Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2013

Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..


"Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"
λένε εδώ στο Πήλιο, σε κάποια χωριά, για αυτά τα τρία Σάββατα -τα δυο τελευταία της Αποκριάς και το πρώτο της Σαρακοστής- καθώς θεωρούνται "Ψυχοσάββατα", μέρες αφιερωμένες στις ψυχές των νεκρών.
Καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") :
"Είναι, όπως είπαμε, κοινή πίστη, ότι από την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς
αι ψυχαί αποθαμένων απολύουνται και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο. Γι'αυτό, όταν την προφωνέσιμη εβδομάδα σφάξουν το χοίρο [βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..], με τον πρώτο μεζέ που θα φάγουν και το πρώτο κρασί που θα πιουν λέγουν "Θεός σχωρέσει τις ψυχές". Σε μερικούς μάλιστα τόπους, όπως στις Κυδωνίες της Μ.Ασίας, την Τσικνοπέφτην έβραζαν πιλάφι με κρέας και το εμοίραζαν στους πτωχούς για τους πεθαμένους.
κεριά.jpg
Αλλά οι κατεξοχήν αφιερωμένες στους νεκρούς ημέρες της Αποκριάς είναι ταΣάββατα της Κρεατινής και της Τυρινής, όπως και της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, τα λεγόμενα Ψυχοσάββατα. Τότε σε κάθε σπίτι φτιάχνουν κόλλυβα, χυλό, χαλβά ή φαγητά και τα μοιράζουν "για να σχωρεθούν τα πεθαμένα". Τότε επισκέπτονται τους τάφους των αγαπημένων νεκρών και είναι μεγάλη η πομπή των μαυροφορεμένων γυναικών και κοριτσιών, που κατευθύνονται προς το νεκροταφείο κρατώντας στα χέρια ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένα με ζάχαρη, κανέλα, καρύδι, σουσάμι, ρόδι, μαϊντανό, σταφίδες. Πηγαίνουν στους τάφους και τ'αποθέτουν προσφορά στον νεκρό.
στάρι.jpg
Την ιερότητα των ημερών αυτών δείχνει και η αποχή των γυναικών από κάθε εργασία, η συνήθεια να μη λούζονται τα Ψυχοσάββατα και άλλες τέτοιου είδους απαγορεύσεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και μερικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, που φέρνουν στη μνήμη μας παμπάλαια παιχνίδια και αγώνες προς τιμήν των νεκρών. Π.χ. στην Πυλία
τα δύο Σάββατα, το Κρεατινό και το Τυρινό, μαζευότανε στ' αλώνια και παίζανε τις αμάδες. Μετά πετάγανε και το λιθάρι. Κάνουνε και τραπέζι ούλα τα συγγενικά σπίτια και γλεντάνε.
Τέλος, σε μερικούς τόπους οι προσφορές στους νεκρούς γίνονται και την Κυριακή της Τυροφάγου. Έτσι, στο Κηπουργιό της Δ.Μακεδονίας κάθε οικογένεια φέρνει στην εκκλησία πίτα, σιτάρι, κρασί, τυρί κ.α. και μετά τη λειτουργία τα φέρνουν και τ'αποθέτουν πάνω στους τάφους' ύστερα τα μοιράζουν και τα τρώγουν.
Πώς τώρα συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με τον γενικά εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Είναι άραγε απλή σύμπτωση το γεγονός, ότι την άνοιξη ακριβώς (αρχές Μαρτίου) όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών;
Είδαμε πιο πάνω ποιες προφυλάξεις έπαιρναν οι αρχαίοι Αθηναίοι για να προστατεύσουν τα ιερά, τα σπίτια και τα σώματά τους απ'την είσοδο μέσα σ'αυτά των ψυχών, που ανέβαιναν, καθώς πίστευαν, τη δεύτερη ημέρα της γιορτής, τους λεγόμενους Χόες (12 του Ανθεστηριώνος, δηλαδή γύρω στην πρώτη Μαρτίου) στον επάνω κόσμο και την τρίτη ημέρα, τους Χύτρους, διώχνονταν. Προηγουμένως ομως οι Αθηναίοι τους πρόσφεραν τις πρέπουσες τιμές, μεταξύ άλλων την πανσπερμία, που έφτιαχναν οι γυναίκες στις χύτρες, χωρίς να επιτρέπεται να φάει κανείς από αυτήν. Αυτή τη γιορτή των ψυχών βρίσκουμε, την ίδια περίπου εποχή, και στα βοιωτικάΑγριώνια, γιορτή επίσης διονυσιακή. [...]
Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό το γεγονός, ότι κατά τις ανοιξιάτικες γιορτές, όταν η φύση ξυπνά απ'τη νάρκη, ανεβαίνουν και οι νεκροί στον επάνω κόσμο και δέχονται τις προσφορές και τις τιμές των ζωντανών. Και επειδή στο επιμνημόσυνο δείπνο, τη λεγόμενη μακαριά, οι προσφορές στους νεκρούς είναι, εκτός απ'τα κόλλυβα, και τα ζυμαρικά, αυτά, απ'τις λέξεις "μακαρία" και "αιωνία", ονομάστηκαν μακαρόνια και η τρίτη εβδομάδα της Αποκριάς, της οποίας τα ζυμαρικά είναι το ειδικό, όπως και το τυρί, έδεσμα, ονομάστηκε Μακαρωνού.
Τέλος, σε καιρό, όπου τα πνεύματα εμφανίζονται και πλησιάζουν τον άνθρωπο, φυσικό είναι να θέλει αυτός να μάθει από εκείνα το μέλλον. Στην ιερότητα και τη δύναμη, που ο άνθρωπος του λαού αποδίδει στις νεκρικές προσφορές, οφείλεται και η συνήθεια να μαντεύονται τα κορίτσια με το μακαρόνι της Τυρινής, καθώς και οι άλλεςμαντικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, για τις οποίες γίνεται λόγος πιο κάτω."[βλέπε και: Ο `Aγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού]
Αναφέρει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), σχετικά με αντίστοιχα "μαντικά έθιμα" των ημερών: "
"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουννυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."

χύτροι.jpg
χύτροι2.jpg

Ὁ Ἅγιος Λέανδρος Ἐπίσκοπος Σεβίλλης

Ὁ Ἅγιος Λέανδρος, Ἐπίσκοπος Σεβίλλης τῆς Ἱσπανίας, διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ φωτιστὴς τῶν Ἰσπανῶν, ἔζησε τὸν 6ο μ.Χ. αἰῶνα καὶ ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας. Ὁ πατέρας του ἦταν δούκας καὶ καταγόταν ἀπὸ βυζαντινὴ γενιά, ἐνῷ ἡ μητέρα του ἦταν πρωτότοκη κόρη τοῦ Βησιγότθου βασιλέως Λεβιγκίντ, ποὺ βασίλευε στὴν Σεβίλλη, τὴν πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου τῶν Βησιγότθων. Πολὺ νωρὶς ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ διακρίθηκε  γιὰ τὴν μόρφωση καὶ τὶς ἀρετές του. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ Ἐκκλησία τὸν κατέστησε Ἐπίσκοπο τὸ ἔτος 579 μ.Χ. Ἵδρυσε θεολογικὴ σχολὴ μὲ σκοπὸ τὴ διάδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν γενικά, μέσα στὸ λαὸ τοῦ τότε βάρβαρου ἀκόμα βασιλείου. Οἱ δύο βασιλόπαιδες Χερμενεγκὶλντ  καὶ Ρεκαρέντ, ἀνεψιοί του ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μητέρας του, ἦταν μεταξὺ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου. Ὁ Χερμενεγκὶλντ ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ πίστη του στὴν Ἐκκλησία δυναμώθηκε πιὸ πολὺ χάρη στὴν εὐσεβὴ σύζυγό του Ἴνγκαρντ, θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Φράγκων Σιγεβέρτου. Ὅταν ὁ πατέρας του, μεταφέροντας τὴν πρωτεύουσά του στὸ Τολέδο, τοῦ ὅρισε γιὰ διαμονή του τὴ Σεβίλλη, ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων. Ὁ αἱρετικὸς Λέβεγκιλντ ᾖλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Ὀρθόδοξο γιό του Χερμενεγκίλντ. Ἦταν τέτοια ἡ ἔνταση τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς μανίας τῶν αἱρετικῶν, ποὺ ὅπως γράφεται δὲν ἔβλεπε κανεὶς πουθενὰ ἐλεύθερο ἄνθρωπο καὶ ἡ ἴδια ἡ γῆ ἔχασε τὴν παλαιά της γονιμότητα. Ὁ αἱρετικὸς βασιλέας πολιόρκησε τὴν Σεβίλλη καὶ ἔκλεισε σὲ σκοτεινὴ φυλακὴ τὸν υἱό του, ὅπου καὶ τὸν στραγγάλισε τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 586 μ.Χ.


Τὴν ἐποχὴ αὐτή, λίγο πρὶν ἐξορισθεῖ καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ ἄλλους ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Ἅγιος Λέανδρος ἔφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια τοῦ αὐτοκράτορα. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Μέγα, τὸν Διάλογο, καὶ συνδέθηκε μαζί του μὲ δυνατὴ φιλία. Ὅταν ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων ἔφθασε στὰ ἄκρα, ὁ βασιλιὰς Λέβεγκιλντ προσβλήθηκε ἀπὸ θανατηφόρο ἀσθένεια, ἄλλαξε στάση, προσκάλεσε τὸν Ἅγιο Λέανδρο στὴν ἐπιθανάτια κλίνη του καί, ἀφοῦ μετανόησε, τὸν παρακάλεσε νὰ κατευθύνει τὸ διάδοχό του Ρεκαρὲντ πρὸς τὴν ἀληθινὴ Ὀρθόδοξη πίστη. Ὁ νέος βασιλέας, ὑπάκουος στὸν παλαιὸ διδάσκαλό του, μεταστράφηκε καὶ ἀνέλαβε ἀμέσως νὰ συγκαλέσει τὴν Τρίτη ἐν Τολέδῳ Σύνοδο, ὅπου ἀνέγνωσε ἐνώπιον ὅλων τὴν ὁμολογία πίστεως στὶς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νίκαιας καὶ ἀνακοίνωσε ὅτι οἱ λαοὶ τῶν Γότθων καὶ Σουέβων, ἑνωμένοι, ἐπανέρχονται στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Λέανδρος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πρόεδρος αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀφιέρωσε πλέον  τὴν ὑπόλοιπη ζωή του στὴ διδασκαλία τοῦ ποιμνίου του μὲ τὸ φωτισμένο του παράδειγμα κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἐμπνευσμένα γραπτά του. Προετοίμασε ἀκόμη τὸν ἀδελφό του, Ἅγιο Ἰσίδωρο, νὰ γίνει διάδοχός του στὸ θρόνο τῆς Σεβίλλης καὶ ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Βοήθησε ἀκόμη τὴν ἀδελφή του, Ἁγία Φλωρεντίνη, νὰ γίνει ἱδρύτρια καὶ ἡγουμένη σαράντα μονῶν μὲ χιλιάδες μοναχές, γράφοντας γι’ αὐτὴν μοναχικὸ τυπικὸ ποὺ ἀπὸ τότε καλεῖται «Κανὼν τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου». Ὀργάνωσε, ἐπίσης, τὴ Θεία Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας, ποὺ λειτουργικὰ ὀνομάζεται «μοζαραβική».
Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος τῆς Σεβίλλης, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλὲς ἀντιξοότητες καὶ δοκιμασίες, παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο στὶς 13 Μαρτίου τοῦ ἔτους 600 ἢ 601 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Προκόπιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Δεκαπολίτης



Ὁ Ὅσιος Προκόπιος ὁ Δεκαπολίτης ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717 – 741 μ.Χ.) καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν πνευματικὴ γενναιότητά του ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂν καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχισμό, δὲν ἔμεινε στὴν ἀπομόνωση τοῦ κελιοῦ του, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν εἰκονομάχων. Γι’ αὐτὸ ὑπέστη πολλὰ βασανιστήρια, μαστιγώσεις, φυλακὲς καὶ ἐξορίες. Διακρίθηκε, ἐπίσης, στὸν ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν.
Ὁ Ἅγιος Προκόπιος φαίνεται ὅτι λίγο μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του κοιμήθηκε, ἐνῷ κατ’ ἄλλους ὑπέμεινε μαρτυρικὸ θάνατο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φερωνύμως προκόπτων ἐν ἀσκήσει Προκόπιε, ἤρθης ἐκ δυνάμεως Πάτερ, πρὸς ἀθλήσεως ἔλλαμψιν· Χρίστου γὰρ τὴν Εἰκόνα προσκυνῶν, Μαρτύρων ἀνεδείχθης κοινωνός· μεθ’ ὧν πρέσβευε παμμάκαρ διαπαντός, ὑπὲρ τῶν ἐκβοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνερνοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐωσφόρον σήμερον ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη ἅπασαν, κακοδοξίας τὴν ἀχλύν, διασκεδάζει τιμῶσά σε, οὐρανομύστα, Προκόπιε ἔνδοξε.

Μεγαλυνάριον.
Θείας ὑπαλείπτην σε προκοπῆς, καὶ ὁμολογίας, θεηγόρου ὑφηγητήν, Πάτερ εὖ εἰδότες, τοὺς πόνους σου τιμῶμεν, δι’ ὧν καταπυρσεύεις, ἡμᾶς Προκόπιε.

Ὁ Ὅσιος Θαλλέλαιος


Ὁ Ὅσιος Θαλλέλαιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κιλικία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐπειδὴ ἀγάπησε τὸν μοναχικὸ βίο, μετέβη στὴν πόλη τῶν Γαβάλων τῆς Συρίας, σὲ ὄρος ψηλὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε ναὸς τῶν εἰδώλων καὶ ἔστησε τὴν μικρὴ καλύβα του ἀσκητεύοντας μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ὅταν εἶδαν οἱ δαίμονες τὴν ἀρετή του, δοκίμασαν νὰ τὸν ἐκφοβήσουν. Δὲν μπόρεσαν ὅμως. Μὲ προσευχὴ τοὺς ἔκανε ἄφαντους. Ἐκεῖνοι τότε ἐξεμάνησαν καὶ ἄρχισαν νὰ σπᾶνε τὰ δένδρα καὶ ἐπειδὴ οὔτε μὲ αὐτὸ παρακίνησαν τὸν Ὅσιο, τὴ νύχτα μὲ φωνὲς καὶ θορύβους, ἐπιτίθονταν σὲ αὐτόν. Χωρὶς ὅμως νὰ κατορθώσουν τίποτα, ὑπεχώρησαν.
Ὁ Ὅσιος ἦταν γεμάτος ταπεινοφροσύνη. Ποτὲ δὲν ὑπερηφανεύθηκε γιὰ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὰ πνευματικὰ κατορθώματά του καὶ ὁδηγοῦσε πρὸς τὸν Χριστὸ πλανεμένες ψυχές. Ὅποτε μάλιστα τοῦ ἔκαναν λόγο ἐπαινετικό, ὁ Ὅσιος δὲν ἤθελε νὰ τὸν δεχθεῖ, διότι θεωροῦσε πνευματικὰ ὠφέλιμο νὰ προσέχει ποῦ ὑστεροῦσε καὶ ὄχι νὰ ἀκούει γιὰ τὴν προκοπή του.
Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ὅσιος ἐπιθυμοῦσε νὰ ζήσει πιὸ αὐστηρὸ ἀσκητικὸ βίο, ἐγκατέλειψε τὴν καλύβα καὶ ἔκτισε κελὶ τόσο στενό, ὥστε εἰσερχόταν σὲ αὐτὸ μὲ δυσκολία. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς ἐπὶ δέκα χρόνια, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τὸν βίο του συνέγραψε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴ Φιλόθεο Ἱστορία του.

Τυπικόν της 27ης Φεβρουαρίου 2013


Τετάρτη: Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Προκοπίου 
τοῦ Δεκαπολίτου.
 

Ἀπόστολος: 
Τῆς ἡμέρας· Τετάρτης λδ΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν (Β΄ Πέτρ. γ΄ 1-18).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· Τετάρτης ιζ΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ (Μᾶρκ. ιγ΄ 24-31).
 

Όπου κι αν έχεις πέσει, σε περιμένει. Έλα πίσω!


«Πατέρα, συχώρεσέ με!»
Από εδώ

Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαμηλά. Είχε αμαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεμός,  η τελική καταστροφή έχασκε μπροστά του.
Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;
Αυτός με τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας »! Πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διεῖλε», μοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το μερίδιο του και αμέσως «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέμμα;
Αλλά ήταν και οι φίλοι του, με τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. Δε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώμη;
Ήταν κι εκείνος ο μεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε μείνει στο σπίτι, άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;
Ποια δικαιολογία άραγε θα μπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχημα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει;
Αλλά όχι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αμετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχημένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωμένος. Θα προβάλλει ένα και μόνο επιχείρημα. Τη μετάνοιά του. Θα πει:
«Πάτερ, ἥμαρτον»! Έκανα σφάλμα μεγάλο, που αποστάτησα από σένα! Αμάρτησα βαριά! «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν», λύπησα τον ουράνιο κόσμο, που μπροστά του διέπραξα κακό. «Ἥμαρτον… καί ἐνώπιόν σου»! Σε πότισα φαρμάκι, σε πρόσβαλα, σπίλωσα το όνομά σου! «Πάτερ, ἥμαρτον»!
«Οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου», δεν το αξίζω πια να ονομασθώ γιος σου!
Ούτε ζητώ κάτι τέτοιο. Απλώς, σε παρακαλώ να ευδοκήσεις και να με δεχθείς «ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Να βρίσκομαι στη δούλεψή σου και να εξασφαλίζω ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Και πάνω απ’ όλα τη γαλήνη, την εμπιστοσύνη, την αγάπη που βασιλεύουν εδώ μέσα…
Το είπε και το έκανε. «Ἀναστάς ἤλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ». Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.

Ασφαλώς στο δρόμο η καρδιά του γοργοκτυπούσε από αγωνία. Ήταν τόσο δύσκολο το εγχείρημά του. Ταπεινωμένος, συντετριμμένος, εξουθενωμένος, βάδιζε βυθισμένος στις σκέψεις του, κρατώντας γερά ως οδηγό του και σωσίβιο τον εξομολογητικό λόγο: «Πάτερ, ἥμαρτον».
Αλλά τι βλέπει; Όνειρο μήπως; Ο πατέρας του τον διέκρινε από μακριά και τρέχει προς το μέρος του για να τον συναντήσει, να τον υποδεχθεί θερμά. Έρχεται, πέφτει γεμάτος πόνο και πόθο και ευσπλαχνία «ἐπί τόν τράχηλον αυτοῦ» και τον «καταφιλεῖ», τον πνίγει με ασπασμούς πατρικής αγάπης!
Ο άσωτος γιος όμως δε χάνει τα λόγια του, ούτε ξεθαρρεύει. Με το κεφάλι σκυμμένο από ντροπή, με δάκρυα καυτά στα μάτια, κράζει σπαραχτικά και ομολογεί: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου»! Είμαι ένοχος, άσωτος, αποστάτης! Είμαι ανάξιος, να λέγομαι γιος σου! Πατέρα μου, συγχώρεσέ με!…
Ο πατέρας δε δίνει απόκριση άλλη από εκείνη, που ήδη έμπρακτα είχε δώσει. Γυρίζει μόνο «πρός τούς δούλους αὐτοῦ» και με φωνή που τη ραγίζει λυγμός χαράς τους παραγγέλνει:
— Φέρετε γρήγορα «τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν»! θέλω να πάρει καινούργια όψη το παιδί μου! Ακόμη, «δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ», να φαίνεται ότι είναι άρχοντας εδώ μέσα! Και «ὑποδήματα εἰς τούς πόδας» να του βάλετε! Και «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», το θρεφτάρι μας, που το φυλάγουμε για τις μεγάλες γιορτές, τώρα να το σφάξετε και να στρώσετε τραπέζι, για να «εὐφρανθῶμεν»!
Ποια άλλη μέρα θα βρεθεί πιο γιορτινή απ’ αυτή; Ο γιος μου, «νεκρός ἦν καί ἀνέζησε»! «Ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη»! Ήταν πεθαμένος και ξαναζωντάνεψε και χαμένος και βρέθηκε.
Θα μπορούσε ο άσωτος να βρει πολλές δικαιολογίες, να προσκομίσει πολλά ελαφρυντικά. Θα μπορούσε να πει: «Πατέρα, λάθος έγινε. Ήταν η κακιά ώρα, οι φίλοι που με παρέσυραν, η δύσκολη ηλικία… ήρθαν και αλλεπάλληλες οι αναποδιές… ποιος μπορεί να προβλέψει ένα λιμό; Ατύχησα…»
Αλλά όχι. Ο άσωτος είχε το θάρρος και την τιμιότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, να ομολογήσει ξεκάθαρα την ενοχή του, να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα και τις όποιες συνέπειες των πράξεων του. Είχε τον ηρωισμό να κλάψει, να μετανοήσει, να ταπεινωθεί, να πει το «ήμαρτον».
Κι έτσι σώθηκε. Γιατί είχε διαλέξει το σωστό δρόμο. Το μονό δρόμο του λυτρωμού.

Πηγή: Εικόνες θλίψης & απόγνωσης (όχι τυχαία ασφαλώς!)

Πολλοί νέοι σήμερα μπροστά σε κάποιες πτώσεις τους τα χάνουν. Ή απελπίζονται ή προσπαθούν να ξεφύγουν και να ξεχάσουν ή επιστρατεύουν δικαιολογίες και επεξηγήσεις, για να κατοχυρωθούν. Όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι — διέξοδοι φυγής — ψευτοβολεύουν και μπαλώνουν τις καταστάσεις. Δε γιατρεύουν, δεν εξιλεώνουν την ψυχή.
Μία είναι η σωστή αντιμετώπιση της ενοχής. Η τίμια αποδοχή της. Και στη συνέχεια η κατανυκτική μετάνοια, η συντριβή, η Εξομολόγηση, η επανόρθωση, η επιστροφή.
«Πάτερ, ήμαρτον»! Έφταιξα, Θεέ μου! Πέφτω στα γόνατα και Σου ζητώ συγγνώμη! Επικαλούμαι ταπεινά το άπειρο έλεός Σου! «Ήμαρτον»!
Όλη η ευθύνη είναι δική μου. Κανείς άλλος δε φταίει. Εγώ προκάλεσα το τραύμα που με βασανίζει, εγώ δημιούργησα την πληγή. Δική μου η ενοχή.
Δε μου φταίξανε οι συνάνθρωποί μου, οι καταστάσεις, ο διάβολος… Εγώ θέλησα και διέπραξα την αμαρτία. Εγώ φταίω. Και δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. «Πάτερ, ήμαρτον»!…
Ω! Μόλις αρθρώσουμε την ευλογημένη αυτή φράση, όλα μεταμορφώνονται, επανορθώνονται, τακτοποιούνται. Θεία χάρη και έλεος φωτίζει την ψυχή. Μας ανακουφίζει. Ενθουσιασμός ιερός μας συνεπαίρνει, να επανορθώσουμε κάθε παλιά εκτροπή, ζημιά, αδικία… να κερδίσουμε το χαμένο δρόμο, το χαμένο χρόνο…
Κι ο στοργικός Πατέρας μας ακούγεται ν’ απαντά: «Ἐνδύσατε αὐτόν τήν στολήν τήν πρώτην»! «Ὁ υἱός μου οὗτος… ἀνέζησε»! Ξαναβρήκε τη ζωή!

***

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου, Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων)


Ἡ εὐαγγελική παραβολή
Ἡ εὐαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα εἶναι γνωστή σέ ὅλους μας ὡς παραβολή τοῦ Ἀσώτου.
Ἕνας ἄνθρωπος ἔχει δύο γιούς. Ὁ νεώτερος γιός ζητάει χωρίς περιστροφές ἀπό τόν πατέρα του τό μερίδιό του ἀπό τήν κληρονομιά.
Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό ἀποκομμένο ἀπό τό σύνολο τῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει. Τό κομμάτι αὐτό, ὅταν τό παίρνουμε δυναστικά, ἀντάρτικα, ὅπως καί ὅταν θέλουμε, δέν μᾶς ὁδηγεῖ στή ζωή, ἀλλά στήν ἀπόγνωση καί τήν καταστροφή.
Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀδυναμία, ἄν θέλετε, τοῦ νεώτερου γιοῦ, εἶναι ὅτι ὄντας ἀνώριμος δέν ἔχει φθάσει στό νά ξέρει, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πατέρα εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν οὐσία τοῦ υἱοῦ.
Καί ὁ πατέρας τοῦ δίνει τό κομμάτι, τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς περιουσίας, πού ζητάει. Εἶναι ἄρχοντας ἀγάπης. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνδιαφέρεται νά σώση τό παιδί του. Αὐτό βρίσκεται στό σκοπό τῆς ζωῆς του, εἶναι καταξίωση τοῦ εἶναι του. Δέν τόν ἐνδιαφέρει τί θά πῆ ὁ κόσμος, ὅπως ἐνδιαφέρει τόσο πολύ ἐμᾶς γιά τό πῶς θά χαρακτηρίσουν τό παιδί μας γιά τίς ἀστοχίες του, δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν θά χάση τό κῦρος του, ἄν παρουσιαστεῖ ὡς πατέρας ἀποτυχημένος, μέ παιδί πού ἀφήνει τό σπίτι καί φεύγει μακρυά. Ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πάει πιό μακριά ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νά πάει ἡ κρίση τοῦ κόσμου ἤ ἡ ἀνταρσία τοῦ γιοῦ του.
Γιά τόν λόγο αὐτό δέν τοῦ κάνει διδασκαλία μέ λόγια. Τώρα πρέπει νά τόν ἀφήσει νά περιπλανηθεῖ, νά πάθει, νά μάθει, νά δεῖ προσωπικά τό ψεῦδος καί τίς ἀνυπόστατες ἀπάτες.
Αὐτό ξέρει ὁ πατέρας, ὅτι εἶναι κάτι θανάσιμα ἐπικίνδυνο, ἀλλά δέν βλέπει ἄλλη λύση. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά τόν συντροφεύει πάντοτε μέ τήν ἀγάπη του, πού ὑπάρχει στό σπίτι, ἀλλά ἁπλώνεται παντοῦ. Δίνει ἀγωγή στό παιδί του ὑποφέροντας μυστικά ὁλόκληρος, βγαίνοντας στό σταυρό τῆς ἀναμονῆς.
Τό θέμα δέν εἶναι ὁ πατέρας νά κρατήσει διά τῆς βίας τόν γιό κοντά του, ἀλλά νά τοῦ δώση τή δυνατότητα, νά δημιουργήση τίς προϋποθέσεις, ὥστε ὁ ἴδιος μόνος του νά ἔλθει πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν πατέρα ὁρίζει τόν υἱό.
Καί ὁ ἄσωτος φεύγει. Πηγαίνει γιά νά ζήσει σέ μιά χώρα ξένη, ὅπου τά πάντα ξοδεύονται χωρίς νά ἀνανεώνονται. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μένει μόνος. Οἱ φίλοι του ἔμειναν κοντά του ὅσο κράτησαν τά πλούτη του. Ἀρχίζει νά ζεῖ τήν ἔκπτωση καί τήν ἐξαθλίωση. Καί ὅταν πηγαίνει νά ζητήσει βοήθεια τόν σπρώχνουν πιό χαμηλά. Τόν στέλνουν νά βόσκει χοίρους, νά ποιμάνει τά πάθη. Τόν κάνουν χοιροβοσκό. Τοῦ ἀρνοῦνται τή φύση του, τήν ἀνθρωπιά του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν εὐγένειά του. Τόν θεωροῦν ζῶο. 

Ἡ ἐπιστροφή καί ἡ μετάνοια
Ὅμως, ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στή μακρινή χώρα φανέρωσε καί τό τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχή εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, σέ ποιόν νά καταφύγει, ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωή καί ἀνάσταση γιά ὅλους.
Καί ἀρχίζει νά μονολογεῖ: "Μπορεῖ νά τά ἔχασα ὅλα! Μπορεῖ νά χάθηκα κι ἐγώ. Κυριολεκτικά νά πέθανα. Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού δέν χάνεται, δέν πεθαίνει. Εἶναι ὁ πατέρας μου καί ἡ ἀγάπη του. Δέν σκέφτομαι τά παιδιά του - εἶμαι ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο - σκέφτομαι τούς ὑπηρέτες του, πῶς τούς φέρεται, πῶς τούς χορταίνει. Θά σηκωθῶ καί θά γυρίσω πίσω καί θά πῶ στόν πατέρα μου: Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Σέ σένα πού ἔχεις τέτοια ἀγάπη πού γεμίζει οὐρανό καί γῆ. Σέ σένα πού ἀκόμη ἐδῶ, στή μακρινή χώρα τῆς στέρησης καί τῆς κόλασης, μέ συνοδεύεις. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τήν υἱοθεσία. Αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία μου. Δέν εἶναι ἡ περιουσία σου πού σπατάλησα. Καθύβρισα τή μιά σχέση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα. Πάτερ ἥμαρτον".
Ξέρετε, εἶναι σχετικά εὔκολο νά παραδεχθῶ τά λάθη καί τά ἐλαττώματά μου, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀναγνωρίσω ξαφνικά πώς ἔχω προδώσει, πώς ἔχω χάσει τήν πνευματική μου, τήν ἀληθινή μου ὀμορφιά, πώς βρίσκομαι τόσο μακριά ἀπό τό ἀληθινό μου σπίτι.
Καί ὁ ἄσωτος παίρνει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Πρίν ἀκόμη φθάσει στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτα, πέφτει ὁλόκληρος στήν ἀγκαλιά του καί τόν καταφιλεῖ. Ἤδη ὁ γιός κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντηση. Ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ἦταν μαζί μέ τό παιδί του. Αὐτό τό ὁποῖο παρακαλῶ νά προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη λέξη τῆς ὁμολογίας του δέν εἶναι "συγχώρα με", ἀλλά "πατέρα". Εἶναι τό ὄνομα τοῦ πατέρα πού ἀνεβαίνει ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του καί τοῦ δίνει τό θάρρος νά ἐλπίζει.

Ἡ πατρική ἀγάπη
Ἐκείνη τή στιγμή ὁ ἄσωτος ὁμολογεῖ τό λάθος του καί σιωπᾶ. Δέν μπορεῖ νά συνεχίσει. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα πού τόν διαλύει. Καί τό λόγο παίρνει ὁ πατέρας πού μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ. Δέν λέει στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του. Οὔτε ἄν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε ὅταν ἔφυγε. Οὔτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Οὔτε τόν μαλώνει γιά νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του. Αὐτά δέ λέγονται. Διότι ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσης τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθειᾶς σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης πού παραλύει τή γλώσσα.
Ἔτσι νίκησε ἡ πατρική ἀγάπη τό θάνατο. Καί ἄναψε τούτη ἡ χαρά, τό πανηγύρι, πού ἐνδύεται καί πάλι ὁ γιός τήν στολή τήν πρώτη, καί φορᾶ τό δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας, καί θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός. 

Οἱ δικές μας ἐπιστροφές
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή δέν μοιάζει μέ τίς δικές μας ἐπιστροφές ἤ τουλάχιστον αὐτές πού ἔχουμε στό μυαλό μας. Οἱ δικές μας εἶναι τοποθετημένες λίγο-πολύ σέ μιά νομικίστικη σχέση, σέ μιά ἀντίληψη πού καλλιεργεῖ μᾶλλον τίς συμφωνίες μεταξύ κυρίων πού δέν ἀθετοῦν τό λόγος τους, κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: Λοιπόν, πατέρα, νά τά συζητήσουμε, νά δοῦμε τά πράγματα ψύχραιμα. Νά δοῦμε σέ τίς φταῖς καί σέ τί φταίω. Νά βροῦμε ἕνα τρόπο συμβίωσης. Ὄχι ὅτι δέν μπορῶ νά ζήσω μακρυά ἀπό σένα. Μπορῶ, ἀλλά μιά καί εἶσαι πατέρας μου εἶπα νά γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά ἴδια.
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή εἶναι ἡ κόλαση τῆς λογικῆς καί τῆς δικαιοσύνης. Βλέπετε ὑπάρχει παραμονή στό σπίτι πού εἶναι περιπλάνηση σέ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει ἐπιστροφή πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπό τό σπίτι.
Δέν γνωρίζω πόση σχέση ἔχει ὁ καθένας μας μέ τόν πατέρα καί τό νεώτερο γιό. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι, ὅτι μποροῦμε νά γυρίσουμε στόν Πατέρα μας, γιατί ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐπικύρωση τῆς ἀξιοπρέπειάς μας, ἡ ἐπανεύρεση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας. Γι' αὐτό, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ, μᾶς λέγει: "Υἱέ μου δός μου τήν καρδιά σου. Ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ".

Ἡ Παραβολή τοῦ Ἀσώτου Ἀρχιμανδρίτης Ἀντώνιος Ρωμαῖος






Ἡ παραβολή αὐτή εἶναι ἡ διατύπωση τῆς πιό μεγάλης καί τῆς πιό ὁλοκληρωμένης καμπύλης πού διαγράφει ἡ ἀνθρώπινη ἀσωτεία.

Μέσα σ' αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος μᾶς δίνει νά κατανοήσουμε ὅλες τίς συντεταγμένες τῆς ἀνθρώπινης ἀσωτείας. Καί ὁ πρῶτος υἱός ὁ νεώτερος, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό σύμβολο τῆς ὁρατῆς, τῆς ἐμφανοῦς ἀσωτείας, ἐνῶ ὁ πρεσβύτερος υἱός εἶναι τό σύμβολο τῆς ἀφανοῦς ἀσωτείας.

Τό 15ον κεφάλαιον τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, περιλαμβάνει καί ἄλλες παραβολές, ὅπως τοῦ «ἀπολωλότος προβάτου», «τῆς ἀπωλεσθείσης δραχμῆς», τήν ὁποία ἀκολουθεῖ αὐτή τοῦ 'Ασώτου υἱοῦ. Μέ αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος ἀπαντοῦσε στούς ἐπικριτές Του, γιατί ἦταν «φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν».

Ἄς πάρουμε τά πράγματα μέ τή σειρά:

Ὁ Πατέρας ἔχει δυό παιδιά. Εἶναι χαρακτηριστικό σύμβολο ὅτι τή θέση τοῦ Πατέρα παίρνει ὁ Θεός. Τά δυό παιδιά εἶναι οἱ δύο βασικές κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων: Αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν χωρίς τό Θεό καί αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν «ἐν Θεῷ». Στήν παραβολή βέβαια ἔχουμε τό προβάδισμα τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ζητάει ἀπό τόν Πατέρα τήν περιουσίαν πού τοῦ ἀνήκει. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὁ Πατέρας «διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον». Δέν λέει ὅτι ἔδωσε στό μικρό Υἱό αὐτό πού τοῦ ἀνῆκε, ἀλλά λέει ὅτι ἔδωσε καί στά δυό παιδιά, αὐτό πού τούς ἀνῆκε.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχουμε τή θεολογική τοποθέτηση ὅτι, ὁ Πανάγαθος Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων προικίζει μέ τά ἴδια προσόντα ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δίνει σέ ὅλους τό αὐτεξούσιο, τήν ἐλευθερία, δίνει τά ψυχικά, τά σωματικά καί τά πνευματικά χαρίσματα, δίνει τίς δυνατότητες -πάντοτε μέσα σέ κάποιο περιβαλλοντικό πλαίσιο, σέ κάποια χωροχρονική συντεταγμένη- δίνει τίς προϋποθέσεις στόν ἄνθρωπο νά ὑπάρξει καί νά λειτουργήσει τήν ὕπαρξή του, τήν προσωπικότητά του, μέ αὐτεξουσιότητα καί ἐλευθερία.

Ὁ ἕνας λοιπόν Υἱός παίρνει τήν περιουσία του καί φεύγει μακριά καί ἐκεῖ τήν διασκορπίζει μέ ζωή ἄσωτη, σπάταλη, ἁμαρτωλή.

Δέν μᾶς λέει ἡ παραβολή τί ἔκανε ὁ Πρεσβύτερος, ἀλλά ἀπό τήν ἐξέληξι τῆς διη γήσεως εἶναι σαφές ὅτι, ἐφόσον τοῦ ἐδόθη ἡ περιουσία τήν πῆρε, ἀλλά δέν θέλησε νά ἀποχωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα. Κράτησε ὁ δεύ τερος Υἱός τήν θέση πού εἶχε στήν οἰκογένεια καί νομιμόφρων, ὑποτατεταγμέ νος, ἐργατι κός καί ἐπιμελής συνέχισε νά ζεῖ μέ τόν Πατέρα στό ἴδιο σπιτικό.

'Ενῶ ὅμως φαίνεται ἀπό τήν παραβολή ὅτι ὁ νεώτερος Υἱός φεύγει καί χωρίζεται ἀπό τόν Πατέρα, ὁ Πρεσβύτερος Υἱός δημιουργεῖ ἕναν ἄλλο χωρισμό πού δέν φαίνεται.

Ὁ Πατέρας παράλληλα δείχνει πώς ζεῖ τόν πόνο τοῦ χωρισμοῦ τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, πώς πονάει, ἐνδιαφέρεται καί προσδοκᾶ τήν ἐπιστροφή του.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός, ὅπως διαφαίνεται στή συμπεριφορά του στό τέλος τῆς παραβολῆς, ἀπορρίπτει τόν νεώτερο Υἱό. Ἀπορρίπτει τόν ἀδελφό του, τόν ξεχνάει. Ἀρχίζει νά διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά του ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του. Δέν συμβαδίζει μέ τόν Πατέρα στά αἰσθήματα, στό σεβασμό τῆς προσωπικότητας, στήν ἀγάπη. Κι αὐτός ὁ χωρισμός δέν φαίνεται. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη μορφή τῆς κρυφῆς ἀσωτείας.

Εἶναι ἀσωτεία τό ὅτι ὁ πρεσβύτερος Υἱός δέν τρέφει τά αἰσθήματα, τή σκέψη, τά φρονήματα, τή λαχτάρα, τήν ἀγωνία, τήν ἀγάπη γιά τόν ἀδελφό του. Ὅλα αὐτά δηλαδή πού τρέφει ὁ Πατέρας γιά τό νεώτερο παιδί Του.

Ὁ ἄνθρωπος χωρίς τό Θεό ἀρχίζει νά ζεῖ τή ζωή του, νά ὑπάρχει γιά τήν ἡδονή, νά τρυγᾶ τόν καρπό της μέχρι τό τέλος καί νά ἐξαντλεῖ τίς ψυχοσωματικές του δυνάμεις σ' αὐτό τό κυνηγητό τῆς ἡδονῆς. 'Εξαχρειώνεται καί βάζει τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τοῦ ὑποβαθμισμένου ὄντος, ἀκόμα πιό κάτω καί ἀπό τά ζῶα. Δέν ἔχει τή δυνατότητα νά φάει οὔτε τήν τροφή τῶν ζώων πού βόσκει.

Ὅλα αὐτά εἶναι συμβολικά καί φανερώνουν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού κυνηγάει τήν ἡδονή εὐτελίζεται, μειώνεται διαρκῶς μέχρι πού ἄν δέν μετανοήσει καταστρέφεται.

«Δαπανήσαντος δέ αὐτοῦ τά πάντα... οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ...». Μέχρι ἐδῶ διαγράφεται σ' αὐτούς τούς στίχους ὅλη ἡ ἐξαχρείωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, ἡ ὁποία θέλει νά ζήσει μακριά ἀπό τό Θεό, μέ τήν σπατάλη τῶν χαρισμάτων, σέ μιά «φιλία» μέ τούς ἀνθρώπους. Φιλία πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά παράχρηση ἤ κατάκριση τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο. Αὐτή ἡ φιλία δέν εἶναι βοηθητική, εὐφρόσυνη. Προκαλεῖ εὐχαρίστηση στά αἰσθητήρια, ἀλλά δέν εὐφραίνει πνευματικά, δέν παραμένει μετά ἀπό αὐτές τίς παραχρήσεις καί καταχρήσεις, δέν ἀφήνει τίποτα πού νά γεμίζει τόν ἄνθρωπο.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός φαίνεται -ἀπό τήν εἰκόνα πού μᾶς δίδεται στό τέλος- ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ μόχθου, τῆς νομιμότητας, τῆς ὑποταγῆς στό Θεό. Διατηρεῖ ἐπίσης μέσα του τήν ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, τὴς εὐφροσύνης, ἀλλά δέν τήν φανερώνει. Δέν τήν ἀνακοινώνει. Δέν τήν διεκδικεῖ. Δέν ζητάει τίποτα ἀπό τόν Πατέρα. Τήν στερεῖται φαινομενικά ἑκουσίως· ἀλλά μέσα του τήν κρατάει ὁλοζώντανη. Εἶναι κάτι πού τό ζῆ ἔξω ἀπό τή σχέση Του μέ τόν Πατέρα. Ἐδῶ διαφαίνεται μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἀσωτείας.

Εἶναι «ἀσωτεία» τό νά κρατᾶμε ἐπιθυμίες, θελήματα, δικαιώματα, σκέψεις, πού δέν τολμᾶμε νά ἀνακοινώσουμε στό Θεό Πατέρα, πού δέν μποροῦμε νά τά κάνουμε προσευχή.

Κι αὐτή ἡ ἀσωτεία εἶναι πολύ βαθιά μέσα μας, πού μᾶς ἐξαχρειώνει χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Ἐνῶ ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νεώτερου Υἱοῦ εἶναι τόσο φανερή καί κραυγαλέα.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός ζῆ ἔντονα αὐτή τήν κατάσταση, «τοσαῦτα χρόνια δουλεύω σοι...» κι αὐτό φανερώνεται μέ τό λόγο του. Ὄχι μόνον λοιπόν ἔχει ζωντανή αὐτή τήν ἐπιθυμία, ἀλλά μέσα στήν ἀπομόνωσή του, μέσα στήν αὐτονόμησή του τήν κρυφή, κάνει αὐτή τήν ἐπιθυμία κριτήριο γιά νά ἀναπτύξει τήν ἐπιθετικότητα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὅταν ἀργότερα 'Εκεῖνος θά δείξει τή στοργή Του στόν νεώτερο Ἄσωτο Υἱό πού ἐπιστρέφει.



Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ





‹‹Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν››

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ποὺ διαβάζεται σήμερα στὶς Ἐκκλησίες, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ὡς ἕνα μαργαριτάρι ἀνάμεσα στὶς παραβολὲς ἢ ὡς Εὐαγγέλιο ἀνάμεσα στὸ Εὐαγγέλιο. Μερικοὶ τὴν ὀνομάζουν παραβολὴ τοῦ πρεσβύτερου (μεγαλύτερου) υἱοῦ. Πράγματι, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ στάση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ὅταν ἦλθε στὸ σπίτι καὶ πληροφορήθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ του.Δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ καὶ κατηγοροῦσε τὸν πατέρα του ὅτι τάχα τὸν ἀδικεῖ. Ἡ κατηγορία ἑστιαζόταν στὸ ὅτι αὐτὸς δούλευε νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δὲν ἀμειβόταν ἐπαρκῶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο υἱὸ ποὺ ἔφαγε τὸ βίο του μετὰ πορνῶν, καὶ στὸ τέλος, ὅταν γύρισε, ἔτυχε καὶ καλῆς ὑποδοχῆς. Ἂς δοῦμε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ τῆς παραβολῆς.



Ποιὸς εἶναι ὁ πρεσβύτερος υἱός;

Οἱ περισσότεροι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι.Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησίαζαν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἄκουγαν, καὶ προφανῶς μερικοὶ μετανοοῦσαν, αὐτὸ δὲν ἄρεσε στοὺς Φαρισαίους. ‹‹Διεγόγγυζον οἳ τε Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντας ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς›› (Λουκ.15,2). Ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνιμη καὶ διαρκῆς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τέτοιου εἴδους παραβολές, ὅπως τοῦ χαμένου προβάτου καὶ τῆς χαμένης δραχμῆς, προσπάθησε νὰ τοὺς ἀλλάξει τὴν ἀντίληψη. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει πὼς ‹‹πάντα ἐστὶν φορητὰ διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφού››, δηλ. ὅλα εἶναι ἐπιτρεπτὰ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μας. Τόσο περισπούδαστη εἶναι ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεό, ὥστε νὰ θυσιάσει καὶ τὸν Υἱό Του, τὸ μόσχο τὸ σιτευτό, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Μία ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ πρεσβύτερου εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθη. Ὁ υἱὸς αὐτὸς συμβολίζει τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ποὺ βάσταξαν τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ποὺ δούλεψαν στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου ἀπ’ τὴν πρώτη ὥρα, αὐτοὶ ποὺ ὑπάκουσαν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτοῦν νὰ ἐφαρμοσθεῖ δικαιοσύνη. Νὰ ἀμείψει ὁ Θεὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἢ νὰ καταδικάσει τοὺς ἀσεβεῖς. Οἱ Ἅγιοι μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴ μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ ἀμέσως αὐτοὺς ποὺ ἐπιστρέφουν μετανοώντας σ’Αὐτόν. Μάλιστα τοὺς δίνει τὰ ἴδια δῶρα ποὺ χαρίζει καὶ στοὺς Ἁγίους. Σὰν νὰ διαμαρτύρονται οἱ Ἅγιοι (παραβολικὰ βέβαια ὅλα αὐτὰ κι ὄχι πραγματικά), ποὺ ὁ Θεὸς δείχνει μία ‹‹σκανδαλιστική›› συμπεριφορὰ ἐλέους καὶ εὐσπλαχνίας στοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀποδεικνύεται ἔτσι πὼς ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.



Μία παρανόηση τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων

Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται πνευματικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, αἰσθάνονται μία ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ δὲν μποροῦν νὰ παραδεχθοῦν πῶς μπορεῖ κι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν ζωὴ καὶ στὸ τέλος νὰ σωθοῦν. Νομίζουν πὼς ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἔχουν, λένε, κάνει καλὰ ἔργα καὶ δὲν πρόδωσαν ποτὲ τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ Θεό. Ὅμως ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ τονίζει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι πιὸ σπουδαία ἐργασία ἀπὸ τὰ νομιζόμενα καλά μας ἔργα. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν ἢ λίγων καλῶν πράξεων.

Ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, καὶ ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ὁ ληστὴς ἢ ἡ πόρνη ἢ ὁ τελώνης ἢ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του καὶ μὲ τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης Του τοὺς σώζει. Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ἔλεγε: ‹‹Μπορεῖ ὁ θεὸς νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός››. Ἀπὸ μᾶς ζητάει νὰ Τοῦ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ Τοῦ δώσουμε ὅλην τὴν πνευματικὴ ἰκμάδα καὶ ζωντάνια μας. Ἕνας ἀναστεναγμὸς ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας, παρὰ ἕνα δοχεῖο συναισθηματικὰ δάκρυα, ἔλεγε ὁ Γέροντας Παίσιος. Ἂς πλησιάσουμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ διάθεση συντριβῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε.

Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου (Λουκ.15,11-32) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος




 



«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς». Ἕνας πατέρας εἶχε δύο παιδιά. Ἡ μητέρα ἴσως εἶχεν ἀποθάνει. «Ὁ νεώτερος» ὡς ἄπειρος εἰς τὴν ζωὴν εἶπε εἰς τὸν πατέρα του. «Πάτερ, δός μοι, τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» Πατέρα, δός μου τὸ ἀνῆκον εἰς ἐμὲ μερίδιον τῆς περιουσίας μου. «Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον» ἐμοίρασεν ὁ Πατὴρ ( τὸν βιὸ) τὴν περιουσίαν εἰς τὰ δύο παιδιά του καὶ ὁ νεώτερος κατὰ τὸ Δευτερονόμιον 21,17 ἔλαβε τὸ 1/3 τῆς πατρικῆς περιουσίας, τὰ δὲ ἄλλα 2/3 ἀνῆκον εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱόν, διότι οὗτος ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν συντηρήσεως τῶν γονέων. «Καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ὁ νεώτερος υἱὸς ἐξαργυρώσας ἐντὸς ὀλίγου κινητὰ καὶ ἀκίνητα ἀνεχώρησε μακρὰν τῆς πατρικῆς κηδεμονίας, ἵνα ἐκεῖ χαρῇ, ὅπως ἐνόμιζε τὴν ζωήν του. «Ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Ἐδαπάνησε τὴν περιουσίαν ζῶν ἄσωτον βίον.

«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Σπαταλήσας δηλαδὴ τὰ χρήματά του καὶ μεγάλης πείνης ἐνσκηψάσης εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἤρχισεν ὁ δυστυχὴς υἱὸς νὰ ὑποφέρῃ ἀπὸ τὴν στέρησιν. «Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη» προσεκολλήθη «ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης» εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῆς ξενιτειᾶς, ὁ ὁποῖος «ἔπεμψεν» ἔστειλεν «αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους». Ὁ νέος οὗτος ἔγινε χοιροβοσκός, πρᾶγμα πολὺ μισητὸν εἰς τοὺς Ἑβραίους. Εἰς τοὺς ἀγροὺς μένων ὁ υἱὸς οὗτος «ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων, ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ». Δὲν κατώρθωνε νὰ χορταίνῃ οὔτε ἀπὸ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι διένειμαν τὰ ξυλοκέρατα εἰς τοὺς χοίρους, ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ἀρκετὰ πρὸς χορτασμόν. Λόγῳ τῆς πείνης ἦτο ἔλλειψις καὶ ἀπὸ ξυλοκέρατα.

Εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην εὑρισκόμενος ὁ ἄσωτος υἱὸς «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν ἔφη» συναισθανθεὶς δηλαδὴ τὸ κατάντημά του εἶπεν. «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!» Πόσοι ἡμερομίσθιοι ἐργάται εἰς τοὺς ἀγροὺς τοῦ πατρικοῦ μου σπιτιοῦ χορταίνουσιν ἀπὸ ψωμὶ καὶ ἐγὼ πεθαίνω ἀπὸ τὴν πεῖναν; Κατόπιν σκέψεως ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς: «Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ˙ πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου˙ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου˙ ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», θὰ σηκωθῶ, θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἡμάρτησα εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου. Ὅπως ἡ μετάνοια γίνεται αἰτία χαρᾶς τῶν Ἀγγέλων τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ, οὕτω καὶ ἡ ἁμαρτία λυπεῖ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀγγέλους. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Πάρε με ὡς ἕνα δοῦλον σου. Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε. «Ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» ἐσηκώθηκε καὶ ἤρχετο πρὸς τὸν πατέρα του.

Ὁ καλὸς πατὴρ ἔβλεπε πάντοτε πρὸς τὸν ὁρίζοντα, ὅταν ἔφυγεν ὁ υἱός του, μήπως φανῇ ἐπιστρέφων. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐνῶ ἀκόμη ἦτο μακρὰν ὁ υἱός, βλέπει αὐτὸν ὁ πατήρ του ἐπιστρέφοντα, σπεύδει πρὸς αὐτόν, τὸν ἐναγκαλίζεται καὶ τὸν φιλεῖ. Αἱ ἐκδηλώσεις αὗται τοῦ πατρὸς προήρχοντο ἐκ τῆς ἀγάπης του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν τοῦ υἱοῦ του. Ὁ υἱὸς ἰδὼν τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ πατρός του ἢ καὶ συγκινηθεὶς δὲν ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν ὅ,τι εἶχε προαποφασίσει «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» ἢ δὲν ἄφηκε αὐτὸν ὁ πατήρ του νὰ εἴπῃ τοῦτο. Εἶπε δὲ μόνον τὸ «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου».

Ὁ Πατήρ, ἵνα δείξῃ τὴν πλήρη συγγνώμην του πρὸς τὸν υἱόν του ἐνώπιον ὅλων, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐπέπληξεν, ἀλλὰ τοποθετεῖ αὐτὸν εἰς τὴν προηγούμενήν του θέσιν. Διὰ τοῦτο « εἶπε» διέταξεν «ὁ πατὴρ τοὺς δούλους αὐτοῦ «ἐξενέγκατε» βγάλτε ἀπὸ τὸ ντουλάπι «τὴν στολὴν τὴν πρώτην» τὴν καλλιτέραν στολὴν «καὶ ἐνδύσατε» δι’ αὐτῆς «αὐτὸν καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα» καινουργῆ «εἰς τοὺς πόδας καὶ ἐνέγκαντες» ἀφοῦ φέρετε «τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» τὸ καλοθρεμμένον μοσχάρι θύσατε» σφάξατε αὐτὸν «καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου» διότι ὁ υἱός μου οὗτος «νεκρὸς ἦν» ἦτο νεκρὸς «καὶ ἀνέζησε» ἀνεστήθη «καὶ ἀπολωλὼς ἦν» ἦτο χαμένος «καὶ εὑρέθη». Πόση ἦτο ἡ χαρὰ τοῦ Πατέρα! Αὐτὰ ὅλα ἔγιναν «καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι». Τὸ γλέντι ἄναψε! Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἐζήτησε μόνον ἄρτον, ὡς ἡμερομίσθιος ἐργάτης. Ὁ πατὴρ ὅμως τί ἔδωκε; Τὴν καλλιτέραν στολήν, δακτύλιον, ὑποδήματα καινουργῆ καὶ σφάξιμον τοῦ καλοθρεμμένου μοσχαρίου! Μὲ αὐτὰ θέλει νὰ τιμήσῃ ὁ Πατὴρ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ χαμένου παιδιοῦ του. Τὸν κάμνει πάλιν υἱόν του!

« Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ» ὁ μεγαλύτερος ὅμως υἱὸς ἦτο εἰς τὰ χωράφια, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὰς ἐργασίας. Κατὰ τὸ ἑσπέρας ἐπιστρέφων «ἤγγιζε τῇ οἰκίᾳ» ἐπλησίαζε τὸ πατρικὸν σπίτι καὶ «ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν» ἤκουσε ἄσματα δηλαδὴ μετὰ μουσικῆς καὶ χορούς, τὰ ὁποῖα συνώδευον τὰ ἀρχαῖα συμπόσια. Ὁ πρεσβύτερος οὗτος υἱὸς δὲν ἀνέβη εἰς τὸ σπίτι, ἀλλὰ ἔξω αὐτοῦ «προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων» καλέσας ἕνα ἀπὸ τοὺς δούλους «ἐπυνθάνετο, τί εἴη ταῦτα» ἐζήτει νὰ μάθῃ τί συμβαίνει. Ὁ προσκληθεὶς δοῦλος «εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει» ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἔλθει «καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» καὶ ὁ πατήρ σου ἔσφαξε τὸ καλοθρεμμένον μοσχάρι «ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν», διότι ἐγύρισεν ἀπὸ τὴν ξενιτειὰν ὁ ἀδελφός σου ὑγιής. Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς οὗτος ἀκούσας ταῦτα καὶ λυπηθεὶς «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν». Ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον. Ὁ Πατὴρ πληροφορεῖται ταῦτα καὶ «ἐξελθὼν» τοῦ οἴκου φροντίζει μὲ τὴν καλωσύνην του νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ τὸν δεύτερον πλανώμενον υἱόν του καὶ ὅπως σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς «ὁ Πατὴρ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» τὸν παρεκάλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον. Ὁ πλανώμενος οὗτος υἱὸς προβάλλει τὰ παράπονά του κατὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του λέγων. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» τόσα ἔτη σὲ δουλεύω πιστὰ «καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον» καὶ οὐδέποτε μοῦ ἔδωκας ἕνα κατσίκι «ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ» διὰ νὰ γλεντήσω καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς φίλους μου. «Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος » —Δὲν ὀνομάζει αὐτὸν ἀδελφόν του! Πόση περιφρόνησις!— «ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν» —δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ παραβολῇ τοῦτο. Πόσον μῖσος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του! —«ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν». Διὰ τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον υἱὸν ἔσφαξες τὸ καλὸ μοσχάρι.

Ὁ πρεσβύτερος οὗτος υἱὸς μὲ τὴν σκληρότητα ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του, μὲ τὴν δουλικὴν ἐργασίαν ἔναντι τοῦ πατρός του καὶ τὸν ἐγωϊσμόν του παριστᾷ τοὺς Φαρισαίους καὶ ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σκλαβωμένοι ἐργάται εἰς τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον, σκληροὶ οἱ Φαρισαῖοι οὗτοι εἰς τοὺς Τελώνας καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ οἱ Ἰουδαῖοι πρὸς τοὺς Ἐθνικούς, ἐγωϊσταὶ καθ’ ἑαυτοὺς καὶ παραπονούμενοι εἰς τὸν Xριστόν. Ὁ δὲ νεώτερος υἱὸς εἶναι οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἰουδαῖοι καὶ γενικῶς τὰ ἔθνη.

Ὁ Πατὴρ ἀπαντᾷ: «Τέκνον» παιδί μου «σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ» πάντα μαζί μου εἶσαι «καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν» καὶ ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. «Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει» ἔπρεπε ὅμως νὰ χαρῇς, «ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε» ἦτο νεκρὸς καὶ ἀνεστήθη «καὶ ἀπολωλὼς ἦν» χαμένος ἦτο «καὶ εὑρέθη». Ὁ πατὴρ ὀνομάζει τὸν πρεσβύτερον υἱὸν «τέκνον» ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν τὸν ὠνόμασε πατέρα! Ὀνομάζει ἐπίσης αὐτὸν ἀδελφὸν τοῦ ἐπιστραφέντος ἀσώτου υἱοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν ὠνόμασε αὐτὸν ἀδελφόν του , ἀλλὰ «ὁ υἱός σου»! Ἡ διαγωγὴ αὕτη τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πόσον θαυμάσια ἐκφράζει τὴν φαρισαϊκὴν νοοτροπίαν ἔναντι τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ γενικῶς τὴν Ἰουδαϊκὴν περιφρόνησιν ἔναντι τῶν ἐθνικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιζητεῖ νὰ ἐπιστρέψῃ ὁ Χριστός! Ὁ Χριστὸς συνιστᾷ εἰς τοὺς Φαρισαίους, ὅτι πρέπει νὰ χαίρωνται διὰ τὴν μετάνοιαν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι πρέπει νὰ χαίρωσι διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν εἰδωλολατρῶν.

Δὲν ἀναφέρεται, ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ πατρικὸν σπίτι. Καὶ οἱ Φαρισαῖοι δὲν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀπότομον κλείσιμον τῆς παραβολῆς ταύτης θέλει νὰ δηλώσῃ τὴν ἀχαρακτήριστον διαγωγὴν τῶν Φαρισαίων ἔναντι τῶν ἁμαρτωλῶν.

Εἰς τὰς δύο προηγουμένας παραβολὰς προβάτου καὶ δραχμῆς ἡ ἀπώλεια ἦτο 1/100 εἰς τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον, 1/10 εἰς τὴν χαμένην δραχμήν. Ἐπὶ τοῦ ἀσώτου ὅμως υἱοῦ ἡ ἀπώλεια εἶναι μεγαλυτέρα τὸ 1/2, διότι εἶναι εἷς ἐκ δύο ἀδελφῶν.

Ἡ παραβολὴ αὕτη εἶναι θαῦμα ψυχολογίας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μετανοίας. Ἂς ἀναλύσωμεν ψυχολογικῶς καὶ ἐποικοδομητικῶς τὴν παραβολὴν ταύτην ὑπὸ τὰς δύο κυρίας γραμμάς της, τῆς ἁμαρτίας καὶ μετανοίας.


Θέμα: α) Ἁμαρτία

Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀσώτου τούτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ ἔχει δύο ὄψεις: τὴν ἀσωτείαν καὶ τὸ κατάντημα ταύτης. Ἂς ἴδωμεν εἰς τὸν ἄσωτον υἱὸν καὶ εἰς πάντα ἁμαρτωλὸν καὶ τὰ δύο ταῦτα.

Πρῶτον. Ἡ ἀσωτεία. Ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς ἦτο ὁ νεώτερος. Οὗτος ὡς μικρότερος καὶ ἄμυαλος θέλει ἐλευθερίαν καὶ χρῆμα. Ζητεῖ καὶ λαμβάνει ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιόν του καὶ φεύγει εἰς μακρυνὴν χώραν. Καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς εἶναι ἄμυαλος, ἐπιπόλαιος, διὰ τοῦτο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὁ ἄσωτος υἱὸς προχωρεῖ. Σὲ κάθε στροφὴ τοῦ δρόμου δοκιμάζει μὲ τὰ χέρια του, ἂν εὑρίσκωνται τὰ δισάκκια μὲ τὰ χρήματα τῆς ἐκποιηθείσης πατρικῆς περιουσίας εἰς τὴν σέλλα τοῦ ἀλόγου του. Τὸ αὐτὸ κάμνει καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Γλῶσσα, αὐτιά, καρδία, σῶμα, ψυχή, ὡραιότης σώματος, εὐφυΐα πνεύματος, ἐλευθερία, χρήματα, ὑγεία, εἶναι τὰ κυριώτερα χαρίσματα. Ἀπομακρυνόμενος τοῦ Θεοῦ ὁ ἁμαρτωλός, νομίζει ὡς ἰδικά του τὰ χαρίσματά του. Θέλει νὰ τὰ γλεντήσῃ ἀδέσμευστος ἀπὸ τὴν θείαν κηδεμονίαν.

Φθάνει εἰς τὴν ξενιτειὰν ὁ ἄσωτος, μακρὰν τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἁμαρτωλός. Τὰ γλέντια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀρχίζουν. Ὁ μικρὸς οὗτος πρίγκηψ —ἐπαρχιώτης λαχταρᾷ τὰ μεγαλεῖα. Μὲ πόσην ὁρμὴν θὰ μετεπήδησεν ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπαρχίαν εἰς τὴν πολυτελῆ πρωτεύουσαν εἰς τοιαύτην νεανικὴν ἡλικίαν! Τὰ χρήματα κατ’ ἀρχὰς ἐφάνησαν ἀνεξάντλητα. Ἐνοικιάζει μίαν ὡραίαν κατοικίαν, ἀγοράζει μερικοὺς δούλους, ἐνδύεται ὡς ἄρχων, χαρτοπαίζει. Φίλοι καὶ φίλαι σὰν μανιτάρια ξεφύτρωσαν γύρω του, ἐπειδὴ καὶ ἐφ’ ὅσον εἶχε χρήματα. Ἐκλέγει τὰς ὡραιοτέρας γυναῖκας τῆς πόλεως καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγνώριζον χορόν, μουσικήν, τραγούδι καὶ τὴν τέχνην τοῦ νὰ ἐνδύωνται μεγαλοπρεπῶς καὶ νὰ ἐκδύωνται μετὰ χάριτος. Κανένα δῶρον του δι’ αὐτὰς εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῆς σαρκικῆς ἡδυπαθοῦς μαλθακότητος δὲν ἦτο πολύτιμον. Ὅλα σπαταλῶνται!

Τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα καλὰ καθ’ ἑαυτὰ γίνονται χάντρες σκόρπιες, ὅταν ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὴν κλωστὴν τοῦ κομπολογιοῦ, τὴν θείαν συνοχήν. Δὲν δύναται ὁ Θεὸς οὔτε ὁ ἄνθρωπος νὰ χαροῦν τὸ παίξιμον αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας των! Καὶ κάτι χειρότερον. Τότε τὰ καλλίτερα χαρίσματα γίνονται λαμπρότεραι κακίαι. Ἡ γλῶσσα τίθεται εἰς βρωμολογίαν, ἡ καρδία γίνεται ἕδρα τοῦ κακοῦ, ἡ ψυχὴ ὄργανον τοῦ Διαβόλου, ἡ ὡραιότης τοῦ σώματος δυσωδία τῆς ἁμαρτίας, ἡ εὐφυΐα τοῦ πνεύματος ραφινάρισμα τοῦ κακοῦ ὡραιότερον! Μήπως καὶ ἡ σπατάλη τῶν χαρισμάτων τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν δαίμονες, εἰς τοῦτο δὲν συνίσταται; Διετήρησαν ὅλα τὰ ἀγγελικὰ χαρίσματα: εὐκινησίαν, εὐφυΐαν, λαμπρότητα, ἔχασαν ὅμως τὴν θείαν συνοχήν. Διὰ τοῦτο μετέβαλον αὐτὰ εἰς κακίας. Ὁποία σπατάλη!

Ἡ σαρκικὴ ἡδονὴ καὶ πᾶσα ἁμαρτία ὁμοιάζουσι μὲ ἕνα βαρέλι κρασί. Εἰς τὸν πυθμένα τοῦ βαρελιοῦ, ὑπάρχει ἡ ὑποστάθμη, ἡ λάσπη. Ὅποιος πίνει τὸ κρασὶ τῆς ἡδονῆς, μεθυσμένος θὰ πίῃ καὶ τὴν λάσπην, τὴν συχαμάρα, καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη, τὴν τρεμούλαν, τὴν κρυάδα, τὸ τουρτούρισμα τῆς ἡδονῆς, τὴν ὀδύνην. Ἔπιε τὸ κρασὶ τῆς ἡδονῆς ὁ ἄσωτος νεαρὸς οὗτος ἐπαρχιώτης, ὅπως καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς μέχρι τρυγός, μέχρι τῆς λάσπης πίνει τὴν ἁμαρτίαν. Τὸ κατάντημά του εἶναι τρομερόν.


Δεύτερον. Τὸ κατάντημα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἰδού. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ. Διὰ τὸν ἄσωτον υἱὸν τὰ δισάκκια ἔγιναν πανὶ μὲ πανί! Οἱ φίλοι καὶ αἱ φίλαι ἐξηφανίσθησαν. Μεγάλη πεῖνα ἐνέσκηψεν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην. Κανεὶς δὲν τὸν προσέχει. Ἐπώλησεν ὅ,τι εἶχεν. Ὁ δυστυχὴς οὗτος πτωχός, γυμνὸς σὰν τὸ σκουλήκι, ἀφίνει τὴν πόλιν καὶ ἔξω ταύτης δέχεται τὴν ἐξευτελιστικὴν δουλειὰ τοῦ χοιροβοσκοῦ. Οὐδεὶς Ἑβραῖος ἔδιδεν εἰς γάμον τὴν κόρην του εἰς χοιροβοσκὸν καὶ οὐδεὶς ἐλάμβανε τὴν κόρην χοιροβοσκοῦ τινος, ὡς νύμφην ἀντὶ ὅλου τοῦ χρυσοῦ τοῦ κόσμου. Δὲν ἔγινε ποιμὴν προβάτων ὡς ἦσαν οἱ Πατριάρχαι, ἀλλὰ βοσκὸς χοίρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπληστοι, ρυπαροί, θορυβώδεις. Ἔγινε δοῦλος εἰδωλολάτρου τινός. Ἐζήτησε ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τώρα «ἐκολλήθη» εἰς ἀλλοεθνῆ κύριον!

Τὸ ἐξωτερικὸν ἀπαίσιον κατάντημα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ συνεχίζεται. Εἰς τὸν ὦμον του ἔφερε τὸ φόρεμα τοῦ δούλου ἀκάθαρτον καὶ βρωμερόν. Εἰς τὰ πόδια του τὰ παπούτσια ἦσαν τρυπημένα. Εἰς τὸ κεφάλι του ὡς κάλυμμα εἶχεν ἕνα κομμάτι κουρέλι ξεβαμμένο. Τὸ ὡραῖον καὶ νεανικόν του πρόσωπον ἦτο ἡλιοκαημένον, σκελετωμένον, μακρουλὸ καὶ εἶχε τὸ χρῶμα τῆς λάσπης καὶ τοῦ μολυβιοῦ. Ποῖος φορεῖ τὰ λινά του ροῦχα πλεγμένα καὶ ὑφασμένα εἰς τὸ σπίτι του; Εἰς ποῖον παλαιοπωλεῖον νὰ ἐπώλησε καὶ ἀντὶ ποίας τιμῆς τὰ ροῦχα του, τὸ δακτυλίδι του;

Πόσοι ἁμαρτωλοὶ δὲν κατήντησαν ἀκριβῶς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν πρὸς τὸν ἄσωτον υἱόν! Ἀλλὰ ἂν διατηροῦνται ἁμαρτωλοί τινες ἐξωτερικῶς εἰς καλὴν ἐμφάνισιν, ἐσωτερικῶς εἶναι ἄθλιοι. Καὶ συγκεκριμένως: Τοῦ ἀσώτου ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν πατρικὴν κηδεμονίαν ἔγινε σκλαβιά. Καὶ ἡ ἰδική σου, ἁμαρτωλέ, ἐλευθερία ἄνευ Θεοῦ θὰ γίνῃ σκλαβιά. Σκλάβα γίνεται ἡ κοκεταρισμένη γυναῖκα τοῦ ἑαυτοῦ της, τῆς μόδας, σκλάβος ὁ ἐπαρχιώτης τοῦ βρωμογυναίου. Τυραννία ἔχουν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐγκληματικὴν ὀργάνωσιν. Δὲν σκέπτονται. Ἐνεργοῦν κατ’ ἐντολήν. Ὑπήκοοι μέχρι θανάτου, νὰ σκοτώνουν καὶ σκοτώνωνται. Ὁποία σκλαβιὰ εἰς τὸ χαρτοπαίγνιον κ.λπ.! Ὁ Κύριος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι χοιροβοσκὸς ὁ ἄσωτος, εἶναι ὁ Διάβολος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ ὁ ἁμαρτωλός. Χοίρους βόσκει ὁ ἄσωτος, τὰ πάθη του ὑπηρετεῖ καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Ξυλοκέρατα φροντίζει νὰ γέμισῃ τὴν κοιλίαν του ὁ ἄσωτος, μὲ ἁμαρτίας φροντίζει νὰ γεμίζῃ τὴν ψυχήν του ὁ ἁμαρτωλός. Ἀλλά, ὅπως τὰ ξυλοκέρατα τρωγόμενα κατ’ ἀρχὰς εἶναι γλυκά, ἔπειτα ὅμως τζιφίζουν ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία. Κατ’ ἀρχὰς εἶναι γλυκειὰ καὶ ἔπειτα τζιφή. Τὰ ξυλοκέρατα δὲν τὰ εὕρισκε ὁ ἄσωτος, οὔτε καὶ ὅταν τὰ εὕρισκε, τὸν ἐχόρταινον. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτία. Οὔτε τὴν εὑρίσκεις πάντοτε, οὔτε καὶ ὅταν τὴν εὕρῃς, ἱκανοποιεῖ τὴν ψυχήν σου. Οὐδέποτε ἡ κοιλία χορταίνει ἀπὸ ξυλοκέρατα καὶ ἡ καρδία ἀπὸ ἁμαρτίας.

Κάποιο ἄλλο ὅμως κατάντημα εἶναι χειρότερον, τὸ ψυχικόν, ἡ ἀπόγνωσις. Μέχρι τώρα ἡ ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, ὁσάκις ἤγγιζε τὴν σκέψιν του, ἀπεπέμπετο. Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι μὲ αὐτὰ τὰ χάλια, εἰς τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον περιεφρόνησε, εἰς τὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τόσον νὰ λυπηθῇ; Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν ἀδελφόν, τὸν ὁποῖον ζηλεύει διὰ τὴν νίκην του, διότι ἔμεινεν ἐκεῖνος σπίτι; Νὰ ἐπιστρέψῃ χωρὶς ὑποδήματα, ἐνδύματα, ἀπένταρος, χωρὶς δακτυλίδι, ἀλλαγμένος, ἀγνώριστος ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, τὴν πεῖναν, λερωμένος ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα χοιρινὰ καὶ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἐπιδείξεως πνεύματος εἰς τὸν ἀδελφόν, εἰς τοὺς γειτόνους του; Νὰ γονατίσῃ εἰς τὰ πόδια τοῦ γέροντος πατέρα του, τὸν ὁποῖον φεύγων οὐδὲ ἀπεχαιρέτισε; Νὰ γυρίσῃ σὰν σκουλήκι, ἐνῶ ἔφυγε σὰν πρίγκηπας; Νὰ πίῃ νερὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἔφτυσε; Νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον δι’ αὐτόν; Τὴν ἰδίαν ἀπόγνωσιν αἰσθάνεται καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Πατρός Του, εἰς τὴν ἐκκλησίαν; Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν Πνευματικόν του πατέρα, τὸν ὁποῖον περιεφρόνησε; Νὰ ἴδῃ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν πιστοί; Τί θὰ εἴπουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν γνωρίζουν μὲ τὴν ἐπιστροφήν του; Θὰ γίνῃ ἀντικείμενον γέλωτος! Νὰ πίῃ νερὸ ἐκεῖ ποὺ ἔφτυσε; Εἶναι ἄθλιος, λερωμένος, ἀγνώριστος. Ἡ ἀπόγνωσις εἶναι τὸ χειρότερον κατάντημα τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα καταντήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Μεγάλος ζωγράφος Λεονάρδος Δα—Βίντσι προκειμένου νὰ ζωγραφίσῃ τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον ἐκοπίασε πολὺ νὰ εὕρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα κυρίως διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸν Ἰούδα. Κάποτε εἰς μίαν ἐπίσημον λειτουργίαν τὸ βλέμμα του ἐσταμάτησε εἰς ἕνα νεαρὸν ψάλτην, ὁ ὁποῖος εἶχε φυσιογνωμίαν ἁπλῆ καὶ ἁγνή. Τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶχεν εὑρεθῇ. Ὠνομάζετο Πέτρος Μπαντινέλλι. Ὁ περίφημος πίναξ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου κατεσκευάσθη μὲ πρότυπον διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ τὸν Πέτρον Μπαντινέλλι. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ κατάλληλον πρόσωπον διὰ τὸν Ἰούδα. Περιμένει ἐπὶ 10 ἔτη νὰ εὕρῃ τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Τέλος ἕνα πρωὶ συναντᾷ εἰς μίαν γωνίαν μίας πλατείας ἕνα μέθυσον, ὁ ὁποῖος ἐζητιάνευε. Τὸ πρόσωπόν του χαλασμένο ἀπὸ τὸ κρασὶ καὶ τὴν ἀκολασίαν ἔκανε εἰς τὸν ζωγράφον μεγάλην ἐντύπωσιν. Εὑρῆκε τὸ πρόσωπον διὰ τὸν Ἰούδα. Ζητεῖ τὸ ὄνομά του. Μὲ φωνὴ βραχνὴ καὶ τρεμουλιαστὴ ἀπαντᾷ. Πέτρος Μπαντινέλλι. Ὁ Λεονάρδος ἐξεπλάγη, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευεν ὡς μοντέλλο διὰ τὸν Χριστόν, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας χρησιμεύει ὡς μοντέλλο διὰ τὸν Ἰούδα. Ποῖον τὸ κατάντημα τῆς ἁμαρτίας! Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ Μετάνοια.



Θέμα: β) Μετάνοια.

Καὶ ἡ μετάνοια ἔχει δύο ὄψεις: τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν ἐπιστροφήν.

Πρῶτον: Ἡ συναίσθησις. Διὰ τὸν ἄσωτον υἱὸν ὁ Κύριος λέγει. «Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυτόν». Μέχρι τώρα ὁ ἄσωτος καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς ἀπομακρυνθέντες τοῦ Θεοῦ—Πατρὸς ἀπουσιάζουσι καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, εἶναι ἐκτὸς ἑαυτῶν, ἔξω φρενῶν. Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἀρχίζει νὰ κάμπτεται. Ἡ μετάνοια προβάλλει τὰς πρώτας ἀκτῖνας. Ἐνθυμεῖται ὁ ἄσωτος υἱὸς ὅτι, ὅπως λέγει ἡ λαϊκὴ παροιμία, «τὸ αἷμα νερὸ δὲν γίνεται». Ὁ πατέρας του δηλαδὴ ὅσον καὶ νὰ προσβληθῇ, δὲν ἀρνεῖται τὸ αἷμα του. Ἐὰν δὲν μὲ θέλῃ ὡς παιδί του, εἶπεν ὁ ἄσωτος, ἂς μὲ πάρῃ ὡς δοῦλον του. Ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὸν υἱὸν ἑνὸς ἄλλου ὡς ὑπηρέτην, ἂς πάρῃ τὸν ἴδικόν του υἱὸν ὡς δοῦλον. Δὲν ζητῶ τὴν ἀγάπην, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ ἕνα κομμάτι ψωμὶ εἰς τὴν κουζίνα! Τὴν αὐτὴν σωτηριώδη ταπείνωσιν πρέπει νὰ αἰσθάνεται καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς ἐπιστρέφων. Πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀνάξιον τῆς θείας δωρεᾶς. Ἐνῶ ταῦτα αἰσθάνεται ὁ ἄσωτος υἱὸς διὰ τὸν Πατέρα του, τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἑαυτόν του, διὰ τοὺς ἄλλους «ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν» αἰσθάνεται τὰ ἑξῆς: Ἔμαθεν, ὅτι οἱ φίλοι καὶ αἱ φίλαι, μὲ τοὺς ὁποίους ἐδαπάνησε τὰ ἀγαθά του, δὲν ἀγαποῦσαν αὐτὸν ἀλλὰ αὐτά. Ὁ θαυμασμός των διὰ τὴν ὡραίαν του φωνήν, διὰ τοὺς λαμπρούς του ὀφθαλμούς, διὰ τὰ πολλά του χρήματα, τὴν κοινωνικήν του θέσιν, δὲν ἦσαν ἡ ἀγάπη τοῦ ἴδιου. Ἔμαθε δηλαδὴ ὅτι ἡ κατὰ κόσμον ἀγάπη εἶναι φευγαλέα, διότι ἡ κοσμικὴ αὕτη ἀγάπη εἶναι συγκεκαλυμμένος ἐγωισμός. Ἔμαθεν, ὅτι ἀπὸ υἱὸς ἔγινε δοῦλος, ἀπὸ ἐλεύθερος σκλάβος, ἀπὸ πλούσιος πτωχός, ἀπὸ ἀφέντης χοιροβοσκός. Ἡ ἁμαρτία τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔκαμε σκλάβον. Ὁ ἄσωτος ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὴν πενίαν ἐπῆγεν εἰς τὴν πεῖναν, τρώγει καὶ δὲν χορταίνει ἔγινε πραγματικὴ καταβόθρα εἰς περιεχόμενον καὶ ἀδηφαγίαν. Εἴτε ἔχει εἴτε ὄχι, πεινᾷ.

Τὰ αὐτὰ θὰ αἰσθανθῇ καὶ πᾶς ἁμαρτωλός. Ἀφοῦ ἔμαθε τὰ δύο ταῦτα πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὸν πλησίον μαθήματα, ὁ ἄσωτος ἐνθυμεῖται τοὺς μισθίους, τοὺς δούλους τοῦ πατρικοῦ του οἴκου. Πόσην ἔκτασιν, ποίους ὁρίζοντας ἤνοιξεν εἰς αὐτὸν ἡ συναίσθησις αὕτη! Μαζὶ μὲ τὴν ἔκτασιν ἡ συναίσθησις αὕτη ἔχει καὶ βάθος ὠφέλιμον, διότι πολεμεῖ τὴν ἀπόγνωσιν. Θὰ πολεμήσῃ τὴν ἀπόγνωσιν μὲ τὴν ταπείνωσιν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ διὰ πάντα ἁμαρτωλόν. Ὅσον βαθεῖα εἶναι ἡ ἀπόγνωσις μέχρις ὅτου μετανοήσῃ, τόσον βαθεῖα εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ταπείνωσις, ὅταν ἔλθῃ ἡ μετάνοια. Βαθύνει ἡ ἀπόγνωσις τὸ βάραθρον τῆς ἀπώλειάς μας; Βαθύνει καὶ ἡ ταπείνωσις τὸ βάθος τῆς εὐτυχίας διὰ τῆς μετανοίας. Ἡ ἐξωτερικὴ δυστυχία ὡδήγησε τὸν ἄσωτον εἰς συναίσθησιν τῆς καταστάσεώς του. Τὰ δυστυχήματα τῆς ζωῆς εἶναι βουκέντραι, ἵνα ξυπνήσῃ ἡ ἐν μέσῳ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κακοῦ κοιμισμένη ψυχή μας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ. Πόσον βαθεῖα εἶναι ἡ συναίσθησις, ὅταν ὁ μετανοῶν βλέπῃ διὰ ταύτης τὸν κόσμον, τὸν Θεόν, τὸν ἑαυτόν του!

Δεύτερον. Ἡ ἐπιστροφή. Ὁ ἄσωτος δὲν ἀρκεῖται εἰς συναισθήματα καὶ σκέψεις, προβαίνει εἰς πρᾶξιν. Ἐπιστρέφει. Ζητιανεύει καθ’ ὁδὸν ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ τὸ τρώγει μὲ τὰ ἁλμυρά του δάκρυα. Ὁ πατέρας περιμένει. Τὸν βλέπει, ὅταν προβάλλῃ μακρὰν καὶ τρέχει πρὸς συνάντησίν του.Τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν φιλεῖ. Ὁ υἱὸς αἰσθάνεται τρυφερότητα καρδίας καὶ ἐκ ταύτης σύγχυσιν μυαλοῦ. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ πατρικά φιλήματα. Εὐθὺς ὡς ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸν πατρικὸν ἐναγκαλισμόν, ρίπτεται κατὰ γῆς καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸ «Πάτερ ἥμαρτον...». Ὁ υἱὸς ταπεινώνεται μέχρι τοῦ νὰ ἀρνῆται, ὅτι εἶναι υἱός. Ὁ πατὴρ τόσον περισσότερον αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πατὴρ νέου υἱοῦ.

Τὸ ἴδιον πρέπει νὰ αἰσθάνεται καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς μετανοῶν. Βεβαιότατα! Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός, ὅπως καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς δὲν ἐπιστρέφουν ἀεροπορικῶς ἀλλὰ πεζῇ, ἐν μετανοίᾳ. Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς συναισθήματα μόνον καὶ ἐμβαθύνσεις ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ κινηθῇ. Εἰς τὰς ἄλλας δύο παραβολὰς τῆς δραχμῆς καὶ τοῦ προβάτου φαίνεται, ὅτι ὁ Θεὸς μετέβη πρὸς τὸν ἁμαρτωλόν. Ἐδῶ ὅμως τονίζεται, ὅτι καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς πρέπει νὰ κινηθῇ πρὸς τὸν Θεόν. Θὰ δακρύσῃ, θὰ φάγῃ τὸν ἄρτον του μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας του, θὰ πονέσῃ, θὰ συντριβῇ ὁ ἁμαρτωλός, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Θεόν του.

Ὁ πατὴρ βλέπει τὸν ἐπιστρέφοντα υἱόν. Ὁ Θεὸς προσέχει ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ βλέπει ταύτην μακρόθεν. Ὁ Θεὸς δὲν λησμονεῖ τὸν ἁμαρτωλόν, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν ξενιτειάν, ἀλλὰ τὸ βλέμμα Του ἐρευνᾷ τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, μήπως διακρίνῃ ἐλάχιστον νεῦμα ἐπιστροφῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Μετὰ τὴν ἐπίπονον ὁδοιπορίαν τῆς ἐμπράκτου μετανοίας ἔρχεται ὁ ἐναγκαλισμὸς τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἐναγκαλισμὸς αὐτὸς εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅταν μετανοῇ. Ὅσον ταπεινώνεται ὁ ἁμαρτωλὸς πίπτων εἰς τὰ πόδια τοῦ πατρός, τόσον περισσότερον ὁ πατὴρ Θεὸς ἐναγκαλίζεται τὸν τοιοῦτον ἁμαρτωλόν. Ὁ ἁμαρτωλὸς υἱὸς ἀρνεῖται ἀπὸ ταπείνωσιν, ὅτι εἶναι υἱός. Ὁ πατὴρ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπην τοῦ παραθέτει τράπεζαν. Ὁ μόσχος ὁ σιτευτός, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη διὰ τὸν ἐπιστραφέντα ἄσωτον, εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη διὰ τὸν ἁμαρτωλόν.

Ὁ δακτύλιος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, εἶναι ὁ ἀρραβὼν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸν μετανοήσαντα ἁμαρτωλόν. Ὅπως ὁ ἀρραβὼν εἶναι μέρος καὶ ἐγγύησις τοῦ ὅλου, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ χαρά, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς εἶναι μέρος τῆς μελλούσης ἀνεκλαλήτου χαρᾶς καὶ ἐγγύησις ταύτης. Ἡ στολὴ ἡ πρώτη, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον, εἶναι ἡ χάρις ἐδῶ καὶ ἡ δόξα εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἀλλὰ ἔχασε διὰ τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον, εἶναι ἡ νέα χριστιανικὴ ὁδός, τὴν ὁποίαν θὰ βαδίσῃ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός. Ἡ συμφωνία τῶν ὀργάνων καὶ τὸ συμπόσιον γενικῶς εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ ζηλοτυπία τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ κατὰ λέξιν εἶναι ἡ ζηλοτυπία τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν νομιζομένων σημερινῶν δικαίων διὰ τὴν χαράν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐδέχετο ὁ Κύριος τοὺς ἁμαρτωλούς. Κατὰ βάθος ὅμως ἡ ζηλοτυπία τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ ἐκφράζει τὸ ἑξῆς: Τόση θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι μετενόησαν, ὥστε «πόρναι καὶ Τελῶναι προάγουσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καὶ —ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις —οἱ ἅγιοι θὰ ζηλοτυπήσουν τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῆς μετανοίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἄδειασεν ὁ ἄσωτος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀπὸ φίλους; Γεμίζει ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ἀπὸ χαρὰν καὶ συγχαίροντας.

Παραδείγματα μετανοίας ἀσώτων ὑπάρχουν καὶ σήμερον πολλά. Εἰς τὸν Γαλλο—Γερμανικὸν πόλεμον ἕνας βαρύτατα πληγωμένος στρατιώτης ἐφώναζε, ἔκλαιε καὶ ἐβλασφήμει. Ὁ στρατιωτικὸς ἱερεὺς τὸν πλησιάζει. Ὁ τραυματίας ρίχνει ἄγρια βλέμματα καὶ βαρείας βλασφημίας κατὰ τοῦ ἱερέως. Ὅταν ὅμως οἱ τραυματιοφορεῖς τοῦ εἶπον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἱερεὺς τοῦ στρατοῦ, συνῆλθε καὶ φωνάζει. Ἀφήσατέ με, θέλω νὰ τοῦ ὁμιλήσω. Ὁ ἱερεὺς τὸν πλησιάζει καὶ μὲ τὴν καλωσύνην του κερδίζει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τραυματίου. Ὁ τραυματίας ἤρχισε μὲ δάκρυα νὰ ὁμολογῇ τὰ ἑξῆς: Πάτερ, εἶμαι ἕνας πολὺ μεγάλος ἁμαρτωλός. Μόλις ἐπῆρα τὸ δίπλωμα τοῦ φαρμακοποιοῦ, ἀφιέρωσα ὅλην μου τὴν ζωὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Εἴπατέ μου τώρα, ὑπάρχει σωτηρία καὶ δι’ ἐμέ; Ὁ ἱερεὺς ἀπαντᾷ συγκεκινημένος. Παιδί μου, καὶ διὰ σὲ ἀπέθανεν ὁ Χριστός. Σὲ λίγο ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ ἱερέως καὶ τὸ ἐφίλει μὲ δάκρυα, μέχρις ὅτου ἐξεψύχησεν.

Πόσην ἐλπίδα δίδει ἡ παραβολὴ αὕτη εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς πρὸς μετάνοιαν!

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...