Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 09, 2013

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός



Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
  
             Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για 
«βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». 
Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής
 της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του
 ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο
 και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, 
αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» 
για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα)
 είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση
 («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο 
Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του.
 Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και 
κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. 
Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα 
της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.

           Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη
 είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: 
«σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω». 
Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): 
«μνήσθητι μου Κύριε [...] εν τη βασιλεία σου». 
Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) 
«ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία».
 Ο Απ. Παύλος (Β'Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη
 σ' αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον 
και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». 
Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : 
«Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής,
 ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) 
Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: 
«παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». 
(P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 
25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 
«γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («...ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). 
Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε 
με τον όρο «κόλασις».

          Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί 
τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές
 καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη
 πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες.
 Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από 
τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του.
 Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο
 φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. 
Από τη Β' Παρουσία και σ' όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, 
όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. 
Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες 
εις ανάσταστιν ζωής,
 οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). 
Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και 
«ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε 
δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο 
(«υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν 
ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).

Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα.
 Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. 
Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως 
χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι 
και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται
 οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες»,
 όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). 
Γι' αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι 
«κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». 
Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν 
και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία 
της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ' όλους
 που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.

Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ)
 λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι 
«πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος
 ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει
 υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και 
κολαστικώ, κατ' αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως 
κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα,
 εκδ. Χρήστου, Β' σ.145): Το φως του Χριστού
 «ει δ' εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, 
αλλά διαφόρως μετέχεται...».

Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή 
και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε 
καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την 
κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί,
 μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή 
γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται 
κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής 
και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου
 (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος)
 συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο 
ή κόλαση.

            Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι,
 πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο 
και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια 
και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του
 Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. 
Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα 
μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, 
αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς 
κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης.
 Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία
 («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), 
που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) 
για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από 
το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», 
τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία,
 όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης 
Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου 
κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου,
 όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.

Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα
 έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας.
 Σ' αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού.
 Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ' Ομιλία περί Β' Παρουσίας) 
λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι
 να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». 
Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός 
της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και 
απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, 
τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού)
 δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς)
 και πανσόφως προωκονόμηται».

          Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι 
οι άνθρωποι σ' αυτή την πρόσκληση του Χριστού 
και γι' αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην 
άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην
 παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου 
(Λουκ, κεφ. 16). 
Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, 
γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη
 από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά
 του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα 
την κλήση του Χριστού). 
Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. 
Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, 
εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε.
 Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός
 το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος 
Παλαμάς: «...ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα,
 ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ' υμάς ητοίμασα την πυράν·
 δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας 
προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η 
κατ' εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) 
εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) 
Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.

Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα,
 τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην 
Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να 
μετάσχει σ' αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» 
(παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). 
Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας»,
 για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει 
ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι,
 που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να 
ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε
 στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, 
είναι αδικαιολόγητοι.

Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα 
του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως 
κατά τη Β' Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι,
 παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό.
 Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει,
 αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην
 ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος· 
δεν έχει Θεό μέσα του...) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου 
στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. 
Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει 
(αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον
 Τελώνη. 
Την β' Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη 
του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή 
(σωτηρία) του αδελφού του. 
Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, 
που δεν γεννούσε αγάπη. 
Την γ' Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή 
φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.

         Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεω
ς είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα 
και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο
 παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. 
Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, 
ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. 
Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό 
(π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, 
ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό 
(π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». 
Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία
 και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. 
Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία 
του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη
 Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού
 (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη 
(πρβλ. Α' Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). 
Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο
 παρουσία Του. Γι' αυτό είναι φρικτή η Β' Παρουσία
 («Ω ποία ώρα τότε...», ψάλλουμε στους Αίνους). 
Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία 
είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία 
(«προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών...»). 
Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι 
Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών»)
 βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! 
Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας.
 «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της 
πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι.
 Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς
 είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την
 ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής 
«απήλαυσε τα αγαθά του». 
Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». 
Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15):
 «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει.
 Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται·
 ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, 
αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». 
Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ»
 της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος,
 ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά
 κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ' αι.)
 παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα 
μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε
 και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος 
Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια 
πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά 
κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο 
δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!

Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το
 φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, 
ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. 
Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. 
Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της 
προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). 
Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός,
 της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, 
στον Θ' Λόγο του στην Α' Κορινθ. Σημειώνει: 
«αθάνατος η κόλασις...οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν 
όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ' έστιν, 
ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». 
Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο 
εστιν· ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα,
 εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει
 εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί...
 Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», 
περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».

Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του
 έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό 
μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε
 ειδωλολατρικές εκδοχές. 
Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο 
διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη 
διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. 
Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως,
 με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων
 ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). 
Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού 
προσφέρει σωτηρία σ' όλους. 
«Πάντας θέλει σωθήναι...» (Α' Τιμ. 2,4). 
Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, 
που ακούεται στις κηδείες: 
«Ου δύναμαι απ' εμαυτού ποιείν ουδέν· καθώς ακούω 
κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). 
Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», 
που εφαρμόζεται σ' αυτή την περίπτωση. 
Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό 
(θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη
 η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. 
Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια 
συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη
 Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, 
«Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν,
 ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η 
αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. 
Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»!
 Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο 
κατά του αμαρτωλού, ενώ ο Θεός, όπως είδαμε.
 «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη 
για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» 
στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων 
(θεραπευτικών μέσων).

         Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται
 και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. 
Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη,
 για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την 
εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το 
άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος
 ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. 
Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον 
παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. 
Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία 
με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. 
Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, 
κολαζόμασθε (καιόμεθα). 
Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία
 «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος».
 Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά,
 αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη
 δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι 
η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας»
 (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β' αι..), συμβαίνει 
ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. 
Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί,
 τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει,
 σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η
 κατάσταση του οργανισμού μας. 
Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον 
χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και 
τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε
 οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού,
δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. 
Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, 
όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».

Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως 
του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως.
 «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την 
δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33).
 «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν...» 
λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) 
Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία
για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην 
κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3)
 Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. 
Γι' αυτό λέγει ο απ. Παύλος: 
«Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας»
 (Β' Κορ 6.2). 
Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. 
Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία
 με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά
 θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν
 μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. 
Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά)
 ζωές.
 Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή 
χανόμαστε. 
Γι' αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος: 
«α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν 
τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ 
εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν».
 Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου.
 Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί 
στη σωτηρία του. Σ' αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον
 παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. 
Γι' αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : 
«Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται· ο μη πιστεύων ήδη κέκριται,
 ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού 
του Θεού» (3,18)

Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον
 παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο 
για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό
 και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια 
του όρου. 
Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια,
 όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. 
Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας
 δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ' ουσίαν
 ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. 
Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, 
οι Άγιοι.

Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. 
Πού καλούμε; 
Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, 
που ονομάζεται χριστιανική; 
Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση 
θέσεως στον «παράδεισο».
 Γι' αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. 
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. 
Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας 
δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας
 η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται 
ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια 
κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα 
και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), 
να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την
 Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο
 και όχι ως κόλαση.

Τούς πονεῖς τούς φτωχούς; Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος



Ἀργά τά ἄνοιξε τά μάτια του ὁ πλούσιος! Τότε πού εἶδε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ τόν Λάζαρο! Τόν ἄνθρωπο, πού καταδεχόταν οὔτε νά τοῦ ρίξει μιά ματιά, ὅταν τόν εὕρισκε νά περιμένει ἔξω ἀπό τήν πόρτα του!

Καί τότε τό κατάλαβε καλά, τί σημαίνει ἐκεῖνο, πού λίγο πρίν ποτέ δέν θέλησε νά τό καταλάβει.

Στήν κόλαση βρέθηκε ὑποχρεωμένος, θέλοντας καί μή, νά κάμει ἕναν ἀπολογισμό. Ἐκεῖ, ἀναγκάσθηκε νά ψάξει νά ἰδεῖ, τί τοῦ εἶχε γίνει ἀφορμή νά χάσει, ἡ κακή του ἐκείνη διάθεση, πού δέν τόν ἄφηνε νά ἰδεῖ στό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου τόν «πλησίον» του: δηλ. ἕναν συνάνθρωπο, πού ἔπρεπε νά τόν περιμένει ὅτι μποροῦσε κάποτε νά βρεθῆ καί ὁ ἴδιος στήν θέση του· καί εἶχε γι᾿ αὐτό χρέος νά τόν συμπονάει.

Ἄς ρίξωμε μιά ματιά στήν ἄθλια κατάσταση, πού εἶχε βρεθῆ τότε ὁ πλούσιος. Τώρα εἶχε φθάσει στό ἄκρο ἀντίθετο! Τότε εἶχε μεγάλη ἀφθονία. Τότε γλεντοῦσε, ὅσο πιό καλά μποροῦσε. Τώρα τά εἶχε χάσει ὅλα. Καί ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν τήν μεγάλη ἀντίθεση, τόσο πιό πολύ τόν ἔτσουζε. Καί γι᾿ αὐτό εἶπε: «Πατέρα, Ἀβραάμ, λυπήσου με. Καί στεῖλε τόν Λάζαρο, νά "βουτήξει" ἔστω καί ἕνα δάχτυλό του σέ νερό, νά μοῦ δροσίσει λίγο τήν γλώσσα· γιατί ὑποφέρω πολύ μέσα σέ αὐτές τίς φλόγες» (Λουκ. 16,24).

Ἀπό τά λόγια αὐτά, ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά βγάλωμε τό συμπέρασμα, ὅτι ἀρκεῖ ἀκεῖ μιά σταγόνα νερό, γιά νά ἀνακουφίσει καί νά δροσίσει. Τά λόγια αὐτά μᾶς λένε μόνο, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολλές ἁμαρτίες, ἐκεῖ θά ὑποφέρουν πολύ, ἐκεῖ θά ταλαιπωρηθοῦν πολύ· ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη φωτιά· ἀπο τήν αἴσθηση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τους.

Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ πλουσίου, μαθαίνουμε μόνο ὅτι:

Στήν τελική κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ποινή θά εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τήν ἐσωτερική μας ἀθλιότητα.

Ὁ πλούσιος, σπρωγμένος ἀπό τήν ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν, ἀναγκάστηκε νά ζητήσει μιά σταγόνα νερό!

Ἐδῶ στήν γῆ, σπρωγμένος ἀπο τήν φιλαργυρία καί ἀσπλαγχνία του, εἶχε καταντήσει νά μή δίνει οὔτε μιά σταγόνα νερό!

Ἄραγε μποροῦσε ποτέ, νά βρεθεῖ γι᾿ αὐτόν κατάσταση πιό δίκαιη, μέχρι τίς τελευταῖες της λεπτομέρειες καί ταυτόχρονα πιό ὁδυνηρή;

Ζητάει μιά σταγόνα νερό!

Ποῖος;

Ἐκεῖνος, πού στόν φτωχό δέν ἔδινε οὔτε ψίχουλο ψωμί.

Τόν ἔκαμε ὁ Θεός, νά ποθήσει σταγόνα νερό! Γιά νά τόν κάμει νά καταλάβει, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ φτώχεια. Καί ποσο χρειάζεται νά εἴμαστε πονετικοί στήν φτώχεια.

 
Μετάφρ.: Ἀρχιμ. Α.Μ.

Η φοβερή ώρα του θανάτου




Το αληθινό γεγονός πού καταγράφουμε
 έγινε γύρω στο 1940,
 πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ένας ιερεύς ο παπα-Θεόδωρος κλήθηκε
 για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς
 ετοιμοθάνατους.
 Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο 
και μια ενάρετη χήρα, πού μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα 
και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή, εκείνα 
τα χρόνια, οκτώ παιδιά!!!
Ο παπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονο του, τον πατέρα Λαυρέντιο.
 Μπροστά ο νεωκόρος, στο πλάι ο διάκονος και ο ιερεύς με το 
άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ώμους,
 (όπως εσυνηθίζετο τότε), πήγαν πρώτα στο σπίτι του πλούσιου, 
αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία!
 Μόνο φώναζε:-Δεν είμαι εγώ για θάνατο!
Έγινε ένας διάλογος, όσο ήταν δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και 
του άρρωστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει.
Λέγει τότε ο διάκονος, ο πατήρ Λαυρέντιος:
-Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο,
 να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς
 να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω! και, εάν έχει πεισθεί,
 να τον κοινωνήσομε μετά;
-Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.
Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με
 την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι.
 Μπήκαν μέσα και είδαν γύρω από το κρεβάτι της κυρα-Μαρίας
 να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς
 της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, 
γιαγιά και συγγενή.
Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! 
Τι είδε; 
Ανείπωτο θέαμα! 
Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους 
ή αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες
 Αγγέλους και Αρχαγγέλους, πού συνωστίζονταν
 μέσα στο δωμάτιο ποιος θα πρώτο-χαϊδέψει και ποιος
 θα πρώτο-απαλύνει και θα πρώτο-σφουγγίσει τον ίδρωτα 
αυτής της υπερευλογημένης μάνας!
Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! 
Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της,
 στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν ή Υπεραγία Θεοτόκος, 
η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ίδρωτα 
του πυρετού από το μέτωπο της. 
Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: 
«Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».
Και-ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι έπεσαν “μπρούμυτα”
 και προσκύνησαν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήριο πού είχε
 μέσα το τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! 
Όλες οι Αγγελικές Δυνάμεις!και η Υπεραγία Θεοτόκος,
 κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάσθηκε το άγιο Ποτήριο και
 οδήγησε τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη.Μετά 
τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι πήραν, την ψυχή αυτής της 
ευλογημένης μάνας, την παρέδωσαν στα χέρια της 
Παναγίας και όλοι μαζί ανήλθαν στον Ουρανό.
Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος
 με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση έφυγε…
και επέστρεψε στο σπίτι του πλουσίου… 
Μπήκε μέσα και τον κατέλαβε ρίγος! γιατί γύρω από το κρεβάτι, 
του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκον­ταν εκατοντάδες δαίμονες,
 οι όποιοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε 
διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, 
στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι… 
Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ’ αυτά τρυπούσαν οι δαίμο­νες.
 Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος.
Παρέδωσε το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, 
ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθύμησε…
O ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο 
να “ετοιμαστεί” για το τέλος! 
Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία 
και χωρίς Εξομολόγηση.

.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Τι μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους μας


Ο καθένας από εμάς που επιθυμεί να εκφράσει την αγάπη του για τους νεκρούς και να τους βοηθήσει ουσιαστικά, μπορεί να το επιτύχει προσευχόμενος υπέρ των ψυχών τους, και ειδικότερα μνημονεύοντας αυτούς στη Θεία Λειτουργία, όταν οι μερίδες που αποκόπτονται για ζώντες και νεκρούς αφήνονται να πέσουν μέσα στο Αίμα του Κυρίου με τις λέξεις: «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αίματί σου τω Αγίω πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων. Αμήν.» Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε καλύτερο ή σπουδαιότερο για τους νεκρούς από το να προσευχόμαστε γι΄ αυτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία.
Το έχουν πάντα ανάγκη,ειδικά κατά τη διάρκεια εκείνων των σαράντα ημερών όπου η ψυχή του απελθόντος πορεύεται προς τις αιώνιες κατοικίες. Το σώμα δεν αισθάνεται τίποτε τότε· δε βλέπει τους οικείους που έχουν συγκεντρωθεί, δε μυρίζει το ευωδιαστό άρωμα των λουλουδιών, δεν ακούει τους επικήδειους. Η ψυχή όμως αισθάνεται τις προσφερόμενες υπέρ αυτής προσευχές και είναι ευγνώμων στους ανθρώπους που τις απευθύνουν και βρίσκεται πνευματικώς κοντά τους.
Ω συγγενείς και αγαπημένοι του νεκρού! Πράξετε γι΄ αυτούς ότι έχουν ανάγκη και ότι είναι εντός της δικαιοδοσίας σας. Δώστε τα χρήματά σας όχι για να καλλωπίσετε εξωτερικά το φέρετρο και το μνήμα, αλλά για να βοηθήσετε όσους το χρειάζονται, εις μνήμην των αγαπημένων σας που έφυγαν από τη ζωή, για να ενισχύσετε εκκλησίες, στις οποίες προσφέρονται προσευχές υπέρ αυτών. Ελεήστε τους νεκρούς, φροντίστε για τις ψυχές τους.
Μας περιμένει όλους ο ίδιος δρόμος, και όταν κι εμείς βρεθούμε εκεί πόσο πολύ θα ευχόμαστε να μας θυμάται κάποιος στις προσευχές του! Αξίζει λοιπόν να ελεήσουμε εμείς οι ίδιοι τους νεκρούς.
Αμέσως αφού αναπαυθεί κάποιος, καλέστε ή ενημερώστε έναν ιερέα, ώστε να διαβάσει τις «Προσευχές για την Αναχώρηση της Ψυχής», τις οποίες η Εκκλησία έχει ορίσει να διαβάζονται πάνω από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μετά το θάνατό τους. Προσπαθήστε, ει δυνατόν, να τελέσετε την κηδεία στην εκκλησία και να αναγνώσετε το Ψαλτήρι πάνω από τον απελθόντα μέχρι την κηδεία.
Η κηδεία δεν χρειάζεται να είναι περίτεχνη, αλλά πρέπει απαραιτήτως να είναι πλήρης, χωρίς συντομεύσεις· την ώρα εκείνη μη σκεφτείτε τον εαυτό σας και την άνεσή σας, αλλά τον απελθόντα, από τον οποίο χωρίζεστε δια παντός. Εάν υπάρχουν ταυτόχρονα και άλλοι απελθόντες που αναμένουν κηδεία στην εκκλησία, μην αρνηθείτε εάν σας προταθεί να τελέσετε την κηδεία για όλους μαζί.
Είναι καλύτερο να τελείται μια κηδεία για δύο ή περισσότερους απελθόντες ταυτόχρονα, όταν οι προσευχές όλων των παρευρισκομένων προσφιλών προσώπων θα είναι ιδιαιτέρως ένθερμες, παρά να τελούνται ξεχωριστές, διαδοχικές κηδείες, και να συντομεύονται οι λειτουργίες εξ αιτίας έλλειψης χρόνου και ενέργειας· αφού κάθε λέξη της προσευχής για τον αναπαυθέντα είναι ότι μία σταγόνα νερό για το διψασμένο.
Κανονίστε οπωσδήποτε εκείνη την ώρα τα σχετικά με την τέλεση σαρανταλείτουργου, δηλαδή καθημερινή μνημόνευση στη θεία Λειτουργία σε όλη τη διάρκεια των σαράντα ημερών. Συνήθως στους ναούς όπου τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, οι απελθόντες οι οποίοι έχουν κηδευτεί εκεί μνημονεύονται επί σαράντα και πλέον ημέρες.
Εάν όμως η κηδεία γίνει σε ναό όπου δεν τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, τότε οι ίδιοι οι συγγενείς θα πρέπει να φροντίσουν να ζητήσουν την τέλεση του 40ήμερου μνημόσυνου οπουδήποτε τελούνται Θείες Λειτουργίες. Παρομοίωςείναι καλό να στέλνουμε εισφορές για μνημόνευση των νεκρών σε μοναστήρια, όπως και στα Ιεροσόλυμα, όπου καθημερινά διεξάγεται προσευχή στους Αγίους Τόπους.
Αλλά η διαδικασία της 40ήμερης δέησης υπέρ των νεκρών πρέπει να ξεκινήσει αμέσως μετά το θάνατο, όταν η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη βοηθείας από την προσευχή· επομένως, θα πρέπει να ξεκινούμε αυτό το μνημόσυνο στον κοντινότερο ναό όπου τελείται καθημερινώς Θεία Λειτουργία.
Αξίζει λοιπόν να φροντίσουμε γι΄ αυτούς που έφυγαν για τον άλλο κόσμο πριν από εμάς, προκειμένου να κάνουμε ότι μπορούμε για τις ψυχές τους, ενθυμούμενοι ότι: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί θα ελεηθούν».
.
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η ψυχή μετά το θάνατο»

πηγή

Πορεία προς τον Ουρανό !του Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ


.

Ήθελα μέρες να σου γράψω, φίλε και φίλη, αλλά νέες καταστάσεις που προέκυψαν στην ζωή μου, δεν μου αφήνουν τα περιθώρια που είχα παλαιότερα να σκέφτομαι και κυρίως να γράφω. Θα μου πεις αυτό ίσως είναι ευλογία. Δηλαδή ένας νους που δεν σκέφτεται.

Ναι θα ήταν ευλογία εάν ο νους αυτός ήταν άδειος ή ακόμη και περά από άδειος, κενός ή ουτε κενός, ώστε να γεμίσει με την παρουσία του Θεού και του μυστηρίου της Χάριτος Του. 

Όμως συνήθως εμείς, όταν αδειάζουμε τον νου μας από μια ενέργεια ή εργασία ή ασχολία, σκέψεις και λογισμούς, τρέχουμε γρήγορα, με φόβο θα έλεγε κανείς, να τον ξαναγεμίσουμε με κάτι άλλο. Γιατί έτσι έχουμε μάθει από μικρά παιδιά.



Ο νους να είναι πάντα γεμάτος από σκέψεις, εικόνες, εικασίες, σενάρια και φαντασίες. Φοβόμαστε ο άδειασμα του νου, γιατί δεν το έχουμε μάθει, γιατί δεν μπορούμε να μείνουμε στην σιωπή των λογισμών, δεν γνωρίζουμε τον τρόπο να εισερχόμαστε στο μυστήριο του Θεού και να αναπαυόμαστε στην παρουσία Του, μια και αυτή την έχουμε κωδικοποιήσει και συγκεκριμενοποιήσει.

Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία δεν είναι να μην έχουμε κακούς λογισμούς ή σκέψεις, αλλά πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να μην έχουμε ούτε καλούς. Ο γέρο Παίσιος έλεγε ούτε καλούς, ούτε κακούς λογισμούς να έχετε. Διότι και οι καλοί τόπο και χώρο πιάνουν μέσα στην καρδιά και το όλον μας.

Και ξέρεις κάτι, το ποτήρι όταν είναι γεμάτο ακόμη κι ας μην έχει μέσα δηλητήριο, είναι γεμάτο. Ειτε κρασί έχει, είτε δηλητήριο είναι γεμάτο, και εμείς θέλουμε να μείνει άδειο, ώστε να βρει χώρο και τόπο να κεράσει ο Θεός την παρουσία Του.

π .Λίβυος

Έορτή των αγίων Θεοδώρων και Ψυχοσαββατο.



Στη γιορτή των Αγ. θεοδώρων τιμούνται μαζί, οι μεγαλομάρτυρες ΄΄Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων΄΄ του 3ου αιώνα και Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης του 4ου αιώνα. 
 Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεόδωρος ο Τήρων που ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν στρατιώτης επί Διοκλητιανού στο τάγμα των Τηρώνων (νεοσύλλεκτων), κατά τη διάρκεια λιμού στην περιοχή των Ευχαΐτων της Γαλατίας, έθρεψε τον πληθυσμό μιας πόλης με κόλλυβα.  
Από τότε καθιερώθηκε να προσφέρονται στους ναούς, το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών (και Ψυχοσάββατο), κόλλυβα. 
Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η καθιέρωση των κόλλυβων συνδέεται με ένα θαύμα που έκανε ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων επί Ιουλιανού, που ήταν αντίθετος στη νηστεία των χριστιανών.
 Ο αυτοκράτορας, διέταξε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, όταν πλησίαζε η πρώτη εβδομάδα των νηστειών, να εξαφανίσουν από την αγορά κάθε είδους τρόφιμα και να αφήσουν μόνο τα ειδωλόθυτα, ώστε να αναγκαστούν οι χριστιανοί να φάνε από αυτά που προέρχονταν από τις θυσίες. Τότε ο άγιος Θεόδωρος παρουσιάστηκε ως οπτασία στον πατριάρχη Ευδόξιο και του φανέρωσε το σχέδιο του Ιουλιανού, υποδεικνύοντας του συγχρόνως να χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί, αντί για άλλη τροφή, κόλλυβα. 

Η καθιέρωση του Ψυχοσάββατου είναι μια υπόμνηση ότι το σώμα θα αναστηθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, για να ενωθεί με την αθάνατη ψυχή σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης
πηγή

Άγιοι Χρίστος ο Ιερέας και Πανάγος οι Νεομάρτυρες


Άγιοι Χρίστος ο Ιερέας και Πανάγος οι ΝεομάρτυρεςΟι δύο Ηλείοι Άγιοι Νεομάρτυρες Χρίστος και Πανάγος, που κατά την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας και μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα για τους υπόδουλους Έλληνες της Πελοποννήσου μαρτύρησαν, γεννήθηκαν «ο μεν άγιος και ιερός Πανάγιος (Πανάγος) εις μίαν χώραν της Αρχαίας Ήλιδας ονομαζόμενην κατά το παλαιόν, κατά δε την βαρβαρικήν συνήθειαν Γαστούνην», «ο δε θαυμάσιος Χριστός (Χρίστος) εις ένα χωριόν της αυτής πόλεως Ανδραβίδα κατά κοινόν λόγον».

Και οι δύο προέρχονταν από γονείς που είχαν αλλαξοπιστήσει, δυστυχώς, λόγω πιέσεων και διωγμών των κατακτητών Τούρκων. Σε αντίθεση με τους γονείς τους, αμφότεροι οι Άγιοι μας αυτοί, επρόκοπταν στην αρετή και τρέφονταν με φόβο Θεού και με τις εντολές του Ευαγγελίου. Διακρινόντουσαν δε μεταξύ των συμπατριωτών τους, που τους έδειχναν μεγάλη εκτίμηση. Ο Πανάγος μάλιστα ψηφίστηκε επανειλημμένως, επί Ενετοκρατίας, συνοδικός της Γαστούνης. Διαφορετικού χαρακτήρα ο Χρίστος, αποστρέφονταν τα πολιτικά και πόθο ζωηρό είχε «να γένει ιερεύς υπανδρός και να μη θολώνεται το νοερόν της ψυχής του από ταις απάταις του κόσμου και ματαιότητες». Γι’ αυτό αργότερα χειροτονήθηκε ιερεύς στην Πάτρα.

Κατά το έτος 1715 μ.Χ. η Πελοπόννησος, μετά τριάντα χρόνια κυριαρχίας των Βενετών, περιήλθε και πάλι υπό τον ζυγό των Τούρκων, οι οποίοι επιδόθηκαν σε λεηλασίες και σφαγές εκείνων που δεν δέχονταν να προσκυνήσουν τον Αλλάχ. Ερήμωσε τότε ο τόπος και όλοι αναζητούσαν οδό διαφυγής. Όσοι παρέμειναν στο τόπο τους έγιναν «υπήκοοι ραγιάδες, καθώς τους έλεγαν οι βάρβαροι».

Κάποια μέρα ο Πανάγος κλήθηκε από τον διοικητή της περιοχής Τούρκο Οσμάν «να αρνηθή την ευσέβειαν». Ο άγιος μας του απάντησε χωρίς φόβο, «λέγοντας, πως, και ετράφη χριστιανός και ο Χριστός ήταν η πνοή του, καύχημα και αγαλλίασις». Γι’ αυτό ήταν αδύνατο να κάνει ό, τι του έλεγε. «Ο πασάς δεν τον επείραξεν περισότερον» και «τον εσυμβούλευεν, ως ηγαπημένον του, να αναχωρήση εις άλλον τόπον δια να φυλαχθή έως ότου παύση ο διωγμός της πίστεως η να ακολουθήση αυτόν τον ίδιον εις Κέρκυραν, δια να φύγη τον κίνδυνον». Ο Πανάγος «έβαλεν κατά νούν να υπάγη εις Κέρκυραν», αλλά ασθένησε βαριά. Όταν ανέλαβε δυνάμεις και πάλι προσκλήθηκε «να παρρησιάσθη έμπροσθεν και αποκριθή, η να αρνηθή την ευσέβειαν» και να αποδεχθεί τον Μωαμεθανισμό, άλλως τον περιμένουν στερήσεις και παιδέματα, δήμευση της περιουσίας του και τέλος ο δια ξίφους θάνατος.

Οδεύοντας με συνοδεία, προσεύχεται ενδόμυχα και φτάνει ακολούθως προ του Μουράτ αγά, ομολογώντας απερίφραστα και με δύναμη ψυχής την πίστη του στον Χριστό, ενώ «εκαταγέλα τα παραθύθια του Μωάμεθ και τα φλυαρίσματα». Τότε ο «δικαστής», εξέδωσε την απόφαση να τον αποκεφαλίσουν. «Και ευθύς ο άγιος αυτοθελήτως με πολλήν χαράν» ακολουθεί τον δήμιο στον τόπο της εκτελέσεως της αποφάσεως. «Απετμήθη την πρώτην του Μαρτίου μηνός κατά το 1716». Επί δύο ημέρες το «άγιον αυτού λείψανων έμεινεν εκεί εις τον ίδιον τόπον, ερριμένον δια να το φάγουν τα σκυλιά και τα όρνεα, δια να μην το πάρουν και το θάψουν οι ευσεβείς». Το σώμα του αγίου, κατά θεία ευδοκία δεν έπαθε τίποτα. Το σεβάστηκαν και τα ζώα. Εξαγριωμένοι τότε ο δήμιοι του αποκόπτουν το κεφάλι, το ψήνουν και το πετούν εκεί κοντά για να το φάνε τα σκυλιά. «Εκείνα ουδέ ούτω την επείραξαν ολοτελώς». Τότε και οι ενάντιοι θαύμασαν και επέτρεψαν στους Χριστιανούς, την τετάρτη πλέον ημέρα, «και επήραν το άγιον λείψανον και το ενταφίασαν μέσα εις τον ναόν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου της αυτής πόλεως» (Γαστούνης).

Ο έτερος των νεομαρτύρων, «ο θαυμάσιος Χρίστος», συνελήφθη και αυτός και παρέμενε σιδηροδέσμιος στη φυλακή, μέχρις ότου ο τύραννος δικαστής τον κάλεσε και τον προέτρεπε να μην χάσει τούτη την γλυκύτατη ζωή και «τα δύο άκακα βρέφη» (τα παιδία του) «και την γυναίκα» του. Ο μετ’ ολίγον μάρτυς δεν ενδίδει ούτε και πτοείται απ’ τις απειλές. Παραμένει αμετακίνητος στην πίστη του, με αποτέλεσμα «ο τύραννος με θυμόν πολύν επρόσταξεν να δείρουν τον άγιον δια να σωφρονισθή και να μη μιλή με τόσην αυθάδειαν». Τον ξαναρίχνουν στην φυλακή, ελπίζοντας ότι θα καμφθεί, αλλά εκείνος, συνεχώς προσευχόμενος παραμένει ακλινής. Επιστρατεύεται ακόμη και η γυναίκα του, που τον επισκέπτεται στη φυλακή και με παρακάλια θερμά και ασταμάτητα, προσπαθεί να μεταπείσει τον ιερέα άνδρα της, που τελικά υπεχώρησε και της υποσχέθηκε, ότι, την επόμενη μέρα, θα πράξει κατά τη συμβουλή της. Η απροσδόκητη αυτή απάντηση διαδόθηκε σ’ όλη την πόλη, γεμίζοντας χαρά τους αλλόπιστους και στεναχωρώντας τους χριστιανούς.

Ο Μουράτ, επιδεικνύοντας τη δύναμη του, προστάζει όλους τους ιερείς της πόλεως να καταθέσουν αν υπάρχουν ακόμη αρνητές της πίστεως κάτοικοι της περιοχής. Κι’ εκείνοι απάντησαν ότι δεν ξέρουν κανένα. Θύμωσε τότε ο τύραννος και πρόσταξε να εγκλεισθούν όλοι τους στη φυλακή, όπου υπήρχε και ο Χρίστος, τον οποίον «εις επήκοον πάντων, ο προεστότερος» (των κληρικών συγκρατουμένων του) στιγμάτισε με σκληρά λόγια για την απόφαση του. Ο ιερέας Χρίστος αναστέναξε από βάθους καρδιάς και ευθύς μετεμελήθη, προς χαρά όλων των συμπρεσβυτέρων του, που δόξαζαν τον Αρχηγό της Πίστεως Ιησού και ενίσχυσαν τον συνάδελφο τους να προχωρήσει προς το μαρτύριο. Ο Χρίστος «όλην εκείνειν την νύκτα επέρασε με ευχάς, ψαλμωδίας και δάκρυα». Το πρωί «οι βάρβαροι εκαρτερούσαν με μεγάλην χαράν, δια να ασεβήση» ο δέσμιος Ιερέας.

Όμως, προς μεγάλη λύπη τους, ο Χρίστος, προ του Μουράτ, μεταξύ άλλων, είπε: «Ευχαριστώ τον Χριστόν μου και βασιλέα της κτίσεως, όπου δεν με άφησε να πέσω εις την απώλειαν, αλλά μου έστειλε οδηγούς σωτήριους και με εχειραγώγησαν πάλιν εις την ευσέβειαν». Και κοιτάζοντας εις τους ουρανούς έλεγε∙ «Μη γένοιτο, Χριστέ μου, να σε αρνηθώ ποτέ, αλλά θέλω αποθάνει δια το ονομάσού το άγιον». Στρεφόμενος δε προς τους δήμιους του λέει: «Χριστιανός ήμουν και είμαι και τον Χριστόν σέβομαι συν τω Πατρί και αγίω Πνεύματι». Οι λόγοι του αγίου μας «ετάραξαν δυνατά τους ασεβείς και επρόσταξαν παρευθύς χωρίς αργητά να τον αποκεφαλίσουν». Ο γνήσιος ιερεύς του Κυρίου έκλινε γόνυ και φονεύθηκε δια ξίφους, έμεινε δε άταφος επί τέσσερες ημέρες. Με έγκριση των φονιάδων του ετάφη «εις την ίδια εκκλησίαν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου, εις τον τάφον όπου ενταφίασαν και τον άγιον μάρτυρα Πανάγον… Ετελειώθη δε ο θαυμάσιος Χρίστος εις τας εννέα του Μαρτίου μηνός, τον ίδιον χρόνον όπου εμαρτύρησεν και ο ιερός Πανάγιος (1716), εις καύχημα της Ορθοδοξίας και έπαινον».

Οι άγιοι τιμώνται στις 9 Μαρτίου και η ακολουθία τους συμψάλλεται με την ακολουθία των τεσσαράκοντα μαρτύρων (βλέπε ίδια ημέρα).

Άγιος Πασιανός Επίσκοπος Βαρκελώνης της Ισπανίας


Βιογραφία
Ο Άγιος Πασιανός έζησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην πόλη της Καταλανίας, στη Βαρκελώνη της Ισπανίας. Ήταν έγγαμος. Όμως ο Θεός πήρε κοντά του τη σύντροφό του. Ο Πασιανός αφιέρωσε τη ζωή του στην Εκκλησία. Άνθρωπος με πλατιά μόρφωση, με μεγάλη ικανότητα στον χειρισμό του λόγου, προσήλωση και ακρίβεια στην εκκλησιαστική ζωή και παράδοση, προσέφερε τα δώρα που του χάρισε ο Θεός στην υπηρεσία της τοπικής Εκκλησίας. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Βαρκελώνης περί το 363 μ.Χ.

Από την θέση αυτή ο Επίσκοπος Πασιανός διπλασιάζοντας τον ζήλο του και αυξάνοντας τα τάλαντα που του εμπιστεύθηκε ο Κύριός του, αναλώθηκε στην διαποίμανση των λογικών προβάτων του. Σε μια εποχή κατά την οποία η αιρέσεις λυμαίνονταν στον αγρό του Χριστού έγραψε θεολογικά αντιαιρετικά και απολογητικά έργα και δίδαξε τους πιστούς να κρατήσουν την πατρώα ευσέβεια και να μην μολυνθούν από την επαφή με τους αιρετικούς, ιδιαίτερα με τους Αρειανούς και τους Νοβατιανούς, αλλά να μείνουν στερεά προσκολλημένοι στην Ορθόδοξη δογματική παράδοση της Αγίας Εκκλησίας.

Ο Άγιος Πασιανός κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 390 μ.Χ.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...