Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2013

Θα'ρθουν δύσκολοι καιροί (Γέροντας Πορφύριος)

Την άνοιξη του 1985, (αφηγείται η Γερόντισσα Θεοδοσία)


(Ιερά Μονή των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων)
ευρισκόμενη εις την Μονήν των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων

, μία νύχτα περίπου 2.302 πρωινή, άκουσα λίγο πιο πέρα από το παράθυρο του 
κελλιού μου, στην αυλή της Μονής, κάποιον να σκάβει. 
Για να βεβαιωθώ, έσβησα το φως του κελλιού μου και κοίταξα από το παράθυρο. 
Είδα ότι αναβόσβηνε ένας φακός. 
Τότε έκανα μία προσευχή στους θαυματουργούς Αγίους μας να μας προστατεύσουν. 
Ήλεγξα τα παράθυρα και τις σαθρές πόρτες προς την αυλή της ερειπωμένης Μονής, 
μήπως εισχωρήσουν στο εσωτερικό της, και αφού διεπίστωσα ότι επικρατούσε ησυχία 
στο χώρο αυτό, επέστρεψα στο κελλί μου.
Το πρωΐ είχαμε μία ιδιωτική λειτουργία. 

Την ώρα πού ετοιμαζόμουν να πάω στην Εκκλησία, ώρα 5.552 πρωινή, 
χτύπησε το τηλέφωνο. 
Σκέφτηκα μήπως κάποια πονεμένη ψυχή έχει κάποιο πρόβλημα
 - κάτι άλλωστε πού συνέβαινε συχνά - και σήκωσα το τηλέφωνο.
 Προς μεγάλη μου έκπληξη άκουσα:
- «Άκου παιδάκι μου, είμαι ο Γέροντας Πορφύριος. 

Μη βγεις έξω που ακούς και σκάβουν, θα σε χτυπήσουν. 
Διαβολεμένοι άνθρωποι γυρίζουν στο Μοναστήρι σου».
- Τον ερωτώ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρήκαν τίποτα;»
- Απαντά: «Όχι παιδάκι μου, τα έχουν πάρει άλλοι νωρίτερα».
- Τον ερωτώ πάλι: «Γέροντα έχετε έλθει στο Μοναστήρι μας;»
- Μου απαντά: «Όχι παιδάκι μου, αλλά τώρα είμαι εκεί. Ρώτα με ότι θες».
Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από το λόγο του αυτό, τον ρώτησα για την ιστορικής 

σημασίας σπηλιά του Μοναστηριού μας ...;
...; - Με ερωτά: «Ποια σπηλιά; Γιατί είναι δύο σπηλιές κοντά σας. 

Αυτή πού κάθισαν οι πρώτοι μοναχοί;»
- Του απαντώ: «Ναι Γέροντα».
Μου λέει:
«Καλό είναι, παιδάκι μου, να το κάνης αυτό, γιατί η σπηλιά είναι αγιασμένη.

 Αλλά θα σε αφήσουν οι χωρικοί; Θα αντιδράσουν».
Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι, χωρίς να μιλάω από την έκπληξη μου,

 γιατί μου μιλούσε για γεγονότα.
Ας σημειωθεί ότι όντως υπάρχουν δύο σπηλιές, αλλά εμείς δεν την είχαμε

 δει τη δεύτερη σπηλιά, καίτοι είχαμε εγκατασταθεί στη Μονή περισσότερο 
από ένα χρόνο.
 Μας το είχαν πει όμως οι βοσκοί της περιοχής, ότι υπάρχει και δεύτερη σπηλιά.
Την ώρα λοιπόν που είχα μείνει αμίλητη με το ακουστικό στο χέρι, 

ακούω το Γέροντα να μου λέει: «Ψάρια, Γερόντισσα, Ψάρια!».
- Τον ερωτώ: «Τι ψάρια, Γέροντα;»
- «Παιδάκι μου», μου λέει, «το νερό από τους κούτουλες δεν είναι κατάλληλο 

για ψάρια; Βάλε λοιπόν ψάρια να φάει ο κόσμος. Θα 'ρθούν δύσκολοι καιροί!».
Και όντως, όταν είχαμε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι, εξήτασα στο Χημείο των

 Πατρών το νερό, που τρέχει άφθονο από τους δύο κούτουλες (πηγή) στην 
αυλή της Μονής, αν είναι πόσιμο και παράλληλα αν είναι κατάλληλο για ψάρια, 
ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της Μονής και των φιλοξενουμένων προσκυνητών της.
 Όντως το νερό απεδείχθη καθαρό και κατάλληλο για ιχθυοτροφείο ...; (από τις σελ. 60, 62).
Την παρουσία του Γέροντα (Πορφύριου) την αισθανόμεθα έντονα, γιατί 

σε κάθε δίλημμα μας εκείνος επικοινωνούσε μαζί μας και μας έδινε λύση.
 Μια φορά, μου είχε πει τηλεφωνικώς:
- «Παιδάκι μου, έχεις μεγάλο αγώνα, αλλά μη φοβάσαι, εγώ κάθε βράδυ κάνω

 μαζί σας προσευχή».
Ας σημειωθεί ότι με τον Γέροντα δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ούτε τον είχα δει ποτέ,

 μόνον είχα ακούσει για το προορατικό του χάρισμα από άλλους, 
ούτε ποτέ είχα τηλεφωνικώς επικοινωνήσει μαζί του. Απόρησα λοιπόν.
 Πώς ήξερε εμάς και τα προβλήματα μας; Πού βρήκε το τηλέφωνο μας;
Για το λόγο αυτό πήρα τηλέφωνο μία ηγουμένη άλλου Μοναστηριού, πού γνώριζε 

τον Γέροντα, και την ρώτησα: «Μήπως, Γερόντισσα, δώσατε τον αριθμό του τηλεφώνου 
μας στον Γέροντα Πορφύριο;» 
Μου απαντά: «Είναι ανάγκη να του τον δώσω; Το μυαλό του πατρός Πορφυρίου 
είναι τηλεόραση».
Κάποτε επεσκέφθην με μερικές αδελφές της Μονής μας ένα άλλο Μοναστήρι.

 Ο Γέροντας Πορφύριος, επειδή υπήρχε ένα επείγον και σημαντικό θέμα, πήρε εκεί
 τηλέφωνο, με ζήτησε και μου είπε:
«Παιδί μου, τους πέντε ανθρώπους πού θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες για

 τα όρια της Μονής σας, να τους αφήσεις να προσέλθουν στο δικαστήριο. 
Πρέπει να ακουστεί η αλήθεια και να υπερασπισθείς ό,τι ανήκει στη Μονή, 
γιατί θαρθούν δύσκολοι καιροί και ο κόσμος θα χρειασθεί φροντίδα 
από τα Μοναστήρια».
Πραγματικά, πέντε γηραιοί άνθρωποι, πού ήσαν ευγνώμονες στο Μοναστήρι,

 μου ζητούσαν επιμόνως να πουν την αλήθεια σε μια αδικία πού είχε γίνει εις
 βάρος της Μονής. 
Έτσι κι έγινε και η Μονή δικαιώθηκε. Από τις σελ. 63, 64


Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ


πηγ'η

Η διαλεκτική του Τριωδίου


Πρέπει κάποτε τα κείμενα της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας να φύγουν από τα χέρια των ειδικών θεολόγων και να εισέλθουν στην πνευματική ζωή του έθνους μας, ισότιμα με όλα τα άλλα κείμενα που έχουν ή θεωρούνται πως έχουν παιδευτική αξία. Όταν εισέλθουν όλα στην ζωή του Έθνους, θα μεταμορφώσουν όχι μόνο την πνευματική ζωή μας και θα ανασυνθέσουν την κλίμακα των αξιών της, αλλά και θα διαμορφώσουν διαφορετική από ό,τι έως τώρα την προσωπικότητα του Έλληνα. Έχει ειπωθεί πολλές φορές έως τώρα, αλλά δεν θα είναι άσκοπο να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, ότι τα παιδευτικά στοιχεία που τρέφουνε τον σημερινό Ελληνισμό έχουν διαμορφωθεί άσχετα από την παράδοση του έθνους, από εντελώς τυχαίες και επεισοδιακές επιδράσεις.
Η σύνθεση του Τριωδίου με έχει απασχολήσει από χρόνια. Ολόκληρο αυτό το οικοδόμημα από περικοπές Ευαγγελικών και Αποστολικών κειμένων, από ύμνους και από προσευχές έχει μια θαυμαστή ενότητα και είναι ατύχημα που δεν αποτελεί ένα σταθερό και μόνιμο βίωμα της ζωής μας, είτε μέσα από την εκκλησιαστική προβολή της, είτε μέσα από μελέτες για τη σύνθεση και την αποστολή του. Η αλήθεια είναι ότι δεν λείπουνε τα μελετήματα με θέμα το Τριώδιο και θα πρέπει να αναφέρω εδώ ξεχωριστά τη μελέτη του κ. Ευαγγέλου Θεοδώρου «Η μορφωτική αξία του ισχύοντος Τριωδίου» (Αθήνα, 1958) και δυό – τρία άλλα μικρά ή μεγάλα δημοσιεύματα. Αλλά και το βιβλίο του κ. Θεοδώρου, όπως και ό,τι άλλο έχει γραφεί έως τώρα, είναι γραμμένα μόνο για ειδικούς θεολόγους και γι’ αυτόν ή για διαφόρους άλλους λόγους δεν έχουν απηχήσει σε ευρύτερο κοινό. Εξ άλλου και η ίδια η κατανόησή του από την προβολή του στην εκκλησία είναι δύσκολη, γιατί προϋποθέτει πολλές ελεύθερες ώρες, γνώση του συνδέσμου των τμημάτων του, του ενός με το άλλο, και φυσικά, ψυχική προετοιμασία. Όχι ως θεολόγος, ούτε καν ως μέλος της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά απλώς ως φιλομαθής αναγνώστης αισθάνομαι ότι πρέπει να πω πόσο χάνουμε όλοι μας, που δεν έχουμε γευθεί κάτι από το βαθύ και συγκλονιστικό πνευματικό περιεχόμενό του. Σκέπτομαι πόσες πολλές μελέτες γράφονται κάθε χρόνο για τα μεγάλα έργα του πνεύματος, για τον Όμηρο, για την αρχαία τραγωδία, για την Θεία Κωμωδία, για τον Φάουστ, και πόσο έχουν αδικηθώ τα ορθόδοξα ελληνικά εκκλησιαστικά κείμενα που δεν έχουν ως τώρα ξεφύγει από τα χέρια των ειδικών, των θεολόγων ή των βυζαντινολόγων. Το Τριώδιο, για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα, ως σύνθεση αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά δημιουργήματα.
en-kymvalois-alalagmos
Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι η σημερινή μορφή του Τριωδίου πέρασε από πολλές αλλαγές και σχηματίσθηκε από στοιχεία που έχουν προστεθεί κατά διάφορες εποχές, σε διάφορα μέρη, με την πρωτοβουλία διαφόρων εκκλησιαστικών παραγόντων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι δεν υπήρξε ποτέ —και ούτε τώρα υπάρχει— ένας ενιαίος τύπος Τριωδίου — τουλάχιστον ούτε στα διάφορα χειρόγραφα του παρελθόντος, ούτε και στην πρακτική εφαρμογή του σήμερα εμφανίζεται με την ίδια πάντοτε μορφή• Αυτή όμως η ποικιλία είναι μία από τις μεγάλες αρετές του, γιατί δείχνει ότι δεν είναι μια τελειωμένη σύνθεση, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός, που πάντοτε ανανεώνεται, μετασχηματίζεται και αλλάζει ανάλογα με τις εποχές, με τους τόπους και με τους ανθρώπους. Τώρα τελευταία βέβαια έχει πια κατά κάποιο τρόπο αποκρυσταλλωθεί, με την έννοια ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια χωρίς να εισαχθεί καινούριο στοιχείο και χωρίς να συζητηθεί η ενδεχόμενη ανάγκη τροποποιήσεων και οι μόνες αλλαγές που υφίσταται είναι συντμήσεις που κάνουνε οι ιερείς για λόγους ευκολίας. Αυτή τη διαπίστωση θα την ερμηνεύσει κανείς αν την συνεξετάσει μέσα στο γενικό πλαίσιο του χαράκτηρος της νεοελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας. Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι η υμνογραφία της Εκκλησίας, μας δεν πλουτίζεται τώρα με νέα στοιχεία, όπως και όσο πλουτιζότανε άλλοτε.
Πάντως -και αυτό πρέπει να τονιστεί αμέσως από την αρχή- οι διάφορες παραλλαγές του Τριωδίου και οι τροποποιήσεις από τις οποίες διήλθε δεν έθιξαν ποτέ το βασικό χαρακτήρα του. Όπως είχε διαμορφωθεί αρχικά. Τί ακριβώς σημαίνει αυτό το «αρχικά» είναι δύσκολο να το εξηγήσει κανείς, γιατί το σημερινό Τριώδιο, ενώ εκφράζει ένα πνευματικό χριστιανικό ήθος παλαιότατο, έχει πάρει την σημερινή μορφή του από τον δέκατο αιώνα και πέρα, όπως έχει διαπιστωθεί από τους μελετητές του. Η δική μου υπόθεση είναι ότι η σημερινή μορφή του πρέπει μάλλον να αναχθεί στην εποχή του Φωτίου, αλλά το θέμα μου δεν είναι τώρα αυτό και ίσως δεν θα μπορούσα εύκολα να αποδείξω την χρονολόγηση αυτή αν δεν ανακινήσω το όλο θέμα της εποχής του Φωτίου. Για τώρα είναι αρκετό να υποσημειωθεί ότι το βασικό νόημα του Τριωδίου, που ανάγεται ήδη στον τέταρτο αιώνα, δεν μεταβλήθηκε ποτέ, παρά τις πολυποίκιλες και πολύμορφες προσθαφαιρέσεις κατά τη διάρκεια της μεγάλης ιστορίας του. Το νόημα αυτό το εκφράζει συνοπτικά η λέξη «διαλεκτική» και το περιγράφουν καλύτερα διατυπώσεις όπως «η πορεία προς τη σωτηρία», «από του θανάτου εις την ζωήν», «per aspera ad astra» και όσες άλλες παρόμοιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δηλώσουν την βαθμιαία άνοδο της ψυχής από τον χρόνο στην αιωνιότητα. Το Τριώδιο είναι η οδός την οποία πρέπει να περάσει ο άνθρωπος για να αξιωθεί να συμμετάσχει στο μεγάλο μυστήριο της σταυρώσεως και της αναστάσεως του υιού του Θεού. Με το Τριώδιο η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία μας διδάσκει ότι ο πιστός για να αξιωθεί το Πάσχα, πρέπει να περάσει από σκληρή κλιμακωτή πορεία. Της ανοδικής αυτής πορείας οι αναβαθμοί αρχίζουν με την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου που μαζί με τις άλλες, τις επόμενες Κυριακές, του Ασώτου και της Δευτέρας παρουσίας, αποτελεί μίαν ενότητα. Το θέμα στην ευαγγελική περικοπή του Τελώνου και του Φαρισαίου είναι ο αποκαθαρμός της ψυχής από τα πάθη της αλαζονείας και της επάρσεως με την μεταμέλεια και την ταπείνωση. Το ερμηνευτικό κείμενο που συνοδεύει τα κείμενα της πρώτης αυτής Κυριακής του Τριωδίου εξηγεί καθαρά ότι η αλαζονεία και η οίηση είναι που προκάλεσαν την έξωση από τους κόλπους του Θεού και ότι της επανόδου η οδός αρχίζει με την ταπείνωση: «εμφαίνει τοίνυν η παραβολή, μηδένα τινά επαίρεσθαι καν χρηστά πράττων ή, αλλ’ αεί ταπεινούσθαι και δείσθαι από ψυχής του Θεού καν τοις εσχάτοις κακοίς περιέπεσεν, ως ου πόρρω σωτηρίας εστί». Το ίδιο πνεύμα, φυσικά, εκφράζει και η περικοπή από την Β΄ επιστολή του αποστόλου Παύλου στον Τιμόθεο, που προηγείται της ευαγγελικής περικοπής ιδίως με την ρήση «πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον» και με την συμβουλή «μένε εν οίς έμαθες και επιστώθης ειδώς παρά τίνος έμαθες». Το ίδιο πνεύμα εκφράζουν και οι ύμνοι, μερικοί από τους οποίους είναι από τους καλύτερους που έχουν γραφή. Ο ποιητής αναγνωρίζει ότι είναι αμαρτωλός όπως ο Τελώνης, αλλά η ομολογία του είναι και μετάνοια, όπως ήταν και η ομολογία του Τελώνου. Στην πορεία λοιπόν προς το Πάσχα η ταπείνωση είναι ο πρώτος αναβαθμός, η πρώτη φάση της διαλεκτικής προς την αθανασία.
Το πνεύμα της αμαρτίας και της μετανοίας συνεχίζει και η Κυριακή του Ασώτου. Ο Άσωτος γίνεται τελικά ό,τι ήταν την ώρα της συντριβής του ο Τελώνης. Τη διαφορά όμως ανάμεσα στον Τελώνη και στον Άσωτο την επεξηγεί ωραία το ερμηνευτικό κείμενο της παραβολής του Ασώτου: υπάρχουν πολλοί που έχουν διαπράξει τόσες αμαρτίες στη ζωή τους, ώστε δεν ελπίζουν σε καμμιά δυνατότητα σωτηρίας και από απόγνωση διαπράττουν ακόμη πιο πολλές. Η απόγνωση αυτή καθ’ εαυτή, «ήτις γέννημα εστί της αλαζονείας » αποτελεί άλλη μιαν ακόμη αμαρτία. Γι’ αυτό οι άγιοι πατέρες «πρόρριζον το της απογνώσεως ανασπώντες πάθος και προς αρετής ανάληψιν διεγείροντες» επέλεξαν την περικοπή του Ασώτου. Με την ίδια πρόθεση επέλεξαν την περικοπή από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου, αν και η έξαρση εδώ δεν γίνεται τόσο για να τονιστεί η δυνατότης της σωτηρίας, όσο η βαρύτητα της αμαρτίας. Την έξαρση της σωτηρίας με την μετάνοια την αποδίδουν θαυμάσια όλοι οι ύμνοι. Στους περισσότερους από αυτούς μιλάει ο ίδιος ο Άσωτος που έχει ξεπεράσει την απόγνωση και στρέφεται με συντριβή και ελπίδα προς τον Σωτήρα.
Το Σάββατο προ της Απόκρεω και η Κυριακή της Απόκρεω αποτελούν μαζί μιαν ενότητα, γέφυρα ανάμεσα στις δύο πρώτες Κυριακές και στις ημέρες που θα ακολουθήσουν. Τα ερμηνευτικά κείμενα του Σαββάτου και της Κυριακής της Απόκρεω είναι φορτωμένα με πολλές έννοιες και με πολλά ιστορικά περιστατικά, αλλά βασικά ερμηνεύουν σωστά την θέση των δύο αυτών ημερών μέσα στο Τριώδιο. Και οι δυο αυτές ημέρες είναι πολυσήμαντες. Ένα από τα νοήματά τους είναι ότι ο άνθρωπος που γυρεύει την σωτηρία του, έχει συμπαραστάτη του την Εκκλησία, που δέεται μαζί του. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ένα τυχαίο γεγονός, ένας π.χ. αιφνίδιος θάνατος, δεν έδωσε στον αμαρτωλό τη δυνατότητα να εισέλθει στον δρόμο της σωτηρίας. Στο Σάββατο προ των Απόκρεω η Εκκλησία δέεται για όλους όσους έχουν φύγει από τη ζωή, και για όσους έγκαιρα αλλάξανε τρόπους ζωής και για εκείνους που ένα τυχαίο περιστατικό τους στέρησε από την ελπίδα της μετανοίας. Αλλά όλη αύτη η καλω¬σύνη, η φιλανθρωπία του Θεού και η φιλανθρωπία της Εκκλησίας, μπορεί να ξεγελάσουν την ευκολόπιστη ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος μπορεί να σκεφθεί ότι «φιλάνθρωπος έστιν ο Θεός, και όταν της αμαρτίας αναχωρήσω, ετοίμως έχω το παν ανύσαι». Μια τέτοια σκέψη μπορεί να καταστρέψει τα διδάγματα και από τον Τελώνη και από τον Άσωτο. Γι’ αυτό η Εκκλησία με την Κυριακή της Απόκρεω έρχεται να προφυλάξει τον πιστό από την παραίσθηση που θα μπορούσε να του δώσει η καλωσύνη του Σαββάτου προ της Απόκρεω. Γι’ αυτό και προβάλλει την Δευτέρα Παρουσία. Και πάλι εδώ, το ερμηνευτικό κείμενο είναι αρκετά περιπλεγμένο, αποδίδει πάντως σωστά το νόημα της ημέρας: Η Δευτέρα Παρουσία προβάλλεται για να τονισθεί όχι μόνο η φιλανθρωπία του Κυρίου, αλλά και η Δικαιοσύνη του, Δικαιοσύνη που εκτείνεται όχι μόνο στους ζώντες, αλλά και στους κεκοιμημένους. «Ταύτην την φοβεράν ημέραν ενταύθα κατέταξαν, ίνα διά του θανάτου και της προσδοκίας των εσομένων δεινών, φοβήσαντες τους αμελώς διακειμένους προς αρετήν επανάγωσιν, μη θαρρούντας εις το φιλάνθρωπον μόνον, αλλ’ αφοράν ότι και δίκαιος έστι Κριτής και αποδίδωσι εκάστω κατά τα έργα αυτού». Συνδεδεμένη με την έννοια της Δικαιοσύνης είναι και η έννοια ότι η ώρα της Κρίσεως είναι άγνωστη και συνεπώς ο πιστός πρέπει να είναι πάντα έτοιμος, γιατί δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει πότε θα παρουσιαστεί μπροστά στον Κριτή. Οι υμνογράφοι και των δύο αυτών ημερών που γνωρίζουν την ατέλεια της ανθρώπινης φύσεως, ζητούν την καλωσύνη, την ευσπλαχνία, τη συγγνώμη του Κυρίου. Η φοβερή ώρα της Κρίσεως γυρίζει διαρκώς στην ψυχή τους.
Θα ήταν λάθος αν ζητούσαμε να ερμηνεύσουμε τα κείμενα που ακολουθούν την Κυριακή της Απόκρεω έως την επομένη Κυριακή της Τυροφάγου, ως κείμενα που εξαίρουν την σημασία της νηστείας. Όπως φαίνεται από τις περικοπές, από τους προφήτες και από τους ύμνους του Σαββάτου της Τυρινής η «νηστεία» για την οποία μιλούν οι υμνογράφοι πρέπει να ερμηνευθεί ευρύτερα, ως υποταγή της σαρκός στις εντολές του πνεύματος. Δεν θα είχε αλλιώς νόημα η μνεία της μεγάλης σειράς των αγίων, όσιων και μαρτύρων. Αποτελούν παραδείγματα όχι απλώς επειδή ετήρησαν «νηστείαν», αλλά επειδή αν και πλασμένοι και αυτοί από την ιδίαν ύλη, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, αν «και αυτοί της αυτής ημίν φύσεως εκοινώνησαν», μπορούν να προβάλουν τον βίο τους ως «υπογραμμόν τινα και οδηγόν» και να στηρίξουν έτσι τον άνθρωπο που αγωνίζεται. Τα αποτελέσματα της ψυχικής ραθυμίας, γενικά της «παραβάσεως» της θεϊκής εντολής τα παρουσιάζει η Κυριακή της Τυροφάγου, που καλύτερα θα ήταν να ονομάζεται πάντοτε με το πραγματικό της όνομα, «Κυριακή του απολεσθέν¬τος Παραδείσου». Με την Κυριακήν αυτήν ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος της Διδαχής, με μια σειρά από θεμελιώδεις έννοιες που κυριαρχούν από την αρχή έως το τέλος —την μετάνοια του ανθρώπου, την συγγνώμη του Θεού, την απειλή της Δευτέρας Παρουσίας και την έξωση των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Ο πιστός κατά τις τέσσερις αυτές Κυριακές και τις συνδεδεμένες με αυτές ημέρες περνάει αδιάκοπα από τον φόβο στην ελπίδα και καταλαβαίνει ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος η καταστροφή του ή η σωτηρία του είναι έργο δικό του, είναι αποτέλεσμα του βίου του. Η συγγνώμη του Θεού έχει τα όριά της, πέρα από τα οποία αρχίζει η αδέκαστη Δικαιοσύνη του.
Έχουμε τώρα πια διδαχτεί πώς πρέπει να ζούμε και τί μας περιμένει ανάλογα με τον βίο μας. Από εδώ και πέρα, καθώς φωτισμένοι από όσα ακούσαμε, πλησιάζουμε το Πάσχα και αγωνιζόμαστε να αξιωθούμε την Ανάσταση του Κυρίου και μαζί τη δική μας Ανάσταση, η Εκκλησία έρχεται να μας συμπαρασταθεί με όλο το πνευματικό μεγαλείο της. Τώρα πια δεν θα μας θυμίσει τον Φαρισαίο και τον Άσωτο, την Δευτέρα Παρουσία και τον χαμένο Παράδεισο. Θα έλθει κοντά μας για να μας παρασταθεί, να μας ενισχύσει , να μας ενθαρρύνει. Αυτό το νόημα έχει η πρώτη Κυριακή, της Ορθοδοξίας, η δευτέρα Κυριακή, της μνήμης του Γρηγορίου Παλαμά, η τρίτη, της Σταυροπροσκυνήσεως, η τέταρτη του Ιωάννου της Κλίμακος και η πέμπτη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Στον αγώνα του ο πιστός ενισχύεται από την Ιστορία και τα διδάγματα της Ορθοδοξίας, από το παράδειγμα του Γρηγορίου Παλαμά, από τη δύναμη του Σταυρού, από τη διδαχή του Ιωάννου της Κλί-μακος και από το παράδειγμα της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η Εκκλησία με τους αγώνες της εναντίον των αιρέσεων, μορφές μεγάλες ασκητών και διδασκά¬λων, η χάρις του Σταυρού, όλα μαζί μας συμπαραστέκουν και μας βοηθούν για να αξιωθούμε τη χάρη της Αναστάσεως.
Αλλά ο άνθρωπος φέρνει πάντα το στίγμα του προπατορικού αμαρτήματος και όσο πρόθυμος αν είναι για να εισέλθει στον νυμφώνα του Κυρίου το ένδυ-μά του, η σάρκα του και η ζωή του δεν του το επιτρέπουν. Τώρα πια έχει θελήσει, με όλη της ψυχής του τη δύναμη, να εισέλθει στον νυμφώνα. Τα παραδείγματα του Φαρισαίου και του Ασώτου από τη μια μεριά και από την άλλη του Γρηγορίου Παλαμά του Ιωάννου της Κλί¬μακος και της Οσίας Μαρίας της Αι¬γυπτίας· ο φόβος για την μεγάλη ώρα της Κρίσεως, ο πόνος για το χαμένο Παράδεισο, η χάρη του Σταυρού και η Διδαχή του Συνοδικού της Ορθοδοξίας του έχουν ανοίξει τα μάτια. Γνώριζε τί θέλει, αλλά και γνωρίζει ότι δεν αρκεί το τί θέλει. Έχει όμως για άλλη μια φορά την συμπαράσταση της Εκκλησίας. Την Μεγάλη Τετάρτη αφού πρώτα τον διδάξει με την ιστορία της παραστρατημένης γυναίκας, θα του προσφέρει το θείο μύρο και θα τον καθαρίσει έτσι για να μπορέσει από εδώ και πέρα να παρακολουθήσει το Θείο Δράμα, από τον Μυστικό Δείπνο έως την Ανάσταση. Θα παρακαθίσει και αυτός στον Δείπνο, θα ανεβεί με τον Κύριο στο Όρος για να προσευχηθεί, θα σταυρωθεί μαζί του και όταν έλθει η μεγάλη ώρα, θα αναστηθεί και αυτός μέσα στο φως και στην αίγλη της αιωνιότητας, θα αναστηθεί και αυτός -μόνο αν είχε τη δύναμη να διδάσκεται από όσα τον εδίδασκε η Εκκλησία με τη θαυμάσια σύνθεση του Τριωδίου.
Ελπίζω ότι δεν είπα τίποτα πρωτότυπο με όσα έγραψα. Για τα ιερά κείμενα δεν πρέπει να λέει κανείς τίποτε πρωτότυπο. Αρκεί και πρέπει να τα καταλαβαίνει σωστά. Και ασφαλώς δεν μπορεί να τα καταλάβει αν δεν έχει ζήσει μαζί τους και αν δεν έχει ωφεληθεί από όσα διδάσκουνε. Το Τριώδιο έχει πολλά φιλολογικά προβλήματα. Όσο κανείς το μελετάει, τόσο και βλέπει τις δυσκολίες που υπάρχουνε. Αλλά η διαλεκτική του είναι σαφής —μια διαλεκτική της ψυχής που μορφώνεται βαθμιαία καθώς ανεβαίνει σκαλοπάτι, σκαλοπάτι τον δρόμο προς την Ανάσταση. Με την τρέχουσα σημασία, της η διαλεκτική είναι θέση, αντίθεσης και σύνθεσης. Θέση, αντίθεσης και σύνθεσης χαρακτηρίζουν και το Τριώδιο. Δεν είναι όμως σαν τις λογικές κατασκευές των φιλοσόφων. Θέση είναι ο Παράδεισος, αντίθεση είναι ο Αδάμ και η Εύα και σύνθεση είναι ο μετανοών και υποστηριζόμενος από τη Θεία Χάρη χριστιανός. Το σχήμα αυτό κυριαρχεί από την αρχή έως το τέλος του Τριωδίου. Το σχήμα αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμά του. Το σχήμα αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα του Χριστιανισμού.
 (Βασ. Λαούρδας)
(«Χριστιανικό Συμπόσιον. Γ΄», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Κολλάρου και Σία Α.Ε., σ.147-151)

Ποιος έφτιαξε τον Θεό;


Ένας νέος πήγε σ ‘ έναν σοφό γέροντα και τον παρακάλεσε θερμά
-Πώς είναι ο Θεός;Υπάρχει Θεός; Ειπέ μου, σε παρακαλώ! Εσύ το πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;
-Και βέβαια το πιστεύω, του απάντησε ο γέροντας.
-Και ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πιστεύεις κι αυτό;
-Και βέβαια, το πιστεύω.
-Και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;
-Εσύ, του απάντησε σοβαρά και ξερά ο γέροντας.
Ο νεαρός σοκαρίστηκε με την απάντηση του γέροντα.
Τον ρώτησε και πάλι λοιπόν:
-Γέροντα, εγώ σε ρωτάω σοβαρά, του είπε. 
Κι εσύ μου λες πως εγώ έφτιαξα το Θεό.
-Μα κι εγώ σοβαρά σου μιλάω, του απάντησε ο γέροντας.
 Πολύ σοβαρά. Και πρόσεξε γιατί. 
Εσύ μ’ όλ’ αυτά που με ρωτάς, δείχνεις πως δεν ψάχνεις να βρεις
 το Θεό όπως είναι.
 Εσύ ψάχνεις να βρεις έναν Θεό όπως τον θέλεις εσύ, 
όπως τον φαντάζεσαι εσύ, κομμένον στα μέτρα σου. 
Αυτόν τον Θεό λοιπόν θα τον έχεις φτιάξει εσύ.
 Δεν θα είναι ο αληθινός Θεός. Και πρόσθεσε ο άγιος αυτός γέροντας:
-Ψάξε να βρεις τον αληθινό Θεό, παιδί μου. 
Να Τον δεχτείς όπως είναι. 
Μην Τον θέλεις όπως εσύ τον φαντάζεσαι. 
Προσπάθησε να γίνεις εσύ όπως σε θέλει ο Θεός. 
Προσπάθησε να Τον καταλάβεις όπως είναι. 
Και ν’ αγαπήσεις το θέλημά Του, όπως είναι.

Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης:Περὶ ταπεινώσεως


Ὅποιος ἔχει τήν ταπείνωση μιμεῖται τόν ἴδιο τόν Χριστό. Οὐδέποτε παρεκτρέπεται, οὔτε κατακρίνει, οὔτε ὑπερηφανεύεται. Τίς ἐξουσίες ποτέ δέν τίςἐπιθυμεῖ. Ἀποφεύγει τίς τιμές τῶν ἀνθρώπων. Δέν φιλονικεῖ γιά κανένα πράγμα τοῦ κόσμου τούτου!
Δέν ἔχει παρρησία, ὅταν ὁμιλῆ, καί δέχεται πάντοτε τίς συμβουλές τῶν ἄλλων.Ἀποφεύγει τά ὡραῖα ἐνδύματα, καί ἡ ἐξωτερική του ἐμφάνιση εἶναι ἁπλή καί ταπεινή.
Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπομένει ἀγόγγυστα ταπεινώσεις καί ἐξουδενώσεις, πάρα πολύ ὠφελεῖται. Γιά τοῦτο, ὄχι νά λυπῆσαι, ἀλλά ἀπεναντίας νά χαίρεσαι γι’ αὐτά, πού ὑποφέρεις. Κερδίζεις ἔτσι τήν πολύτιμη ταπείνωση, μέ τήν ὁποία σώζεσαι.
«Ἐταπεινώθην καί ἔσωσέ με (ὁ Κύριος)» (Ψαλμ. Ριδ΄ 6). Αὐτή τή ρήση πρέπει νά τήν ἔχωμεν πάντοτε κατά νοῦν.
Δέν ὠφελεῖ νά λυπῆσαι, ὅταν σέ κατηγοροῦν. Ἡ λύπη στίς περιπτώσεις αὐτές σημαίνει ὅτι ἔχεις κενοδοξία. Ἐκεῖνος, πού θέλει νά σωθῆ, ὠφείλει νά ἀγαπᾶ νά τόν καταφρονοῦν, διότι ἡ καταφρόνηση φέρνει τήν ταπείνωση. Καί ἡ ταπείνωσηἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό πλῆθος πειρασμῶν.
Ποτέ σου μή ζηλέψης, μή φθονήσης, μή ἐπιθυμήσης δόξες, μή ποθήσηςἀξιώματα. Πάντα νά ἐπιδιώκης νά ζῆς στήν ἀφάνεια. Σέ συμφέρει νά μή σέ ξέρειὁ κόσμος, γιατί ὁ κόσμος εἶναι πλάνος. Μέ τά κενόδοξά του λόγια καί τίς μάταιες παρακινήσεις του μᾶς πλανᾶ καί μᾶς βλάπτει πνευματικά.
Ὁ σκοπός εἶναι νά κατορθώσης νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωση. Νά εἶσαιὑποκάτω πάντων. Νά θεωρῆς πώς τίποτε δέν κάνεις ἄξιο γιά τή σωτηρία σου,ἀλλά νά παρακαλῆς τό Θεό νά σέ σώση μέ τήν εὐσπλαχνία του.
Ἡ ταπείνωση μαζί μέ τήν ὑπακοή καί τή νηστεία γεννοῦν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ,καί εἶναι αὐτός ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἡ ἀρχή τῆς ἀληθινῆς σοφίας.
Ὅτι πράττεις νά τό πράττης μέ ταπείνωση, γιά νά μή ζημιώνεσαι ἀπό τά καλά σου ἔργα.
Μή νομίζης ὅτι μόνο ὅποιος ἐργάζεται πολύ ἔχει τόν μισθό.
Ὅποιος ἔχει τήν προαίρεση νά κάνη τό καλό καί ἔχει συνάμα τήν ταπείνωση,αὐτός, ἔστω καί ἄν δέν μπορῆ νά φέρη εἰς πέρας πολλή ἐργασία, ἔστω καί ἄν δένμάθη τέχνες, ὅμως δέν ἐμποδίζεται ἀπό τό νά σωθῆ.
Ἡ ταπείνωση κατορθώνεται μέ τήν αὐτομεμψία, μέ τό νά πιστεύης δηλαδή γιά τόν ἑαυτό σου ὅτι κανένα καλό οὐσιαστικά δέν ἔχεις. Ἀλίμονο σ’ ἐκεῖνον, πού νομίζει τίς ἁμαρτίες του μικρές. Αὐτός σίγουρα θά πέση σέ χειρότερες!
Αὐτός, πού ὑπομένει τίς ἐναντίον του κατηγορίες μέ ταπείνωση, πλησίασε τήν τελειότητα. Αὐτόν τόν θαυμάζουν ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι, γιατί καμμιά ἄλληἀρετή δέν εἶναι τόσο δυσκολοκατόρθωτη καί μεγάλη ὅσο ἡ ταπείνωση.
Ἡ πτωχεία, ἡ θλίψη καί ἡ καταφρόνηση εἶναι οἱ στέφανοι τοῦ μοναχοῦ. Ὅτανὁ μοναχός ὑπομένη ἀγόγγυστα τίς ὕβρεις, τίς συκοφαντίες, τήν καταφρόνηση,ἀπαλλάττεται εὔκολα ἀπό τούς αἰσχρούς λογισμούς.
Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀξιέπαινο τό νά ἀναγνωρίζης τήν ἀδυναμία σου ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι τό γνῶθι σαὐτόν. «Κλαίω καί κατανύσσομαι», λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ὅταν τό φῶς μοὶ λάμψη, καί ἴδω τήν πτωχείαν μου,καί γνῶ τό πῶς ὑπάρχω».
Ὅταν ἐννοήση κανείς τήν ψυχική του πτωχεία καί συνειδητοποιήση τό ποῦκαί σέ ποιό πράγματι ἐπίπεδο εὑρίσκεται, τότε, ὤ τότε! λάμπει μέσα στήν καρδία του τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, κι ἀρχίζει νά κλαίη. (Καί διηγούμενος αὐτά ὁ Γέροντας κατενύχθη καί ἄρχισε ὁ ἴδιος νά κλαίη).
Ἄν σοῦ πῆ ὁ ἄλλος «εἶσαι ἐγωιστής», νά μή σοῦ βαρυφαίνεται, οὔτε καί νάλυπῆσαι. Νά πῆς μέ τόν λογισμό σου «μπορεῖ νά εἶμαι καί νά μή τό καταλαβαίνω»! Ἐξ ἄλλου δέν πρέπει νά ἐξαρτώμεθα ἀπό τή γνώμη τῶν ἄλλων. Ὁκαθένας ἄς κοιτάζη τή συνείδησή του καί τά λόγια τῶν ἐμπείρων καί γνωστικῶν του φίλων, πρό πάντων ὅμως ἄς ζητῆ τή γνώμη τοῦ πνευματικοῦ του. Καί μέ αὐτά τά δεδομένα ἄς ρυθμίζη τήν πνευματική του πορεία.
Μοῦ γράφεις πώς δέν τά καταφέρνεις στόν ἀγώνα σου. Ξέρεις ἀπό ποῦπροέρχεται αὐτό. Ἐπειδή δέν ἔχεις ταπείνωση πολλή. Νομίζης ὅτι μέ τήν ἰδική σου δύναμη θά κατορθώσης κάτι. Ἐνῶ, ὅταν ταπεινωθῆς καί πῆς «μέ τή δύναμη τοῦ Ἰησοῦ, μέ τή βοήθεια τῆς Παναγίας καί μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά μου θά τό κατορθώσω ἐκεῖνο, πού θέλω», νά εἶσαι βέβαιος πώς θά τό κατορθώσης! Ἐγώ βέβαια δέν ἔχω τή δύναμη νά βάζω τέτοιες εὐχές, ἀλλά, ὅταν ἐσύ ταπεινωθῆς καί πῆς «μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά μου θά τό κάνω», τότε, γιά τήν ταπείνωσή σου,ἐνεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί θά τό κατορθώσης!
Στόν «ταπεινό καί ἡσύχιον» ἐπιβλέπει ὁ Θεός (Ἡσ. ξστ΄ 2), ἀλλά, γιά νά ἔλθη ἡπραότης, ἡ ἡσυχία, ἡ ταπείνωση, ἀπαιτεῖται κόπος. Μά ἐκεῖνος ὁ κόπος πληρώνεται! Γιά νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωση, κατά τή δική μου ἀντίληψη, δέν χρειάζονται τόσο, οὔτε οἱ πολλές μετάνοιες (γονυκλισίες), οὔτε οἱ πολλέςἐργασίες, ἀλλά πρό πάντων ὁ λογισμός σου νά κατεβῆ κάτω-κάτω, νά φθάση στόἐπίπεδο τῆς γῆς! Τότε δέν ἔχεις φόβο νά πέσης, γιατί εἶσαι χαμηλά. Κι ἄν ἀκόμη πέσης ἀπό τά χαμηλά, δέν θά πάθης τίποτε.
Τό κατ’ ἐμέ, ἄν καί βεβαίως, οὔτε πολλά διαβάζω, οὔτε καί κάνω τίποτε σπουδαῖο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιό σύντομη ὁδός γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.Ὁ Ἀββᾶς Ἡσαΐας λέγει: «Ἔθισον τήν γλῶσσαν σου τοῦ λέγειν συγχώρησον, καί ἡταπείνωσις ἐπελεύσεται ἐπί σέ». Μάθε τή γλώσσα σου νά λέγει, «συγχώρησέ με», κι ἄν ἀκόμη δέν τό λές μέ συναίσθηση, ὅμως λίγο λίγο θά συνηθίσης, ὄχι μόνο νά τό λέγης, ἀλλά καί νά τό νοιώθης μέσα σου!
Λέγουν οἱ Ἅγιοι ὅτι σύμφωνα μέ τήν καλή διάθεση, πού ἔχεις, πηγαίνοντας νά ζητήσης συγχώρηση, δηλαδή ἄν ἔχης ταπείνωση, θά φωτίση ἀνάλογα ὁ Θεός τόν ἄλλο, γιά νά ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπιζητούμενη συνδιαλλαγή. Ὅταν λ.χ. συντριβῆς καί πῆς μέ τόν λογισμό σου, «φταίω καί δέν τό καταλαβαίνω», μετά λίγο λίγο θά πῆς ὅτι «πράγματι φταίω». Καί, ὅταν βάλης στόν λογισμό σου ὅτι πράγματι φταίεις, θά ἀλλάξη μετά καί ὁ ἄλλος διάθεση.
Νά ζητῆς μέ ἐπιμονή ἀπό τόν Θεό νά σοῦ δωρήση τό χάρισμα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτομεμψίας καί ταπείνωσης.
Στήν προσευχή σου νά παρακαλῆς νά σοῦ δώση ὁ Κύριος τό χάρισμα νά βλέπης τά δικά σου ἁμαρτήματα μόνο καί νά μή δίδης σημασία στάἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. «Δός μοι, Κύριε, τό ὁρᾶν τά ἐμὰ πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου», λέγει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος.
Ὁ ταπεινός θεωρεῖ τόν ἑαυτό του «ὑποκάτω πάντων». Γι’ αὐτό τόν λόγο ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ, ὅλους τοὺς συγχωρεῖ καί πρό πάντων κανένα δέν κατηγορεῖ.

"ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ΟΧΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ''


πηγή



ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΣΙΓΟΥΡΑ
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ 



ΕΝΑΣ ΠΙΣΤΟΣ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΠΑΙΔΙ ΤΟΥ Π.ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ,
 ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, 
ΕΝΙΩΘΕ ΣΥΧΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ, ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟΝ 
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΣΤΗΝ "ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ" 
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ...
ΕΥΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ 
ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ, ΜΑΤΑΙΑ 
ΟΜΩΣ ΑΦΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΡΙΖΟΤΑΝ ΤΗΝ 
ΚΑΤΑΝΥΞΗ ΠΟΥ ΕΝΙΩΘΕ, ΟΥΤΕ ΘΕΛΗΣΕ ΠΟΤΕ ΝΑ ΓΕΥΣΤΕΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ...
ΟΤΑΝ ΖΗΤΗΣΕ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΙΣ ΒΑΘΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΑΛΛΑ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΤΟΝ ΔΙΕΚΟΨΕ:
"ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΙΩΝΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΕ ΓΕΜΙΖΕΙ ΟΤΑΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;"
Ο ΠΙΣΤΟΣ ΞΑΦΝΙΑΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΟΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ...
"ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΝΑ ΛΥΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΣΟΥ;
ΝΑ ΧΑΙΡΕΣΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΕΙΣ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ..."

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕ ΤΗΝ "ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΙΡΗΝΗ", ΣΑΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΟΛΕΣ ΜΑΣ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ...
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΥΤΗΝ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΝΑ ΕΜΠΝΕΕΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ, ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΗΡΕΜΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΩΙΣΜΟ ...
ΣΗΜΕΡΑ ΟΜΩΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΓΥΡΩ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΞΕΘΩΡΙΑΣΜΕΝΟΥΣ, ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ, ΝΑ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΣΜΙΚΗ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ, ΣΥΧΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΙΟ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΣ!!
ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ ΑΦΟΥ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΡΥΒΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ, ΜΥΣΤΙΚΟ, ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ, ΠΟΛΥΤΙΜΟ, ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΕ ΕΜΑΣ!!
ΜΕΣΑ Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΣΥΝΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΖΥΜΩΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ''ΑΓ.ΠΝΕΥΜΑ'' ΝΑ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΤΙΣ ΑΝΕΛΠΙΣΤΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ!!
ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΛΛΟΤΕ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΕΣ ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΚΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΞΑΦΝΙΚΑ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΟΥΝ, ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΕ ΖΩΗΡΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ!!
ΜΗ ΚΑΤΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ!!
ΑΝΤΙΘΕΤΑ, ΦΕΡΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΜΑΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΙΑΤΡΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΑΣΘΕΝΗΜΑΤΩΝ, ΝΑ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΙΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕ!!
ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΚΑΜΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΟΜΑΣΤΕ!!!
ΜΕ ΕΥΓΕΝΕΙΑ, ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΛΕΠΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΓΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΜΑΣ!!
ΜΗΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΤΕ ΚΑΙ ΜΗΝ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΕΙΤΕ!!
ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΘΡΑΝΙΟ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΚΛΙΣΗ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΙΣ
ΨΥΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ !!!


+++

«Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ» Του πρωτοπρ. ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΜΑΖΑΝΚΣΥ († 1987)


«Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ»
Του πρωτοπρ. ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΜΑΖΑΝΚΣΥ († 1987)

Στοὺς περασµένους αἰῶνας ὁ µεγαλύτερος κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προῆλθε ἀπὸ ψευδοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι ἀφωρίσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν ἐξ αἰτίας τῶν δογµατικῶν τους πλανῶν. Τοιουτοτρόπως οἱ παλαιοὶ Πατέρες καὶ οἱ Σύνοδοι κατεδίκασαν τὸν Ἀρειανισµό, τὸν Νεστοριανισµό, τὸν Μονοφυσιτισµό, τὴν Εἰκονοµαχία κτλ. Ἀλλὰ ὁ ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου δὲν καθεύδει, καὶ στὶς ἡµέρες µας ἔχει ἐµπνεύσει ποικίλα ρεύµατα «ἀνακαινισµοῦ» ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν κυρίως τὴν ζωὴ καὶ πρακτικὴ τῆς παραδοσιακῆς Ὀρθοδοξίας· ἀπὸ τὸν καθαρὸ Προτεσταντισµὸ τῆς «Ἀνακαινισµένης» ἢ «Ζώσης Ἐκκλησίας» στὴν Ρωσσία στὰ 1920, ἕως τοὺς πολυαρίθµους ἐπιδόξους µεταρρυθµιστάς, τοὺς ὁποίους µπορεῖ κανεὶς νὰ βρῇ σχεδὸν σὲ κάθε τοπικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήµερα.

Στὸ ἄρθρον αὐτὸ κρίνεται µὲ προσοχὴ καὶ ἐπισηµαίνεται ἡ «µεταρρυθµιστικὴ» τάσις τοῦ ἐπὶ τῆς λειτουργικῆς θεολογίας ἔργου ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ καὶ εὑρύτατα σεβαστοῦ συγχρόνου Ρώσσου θεολόγου. Γιὰ νὰ εἴµεθα δίκαιοι θὰ πρέπῃ νὰ σηµειώσουµε ὅτι ὁ π. Ἀλέξανδρος Σµέµαν πιθανῶς δὲν βλέπει τὸν ἑαυτόν του ὡς ἕναν «µεταρρυθµιστή», καὶ ἐπαφίε- ται ἀναµφιβόλως σὲ ἄλλες, λιγότερο εὐαίσθητες ψυχές, σὲ µίαν ἄλλη γενεὰ ἀποστασιοποιηµένη ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ Ὀρθόδοξη ζωή, νὰ ἐξαγάγῃ τὰ ἀναπόφευκτα εἰκονοκλαστικὰ συµπεράσµατα ἀπὸ τὶς ἤδη Προτεσταντικὲς ἀπόψεις τοῦ π. Σµέµαν.

Ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαὴλ Ποµαζάνκσυ, ἕνας ἐκ τῶν τελευταίων ζώντων θεολόγων ποὺ ἀπεφοίτησαν ἀπὸ τὶς θεολογικὲς ἀκαδηµίες τῆς προ–Ἐπαναστατικῆς Ρωσσίας, ἐδίδαξε θεολογία σὲ γενεὲς Ὀρθοδόξων ἱερέων, καὶ τώρα διδάσκει καὶ διαµένει στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Τζόρντανβιλ τῆς Νέας Ὑόρκης.

π. Σεραφεὶµ Ρόουζ

Ἐνώπιόν μας ἔχουμε τὸ ἔργον τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Εἰσαγωγὴ στὴν Λειτουργικὴ Θεολογία. Τὸ βιβλίο παρουσιάζεται ὡς μία «εἰσαγωγὴ σὲ µιὰ προτεινοµένη πλήρη σειρὰ Λειτουργικῆς Θεολογί- ας» (σ. 243), σχεδιασμένη ὑπὸ τοῦ συγγραφέως. Σὲ αὐτὴν ὑποδεικνύονται οἱ βάσεις ἑνὸς προτεινομένου νέου θεολογικοῦ συστήματος, καὶ ἔπειτα δίδεται ἕνα ἱστορικὸ διάγραμμα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ Κανόνος ἢ Τυπικοῦ τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν.

Τὸ κύριον μέρος τῆς Εἰσαγωγῆς στὴν Λειτουργικὴ Θεολογία – ἡ ἱστορία τοῦ Τυπικοῦ – βασίζεται πρωτίστως σὲ Δυτικὲς ἐπιστημονικὲς ἔρευνες στὴν γαλλική, ἀγγλική, καὶ γερμανική γλῶσσα, καὶ μερικῶς σὲ ρωσσικὲς πηγές. Ὁ συγγραφεὺς εἶναι πεπεισμένος ὅτι κατώρθωσε, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ἐκφράζει, νὰ διαφύγῃ τὴν «Δυτικὴ αἰχμαλωσία», ἐνῶ ἔκαμε χρῆσι μὴ Ὀρθοδόξων πηγῶν. Ἀποφεύγει τὶς ἀκραῖες ἐπιβεβαιώσεις τῶν Προ- τεσταντῶν ἱστορικῶν. Γράφει: «Ἐµεῖς ἀπορρίπτουµε κατηγορηµατικὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς εἰρήνης τοῦ Κωνσταντίνου [δηλ. τῆς ἐποχῆς τοῦ Μ. Κωνσταν- τίνου] ὡς µιᾶς “ψευδονίκης” τοῦ χριστιανισµοῦ, µιᾶς νίκης ἀγορασµένης στὴν τιµὴ τοῦ συµβιβασµοῦ» (σ. 128). Ὅμως τέτοιες διαβεβαιώσεις δὲν ἀρκοῦν καθ’ ἑαυτάς, καὶ τὸ θεωροῦμε ὑποχρέωσί μας νὰ ἑστιάσουμε τὴν προσοχὴ στὰ περιεχόμενα τοῦ βιβλίου ὑπὸ μίαν ἔποψι: Ἔχει ὁ συγγραφεὺς πράγματι διαφύγει τὴν Δυτικὴ αἰχμαλωσία; Ὅπως βεβαιώνουν πολ- λὰ στοιχεῖα, δὲν τὴν ἔχει στὴν πραγματικότητα διαφύγει.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΑΞΙΣ: ΠΡΟΪΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑΤΟΥ
Ἢ ΘΕΙΑ ΕΜΠΝΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΙΣ;

Ἐρευνώντας τὰ κύρια στάδια ἀναπτύξεως τοῦ Κανόνος τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ἢ Τυπικοῦ, ὁ συγγραφεὺς τὰ βλέπει ὅπως θὰ ἔβλεπε μία συνήθη ἱστορικὴ ἐκδήλωσι, ποὺ διεμορφώθη συνεπείᾳ τῆς ἐπιδράσεως τῶν μεταβαλλομένων ἱστορικῶν συνθηκῶν. Γράφει: «Οἱ ὀρθόδοξοι συγγραφεῖς συνήθως “ἀπολυτοποιοῦν” τὴν ἱστορία τῆς λατρείας καὶ τὴ θεωροῦν στὸ σύνολό της σὰν κάτι ποὺ ἐγκαθίδρυσε ἡ ἴδια ἡ θεία πρόνοια» (σ. 106). Ὁ συγγραφεὺς ἀπορρίπτει μία τέτοια ἄποψι. Δὲν βλέπει τὴν «ἰσχὺν τῶν ἀρχῶν» στὴν ὁριστικὴ διαμόρφωσι τοῦ Τυπικοῦ· ἐν πάσῃ περιπτώσει τὶς παραδέ- χεται ὡς ἀμφίβολες. Ἀπορρίπτει ἢ ἀκόμη ἐπικρίνει τὴν «τυφλὴ “ἀπολυτοποίηση” τοῦ Τυπικοῦ» (σ. 243) ἐνῷ στὴν πράξι αὐτὸ συνδέεται, κατὰ τὴν παρατήρησί του, μὲ τὴν πραγματικὴ καταστρατήγησί του σὲ κάθε βῆμα. Ὁμολογεῖ ὅτι «καµιὰ “ἀναστήλωση” τῆς ἱστορίας δὲ στέφθηκε ποτὲ µὲ ἐπι- τυχία» (σ. 243). Ἀνακαλύπτει ὅτι ἡ θεολογικὴ ἰδέα τοῦ καθημερινοῦ κύκλου τῶν ἀκολουθιῶν «ἐπισκιάστηκε ἀπὸ δευτερεύοντα στρώµατα τῆς Τάξης» (σ. 244), τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰῶνα. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ κλείδα γιὰ τὴν κατανόησι τῆς Λατρείας, σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα, «χάθηκε» (σ. 249), καὶ ἀπομένει στὴν ἱστορικὴ ὁδὸ νὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ εὕρῃ τὸ κλειδὶ τῆς λειτουργικῆς θεολογίας.

Μία τέτοια θεώρησις τοῦ Κανόνος μᾶς εἶναι καινοφανής. Τὸ Τυπικόν, μὲ τὴν μορφὴ ποὺ προσέλαβε μέχρι τὴν ἐποχή μας στὶς δύο βασικές του ἐκδοχές, εἶναι ἡ συνειδητοποιημένη ἀντίληψις τῆς Χριστιανικῆς λα- τρείας· ἡ λατρεία τοῦ πρώτου αἰῶνος ὑπῆρξε ὁ πυρῆνας, ποὺ ἔφθασε στὴν ὡρίμασι τῆς παρούσης καταστάσεως, ὁπότε καὶ ἔχει λάβει τὴν τελική του μορφή. Φυσικά, ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὸ περιεχόµενον τῶν ἀκολουθιῶν, τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχὲς καθ’ ἑαυτά, τὰ ὁποῖα συχνὰ φέρουν τὴν σφραγί- δα τοῦ φιλολογικοῦ εἴδους μιᾶς ἐποχῆς καὶ ἀντικαθιστᾷ τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ σύστηµα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, τὴν τάξι, τὴν συμφωνία, τὴν ἁρμονία, τὴν ἀλληλουχία τῶν ἀρχῶν τους καὶ τὴν πληρότητα τῆς δό- ξης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τῆς Θριαμβευούσης Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν πληρότητα ἐκφράσεως τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς – ἀπὸ τοὺς Πασχαλίους ὕμνους ἕως τὸν θρῆνον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γιὰ τὶς ἠθικὲς πτώσεις. Ὁ σημερινὸς Κανὼν (Τυπικὸν) τῶν ἱερῶν Ἀ- κολουθιῶν ἤδη ἐμπεριείχετο στὴν ἀντίληψι τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῶν πρώτων Χριστιανῶν, καθ’ ὃν τρόπον στὸν σπόρο τοῦ φυτοῦ ἐμπεριέχονται ἤδη οἱ μορφὲς τῆς μελλοντικῆς του ἀναπτύξεως, ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ ἀρχίζει νὰ καρποφορῇ, ἢ καθ’ ὃν τρόπον στὸν ἐμβρυακὸ ὀργανισμὸ ἑνὸς ζῶντος πλάσματος ἐγκρύπτεται ἤδη ἡ μελλοντική του μορφή.

Στὸν ἀλλότριο ὀφθαλμό, στὴν μὴ Ὀρθόδοξη Δύσι, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κανὼν Λατρείας μας (Lex Orandi) προσέλαβε μία σταθερὰ μορφή παρουσιάζεται ὡς ἀπολίθωσις· γιὰ ἐμᾶς ὅμως αὐτὸ ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁριστικὴ ἀνάπτυξί του, τὴν ἐπίτευξι τῆς μεγαλύτερης δυνατῆς πληρότητος καὶ ὁλοκληρώσεώς του· καὶ ἀνάλογη ὁλοκλήρωσι τῆς μορφῆς ἀναπτύξεως παρατηροῦμε ἐπίσης στὴν ἀνατολικὴ ἐκκλησιαστικὴ εἰκονογραφία, στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχιτεκτονική, στὴν ἐσωτερικὴ ὄψι τῶν καλυτέρων ἐκκλησιῶν, στὶς παραδοσιακὲς μελωδίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς· περαιτέρω προσπάθειες ἀ- ναπτύξεως σὲ αὐτὲς τὶς σφαῖρες καταλήγουν τόσο συχνὰ σὲ «παρακμή», ὁδηγῶντας ὄχι σὲ ἄνοδο ἀλλὰ σὲ πτῶσι. Ἕνα μόνον συμπέρασμα μπορεῖ νὰ ἐξαχθῇ: Εἴμεθα ἐγγύτερα πρὸς τὸ τέλος τῆς ἱστορίας ἀπὸ ὅτι στὴν ἀρχή της... Καὶ φυσικά, ὅπως σὲ ἄλλες σφαῖρες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι καὶ σὲ αὐτὴν θὰ πρέπῃ νὰ δοῦμε ἕνα «πεπρωμένον» θεμελιωμένο ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, κάτι τὸ θεόσταλτον, καὶ ὄχι μίαν ἁπλῆ λογικὴ αἰτίων καὶ αἰτιατῶν.

Ὁ συγγραφεὺς αὐτοῦ τοῦ βιβλίου προσεγγίζει τὴν ἱστορία τοῦ Τυπικοῦ ἀπὸ μίαν ἄλλη ὀπτικὴ γωνία· θὰ τὴν ὀνομάζαμε πραγματιστικὴ ὀπτικὴ γωνία. Κατὰ τὴν ἀνάλυσί του, ἡ βασικὴ ἀποστολική, πρώιμη χριστιανικὴ λειτουργικὴ τάξις ἔχει ἐπικαλυφθῇ ἀπὸ μία σειρὰ στρωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπίκειται τὸ ἕνα τοῦ ἄλλου καὶ μερικῶς ἐκτοπίζει τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ στρώματα αὐτὰ εἶναι: ἡ «μυστηριολογικὴ» λατρεία, ἡ ὁποία προέκυψε ὄχι χωρὶς τὴν ἔμμεση ἐπίδρασι τῶν παγανιστικῶν μυστηρίων τὸν Δ΄ αἰῶνα· ἔπειτα, ἡ λειτουργικὴ τάξις τοῦ μοναχισμοῦ τῆς ἐρήμου· καὶ τελικῶς, ἡ τε- λικὴ ἐπεξεργασία ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν μοναχισμὸ ποὺ εἶχε εἰσέλθει στὸν κόσμο. Τὸ ἐπιστημονικὸ σχῆμα τοῦ συγγραφέως ἔχει ὡς ἑξῆς: ἡ «θέσις» μιᾶς καθ’ ὑπερβολὴν ἐμπλοκῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς λατρείας του στὸν κόσμο, κατὰ τὴν Κωνσταντίνειο ἐποχή, προκάλεσε τὴν «ἀντίθεσι» τῆς μοναστικῆς ἀποστροφῆς πρὸς τὸν νέο τύπο «λειτουργικῆς εὐσεβείας», καὶ αὐτὴ ἡ διαδικασία κατέληξε στὴν «σύνθεσι» τῆς Βυζαντινῆς περιόδου. Μόνη καὶ χωρὶς καμμία ἐπιχειρηματολογία ἵσταται ἡ ἑξῆς φράσις ὡς περιγραφὴ τῆς θυελλώδους Κωνσταντινείου ἐποχῆς: «Ὅλα ἔχουν προπαρασκευαστεῖ κατὰ τὸν ἕναν ἢ ἄλλο τρόπο στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τὴν προηγούµενη ἐποχή» (σ. 108). 

Ὁ συγγραφεὺς πληρώνει φόρο στὴν μέθοδο ποὺ κυριαρχεῖ πλήρως στὴν σύγχρονη ἐπιστήμη: ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν ἀν- τίληψι περὶ μιᾶς ἐπισκιάσεως τῆς Θείας Χάριτος, τὴν ἔννοια τῆς ἁγιότητος αὐτῶν ποὺ ἐθεμελίωσαν τὴν λειτουργικὴ τάξι, αὐτοπεριορίζεται σὲ μία γυμνὴ ἀλυσίδα αἰτίων καὶ αἰτιατῶν. Ἔτσι παρεισάγεται ὁ θετικισμὸς σήμερα στὴν χριστιανικὴ ἐπιστήμη, στὴν σφαῖρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορί- ας, σὲ ὅλες τὶς προεκτάσεις της. Ἐὰν ὅμως ἡ θετικὴ μέθοδος ἀναγνωρίζε- ται ὡς ἐπιστημονικὴ μεθοδολογικὴ ἀρχὴ στὴν ἐπιστήµη, στὶς φυσικὲς ἐπι- στῆμες, μὲ κανένα τρόπο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν ἐφαρμόζῃ στὴν ζῶσα θρησκεία, οὔτε σὲ κάθε σφαῖρα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκ- κλησίας, στὸν βαθμὸ ποὺ παραμένουμε πιστοί. Καὶ ὅταν ὁ συγγραφεὺς σὲ ἕνα σημεῖο σημειώνει σχετικῶς μὲ τὴν ἐποχὴ αὐτή: «Ἡ Ἐκκλησία βίωσε αὐ- τὴ τὴ συµφιλίωση καὶ τὴ νέα ἐλευθερία της ὡς κάτι θεόσταλτο γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ µέχρι τότε βρισκόταν “ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου”» (σ. 128), ἐπιθυμεῖ κανεὶς νὰ ἐρωτήσῃ: Καὶ γιατὶ ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐκφράζει τὴν συμφωνία του μὲ τὴν Ἐκκλησία στὴν παραδοχὴ αὐτοῦ τοῦ θεοστάλτου;

 πηγή

Νικά πάντοτε η Χάρις του αγίου Θεού


Όσο είμεθα δούλοι των παθών , ο διάβολος δεν ανησυχεί , γι`αυτό και δεν δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Αν όμως θελήσουμε να ξεφύγουμε λίγο από τα δίχτυα του , ευθύς αμέσως δοκιμάζουμε τη μανία του , την κακία του , τον φθόνο του και την πονηριά του. Θέλετε να το δούμε στην πράξη ; Ας απευθυνθούμε κατά πρώτον σε όσους από σας είσθε νέοι στην πνευματική ζωή , στην προσπάθεια σωτηρίας της ψυχής σας. Αρχίζουμε έναν αγώνα για να καλλιεργήσουμε λίγο την αρετή , να αισθανθούμε το φως του Θεού να φωτίζει λίγο την καρδιά μας , τα παιδιά μας , το σπίτι μας. Μέχρι χθες ήμαστε αδιάφοροι ως προς την Εκκλησία και σήμερα θέλουμε να εκκλησιασθούμε. Μας βλέπουν λοιπόν να ετοιμαζόμεθα να πάμε στην Εκκλησία , να εξομολογηθούμε , να κοινωνήσουμε , να νηστέψουμε , να εγκρατευθούμε , να διαβάσουμε αγία Γραφή  , να κάνουμε λίγη προσευχή , και  ( το ξέρετε καλύτερα από μένα ) τι θύελλα ξεσηκώνεται τότε μέσα στο σπίτι !
Όταν ο διάβολος διαπιστώσει ότι ο Θεός έστειλε τη Χάρη Του για να ελεήσει μια ψυχή είτε με τον λόγο Του , γραπτό ή προφορικό είτε με κάποιο πρόσωπο , τότε ξεσηκώνει πόλεμο συγγενών και φίλων κα καμιά φορά αγνώστων , για να ρίξει τον καημένο τον αρχάριο στην απόγνωση.
Ιδιαίτερα λύσσα έχει ο διάβολος εναντίον εκείνων που σηκώνονται τη νύκτα για να κάνουν προσευχή και μάλιστα νοερά με το όνομα του Ιησού χριστού. Κι αυτό γιατί η προσευχή , είναι το δυνατότερο όπλο κατά του διαβόλου. '' Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους '' . Φωνάζεις το όνομα του Χριστού ; τον μαστιγώνεις ! Ε , δεν θα καθήσει να τις τρώει ! Επόμενον είναι να ξεσηκώσει πόλεμο εναντίον σου , και μάλιστα από τους οικείους σου. 
Ο προσευχόμενος , λοιπόν , με καθαρό νου χριστιανός , ελκύει και την τριαδική σωστική Χάρη του αγίου θεού , αλλά και την μανία των δαιμόνων. Νικά όμως πάντοτε η Χάρις του αγίου Θεού. Γι`αυτό μην σας τρομάζει ο πόλεμος του δαίμονος. Αυτός κάνει μεν τη δουλειά του , αλλά η Χάρις του θείου Ονόματος τον εκδιώκει. 


                                                                                   π. Στέφανος αναγνωστόπουλος

Η ιδανική φιλία (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος)



Οι Τρεις Ιεράρχες άγιοι Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος σε μικρογραφία από το βυζαντινό Ψαλτήρι του Θεοδώρου (περ. 1066)

Ἡ ἰδανική φιλία ἀνθεῖ σέ περιβάλλοντα ἀμόλυντα ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν συναναστροφή τῶν κακῶν καί τῶν πονηρῶν.
Ἡ γοητεία τοῦ κακοῦ καί ἡ φαυλότητα τῆς ζωῆς ἔχουν ἀμαυρώσει ὅλα τά καλά τοῦ βίου μας. Καί μεταξύ αὐτῶν τῶν καλῶν συμπεριλαμβάνονται καί οἱ φιλίες. Κάτω ἀπό τό γενικό ξεπεσμό καί ἐξευτελισμό τῆς ζωῆς χάθηκαν ἤ ἀλλοτριώθηκαν κι αὐτές. Κι ὅμως, φίλοι μου, ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μιᾶς γνήσιας, ἀληθινῆς, δυνατῆς καί πραγματικῆς φιλίας. Δύσκολα κτίζονται τέτοιες φιλίες. Εὔκολα καταστρέφονται. Κι ὅσοι ἀπέκτησαν τέτοιες ζηλευτές φιλίες ἔζησαν εὐτυχισμένοι. Γι᾽ αὐτό θά σᾶς δώσω τήν συνταγή τῆς ἰδανικῆς φιλίας. Ὄχι ἐγώ. Ἐσεῖς τό ξέρετε, ὅτι πάντα ἀφήνω ἐκείνους πού ξέρουν τά θέματα τῆς ζωῆς μας καλύτερα ἀπό μᾶς νά μᾶς ποῦν τήν σοφή συμβουλή τους. Ἔτσι ἀνεκάλυψα στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο τίς προϋποθέσεις μιᾶς μεγάλης φιλίας, σάν αὐτή, πού εἶχε ὁ ἴδιος μέ τόν Μέγα Βασίλειο. Ὁ ἴδιος ἔλεγε, ὅτι «ἐφαίνετο νά ἔχωμεν οἱ δύο μας μίαν ψυχήν πού ἐκατοικοῦσεν εἰς δύο σώματα. Τότε πλέον ἐγίναμεν τά πάντα ὁ ἕνας διά τόν ἄλλον, ὁμόστεγοι, ὁμοτράπεζοι, συμφυεῖς, ἀποβλέποντες εἰς τό ἴδιο καί πάντοτε αὐξάνοντες ὁ ἕνας τόν πόθο τοῦ ἄλλου, ὥστε νά γίνῃ θερμότερος καί μόνιμος».
Ἄς δοῦμε λοιπόν πῶς ἐκτίσθη αὐτή ἡ ζηλευτή, εὐλογημένη καί πασίγνωστη φιλία τῶν δύο μεγάλων ἀνδρῶν καί ἁγίων πατέρων μας. Ἔτσι θά διδαχθοῦμε κι ἐμεῖς τά μεγάλα μυστικά τῆς εὐτυχισμένης ζωῆς.
Ἡ ἀληθινή φιλία πρέπει νά εἶναι «θεῖος καί φρόνιμος ἔρως» ἀπηλλαγμένος ἁμαρτίας. Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Οἱ σωματικοί ἔρωτες, καθώς ἀφοροῦν τά πράγματα πού περνοῦν, περνοῦν κι ἐκεῖνοι ὅπως τά ἐαρινά λουλούδια. Οὔτε ἡ φλόγα μένει, ὅταν τά ξύλα τελιώσουν, ἀλλά χάνεται μαζί μέ αὐτά πού τήν τρέφουν, οὔτε ὁ πόθος ὑπάρχει, ὅταν τό προσάναμμα σβήση. Οἱ θεῖοι ὅμως καί φρόνιμοι ἔρωτες, ἐπειδή ἀναφέρονται εἰς κάτι σταθερόν, διά τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι μονιμώτεροι καί ὅσον περισσότερον παρουσιάζεται τό κάλλος των τόσον περισσότερον συνδέουν τούς ἐραστές μέ αὐτό καί μεταξύ των. Αὐτός εἶναι ὁ νόμος τοῦ ἰδικοῦ μας ἔρωτος».
Μιά δυνατή φιλία γεννᾶται, ὅταν οἱ φίλοι διεξάγουν κοινό ἀγῶνα καί ἁμιλλῶνται εἰς τήν κατάκτησιν τῶν ὑψηλῶν κορυφῶν τῆς ἀρετῆς. Γράφει γι᾽ αὐτή τήν κοινή ἐπιδίωξιν τοῦ ἰδίου καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Κοινή ἐπιδίωξις καί τῶν δύο ἡ ἀρετή καί ἡ συμμόρφωσις τῆς ζωῆς μας πρός τίς μελλοντικές ἐλπίδες». Ἐξομολογεῖται διά τόν θεῖον πόθον των: «Τήν ἐπιδίωξιν αὐτήν ἔχοντες ἐμπρός μας κατευθήναμεν τήν ζωήν μας ὁλόκληρον καί κάθε ἐνέργειάν μας· μᾶς ὡδηγοῦσεν ἡ ἐντολή καί ἠκονίζαμεν ὁ ἕνας εἰς τόν ἄλλον τήν ἀρετήν μας καί εἴμεθα, ἐάν δέν εἶναι ὑπερβολικόν τοῦτο νά εἴπω, ὁ ἕνας διά τόν ἄλλον κανών καί μέτρον, μέ τά ὁποῖα διακρίνεται τό ὀρθόν καί τό μή ὀρθόν».
Ἡ ἰδανική φιλία ἀνθεῖ σέ περιβάλλοντα ἀμόλυντα ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν συναναστροφή τῶν κακῶν καί τῶν πονηρῶν. Προσέξτε ἰδιαίτερα τίς συνετές παρατηρήσεις τοῦ ἁγίου Πατέρα μας Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ἀπό τούς σπουδαστές μας συναναστρεφόμεθα, ὄχι βέβαια τούς πιό ἀνήθικους ἀλλά τούς πιό φρόνιμους· οὔτε τούς πιό ἐριστικούς ἀλλά τούς πιό εἰρηνικούς καί ἐκείνους πού ἡ συναναστροφή των εἶναι ὠφελιμωτέρα. Διότι ἐγνωρίζαμεν ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νά λάβῃς τήν ἀσθένειαν παρά νά χαρίσῃς τήν ὑγείαν. Καί εἰς τά μαθήματα ἐφθάσαμεν νά χαιρώμεθα ὄχι μέ τά πιό εὐχάριστα ἀλλά μέ τά πιό ὠφέλιμα. Ἐπειδή καί ἀπό αὐτά οἱ νέοι συμμορφώνονται πρός τήν ἀρετήν ἤ τήν κακίαν». Μακάρι ὅλοι μας νά μπορέσουμε νά κάνουμε αὐτές τίς ἀθάνατες συμβουλές κανόνες καί νόμους ζωῆς.
Ἡ ἀληθινή φιλία στηρίζεται στούς ἀποστολικούς λόγους καί νόμους: «ὅποιος ἀγαπᾶ δέν ζητεῖ τίποτε διά τόν ἑαυτόν του». Καί «Διά τῆς φιλαδελφίας νά γίνεσθε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Νά προλαμβάνη ὁ καθένας τούς ἄλλους εἰς τό νά τούς ἀποδίδη τιμήν». Αὐτά ἐφήρμοζαν οἱ θεϊκοί πατέρες, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος σεβαστός πατέρας μας Γρηγόριος: «Ἀγωνιζόμεθα καί οἱ δυό, ὄχι ποιός νά ἔχῃ ὁ ἴδιος τό πρωτεῖον, ἀλλά πῶς νά τό παραχωρήσῃ εἰς τόν ἄλλον· τήν εὐδοκίμησιν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τήν ἐθεωρούσαμεν ἰδικήν μας… πρέπει νά πεισθῆτε ὅτι ἐζούσαμεν ὁ ἕνας μέσα εἰς τό εἶναι τοῦ ἄλλου καί δίπλα εἰς τόν ἄλλον». Ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός πού εἶχε ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἰς τόν Μέγα Βασίλειον φαίνεται στά πιό κάτω λόγια μέ τά ὁποῖα συγκρίνεται ὁ ἴδιος μέ τόν φίλο του. Γράφει: «Τό ὡραιότερον εἶναι ὅτι ἐσχηματίσθη ἀπό ἐμᾶς μία ἀδελφότης πού ἐκεῖνος διεμόρφωνε καί κατηύθυνεν ὡς ἀρχηγός μέ κοινές ἱκανοποήσεις, μολονότι ἐγώ ἔτρεχα πεζός δίπλα εἰς ἅρμα Λυδικόν (ταχυδρόμον δηλαδή), ὅπου καί ὅπως ἐπήγαινεν ἑκεῖνος».
Τήν ἀληθινή φιλία συνδέει καί ὁ κοινός σκοπός τῆς ζωῆς. Ἔτσι ἄρχισε ἡ φιλία μας, ἀποκαλύπτει ὁ θεῖος πατέρας «καθώς μέ τό πέρασμα τοῦ καιροῦ ὡμολογήσαμεν τόν πόθον μας ὁ ἕνας εἰς τόν ἄλλον καί ὅτι αὐτό πού μᾶς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ φιλοσοφία, τότε πλέον ἐγίναμεν τά πάντα ὁ ἕνας διά τόν ἄλλον».
Τήν γνήσια φιλίαν συνδέουν οἱ κοινές ἀρχές καί οἱ κοινές ἀντιλήψεις. Γι᾽ αὐτό τό θέμα γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Τίποτε, νομίζω δέν ἀξίζει, ἐάν δέν ὁδηγεῖ εἰς τήν ἀρετήν καί δέν κάνει καλυτέρους ὅσους ἀσχολοῦνται μέ αὐτό. Διά τούς ἄλλους ὑπάρχουν διάφορες ὀνομασίες ἤ ἀπό τόν πατέρα ἤ ἀπό τήν οἰκογένειαν ἤ ἀπό τό ἐπάγγελμα καί τίς πράξεις των. Ἐμεῖς ὅμως ἔχομεν τό μέγα προσόν καί ὄνομα νά εἴμεθα καί νά λεγώμεθα χριστιανοί. Αὐτό ἦτο ἡ μεγαλυτέρα καύχησις γιά μᾶς».
Ἡ μεγάλη φιλία ἐκδηλώνεται μέ τρυφερότηττα, εὐαισθησία, στοργή καί φιλαδελφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρεται εἰς τόν φίλον του καί τόν ἀποκαλεῖ «ὁ ἐμός Βασίλειος». Δηλαδή «ὁ δικός μου Βασίλειος». Ἔτσι γίνεται, ὅταν ἡ φιλία εἶναι ἀνιδιοτελής, καθαρή καί λουσμένη στό φῶς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καί ἀρετῆς. Τί λέτε; Πῶς σᾶς φαίνονται αὐτά; Δοκιμάστε τα καί θά βεβαιωθῆτε, ὅτι θά σᾶς βοηθήσουν νά δημιουργήσετε γερές καί ἰσχυρές φιλίες, πού θά ἀντέξουν στόν χρόνο καί στήν τρικυμία τῆς ζωῆς σας.
Αὐτή ἡ φιλία τῶν ἁγίων ἀνδρῶν διεφημίσθη παντοῦ εἰς τόν τότε κόσμον καί ἔμεινεν εἰς τήν ἱστορίαν. Τό ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Γράφει: «Αὐτά ἔκαμαν νά γίνωμεν γνωστοί εἰς τούς διδασκάλους καί τούς συναδέλφους μας, γνωστοί εἰς ὅλην τήν Ἑλλάδα, καί μάλιστα εἰς τούς πιό ἐπιφανεῖς Ἕλληνες. Εἴχαμεν πλέον ξεπεράσει τά σύνορα τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἔγινε σαφές ἀπό διηγήσεις πολλῶν. Ἠκούοντο οἱ διδάσκαλοί μας εἰς ὅσους ἠκούοντο αἱ Ἀθῆναι, συνακουόμεθα καί ἐμεῖς οἱ δύο καί συναναστρεφόμεθα εἰς τόσους ἀνθρώπους, εἰς ὅσους καί οἱ δάσκαλοί μας καί δέν ἤμεθα ἕνα ζεῦγος ἄσημον καί κοντά καί μακράν τῶν διδασκάλων μας».
Ὁ ἴδιος θεοφόρος καί ἁγιοπνευματοκίνητος Πατέρας ἔγραψε καί τό ὡραιότατον ἐγκώμιον τῆς φιλίας:
«Μέ τίποτε ἀπό ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τόν κόσμον δέν μπορεῖ κανείς νά συγκρίνῃ ἕνα πιστόν φίλον, καί τό κάλλος του δέν ἔχει ὅρια». «Ὁ πιστός φίλος εἶναι ἰσχυρά προστασία» (Σοφ. Σολ. ς’ 14-15) καί βασίλειον ὀχυρωμένον. Ὁ πιστός φίλος εἶναι ἔμψυχος θησαυρός. Ὁ πιστός φίλος εἶναι πολυτιμότερος ἀπό χρυσάφι καί ἀπό πολλούς πολυτίμους λίθους. Ὁ πιστός φίλος εἶναι κῆπος περιφραγμένος καί πηγή σφραγισμένη, τά ὁποῖα ἀνοίγουν πότε-πότε διά νά τά ἐπισκεφθῇ καί νά τά ἀπολαύσῃ κανείς. Ὁ πιστός φίλος εἶναι λιμάνι ἀναψυχῆς. Ἄν δέ εἶναι καί πιό συνετός, πόσον καλύτερον εἶναι τοῦτο; Ἐάν δέ εἶναι καί πολύ μορφωμένος καί διαθέτη παντοειδῆ μόρφωσιν, τήν ἰδικήν μας λέγω καί ἐκείνην ἡ ὁποία ἦτο κάποτε ἰδική μας, πόσον καλύτερον εἶναι αὐτό; Ἐάν δέ καί υἱός τοῦ φωτός (Ἰωάν. ιβ’ 36, Ἐφεσ. ε’ 8), ἤ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ (Δ’ Βασιλ. α’ 9), ἤ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος προσεγγίζει τόν Θεόν (Ἰεζεκιήλ μγ’ 19), ἤ ἔχει ἀνωτέρας, πνευματικάς ἐπιθυμίας (Δαν. θ’ 23), ἤ εἶναι ἄξιος νά φέρη ἕνα χαρακτηρισμόν ἀπό ἐκείνους μέ τούς ὁποίους τιμᾶ ἡ Γραφή τούς ἐνθέους καί ὑψηλούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἀνωτέραν τάξιν, γεγονός τό ὁποῖον ἀποτελεῖ ἤδη δῶρον τοῦ Θεοῦ καί εἶναι σαφῶς ἀνώτερον ἀπό τήν ἰδικήν μας ἀξίαν».

Ταῦτα ἐκ τῶν ἔργων τοῦ ἱεροῦ Πατρός Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου:
α) Λόγος μγ’ «Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον» παρ. 19, 20, 21. Ε.Π.Ε. τ. 6 σελ. 161 καί ἑξῆς.
β) Λόγος ια’ «Εἰς Γρηγόριον Νύσσης ἐπιστάντα μετά τήν χειροτονίαν» παρ. 1. Ε.Π.Ε. τ. 1 σελ. 285.

Η οδός του Κυρίου


Γέροντα Σωφρόνιου του Essex

Και τώρα επαναλαμβάνω ότι τίποτε άλλο εκτός από τον Σταυρό δεν κηρύσσουμε. Και αν προσκαλούμε κάποιον να συμπορευτεί μαζί μας, τον καλούμε μόνο προς τον Σταυρό, και το θεωρούμε αυτό ως τη μεγαλύτερη και ασύγκριτη δόξα. Όταν ο Κύριος επισκέπτεται την ψυχή, τότε ο Σταυρός γίνεται ελαφρύς, και κάποτε μάλιστα ανείπωτα γλυκύς. Όταν όμως ευδοκεί να την εγκαταλείπει σε κόπους και ασθένειες, τότε οφείλουμε να χαιρόμαστε με την ελπίδα ότι θα λάβει ακόμη μεγαλύτερη δόξα.

Η περίπτωση αυτή, παρόλη την αγάπη που εμπεριέχει προς τους ανθρώπους, μας αναγκάζει συχνά να σιωπούμε, να μη μιλάμε για την οδό του Θεού, γιατί ενώ είναι πολυπόθητη για όσους αγαπούν τον Εσταυρωμένο Χριστό, γίνεται για τους άλλους καταθλιπτική. Και όταν αυτοί κουραστούν, αρχίζουν να καταρώνται εκείνον που τους την κήρυξε. Φοβάμαι πάντοτε για τους ανθρώπους αυτούς, μήπως έχοντας γνωρίσει εν μέρει τη χάρη του Θεού και βλέποντας στη συνέχεια ότι η απόκτηση της απαιτεί μεγάλους κόπους, αρχίσουν να εξουθενώνουν «γην επιθυμητήν»̇ ή μήπως δεν κατανοήσουν τα θαυμάσια Του και λησμονήσουν το πλήθος του ελέους Του τόσον, ώστε και αυτή η θέα των πρώτων καρπών από τη γη της επαγγελίας, να μη μπορεί να διεγείρει σε αυτούς την ανδρεία να πορευθούν για την κατάκτηση της.

Σκέπτομαι ότι αν τους πείσω, όπως ο Ιησούς του Ναυή και ο Χαλήβ, ότι θα μας εισαγάγει στη γη αυτή και θα μας την δώσει ως αιώνια και αναφαίρετη κληρονομιά κατά την άψευστη επαγγελία Του και ότι δεν πρέπει μικρόψυχα να φοβούμαστε τον λαό της γης εκείνης, δηλαδή τις θλίψεις, που φαίνονται μόνον ως αδύναμες και διαλύονται σαν καπνός, τότε, ποιος ξέρει, ίσως αργότερα με μισήσουν και θελήσουν να με λιθοβολήσουν.

πηγή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...