Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2013

Η πίστη στο Χριστό ως φορέας της χάριτος

x_7ef270e5


Στην κοινωνία που ζούμε, οποίος θα θελήσει να ακολουθήσει ένα ορισμένο δρόμο ζωής, π.χ. να σπουδάσει, να ασχοληθεί με την τεχνολογία η στρατό η άλλα παρόμοια, δίνει πρώτα τα στοιχεία της ιδιότητάς του: καταγράφεται π.χ. στους καταλόγους των υποψηφίων σπουδαστών, ομολογεί πίστη και υποταγή στους σχετικούς νόμους και κανόνες, και μετά αρχίζει την πρακτική ενέργεια της μαθητείας που θα αναδείξει, όπως είναι και ο σκοπός του, ένα πεπειραμένο παράγοντα στον κλάδο που διάλεξε. Η εισαγωγή του στην επιστήμη του αρχίζει από τη θεωρητική διδασκαλία η οποία είναι αναγκαία για να μπει στο νόημα της ουσίας αυτού που τον ενδιαφέρει, και μετά εισέρχεται στην πρακτική εφαρμογή των νόμων και όρων του επιτηδεύματός του σύμφωνα με την παράδοση των καθηγητών του, μέχρι που να γίνει πλήρως κάτοχος της επιστήμης του. Σαν απόδειξη της επιτυχίας του θα είναι, τελικά, η λήψη του πτυχίου.
Κάτι ανάλογο ισχύει και στη χριστιανική μας ζωή. Κι’ εμείς με την εισαγωγική πίστη στον αληθινό Θεό, με τη συμμετοχή μας διά των Μυστηρίων στο Σώμα του Χριστού μας, την Εκκλησία, με την ομολογία της πίστης μας και την εργασία των θείων εντολών, καθώς και την τήρηση όσων άλλων η ιερά μας παράδοση περιέχει, βρισκόμαστε μέσα στο σωστό δρόμο προς την επιτυχία. Αυτήν όμως την επιτυχία, το στόχο, το αποτέλεσμα, αυτό που θάναι για μας το «πτυχίον» ακόμα δεν το έχουμε πετύχει. Πιο κάτω θ’ ασχοληθούμε γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, την επιτυχία του σκοπού μας.

* * *
Σε προηγούμενη ομιλία ασχοληθήκαμε με τη θεία αγάπη και όλες της τις συνέπειες, η οποία με κύριο στόχο της τον άνθρωπο εκδηλώθηκε σε όλη της την πληρότητα, φανερώνοντας τη σχέση του Θεού προς εμάς. Τώρα θα εξετάσουμε τη δική μας θέση: ποιά είναι μετά την πτώση και την υποταγή μας στη φθορά και το θάνατο, ώστε να μπορέσουμε ενσυνείδητα και σωστά να ενεργήσουμε στο στάδιο αυτό όπου βρισκόμαστε, για να πετύχουμε την ανάκληση και σωτηρία μας. Άλλωστε, το «γνώθι σαυτόν» είναι και το βασικώτερο σύνθημα κάθε υγειούς φιλοσοφίας.
Για την αυτογνωσία αυτή και τη μετά το χωρισμό μας από το Θεό πανανθρώπινη δυστυχία, ας αφήσουμε τον Απ. Παύλο να μας μιλήσει, σαν τον βαθύτερο στοχαστή και ψυχολόγο όλων των αιώνων: «Οίδα -λέγει- ότι εγώ (ο άνθρωπος) σαρκικός είμι, πεπραμένος υπό την αμαρτίαν. Ο γάρ κατεργάζομαι ου γινώσκω· ου γάρ ο θέλω τούτο πράσσω, άλλ’ ο μισώ τούτο ποιώ». Και συνεχίζει: «Νυνί δε ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, άλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία. Οίδα γάρ ότι ούκ οικεί εν εμοί, τούτ’ έστιν εν τη σαρκί μου, αγαθόν το γάρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω· ου γάρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, άλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω». Και συνεχίζοντας ο θεόσοφος ανατόμος της ανθρώπινης ύπαρξής μας αποκαλύπτει το ελατήριο της διεστραμμένης αυτής κινήσεως: «Ει δε ο ού θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, άλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία» (Ρωμ. ζ’ 15-20).
Η αμαρτία, λοιπόν, το κέντρο του θανάτου, ο εμπρυστής της πανανθρώπινης ευτυχίας, η υπόσταση της κολάσεως και του ολέθρου, η ανατροπή κάθε αρμονίας, κάθε τάξεως και ευπρέπειας, ο αφανισμός κάθε αξίας και τιμής και αξιοπρέπειας των όσων ο Δημιουργός «εποίησε λίαν καλώς»!
Αφού λοιπόν ο θειος Απόστολος αποκάλυψε την αιτία της καταστροφής μας, κι ότι αυτή δεν είναι περιοδική αλλά ενδημούσα, μόνιμη και ένοικη εντός μας, στη συνέχεια μας περιγράφει λεπτομερέστερα τους τρόπους της ενεργείας της στον ψυχοσωματικό μας κόσμο: «Ευρίσκω -λέγει- τούτον τον νόμο, ότι δηλαδή ενώ εγώ θέλω να κάμω το καλό, μέσα μου υπάρχει πρόχειρο το κακό. Αισθάνομαι μεγάλην ευχαρίστηση στο νόμο του Θεού κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο, αλλά βλέπω άλλο νόμο στα μέλη μου, ο οποίος αντιστρατεύεται το νόμο του νοός μου και με αιχμαλωτίζει διά του νόμου της αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου». Και καταλήγει με το εξής, το οποίο αποτελούσε τον κοινό θρήνο όλων των ανθρώπων: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Ποιος θα με ελευθερώσει από το σώμα τούτο το καταδικασμένο στον θάνατο;» (Ρωμ. ζ’ 21-24). Πράγματι, τίποτε άλλο δεν θα ήταν πιο κατάλληλο σαν τελικό συμπέρασμα από αυτό, που με τόσο στεναγμό ο Παύλος έγραφε!
Ας επανέλθουμε στο κείμενο κι ας επιχειρήσουμε να κάνουμε τη διάγνωση προκειμένου να βρούμε τη θεραπεία: «…θέλοντι εμοί ποιείν το καλόν, εμοί το κακόν παράκειται» (δηλ. ενώ εγώ θέλω να κάμω το καλό, μέσα μου υπάρχει πρόχειρο το κακό). Πρέπει να μας συγκλονίζουν τα λόγια αυτά! Δηλαδή δεν απολέσαμε μεταπτωτικά μόνο την έννοια του καλού, του αγαθά σκέπτεσθαι και ενεργείν, αλλά αποκτήσαμε και έμμονη διαστροφή και κλίση προς το κακοποιείν, εκβιασμό της σκέψεως και θελήσεως μας προς το ποιείν το πονηρό. Ενώ διατηρήθηκαν μέσα μας οι στοιχειώδεις ιδιότητες της «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού δημιουργίας μας, συλλαμβάνουμε δυνάμει το καλό, εκβιάζεται όμως δυναστικά η θέλησή μας για εφαρμογή του μισουμένου κακού. Αυτό που λέγει ο Παύλος, ότι «αισθάνομαι μεγάλην ευχαρίστηση στο νόμο του Θεού κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο», αφορά την ελεύθερη σκέψη του νου που συλλαμβάνει το καλό· αλλ’ η δύναμη της αμαρτίας, έχοντας τρόπον τινά την έδρα της στα μέλη μας, αντιδρά˙ έτσι, «ενώ εγώ θέλω να κάμω το καλό, μέσα μου υπάρχει πρόχειρο το κακό».
Ο άνθρωπος λοιπόν έχει να κάμει δυο αγώνες τώρα: πως να πετύχει ώστε η λογική του να εκλέξει το αγαθό αντί το πονηρό, και πως να νικήσει την αντιστρατευόμενη το νόμο του νοός του δύναμη της αμαρτίας, που βρίσκεται μέσα στα μέλη μας και η οποία μας εκβιάζει κατά τρόπον αντίθετο προς τον εσωτερικό μας κόσμο, ώστε ο καθένας να βλέπει χωρίς προκάλυμμα τι βρίσκεται μέσα του. Τα λόγια του μοιάζουν με καθρέφτη διαφορετικό από τους άλλους, που δεν δείχνει τις ρυτίδες και τα άλλα ψεγάδια του προσώπου μας, αλλά τον εσωτερικό μας κόσμο σ’ όλο του το βάθος.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν τα λόγια του Μωυσή στη Γένεση, ότι «έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού» (η’ 21), όπως ακριβώς σ’ ενα αρρωστημένο οργανισμό οι φυσικοί νόμοι λειτουργούν αντίθετα από το κανονικό.
Μέχρις εδώ περιγράψαμε με βάση την αποκάλυψη της Αγίας Γραφής τη γυμνή και χωρίς θεία χάρη ανθρώπινη φύση, την υποκειμένην εξ ολοκλήρου στον διπλό θάνατο. Τώρα ας περιγράψουμε, πάλι από τις ίδιες πηγές, «την περίσσειαν της Χάριτος» που εξέχεεν ο Θεός στον άνθρωπο. Γιατί, πράγματι, η άπειρη αγάπη του Θεού προς τα πλάσματάα Του οικονόμησεν ώστε, «εκεί όπου επλεόνασεν η αμαρτία να υπερπερισσεύση η χάρις» (Ρωμ. ε’ 20). «Ευχαριστώ τον Θεό διά Ιησού Χριστού του κυρίου μας» -λέγει ο Παύλος έξ ονόματος όλων μας- «διότι εν Χριστώ Ιησού ο νόμος του Πνεύματος, που δίνει ζωήν, με ελευθέρωσε από τον νόμο της αμαρτίας και του θανάτου» (Ρωμ. η’ 2). Κι όχι μόνο αυτό. Ο Ιωάννης λέγει και κάτι άλλο ακόμα που είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερο: «Σε όσους Τον δέχτηκαν, έδωκεν εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού,…οι οποίοι ούτε από αίματα ούτε από το θέλημα της σάρκας ούτε από το θέλημα ανδρός, άλλ’ από το Θεό γεννήθηκαν» (Ίω. α’ 12-13).

* * *
Συγκρίναμεν εδώ δυο ακραίες καταστάσεις. Από τη μια την απογύμνωση και αδυναμία της ανθρώπινης φύσης μετά την πτώση, αδυναμία σε σημείο που σχεδόν να μη φαίνεται κανένα σημάδι ικανότητας για τη διενέργεια του καλού. Από την άλλη τονίσθηκε η απελευθέρωσή μας από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου διά του «νόμου του Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού»· αυτό έγινε κατορθωτό όταν ο θείος Λόγος διά της ενανθρωπήσεώς Του «προσέλαβε» την ανθρώπινη φύση στους κόλπους της ίδιας της Θεότητας, οπότε διά της θείας Χάριτος ο άνθρωπος ανυψώθηκε στην κατά χάρη θέωση. Εκτός όμως από τις δυο αυτές ακραίες πραγματικότητες, υπάρχει και κάτι άλλο, ένα ενδιάμεσο τόσο σημαντικό και σπουδαίο, ώστε χωρίς αυτό τίποτε να μην πραγματοποιείται. Για το ενδιάμεσο αυτό θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.
Ας προσέξουμε κάτι που τονίζει ο Παύλος στα πιο πάνω κείμενα που αναφέραμε: «Αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση στο νόμο του Θεού κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο», λέγει, πράγμα που σημαίνει ότι η δύναμη της θελήσεως και της ελευθέρας εκλογής υπάρχει μέσα μας και άρα αποτελεί αναφαίρετο κτήμα του ανθρώπου. Είναι γι’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης που διεξάγεται ο ασυμβίβαστος αγώνας του καλού και του του κακού. Ο «νόμος της αμαρτίας» (που αντιστρατεύεται τον νόμο του νοός μας και μας θέλει αιχμαλώτους παρά την αντίθεση της θελήσεώς μας) και ο «νόμος του Πνεύματος της ζωής» τραβούν με δύναμη τη θέληση μας προς το μέρος τους.
Αυτό το δίλημμα θέλει να τονίσει ο Παύλος όταν γράφει: «Πάντα μοι έξεστιν (όλα μου επιτρέπονται), αλλ’ ου πάντα συμφέρει˙ πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τίνος» (Α’ Κορ. στ’ 12). Σαν άτομο, δηλαδή, δικαιούται κανείς, εν τη ελευθερία του, να κάμει χρήση της προτιμήσεώς του˙ τούτο όμως δεν συμφέρει όσον αφορά τον ανώτερο σκοπό της τελείωσής μας, διότι η τελειοποιούσα θεία Χάρις αντιτίθεται στο νόμο της επιθυμίας και της χωρίς διάκριση χρήσεως. Δεν σταματά όμως ο Παύλος στο ατομικό συμφέρον, αλλά τον ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο το γενικό συμφέρον της Εκκλησίας, του όλου Σώματος του Χριστού. Έτσι π.χ. συνιστά στους δυνατούς ως προς την πίστη να απέχουν από τα ειδωλόθυτα προς αποφυγήν σκανδαλισμού των υπολοίπων χριστιανών. Άρα το καθήκον μας δεν περιορίζεται στα προσωπικά μας ενδιαφέροντα, αλλά επεκτείνεται και στο στηριγμό και την ασφάλεια του συνόλου. Έτσι λοιπόν, ενώ βάσει του νόμου της ελευθερίας μας όλα μας επιτρέπονται, πρέπει εν τούτοις να σκεπτόμαστε και τον νόμο της αδυναμίας μας που μας αιχμαλωτίζει στην κακή χρήση· γι’ αυτό πρέπει να αναιρούμεν το «έξεστιν» διά του «ου συμφέρει».
Το συμπέρασμα είναι ότι ούτε η βιαιότης του κακού, που είναι στα μέλη μας φωλιασμένη, ούτε η παντοδύναμη χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία λαμβάνουμε εν τη Εκκλησία διά των θείων Μυστηρίων, μπορούν να μας παρασύρουν προς το μέρος τους εάν εμείς δεν θελήσουμε. Μεγάλο πράγμα επομένως ο ανθρώπινος παράγων, δηλαδή η θέληση. Είναι το μόνο που μας απέμεινεν ανεπηρέαστο από την καταστροφή της πτώσεως. Ούτε ο Θεός μας το στέρησε, ούτε ο διάβολος το αιχμαλώτισε. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει όλη μας την ελευθερία και κυριότητα, είναι δε ο αποφασιστικός παράγων του όλου μας είναι διότι από τη ροπή ακριβώς της ανθρώπινης θελήσεώς μας θα εξαρτηθεί η πνευματική πρόοδος η καταστροφή μας, η ζωή η ο θάνατος. Είναι σαν το μυθικό μήλο της Έριδος που κι οι δυο υπερδυνάμεις, η του καλού και η του κακού, φιλονικούν ποιά να το κερδίσει. (Καταχρηστικά ονομάζουμεν εδώ «υπερδύναμη» το κακό, για τη θρασύτητά του και την αναίδεια του εκβιασμού του, ενώ αντίθετα η θεία Χάρη που είναι πράγματι παντοδύναμη, παρακαλεί και υποδεικνύει χωρίς να εξαναγκάζει).
Έχοντας λοιπόν ύπ’ όψιν τη θεία αποκάλυψη, η οποία μας μιλά για την αρχέγονη παραδεισιακή καταγωγή μας, έχοντας κριτήριο τη θεία αγάπη με την οποία μας περιέβαλε ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, έχοντας εγγύηση τα αιώνια αγαθά και την αθανασία όπου μας κληροδότησε ο Θεάνθρωπος Σωτήρας μας, διά του οποίου λαμβάνουμε και το ύπατο και ασύγκριτο δώρημα της «υιοθεσίας» από μέρους του Θεού Πατρός (δώρημα που αποτελεί το τέλος των πάντων, εκεί όπου τερματίζεται κάθε κίνηση και κάθε πόθος), ας κατευθύνουμε τη θέλησή μας προς την ορθή κατεύθυνση. Κανένα μαγικό αποτέλεσμα δεν συμβαίνει. Ο άνθρωπος αφ’ εαυτού κατεργάζεται είτε το θάνατο είτε την ζωή. Η εμπειρία του πρώτου εκείνου σφάλματος των προπατόρων, όπου πίστεψαν στην κολακεία και το δόλο του κακού, πρέπει να είναι αρκετή για να μας συνετίσει ώστε να μη επαναλάβουμε το ίδιο λάθος· έτσι, πρέπει οπωσδήποτε να αποκλείσουμε τη στροφή μας προς τα αριστερά, προς την πλευρά του κακού.
Με τη σφραγίδα της πίστης στο Χριστό μας μπαίνουμε στις τάξεις των κατά «πρόγνωσιν» προορισθέντων (Ρωμ. η’ 29). Με την υπακοή και υποταγή μας στους όρους και νόμους του αγίου Του θελήματος αποδεικνύομεν την πρακτική μας ομολογία, και με την άσκηση των αγίων αρετών και της συμμετοχής στα μυστήρια γινόμαστε μέτοχοι του αγιασμού, που είναι η ιδιότης του ουρανίου μας Πατρός: «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος είμι» (Α’ Πετρ. α’ 16), και «τούτο έστι θέλημα του Θεού, ο αγιασμός ημών» (Α’ Θεσ. δ’ 3).
Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι χωρίς εμάς τίποτε δεν γίνεται, όπως ασφαλώς και χωρίς τη θεία Χάρη του Χριστού μας πάλιν τίποτε δεν δυνάμεθα. Παρ’ όλον ότι, βασικά, ο Θεός είναι εκείνος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία («ο Θεός γάρ έστιν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας» (Φιλ. β’ 13) εν τούτοις μπορούμε να πούμεν ότι υπάρχει μια αλληλεγγύη όπου οι δυο όροι (θείος και ανθρώπινος) εναλλάσσονται ισότιμα. Άλλοτε ο άνθρωπος εργάζεται και ο Θεός συνεργάζεται και άλλοτε ο Θεός εργάζεται και ο άνθρωπος συνεργάζεται, ποτέ όμως χωριστά ο καθένας.

* * *
Αναφέραμε άλλοτε για τις αρετές που αποτελούν τους χαρακτήρες της θεομοιώσεώς μας και τα σκαλοπάτια που μας ανεβάζουν προς τον αγιασμό. Όταν δεν υπάρχουν οι αρετές αυτές, κατ’ ανάγκην θα υπάρχουν οι αντίστοιχες κακίες. Οι κακίες, δηλ. τα πάθη που αποτελούν τον νόμο και τον κόσμο της διαστροφής και της παραφύσεως, βρίσκονται ήδη στον πεσόντα άνθρωπο και λέγονται με μια λέξη «ο παλαιός άνθρωπος». Τώρα, λοιπόν, καθώς «εφορέσαμε» τον παλαιόν άνθρωπο, όπως λέγει ο Παύλος, πρέπει να φορέσουμε και τον νέον, τον «καινόν», τον «κατά Θεόν κτισθέντα», που είναι ο Κύριος μας Ιησούς. Γεννώμεθα με την κληρονομιά αυτή του «παλαιού ανθρώπου» και παρ’ όλο που με την πίστη μας και το βάπτισμα ελευθερούμεθα από αυτήν, εν τούτοις η ροπή προς το κακό παραμένει. Γι’ αυτό πρέπει να αγωνιστούμε να ελευθερωθούμε από αυτήν και «ενεργεία», διά της εργασίας των θείων εντολών.
Ο πρακτικός τρόπος της αποκτήσεως των θείων αρετών είναι ακριβώς η εργασία των θείων εντολών και η σταθερά μας αντίσταση σε κάθε υπάρχουσαν κακία. Ο γλυκύτατός μας Ιησούς, ο Σωτήρας και καθηγητής μας δεν μας μίλησε μόνο με λόγια για τα νέα μας καθήκοντα, δεν μας έδωσε εντολές μόνο με τρόπο προστακτικό, αλλά και προσωπικά συναναστράφηκε μαζί μας, μπήκε μπροστά σαν στρατηγός και μας έδειξε με το πρακτικό του παράδειγμα τον ακριβή τρόπο της επιτυχίας.
Όπως ο Ευαγγελιστής λέγει, «ο Ιησούς ήρξατο ποιείν τε και διδάσκειν» (Πραξ. α’ 1). Ο Ιησούς μας, όταν θέλησε ν’ αρχίσει το θείον Του κήρυγμα, παρουσιάσθηκε στον Ιορδάνη αρχίζοντας από το Βάπτισμα, αν και δεν είχε αμαρτίες, για να γίνει δικό μας πρότυπο, και εκεί φανέρωσε τον στόχο της αληθινής πίστεως (διότι, όπως ξέρουμε, η είσοδος, η αρχή, είναι η πίστη). Έπρεπε να γνωρίσει ο άνθρωπος σε ποιόν να πιστεύει, γι’ αυτό ακριβώς φανερώθηκε εκεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, του άληθινού Θεού. Εκεί ο Χριστός ομολογήθηκε από τον Πατέρα Υιός Του αγαπητός και μαρτυρήθηκε από το Άγιο Πνεύμα σαν ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο Σωτήρ του κόσμου.
Η ομολογία πίστεως στον Τριαδικό Θεό, που είναι ο μόνος αληθινός, αποτελεί τον απαραίτητο όρο για την σωτηρία μας. Εκεί όπου η Εύα πεισθείσα στις προτροπές του αρχαίκακου δαίμονος απαρνήθηκε με την παρακοή της το Θεό και κέρδισε το θάνατο αντί τη θέωση που της υποσχόταν ο διάβολος, εμείς τώρα, στο Βάπτισμα, ομολογούμε Κύριό μας το Θεό για να ξανακερδίσουμε τη ζωή που χάσαμε και να φθάσουμε, με τη χάρη Του, στην αληθινή θέωση για την οποία μας έπλασε.
Αφού λοιπόν ο Χριστός, με την όρθή πίστη και το Βάπτισμα, έδωσε τη σφραγίδα του πιστού, αναχώρησε αμέσως στην έρημο και εκεί άρχισε πρακτικά την εργασία των αρετών, πολεμώντας μια μια τις αντίθετες κακίες. Ας προσέξουμε με πόση σύνεση άρχισε τη μάχη της ανακαταλήψεως του αιχμαλωτισθέντος παλαιού οχυρού: η πρώτη εντολή στον άνθρωπο ήταν «ου φάγεσθε» (Γεν. β’ 17), και όμως έφαγε και απέθανε. Τώρα ο Ιησούς αρχίζει από τη νηστεία για να θεραπεύσει την πρώτη πληγή. «Τότε ο Ιησούς ανήχθη εις την έρημον υπό του Πνεύματος πειρασθήναι υπό του διαβόλου, και νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα…» λέγει ο Ευαγγελιστής (Ματθ. δ’ 1-2). Όπως ένας γενναίος αθλητής που προπονεί κατάλληλα τον εαυτό του για τον οριστικό αγώνα, έτσι και ο Κύριός μας έδειξε σαν όρον απαράβατο του αγώνα μας τη νηστεία, και αμέσως μετά δέχεται τις επιθέσεις του εχθρού.
«Και προσελθών αυτώ ο πειράζων είπεν ει Υιός εί του Θεού, είπε ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται». Βλέπετε τον ευλογοφανή τρόπο της προσβολής του πειρασμού; Ύστερα, λέγει ο Ευαγγελιστής, από την παρατεταμένη νηστεία, επείνασεν ο Χριστός και τότε, με αφορμή δήθεν την πείνα, τον προκαλεί ο διάβολος να φάγει, δηλαδή να σταματήσει τη νηστεία. Το βαθύτερο νόημα αυτού του νομιζομένου αθώου πειρασμού είναι το πάθος της φιλαυτίας, που είναι από τα τρία περιεκτικά κακά. Αλλά ο Ιησούς μας τον αποστομώνει λέγοντας του: «ουκ έπ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού». Δηλαδή, δεν ζη ο άνθρωπος μόνο με αισθητή τροφή, αλλά και με τον λόγο του Θεού· διότι δεν είναι μόνο σώμα, αλλά και ψυχή, και αυτή προτιμάται του σώματος, και αυτή κρατεί το σώμα, τρεφόμενη διά του Θεού. Αυτός ήταν ο πρώτος πειρασμός.
Αφού δεν μπόρεσε, παρά την ανάγκη της φύσεως, να υποτάξει ο βύθιος δράκων τον θείον αθλητή, δεν παραιτείται αλλά κτυπά με άλλο μέσο. Δεν νίκησε στη λαιμαργία, στη φιλαυτία· τον πειράζει τώρα στην κενοδοξία, στην οίηση, στον εγωϊσμό, στην υπερηφάνεια. Τον ανεβάζει, λέγει ο Ευαγγελιστής, στο δώμα του ιερού και του λέγει: «Εάν είσαι Υιός του Θεού πέσε κάτω, διότι είναι γραμμένο στην Αγ. Γραφή ότι θα διατάξει τους αγγέλους να σε προσέχουν και να σε σηκώσουν στα χέρια, για να μη σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα». Και ο Κύριός μας απαντά με τον ίδιο όπως και πριν τρόπο: «Πάλιν είναι γραμμένο, ότι δεν πρέπει να πειράζεις Κύριον τον Θεόν σου». Ο πράος και «ταπεινός τη καρδία» Ιησούς μας, αν και είναι αυτός που «κρατεί τα πάντα διά του παντοδυνάμου Του λόγου» (Έβρ. α’ 3), δεν παρασύρεται από τον απατεώνα σε επίδειξη δυνάμεως, και αφήνει να εξαρτώνται τα πάντα από τη φυσική πρόνοια του Θεού.
Αφού ο διάβολος απέτυχε κι’ εδώ, ετοιμάζει τώρα το τρίτο και σπουδαιότερο όπλο του. Ανεβάζει τον Χριστό, λέγει το Ευαγγέλιο, σε όρος υψηλό και του δείχνει όλες τις βασιλείες της γης με όλη τους τη δόξα, και του λέγει: «Αυτά όλα θα σου τα δώσω, εάν πέσεις και με προσκυνήσεις». Σ’ αυτό τον πειρασμό σαν να ταράχθηκε ο Ιησούς μας, σαν να αγανάκτησε με την αναίδεια και τον κυνισμό του σατανά. Στους προηγούμενους πειρασμούς δεν ταράχθηκε, αλλά τους απέκρουσε ήρεμα με τα ίδια όπλα, από την Αγ. Γραφή. Στον τρίτον όμως πειρασμό πρώτα τον επετίμησε και μετά τον αντέκρουσε με τις αγίες Γραφές: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά˙ Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις». Με αυτή την επιτίμηση του υπενθύμιζε την αιτία της πτώσεως του. Σαν να του έλεγε: από αυτή την αρρώστεια της ισοθεΐας γκρεμίστηκες από τον ουρανό και επιμένεις ακόμα σ’ αυτήν και θέλεις να σε προσκυνούν;
Διάφορες θεωρίες και πολλά διδάγματα πηγάζουν από αυτά τα περιεκτικά μυστήρια. Οι τρεις αυτοί πειρασμοί, τους οποίους ο Κύριός μας νίκησε για λογαριασμό μας, είναι η περιεκτική δύναμη όλων των κακών, όλη η δύναμη του σατανά, όλο το βάθος της κακίας και πονηρίας. Είναι, κατά τους Πατέρες μας, οι γίγαντες των παθών που, σαν κεντρικές ρίζες, συνέχουν και συγκρατούν όλη την πολύκλαδη και πολύπλοκη αμαρτωλότητα. Αφού λοιπόν ο εχθρός ηττήθηκε, παρεδόθη το φρούριο άνευ όρων. Να τι λέγει ο Ευαγγελιστής: «Τότε αφίησιν αυτόν ο διάβολος και ιδού άγγελοι προσήλθον και διηκάνουν αυτώ».
Βλέπομεν λοιπόν ότι διά της νηστείας έρχεται η ετοιμασία, η κάθαρση, ο φωτισμός· διά του φωτισμού η σωστή διάγνωση· η σωστή διάγνωση προκαλεί τον ζήλο· ο ζήλος την αντίσταση και τη μάχη· η μάχη τη νίκη και η νίκη τη χάρη˙ αυτή δε η χάρις είναι που κάμνει να έρχονται και να διακονούν οι άγγελοι. «Δι’ εγκρατείας των παθών, τας πυριφλέκτους απονεκρώσαντες ορμάς και τας κινήσεις, του Χριστού οι μάρτυρες έλαβον την χάριν», λέγει ένας ύμνος της Εκκλησίας μας που πιστοποιεί τα πιο πάνω.
Ποιος από μας, λοιπόν, είναι δυνατό να μη ποθεί τη θεία Χάρη που είναι το «ένδυμα του γάμου», ο αρραβώνας της Βασιλείας και το διαβατήριο, τρόπον τινά, για την ελεύθερη είσοδό μας στην αιώνιο ζωή; Ο Χριστός που είναι το πρότυπό μας, ο αρχηγός μας, προπορεύεται και μας χαράζει την πορεία πλεύσεώς μας. Ας τον ακολουθήσουμε με πίστη. Αμήν.


Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Λόγοι Παρακλήσεως, Έκδοση Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1998




Νίκος Παύλου - Οι Τελώνες των Ευαγγελίων Συμβολή στην ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης




Στην εποχή του Ιησού, τον 10 αι. μ.Χ., έργο των Τελωνών ήταν κυρίως η είσπραξη των τελών, δηλ. των έμμεσων φόρων. Όπως είναι γνωστό πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους ήταν άδικοι και άπληστοι, ενώ αυτά που συνέλεγαν έπρεπε να ικανοποιούν την κρατική εξουσία που τους είχε παραχωρήσει αυτό το έργο, αλλά και τους ίδιους. Εξ αιτίας αυτών, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές,(1), θεωρούνταν από την κοινωνία της Παλαιστίνης μισητοί και ξένα σώματα, που δεν ανήκαν στους “υιούς του Αβραάμ” κάτι που κυρίως ισχυρίζονταν οι ιουδαϊκές θρησκευτικές παρατάξεις, (2), ενώ εξισώνονταν με τους αμαρτωλούς, τους εθνικούς και τις πόρνες.
Συλλογή φόρων από τελώνες. (Ανάγλυφο του 2ου αι. μ. Χ.)
Ο Π. Ν. Τρεμπέλας,(3), συνδέει την δυσμενή αντιμετώπιση των τελωνών από τους ευσεβείς Ιουδαίους, με την αργία του Σαββάτου και την επαφή τους με Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες) εμπόρους την ιερή ημέρα. Όπως γράφει “αι απαιτήσεις του επαγγέλματός των (των τελωνών) καθίστων πρακτικώς αδύνατον την τήρησιν του Σαββάτου (Έλληνες έμποροι διέσχιζον τα σύνορα κατά το Σάββατον και συνεπώς οι τελώναι ώφειλον να ευρίσκονται εκεί κατά την ημέραν ταύτην). Ούτω δε ήσαν εν διαρκεί επαφή μετά του εθνικού κόσμου. Ουδείς ευσεβής Ιουδαίος θα εξέλεγε τοιούτον επάγγελμα”.
Παραπλήσια, χωρίς να είναι ακριβώς ίδια, φαίνεται να είναι η θέση του G. B. Caird, ο οποίος συναρτά το κοινωνικό στίγμα των τελωνών με την συνεργασία που είχαν –εξ αιτίας του επαγγέλματός τους- με εθνικούς ανώτερους υπάλληλους και εμπόρους. Παράλληλα και αυτός υπογραμμίζει πως οι άδικοι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν εξασκώντας το επάγγελμά τους (εκβιασμοί) τούς οδηγούσαν στην κοινωνική περιθωριοποίηση.(4)
Πράγματι το επάγγελμα –και πιθανόν η καταγωγή τους, όπως θα φανεί παρακάτω –τοποθετούσε τους τελώνες πολύ χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως ο λαός παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια δεν τους εκτιμούσε, ενώ οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι τους χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα προς αποφυγή. Θεωρούνταν αδιανόητο, όπως συμπεραίνεται από αρκετά χωρία της Καινής Διαθήκης, να τρώει κάποιος μαζί τους στο ίδιο τραπέζι ή να πηγαίνει σπίτι τους, ενώ σε καμία περίπτωση οι ραβίνοι δεν θα δέχονταν έναν τελώνη για μαθητή τους, (5), γιατί τότε, εφόσον είχαν τέτοιες συναναστροφές, θα γίνονταν υπαινιγμοί σε βάρος τους, κάτι που συνέβη στον Ιησού, και θα κινδύνευαν να χαρακτηριστούν και αυτοί αμαρτωλοί που δεν τηρούσαν τα καθιερωμένα.
Αυτές οι ενδεικτικές ακραίες εκδηλώσεις σε βάρος των τελωνών είναι δύσκολο να ερμηνευτούν μόνο ως αποτέλεσμα της απληστίας τους και του σκληρού τρόπου με τον οποίο συγκέντρωναν τα οφειλόμενα στην εξουσία. Άραγε στην ιουδαϊκή κοινωνία των χρόνων του Ιησού δεν θα υπήρχαν και άλλες επαγγελματικές ομάδες, οι οποίες εξαιτίας της εργασίας τους, θα φέρονταν με σκληρότητα προκαλώντας το μίσος των πολιτών; Για παράδειγμα οι στρατιώτες της φρουράς των Ηρωδών, (μεταξύ των οποίων υπήρχαν και άτομα ιουδαϊκής καταγωγής) που, και συνεργάζονταν με τους Ρωμαίους και έπαιρναν μέρος σε αντιδημοφιλείς ενέργειες, σαν τη σύλληψη του Ιωάννη του Βαπτιστή, γιατί να ήταν περισσότερο αποδεκτοί, κοινωνικά και θρησκευτικά απ’ ότι οι τελώνες. Ή γιατί να μην εξισώνονται με τους εθνικούς και τις πόρνες αυτοί που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα στην Παλαιστίνη,(6), όπως π. χ. οι κάπηλοι και οι έμποροι των καρπών του Σαββατικού έτους. Και τέλος, γιατί να μην θεωρούνται άνθρωποι του Θεού, άτομα όπως ο αρχιτελώνης Ζακχαίος που η συμπεριφορά του φανέρωνε και τις θρησκευτικές του ανησυχίες και την συμπάθειά του, σε λανθάνουσα ίσως μορφή, για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες του.
Βεβαίως είναι σοβαροί λόγοι, εφόσον ισχύουν, η μη τήρηση της αργίας του Σαββάτου και η συναναστροφή με ειδωλολάτρες υπαλλήλους και εμπόρους ώστε να θεωρηθούν οι τελώνες θρησκευτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Τίθεται όμως το ερώτημα: Εφόσον οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι των τελωνείων, δεν θα μπορούσαν, αν το ήθελαν, να σταματούν την εργασία τους αυτή την ημέρα και να ζητούν από τους εμπόρους να περιμένουν την επόμενη για να πληρώσουν τους δασμούς και να περάσουν; Άλλωστε κανένας δεν θα τους ανάγκαζε να εργαστούν το Σάββατο, αφού οι ίδιοι ως επιχειρηματίες είχαν ενοικιάσει τους φόρους και τους εισέπρατταν πλέον για δικό τους όφελος. Ταυτόχρονα είναι γνωστή η ανοχή που έδειχναν στις θρησκευτικές ευαισθησίες των Ιουδαίων οι Ρωμαίοι επίτροποι και οι Ηρώδες.(7). Έτσι είναι δύσκολο να δεχτεί κάποιος πως θα διέταζαν τους εισπράκτορες των τελών να συναλλάσσονται την ημέρα της θρησκευτικής αργίας. Τέλος οι τελώνες δεν θα ήταν οι μοναδικοί Ιουδαίοι που θα είχαν συνεργασία με εθνικούς. Οπότε και πάλι αυτοί οι λόγοι δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την δεινή θρησκευτική τους θέση που περιγράφουν τα Ευαγγέλια.
Άρα συνθετότερα φαίνονται να είναι τα αίτια της κοινωνικής απόρριψης, της απέχθειας και του μίσους που έτρεφαν οι κάτοικοι της Παλαιστίνης για τους τελώνες. Το πιθανότερο –και αυτή η θέση θα υποστηριχτεί στη συνέχεια- είναι πως η αντίδραση εναντίον τους οφείλονταν κυρίως στη θρησκευτική φόρτιση που είχε ο φόρος για τους κατοίκους της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως για τους Ιουδαίους η απόδοση του φόρου ήταν καθαρά μία θρησκευτική πράξη, που, εκτός των άλλων, ξεκαθάριζε το ζήτημα της κυριαρχίας της άγιας γης. Άλλωστε ένας από τους κύριους λόγους για τον οποίο ξεσηκώθηκαν οι Ζηλωτές, ήταν η αντίδρασή τους στην προσφορά φόρου στον κατακτητή, πράγμα που φανερώνει τη θρησκευτική ιδιαιτερότητά του.
Τέλος, πρέπει να τονιστεί πως οι τελώνες δεν ήταν απαραίτητα αποξενωμένοι από το Θεό και το λαό, όπως τους παρουσίαζαν κυρίως οι Φαρισαίοι. Αυτό το γεγονός αντανακλάται στις μαρτυρίες των Ευαγγελίων και ενισχύεται από την μαρτυρία του Ιώσηπου, ο οποίος στο δεύτερο βιβλίο του “ Ιουδαϊκού πολέμου” αναφέρεται στην βοήθεια που προσέφερε ο τελώνης Ιωάννης στην ιουδαϊκή κοινότητα της Καισάρειας την εποχή του Νέρωνα. Συγκεκριμένα έδωσε μαζί με άλλους επιφανείς Ιουδαίους οκτώ τάλαντα στο ρωμαίο επίτροπο Φλώρο (64-66), ώστε αυτός να ευνοήσει τους συμπατριώτες του Ιουδαίους σε διένεξη που είχαν με τους Έλληνες κατοίκους της πόλης, (8).

Η θέση των τελωνών στο φορολογικό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Η Γαλιλαία τον 1ο αιώνα μ. Χ.
Για να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι επαγγελματικές δραστηριότητες των τελωνών και οι λόγοι που ο λαός της Παλαιστίνης τους θεωρούσε παραδείγματα προς αποφυγήν θα πρέπει εδώ, δι’ ολίγων, να γίνει αναφορά στο φορολογικό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.(9).
Η φορολογία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν μία υπόθεση που αφορούσε αποκλειστικά τις επαρχίες.(10), Από αυτές εισπράττονταν οι φόροι του κράτους, που ήταν ή σε χρήμα (11) ή σε είδος (σιτάρι, άλλα τρόφιμα κ. α.).(12). Κάθε μία από αυτές έπρεπε να δίνει ή το ένα ή το άλλο. Υπήρχαν όμως και επαρχίες, όπως η Αίγυπτος, που υποχρεώνονταν να δίνουν και τα δύο.
Για να πληρώνει μία επαρχία μόνο χρηματικό φόρο στον κατακτητή θα έπρεπε στο έδαφός της να μην υπάρχουν στρατιωτικές μονάδες (13), στις οποίες θα καταβάλλονταν ο ανεφοδιασμός τους ή να υπάρχουν ελάχιστες. Η Παλαιστίνη ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία. Όπως είναι γνωστό, την εξουσία εδώ την ασκούσαν οι φόρου υποτελείς ο εθνάρχης Αρχέλαος και οι τετράρχες που όλοι ανήκαν στην οικογένεια των Ηρωδών, ενώ την Ιουδαία την κυβερνούσε ο ρωμαίος επίτροπος που είχε την έδρα του στην Καισάρεια. Οι Ηρώδες, προφανώς φρόντιζαν για τους δικούς τους στρατιώτες, ενώ στην Ιουδαία υπήρχε ουσιαστικά μόνο η ρωμαϊκή φρουρά που έδρευε στο φρούριο Αντωνία της Ιερουσαλήμ σαν μόνιμη στρατιωτική εγκατάσταση.(14).
Οι επαρχίες έπρεπε να φροντίζουν για τον εφοδιασμό της Ρώμης με σιτάρι και να παρέχουν τροφή στους αξιωματούχους και τους στρατιώτες. Ταυτόχρονα έπρεπε να δίνουν και μετρητά στα όργανα της αυτοκρατορίας, ενώ μπορούσαν να υπάρξουν και φόροι με ειδική έγκριση του αυτοκράτορα, όπως για παράδειγμα ο φόρος στο Ναό που έδιναν οι κάτοικοι της Παλαιστίνης.
Εκτός από τους άμεσους φόρους σημαντικοί ήταν και οι έμμεσοι που εισπράττονταν υπό τη μορφή δασμών για τα εμπορεύματα που διακινούνταν από μία επαρχία ή περιοχή της αυτοκρατορίας σε μία άλλη. Ειδικοί χώροι, τα τελωνεία, υπήρχαν γι’ αυτό το σκοπό. Ένα τέτοιο, όπως πληροφορούν οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές, βρίσκονταν στην περιοχή της Καπερναούμ, στο οποίο έγινε η κλήση του Ματθαίου. Στη Γαλιλαία (14α) φαίνεται να είναι άμεση η εξάρτηση του φόρου από τις παραγωγικές διαδικασίες που σχετιζόταν με τη λίμνη Γεννησαρέτ (αλιεία, συντήρηση αλιευμάτων κοκ.).
Συνηθισμένο φαινόμενο ήταν η ενοικίαση των φόρων της αυτοκρατορίας από μεγάλους επιχειρηματίες, τους δημοσιώνες, ή από όμιλο, που τον αποτελούσαν οι τελώνες, αν επρόκειτο για τέλη, των οποίων ήταν χαρακτηριστική η ποικιλία στο ρωμαϊκό κράτος.(15). Επικεφαλής τέτοιου ομίλου, που δημιουργούσε μία εταιρεία, ήταν ο αρχιτελώνης. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Ζακχαίος, που, όπως φαίνεται στο ευαγγέλιο του Λουκά, είχε ενοικιάσει με άλλους συναδέλφους του, τους δασμούς του τελωνείου της Ιεριχώς.
Ο Ματθαίος προτού γίνει μαθητής του Χριστού ήταν τελώνης που ανήκε στον όμιλο επιχειρηματιών που είχαν μισθώσει το τελωνείο της Καπερναούμ. Δουλειά του ήταν η είσπραξη των δασμών για τα εμπορεύματα που διακινούνταν από την περιοχή του Ηρώδη Αντίπα σ’ αυτή του Φιλίππου.
Νόμισμα Ηρώδη Αντίπα
με ελληνική επιγραφή
Ζητούμενο είναι από ποια αρχή οι τελώνες της Παλαιστίνης ενοικίαζαν τους φόρους. Από τους Ρωμαίους ή από τους τοπικούς υποτελείς ηγεμονίσκους; Φυσικά για την περιοχή της Ιουδαίας δεν τίθεται θέμα. Εφόσον εδώ την εξουσία την ασκούσαν οι ρωμαίοι επίτροποι θα είχαν στην δικαιοδοσία τους και τους φόρους, οπότε αυτοί θα τους ενοικίαζαν στους ομίλους των επιχειρηματιών. Όσο για τις άλλες περιοχές οι φόροι ενοικιάζονταν από τους Ηρώδες, οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία στο εσωτερικό τους. Άρα οι τελώνες της Γαλιλαίας, και μεταξύ αυτών και ο Ματθαίος, εισέπρατταν τα τέλη, που ενοικίαζαν από τον Ηρώδη Αντίπα.
Ανακεφαλαιώνοντας, φαίνεται πως οι τελώνες συγκροτούσαν εταιρείες με σκοπό την είσπραξη των τελών μιας ορισμένης περιοχής. Τα είχαν ενοικιάσει είτε από τη ρωμαϊκή αρχή ή από τους ανθρώπους που ασκούσαν μια “ανεξάρτητη” εξουσία σε μία περιοχή υπό την κηδεμονία του αυτοκράτορα. Μπορεί ο τρόπος που συγκέντρωναν τους φόρους να ήταν σκληρός και απάνθρωπος, δεν σημαίνει όμως πως υποχρεωτικά μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με τους αμαρτωλούς και τους εθνικούς και να θεωρηθούν παραβάτες του νόμου του Θεού.

Οι αντιλήψεις των Ιουδαίων της εποχής του Ιησού για τη φορολογία

Γράφοντας ο ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος για την επανάσταση του Ιούδα του Γαλιλαίου τονίζει μεταξύ των άλλων: “(Όταν έγινε επίτροπος ο Κωπώνιος)…τις ανήρ Γαλιλαίος Ιούδας όνομα εις απόστασιν ενήγε τους επιχωρίους, κακίζων ει φόρον τε Ρωμαίοις τελείν υπομένουσιν και μετά τον Θεόν οίσουσι θνητούς δεσπότας” (Ιουδ. Πόλεμος ΙΙ 118). Δηλαδή ο βασικός λόγος που ξεκίνησε ο αγώνας του Ιούδα και των Ζηλωτών εναντίον των Ρωμαίων ήταν η φορολογία που υποχρεωνόταν να δίνει ο λαός του Θεού στους κατακτητές.
Αυτή η ιδιαίτερη ευαισθησία των Ιουδαίων για τη φορολογία (16) είχε καθαρά θρησκευτικό κίνητρο. Σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις που αντικατοπτρίζονται στην παραπάνω μαρτυρία του Ιώσηπου η απόδοση φόρου σε κάποιον σήμαινε πως αυτός αναγνωρίζονταν ως αφέντης και κυρίαρχος. Για το μωσαϊκό νόμο όμως και τους κατοίκους της Παλαιστίνης τέτοιος ήταν μόνο ο Θεός. Σύμφωνα με το Λευιτικόν (25,23) “και η γη ου πραθήσεται εις βεβαίωσιν, εμή γαρ έστιν η γη, διότι προσήλυτοι και πάροικοι υμείς εστέ εναντίον μου”.
Δίνοντας λοιπόν εισφορές στο Ναό του Θεού και αυτοί που κατοικούσαν στην Παλαιστίνη και αυτοί που βρίσκονταν στη διασπορά αυτόματα έδειχναν ποιος είναι ο κυρίαρχος : Μόνο ο Θεός και μόνο στο Ναό Του έπρεπε να αποδίδεται ο φόρος που αποκτούσε έτσι έναν θρησκευτικό συμβολισμό. Βεβαίως, μετά από όλα αυτά, είναι αυτονόητη η αντίθεση των παραπάνω θέσεων του Ιουδαϊσμού με την επαχθή φορολογία, που επέβαλλαν οι ρωμαίοι κατακτητές και οι συνεργάτες τους Ηρώδες, την οποία εισέπρατταν έμμεσα μέσω των τελωνών, που ήταν ουσιαστικά τα εκτελεστικά όργανά τους.
Σε τελική ανάλυση το μεγάλο ζήτημα που έθετε ο φόρος ήταν ποιος θεωρείται δεσπότης της Παλαιστίνης ο Θεός ή οι Ρωμαίοι; Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης το δίλημμα της θεοκρατικής ιουδαϊκής κοινωνίας: Αν πλήρωναν αυτά που ζητούσαν οι κατακτητές αμέσως αναγνώριζαν τους “θνητούς δεσπότας” όπως γράφει ο Ιώσηπος. Κάτι φοβερό για τους ευσεβείς Ιουδαίους που ήταν σχεδόν αδύνατο να αποδεχτούν. Όπως βέβαια δε θα αποδέχονταν με τίποτα και τους εισπράκτορες των οφειλόμενων στη Ρώμη, τους τελώνες, κάτι απόλυτα φυσικό για τη νοοτροπία τους. Ήταν όμως και αδύνατο, όπως είναι φυσικό, να μη πληρώσουν τους φόρους ή τα τέλη στα όργανα –άμεσα ή έμμεσα – της Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό το ερώτημα που τίθεται είναι σε ποιον θα ξεσπούσε η οργή και ο θρησκευτικός αποτροπιασμός. Η απάντηση είναι στους τελώνες που ήταν τα εύκολα θύματα, εφόσον – είτε το ήθελαν είτε όχι οι Φαρισαίοι – ανήκαν και αυτοί στην ιουδαϊκή κοινωνία.
Αναπαράσταση του Ναού του Ηρώδη
Χαρακτηριστικό της ιδιάζουσας θέσης που είχε ο φόρος είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν να παγιδέψουν τον Ιησού μέλη των θρησκευτικοκοινωνικών παρατάξεων. Με σκοπό να τον παραδώσουν στους ρωμαίους τον ρώτησαν αν επιτρέπεται να πληρώνουν φόρο στον αυτοκράτορα. Όπως είναι γνωστό ο Κύριος με την απάντησή του, τους άφησε κατάπληκτους και τους ανάγκασε να φύγουν.(17).
Τώρα, όσον αφορά το φόρο στο Ναό, ενδιαφέρον παρουσιάζει το χωρίο Ματθ. 17,24-27. Εδώ οι ειδικοί εισπράκτορες του (“οι τα δίδραχμα λαμβάνοντες”) φτάνουν στην Καπερναούμ και ζητούν από τον Πέτρο να τους πληροφορήσει αν ο Χριστός πληρώνει το φόρο. Μετά από στιχομυθία του αποστόλου με τον Ιησού αυτός δέχεται να δώσει το συγκεκριμένο ποσόν “ ίνα δε μη σκανδαλίσωμεν αυτούς” (17,27). Δηλαδή η μη απόδοση του ήταν αιτία σκανδαλισμού και είναι γνωστό από τις μωσαϊκές διατάξεις, (18), πόση βαρύτητα είχε ένα τέτοιο παράπτωμα, στο οποίο και ο Ιησούς έδινε μεγάλη σημασία (πρβλ. από την επί του Όρους ομιλία: “ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου” Ματθ. 5,29).

Οι μαρτυρίες των Ευαγγελίων για τους τελώνες

Είναι γνωστό πως οι ευαγγελικές αναφορές στους τελώνες περιορίζονται στην αφήγηση των τριών Συνοπτικών. Και εδώ όμως μόνο ο Ματθαίος και ο Λουκάς κάνουν λόγο γι’ αυτούς πάνω από μία φορά. Ο Μάρκος ασχολείται μαζί τους μόνο στο επεισόδιο της κλήσης του Λευί και στο τραπέζι που ακολουθεί.
Η αρχική τοποθέτηση των ευαγγελικών χωρίων που αναφέρονται στους τελώνες δεν φαίνεται να είναι διαφορετική από την αντίληψη που είχαν οι Φαρισαίοι και η ιουδαϊκή κοινωνία γι’ αυτούς. Και εδώ οι εισπράκτορες των φόρων παρουσιάζονται ως άνθρωποι αμαρτωλοί, μακριά από το Θεό και το νόμο του. Στην εξέλιξη όμως των περισσότερων επεισοδίων φαίνεται η διαφορετική αντιμετώπισή τους από τα Ευαγγέλια: ενώ για τους φαρισαίους δεν υπάρχει καμία περίπτωση σωτηρίας των τελωνών, εδώ όχι μόνο περιγράφονται οι πιθανότητες να σωθούν, αλλά πολλές φορές έχουν ήδη σωθεί.
Δύο φαίνεται να είναι οι βασικές ομάδες χωρίων στα οποία συμμετέχουν τελώνες : στην πρώτη, κυρίως μέσα από λόγια του Ιησού, απηχείται η αντίληψη των ανθρώπων της Παλαιστίνης γι᾿ αυτούς, διαφαίνεται όμως ταυτόχρονα και θρησκευτική δικαίωση αυτής της επαγγελματικής ομάδας. Στη δεύτερη, μέσα από σειρά επεισοδίων παρουσιάζεται η συναναστροφή τους με τον Ιησού και οι συνέπειες που φέρνει αυτή. Είναι γνωστό πως γίνεται αφορμή ώστε να του αποδοθούν κατηγορίες από τις θρησκευτικές παρατάξεις της Παλαιστίνης. Τέλος η διήγηση για τους τελώνες που πηγαίνουν να βαπτισθούν από τον Ιωάννη και ο τελώνης της γνωστής παραβολής του Λουκά θα πρέπει να τοποθετηθούν ξεχωριστά από τις παραπάνω ομάδες,
Στη συνέχεια παρατίθενται τα σχετικά με τους τελώνες ευαγγελικά χωρία ανά ευαγγελιστή και ομάδα. Για διευκόλυνση η πρώτη ομάδα συμβολίζεται με τοΑ, η δεύτερη με το Β και οι δύο μεμονωμένες περιπτώσεις με το Γ

Ματθαίος

  1. 5,43-48.Οι τελώνες αγαπούν μόνο όσους τους αγαπούν Α
  2. 9,9-13.Η κλήση του Ματθαίου και το φαγητό με τους τελώνες Β
  3. 10,3. Ένας από τους μαθητές:Ματθαίος ο τελώνης Β
  4. 11,19. Ο Υιός του Ανθρώπου κατηγορείται πως συναναστρέφεται με τελώνες Β
  5. 18,17. Ο τελώνης είναι εξομοιωμένος με τους ειδωλολάτρες Α
  6. 21,31-32. Οι τελώνες και οι πόρνες θα εισέλθουν πριν από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους του λαού, στη Βασιλεία του Θεού, γιατί πίστεψαν στον Ιωάννη το Βαπτιστή Α

Μάρκος

  1. 2,13-17. Η κλήση του Λευί και το τραπέζι με τους τελώνες Β

Λουκάς

  1. 3,12-13.Οι τελώνες στον Ιωάννη Γ
  2. 5,27-32. Η κλήση του Λευί και το τραπέζι με τους τελώνες Β
  3. 7,29-30. Ακόμη και οι τελώνες – σε αντίθεση με τους Φαρισαίους και τους Νομοδιδασκάλους –βαπτίζονται από τον Ιωάννη Α
  4. 7,34. Ο Υιός του Ανθρώπου κατηγορείται για συναναστροφή με τελώνες Β
  5. 15,1 κ.ε. Οι τελώνες και οι αμαρτωλοί που πλησιάζουν και ακούνε τον Ιησού γίνονται αφορμή για τις παραβολές του χαμένου προβάτου, της χαμένης δραχμής και του ασώτου υιού (ή του Πατέρα που αγαπάει εξίσου τα παιδιά του) Β
  6. 18,10-13. Παραβολή Τελώνη και Φαρισαίου Γ
  7. 19,1-10. Η συνάντηση του Ιησού με τον αρχιτελώνη Ζακχαίο Β
Στη συνέχεια θα δοθούν κάποια στοιχεία, απαραίτητα για την ορθή κατανόηση των παραπάνω ευαγγελικών εδαφίων. Έτσι, παράλληλα χωρία –με την στενή έννοια και μόνον σε ότι αφορά τους τελώνες –είναι τα εξής :
Η κλήση του Ματθαίου –εφόσον δεχόμαστε την ταύτισή του με τον Λευί –και το τραπέζι που γίνεται κατόπιν. (Ματθ. 9,9-13 = Μαρκ. 2,13-17 =Λουκ. 5,27-32)
Ο Υιός του Ανθρώπου κατηγορείται για συναναστροφή με τελώνες (Ματθ. 11,19 = Λουκ. 7,34)
Αυτοί οι στίχοι (Ματθ. 11,19 =Λουκ.7,34) ανήκουν στην ομάδα Β των χωρίων που αναφέρονται στους τελώνες. Μπορεί να φαίνεται εδώ η άποψη της ιουδαϊκής κοινωνίας γι’ αυτή την συναναστροφή, στηρίζεται όμως σε πραγματικό γεγονός. Δεν είναι ούτε αντίληψη κάποιων ούτε έκφραση που χρησιμοποιούνταν γι’ αυτή την επαγγελματική τάξη.
Το χωρίο Ματθ. 21,31- 32 είναι ουσιαστικά παράλληλο με το Λουκ. 7,29-30, έχοντας ως βάση το ίδιο λόγιο του Ιησού. Αντικαθίστανται όμως οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού με τους Φαρισαίους και τους Νομοδιδασκάλους. Ενώ το χωρίο Ματθ. 5,43-48 ανήκει στο μέρος της επί του Όρους ομιλίας που αναφέρεται στην αγάπη για το συνάνθρωπο. Έχει ως παράλληλό του το εδάφιο Λουκ. 6,27-28 ‘ 32-36. Εδώ όμως οι τελώνες αντικαθίστανται με τους αμαρτωλούς.
Το επάγγελμα του Ματθαίου παρατίθεται μόνο στον κατάλογο του στενού κύκλου των μαθητών (Ματθαίος ο τελώνης). Ενώ στο ευαγγέλιο του Λουκά αρκετές από τις αναφορές στους τελώνες ανήκουν στο ιδιαίτερο υλικό του ευαγγελιστή.
Σ’ αυτό το σημείο είναι απαραίτητη αυτή η γενική παρατήρηση: παντού λοιπόν, όπου γίνεται λόγος για τους τελώνες, σ’ όλα τα ευαγγελικά εδάφια, -εκτός από εκείνα που απηχούν αντιλήψεις της ιουδαϊκής κοινωνίας- αυτοί χρησιμοποιούνται για ν’ αποτελέσουν το “αντίπαλον δέος” στους Φαρισαίους και τους νομοδιδασκάλους και να δικαιώσουν τις επιλογές του Ιησού και την διδασκαλία του περί φανέρωσης των μυστικών της Βασιλείας του Θεού στα “νήπια” (Ματθ. 11,25= Λουκ.10,21). Αν μάλιστα στον όρο “νήπια” συμπεριληφθούν και τα άτομα, τα οποία η ιουδαϊκή κοινωνία τα αντιλαμβάνονταν ως πνευματικά ανώριμα, που, επειδή δεν μπορούσαν να πλησιάσουν το Θεό οδηγούνταν σε “ασεβή” επαγγέλματα μη αποδεκτά (τελώνες, πόρνες κ. α.), τότε φαίνεται η άμεση σχέση των “νηπίων” με αυτούς που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα.
Στην πρώτη ομάδα χωρίων που αναφέρθηκαν παραπάνω αποκαλύπτονται αντιλήψεις της ιουδαϊκής κοινωνίας της εποχής του Ιησού για τους τελώνες: αυτοί λοιπόν αγαπούν μόνο όσους τους αγαπούν και είναι όμοιοι με τους ειδωλολάτρες. Αυτές οι απόψεις μάλλον χρησιμοποιούνται από τον Ιησού για να χρωματίσουν το λόγο του και να κάνουν πιο κατανοητό το κήρυγμά του από το πλήθος που ασφαλώς θα τις γνώριζε. Όλη η δράση του Χριστού δεν επιτρέπει να θεωρηθεί πως Αυτός υιοθετούσε αυτές τις εκφράσεις, Άλλωστε είναι γνωστός ο πρωτοποριακός ρόλος που επιφύλασσε για τους τελώνες.
Το πρόβλημα που ξεπηδάει από την ανάγνωση των χωρίων της δεύτερης ομάδας είναι η λαχτάρα των τελωνών να πλησιάσουν τον Ιησού, να Τον ακούσουν και να καθίσουν να φάνε μαζί Του. Φανερώνει άραγε αυτή τους η συμπεριφορά γνήσιο ενδιαφέρον για το λόγο και το έργο του Χριστού ή απλά δείχνει τον πόθο τους να γίνουν αποδεκτοί από μία σημαίνουσα θρησκευτική προσωπικότητα και έτσι να καταξιωθούν και να δικαιωθούν –αν βέβαια μπορούσε να γίνει αυτό στ’ αλήθεια ή ήταν μόνο μία μύχια ελπίδα τους που δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ – από τη θεοκρατική ιουδαϊκή κοινωνία στην οποία θρησκεία και κοινωνικός σεβασμός συμβάδιζαν; Για ν’ απαντηθεί το ερώτημα νομίζουμε πως πρέπει να ερευνηθούν τα κίνητρα των τελωνών. Υπάρχουν λοιπόν περιπτώσεις όπως ο Ζακχαίος, του οποίου η λαχτάρα για συνάντηση με τον Ιησού τον κάνει να παραβλέψει και την ιλαρότητα που θα μπορούσε να προκαλέσει η συμπεριφορά του αλλά και τον πιθανό κίνδυνο που δημιουργούσε η ανάμειξή του με το πλήθος, εφ’ όσον θεωρούνταν άτομο που ασκεί αντιδημοφιλές επάγγελμα Εδώ φανερώνεται ένας άνθρωπος με γνήσια αγάπη για τον Ιησού και το κήρυγμά του. Το ίδιο συμβαίνει και με το Ματθαίο –και μάλιστα σε πολύ πιο έντονο βαθμό- ο οποίος για να ακολουθήσει τον Ιησού και να γίνει μαθητής του εγκαταλείπει τα πάντα και προσχωρεί στον αποστολικό όμιλο. Πάντως, ενδείξεις για άλλα κίνητρα των τελωνών δεν υπάρχουν στα ευαγγέλια. Δεν είναι όμως απίθανο, αν ληφθεί υπόψη και η κακή γνώμη που είχε η ιουδαϊκή κοινωνία γι’ αυτούς, κάποιους τελώνες να τους ενδιέφερε και το κύρος που θα αποκτούσαν από τη συντροφιά του Ιησού ή ακόμη και να αισθάνονταν δικαιωμένοι για τις επιλογές τους, όταν άκουγαν στο κήρυγμα, πως θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού πριν από τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς.
Χαρακτηριστικός είναι ο αρνητικός σχολιασμός που κάνουν οι Φαρισαίοι για το κοινό δείπνο του Ιησού με τους τελώνες. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να μη μιλήσουν μαζί του αλλά να κάνουν έλεγχο στους μαθητές του, όχι μόνο για τη δική τους συμμετοχή αλλά και για τη συμμετοχή του δασκάλου τους σ’ αυτό το τραπέζι. Γιατί το κάνουν αυτό; Είναι γνωστό πως η τροφή εκτός των άλλων “καθόριζε τις σχέσεις των Ισραηλιτών μεταξύ τους και με το Θεό. Έτσι η τροφή μπορούσε να συμβολίζει ευλογία ή κρίση, αποδοχή ή απόρριψη ή αμφιβολία ….”. (19). Άρα, σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, τρώγοντας μαζί τους ο Ιησούς σημαίνει πως τους αποδέχεται και τους θεωρεί ανθρώπους του Θεού. Έτσι όμως, για τη θρησκευτική παράταξη των Φαρισαίων, εξισώνεται με τους τελώνες και θεωρείται ένας από αυτούς. Ενώ οι μαθητές κάθονται και τρώνε με αυτούς που θεωρούνται αμαρτωλοί ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του δασκάλου τους. Δεν φαίνεται να έχουν λοιπόν άμεση ευθύνη, μιας και όφειλαν υπακοή σ’ αυτόν. Ταυτόχρονα με αυτή την κίνηση των Φαρισαίων φανερώνεται η προσπάθειά τους να τους τραβήξουν μακριά από τον Ιησού. Ενώ δείχνουν να ελέγχουν, μέσω των μαθητών τον Ιησού, φανερώνουν και το δήθεν “ενδιαφέρον” τους για την αποστολική ομάδα, έχοντας βέβαια ως σκοπό να απομακρύνουν τους μαθητές από το Χριστό, παρουσιάζοντας την “παρακοή” Του στις καθιερωμένες αρχές του Ιουδαϊσμού.
Σημαντικό είναι να ερευνηθεί σε ποιο σκαλοπάτι της ιουδαϊκής κοινωνικής και θρησκευτικής κλίμακας βρίσκονταν οι τελώνες. Έπαιζαν κάποιο ρόλο τα χρήματα που σίγουρα είχαν, στην καταξίωσή τους; Η απάντηση, πιστεύουμε, είναι όχι. Γνωρίζουμε πως την εποχή του Ιησού οι κάτοικοι της Παλαιστίνης κατατάσσονταν στις εξής επτά κατηγορίες: α) Ιερείς, β) Λευίτες γ) ο λαός των Ισραηλιτών δ) τα παράνομα παιδιά των ιερέων, οι προσήλυτοι, οι πρώην ειδωλολάτρες που μεταστράφηκαν στον ιουδαϊσμό, οι απελεύθεροι ε) οι ευνούχοι, τα έκθετα βρέφη και όσοι είχαν γεννηθεί με παράνομο τρόπο στ) οι εκ γενετής ευνούχοι, οι παραμορφωμένοι σεξουαλικά και οι ερμαφρόδιτοι ζ) οι εθνικοί. (20). Δηλαδή οι ειδωλολάτρες βρίσκονταν στην τελευταία θέση και με το λόγιο του Ιησού “…ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης” (Ματθ.18,17), που απηχούσε την αντίληψη των Ιουδαίων, φαίνεται πως εδώ ανήκαν και οι τελώνες: Θεωρούνταν δηλαδή άνθρωποι χωρίς καμία κοινωνική ή θρησκευτική υπόληψη, παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια ή τη λαχτάρα που εκδηλώνουν για θρησκευτικά ζητήματα. Το επάγγελμά τους λοιπόν είναι τόσο καθοριστικό που παραμερίζει όλα τα υπόλοιπα και δημιουργεί την περιφρόνηση των θρησκευτικών παρατάξεων και του λαού.

Τελώνες και Am- Haarez (21)

Στο γνωστό γεύμα που παρατίθεται στο σπίτι του Λευί, μετά την κλήση του, παρακάθησαν μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του στο τραπέζι πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί. Σίγουρα γεννιέται το ερώτημα τι εννοείται με τον όρο “αμαρτωλοί”. Είναι άραγε ένας τεχνικός όρος που αναφέρεται σε άτομα ύποπτης ηθικής ή αφορά μία ειδική κοινωνική ομάδα; Προφανώς συμβαίνει το δεύτερο γιατί δεν μπορεί, μετά τη συγκεκριμένη αναφορά στους τελώνες να ακολουθεί κάποια αφηρημένη και γενική μνεία σε αμαρτωλούς. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για τους am- haarez, δηλαδή τους ανάμεικτους πληθυσμούς από Σαμαρείτες, Αραμαίους, Φιλισταίους, Μεσοποτάμιους που κατοικούσαν κυρίως στη Γαλιλαία, αδιαφορούσαν για την τήρηση των διατάξεων του νόμου και θεωρούνταν προσκολλημένοι σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. (22).
Επειδή δεν γνώριζαν το νόμο θεωρούνταν καταραμένοι και στο πρόσωπο τους συγκέντρωναν την περιφρόνηση των προνομιούχων θρησκευτικών ομάδων της Παλαιστίνης. Ειδικά για τους Φαρισαίους ήταν ο όχλος που δεν είχε καμμία σχέση με τις θρησκευτικές παραδόσεις (¨ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον” Ιωάν. 7,49), και ο ραββίνος Χιλλέλ έλεγε γι’ αυτούς. “Δεν έχουν συνείδηση και είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι”, ενώ ο ραβίνος Ελεάζαρ κήρυττε. “Επιτρέπεται να διαμελίζουν έναν αμ- χάαρεζ την μέρα του Σαββάτου, ακόμη και κατά την γιορτή του εξιλασμού”.(23).
Γίνεται φανερή λοιπόν η δεινή θρησκευτική τους θέση που συμβάδιζε και με την κοινωνική τους κατάσταση: ποτέ δε θα γίνονταν αποδεκτοί και η περιθωριοποίησή τους ήταν δεδομένη, Εφόσον θεωρούνταν πως δεν τηρούν τις εντολές του Νόμου ήταν και εθνικά και κοινωνικά απόβλητοι. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η περιφρόνηση των Ιουδαίων για την Γαλιλαία, τον κατεξοχήν τόπο των am- haarez. Θεωρούνταν χώρα ειδωλολατρών, γη εθνών (24) που οι κάτοικοί της μισούσαν το νόμο.
‘Όμως αυτή η θρησκευτική και κοινωνική μειονεκτική θέση των am- haarez δε φαίνεται να συμβαδίζει υποχρεωτικά και με την οικονομική τους κατάσταση. Είναι γνωστό πως ένα μέρος τους ήταν πλούσιοι Χαναναίοι και ισραηλίτες γαιοκτήμονες (25). Δεν φαίνεται όμως ο πλούτος τους να τους βοηθούσε στην κοινωνική τους εξέλιξη. Μεγαλύτερη βαρύτητα είχε – χαρακτηριστικό άλλωστε της θεοκρατικής ιουδαϊκής κοινωνίας του 1ου αι. μ. Χ. - η προέλευσή τους.
Σίγουρα οι τελώνες θα προέρχονταν από τους am- haarez. Δεν είναι δυνατό άτομα από άλλη κοινωνική ομάδα να δέχονταν να αναλάβουν τέτοιο επονείδιστο έργο που θα τους έφερνε σε σύγκρουση με τον υπόλοιπο ιουδαϊκό πληθυσμό και θα δημιουργούσε τέτοιον εθνικό και κοινωνικό αποκλεισμό εναντίον τους, ενώ θα τους εξίσωνε με τους εθνικούς και τις πόρνες. Προς αυτή την άποψη συνηγορεί και η ιδιαίτερη συμπάθεια που έδειχναν στον Κύριο και τη διδασκαλία του οι τελώνες. Είναι γνωστό πως μόνο Αυτός απ’ όλους τους διδασκάλους αποδέχονταν και τους am- haarez και τους εισπράκτορες των τελών.(26).
Επομένως η προέλευση των τελωνών από τους am- haarez αποτελούσε έναν ακόμη παράγοντα που οδηγούσε τους Φαρισαίους, τους Γραμματείς και όλη την ιουδαϊκή κοινωνία να καταφέρεται εναντίον τους και να μην επιθυμεί την καταξίωσή τους.

Η αιτία του θρησκευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού των τελωνών

Οι τελώνες λοιπόν τοποθετούνταν στην ίδια θρησκευτική και κοινωνική θέση με τους αμαρτωλούς, τους εθνικούς και τις πόρνες. Αιτία γι’ αυτό, όπως ειπώθηκε παραπάνω, δεν ήταν οι πράξεις τους αλλά κυρίως η άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος.
Από τις διηγήσεις των Ευαγγελίων όμως δεν φαίνεται να ήταν περισσότερο ή λιγότερο θεοσεβούμενοι από άλλα μέλη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Αντίθετα σε πολλές από τις διηγήσεις που τους αφορούν, φαίνεται ο πόθος τους να γίνουν και αυτοί αποδεκτοί από τη θεοκρατική κοινωνία που ζούσαν. Έτσι, θέλουν να προσεύχονται στο Ναό (όπως συμπεραίνεται από την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου) και επισκέπτονται θρησκευτικές προσωπικότητες με ευρύτερη αποδοχή σαν τον Ιωάννη το Βαπτιστή. ‘Επίσης πουθενά δεν φαίνεται ότι δεν τηρούσαν τις βασικές διατάξεις του νόμου, εκτός βέβαια από το κοινό φαγητό με τους θεωρούμενους αμαρτωλούς, κάτι για το οποίο όμως φαίνεται πως αναγκάζονταν από τις συνθήκες και την κοινωνική τους καταγωγή. Ταυτόχρονα δεν αποδεικνύεται πως δεν τηρούσαν την αργία του Σαββάτου συναλλασσόμενοι με εθνικούς εμπόρους. Άρα, είναι περίεργο να θεωρούνται αμαρτωλοί από μία κοινωνία, η οποία κατεξοχήν στηριζόταν σε μία θρησκεία τήρησης τυπικού και τελετουργικών διατάξεων, μόνο και μόνο γιατί εισέπρατταν το φόρο με σκληρό τρόπο, από τη στιγμή που η αγωνία τους για θρησκευτική ένταξη, τους οδηγούσε σε πράξεις ευλάβειας.
Σε προηγούμενο κεφάλαιο τονίστηκε πως η ιουδαϊκή κοινωνία φανέρωνε το θρησκευτικό της αποτροπιασμό για τους τελώνες, εξαιτίας του φόρου, εφόσον αυτή, ήταν αδύνατο να σταματούσε να τον πληρώνει χωρίς οδυνηρές συνέπειες. Επομένως εδώ πρέπει να αναζητηθεί η αιτία της άσχημης θρησκευτικής και κοινωνικής θέσης των τελωνών: Η λύση του προβλήματος έχει να κάνει με τα οφειλόμενα που εισέπρατταν. Αυτοί τα έπαιρναν όχι για το Ναό –δηλαδή για το Θεό- όπως έκαναν οι τα “δίδραχμα λαμβάνοντες” αλλά ενεργούσαν στο όνομα των κατακτητών και των ανθρώπων τους στην Παλαιστίνη, εισπράττοντας τους φόρους αντ’ αυτών. Δηλαδή οι τελώνες θεωρούνταν βλάσφημοι που δεν είχαν ούτε εθνική ούτε και θρησκευτική συνείδηση, αφού συνεργάζονταν με τον κατακτητή και τους ηγεμονίσκους της Παλαιστίνης σ΄ένα τόσο λεπτό ζήτημα που έθιγε τις ευαισθησίες των συμπατριωτών τους.
Άρα οι κατηγορίες που τους αποδίδονταν και τους είχαν οδηγήσει στο τελευταίο σκαλί της θρησκευτικής και κοινωνικής κλίμακας, ήταν η βλασφημία εναντίον του Θεού και η συνεργασία με τον κατακτητή. Έτσι, θα θεωρούνταν εκτός των άλλων, από τους Ιουδαίους, πως δεν αποδέχονταν τον Θεό ως κυρίαρχο της άγιας γης αλλά τους ρωμαίους, μιας και αυτή η αντίληψη είχε συνδεθεί με την εισφορά του φόρου. Κατανοείται λοιπόν η απέχθεια που ένοιωθαν γι’ αυτούς οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι: Αφού τα μέλη των θρησκευτικοκοινωνικών παρατάξεων ήταν τηρητές των παραδόσεων και ήθελαν μέσω αυτών να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα,(27)πως θα μπορούσαν να κάνουν αποδεκτούς τους τελώνες, οι οποίοι με την εργασία τους, φαίνονταν ν’ αναγνωρίζουν ως κυρίαρχους της Παλαιστίνης τους ρωμαίους και όχι το Θεό, όπως δίδασκε ο μωσαϊκός νόμος; Είναι λοιπόν απόλυτα φυσικό να τους εξισώνουν με τους εθνικούς –άποψη που είχε περάσει και στο λαό- μιας και θεωρούνταν, πως, αφού εισέπρατταν φόρους, όχι για το Θεό αλλά για τους κατακτητές, υπέσκαπταν την προσπάθεια για τήρηση των πατρώων αρχών, που εκτός των άλλων θα οδηγούσαν στην αναγέννηση του ιουδαϊκού έθνους, μετά την απαλλαγή από τους κατακτητές, σύμφωνα με τις αποκαλυπτικές αντιλήψεις. Αυτά οδηγούσαν, εκτός των άλλων και να μη γίνονται δεκτές οι εκδηλώσεις ευσέβειας των τελωνών.
Βεβαίως και στους υπόλοιπους κατακτημένους λαούς δεν ήταν δημοφιλείς οι συλλέκτες των φόρων, ούτε προκαλεί εντύπωση ο βίαιος τρόπος συλλογής των οφειλομένων. Πουθενά όμως δεν εντοπίζεται θρησκευτικός αποκλεισμός τους και κοινωνική απαξίωση στο βαθμό που αυτά συνέβαιναν στον ιουδαϊσμό. Φαίνονται λοιπόν ξεκάθαρα οι επιπτώσεις της θρησκευτικής σημασίας που είχε προσλάβει ο φόρος στην ιουδαϊκή κοινωνία.
Αλλά και η άμεση σχέση των τελωνών με τους am-haarez ήταν βασική αιτία για τη δημιουργία του αρνητικού κλίματος που επικρατούσε σε βάρος των εισπρακτόρων των έμμεσων φόρων. Και μόνο γι’ αυτό ήταν αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί από τις θρησκευτικές παρατάξεις. Και η προσπάθειά τους όμως για θρησκευτική και κοινωνική καταξίωση, που θα τους έκανε να ξεφύγουν από το επίπεδο των ανθρώπων της γης (am-haarez), αποκλείεται να γίνονταν δεκτή, και έτσι υπήρχε κάθε λόγος να συντηρείται η δυσμενής θέση που τους απέκλειε από τα ανώτερα πνευματικά σκαλοπάτια της ιουδαϊκής κοινωνίας.

Συμπεράσματα

Η θρησκευτικά δεινή θέση των Τελωνών μέσα στο θεοκρατικό περιβάλλον της Παλαιστίνης του 1ου αι. μ. Χ. δεν μπορεί να οφειλόταν ούτε στον τρόπο είσπραξης των φόρων με βίαιο τρόπο ούτε στο συγχρωτισμό τους με τους Ρωμαίους. Τα παραπάνω ήταν μία πρακτική που τελικά δεν αφορούσε μόνο αυτούς. Η αρνητική λοιπόν εικόνα που είχε σχηματίσει γι αυτούς η ιουδαϊκή κοινωνία του 1ου αιώνα μ. Χ. ήταν αποτέλεσμα της αντίληψης, ότι αυτοί, εξ αιτίας της εργασίας τους, αναγνώριζαν ως κυρίαρχους της Αγίας Γης τους Ρωμαίους και όχι το Θεό. Μάλιστα αυτό τεκμηριωνόταν από τη θέση ότι η καταβολή του φόρου σε κάποιον, σήμαινε και αυτόματη αναγνώρισή του ως κυριάρχου, που είχε όμως και την αποδοχή των φορολογουμένων. Οι κάτοικοι της Παλαιστίνης μπορεί να έδιναν αυτά που ζητούσαν οι κατακτητές και τα ντόπια όργανά τους, οι Ηρώδες Αυτό όμως ήταν, όπως είναι φυσικό, πράξη εξαναγκασμού κάτι που μαρτυρούν οι εξεγέρσεις, που γίνονται με αφορμή τη φορολογία.
Παράλληλα ήταν αδύνατο, ένας ευσεβής Ιουδαίος, ενταγμένος στο σύστημα της ιουδαϊκής θεοκρατίας, να δεχόταν να γίνει τελώνης. Έτσι, είναι φυσικό αυτοί να προερχόταν από τους am- haarez. που δε φαίνεται να είχαν ούτε τις αντιλήψεις ούτε τους ενδοιασμούς των θρησκευτικοκοινωνικών ομάδων της Παλαιστίνης. Άλλωστε, εφόσον ανήκαν στο θρησκευτικό περιθώριο του Ιουδαϊσμού, μπορούσαν εύκολα να υποδυθούν ρόλους αδιανόητους για έναν ευσεβή.
Πάντως, τουλάχιστο από τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, συνεχής φαίνεται να είναι η προσπάθειά των Τελωνών για αναγνώριση (και συνεπώς κοινωνική καταξίωση) από μία θρησκευτική προσωπικότητα. Επιζητούν λοιπόν τη συναναστροφή με χαρισματικές μορφές, συχνάζουν στο Ναό κάνουν αγαθοεργίες. Τα παραπάνω όμως δεν επιτυγχάνουν μία γενική αναστροφή του αρνητικού κλίματος που έχει δημιουργηθεί εναντίον τους ούτε βοηθούν στην αποδοχή τους, τουλάχιστο με τον τρόπο που αυτοί θα επιθυμούσαν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Στέργιου Ν Σάκκου: Οι Τελώναι. Συμβολή εις την ιστορίαν των χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1968, ιδίως το κεφ. Δ' «Το ήθος των τελωνών» σελ. 115-116 και σελ. 161 όπου σημειώνεται: “ο λαός, όστις εμίσει τους τελώνας μόνον διά λόγους ουσιαστικούς (αδικία, βιαιοπραγία, αρπαγή, καταπίεσις)….” Στο ίδιο έργο αναφέρονται και οι εξής ακόμη αιτίες για την απέχθεια εναντίον των τελωνών : “Αλλ’ οι εγκρατείς του νόμου και τηρηταί των εντολών των πρεσβυτέρων νομοδιδάσκαλοι και φαρισαίοι είχον και άλλους λόγους να απεχθάνονται αυτούς. α) Εγνώριζον ότι ο μωσαϊκός νόμος δεν προέβλεπε φόρους κρατικούς οίοι ήσαν οι εις τους Ρωμαίους αποδιδόμενοι. Εμφορούμενοι υπό στρεβλού θεοκρατικού φρονήματος επεζήτουν μόνον τα προνόμια της θεοκρατίας, χωρίς να ενδιαφέρονται διά τας υποχρεώσεις. Είνε πλέον ή βέβαιον ότι δεν εθεώρουν εαυτούς ως αιτίους της εις Ρωμαίους και τους Ηρώδας δουλείας…..β) Οι τελώναι ήσαν όργανα των τετραρχών και των Ρωμαίων, έστιν ότε δε και θέσει Ρωμαίοι πολίται… γ) Διά τον συγχρωτισμόν και την αναστροφήν των μετά των προϊσταμένων ρωμαϊκών αρχών εθεωρούντο ως μεμολυσμένοι και σχεδόν εθνικοί….” (σελ. 161).
Στο γλωσσάριο της νεοελληνικής δημοτικής μετάφρασης της Καινής Διαθήκης (“Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική δημοτική μετάφραση, Αθήνα 1985) των καθηγητών Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Γ. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου και Β. Στογιάννου (+) σημειώνεται για τους τελώνες: “Τελώνης, Ο επιφορτισμένος με την είσπραξη των φόρων. Στα χρόνια του Χριστού οι φόροι ήταν επαχθείς και οι τελώνες συνήθως ήταν άδικοι και άρπαγες, ώστε όχι μόνο ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των άπληστων ρωμαϊκών αρχών αλλά και οι ίδιοι ικανοποιούνταν. Για το λόγο αυτό, στην κοινωνία της εποχής θεωρούνταν μισητοί και τοποθετούνταν στο ίδιο επίπεδο με τους αμαρτωλούς και τις πόρνες” (σελ. 526). Τα ίδια ακριβώς γράφονται και στη νεότερη μετάφραση της Καινής Διαθήκης των καθηγητών Π. Βασιλειάδη, Γ. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Αθήνα 1989.
Αλλά και ο Ντ. Ροπς (“Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Ιησού”,μετ. Έλλης Αγγέλου, Αθήνα 1988) τονίζει πως οι φόροι εισπράττονταν άσχημα από τους τελώνες, που πλούτιζαν σε βάρος των φορολογούμενων (σελ. 178)
Τέλος ο Ε,Π, Σάντερς στο έργο του “Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού” μετ. Γ. Βλάχος, Αθήνα 1998, σημειώνει: “Ωστόσο είναι αρκετό να πούμε πως οι φοροεισπράκτορες ήταν ύποπτοι για υπερβολικές χρεώσεις και επομένως για συστηματική εκμετάλλευση του πληθυσμού, Ζούσαν λοιπόν σαν να μην υπήρχε Θεός ή σαν να μην μπορούσε να τους εκδικηθεί, με άλλα λόγια ήταν 'άνομοι'”. (σελ. 374).
2. Για τις ιουδαϊκές θρησκευτικές και πολιτικές παρατάξεις βλ. Σ. Αγουρίδη: Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1980, σελ,326 –359 και Γ. Γαλίτη: Ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 19914, σελ. 107-122
3. Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα(+): Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Αθήναι 19894,σελ. 1704
4. Βλ. G. B. Caird: Saint Luke, Middlesex, England, 19652, σελ.95-96
5. Βλ. Ματθ. 9,9-13 =Μαρκ. 2,13-17=Λουκ. 5,27-32. Ματθ. 11,19. Λουκ, 7,34.
6. Κατάλογο των επονείδιστων επαγγελμάτων βλ. Στ. Σάκκος, οπ. παρ. σελ. 136-141, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
7. Βλ. Ντ. Ροπς, τα κεφάλαια: “Οι κληρονόμοι του Ηρώδη κι οι επίτροποι” και “Κατακτητές και κατακτημένοι” σελ. 78-93.
8. “Ως δε τούτους είργεν της βίας Φλώρος, αμηχανούντες οι δυνατοί των Ιουδαίων, συν οις Ιωάννης ο τελώνης, πείθουσι τον Φλώρον αργυρίου ταλάντοις οκτώ διακωλύσαι το έργον” Ιώσηπου “Περί του Ιουδαϊκού πολέμου” ΙΙ 287.
9. Πολλαπλά χρήσιμη για την συγγραφή αυτού του κεφαλαίου ήταν η μελέτη των Peter Garnsey και Richard Saller: Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, μετ. Β. Ι. Αναστασιάδης, Ηράκλειο 1995.
10. όπ. παρ. σελ. 274
11. Για το φόρο σε χρήμα, όπ. π. αρ. σελ. 67 κ.ε.
12. “…οι πόλεις καλούνταν επιπρόσθετα να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις παροχής ζώων για μεταφορές, φιλοξενίας σε διερχόμενους αξιωματούχους ή καταλυμάτων και εφοδίων στους στρατιώτες”, όπ. παρ. σελ. 42 και σελ.66 και 111.
13. Είναι γνωστό πως οι κατακτημένες περιοχές είχαν υποχρέωση να παρέχουν τροφή και εξοπλισμό, φόρο υποτέλειας και συνεισφορές. Όπ. παρ. σελ. 128-129.
14. “Τα στρατεύματα,….που σταθμεύαν στην Παλαιστίνη ήταν λιγοστά. Οι λεγεώνες, που απαρτίζονταν από ρωμαίους, γαλάτες και, ιδιαίτερα από ισπανούς πολίτες, βρίσκονταν στη Συρία, σε κάποια απόσταση…..”. Ντ. Ροπς, όπ. παρ. σελ. 88.
14α. Για την Γαλιλαία στην εποχή του Ιησού βλ. Νικολάου Παύλου: Η Γαλιλαία στους χρόνους του Χριστού (Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της βιβλικής Παλαιστίνης), στο περιοδικό ΚΟΙΝΩΝΙΑ, τ. 4/1998, σελ. 366-371. Επίσης του ιδίου: Το πολιτικό πλαίσιο της δράσης του Ιησού (Η Ιουδαία και η Γαλιλαία τον 1ο αι. μ. Χ.), στην ιστοσελίδα http:/users.otenet.gr/~aper/articles/judea.htm
15. Βλ. Στ, Σάκκου σελ. 38. Πάντως μετά τους πρώϊμους αυτοκρατορικούς χρόνους φαίνεται να εγκαταλείπεται το σύστημα της συγκέντρωσης φόρων από τις ιδιωτικές εταιρείες. Βλ. Garnsey…, όπ. παρ. σελ. 26.
16. Για τα τέλη και τους φόρους στο αρχαίο Ισραήλ, βλ. Σάκκος, όπ. παρ. το κεφάλαιο “Η τελωνία εν τω Ισραήλ”, σελ. 82-114.
17. Ματθ. 22,15-22=Μαρκ.12,13-17=Λουκ. 20,20-26
18. Εξοδ. 20,17 ¨Ιωβ 31,1.
19. Βλ. Δημ. Πασσάκου: “Μετά των εθνών συνίσθιεν…” (Γαλ. 2,12). Ο συμβολισμός της τροφής στην ιουδαϊκή και στην πρωτοχριστιανική παράδοση. Η συνδρομή της πολιτιστικής ανθρωπολογίας”, στο συλλογικό έργο: Η προς Γαλάτας επιστολή του Απ. Παύλου, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 292.
20. Όπ. παρ.
21. Για τους am- haarez, κυρίως στην Παλαιά Διαθήκη βλ. Ιωάννη Μούρτζιου: Ο λαός της γης και η πολιτικο-θρησκευτική κατάσταση στο βασίλειο του Ιούδα, στο “Γρηγόριος Παλαμάς” 762(1996), σελ. 293 - 308
22. Βλ. Ντ. Ροπς, όπ. παρ. σελ.178. Πρβλ. και Χρ. Βούλγαρη: “Εσκυλμένοι και ερριμμένοι” Παρακμή και κατάπτωσις του Ιουδαϊσμού κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Εν Επιστημονική Επετηρίς της Θεολ. Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΕΘΣΠΑ), τόμος ΚΔ, εν Αθήναις 1979-80, σελ. 533-534.
23. Βλ. Ροπς, όπ. παρ.
24. Ματθ. 4,15-16.
25. Ροπς, όπ. παρ.
26. Σύμφωνα με την άποψη του ραβίνου Ignatz Ziegler που παραθέτει ο καθηγητής Μάρκος Σιώτης “ο Ιησούς Χριστός προκάλεσε το μίσος των πολιτικών αρχόντων του Ισραήλ ένεκα της εκπεφρασμένης συμπάθειάς Του προς τους Am-Haarez”. Στο Μ.Α. Σιώτου: Ο πολιτικός χαρακτήρ των αντιπάλων του Απ. Παύλου (μαζί με την μελέτη του ιδίου καθηγητή: Προλεγόμενα εις την ερμηνείαν της προς Γαλάτας επιστολής) Αθήναι 1972, σελ. 109.
27. Όπως τονίζει ο Σ. Αγουρίδης : “(οι Φαρισαίοι) χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία και το Θεό σαν μέσο επιβιώσεως και διασώσεως του έθνους” όπ. παρ. σελ. 332.

Ο Φαρισαίος ηγούμενος. Μία διδακτική ιστορία από τον βίο του Αγίου Ιλαρίωνα Τρόϊσκι.


Οι αληθινά άγιοι αγωνίζονται να κρατούν πάντοτε το γνήσιο ταπεινό φρόνημα του τελώνη. Ποτέ δεν πίστευαν στην «αγιότητά τους και στα χαρίσματά τους». Και φυσικά, έστω κι αν ήταν φανερά κάποια χαρίσματά του Θεού στην ζωή τους, ποτέ δεν το διαφήμιζαν. Αντίθετα το έκρυβαν και πολλές φορές ζητούσαν από τον Θεό να τους αφαιρέσει από τον φόβο του πάθους της κενοδοξίας.

Το 1929 κοιμήθηκε ο Ρώσος Ομολογητής Αρχιεπίσκοπος Άγιος Ιλαρίων Τρόϊτσκι.

Στον βίο του διαβάζουμε ότι ήταν «ορκισμένος εχθρός της υποκρισίας και

 κάθε είδους ευσεβισμού».

Κατά την διάρκεια της εξορίας του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν 

σε ομάδα εργασίας μαζί με άλλους εξόριστους κληρικούς. 
Όλοι είχαν καταλάβει ότι ο άγιος Ιλαρίων δεν επικροτούσε κάποιες συμπεριφορές, 
όπως «το να αποκαλείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, το να κάνεις μακρές 
«ευσεβείς» συζητήσεις ή το να επιδεικνύεις την αυστηρότητα της ζωής σου… 
Ακόμα περισσότερο το «να σκεφτείς για τον εαυτό σου κάτι περισσότερο 
από ο,τι είσαι στην πραγματικότητα».

Έφεραν κάποτε στην ομάδα τους έναν καινούργιο εξόριστο, 

που ήταν ηγούμενος.

Τον ρώτησε ο Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων.

- Γιατί σας συνέλαβαν;

- Τελούσα ακολουθίες στο σπίτι μου, όταν έκλεισαν το μοναστήρι, 

απάντησε ο ηγούμενος. Μαζευόταν κόσμος και γίνονταν θαύματα.

- Ά! έτσι; Ώστε γίνονταν «θαύματα»; Και πόσα χρόνια σας έριξαν εξορία;

- Τρία χρόνια.

- Μμμ! Λίγα είναι! Για τα «θαύματα» έπρεπε να σας ρίξουν περισσότερα! 

Η σοβιετική εξουσία δεν πρόσεξε…

Και καταλήγει ο βιογράφος του Αγίου Ιλαρίωνα, μητροπολίτης Ιωάνης Σνίτσεφ.

«Είναι αυτονόητο ότι, το να μιλάς για «θαύματα» που γίνονται με τις δικές 

σου προσευχές, 
είναι κάτι περισσότερο από αναίδεια».

(ΠΗΓΗ. Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊσκι. Εκδ. ΑΘΩΣ-ΣΤΑΜΟΥΛΗ, 

μετάφραση πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου).
Επιμέλεια κειμένου: πρωτ. Δημήτριος Αθανασίου

πηγή

Σχολια: Αυτά να τα διαβάζουν μερικοί πού κατήντησαν την εκκλησία μπακαλικο ευσεβειας, γεροντισμού, θαυματολογίας, προφητολογίας και αλλων ειδωλολατρικων...

Οἱ πειρασμοὶ στὴν ἔρημο (Λουκ. 4, 1-13) Κοσματόπουλος Ἀλέξανδρος




Στὴ διήγηση τοῦ γεγονότος τῆς βάπτισης ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος στέκεται μὲ δισταγμὸ καὶ δέος μπροστὰ στὸ ἐνδεχόμενο νὰ βαπτίσει τὸν Ἰησοῦ: «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρὸς με;». Ὅμως ἐκεῖνος ἐπιμένει λέγοντας: «Ἄφες ἄρτι• οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3,14-16). Πρέπει νὰ πληρωθεῖ ὁ χρόνος, νὰ πληρωθεῖ τὸ παρελθόν, νὰ ὁλοκληρωθεῖ μία μεγάλη περίοδος προετοιμασίας προκειμένου νὰ φανεῖ ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν βάπτιση διὰ τοῦ ὕδατος στὴν βάπτιση διὰ τοῦ πυρός. «Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν• ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν…αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρὶ» (Ματθ. 3, 11).

Ἡ βάπτιση διὰ τοῦ πυρὸς πιστεύω ἔγκειται στὴ συνάντηση μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ σκότους. Ἡ πάλη διεξάγεται ὄχι πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὶς ἀρχές, τὶς ἐξουσίες, τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πονηρὰ πνεύματα στοὺς οὐρανοὺς (Ἐφεσ. 6, 12). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑποδηλώνει μὲ τοῦτα τὰ λόγια πὼς οἱ δυνάμεις αὐτὲς διεκδικοῦν ἕναν ὑπερβατικὸ χαρακτήρα, καὶ ὅτι παίζουν σημαντικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν πάλη μὲ τὸ ἀρχαῖο κακό μᾶς εἰσάγει ἡ συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν διάβολο.

Μετὰ τὴν βάπτισή του στὸν Ἰορδάνη ὁ Ἰησοῦς πορεύεται στὴν ἔρημο, στὸν τόπο ποὺ σὰν σὲ καθρέφτη μπροστὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς τίποτα νὰ κρύψει. Ἐκεῖ ὑφίσταται ἐπὶ σαράντα μέρες τοὺς πειρασμούς, χωρὶς νὰ δοκιμάσει τροφή. Δὲν πηγαίνει στὴν ἔρημο ὑπακούοντας σὲ κάποια ἐντολή, οὔτε ἀκολουθεῖ τὴν «ἐλεύθερη θέλησή του». Τὸ πνεῦμα εἶναι ποὺ τὸν ὁδηγεῖ. Στοὺς τρεῖς πειρασμοὺς τοῦ Ἰησοῦ περικλείεται ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ ἡ στάση ἐκείνου ποὺ μοναδική του ἐπιθυμία εἶναι νὰ πορευτεῖ στὰ βήματα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὑπερισχύει τῶν ἴδιων πειρασμῶν στοὺς ὁποίους ὑπέκυψε ὁ Ἀδάμ, ἐξουδετερώνοντας τὴν ἐπιρροή τους. Ἀπορρίπτει τὶς προτροπὲς τοῦ διαβόλου, καὶ μὲ τὴν ἀπόρριψή τους ἀναλαμβάνει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.




Ποιὸς εἶναι ὁ διάβολος, ἡ μυστηριώδης αὐτὴ φυσιογνωμία ποὺ στὰ χρόνια μας θεωρεῖται ἐντελῶς μυθική; Ὅταν οἱ εὐαγγελιστὲς καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸν ἀποκαλοῦν ἄρχοντα τοῦ κόσμου καὶ θεὸ τοῦ αἰῶνος τούτου, γνωρίζουν γιὰ ποιὸ πράγμα μιλοῦν. Ὁ σατανᾶς πρωτίστως γυρεύει νὰ ἀποπλανήσει καὶ νὰ παραπλανήσει, νὰ ὑποδείξει ἕναν δρόμο πλάνης ὡς δρόμο ἀληθινὸ καὶ συνάμα ἀπελευθερωτικό. «Ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἔστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 8, 44). Ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ παραπλανήσει μεταμορφώνεται σὲ δημόσιο κατήγορο ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Ἰώβ. Ὁ διάβολος δὲν προβάλλει μία θετικὴ στάση ἀπέναντι στὸν Ἰησοῦ. Ἁπλῶς προσβάλλει. Ὡστόσο εἶναι ὁ κύριος ὅλων τῶν βασιλείων τῆς γῆς, καὶ ὅλες οἱ ἐνέργειες τῶν ἀνθρώπων βασίζονται στὸν τρόπο του καὶ στοὺς μηχανισμούς του.

«Εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ διάβολος• εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ τῷ λίθῳ τούτῳ ἵνα γένηται ἄρτος. Καὶ ἀπεκρίθη πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς• γέγραπται ὅτι οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ». Καὶ στοὺς τρεῖς πειρασμοὺς ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾶ μὲ χωρία ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τὸ Δευτερονόμιο (8,3) ἀναφέρεται στὸ σημεῖο αὐτὸ στὸ ἀρχέγονο μάνα. Ἐδῶ φαίνεται καὶ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ μάνα τὸ πεσὸν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ στὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Ὁ διάβολος καλεῖ τὸν Ἰησοῦ νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀρχαία ἐκείνη τάξη τῆς ἐξ ὕψους βίαιης ἐπιβολῆς, ποὺ ἡ καθολικότητά της ἀγκάλιαζε τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἂν ὁ Ἰησοῦς μετέτρεπε τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ θὰ ἦταν μία ἀδιαμφισβήτητη ἀπόδειξη τῆς θεότητάς του. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει ὅτι ἡ θεότητα γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνωθεν μὲ τὴν ἐπίδειξη τῆς δυνάμεώς της, οὔτε ἐπιβάλλει διὰ τῆς βίας ἕνα τρόπο ζωῆς ἢ κάποιες ἀξίες. Εἶναι ἡ θεότητα ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται μὲ τὴν ἐλεύθερη ἀποδοχή. Ἀποκαλύπτεται, καὶ ἡ φανέρωσή της δὲν γεμίζει μὲ τρόμο καὶ δέος τὴν ψυχή, ἀλλὰ μὲ πλησμονή, συμπόνια καὶ ἔλεος. Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τὸν ἄρτο γιὰ νὰ τραφεῖ ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ ζήσει. Ὁ Ἰησοῦς δὲν τρώει ἐπὶ σαράντα μέρες, ὅσο διαρκοῦν οἱ πειρασμοί. Δὲν νομίζω ὅτι μὲ τὴν ἀποχή του ἀπὸ τὴν τροφὴ ὑποδεικνύει κάποιο ἀσκητικὸ ἰδεῶδες. Δηλώνει τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖο καὶ τὸν ἐνδυναμώνει στὸν ἀγώνα του, ἂν καὶ τὸ λόγιο, «οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναι μου μαθητὴς» (Λουκ 14,33), ὑπαινίσσεται τὴν παραίτηση ἀπὸ ὅσα ὁρίζουν τὴν ἐπίγεια ὕπαρξη. Καὶ τούτη ἡ παραίτηση ἀσφαλῶς ἐνέχει μία στάση ἀσκητική.

Μόλις πέρασαν οἱ σαράντα μέρες καὶ οἱ πειρασμοὶ πείνασε. Μὲ τὴ λέξη «ἐπείνασεν» ὁ Χριστὸς δείχνει ἀκόμη μία φορὰ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ Γερμανὸς μυστικιστὴς Ἔκχαρτ λέει ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπῆρχε ἕνας ἐξωτερικὸς καὶ ἕνας ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος, καὶ πὼς ὅσα ἔπραττε σὲ σχέση μὲ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τὰ ἔπραττε ἀπ’ τὴ μεριὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος παρακολουθοῦσε ἀκίνητος καὶ ἀποχωρισμένος. Ἂν συνέβαινε κάτι τέτοιο ὁ Ἰησοῦς θὰ κινοῦνταν ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς διχασμοῦ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει κανενὸς εἴδους διχασμὸς στὴν ἀντιμετώπιση τῶν πειρασμῶν τοῦ διαβόλου. Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ συγκεραίνονται στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι δύο ξεχωριστὰ ὄντα ποὺ τὸ ἕνα παραμένει σὲ ἀπόσταση ἢ ἀντιμάχεται τὸ ἄλλο. Τὴ στάση του ὑπαγορεύει ἡ ἑνιαία ὑπόστασή του.

«Καὶ ἀναγαγὼν αὐτὸν ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τῆς οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος• σοὶ δώσω τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἅπασαν καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, ὅτι ἐμοὶ παραδέδοται καὶ ᾧ ἐὰν θέλω δίδωμι αὐτήν• σὺ οὖν ἐὰν προσκυνήσης ἐνώπιον ἐμοῦ, ἔσται σου πᾶσα. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ• γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις» (Δευτ. 6,13• 10,20).

Ὁ διάβολος κατόπιν ἀνεβάζει τὸν Ἰησοῦ σὲ ἕνα ψηλὸ βουνὸ καὶ ἐν ριπῇ χρόνου τοῦ δείχνει ὅλα τὰ βασίλεια τῆς οἰκουμένης. Μιλᾶ ὡς κυρίαρχος τῶν βασιλείων τῆς γῆς ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ δώσει σὲ ὅποιον θέλει. Τὰ προσφέρει στὸν Ἰησοῦ, ἀρκεῖ ἐκεῖνος νὰ τὸν προσκυνήσει. Τί θὰ σήμαινε αὐτὴ ἡ προσκύνηση; Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ἀπεμπολοῦσε μόνο τὴν μεσσιανική του ἀποστολή, γιὰ τὴν ὁποία ἐξάλλου δὲν κάνει τὴν παραμικρὴ ἀναφορά, ἀλλὰ θὰ διαρρήγνυε τὴ σχέση του μὲ τὸν Πατέρα, σχέση στὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς μένει πιστὸς μέχρι τέλους. Τοῦτο φαίνεται καὶ στὴν ἀπάντησή του πρὸς τὸν Πέτρο (Ματθ. 16, 21-23): «Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα ἀπελθεῖν καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ ἀποκτανθῆναι καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι. Καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων• ἴλεως σοι, κύριε• οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. Ὁ δὲ στραφεὶς εἶπεν τῷ Πέτρῳ• ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ• σκάνδαλόν μου εἶ. Ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων». Ἡ σχέση τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Πατέρα εἶναι σχέση ἑνότητας καὶ ἀγάπης, ἑνότητας διὰ τῆς ἀγάπης, καὶ ὄχι σχέση ἁπλῆς ὑποταγῆς. Τὴν ἴδια ἀπάντηση ποὺ δίνει στὸν διάβολο στὴ διήγηση τοῦ Ματθαίου (4,10), «ὕπαγε σατανᾶ», τὴ δίνει καὶ στὸν Πέτρο. Ὁ Χριστὸς ἀπορρίπτει τὴν ἐπίγεια κυριαρχία, τὴν ἐξουσία ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων, τὴν δόξα καὶ τὸν πλοῦτο ἐν ὀνόματι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπέρκειται ὅλων τῶν βασιλείων καὶ τῶν ἐξουσιῶν τῆς γῆς. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία ἠθικὴ νίκη ἐπὶ τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ μία ἐξ ὁλοκλήρου διαφορετικὴ τοποθέτηση τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν κόσμο. Μπορεῖ τὸ σκηνικό τῆς συνάντησης τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν διάβολο νὰ εἶναι ἀπόκοσμο ἢ ἀκόμη καὶ μυθικό, ἀλλὰ οἱ ἀπαντήσεις ποὺ δίνει κάθε ἄλλο παρὰ ἔχουν μυθικὸ ἢ ἀπόκρυφο χαρακτήρα. Ἀντιθέτως ἀχρηστεύουν ὅλα τὰ μυθολογήματα καὶ τὶς φαντασιώσεις γύρω ἀπ’ τὶς ὁποῖες οἰκοδομεῖται ἡ ἀνθρώπινη ζωή. Οἱ πειρασμοὶ τοῦ διαβόλου ἐμπεριέχουν σὲ ὅλο τὸ βάθος τους τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς φρεναπάτες τῶν ἀνθρώπων ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, τὶς μάταιες πράξεις καὶ τὰ μάταια ἐχγειρήματά τους.

«Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔστηκεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ• εἰ υἱὸς εἶ τοῦ θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω• γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περί σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε, καὶ ὅτι ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσι σε, μήποτε προσκόψεις πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι εἴρηται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου».

Ὁ διάβολος ἀνεβάζει τὸν Ἰησοῦ στὴν ἄκρη τῆς στέγης τοῦ ναοῦ, στὸν ἱερὸ τόπο ὅπου τελοῦνται τὰ μυστήρια, ὑποβάλλοντάς τον στὸν τρίτο πειρασμό: «Ἂν εἶσαι υἱὸς τοῦ Θεοῦ ρίξε τὸν ἑαυτό σου κάτω». Ὁ πειρασμὸς στοχεύει εὐθέως στὴν ἴδια τὴν θεϊκὴ προέλευση τοῦ Χριστοῦ. Τὸν καλεῖ νὰ δείξει ὅτι εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ μπροστὰ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Πρὸς τοῦτο χρησιμοποιεῖ ἕνα χωρίο ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς (90, 11-12): «Οἱ ἄγγελοι θὰ σὲ σηκώσουν στὰ χέρια καὶ δὲν θὰ σκοντάψει τὸ πόδι σου σὲ πέτρα». Ἡ ρήση αὐτὴ θυμίζει τὰ λόγια του Ἰησοῦ γιὰ τὸν λίθο ποὺ ἀποδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες καὶ ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας. «πᾶς ὁ πεσὼν ἐπ᾿ ἐκεῖνον τὸν λίθον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν.» (Λουκ. 20, 17-18). Λόγος ποὺ συμπληρώνει τὴ ρήση τοῦ Ἠσαΐα (18, 16): «Ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβαλῶ εἰς τὰ θεμέλια Σιὼν λίθον πολυτελῆ ἐκλεκτὸν ἀκγογωνιαῖον ἔντιμον εἰς τὰ θεμέλια αὐτῆς, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῆ». Γιὰ ὅσους πιστεύουν ὁ λίθος θὰ γίνει ἀσάλευτο θεμέλιο. Ὅσοι δὲν πιστεύουν πέφτοντας πάνω του θὰ τσακιστοῦν.

Ὁ Ἰησοῦς ἀρνεῖται νὰ ἐπιδείξει τὴν θειότητά του στὸ θέατρο τοῦ κόσμου, ἀπαντώντας πάλι μὲ μία φράση τοῦ Δευτερονομίου (6, 16). Στὸ γεγονὸς στὸ ὁποῖο κάνει μνεία τὸ Δευτερονόμιο ἀναφέρεται ὁ Ψαλμὸς 94 (7-11), καὶ τὸν ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ (3,7-10). Εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ «παραπικρασμοῦ», τοῦ πειρασμοῦ στὴν ἔρημο. Στὴν ἔρημο ὅπου οἱ Ἰουδαῖοι ἀμφισβήτησαν τὸν Θεὸ καὶ τὰ ἔργα του, ὁ Ἰησοῦς ἀποκρούει τὸν πειρασμό. Τὰ λόγια τοῦ διαβόλου ἀποτελοῦν μία προσβολή, μία λεκτικὴ ἐπίθεση, προκειμένου νὰ βλαφτεῖ ἡ ἐνδιάθετη θεία πνοὴ ποὺ ἐνυπάρχει σὲ κάθε ἄνθρωπο. Προτείνει στὸν Ἰησοῦ τὴν πλατιὰ λεωφόρο ὅπου ὑποτίθεται πὼς κανένα ἐμπόδιο δὲν θὰ ὑπάρξει στὸ δρόμο του.

Ἡ στάση τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Οἱ ἀπαντήσεις του προέρχονται ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, δὲν ξεκινοῦν ἀπὸ δικές του ἰδέες. Δὲν στέκει ἀπέναντι στὸν πειρασμὸ ὡς ἄτομο, ἔστω διακεκριμένο. Μπαίνει ἐξ ὁλοκλήρου στὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συνδέεται μὲ τὸν Θεό, δείχνοντας ταυτόχρονα καὶ τὴ θεϊκή του προέλευση. Ἡ θειότητα τοῦ Ἰησοῦ ἐκφράζεται διὰ τῆς ταπεινοφροσύνης.

Νὰ ἀκούσει κανεὶς τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ σημαίνει νὰ ἀπεκδυθεῖ κάθε αἴτημα ἰσχύος, ὅπως καὶ κάθε ἰδεολογικὸ προσανατολισμό. Ὁ Χριστὸς δὲν ζητᾶ νὰ ἀκολουθήσουμε κάποιους κανόνες ἀλλὰ νὰ ἐνωτιστοῦμε τοὺς λόγους του. Ἀρνούμενος νὰ τὸν ἀκούσει ὁ κόσμος σφυρηλατεῖ ἕνα πεπρωμένο ἀδυσώπητο, καὶ κανένας θεὸς δὲν θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γι’ αὐτό. «Ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μου ἐστὲ καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. 8, 31-32). Ἡ ἐλευθερία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων του καὶ δὲν ἀποτελεῖ μία ἀφηρημένη ἔννοια, στὴν ὁποία ὁ καθένας μπορεῖ νὰ δίνει ὅποιο περιεχόμενο θέλει. Ἡ ἀλήθειά τους μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὰ δεσμὰ ποὺ σφυρηλατεῖ ἡ ἐκπληρωμένη ἢ ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία, δοκιμάζοντάς μας σ’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε ἢ νομίζουμε πὼς εἴμαστε.

«Καὶ συντελέσας πάντα πειρασμὸν ὁ διάβολος ἀπέστη ἀπ’ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ».

Έναρξη του Τριωδίου: Η Μετάνοια


untitled
Ο μακαριστός ιεροκήρυκας π. Ευσέβιος Βίττης σε μια άκρως διδακτική Ομιλία του, κατά την αρχή του Τριωδίου, με θέμα τη Μετάνοια. Ο σεβαστός πατέρας εξηγεί τι είναι το Τριώδιο και ποιο είναι το μήνυμα που μας δίνει. Αντιδιαστέλλει το κοσμικό από το πνευματικό τριώδιο, διευκρινίζοντας ότι το Πνευματικό Τριώδιο αποτελεί ουσιαστικά μια πρόσκληση της Εκκλησίας μας για Μετάνοια. Ακολούθως, ερμηνεύει τη σημασία της Μετάνοιας και παραθέτει τα Χαρακτηριστικά της. Αναφέρεται ακόμη στην επανόρθωση της σχέσης του ανθρώπου με το Θεό, στη συντριβή και την υποταγή του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού. Τονίζει, επίσης, την κεντρική σημασία που παίζει το μυστήριο της εξομολόγησης στο ζήτημα της Μετανοίας και η υπενθυμίζει πως η πραγματική Μετάνοια επιβάλλει πρακτική άσκηση των χριστιανών. Επεκτείνοντας τη σκέψη του, τέλος, αναφέρεται και στη Νηστεία, ως ένα είδος συσταυρώσεως με το Χριστό, αντιπαραβάλλοντάς την με τη διαφθορά της ευμάρειας. Ακούστε την ομιλία:

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...