίτερα από το φιλότιμο του παιδιού του, το οποίο όχι μόνο φρόντιζε για την τήρηση των εντολών του, αλλά ήθελε και να πληρώσει για το παλιό του φταίξιμο.
Έτσι δεν του χάλασε το χατίρι, επέτρεψε να πεθάνει με βίαιο τρόπο - όπως του το είχε ζητήσει - και το πήρε κοντά Του, χαρίζοντας του μάλιστα και λαμπρό στεφάνι γι αυτό του το φιλότιμο!
 
Ο άλλος, τέλος, ο πλεονέκτης, που έχασε τα φλουριά κι έκανε το φόνο, θα κολαζόταν για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία του.
Το άφησε λοιπόν ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου για να πονέσει η ψυχή του και να έρθει σε μετάνοια.
 
Με την αφορμή αυτή αφήνει τώρα τον κόσμο και πάει να γίνει καλόγερος!
Λοιπόν, πού, σε ποια περίπτωση, βλέπεις να ήταν άδικος ή σκληρός και άπονος ο Θεός;
 
Γι αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, γιατί Εκείνος τις κάνει δίκαια και όπως ξέρει, ενώ εσύ τις περνάς για άδικες.
 
Γνώριζε επίσης ότι και πολλά άλλα γίνονται στον κόσμο με το θέλημα του Θεού για λόγους που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν.
Κι έτσι το σωστό είναι να λέει ο καθένας:
 
«Δίκαιος ει Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου.» 
 

Θεοκλήτου Μονάχου Διονυσιάτου: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ TO BATIKΑΝΟΝ


Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ TO BATIKΑΝΟΝ
 Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ TO BATIKΑΝΟΝ
(Παραλειπόμενα)
Θεοκλήτου Μονάχου Διονυσιάτου
«... έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος...»
(Απ. Πέτρος)

   Είς το τεύχος του Αυγούστου 1962 της «Αγιορειτικής Βιβλιοθήκης» κατεχωρίσαμεν εν άρθρον υπό τον τίτλον «Η Ορθοδοξία και το Βατικανόν». Εις αυ­τό περιελαμβάνετο:
α) Ότι πόσον η Ορθοδοξία είναι συνδεδεμένη με ημάς και πόσον είμεθα ευαίσθητοι ενώπιον κινδύνου αυτής.
β) Ότι η Ορθοδοξία είναι θεμελιωμένη επί 20 αιώνας επί της αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συ­νόδων, της ιεράς Παραδόσεως και επί των ιερών αιμά­των των Μαρτύρων και Ομολογητών.
γ) Ότι αι προσπάθειαι προς ένωσιν μετά του Κα­θολικισμού, εφ’ όσον ούτος εμμένει εις τας αιρέσεις και τας καινοτομίας του, συνιστούν δι’ ημάςκίνδυνον δογματικής εκτροπήςματαίωσιν του εκχυθέντος αίμα­τος των Ομολογητών μας, ως και ανατροπήν της δι­δασκαλίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας μας.
δ) Ότι η μόνη ορθή στάσις της Ορθοδοξίας εις τους οικουμενικούς διαλόγους της εποχής, είναι η μαρτυρία της κατά την σχετικήν προτροπήν του Απο­στόλου Πέτρου: (Α Πέτρ. γ 15).
ε) Ότι εκδηλώσεις τινές και ατυχείς δηλώσεις, εκ συγκαταβάσεως, του σεπτού Οικουμενικού Πατριάρχου μας εσκανδάλισαν τον Ορθόδοξον λαόν, προεκάλεσαν την εξέγερσιν ολοκλήρου σχεδόν του θρησκευ­τικού, εκκλησιαστικου και μερικώς του πολιτικού Τύ­που της πατρίδος μας, και εν αγίω Όρει, λόγω της αυξούσης δυσφορίας, επαπειλείται η εύρυνσις του θλιβερού χάσματος μεταξύ Αγιορειτών με την Μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν.
στ) Ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον έχει ευρέα περιθώρια ελίξεως εις τους χώρους των αιρετικών Εκκλησιών -ως δυνάμει Ορθοδόξων- αλλά οφείλει να μη κατανικάται από ανθρωπίνους συναισθηματι­σμούς, παραμένον διακεκριμένον από τας αιρέσεις των, τας οποίας δέον να επισημαίνη, κατά την διδα­σκαλίαν των αγίων Πατέρων, ως απώλειας ψυχικής προξένους.
ζ) Ότι δεν πιστεύομεν εις την αγνότητα των ελα­τηρίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προς ένωσιν και εξεθέσαμεν τους λόγους, ισχυριζόμενοι πα­ραλλήλους, ότι μάλλον μισούμεθα ασπόνδως υπό της «αδελφής» Εκκλησίας, τούτου μαρτυρουμένου αριδήλως από την μεσαιωνικήν, νεωτέραν και «νεωτάτην» ιστορίαν, ως εκθέτομεν.
η) Ότι η επιδιωκομένη «ενότης» είναι δι’ ημάς τους Ορθοδόξους ασύμφορος και αν -ως είναι πιθανόν- πραγματοποιηθή, θα διάβρωση το Ορθόδοξον φρόνημα παρά τω λαώ και θα αποβή πηγή πολλών κα­κών.
θ) Ότι η πολιτεία των τελευταίων ετών του Οικου­μενικού Πατριαρχείου εν τω θέματι της Οικουμενικής κινήσεως, είναι υπέρ το δέον φιλελευθέρα και, ότι πά­σα φθορά ορθοδόξως τούτου, δεν θα μείνη ανεκμετάλλευτος από τινα ομόδοξον Εκκλησίαν, επιθυμούσαν τα πρεσβεία τιμής.
ι) Ότι αι ανωτέρω γραμμαί αποτελουν ερμηνείαν του αγιορειτικού πνεύματος, όπερ «παροξύνεται» εν όψει κινδύνου της Ορθοδοξίας, ως γεννηθέν εκ του πνεύματος των Οσίων Μαρτύρων και Ομολογητών αγιορειτών Πατέρων....
   Το άρθρον τούτο ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν εις την περιοχήν της ελληνικής Εκκλησίας και έτυχεν ενθουσιώδους επιδοκιμασίας, αν κρίνωμεν από το πλήθος των επιστολών που ελάβομεν, Ιεραρχών, Θεο­λόγων, ανθρώπων των γραμμάτων, και από δημοσιεύ­ματα ευμενή εις εφημερίδας και θρησκευτικά περιοδι­κά. Παραφωνίαν μόνον απετέλεσεν άρθρον δημοσιευθέν εις τας εν Αμερική εκδιδομένας εφημερίδας «ΑΤΛΑΝΤΙΣ» και «ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ» υπογραφόμενον υπό του εύσεβους Θεολόγου κ. Β. Βασιλειάδου υπό τον τίτλον: «Τα κηρύγματα μίσους είναι απεχθή δια τους ορθοδόξους». Εάν δεν εγνώριζα, ότι ο κ. Βασιλειάδης διηκόνει εις το Πατριαρχείον Κωνσταντι­νουπόλεως και ήδη εις την Αρχιεπισκοπήν Αμερι­κής, δεν θα ηδυνάμην να εξηγήσω την οξύτητα του ύ­φους, τας αιχμάς δια τους αγιορείτας, την ηθελημένην παρερμηνείαν και τας όχι ορθάς «θέσεις», που εκτίθενται εις το αρθρογράφημά του.
(Σημ. εκδότου: Από το άρθρο αυτό στη συνέχεια μετα­φέρομε τα επόμενα αποσπάσματα).
 + + +
   Η εκάστοτε διοικούσα Εκκλησία δεν είναι αλάθη­τος. Η εκκλησιαστική ιστορία βεβαιοί του λόγου το ασφαλές. Και το ενδιαφέρον του πιστού λαού υπέρ της Εκκλησίας του, αποτελεί έκφρασιν αγάπης και σεβασμού. Πολλώ μάλλον όταν τούτο προέρχεται από Μοναχούς. Εν προκειμένω δε, εξεφράσθη εις εν άρθρον, καθ’ ην εποχήν προηγήθησαν εκδηλώσεις σκανδαλισμού εις ευρείαν κλίμακα και διεγράφετο εις τον ορίζοντα της ελληνικής Ορθοδοξίας σαφής ο κίνδυνος νέων σχισμάτων....
...εις τα θέματα της πίστεως, όταν δεν υπάρχει ένωσις, θεμελιουμένη εις το «αυτό φρονείν», η ενότης ως ιδέα και πρακτική συνέπεια είναι ολεθρία δι’ ημάς τους Ορθοδόξους, εκτός της γραφικής απαγορεύσεως της αναστροφής μετά ετεροδόξων. Εάν η αίρεσις είναι «βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος» και συνεπά­γεται στέρησιν της θείας ενεργείας Του, πως θα γίνη συνεργασία με «αντιπίπτοντας τω Πνεύματι τω Αγίω»; Πως δεν θα κινδυνεύση ο απλούς λαός μας από τον συναγελασμόν μετά των φορέων προτεσταντικών και παπικών δαιμόνιων; Πως θα αποφύγωμεν τας εκκλη­σιαστικάς σχέσεις εν τη λατρεία; Και πως δεν θα έχωμεν προσηλυτισμόν και μεταστάσεις Ορθοδόξων προς παπικούς και προτεστάντας, όταν εκ της «συ­νεργασίας» αμβλυνθούν προοδευτικώς αι διαφοραί που μας χωρίζουν;.... 
Έχομεν εχθρούς, ως Έθνος και ως Εκκλησία; Ουδέν το νέον. Από την ώραν που γίνεται κανείς χρι­στιανός, όλη η κόλασις στρέφεται εναντίον του, ορα­τή και αόρατος. Ακριβώς δια τούτο η Εκκλησία ονο­μάζεται στρατευομένη. Δειλιώντες λοιπόν, να κάμωμεν ενότητα επί θυσία της πίστεως; Αλλά τοιαύτας μεθόδους αμύνης η Εκκλησία του Χριστού ουκ οίδεν.
Εάν θα απολεσθώμεν ή θα επιζήσωμεν, ως Εκκλησία ή ως Έθνος, ουκ έστιν ημών. Ημών είναι να κρατήσωμεν την ομολογίαν μας εις την Εκκλησίαν και την αγάπην μας προς τον Χριστόν, εις όλας τας συνεπείας της ηθικής και δογματικής βιώσεως και όλα τα άλλα αφορούν τον Κύριόν μας, ότι «αυτώ μέλει περί ημών».
Τα περί ενότητος, αν δεν είναι χίμαιραι, είναι δια την πίστιν κινδυνώδη, πολύ ανθρώπινα και εγγύς απι­στίας. Και αυτά τα φίλα τοις ανθρώποις και άπιστα λαμβάνουν την «ένδικον μισθαποδοσίαν»Ο Θεός παροργίζεται όταν ώμεν πεποιθότες έπ’ ανθρώποις και μη επί «τω εγείροντι τους νεκρούς». Η 6η Σεπτεμ­βρίου του 1955 κάτι θα έπρεπε να μας είχε διδάξη. Η­μείς οι Αγιορείται, που αδολεσχώμεν και «εκλίπομεν» εις την μελέτην των θείων κριμάτων, την ημέραν αυτήν την εβλέπομεν να έρχεται με μαθηματικήν ακρίβειαν. Ο νοών νοείτω... Ο ρόλος της Ορθοδοξίας εν τω κόσμω συνοψίζεται εις την μαρτυρίαν της αλή­θειας, εις «των Αποστόλων το κήρυγμα και των Πατέ­ρων τα δόγματα». Μόνον αυτό. Με το «ενότητα επαγγελλόμεθα και εις ταύτην καλούμεν τας Εκκλησίας του Χριστού», -Εκκλησίαι του Χριστού με παστορί­νες, με αμνηστείαν της σοδομίας και με κατάργησιν του σατανά!!- εις δύο και πλέον εκατομμύρια ομογε­νών, διεσπαρμένων εις τα πέρατα της γης, προσφέρομεν την χειροτέραν υπηρεσίαν, διότι τους ρίπτομεν εις τας παγίδας των παπικών και προτεσταντών....
Εις το άρθρον μου γράφω, ότι «καλή είναι η αγά­πη, αλλά κάλλιστον το μίσος εις θέματα πίστεως. Όχι βεβαίως να μισώμεν τους ανθρώπους, αλλά τα κακόδο­ξα και αιρετικά φρονήματα των». Που βλέπετε, λοι­πόν, κηρύγματα μίσους κ. Βασιλειάδη; Εις το ότι οφείλομεν να μισώμεν τας κακοδοξίας και τας αιρέσεις απροσώπως; Εάν αι αιρέσεις συνεπάγωνται απώλειαν ψυχικήν, τι άλλο πρέπει εις αυτάς; Στωικοί είμεθα; Ο Χριστιανισμός εξαίρει την αγάπην, αλλά συνιστά και το μίσος. Χωρίς το μίσος προς την αμαρτίαν είναι αδύ­νατος η αρετή. «Μέτρον αρετής το μίσος προς την αμαρτίαν», λέγει ο Μ. Βασίλειος. Και αν οφείλωμεν να μισώμεν την ηθικήν αμαρτίαν, πόσω μάλλον την «α­μαρτίαν του Πνεύματος;».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εις τον «Δεκάλο­γον της κατά Χριστόν νομοθεσίας», γράφει: «Αν δε σοι και εμπόδιον ώσι και μάλιστα προς την αληθή και σωτήριον πίστιν, ετερόδοξοί τινες όντες, ου μόνον φεύξη, αλλά και μισήσεις ουκ εκείνους μόνους, αλλά και πάντας τους προς γένους και τους κατά πάσαν άλλην φιλίαν και συνάφειαν...».
Ο μέγας Θεολόγος των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου, ο Μοναχός Ιωσήφ ο Βρυέννιος, περί του οποίου αυτοί οι Λατίνοι έλεγον: «ο Θεός ομιλεί δια σου Πάτερ», απεφαίνετο ότι η προσθήκη εις το Σύμβολον της Πίστεως, το Filioque «άπειρους υφείλετο της των σωζομένων μερίδος». Πως, λοιπόν, να μη μι­σώμεν τας αιρέσεις; Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορεί­της, τον οποίον τόσον ευλαβούνται και αυτοί οι Λατίνοι ων το βάπτισμα ωνόμαζε «μόλυσμα»- αποσαφηνίζων την στάσιν των Ορθοδόξων έναντι των αι­ρετικών, έγραφε: «Τα κακόδοξα φρονήματα και τα πα­ράνομα έθη των Λατίνων και των άλλων αιρετικών, πρέπει να μισώμεν και να αποστρεφώμεθα».
Ημείς, κ. Βασιλειάδη, δεν είμεθα αγιώτεροι και σοφώτεροι των μακαρίων εκείνων ανδρών, οι οποίοι εμίσουν τας κακοδοξίας ως παραιτίους απώλειας. Ποιος είπεν ότι πρέπει να μισώμεν τους ανθρώπους; Οι άγιοι Πατέρες, εις τους οποίους εμαθητεύσαμεν, όχι μόνον ελυπούντο και προσηύχοντο υπέρ των ετερο­δόξων, δια να τους ελεήση ο Θεός και καταλάβουν το σκότος της πλάνης των, άλλ’ ελυπούντο και αυτούς τους δαίμονας ακόμη. Πως ου; Η αγία ψυχή των ήτο διαπεποτισμένη από την προς Θεόν και τον πλησίον αγάπην, από έλεος προς τα αθλιέστερα όντα, αλλά και από το μίσος προς τας κακίας και τας φθειρούσας την αλήθειαν πλάνας των....
 + + +
   Ο κ. Βασιλειάδης διαπράττει βασικόν σφάλμα γράφων: «Ας παύσουν ασχολούμενοι με αλλότρια προς την αποστολήν των οι κατά τον αυτόν τρόπον σκεπτόμενοι Μοναχοί και ας ασχοληθούν σοβαρώς με τα προβλήματά των...». Αλλότρια προς την απο­στολήν μας είναι τα θέματα της αγιωτάτης Εκκλη­σίας μας και μάλιστα τα δογματικά; Που ηκούσθη αυ­τό ποτέ; Οι Μοναχοί, που είναι, κατά Χρυσόστομον, «τα νεύρα της Εκκλησίας;». Το μοναχικόν Τάγμα, πε­ρί του οποίου ο μέγας Πατριάρχης Κωνσταντινουπό­λεως Γρηγόριος ο ΣΤ’ λέγει τόσα εύφημα και το θεω­ρεί ως φρουρόν της Ορθοδοξίας; «... οι σημερινοί αι­ρετικοί, γράφει εις Εγκύκλιόν του εν έτει 1836, δια να μολύνωσι την ημετέραν θρησκείαν... εκχέουσι τον Ιόν της Ιοβόλου αυτών ψυχής δια τοσούτων φλυαριών, κα­τά του ατενώς επαγρυπνούντος και φυλάσσοντας την Ορθόδοξον Ποίμνην και μόνου δυναμένου αντιστήναι και ανατρέψαι τα τούτων πονηρά σχέδια μοναχικού Τάγματος... Αλλά γνώτωσαν οι παραλελογισμένοι... ότι εξ αυτού του Τάγματος και μέχρι του νυν εισίν οι  ορθοτομούντες τον λόγον της αλήθειας και οδηγούντες την Ορθόδοξον νεολαίαν, δια της διδασκαλίας αυτών εις το Ιερόν Δόγμα και εις την ορθήν Ηθικήν. Το Τάγμα αυτό ούτε εμόλυνέ ποτέ την ορατήν Εκκλη­σίαν του Χριστού, αλλ’ αείποτε ελάμπρυνεν, εδόξασεν, εκράτυνε και εστερέωσεν αυτήν και δια του πνευ­ματικού βίου, και δια των δογματικών συγγραμμάτων και ηθικών αυτό συνεκρότησε τας κατά καιρούς συστάσας Οικουμενικάς και Τοπικάς Συνόδους, αυτό διετήρησεν ακριβώς τους Ιερούς Κανόνας... Αυτό απ’ αρχής αντέστη και κατεπολέμησε, και τη πανσθενή δυνάμει του Κυρίου, κατεπάλαισε τα διάφορα συστή­ματα των Ελληνιστών και τους κακοδόξους Αιρεσιάρχας. Αυτό τέλος πάντων ήδη πολεμεί και σας τους επ’ έσχατων των χρόνων εκ των κευθμώνων του Άδου... αναφανέντας σατανικούς Αιρεσιάρχας, δια να παύσητε διαταράττοντες την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν, την οποίαν αυτό το Μοναχικόν Σύ­στημα εφύλαξε μέχρι τούδε, και τη παναλκεί δυνάμει του Παντουργού Θεού, θέλει φυλάξει μέχρι συντε­λείας,..».
   Λοιπόν, τι έχει να είπη επ’ αυτών ο κ. Βασιλειάδης; Ασφαλώς ουδέν. Ούτε ημείς είναι ανάγκη να προσθέσωμεν ονομαστί τα πλήθη των εκ Μοναχών Ο­μολογητών μας, των Αγίων μας, των Διδασκάλων μας. Ότι την Εκκλησίαν μας έσωσαν πάντοτε οι μο­ναχοί από τον όλισθον των αιρέσεων. Και ότι η Ορθό­δοξος Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μας είναι Ασκητική και Μοναστική... Επειδή δε εξ αγάπης μας συνιστάτε τα καθ’ υμάς καλά και συμφέροντα, επιτρέψατέ μας να σάς συστήσωμεν και ημείς από του ειρηνικού Άθωνος, όπως μελετάτε την ιστορίαν της αγιωτάτης Εκκλησίας μας, τους αγώνας της, δια την διατήρησιν της αμωμήτου Ορθοδοξίας μας και δια τους πρωταγωνιστάς της. Και φοβήσθε το αμερικανικόν πνεύμα. Πολλούς επλάνησε και μάλιστα όχι ιδιώτας μόνον. Και αν ημείς δεν προσθέσωμεν εις τας τεταγμένας νηστείας και προσευχάς και μελέτην της Ορθο­δοξίας, χάριτι Χριστού, δεν κινδυνεύομεν όσον υμείς. Φυλάττεσθε δε όχι μόνον από τους αιρετικούς, μεθ’ ων αφεύκτως αναστρέφεσθε, αλλά και από τους «οικείους της πίστεως».
Πάντως «ημείς χωρισθήναι Θεου ουδαμώς ανεχόμεθα». Δι ον λόγον και δεν θα παύσωμεν «ασχολούμενοι», μεθ’ όλης της επιβαλλομένης ευλαβείας, με την Συνοδικήν, Αριστοκρατικήν και Δημοκρατικήν -ποτέ Μοναρχικήν- Διοικούσαν Εκκλησίαν μας....
+++
   Λοιπόν, όχι απλώς μετανοήσωμεν, αλλά διαρκώς να μετανοώμεν. Έτσι γινόμεθα αληθείς Χριστιανοί, λαμπρύνομεν την Εκκλησίαν του Χριστού και δοξάζε­ται ο Πατήρ ημών ο εν τοις ουρανοίς. Πρώτα οι Πατριάρχαι και Αρχιερείς και ύστερα οι ηγούμενοι και οι μοναχοί και ο λαός. Χωρίς μετάνοιαν δια βίου, δια νηστειών και δακρύων και πένθους και προσευχών, δι ων τίκτεται ο φόβος του Θεού και αναλάμπει η αγάπη εν ταις καρδίαις ημών, ουδέποτε θα ίδωμεν πρόσωπον Θεού και εδώ και εκεί. Και τα προβλήματά μας θα αυ­ξάνονται και θα πληθύνωνται. Και θα ζητώμεν λύσεις εις δοκίμους επινοήσεις. Και θα φωνάζωμεν: «Ενό­τητα θέλομεν, ενότητα επαγγελλόμεθα...». Και ενώ θα προβαίνωμεν εις μειοδοσίας πίστεως δια να συγκολλήσωμεν «χρυσόν» με «καλάμην», θα λαμβάνωμεν α­παντήσεις ωσάν εκείνην που έδωκεν ο Πάπας της Ρώ­μης επί τη ενάρξει της Συνόδου του, αποστείλας λεγάτους εις Τουρκίαν δια να συμφωνήση όπως... ανορυχθή ο Τάφος της Παναγίας εν Εφέσω!! Και επειδή δεν ήτο αρκετόν αυτό δια την... συμφιλίωσιν και την ενότητα, ο πρύτανις των Καρδιναλίων κατηγορεί την ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν δια «στενότητα πνεύματος» και την αποκαλεί «αιρετικήν». Άλλ’ η­μείς παρά ταύτα, «ενότητα θέλομεν, ενότητα επαγγελλόμεθα»... Και ο ουρανός ακόμη σιωπά. Άλλ’ ου σιωπήσεται!

Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης Άγιον Όρος 1962
(Από το 6ο τεύχος του 1962 του περιοδικού «ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ»).

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...