Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαρτίου 07, 2013

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ π. Περικλής Ρίπισης


                                                                 


Κατά τη σημερινή τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, αγαπητοί μου αδελφοί, ακούσαμε την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία περιγράφεται η σκηνή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου και της τελικής κρίσης των ανθρώπων. Η σκηνή είναι εντυπωσιακή! Τα λεκτικά σχήματα απλά και παραστατικά. Ο Χριστός θα εμφανιστεί σε απόλυτη δόξα, εν’ αντιθέσει με την πρώτη έλευσή Του στη γη, κατά την οποία ενδύθηκε το ταπεινό ανθρώπινο σαρκίο και γεννήθηκε σε μια απόμερη σπηλιά της Βηθλεέμ. Θα προβεί στο ξεκαθάρισμα της ανθρωπότητας. Στα δεξιά Του θα τοποθετήσει εκείνους που χαρακτηρίζει «ευλογημένους», για τους οποίους είναι ετοιμασμένη η Βασιλεία των ουρανών. Στα αριστερά Του θα τοποθετήσει όσους χαρακτηρίζει «καταραμένους». Αυτοί θα εισέλθουν στον τόπο που ετοιμάστηκε για τον διάβολο και τα όργανά του.
Η υμνολογική περιγραφή της Μελλούσης Κρίσεως είναι εξίσου εντυπωσιακή. Η στιγμή της Δευτέρας Παρουσίας χαρακτηρίζεται «φοβερή ώρα και ημέρα. Τότε ο Κριτής θα καθίσει σε θρόνο φοβερό. Και θ’ ανοιχτούν ενώπιόν Του τα βιβλία της ζωής του κάθε ανθρώπου και θα ελεγχθούν οι πράξεις και τα έργα του καθενός και τα κρυφά της ανθρώπινης ψυχής θα δημοσιευθούν».
Το πρόσωπο του Χριστού, όπως το περιγράφει τόσο η Γραφή, όσο και η Υμνολογία, δεν θα είναι πρόσωπο τιμωρού ή εκδικητή, ούτε στυγνού δικαστή. Θα είναι πρόσωπο δικαίου κριτού. Θα αποδοθεί δικαιοσύνη, κατά τα έργα της ζωής, χωρίς ίχνος μεροληψίας, αδικίας ή εκδικητικότητας. Εν αντιθέσει προς την ανθρώπινη δικαιοσύνη που, συχνά, εξυπηρετεί σκοπιμότητες και υπόκειται σε υπόγειους επηρεασμούς, αδικώντας τους δικαίους και δικαιώνοντας τους αδίκους, «θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη», διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος, «θα κρίνει τους λαούς με ευθύτητα».
Ποιό θα είναι, όμως, το κριτήριο της κρίσεως του Θεού, κατά την Δευτέρα Παρουσία; Σύμφωνα με την Ευαγγελική διήγηση, ο Χριστός θα συνομιλήσει τόσο με τους δικαίους, όσο και με τους αδίκους. Το ζήτημα που θα θέσει θα τους φέρει όλους προ εκπλήξεως. Θα θέσει το μέτρο της αγάπης προς τον κάθε άνθρωπο. Ένας σύγχρονος λόγιος Θεολόγος και Επίσκοπος αναλύει αυτό το κριτήριο: «Το κριτήριο στην τελική Κρίση, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού δεν θα είναι ούτε οι εσωτερικές σκέψεις και τα συναισθήματά μου, ούτε τα οράματα και οι εκστάσεις μου. Ούτε θα ερωτηθώ για τους ασκητικούς μου αγώνες, τη νηστεία και τις μετάνοιές μου. Θα ερωτηθώ, όμως, αν έθρεψα τους πεινασμένους, αν επισκέφθηκα τους φυλακισμένους και τους αρρώστους, αν φιλοξένησα τον άγνωστο. Αυτά είναι όσα θα ερωτηθώ. Με άλλα λόγια, πώς σχετίζομαι με τους συνανθρώπους μου. Μοιράστηκα όσα έχω; Ήμουν απλώς ένα άτομο, στραμμένο στον εαυτό του; Ή ήμουν ένα αυθεντικό πρόσωπο που έζησα σε κοινωνία με τους άλλους;»
Η παραπάνω ανάλυση θα μπορούσε, όμως, εύκολα να παρεξηγηθεί. Να θεωρηθεί δηλ. ότι η συστηματική κοινωνική δράση - που σήμερα εκφράζεται μέσα από κινήσεις κοινωνικού ακτιβισμού και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις φιλανθρωπικού σκοπού – αρκεί για να καταξιώσει και δικαιώσει τον άνθρωπο. Ο Χριστός δεν έμεινε εκεί. Προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα. Ευλόγησε και δικαίωσε εκείνους τους κοινωνικούς εργάτες που συνάντησαν στο πρόσωπο του κάθε ενδεούς, δοκιμασμένου, δυστυχισμένου, ευρισκομένου στην οποιαδήποτε ανάγκη ανθρώπου, τον Ίδιο. Το κριτήριο της αγάπης θα είναι ο καταλύτης της σωτηρίας μας, αν αυτή προσφέρεται στο όνομα του Ιησού Χριστού, ο Οποίος χτυπά την πόρτα της καρδιάς μας, κάθε μέρα, με την μορφή του ξένου, του ζητιάνου, του αρρώστου, του πονεμένου ανθρώπου.
Μια τέτοια αγάπη μπορεί να κτισθεί μόνο μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Μόνο με την ζωή της πίστεως και της προσευχής.  Μόνο με την εμπειρία και τη βίωση των Ιερών Μυστηρίων, της Μετανοίας και της Θείας Ευχαριστίας, εκεί όπου πραγματικά, ουσιαστικά και αληθινά, επιτυγχάνεται η ένωση των ανθρώπων μεταξύ μας και η ένωσή μας με τον Θεό. Η αγάπη που προκύπτει μέσα από το μεγαλείο της Ορθόδοξης πνευματικότητας, ναι, είναι εκείνη που θα μάς ανοίξει την θύρα του Παραδείσου για τον οποίο είμαστε προορισμένοι και τον οποίο είθε όλοι να κατακτήσουμε. ΑΜΗΝ!
π.Περικλἠς Ρἰπισης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. 25, 31-46) ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


kyriakh_ths_apokreo.jpg

    Το σημερινό Ευαγγέλιο μας μιλάει για την ημέρα της μελλούσης κρίσεως.
    Ποιος καλύτερος και ασφαλέστερος τρόπος ερμηνείας, από το να αφήσουμε να μιλήσουν και να ερμηνεύσουν οι άγιοι της εκκλησίας μας;
    Γράφει ο Άγιος Χρυσόστομος:
“Με ποιους λοιπόν οφθαλμούς θα ίδωμεν τον Χριστόν; Διότι εάν δεν μπορεί να δει κανείς τον πατέρα του, συναισθανόμενος ότι έσφαλε απέναντί του, Εκείνον που είναι απείρως πραότερος από τον Πατέρα πώς θα τον ατενίσουμε τότε; Πώς θα τον υποφέρουμε; Διότι θα παραστούμε εις το βήμα του Χριστού και θα γίνη λεπτομερής εξέταση όλων.”
    Παρακάτω, παραθέτουμε τα σχόλια του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου για το σημερινό Ευαγγέλιο, όπως καταγράφονται στον 12ον τόμο της έκδοσης “Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας”, στην ΟΘ' ομιλία του.

*****

    «“Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου με όλην την δόξαν του Πατρός του και όλοι οι άγγελοι μαζί Του, τότε θα καθίση εις τον θρόνον της δόξης του και θα χω­ρίση τα πρόβατα από τα ερίφια και τους μεν πρώτους θα τους επιδοκιμάση, διότι όταν επεινούσε τον έθρεψαν, όταν εδιψούσε τον επότισαν, όταν ήτο ξένος τον περιεμάζεψαν, όταν ήτο γυμνός τον ενέδυσαν, όταν ήτο ασθενής τον επεσκέφθησαν και όταν ευρίσκετο εις την φυλακήν επήγαν και τον είδαν, και θα δώση την βασιλείαν Του εις αυτούς. Τους άλλους δε οι οποίοι έκαναν τα αντίθε­τα, θα τους αποδοκιμάση και θα τους στείλη εις το αιώνιον πυρ, που είναι ετοι­μασμένον δια τον διάβολον και τους αγγέλους του”.
    Την περικοπή αυτή την τόσο ευχάριστη, στην οποίαν δεν παραλείπομε διαρκώς να επανερχόμαστε, και με την οποίαν, ως τελευταία, περαίνεται πολύ ορθώς ο λόγος, ας την ακούσουμε με κάθε προσοχή και κατάνυξη. Διότι εις αυτήν γίνεται πολύς λόγος περί φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης. Δι' αυτό και εις τα προηγούμενα μίλησε περί αυτής κατά διαφόρους τρόπους, και εδώ κάπως σαφέστερα και εντονώτερα, ανα­φέρων όχι δύο ή τρία πρόσωπα μόνον, αλλά ολόκληρον την οικουμένην· μολονότι εις την πραγματικότητα και οι προηγούμενες περικοπές, αι οποίες ανέφεραν δύο πρόσω­πα, δεν εννοούσαν δύο πρόσωπα, αλλά δύο κατηγορίας ανθρώπων, εκ των οποίων η μια παράκουε, η δε άλλη υπάκουε.
    Εδώ όμως χρησιμοποιεί τον λόγον πιο φρικώδη και διαυγή. Δι' αυτό και δεν λέγει· “η Βασιλεία του Θεού ομοιάζει”, αλλά φανερά δείχνει τον εαυτόν Του λέγων· “όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού”. Διότι τώρα ήλθε περιφρονη­μένος, ήλθε μέσα εις ύβρεις και προσβολές. Τότε όμως θα κάθεται εις τον ένδοξον θρόνο Του. Και μάλιστα τονίζει ιδιαιτέρως την δόξαν. Διότι, επειδή ήτο κοντά η σταύρωση, η οποία εθεωρείτο ατιμωτική, δι' αυτό ανυψώνει τον ακροατή και θέτει υπ' όψιν του το δικαστήριο και παρουσιάζει γύρω από αυτό ολόκληρον την οικου­μένην. Και δεν κάμνει τον λόγον τρομερό μόνον με τον τρόπον αυτόν, αλλά και με το να παρουσιάζει τους ουρανούς να αδειάζουν. Διότι όλοι οι άγγελοι θα παρευρίσκο­νται μαζί του, λέγει, και θα μαρτυρούν όσα έκαναν, όταν στελλόταν από τον Δε­σπότην δια την σωτηρίαν των ανθρώπων.
    Αλλά και από παντού θα είναι φρικτή η ημέρα εκείνη. Έπειτα “θα συναχθούν”, λέγει, “όλα τα έθνη”, δηλαδή ολόκληρον το ανθρώπινον γένος, “και θα διαχωρίσει τους μεν από τους δε, όπως ο βοσκός τα πρόβατα”. Διότι τώρα δεν είναι χωρισμένοι, αλλά ανακατεμένοι όλοι. Ο χωρισμός θα γίνη τότε με κάθε ακρίβεια. Και στην αρχή τους διαιρεί και τους φανερώνει από τον τόπο στον οποίον τους τοποθετεί· έπειτα όμως και από τα ονόματα που τους δίνει δείχνει την διαγωγή του καθενός, ονομάζο­ντάς τους, τους μεν ερίφια, τους δε πρόβατα, δια να φανερώσει την ακαρπία τους, διότι κανένας καρπός δεν θα μπορούσε να γίνει από τα ερίφια, και την μεγάλη καρ­ποφορία των άλλων, διότι τα έσοδα των προβάτων είναι πολλά και από το έριο και από το γάλα και από αυτά που γεννούν, από τα οποία τα ερίφια δεν προσφέρουν τί­ποτε. Αλλά τα μεν άλογα ζώα από την φύσιν τους έχουν την ακαρπία ή την καρ­ποφορία, ενώ εκείνοι κατ' ελευθέρα εκλογή. Δι' αυτό και εκείνοι μεν τιμωρού­νται, αυτοί δε βραβεύονται.
    Και δεν τους τιμωρεί από την αρχή, μέχρις ότου τους δικάσει. Δι' αυτό αφού τους τοποθετήσει στη θέση τους, απαγγέλλει τα αμαρτήματά τους. Εκείνοι βεβαίως απολο­γούνται με καλωσύνη, αλλά αυτό σε τίποτε δεν τους ωφελεί, και πολύ ορθώς. Διότι παρέλειψαν τόσον σημαντικό πράγμα. Διότι και οι προφήται επάνω και κάτω το κή­ρυτταν, ότι “έλεον θέλω και ου θυσίαν”, και ο νομοθέτης με όλα εις αυτό προέτρε­πε, και με τα λόγια και με τα έργα, και η ιδία η φύση αυτό δίδασκε.
    Πρόσεξε δε ότι αυτοί δεν στερούνται μόνον ένα και δύο, αλλά όλα. Διότι όχι μόνον δεν τον έθρεψαν όταν πεινούσε, ούτε τον ενέδυσαν όταν ήτο γυμνός, αλλά ούτε τον επεσκέφθησαν όταν ήτο άρρωστος, πράγμα που ήταν ευκολώτερο. Και παρατήρησε πόσον εύκολα πράγματα εντέλλεται.Δεν είπεν ήμουν εις την φυλακή και με απε­λευθερώσατε, ήμουν άρρωστος και με θεραπεύσατε· αλλά “επισκέψασθέ με” και “ήλθετε προς με”. Επίσης, ούτε όταν πεινούσε είχε μεγάλες απαιτήσεις. Διότι δεν ζη­τούσε πολυτελή τράπεζα, αλλά μόνον την απαραίτητη και αναγκαία τροφή, και την ζητούσε με τη μορφή ικέτου. Ώστε όλα είναι αρκετά δια να τους καταδικάσουν· το απλούν αίτημα, διότι ήτο άρτος· η αξιολύπητος εμφάνιση εκείνου που ζητούσε, διότι ήτο πτωχός· η συμπάθεια της φύσεώς του, διότι ήτο άνθρωπος· η περιπόθητος υπόσχεση, διότι υπεσχέθη βασιλεία· η φοβερά τιμωρία, διότι απείλησε με γέεννα του πυρός· το αξίωμα αυτού που το έπαιρνε, διότι ήτο Θεός εκείνος που το έπαιρνε δια τους πτωχούς· η μεγάλη τιμή, διότι καταδέχθηκε να ταπεινωθεί τόσον πολύ· το δίκαιο της χορηγήσεως, διότι από τα ιδικά Του έπαιρνε.
    Αλλά προς όλα αυτά η φιλαργυρία τύφλωσε καθ' ολοκληρίαν εκείνους που τους κυρίευσε και αυτό ενώ υπήρχε τόση απειλή. Διότι και πιο επάνω λέγει, ότι όσοι δεν δέχονται τους πτωχούς θα υποστούν χειρότερα από τα Σόδομα, και εδώ λέγει· “Εφ' όσον δεν τα κάνατε εις έναν από αυτούς τους ασήμαντους αδελφούς μου, ούτε εις εμένα δεν τα κάνατε”. Τι λέγεις; είναι αδελφοί σου· πώς λοιπόν τους αποκαλείς ελαχίστους; Διότι ακριβώς δι' αυτό είναι αδελφοί, επειδή είναι ταπεινοί, επειδή είναι πτωχοί, επειδή είναι περιφρονημένοι. Διότι αυτούς κατ' εξοχήν καλεί να κάμει αδελ­φούς, τους αφανείς, τους περιφρονημένους. Δεν εννοεί μόνον τους μοναχούς και εκείνους που κατέφυγαν εις τα όρη, αλλά κάθε πιστό. Και αν είναι κοσμικός, αλλά εί­ναι πεινασμένος και λιμοκτονεί, και γυμνός και ξένος, θέλει να απολαύσει και αυτός κάθε φροντίδα. Διότι τον κάμνει αδελφόν το βάπτισμα και η συμμετοχή εις τα θεία μυστήρια.
    Έπειτα, δια να δεις και από άλλην πλευρά ότι η απόφαση είναι δίκαια, επαινεί κατ' αρχήν τους δικαίους και λέγει· “Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομή­σατε την βασιλείαν, η οποία είναι ετοιμασμένη δι' εσάς από τον καιρόν της δημιουρ­γίας, διότι όταν πείνασα μου δώσατε να φάγω”, και όλα τα παρακάτω. Διότι, δια να μη ισχυρίζονται οι αμαρτωλοί ότι “δεν είχαμε”, τους καταδικάζει με τους συναν­θρώπους των. Όπως καταδίκασε τας παρθένους με τας άλλες παρθένους και τον δούλον ο οποίος εμέθυε και έτρωγε υπερβολικά, με τον πιστό δούλον, και εκείνον που καταχώνιασε το τάλαντο, με τους άλλους που απέδωσαν τα διπλά, καταδικάζει και καθένα από τους αμαρτωλούς με τους δικαίους. Και αυτή η σύγκριση άλλοτε μεν γίνεται με ίσα κριτήρια, όπως εδώ και εις τας παρθένους, άλλοτε δε και με περισσότερα, όπως όταν λέγει· “Θα σηκωθούν οι Νινευίτες και θα κρίνουν την γε­νεάν αυτήν, διότι επίστευσαν εις το κήρυγμα του Ιωνά· ενώ εδώ πρόκειται δια κάτι μεγαλύτερο από τον Ιωνά”, και “Η βασίλισσα του νότου θα κρίνη την γενεάν αυτήν, διότι ήλθε να ακούσει την σοφίαν Σολομώντος, ενώ εδώ πρόκειται δια κάτι πολύ με­γαλύτερο από τον Σολομώντα”. Και δια τα ίσα κριτήρια πάλιν λέγει, ότι “αυτοί θα γί­νουν κριτές σας”, ενώ δια τα περισσότερα· “δεν γνωρίζετε ότι θα κρίνουμε αγγέλους; Πόσον μάλλον κοσμικές υποθέσεις”.
    Και εδώ μεν τους κρίνει με ίσα κριτήρια· διότι αντιπαραβάλλει τους πλουσίους με πλουσίους και τους πτωχούς με πτωχούς. Αλλά δεν δείχνει μόνον με τον τρόπον αυ­τόν ότι η απόφαση είναι δικαία, με το ότι δηλαδή οι συνάνθρωποί των κατόρθωσαν την αρετή ενώ ευρίσκοντο στην ίδια με εκείνους κατάσταση, αλλά και με το ότι δεν έδειξαν υπακοή ούτε εις αυτά, εις τα οποία δεν αποτελούσε κώλυμα η πενία· όπως το να δώσουν ύδωρ εις τον διψασμένο, να ιδούν τον φυλακισμένο, να επισκε­φθούν τον άρρωστο. Αφού δε εγκωμίασε τους δικαίους, δείχνει ότι η προς αυτούς αγάπη προήρχετο άνωθεν. Διότι λέγει· “ελάτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κλη­ρονομήσατε την βασιλείαν που είναι ετοιμασμένη δι' εσάς από τον καιρόν της δη­μιουργίας”. Με πόσα αγαθά είναι ισάξιος ο χαρακτηρισμός αυτός, ότι είναι ευλογη­μένοι, και μάλιστα ευλογημένοι από τον Πατέρα;
    Και από πού αξιώθηκαν τόσον μεγάλης τιμής; Ποια ήτο η αιτία; “Πείνασα και μου δώσατε να φάγω· δίψασα και με ποτίσατε” και τα εξής. Πόσην τιμήν δηλώνουν τα λόγια αυτά και πόσην μακαριότητα;Και δεν είπε λάβετε, αλλά “κληρονομήσατε”, ως οικογενειακά, ως πατρικά, ως ιδικά σας, ως κάτι που σας οφείλεται από παλαιά. Διότι πριν ακόμη γεννηθείτε, λέγει, αυτά είχαν ετοιμασθεί και τακτοποιηθεί προς χάρη σας, επειδή γνώριζα ότι θα γίνετε δίκαιοι. Και αντί ποιων πραγμάτων λαμ­βάνουν τόσα πολλά; Αντί στέγης, αντί ιματίου, αντί άρτου, αντί ψυχρού ύδατος, αντί επισκέψεως, αντί εισόδου εις την φυλακή. Ότι δηλαδή ήτο αναγκαίο εις κάθε περί­σταση. Υπάρχουν δε περιπτώσεις, που ούτε ανάγκη υπήρχε. Διότι, όπως είπα, ούτε ο άρρωστος, ούτε ο φυλακισμένος επιθυμούν μόνον αυτό, αλλά ο μεν ένας να αποφυ­λακισθεί, ο δε άλλος να απαλλαγή από την ασθένειαν. Αλλά αυτός, επειδή είναι κα­λοσυνάτος, ζητά ό, τι είναι δυνατό· ζητά μάλιστα και από αυτά που είναι δυνατό να γίνουν λιγώτερα, αφήνοντας εις ημάς να φιλοτιμηθούμε δια περισσότερα.
    Εις εκείνους δε λέγει· “Φύγετε από κοντά μου, καταραμένοι” όχι πλέον από τον Πα­τέρα· διότι δεν τους καταράστηκε Αυτός, αλλά τα ιδικά τους έργα· “εις το πυρ το αιώνιον, που είναι ετοιμασμένο”, όχι δι' εσάς, αλλά “δια τον διάβολο και τους αγ­γέλους του”. Διότι, όταν μεν μιλούσε περί της βασιλείας λέγων “ελάτε, κληρονομή­σατε την βασιλείαν”, πρόσθεσε· “που είναι ετοιμασμένη δι' εσάς από τον καιρόν της δημιουργίας”. Όταν όμως ομιλεί περί του πυρός, δεν λέγει το ίδιο, αλλά “που είναι ετοιμασμένο δια τον διάβολο”. Διότι εγώ την μεν βασιλείαν την ετοίμασα προς χάριν σας, το δε πυρ όχι δι' εσάς, αλλά “δια τον διάβολο και τους αγγέλους του”. Επειδή όμως σεις περιελάβατε και τους εαυτούς σας, υπολογίζετε και τους εαυτούς σας.
    Όχι μόνον δε με αυτά, αλλά και με όσα λέγει παρακάτω, ωσάν τρόπον τινά να απολογείται εις αυτούς εκθέτει και τις αιτίες, “διότι πείνασα και μου δώσατε να φάγω”. Διότι και εχθρός εάν ήτο αυτός που προσήλθε, δεν είναι αρκετά τα παθήματά του, η πείνα, το ψύχος, τα δεσμά, η γύμνια, η αρρώστια, το γεγονός ότι γυρίζει άστεγος παντού, να κάμψουν και να συντρίψουν και αυτόν τον άσπλαχνο; Διότι αυτά είναι εις θέση και την έχθρα να παύσουν. Αλλά σεις δεν τα κάνατε ούτε εις φίλο, ο οποίος ήτο και φίλος και ευεργέτης και Δεσπότης. Και σκύλον ακόμη αν δού­με να πεινά, συχνά λυγίζομε· και θηρίο αν δούμε, καμπτόμαστε· συ δε βλέπων τον Δεσπότην δεν κάμπτεσαι; Και πού είναι αυτά άξια απολογίας; Διότι και μόνον αυτό αν συμβαίνει, δεν είναι αρκετόν δι' ανάλογο ανταμοιβή; Παραλείπω το να ακούσης μιαν τέτοιαν φωνή μπροστά εις ολόκληρον την οικουμένην από Εκείνον που κάθεται εις τον θρόνο του Πατρός Του και να κερδίσεις την βασιλείαν· αλλά αυτό το γεγονός ότι εργάσθηκες δεν είναι αρκετόν να σε ανταμείψει;
    Τώρα όμως και επί παρουσία της οικουμένης και ενώ φαίνεται η άρρητη εκείνη δόξα, σε ανακηρύσσει και σε στεφανώνει και σε αναγνωρίζει ως τον κατ' εξοχήν τροφέα και ξενοδόχο· και δεν εντρέπεται λέγων αυτά, δια να σου κάμει λαμπρότερη την τιμή. Δια τούτο λοιπόν και αυτοί δικαίως τιμωρούνται και εκείνοι βραβεύονται, κατά χάριν. Διότι και αν ακόμη έχουν κάνει άπειρα καλά, πάλιν κατά χάριν γίνεται η τιμητική διάκριση, αφού αντί τόσον μικρών και ευτελών πραγμάτων, τους δίδε­ται τόσος ουρανός και βασιλεία και τόσον μεγάλη τιμή».
   
    Η ημέρα της Κρίσεως θα έρθει και θα σταθούμε ενώπιον του Κυρίου. Πού θα ανή­κουμε όμως; Στα πρόβατα ή στα ερίφια; Θα μας βάλει στα δεξιά Του ή στα αριστερά Του;

    Παραθέτουμε τα λόγια του Αγίου Αντωνίου, ο οποίος μας συμβουλεύει τα εξής:
“Για να μην πέφτουμε σε αμέλεια και αφήνουμε την άσκηση, καλό είναι να μελετάμε πάντα τον αποστολικό λόγο: «Καθ' ημέραν αποθνήσκω» (Α' Κορ. 15:31). Γιατί αν έτσι ζούμε κι εμείς, με καθημερινή δηλαδή την αίσθηση τού θανάτου, δεν θ' αμαρτή­σουμε.
Αυτό πού λέω, σημαίνει τούτο: Κάθε πρωί πού ξυπνάμε, (να πιστεύουμε πώς δεν θα ζήσουμε μέχρι το βράδυ. Και όταν πέφτουμε για ύπνο,) να πιστεύουμε πώς δεν θα σηκωθούμε. Γιατί είναι άγνωστη, φυσικά, ή διάρκεια της ζωής μας και μετριέται κα­θημερινά από τη θεία πρόνοια. Αν λοιπόν είμαστε έτσι τοποθετημένοι εσωτερικά, ούτε θ' αμαρτήσουμε ούτε καμιά κακή επιθυμία θα έχουμε ούτε θα οργιστούμε ενα­ντίον κανενός ούτε θα μαζέψουμε θησαυρούς πάνω στη γη.
Αλλά, περιμένοντας καθημερινά το θάνατο, θα γίνουμε φτωχοί, και σε όλους θα τα συγχωρούμε όλα. Μα ούτε και γυναίκα θα ποθήσουμε ούτε κάποιας άλλης αισχρής ηδονής την απόλαυση θα κυνηγήσουμε, αλλά, σαν φευγαλέα πού είναι, θα τη σιχαθούμε, ζώντας συνεχώς με την αγωνία (της φρικτής απολογίας μας) και έχοντας μπροστά στα μάτια μας την μέρα της κρίσεως τού Θεού και τούτο γιατί ο μεγάλος φόβος και ή ταλαιπωρία των βασάνων διαλύει τη γλυκύτητα της ηδονής και ανασταί­νει την ψυχή όταν αρχίσει να πέφτει.”

    Ας προσέχουμε αδελφοί τον Κύριο και τον πλησίον μας, ας πεθαίνουμε κάθε μέρα για να ζήσουμε αιώνια και να σταθούμε άξιοι ενώπιον του φοβερού βήματος του Κυ­ρίου.
    Κλείνουμε με τον Άγιο Χρυσόστομο, ο οποίος μας προτρέπει:
«Ας γίνουμε λοιπόν νήπια ως προς την κακία και αφού αποφύγουμε την πονηρία, ας επιδιώξουμε την αρετήν, δια να επιτύχουμε και τα αιώνια αγαθά με την χάριν και φι­λανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύνα­μις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ (Ματθ. κε΄ 31-46) «Καί ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον.» Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΗΣ  ΑΠΟΚΡΕΩ
(Ματθ. κε΄ 31-46)
«Καί ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον.»
Εἴμαστε τόσο ἀπορροφημένοι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τόσο βουτηγμένοι στά πράγματα τοῦ κόσμου, στίς φροντίδες τῆς ζωῆς, ὥστε πολύ λίγο σκεπτόμαστε ὅτι κάποτε -ὅταν θελήση ὁ Θεός- θά δώσουμε λόγο τῶν πράξεών μας. Ἀλλ’ ὅσον καί ἄν λησμονοῦμε τήν ἀλήθεια αὐτή ἤ ὅσον καί ἄν φαίνεται ἐνοχλητική πολλές φορές καί θέλομε νά τήν λησμονήσωμε, τό ἀλάνθαστο στόμα τοῦ Κυρίου μᾶς δίδει τήν διαβεβαίωση ὅτι «θά ἔλθῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» γιά νά κρίνῃ τίς γενεές τῶν ἀνθρώπων.
Τότε θά ἔλθῃ ὁ Χριστός «μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» γιά νά ἐπισφραγίσῃ μέ τήν δίκαιη κρίση του καί μέ τήν τελευταία καί ἔνδοξη ἐνέργειά του τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας. Τότε, ὅπως ὁ ἥλιος λιώνει τά χιόνια καί ἀποκαλύπτει τά σπήλαια καί τίς χαράδρες τῶν βουνῶν, ἔτσι καί ἡ παρουσία τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης θά φωτίσει καί τά πιό κρυφά μέρη τῶν συνειδήσεων. Ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους πού πέρασαν τή ζωή τους στό ψέμα καί στήν ὑποκρισία˙ θά ἐξευτελισθοῦν στά μάτια ἀγγέλων καί ἀνθρώπων. Καί χαρά σ’ ἐκείνους πού φρόντισαν νά φωτίσουν μέ τό φῶς τῆς ζωῆς τους˙ θά ἐπιβραβευθοῦν γιά τήν ἐντιμότητα καί τήν καθαριότητά τους.
Τό γλυκύ καί φιλάνθρωπο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ θά γίνῃ τήν ἡμέρα ἐκείνη δικαιόκριτο καί παντοκρατορικό. Στήν ἐμφάνισή Του θά συντριβοῦν ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός, ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη: «Καί θρόνον μέγαν λευκόν καί τόν καθήμενον ἐπ’ αὐτῷ οὗ ἀπό προσώπου ἔφυγεν ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός, καί τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς» (Ἀποκ., κ΄ 11). Θά ἠχήσουν οἱ ἄγγελοι τίς σάλπιγγες τους καί θά σεισθοῦν τά θεμέλια τῆς γῆς ἀπό τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού αὐτή τή φορά δέν θά ἔλθῃ ἀδύναμος καί ταπεινός, ἀλλά «μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς». Καί δέν θά ζητήσῃ ὁ Χριστός ἀπό τούς κρινομένους νηστεῖες, οὔτε ἀγρυπνίες, οὔτε γονυκλισίες. Πάντα ταῦτα καλά καί ὠφέλιμα, στήν ψυχή μόνον, ὅταν ἔχουν ἀφετηρία καί τέλος τήν κορωνίδα τῶν ἀρετῶν, τήν ἀγάπη. Χωρίς αὐτήν καταντοῦν τύποι ἀνώφελοι, πού καταπονοῦν μέν, ἀλλά δέν ἀγιάζουν τόν πιστό. Δέν ἀπορρίπτει ὁ Κύριος καμμιά ἀρετή. Ἀναφέρεται μόνο στήν ἐλεήμονα καρδιά, γιατί ἀπ’ αὐτήν ἐξαρτῶνται οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἐκεῖνος τόν λατρεύει νύκτα καί ἡμέρα, ἀποφεύγει τή λατρεία παντός κτίσματος, ἀπέχει ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν δοξολογεῖ. Ὅποιος ἁγαπᾶ τόν πλησίον του προσφέρει τιμή, σέβεται τούς γονεῖς, ἀποφεύγει τήν μοιχεία, τήν κλοπή, τόν φόνο, τήν ψευδομαρτυρία, οὐδέποτε ἐπιθυμεῖ ξένο πράγμα. Ὁ ἐλεήμων εἶναι δίκαιος καί ἐνάρετος, ὁ δέ ἀνελεήμων παραβάτης καί ἁμαρτωλός. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος ἔθεσε ὡς κριτήριο τήν ἀγάπη, γιατί ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον «….ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆται κρέμανται».
Μέ βάση, λοιπόν, τήν ἀγάπη θά μᾶς κρίνῃ κατά τήν ἡμέρα τῆς δικαίας ἀνταποδόσεως. Σ’ ἐκείνους πού ἀπέδειξαν ἐλεήμονη συμπεριφορά θά εἴπῃ: «ἐπείνασα, ἐδίψασα, ξένος ἤμουν, γυμνός ἄρρωστος, φυλακισμένος καί μέ διακονήσατε μέ ἀγάπη. Γι’ αὐτό κληρονομήσατε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Στούς ἄλλους πού ἔζησαν ἐγωϊστικά, κλεισμένοι ἐρμητικά στούς ἑαυτούς τους καί ἕμειναν ἀσυγκίνητοι στόν πόνο καί στήν δοκιμασία τοῦ πλησίον θά εἴπη: «Φύγετε ἀπό μπροστά μου καταραμένοι ἄνθρωποι καί πηγαίνετε στό πῦρ τῆς κολάσεως˙ ἐπείνασα, ἐδίψασα, ξένος ἤμουν, γυμνός, ἄρρωστος, φυλακισμένος καί σεῖς δέν μοῦ συμπαρασταθήκατε».
Εἶναι δυνατόν νά σκεφθεῖ κανείς καί νά ἐρωτήση: Ὁ κώδικας μέ τόν ὁποῖο θά κριθοῦμε εἶναι μόνον ἡ φιλανθρωπία; Σέ τίποτα δέ θά λογισθῇ ἡ πίστη πρός τόν Ἰησοῦ; Πρίν ἀπαντήσωμε στό ἐρώτημα, ἄς φέρωμε πάλι μπροστά μας τήν εἰκόνα τῆς κρίσεως. Ποιός εἶναι τό κεντρικό πρόσωπο; Ὁ Χριστός. Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού χωρίζει τόν κόσμο σέ δύο στρατόπεδα; Ὁ Χριστός. Ἡ στάση μας πρός ποῖον μᾶς καθιστᾶ πρόβατα ἤ ἐρίφια; Ἡ πρός τόν Χριστό. Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος πού δίδει αἰτία στήν ἀγάπη μας. Μακρυά καί χωρίς τόν Χριστό σωτηρία δέν ὑπάρχει. Αὐτός εἶναι ἡ πύλη, ἀπό τήν ὁποῖα ὅποιος εἰσέλθη σώζεται καί εὐρίσκει τήν νομή τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἄν ὁ Χριστός, περιγράφοντας τήν μέλλουσα κρίση, ἐξῆρε περισσότερο τά ἀγαθά ἔργα, τό ἔπραξε διότι ἤθελε νά πατάξη τήν ἀκαρπία πολλῶν χριστιανῶν καί νά μᾶς διδάξη ὅτι ἡ πίστη μαζί μέ τά ἔργα σώζουν τόν πιστό.
Ἡ μέλλουσα κρίση καί ἀνταπόδοση εἶναι συνέπεια καί ἀπόρροια τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, τῆς δικαιοσύνης ἐκείνης ἡ ὁποία θά τιμωρήσῃ ἀσφαλῶς ὅ,τι κακό δέν ὑπέπεσε στήν ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων ἤ ὅ,τι δέν κατόρθωσε ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων νά τιμωρήσῃ. Ἀλλ’ εἶναι καί ἀπαίτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού θά ἀνταμείψῃ τούς ἀνθρώπους ἐκείνους, τούς ὁποίους ὄχι μόνον δέν κατόρθωσε νά ἀνταμείψῃ ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἴσως καί νά ἀδίκησε.
Εἶναι ὁπωσδήποτε ἀτελής ἡ ἀπονομή τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης. Κατ’ ἀρχήν δέν ὑπάρχουν νόμοι ἀνθρώπινοι, τόσοι ὥστε νά προβλέπουν τήν τιμωρία ὅλων τῶν κακῶν. Πόσες περιπτώσεις ἀνηθικότητος μένουν ἀτιμώρητες ἀπό τούς νόμους τῶν ἀνθρώπων! Ποιός πατέρας τιμωρήθηκε, γιατί παραμέλησε τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν του! Καί ἀντιθέτως, πόσοι δίκαιοι, πόσοι ἐργάτες τῆς ἀρετῆς, πόσοι ἀθλητές τῆς ἠθικῆς ἔμειναν ἀφανεῖς ἥρωες καί, ἀντί ἀμοιβῆς, πληρώθηκαν μέ τό νόμισμα τῆς ἀχαριστίας! Ἀλλ’ ὑπάρχουν καί νόμοι πού ἔρχονται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ πλέον ἀνήθικες πράξεις θεσπίζονται σέ ὡρισμένα τοὐλάχιστον κράτη ὡς νόμιμες καί δέν τιμωροῦνται ἑπομένως. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καί περιπτώσεις, ἴσως ἀμέτρητες, κατά τίς ὁποῖες μεγάλα ἐγκλήματα παραμένουν ἀτιμώρητα, χωρίς καμμιά δίκη, γιατί δέν κατέστη δυνατόν νά ἀνακαλυφθοῦν οἱ δράστες, ἀλλά καί περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες συνελήφθησαν μέν οἱ δράστες, ἀλλ’ ἀθωώθηκαν ἐλλείψει μαρτύρων καί ἐνοχοποιητικῶν στοιχείων ἤ καί γιά διαφόρους λόγους. Καί ὅμως, ὅλα αὐτά περνοῦν ἀπαρατήρητα σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Πρέπει, ἐν τούτοις, νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι δέν θά περάσουν ἀπαρατήρητα στό κριτήριο τοῦ Θεοῦ.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, αὐτή τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ Ἐκκλησία τίς ἡμέρες αὐτές. Ὅσες καί ἄν εἶναι οἱ δυσκολίες τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς, ὅση καί ἄν εἶναι ἡ ζάλη τῶν μεριμνῶν τοῦ βίου, ἄς ἀφήνωμε κάποτε νά ἔρχεται στή σκέψη μας ἡ πραγματικότης τῆς κρίσεως καί τῆς μετά ταύτην αἰωνίου ζωῆς, ὥστε τίς σκέψεις μας, τίς ἀποφάσεις μας καί τίς πράξεις μας νά ρυθμίζωμε μέ τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητος, γιά νά βρεθοῦμε στή μερίδα, ἡ ὁποία θά ἀκούσῃ τήν φωνή τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν Βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου». Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ « Ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας


« Ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων,
ἐμοί ἐποιήσατε»

            Αγαπητοί μου αδελφοί το ιερό ευαγγέλιο άνοιξε σήμερα σε όλους μας, το βιβλίο των γεγονότων που θα συμβούν κατά το τέλος του κόσμου και της ανθρωπότητας.
            Τίποτα δεν θα φαίνεται τερατώδες και απόκοσμο, καμία ενάντια δύναμη δεν θα μπορέσει να σταματήσει το σωτήριο έργο του Θεού. Όμως ο Κύριος βάζει το σπουδαιότερο γεγονός για να κρίνει την αιώνια παρουσία μας ή τον αιώνιο χωρισμό μας, μαζί Του: Το γεγονός της αγάπης.
            Αυτή την αγάπη που ο ίδιος μας έδειξε, θα την ζητήσει ρητά, αν την δείξαμε και την δώσαμε και εμείς στον διπλανό μας.
            Σε αυτή τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, θα σταθούμε στο φοβερό βήμα Του, για να δώσουμε λόγο γι΄ αυτό τον πρωταρχικό και μεγάλο μας χρέος: Αν αγαπήσαμε τον αδελφό μας! Τελικά η αγάπη θα είναι ο κριτής.
            Βέβαια σήμερα η έννοια της αγάπης διαστρεβλώθηκε, υπερίσχυσε η αφηρημένη έννοια της αγάπης έτσι για το «καλό» ή από μια γραφική και ψυχρή στάση μιας θρησκευτικότητας. Στο όνομα της ανθρώπινης δικαιοσύνης, την ξεχνάμε.
            Φαίνεται όμως ότι ο Χριστός γνωρίζει την ασθένειά μας, καταλαβαίνει την αδυναμία μας να αγαπήσουμε τον συνάνθρωπό μας γι΄ αυτό μας λέει στο άγιο Ευαγγέλιό Του: «Ἐπείνασα…ἐδίψασα…ἠσθένησα…ἐν φυλακῆ ἤμην». Αυτό δείχνει αγαπητοί μου πως ο Χριστός ταυτίστηκε με τον κάθε άνθρωπο· και έτσι η χριστιανική αγάπη γίνεται η «ἀδύνατη δυνατότητα» του να βλέπεις, να αναγνωρίζεις, να συναντάς Τον Χριστό σε κάθε άνθρωπο.
            Όσοι παραβλέπουν και περιφρονούν αυτούς τους ελαχίστους αδελφούς Του, παραβλέπουν και περιφρονούν Τον ίδιο.
            Καιρός να αρχίσουμε. Να γίνουμε εύσπλαχνοι, ελεήμονες, καταδεκτικοί μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και την ανημποριά. Ασθενείς, φτωχά παιδιά, άποροι, γέροντες και γερόντισσες, περιμένουν μια επίσκεψη, μια φροντίδα, ένα χαμόγελο, που θα τους ζεστάνει την καρδιά. «Οἱ ἐλάχιστοι μᾶς δεῖχνουν τη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»

Κυριακή Τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ἀπόκρεω). «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν» εκ της Ιερλας Μητροπόλεως Χίου Ψαρρών και Οινουσσών


Τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ἀπόκρεω). 

Picture

«Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε

τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν»



Πόσο γλυκά, ἀδελφοί μου, θά ἠχήσῃ στά αὐτιά καί πόση χαρά θά φέρῃ στήν ψυχή τῶν ἐκλεκτῶν δούλων τοῦ Κυρίου ὁ θεϊκός αὐτός λόγος, τότε τήν μεγάλη στιγμή τῆς δευτέρας Παρουσίας Του! Πόσο θά δοξασθοῦν κατά τήν Ἡμέρα ἐκείνη οἱ ταπεινοί καί περιφρονημένοι, στόν νῦν αἰῶνα, ὀπαδοί τοῦ Θεοῦ τῆς Ἀγάπης. Διότι ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου των, «ἐν δόξῃ», θά σημάνῃ καί τήν δική των ἀπαλλαγή ἀπό τά δεινά – τούς κόπους, τίς πίκρες, τά βάσανα – τῆς παρούσας ζωῆς, καί τήν θριαμβευτική εἴσοδό των στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ φωτός καί τῆς μακαριὀτητος. Ἐκεῖ δηλαδή, ὅπου, κατά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, δέν θά ὑπάρχῃ ποτέ νύκτα, διότι «Κύριος ὁ Θεός φωτιεῖ αὐτούς» καί «ὁδηγήσει αὐτούς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων κάι ἐξαλείψει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν»

Καί ποιοί θά εἶναι αὐτοί οἱ ἐκλεκτοί δοῦλοι τοῦ Κυρίου, οἱ τρισευτυχισμένοι πού θά λάβουν μιά τόσο μεγάλη θεϊκή εὐλογία; Ποιές θά εἶναι οἱ προνομιοῦχες ἐκεῖνες ψυχές, πού θά συμβασιλεύσουν μέ τόν Κύριο στήν μέ περισσή φροντίδα καί ἐπιμέλεια, ἑτοιμασμένη Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιά τήν ὁποία εἶχε πῇ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι ποτέ κανείς δέν ἐφαντάσθη πόσο σπουδαῖα εἶναι ὅσα ἑτοίμασε γιά τούς ἐκλεκτούς Του ὁ Θεός; Ἀλλά τό εἶπεν ὁ Κύριος. Εἶναι ὄχι ὅσοι ἄκουσαν μόνον ἤ ἐπίστευσαν τά λόγια Του, ἀλλά ὅσοι τά ἔκαναν πρᾶξι. Εἶναι οἱ ἁπλοῖ καί ταπεινοί, πού ἐπίστευσαν, σάν παιδιά τόν Κύριο καί Τόν ἐμιμήθηκαν. Καί πῆραν τά δικά Του «σπλάχνα» καί τήν δική Του καρδιά καί μ’αὐτήν ἀγάπησαν τούς ἀδελφούς των. Τί λέγω; Μ’ αὐτήν ἀγάπησαν τόν Ἴδιο τόν Κύριο, στό πρόσωπο τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐταπεινώθησαν, σάν τόν Κύριο, καί ἐδόθησαν ἀνεπιφύλακτα στήν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης. Ἔσκυψαν, δηλαδή, μέ συμπόνια καί στοργή, ἐπάνω στούς πονεμένους ἀδελφούς μας καί τούς ἔδωσαν ὄχι μόνον κάτι ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά των, ἀλλά αὐτήν τήν καρδιά των.

Καί εἶναι πολλοί αὐτοί οἱ εὐλογημένοι κληρονόμοι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὅμως, δέν φαίνονται. Εἶναι κρυμμένοι κάτω ἀπό τήν ματαιοδοξία τῶν ματαιοδόξων καί τόν θόρυβο τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Ἀλλά, τί σημασία μπορεῖ νά ἔχη αὐτό; Ἀπολύτως καμιά. Διότι , «ὅταν ὁ Χριστός, ἡ ζωή ἡμῶν φανερωθῃ, τότε καί αὐτοί φανερωθήσονται ἐν δόξῃ».



Τήν ἴδια στιγμή πού οἱ πρῶτοι, οἱ ὀπαδοί τοῦ Κυρίου, θά εἰσέρχωνται, μέ ἀλαλαγμούς χαρᾶς, στούς Οὐρανούς, γιά νά ἀπολαύσουν τά αἰώνια ἀγαθά, κάποιοι ἄλλοι θά ἀκούσουν τήν φοβερή ἀπόφασι τοῦ Δικαίου Κριτοῦ: «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι...». Φύγετε μακρυά Μου ὅλοι ἐσεῖς οἱ ἐργάται τῆς ἀνομίας. Πηγαίνετε κοντά σ’ ἐκεῖνον, πού ὑπηρετήσατε. Καί ποιοί θά εἶναι αὐτοί οἱ δυστυχισμένοι; Νά, ὅλοι ἐκεῖνοι πού μόνοι των, ἀπό τήν ζωήν αὐτήν καθώρισαν τήν θέσιν των. Οἱ σκληροί, οἱ ἀσυμπαθεῖς, οἱ ἄσπλαχνοι. Ὅσοι εἶχαν βγάλει τόν Χριστόν ἀπό τήν καρδιά των. Ὅσοι ἐμίσησαν καί περιεφρόνησαν καί ἐφέρθησαν ἀπάνθρωπα πρός τούς ἀδελφούς των. Ἀλλά καί ὅσοι εἶχαν τήν ἀγάπη μόνο στά χείλη καί ὄχι στήν καρδιά. Τρομερή, ἀλήθεια, στιγμή γιά ὅλους, ὅσοι ἄφησαν νά φωλιάσῃ στήν ψυχή των ἡ κακία καί ἡ σκληρότης καί ἐσκόρπισαν τριγύρω των τόν πόνο καί τή συμφορά.

Ἀδελφοί μου! Τά λόγια πού ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο, μέ τά ὁποῖα - ἄς σημειωθῇ - ἔκλεισε τό δημόσιο κήρυγμά Του ὁ Κύριος, εἶναι σοβαρά καί πρέπει νά τά προσέξωμε ἰδιαιτέρως. Διότι ἡ μέλλουσα Κρίσις καί ἀνταπόδοσις, πού προαναγγέλουν, εἶναι κάτι πού θά γίνῃ ὁπωσδήποτε. Εἶναι ἀπαίτησις τῆς θείας Δικαιοσύνης, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ τό στόμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: Πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ (πρέπει) ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσητε ἕκαστος τά διά τοῦ σώματος πρός ἅ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθόν εἴτε κακόν», λέγει. Καί τότε ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ θά εἶναι ἀνίλεως γιά ὅλους ἐκείνους, πού δέν ἔδειξαν ἔλεος καί συμπάθεια στούς ἀδελφούς των, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος.

Ὥστε, ἀδελφοί μου, ἄς μαλακώσουμε τήν καρδιά μας μέ τήν ἀγάπη. Διότι αὐτή θά μᾶς σώσῃ. Αὐτή θά μᾶς ἀνοίξῃ τίς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ. Τήν ἀγάπη ἄς ἐργαζώμεθα στήν ζωή μας. Αὐτή καί μόνον αὐτή θά μείνῃ, ὅταν - κατά τήν μεγάλη ἐκείνη στιγμή - ὅλα θά μᾶς ἐγκαταλείψουν. Στόν ζυγό τῆς θείας Δικαιοσύνης κανένα ἄλλο πρᾶγμα δέν εἶναι δυνατόν νά βάλουμε κατά τήν φοβερή Ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Οὔτε ἀξιώματα, οὔτε γνῶσιν, οὔτε γλωσσολαλιά, οὔτε, ἀκόμη, αὐτήν τήν πίστι. Ὅλα αὐτά θά ἔχουν καταργηθῇ τότε. Τό πιό πολύτιμο, πού θά μποροῦμε νά παρουσιάσουμε στόν Θεόν τῆς εὐσπλαχνίας, θά εἶναι τά ἔργα ἐκεῖνα, πού θά φέρουν τό ἄρωμα τῆς ἀγάπης. Ναί. Μόνον ὅταν προσφέρωμε στόν Κύριο, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐνδόξου δευτέρας Παρουσίας Του, πράξεις ζυμωμένες μέ τῆς καρδιᾶς μας τόν πόνο γιά τούς ἀδελφούς μας, θά ἀξιωθοῦμε νά ἀκούσωμε καί ἡμεῖς ἀπό τόν Ἅγιο Κύριο:«Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν...»

Γένοιτο!

Πατήρ Ευμένιος· Ο κρυφός άγιος της εποχής μας


Το ιστολόγιο μας, συνεχίζει το αφιέρωμα τιμής στους κληρικούς που ποτέ δεν εμφανίστηκαν με την αλαζονεία της αρετής αλλά απόμειναν μέσα στην ταπείνωση της αμαρτολότητας που όλοι μας σέρνουμε πίσω μας. Και στάθηκαν δίπλα στο Λαό του Θεού και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο. Το αφιέρωμα μας σήμερα είναι στον Πατέρα Ευμένιο.
Καταγωγή
Η Εθιά, η πατρίδα του πατρός Ευμενίου, είναι ένα ορεινό χωριό στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 740μ. και απέχει από το Ηράκλειο 38 χλμ. Είναι πολύ άγονο μέρος, γι’ αυτό και οι κάτοικοί του μετοίκησαν σ’ ένα χαμηλότερο μέρος, στο χωριό Ροτάσι.
Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγία μας και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της. Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια ημέρα, που ο πατήρ Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: Εσύ μια μέρα θα γίνης ιερεύς». Εκεί, στον αύλιο χώρο της, έμελλε να είναι και ο τάφος, όπου αναπαύεται το σεπτό σκήνωμα του Οσίου Γέροντος μας. Η άλλη είναι του Προφήτου Ηλιού. Εκεί κοντά υπάρχει και αγίασμα.
Υπάρχουν και πολλά μικρά εκκλησάκια, για την ανακαίνισι των οποίων ο πατήρ Ευμένιος έστελνε χρήματα.
Ο πατήρ Ευμένιος ήταν γόνος μιας πολυμελούς και πάμπτωχης οικογενείας. Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του έτους 1931.


Οι γονείς του, Γεώργιος και Σοφία Σαριδάκη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς και ενάρετοι. Είχαν οκτώ παιδιά. Το όγδοο και τελευταίο τους παιδί ήταν ο πατήρ Ευμένιος, που στην βάπτισί του πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Τα αδέλφια του, κατά σειρά ηλικίας, ήταν: Ελένη, Μιχαήλ, Αικατερίνη, Βασίλειος, Αμαλία, Μαρία και Ευγενία.
Ο μικρός Κωνσταντίνος ορφάνεψε από πατέρα σε ηλικία μόλις δύο ετών, δηλαδή η οικογένειά του έχασε τον προστάτη της πολύ νωρίς. Ήταν που ήταν φτωχή, χάνοντας και το στήριγμά της βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάστασι. Η χήρα μάνα του με τι δυνατότητες να θρέψη τόσα στόματα; Ξενοδούλευε για να τα φέρη κάπως βόλτα. Μετά ήρθε και η γερμανική κατοχή, η οποία χειροτέρευσε κατά πολύ τα πράγματα. Σ’ αυτό το περιβάλλον και με πολλές στερήσεις μεγάλωσε ο Παππούλης μας. Παπούτσια φόρεσε στα δώδεκά του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, δηλαδή τις στερήσεις, την πείνα και την ανέχεια, το ήθος και το φρόνημα του μικρού αυτού παιδιού δεν αλλοιώθηκαν.
Για παράδειγμα, ο Ιερεύς του χωριού τους ήθελε να του δίνη μια μικρή βοήθεια, επειδή πήγαινε και τον βοηθούσε στον ναό. Ο μικρός Κωνσταντίνος, όμως, του έλεγε: «Όχι, Παπα-Γιάννη, δεν παίρνουμε ποτέ χρήματα από την Εκκλησία». (Μαρτυρία Αριστέας Σαριδάκη).
Η, όταν του έδιναν μισή κουλούρα ψωμί για κάποια δουλειά που έκανε, ποτέ δεν την έτρωγε μόνος του, αλλά την πήγαινε στο σπίτι του και την έτρωγε με τ’ αδέλφια του, όλοι μαζί.
Χαρισματικό παιδί
Η Εκκλησία αγάλλεται και καυχάται, διότι εγέννησε και ανέδειξε ένα τέτοιο λαμπρό αστέρι και κόσμημα της˙ και η Κρήτη πρέπει να σεμνύνεται για το ηγιασμένο τέκνο της. Ο Παππούλης, από την νηπιακή του ηλικία, έδειχνε ότι ήταν σκεύος εκλεκτόν του Κυρίου μας. Από την βρεφική του ηλικία, όταν ακόμα δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε να ευχαριστή τον Κύριό μας, αφού δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή, αλλά κοιμόταν όλη την ημέρα, σύμφωνα με την μαρτυρία της αδελφής του Ευγενίας, η οποία το είχε ακούσει από την μητέρα τους να το ομολογή.
Οίνον και μεθύσματα ουδέποτε εγεύθη ο πατήρ Ευμένιος, δηλαδή οινοπνευματώδη ποτά, μπύρα, κρασί και αλκοολούχα ποτά δεν ήπιε ποτέ στην ζωή του.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν λειτούργησε για πρώτη φορά μόνος του ως Ιερεύς, ζαλίστηκε λίγο από την κατάλυσι της Θείας Κοινωνίας και γι’ αυτό, μετά, έβαζε λιγώτερο νάμα και περισσότερο ζέον.
Ο Κωστάκης, όπως τον έλεγαν, ήταν ένα χαριτωμένο και χαρισματικό παιδί, ακόμα και για τα κοσμικά δεδομένα, ενώ δεν είχε μάθει σχεδόν καθόλου γράμματα.
Οι δυσκολίες, η Κατοχή, κατά την διάρκεια της οποίας τα σχολεία υπολειτουργούσαν, δεν του επέτρεψαν να γευθή το αγαθόν της μαθήσεως. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε, όπως ο ίδιος έλεγε, να κάνη πράξεις μαθηματικές, λογαριασμούς δύσκολους, όλα από μνήμης, γι’ αυτό οι χωριανοί του, όταν ήθελαν κάτι σχετικό, τον φώναξαν: «Έλα, Κωστάκη, να μας πής πόσο κάνει αυτό κι αυτό», η κάτι πιο δύσκολο. Κι όταν τους τα έκανε, μετά τον γέμιζαν λουκούμια.
Κάποια φορά, όταν ο Παππούλης ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε στο χωριό τους ένα κοριτσάκι οκτώ-εννέα ετών. Οι γονείς και oι συγγενείς του κοριτσιού έκλαιγαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του παιδιού τους. Ο Παππούλης μας έλεγε σχετικά:
«Κάποτε, είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι και περνούσε από μπροστά μας η νεκρώσιμη πομπή. Πέρασαν μπροστά κι από την δική μας αυλή. Έτσι έκαναν τότε. Έκαναν την βόλτα, για να γίνη πιο επίσημη η κηδεία. Έκλαιγαν όλοι κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, πολλά στολίδια, που είχε το φέρετρο. Κι αυτοί έκλαιγαν. Κι εγώ έτρεχα κι έβλεπα τα στολίδια, που είχε το φέρετρο. Ήμουν έξι-επτά χρόνων τότε. Δεν είχα δει καλύτερα και ωραιότερα στολίδια. Οι άλλοι έκλαιγαν κι εγώ χαιρόμουν, που έβλεπα τα στολίδια. Έβλεπα τα στολίδια και χαιρόμουν. Μου άρεσαν.Δέν ήταν στολισμένα από τους ανθρώπους, όμως εγώ τα έβλεπα έτσι. Στολίδια… στολίδια… όχι ότι τα έβαλαν οι άνθρωποι. Κι αυτοί έκλαιγαν, που έχασαν το παιδί, κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, που είχε πάνω του, τα στολίδια του Θεού, και χαιρόμουν».
Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος θυμάται, σχετικά με την Χάρι, που από νωρίς είχε δοθεί στον Παππούλη μας: «Ο πατήρ Ευμένιος, όταν ήταν μικρός, είχε δει για πρώτη φορά την χάριν της αρχιερωσύνης. Την είχε δει στο πρόσωπο ενός Αρχιεπισκόπου, που είχε πάει στο χωριό του. “Έβλεπα”, μου είπε, “το φως του Αγίου Πνεύματος πάνω στο πρόσωπό του. Το φως της αρχιερωσύνης, την χάρι της αρχιερωσύνης. Την έβλεπα και πήγαινα συνεχώς μπροστά του». Και είπε ο Αρχιεπίσκοπος: “Αυτό το παιδί τι βλέπει;”.” Εγώ δεν έλεγα τι έβλεπα, αλλά μου άρεσε να βλέπω την χάρι της αρχιερωσύνης”».
Μοναχός Θεόκλητος δια φωτοφανείας
Ο πατήρ Ευμένιος ήταν θεόκλητος στον μοναχισμό. Ο ίδιος μας έλεγε:«Εγώ, δεκαεπτά χρόνων πήγα στο μοναστήρι. Ήμουν δεκαέξι χρόνια στο χωριό μου. Αγαπούσα τον Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλές φορές να γίνω καλόγερος. Μια μέρα μου λέει ο παπάς: “Έλα να σε κάνω νεωκόρο”. Πήγα κι εγώ. Άναβα τα καντήλια πρωί-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ο,τι βιβλία έβλεπα τα διάβαζα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 1944, το απόγευμα, πήγα, άναψα τα καντήλια στην εκκλησία και, μετά, πήγα στο σπίτι μας. Ήταν εκεί η αδελφή μου η Ευγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες και μακαρόνες. Εκεί που τρώγαμε, ήρθε μια λάμψι και με τύφλωσε και μπήκε μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Κι αμέσως, την ίδια στιγμή, φώναξα της Ευγενίας: “Ευγενία, θα γίνω καλόγέρος”. Την ίδια στιγμή. Εκείνη την στιγμή με φώτισε ο Θεός. Την είδα με τα μάτια μου εκείνη την λάμψι, που μπήκε μέσα μου.
Μόλις είδα αυτή την λάμψι, είπα κατ’ ευθείαν: “Θα γίνω καλόγερος”.
Όταν ο άνθρωπος έχει την κλήσι από τον Θεό για να κάνη κάτι καλό, ο Θεός ενεργεί και τον βοηθά».
Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου:
«Τόλμησα, κάποτε, να τον ρωτήσω: “Γέροντα, είχες δίλημμα για το ποιόν δρόμο θα ακολουθήσης; Σκέφθηκες να γνωρίσης κάποια γυναίκα, να την ερωτευθής, να κάνης οικογένεια;”
Τότε μου αποκάλυψε την απόλυτη απόφασί του να ακολουθήση την παρθενική ζωή, που την σηματοδότησε ένα εξαιρετικό γεγονός.
“Χειμώνας του 1944, Κωστής τότε, δεκατριών ετών”, μου είπε. “Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι. Ζεσταινόμαστε στο τζάκι. Τότε είδα μια τεράστια φωτιά, που μπήκε μέσα μου. Και από εκείνη την στιγμή, γεμάτος χαρά, έλεγα: Εγώ θα γίνω μοναχός. Θα γίνω μοναχός”. Και μου συμπλήρωσε: “Αν με πίεζαν αργότερα να παντρευτώ, θα πέθαινα, θα πέθαινα!”.
Από το 1944 η ψυχή του νεαρού Κωστή είχε ένα μόνο προσανατολισμό: την αφιέρωσι στον Χριστό. Η κλίσι υπήρχε. Η κλήσι με εμφατικό τρόπο συντελέστηκε και ο μικρός Κωστής βιαζόταν να ενηλικιωθή, να λάβη ζωή η επιθυμία της καρδιάς του.
Η φλόγα έκαιγε άσβεστος μεσά του. Στα 1951 ο Κωνσταντίνος κείρεται Σωφρόνιος μοναχός».
Με ζήλο στον μοναχικό αγώνα
Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ο Κωνσταντίνος αφήνει τα εγκόσμια και οδεύει εκεί, που τον οδηγεί η καρδιά του, η ψυχή του και όλο του το είναι. Εκεί, που το Άγιο Πνεύμα, εν είδει λαμπρού φωτός, τον φωτίζει, στην πλήρη αφιέρωσί του στον Χριστό, στον αγαπημένο του Ιησού, Τον οποίο από μικρός λατρεύει και υπηρετεί, είτε στα εξωκκλήσια του χωριού του, είτε κατά μόνας.
Τα βήματά του τον οδηγούν στην Ιερά Μονή Αγίου Νικήτα, στα νότια της Κρήτης, κάπως κοντά στο χωριό του, αφού απέχει μόνο δύο-δυόμισυ ώρες με τα πόδια.
Ο Κωνσταντίνος έγινε δεκτός από τον Ηγούμενο π. Ιερόθεο (Κωστομανωλάκη), στον οποίο έβαλε μετάνοια και άρχισε η δοκιμή του.
Στην Μονή τότε υπήρχαν, εκτός του Ηγουμένου, και δύο υπερήλικες και τυφλοί μοναχοί, τους οποίους ο Κωνσταντίνος φρόντιζε παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, λόγω της υπέρμετρου αγάπης που είχε.
Ως νέος, δόκιμος μοναχός, έκανε σχεδόν όλα τα διακονήματα της Μονής, ήταν πρόθυμος και φιλότιμος.
Μετά την τριετή του δοκιμασία, εκάρη μοναχός, μετονομασθείς Σωφρόνιος. Ως μοναχός, ο Σωφρόνιος έβαλε θεμέλιο της μοναχικής του ζωής την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή και την εργατικότητα. Επιδόθηκε σε νέους αγώνες. Τις ημέρες εκοπίαζε σωματικά και τις νύκτες παρέμενε άϋπνος και προσευχόμενος. Αυτό το τυπικό το κράτησε μέχρι τέλους της ζωής του.
Καθημερινά ο πατήρ Σωφρόνιος έδινε αγώνα σε όλα τα διακονήματα, σε όλες τις εργασίες, στο ν’ ανοίξουν καλύτερους δρόμους για να διευκολυνθή η έλευσι των προσκυνητών, στους κήπους, στο να καλλιεργούν τα κτήματα, στο να φέρνουν νερό από μακρυά, γιατί δεν επαρκούσε το υπάρχον.
Αυτά έβλεπε ο διάβολος και εμηχανεύετο τρόπους για να ρίξη τον αγωνιστή. Δεν αρκείτο μόνον στον πόλεμο των λογισμών, αφού μόνον με αυτούς δεν μπορούσε να ανακόψη την αγωνιστικότητα του πατρός Σωφρονίου. Γι’ αυτό του παρουσιαζόταν, και αισθητώς και οφθαλμοφανώς, και του μιλούσε. Κάποια μέρα, μάλιστα, καθώς ο ίδιος ο Παππούλης μας έλεγε, ο διάβολος εμφανίσθηκε μπροστά του και του είπε: «Εγώ είμαι άγγελος και πέσε κάτω να με προσκύνησης». Όταν, όμως, εκείνος τα έλεγε αυτά, ο πατήρ Σωφρόνιος πρόσεξε ότι του έλειπε ένα δόντι και του λέει γελώντας και κοροϊδευτικά: «Δεν είσαι άγγελος, δεν είσαι άγγελος, γιατί σου λείπει ένα δόντι!». Τότε ο διάβολος γυρίζει εξαγριωμένος και του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και αμέσως εξαφανίζεται από μπροστά του.

Θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, Εθιά Ηρακλείου Κρήτης
Κάποια άλλη μέρα, ο πατήρ Σωφρόνιος κατέβηκε κοντά στην θάλασσα, όπως ο ίδιος έλεγε, και άκουσε μέσα από την θάλασσα την Παναγία μας να του μιλάη και να του λέη, με την γλυκειά φωνή της: «Παιδί μου, μη φοβάσαι κι εγώ δεν θα σε αφήσω να χαθής». Σε ερώτησι, πως κατάλαβε ότι ήταν η Παναγία μας, απάντησε πολύ φυσικά: «Ε, την Παναγία μας δεν γνωρίζω;».
Και άλλοτε πάλι, έλεγε ότι η Παναγία μας τον αγκάλιασε. «Η Παναγία μου έκανε μια αγκαλιά», μας έλεγε.
Είδε την Αγία Μαρίνα
«Από ενωρίς ο ευλογημένος Κωνσταντίνος εκάρη μοναχός. Η ωριμότητα και η αποφασιστικότητά του φάνηκε αμέσως. Το αίσθημα και το χρέος της ξενιτείας τον συνείχε απόλυτα. Επεδίωκε να μην ξενυχτάη ποτέ έξω από το μοναστήρι. Όταν, κάποια φορά, αυτό στάθηκε αδύνατο και αναγκάσθηκε να παραμείνη στο πατρικό του σπίτι, είδε στο εικονοστάσι να βγαίνει η Αγία Μαρίνα από την εικόνα της, κρατώντας τον πειρασμό από τα κέρατα και δείχνοντάς του τον, του είπε: “Αυτός σας βάζει τους λογισμούς, να μην ακούτε τον Γέροντα και να νυστάζετε στις Ακολουθίες».
Στρατιωτική θητεία
Ο πατήρ Σωφρόνιος, όταν έφθασε την ηλικία των εικοσιτριών ετών, έπρεπε να πάη στρατιώτης, διότι τότε οι μοναχοί δεν απαλλάσσοντο των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων.
Η Μονή τον ετοίμασε σχετικά, τον εκούρεψε, του έκοψε δηλαδή τα μαλλιά και τα γένεια, και του τα φύλαξε, γιατί έτσι γινόταν τότε.
Παρουσιάσθηκε στο Μεγάλο Πεύκο, στις 24 Ιανουαρίου του 1954. Υπηρέτησε στο Μηχανικό και ήταν βοηθός μαγείρου. Κατόπιν, πήρε μετάθεσι για την Θεσσαλονίκη.
Στον στρατό ο Γέροντας ήταν υπόδειγμα υπακοής και εργατικώτατος, γι’ αυτό τον αγαπούσαν όλοι, από τον Διοικητή έως τον πιο απλό στρατιώτη. Ποτέ δεν θεώρησε αγγαρεία οποιαδήποτε εργασία του ανέθεταν, αλλά την έκανε με αγάπη, σωστά και καλά. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον σταματούσε πολλές φορές με το ζόρι, για να ξεκουρασθή.
Το ήθος και ο ακέραιος χαρακτήρας του πατρός Σωφρονίου έκανε ακόμη και τα πειραχτήρια του στρατού να αργούν, παρ’ όλο που ξέρανε ότι είναι καλόγερος.
Τις νηστείες τις κρατούσε όλες: Πάσχα, Χριστούγεννα, 15 Αυγούστου, Αγίων Αποστόλων και, φυσικά, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Πώς τα κατάφερνε; Ένας συνάδελφός του, μάγειρας, έλεγε σχετικά: «Μέχρι και ελιές, ψωμί και κρεμμύδι έτρωγε μόνον, αρκεί να μη χαλούσε τις διατεταγμένες νηστείες της Εκκλησίας μας».
Κάθε ημέρα, ο Διοικητής του επέτρεπε να αποσύρεται για λίγο να προσεύχεται, πέραν της γενικής Προσευχής, επειδή εγνώριζε ότι ήταν καλόγερος. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές του έδινε άδεια να πηγαίνη στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Θεσσαλονίκης, να εκκλησιάζεται και να ψέλνη.
Το επίδομα των στρατιωτών, τότε, ήταν 53 δραχμές τον μήνα. Φυσικά, του Παππούλη αυτό το ελάχιστο ποσό όχι μόνο του έφθανε, αλλά με αυτό έκανε ελεημοσύνες, «δάνειζε» τους συναδέλφους του, έδινε σ’ όποιον του ζητούσε.
Στον στρατό ο πατήρ Σωφρόνιος αρρώστησε βαρειά. Έκανε υψηλό πυρετό 40°-41°, που δεν έπεφτε. Η κατάστασί του ήταν απελπιστική. Τότε του έκαναν έφοδο χιλιάδες δαίμονες, για να τον τρομάξουν και να τον τρομοκρατήσουν. Όμως, μόνο μέχρι γύρω-γύρω στο κρεββάτι μπορούσαν να φθάσουν. «Αγγίζανε το κρεββάτι», όπως έλεγε ο ίδιος, «αλλά επάνω δεν μπορούσαν να ανέβουν. Γύρω-γύρω μόνο».
Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία. Νοσηλεύθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η κατάστασί του, αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τον έφεραν στην Αθήνα και νοσηλεύθηκε σε διάφορα νοσοκομεία. Τελικά, βρέθηκε ότι πάσχει από την νόσο του Χάνσεν, την γνωστή λέπρα, και μεταφέρθηκε στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών.
Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ο και ιατρός, θυμάται που του έλεγε ο Παππούλης μας:
«”Με παίρνουν φαντάρο και με στέλνουν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί αρρώστησα κι άλλο. Με πάνε στον στρατιωτικό γιατρό, μου λέει: “Έχεις αφροδίσια”.”Τί έχω;”.”Αφροδίσια, τα κόλλησες από γυναίκα”. Γελώ, Βαγγέλη μου, γελώ. “Γιατρέ μου, άλλο πράγμα έχω”, του λέω. “Δεν έχω αφροδίσια”. Ακούς, Βαγγέλη, αφροδίσια”, και γέλαγε, γέλαγε. “Και τι έγινε, Γέροντα;”, ερώτησα. “Είμαι στο λεωφορείο και έλεγα: “Παναγία μου, Καλυβιανή, τι αρρώστια έχω εγώ;”.Με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει: “Πάτερ, να σου πω, είσαι άρρωστος από λέπρα, να πας στο νοσοκομείο, στην Αθήνα. Είμαι κι εγώ άρρωστος άπ’ αύτό.Να πάς στο νοσοκομείο στην Αγία Βαρβάρα”». Επήγε ο πατήρ Ευμένιος στο νοσοκομείο, τον είδαν και του άρχισαν την θεραπεία. Εκεί συνάντησε τον πατέρα Νικηφόρο, που ευωδιάζουν τα λείψανά του».
Και ο Μόρφου Νεόφυτος μας έλεγε:
«Υπήρχε τότε ένας νόμος, που έλεγε ότι έπρεπε οι καλόγεροι, όταν ήταν σε νεανική ηλικία, να πάνε στρατιωτικό. Και τον ξύρισαν. Φανταστείτε τώρα, τον κούρεψαν. Κι αυτός πήγε. Πήγε στον στρατό, στην Θεσσαλονίκη, κι εκεί, για πρώτη φορά, φάνηκε το πρόβλημα της ασθένειας του Χάνσεν, της λέπρας.
“Και ήμουν”, λέει, “ξαπλωμένος σ’ ένα κρεββάτι και είχα πάρα πολύ πυρετό. Κι εκείνη την ώρα μου είπαν: “Άκουσε, πάτερ Σωφρόνιε, είσαι άρρωστος, πολύ βαρειά άρρωστος, και δεν μπορείς πια να επιστρέψης στο μοναστήρι σου. Αν πας, θα πρέπη να πας για λίγο και μετά θα πρέπη να σε πάνε στο Νοσοκομείο”.
Όταν έμαθε ότι έπασχε από λέπρα, έλεγε: “Χάρηκα πάρα πολύ”. “Χάρηκες;”, του λέω. “Ναι, με γέμισε απέραντη χαρά. “Οσο πιο μεγάλη ασθένεια, τόσο πιο μεγάλος σταυρός, τόσο πιο μεγάλη Ανάστασι. Και είπα: Πώ, πώ, πώ, μεγάλο δώρο μου έδωσες, Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, που μου έδωσες μεγάλο σταυρό. Θα έχω μαζί Σου μεγαλύτερη συμμετοχή στα πάθη Σου, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή στην Ανάστασί Σου”. Άκου ο άνθρωπος! Και ήταν μόλις 20 χρόνων».
Αδιάλειπτος αγώνας
Στον αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών, ο πατήρ Σωφρόνιος νοσηλεύτηκε επιτυχώς και θεραπεύτηκε τελείως. Η ασθένεια δεν του άφησε καμμία παραμόρφωσι, ούτε το παραμικρό σημάδι.
Μετά την θεραπεία του από αυτή τη σοβαρή ασθένεια, παρέμεινε μέσα στον Αντιλεπρικό Σταθμό, από αγάπη για τους πάσχοντας αδελφούς του. Η Διεύθυνσι του Σταθμού, επειδή ήταν μοναχός, του παρεχώρησε ατομικό κελλάκι, δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Στο κελλάκι αυτό ο Παππούλης πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Εκεί ξανάρχισε τους πνευματικούς αγώνες, που είχε στερηθεί λόγω του στρατού και της ασθενείας του.
Καθημερινές ασχολίες του πατρός Σωφρονίου ήταν η φροντίδα για την ευπρέπεια του Ναού, στον οποίο ανέλαβε και καθήκοντα ιεροψάλτου, και η περιποίησι ασθενών, που ήταν παράλυτοι και δεν είχαν κανένα να τους φροντίση.
Ακόμη, έφτιαχνε λιβάνι και το μοίραζε σε μοναστήρια και ναούς, και γέμισε τους θαλάμους με ιερές εικόνες και πνευματικά βιβλία.
Τα καλοκαίρια πήγαινε για μήνες στο Άγιο Όρος, στο οποίο αναπαυόταν πολύ.
Πήγαινε επίσης στην Κρήτη, στην Μονή της μετανοίας του και στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, όπου συνεδέθη με τον ιδρυτή της Μητροπολίτη Τιμόθεο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης.
Όταν έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου, του έστειλε ο Άγιος Άνθιμος τον Οσιώτατο μοναχό Νικηφόρο, τυφλό και παράλυτο. Ο πατήρ Σωφρόνιος τον υπηρέτησε με όλη του την ψυχή και καρδιά και τον είχε πνευματικό πατέρα και οδηγό.
Ο αντίδικος, όμως, διάβολος φθόνησε την καλή πολιτεία του αγωνιστού Σωφρονίου και τον πολέμησε με σφοδρότητα και τον ταλαιπώρησε πολύ. Τον απάλλαξε διά παντός άπ’ αυτόν η Χάρις του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.
Το 1975, σε ηλικία σαραντατεσσάρων ετών, ο μοναχός Σωφρόνιος χειροτονήθηκε εις πρεσβύτερον και πήρε το όνομα Ευμένιος. Ο πατήρ Ευμένιος συνέχισε τη ζωή του στο Λοιμωδών ως Ιερεύς, διεκρίθη δε και ως άριστος πνευματικός.
Μετά την πτώσι του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ρωσσία, πήγε προσκυνηματικό ταξείδι στη Μόσχα, στην Πετρούπολη και στο Κίεβο.
Με την επιστροφή από εκεί, άρχισαν τα άλλα μεγάλα προβλήματα υγείας: σάκχαρο, ανεπάρκεια νεφρών, προβλήματα οράσεως και τα πόδια του, που έλεγαν οι γιατροί να του τα κόψουν. Έμπαινε και έβγαινε συνεχώς σε νοσοκομεία.
Παρ’ όλα αυτά, όμως, έκανε ακόμη μερικά ταξείδια και συνέχιζε τα ιερατικά του καθήκοντα εις το ακέραιον: Ιερές Ακολουθίες και ατελείωτες επισκέψεις σε σπίτια πνευματικών του παιδιών για αγιασμούς, ευχέλαια και εξορκισμούς.
Αυτό κράτησε πάνω από οκτώ-δέκα χρόνια, οπότε μπήκε για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου, στις 23 Μαΐου 1999, απεδήμησε εις Κύριον σε ηλικία έξηνταοκτώ ετών.
Ακολουθούν κάποιες μαρτυρίες από τις τελευταίες εκείνες ώρες.
Ο Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης με τον μετέπειτα μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο τότε ως διάκονο στη Ρωσία
Στην ημέρα της εορτής τους…
Τον σεβαστό Πατέρα Ευμένιο, τον αγαπημένο μας «Παππούλη», εκάλεσε ο Κύριός μας κοντά του στις 23 Μαΐου του έτους 1999, ημέρα Κυριακή, στην μνήμη των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, γύρω στις τέσσερεις το απόγευμα, ενώ ευρισκόταν στο θεραπευτήριον Ευαγγελισμός.
Ας σημειωθή, ότι ο Πατήρ Ευμένιος ανήκε στην Μητρόπολι Νικαίας και είναι άξιον θαυμασμού το ότι εφάνη ωσάν να ήλθαν οι Άγιοι προστάτες της μητροπολιτικής του περιφέρειας να παραλάβουν το εκλεκτό και υπερευλογημένο τέκνο τους, την ημέρα της εορτής τους.
Η εξόδιος Ακολουθία εψάλη εις τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον οποίο διεκόνησε η αγιότητά του με περίσσια αυταπάρνησι.
Ο ενταφιασμός του έγινε την επομένη ημέρα στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, το χωριό Εθιά, του νομού Ηρακλείου.
Αποχαιρετισμός
«Δεν μπορώ να περιγράψω την θλίψι, που είχε στο πρόσωπό του, όταν για τελευταία φορά κλείδωνε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, των γλυκύτατων και αγαπημένων του Αγίων, όπως συνήθιζε να λέη, και αποχαιρετούσε το άγιο κελλί του. Και τις τελευταίες ευχές για το Ίδρυμα: “Την ευχή μου να έχετε όλοι, την ευχή μου να έχετε όλοι”, επαναλάμβανε, ενώ τον έπνιγε ένα βουβό κλάμα, καθώς περνούσαμε για τελευταία φορά τους δρόμους της αγαπημένης του Αθήνας.
Ευλογούσε συνέχεια και έλεγε: “Ωραία που είναι η Αθήνα! Ωραία Αθήνα, ευλογημένη Αθήνα! Τίποτε άλλο δεν υπάρχει πιο ωραίο από την Αθήνα”. Ευλογούσε τους δρόμους, την Ομόνοια, την Αγορά, την Μητρόπολι, την Βουλή των Ελλήνων, τους πάντες και τα πάντα.
Ανεξίτηλα έχουν μείνει στην μνήμη μου τα λόγια, που είπε την Πέμπτη 29 Απριλίου του 1999, τα μεσάνυκτα: “Σήμερα ήθελαν πάλι να μου κάνουν αιμοκάθαρσι δύο ώρες. Με τρύπησαν επτά-οκτώ φορές. Με τρύπαγαν αυτές, με τρύπαγαν σαν τον Δεσπότη Χριστό. Μαρτύρησα, μαρτύρησα σαν τον Δεσπότη Χριστό. Γιατί το κάνουν αυτές αυτό;” “Γέροντα”, του απαντώ, “δεν θα ήξεραν οι νοσοκόμες”. “Θέλετε να αλλάξουμε γιατρούς και νοσοκομείο”, του πρότεινα. “Μπά, δεν χρειάζεται”, μου απαντάει. “Μου αρέσει πολύ ο Ευαγγελισμός…”».
Ο τελευταίος Εσπερινός
«Για τελευταία φορά ο Γέροντας εισήχθη στον Ευαγγελισμό στις 17 Δεκεμβρίου του 1997 (εορτή του Αγίου Διονυσίου).
1η Μαΐου του 1999. Δεν αισθάνεται καθόλου καλά.
2α Μαΐου. Τον θυμάμαι το βράδυ εκείνο της Κυριακής, με το ραδιοφωνάκι στα χέρια, να παρακολουθή τον Εσπερινό του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Ήταν ο τελευταίος Εσπερινός, που άκουγε.
3η Μαΐου, 4η Μαΐου, ο Γέροντας χειροτέρευε. Από τους γιατρούς καμμία βοήθεια. Έλεγε συνέχεια: ” Ελάτε, πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω…”.
5η Μαΐου έως 23η Μαΐου, πονούσε φοβερά όλες αυτές τις ημέρες.
Στις 23 Μαΐου του 1999, την Κυριακή των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, στις 4:10 μ.μ., εκοιμήθη».
Μετά την κοίμησί του επιτελεί πολλά και μεγάλα θαύματα, όπως το ομολογούν άνθρωποι που υεργετήθηκαν η αυτόπτες μάρτυρες. Ο βίος του υπήρξε αρετή και η αρετή βίος.
Πηγή: Σίμωνος Μοναχού, Πατήρ Ευμένιος – Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Επιμέλεια κειμένου: Μαίρη Αποστολάρα, Πρώτη Έκδοσι, Δεκέμβριος 2009

Κύριε, πόσο σέ ἐπερίμενα! Π. Νικόδημος Μαντίτσα


Κύριε, πόσο σέ ἐπερίμενα!

Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε 

Ποιός δέν γνωρίζει τόν π. Νικόδημο Μαντίτσα;

Μία ὁλόκληρη ζωή ἐκοπίασε νά γράφη, κατά τίς δυνάμεις πού εἶχε, ἕνα πλῆθος ψυχωφελῶν καί διδακτικῶνβιβλίων γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Δεκάδες οἱ τίτλοι, ἑκατοντάδες καί χιλιάδες τά παραδείγματα ἀπό τά βιβλία του πού ἐγέμισαν τήν Χώρα μας καί πολύς κόσμος ὠφελήθηκε καί σώθηκε μέ τήν βοήθειά του.
Ἀλλά ὁ π. Νικόδημος ἦτο καί μεγάλος Πνευματικός καί ἔμπειρος ὁδηγός. Ὁλόκληρα χωριά μέ χιλιάδες Χριστιανούς ἦσαν πνευματικά του παιδιά, τά ὁποῖα ζοῦσαν μία ἐνάρετη ζωή σύμφωνα μέ τήν πατροπα­ράδοτη ὀρθόδοξη πίστι μας.
Μετά τόν Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο, ἀπεσύρθηκε στήν Μονή Ἀγάπια, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς Πνευματικός ζῶντας μέ ἡσυχία καί βαθειά ἐσωτερική ταπείνωσι. Σ᾿ ὅλη τήν ζωή του προετοιμαζόταν γιά τό κοινό τέλος, ἰδιαίτερα, ὅταν πλησίαζε ὁ καιρός του. Ἦτο ἀσθενής, ἀλλά ὁ νοῦς του παρέμενε καθαρός καί προσευχόταν συνεχῶς.
Κάποια νύκτα, εἶπε στίς δύο μοναχές, πού τόν διακονοῦσαν: «Ἀδελφές, ἀγρυπνεῖστε αὐτή τήν νύκτα μαζί μου, διότι τό πρωΐ, ὥρα τρεῖς ἀναχωρῶ· καί ἔχω μεγάλη ἀνάγκη τῶν προσευχῶν σας». Οἱ Ἀδελφές ἐδιάβαζαν ἀκατάπαυστα προσευχές, Χαιρετισμούς, Παρακλήσεις, Ψαλ­μούς γιά νά μή κοιμηθοῦν, ἀλλά καί ὁ π. Νικόδημος προσευχόταν συνεχῶς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...», καί κἄπου-κἄπου ἐρωτοῦσε τί ὥρα εἶναι; «Ἑτοίμασα τό κερί καί τό σπίρτο, ἐδιηγεῖτο μία μοναχή, γιά νά τά ἔχω ἕτοιμα. Ὁ καιρός περνοῦσε ἀσυναίσθητα 12,..1..2...'Επλησίαζε ἡ ὥρα 3 καί ἐμεῖς εἴμασταν σέ μία ὑπερέντασι νά ἰδοῦμε τί θά γίνη...Ξαφνικά, τό κελλί γέμισε ἀπό ἕνα δυνατό ὑπερκόσμιο φῶς καί ἐβλέπαμε δίπλα στόν Γέροντα ἕνα Ἐπίσκοπο ντυμένον τά ἀρχιερατικά του ἄμφια, κρατῶντας στά χέρια του καί δύο ἀναμμένα κηροπήγια, τό ἕνα μέ τρία καί τό ἄλλο μέ δύο κεριά. Ἐμεῖς ἐπέσαμε κάτω ἀπό τόν φόβο μας καί ἀκούσαμε τόν ἀρχιερέα νά λέγη: «Πάτερ, ἀπό τώρα ἔλα μαζί μας!» καί ὁ Γέροντας εἶπε: «Κύριε, πόσο σέ ἐπερίμενα!
Ἐξαφανίσθηκε καί ὁ ἀρχιερεύς καί τό φῶς. Ὅταν ἐμεῖς σηκωθήκαμε, ὁ πατήρ εἶχε κοιμηθῆ. Τό πρόσωπό του ἦτο εἰρηνικό καί φωτεινό σάν νά ἐκοιμᾶτο...Ἀνάψαμε ἀμέσως τίς λαμπάδες μας, διότι ἀπό τόν φόβο μας εἴχαμε ξεχάσει νά τίς ἀνάψουμε ἀπό ἐνωρίτερα. Ἀλλά δέν ὑπῆρχε ὅμως κάποια ἀνάγκη...».

Μετάφρασις – Ἐπιμέλεια
Ὑπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἁγίου Ὅρους Ἄθω
2002

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...