Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2013

ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΥΡΙΝΉΣ Ο ΧΑΜΈΝΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΆΔΕΙΣΟΣ, ΤΟΥ Π. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΑΛΕΝΤΆ,

Είναι αδύνατον αδελφοί μου τούτη   τη μέρα, τη Κυριακή της Τυρινής, αλλά και κάθε φορά που βρισκόμαστε στο κατώφλι της Μ. Τεσσαρακοστής, να μην βάλω στο νου μου τη σπαραξικάρδια εικόνα που μας παρουσιάζει η υμνολογία της.
Σαν σε ταινία δραματική, βλέπουμε τους πρωτόπλαστους σήμερα, έξω απ’ τον Παράδεισο, αποδιωγμένους, να κρατάνε το κεφάλι τους κλαίγοντας. «Αλίμονο σε μένα, που υπάκουσα στο διάβολο, και απομακρύνθηκα από τη Θεία δόξα. Αλίμονο σε μένα που πονήρεψα. Δεν θα ξαναδώ πλέον τον Παράδεισο, ούτε θα απολαύσω τη θεϊκή δόξα. Ελεήμων, οικτίρμων, βοώ Σοι. Ελέησον με τον παραπεσόντα».

Εκάθισεν Αδάμ, απέναντι του Παραδείσου, και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο. Οίμοι, τον απάτη πονηρά πεισθέντα, και κλαπέντα, και δόξης μακρυνθέντα! Οίμοι τον απλότητι γυμνόν, νυν δε ηπορημένον! …Δοξαστικόν.
Νάτος λοιπόν ο αυτονομημένος άνθρωπος. Ο άνθρωπος που έχει ξεχάσει τη θνητότητα του, και εργάζεται άσοφα σαν παντοτινός κυρίαρχος των πάντων. Ο άνθρωπος που αποκηρύσσει το Θεό και τοποθετεί στη θέση Του το δικό του υπεράνθρωπο μοντέλο. Ο άνθρωπος που απετίναξε κάθε περιορισμό και προσπαθεί να ζει και να κινείται χωρίς Θεό, χωρίς δεσμούς, χωρίς νόμο. Ο αμετανόητα παραμένων κλεισμένος στον εαυτό του χωρίς να τον ενδιαφέρει και πολύ το τι γίνεται γύρω του. Ο άνθρωπος που τελικά θα χάσει το προνόμιο να επικοινωνεί με το θεό πρόσωπο με πρόσωπο.
Και σήμερα, καθώς οδεύουμε στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μπαίνοντας πλέον μετά την προετοιμασία, το ζέσταμα, όπως αναφέρεται για τους αθλητές, σε τούτο το αγωνιστικό στάδιο, στο στάδιο των αγώνων των πνευματικών, μπαίνει μπροστά μας ένα δίλλημα. «Δέστε τι χάσατε», μας φωνάζει η Εκκλησία! Δέστε τους πρωτόπλαστους καταβεβλημένους να κλαίνε για ό,τι χάσανε! «Οίμοι, τον απάτη πονηρά πεισθέντα, και κλαπέντα, και δόξης μακρυνθέντα!» Από τη μια ο κόσμος μας με τα φανταχτερά μα ψεύτικα φτιασίδια του, από την άλλη η παραδείσια ευτυχία. Τα πρόσκαιρα και τα αιώνια, η αλήθεια και το ψέμα. Πιαστήκαμε σε δίχτυα απατηλά, γίναμε δέσμιοι σ’ ένα μεγάλο ψέμα και τώρα βρεθήκαμε να κοιτάμε από μακριά και τη δικιά μας γύμνωση θρηνώντες να οδυρόμαστε.
Σήμερα όμως η εκκλησία μας αδελφοί μου μας βάζει ξανά μπροστά σε πορεία επιστροφής. Μας δείχνει δρόμους με προοπτική αιωνιότητας. Προτείνει, σε κραυγαλέα αντίθεση με το κατευθυνόμενο κοσμικό τυπικό, την περισυλλογή, των κατευνασμό των παθών, την ισορρόπηση των αντιθέσεων. Αντιπαραθέτει στους αγώνες της επίδειξης και της λαγνείας, αγώνας πνευματικούς, αγώνας αρετήςû καλλιέργεια και άσκηση περισυλλογής, προσευχή και νηστεία.  
Σήμερα καλούμαστε να ξεκινήσουμε την Μεγάλη Σαρακοστή, να βαδίσουμε το δικό μας Σαρακοστιανό μονοπάτι και να προγραμματίσουμε τους εαυτούς μας σε μια συνεχή προσπάθεια με σκοπό την αλλαγή. Για άλλη μια φορά, με έντονο τρόπο, καλούμαστε σε μια ολοκληρωτική επανεξέταση του εαυτού μας, σε επαναπροσδιορισμό των πράξεων μας, σε επανατοποθέτηση όλης γενικά της ζωής μας απέναντι στο Θεό, ώστε η πορεία μας να ξεφύγει από τα στενά βιολογικά και μόνο όρια και να μεταποιηθεί σε πορεία «Θεοκοινωνίας» και επιστροφής στον Παράδεισο.
Οι τέσσερις Κυριακές που προηγήθηκαν αποτελούν την προπαρασκευή μας για να μπούμε σε τούτο το πνευματικό αυτό στάδιο. Οι ευαγγελικές περικοπές που αναγνώσθηκαν μας έδωσαν την ευκαιρία να στοχασθούμε πάνω σ’ αυτές σχετίζοντας τες με την ζωή μας, την οικογενειακή μας κατάσταση, τις επαγγελματικές μας υποχρεώσεις, τα ενδιαφέροντά μας για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους με τους οποίους συζούμε αλλά και με την σχέση μας με τον Θεό.
Να λοιπόν, η πρόταση της Εκκλησίας στον ταλαίπωρο, τον πονεμένο, τον ανικανοποίητο, άνθρωπο της 3ης χιλιετηρίδας.
«Νυν ο καιρός των αρετών επεφάνη, και επί θύραις ο Κριτής, …(Κάθισμα Όρθρου Κυριακής Τυρινής)
Και πρώτα – πρώτα η προσευχή. Προσευχής ζωντανής.
Ο κίνδυνος όμως της «θρησκευτικότητας», της τυπολατρίας παραμονεύει παντού, ακόμα και τώρα την ώρα της προσευχής. Και είναι τούτο μια θανάσιμη παγίδα. Να μεταβάλλουμε την προσευχή σε εξωπραγματική πράξη, στατική, έξω από τις σχέσεις μας με τους άλλους.
Μας το τόνισε αυτό ο Χριστός από την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. Ο Φαρισαίος ανέβηκε στο Ναό για να προσευχηθεί. Ε! και λοιπόν έκανε τίποτα; Απολύτως τίποτα. Ζημιώθηκε παρά ωφελήθηκε. Εδώ βλέπουμε την αποκοπή από την ζωή του ανθρώπου. Η προσευχή όμως είναι δραστική και σωστή μόνον όταν γίνεται με ζεστή καρδιά και συνοδεύεται από συγκατάβαση και από συγχώρεση για τους συνανθρώπους, πολύ δε περισσότερο δε αυτών που μας έβλαψαν.
Αυτός ακριβώς ο κίνδυνος, η μεταβολή της ζωντανής επικοινωνίας με το Θεό σε μια θρησκευτική πράξη αποκομμένη από τη ζωή, παραμονεύει. Η κοινωνία με τον Θεό είναι δραστική, μόνο όταν αποκαταστήσουμε την κοινωνία μας με τους συνανθρώπους μας, χωρίς να ρωτάμε αν έχουν εκείνοι το φταίξιμο. Διαφορετικά η προσευχή μας γίνεται φαρισαϊκή.
Το δεύτερο είναι η νηστεία που αρχίζει αύριο. Και τούτη, εύκολα μπορεί να γίνει αιτία για εξωτερική ικανοποίηση του ανθρώπινου εγωισμού, για μια ψεύτικη υπεροχή απέναντι σ’ αυτούς που δεν νηστεύουν.
Στην εποχή του Χριστού οι Φαρισαίοι διακρίνονται για την τήρηση της νηστείας και την διατυμπάνιζαν για να τονίσουν την υπεροχή τους.
Ο Χριστός καταδικάζει τη μεταβολή της νηστείας από ένα μέσο ανάνηψης, σε αυτοσκοπό και αυτοπροβολή της ατομικότητάς. Η νηστεία είναι ένα μέσο εγκράτειας. Είναι αντίδοτο στην ανθρώπινη ματαιοδοξία και την αυτοδικαίωση. Όποιος υποκύψει στην παγίδα της «θρησκευτικότητας» μεταβάλλει τη νηστεία σε εγωιστική προβολή, σε φράχτη που ξεχωρίζει την δική του ευσέβεια από την ασέβεια των πολλών. Έτσι αντί να ενώνει, χωρίζει τους χριστιανούς.
Και για την πραγματικότητα. Έχουμε δύο μορφές νηστείας. Η μία είναι η νηστεία της τροφής και η άλλη η πνευματική νηστεία.
Όσον αφορά την υλική νηστεία, οι άνθρωποι σήμερα την έχουν σχεδόν διαγράψει και όταν μιλάνε για νηστεία θεωρούν ότι πρόκειται για μία αναχρονιστική κατάσταση.
Και όμως, είναι η νηστεία μια στέρηση θεληματική, απ' αυτά πού μας αρέσουν, ώστε να δώσουμε με τον τρόπο αυτό μια ιδιαίτερη άξια στα γεγονότα που πρόκειται εορτάσουμε. Ακόμη ο άνθρωπος πού νηστεύει ασκεί τη θέλησή του. Όταν λέει όχι σ' ένα φαγητό μπορεί να πει το όχι και σε άλλα πάθη του. Ο άνθρωπος πού νηστεύει έχει περισσότερη διάθεση για προσευχή. Ο άνθρωπος που νηστεύει αισθάνεται μέσα του μια γαλήνη, μια αλάφρωση, μια ουράνια κατάνυξη.
Και πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι μιλώντας για τη νηστεία δεν αναφερόμαστε μόνο στην ποιότητα μα και στην ποσότητα. Πως ερμηνεύεται αυτό; Όταν νηστεύω και επειδή νηστεύω δεν σημαίνει πως έχω το ελεύθερο να παραφουσκώνω ασφυκτικά το στομάχι μου με τα πάσης φύσεως νηστίσιμα, γιατί αυτό είναι γελοιοποίηση και εμπαιγμός της νηστείας. Παράλληλα για όσους πραγματικά αδυνατούν να νη­στεύουν, για λόγους υγείας, η Εκκλησία στα πλαίσια της οικονομίας και της ποιμαντικής του προσώπου, οικονομεί και ρυθμίζει και το θέμα της νηστείας ανάλογα στον καθένα.
Όμως αδελφοί μου!
«Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν ενάρεστον τω Κυρίω. Άληθής νηστεία εστί η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας...»
Η νηστεία των τροφών «είναι ευάρεστος τω Θεώ εάν και εφ’ όσον συντροφεύει βοηθητικά τη νηστεία των παθών. Είναι η πνευματική νηστεία. Η απομάκρυνση από τα πάθη και τις αδυναμίες, η προσπάθεια να ξεριζώσουμε από μέσα μας ό, τι σάπιο και βρώμικο.
Έτσι νηστεία δεν σημαίνει την αποχή μόνο από κάποιες τροφές ή την αλλαγή του διαιτολογίου μας, με άλλες που εμείς τις καθορίσομε σαν νηστίσιμες, που στο κάτω - κάτω είναι κατορθωτό, αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Είναι η απεξάρτηση μας από αυτές και η απελευθέρωση μας από τη σκλαβιά της ύλης και του κόσμου.
«Νηστεύεις; Απόδειξε το με τα έργα σου. –Μας λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. -
Ρωτάς με ποια έργα; Αν πτωχό δεις, να τον ελεήσεις. με τον εχθρό σου να συμφιλιωθείς. Μη ματιάξεις αυτόν που προκόβει…
Κρέας δεν τρως; Μην τρως και με τα μάτια την ακολασία. Να νηστεύουν και τ’ αυτιά και να μη δέχονται διαβολές και κατηγορίες. Να νηστεύει και το στόμα από κουβέντες αισχρές και κατακρίσεις . Γιατί ποιο θα σταθεί το κέρδος αν κοτόπουλα και ψάρια δεν τρώμε, και τους συνανθρώπους μας , που είναι αδέλφια μας, τους δαγκώνουμε και τους καταβροχθίζουμε;». ( MIGNE , ΤΟΜ.49, σελ.51,53).
Αδελφοί μου!
Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε,
Μέσα στην έρημο που σήμερα ζούμε, πρόκειται να περιπλανηθούμε για σαράντα ολόκληρες ημέρες πορεία όχι βέβαια ανώδυνη, μια και η ζωή μας κατάντησε πιότερο κοσμική, μα όχι και ακατόρθωτη. Για να μπορέσουμε να τα κατανοήσουμε όλα αυτά, για να μπορέσουμε να ζήσουμε την τη δική μας Σαρακοστή ας μεταφερθούμε από τώρα πνευματικά στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, ας μεταφερθούμε στο τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας. Το βράδυ του μεγάλου Σαββάτου, το βράδυ της προσμονής της Ανάστασης, περιμένει... και θα περιμένει...
Τι είναι όμως αυτό το οποίο εμείς περιμένουμε και θα περιμένουμε όλες αυτές τις 40 μέρες, από το βράδυ του μεγάλου Σαββάτου από την Πασχάλιο ακολουθία, από τον Αναστημένο Χριστό;

Κ Υ Ρ Ι Α Κ Η Τ Υ Ρ Ι Ν Η Σ π. Δημήτριος Κοσκινάς



Στολήν με ἐνέδυσας, θεοΰφαντον Σωτήρ, ἐν τῇ Ἐδὲμ ὡς εὔσπλαγχνος΄ ἐγὼ δέ σου παρεῖδον τὴν ἐντολήν, πεισθεὶς τῷ ἀλάστορι, καὶ γυμνὸς καθωράθην ὁ ταλαίπωρος.
O ιερός υμνωδός ο ποιητής του κανόνα της τυρινής έχει ερανιστεί από την διήγηση του βιβλίου της Γενέσεως τις παραστάσεις που αναφέρονται και τις χρησιμοποιεί για να πλέξει τους ύμνους του κανόνος.
Στο στίχο που αναφερόμαστε είναι από την 4η ωδή του κανόνος της Τυρινής και μας μιλά για την περιβολή των πρωτοπλάστων που φορούσαν στην ευλογημένη Εδέμ και εξ αιτίας της παρακοής την απώλεσαν και έμειναν γυμνοί.
Η στολή τους ήταν Θεοϋφαντη δηλαδή όταν δημιουργήθηκαν «ήσαν οι δυο γυμνοί ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού και ουκ ησχύνοντο»(Γεν.2.25) δεν υπήρξε ντροπή γιατί όλα ήταν όπως τα έφτιαξε ο δημιουργός Θεός καλά λίαν. Αυτό διήρκησε έως την στιγμή που παρήκουσαν την θεία εντολή του και τότε«διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δυο και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν και έραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα» (Γεν. 3,7) Μετά την παρακοή κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί και ένοιωσαν ντροπή και αμέσως έραψαν φύλλα από συκιά για να καλύψουν την γύμνια τους. Τότε ο Θεός βλέποντας τους κρυμμένους τους  ρώτησε γιατί είναι κρυμμένοι και ο Αδάμ  «είπεν αυτώ, την φωνήν σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην ότι γυμνός ειμί και εκρυβην» (Γεν. 3.10) Μέχρι τότε περιπατούσαν με απάθεια χωρίς ντροπή διότι ήταν καλυμμένοι με την θεοϋφαντη στολή, δηλαδή με την αγνότητα και την καθαρότητα, απαλλαγμένοι από τα πάθη.  Άκουσαν τον Θεό και κρύφτηκαν φοβισμένοι επειδή τους έλεγχε η πράξη που είχαν διαπράξει. Και ο Θεός «είπεν αυτώ τις ανήγγειλεν σοι ότι γυμνός ει μη από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν απ αυτού έφαγες» (Γεν. 3,11) Τότε τους αποκαλύπτει ότι έμειναν γυμνοί από την παρακοή της εντολής του.
«Εγὼ δέ σου παρεῖδον τὴν ἐντολήν,»  συνεχίζει ο ιερός υμνωδός αναφερόμενος στον καθένα από εμάς που δεν έχουμε παρακούσει μόνο μία εκ των εντολών Του αλλά όλες τις ξεχάσαμε ταυτισμένοι  με τον εχθρό και βρισκόμενοι ολόγυμνοι, τραυματισμένοι και ταλαιπωρημένοι εξ αιτίας της δικής μας απομακρύνσεως από κοντά Του.
Η σημερινή Κυριακή μας καλεί και μας υπενθυμίζει ότι δια της παρακοής ο Αδάμ έγινε εξόριστος του Παραδείσου χάνοντας την Θεοϋφαντη στολή που τον είχε στολίσει ο δημιουργός και μαζί όλοι οι απόγονοι του.
Συγκαταβαίνει ο Θεός και στέλνει τον νέο Αδάμ τον Κύριό μας τον Ιησού Χριστό να γίνει άνθρωπος για να σηκώσει το ανθρώπινο γένος από την πτώση και την φθορά την αμαρτία και τον θάνατο, διά του Σταυρικού του θανάτου και να του δώσει πάλι την ευκαιρία  δια της Αναστάσεως του να γίνει ουρανοπολίτης,  να ξαναφορέσει την Θεοϋφαντη στολή  και να απολαύσει την τρυφή του παραδείσου.
Η αγία μας εκκλησία ως φιλόστοργη μητέρα μας προτρέπει σε αγώνες πνευματικούς ιδιαίτερα κατά την ευλογημένη περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής .
«Το στάδιο των αρετών ηνέωκται….» (Αίνοι Κυριακή Τυρινής) Η περίοδος που από αύριο εισερχόμαστε  είναι περίοδος πνευματικών αγώνων και όπως ο αθλητής όταν πρόκειται να λάβει μέρος σε κάποιον αγώνα κάνει σκληρή προπόνηση υπακούοντας στον προπονητή του για να είναι πανέτοιμος την ημέρα της διεξαγωγής των αγώνων αγωνιζόμενος με σκοπό την πρωτιά και λαμβάνοντας το χρυσό μετάλλιο να ανεβεί  στη ψηλότερη θέση. Έτσι και οι πνευματικοί αγώνες θέλουν πολύ προετοιμασία, κόπο, στερήσεις υλικών αγαθών, κακουχίες δάκρυα κ.ά.  Αυτός ο αγώνας έχει να κάνει με τον αρχαίκακο δράκο όπως ο Απ. Παύλος στην προς Εφεσσίους Επιστολή λέει «διότι δεν είναι η πάλη ημών εναντίον εις αίμα και σάρκα, αλλ' εναντίον εις τας αρχάς, εναντίον εις τας εξουσίας, εναντίον εις τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου· εναντίον εις τα πνεύματα της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (6,12). Γιατί ο αγώνας μας δεν είναι ενάντια σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά ενάντια στις αρχές, ενάντια στις εξουσίες, ενάντια στους κοσμοκράτορες που προξενούν το σκοτάδι στον κόσμο τούτο. Ενάντια, δηλαδή, στα ουράνια πονηρά πνεύματα. Αυτό τον αγώνα δεν μπορεί μόνος του κανείς να τον κάνει εάν δεν έχει την υπακοή στον προπονητή του που εδώ είναι ο πνευματικός Πατέρας ο οποίος θα δώσει τις πνευματικές κατευθύνσεις και τα όπλα τα πνευματικά για να αντιπαλέψει με τον διάβολο και να φτάσει σε ύψη αρετής και τελειότητας. «Διά τούτο αναλάβετε την πανοπλίαν του Θεού, διά να δυνηθήτε να αντισταθήτε εν τη ημέρα τη πονηρά και αφού καταπολεμήσητε τα πάντα, να σταθήτε». Γι' αυτό, πάρτε στα χέρια σας την πανοπλία του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθείτε μέσα στην πονηρή εποχή. Κι αφού φέρετε αισίως σε πέρας όλο τον αγώνα σας, να παραμείνετε όρθιοι. Όρθιοι θα παραμείνουμε αν αποκτήσουμε  την ευλογημένη ταπείνωση του Τελώνη, την σωτήρια μετάνοια και επιστροφή του Ασώτου για να φτάσουμε   ανάλογα με του καθενός την πνευματική δύναμη και αντοχή να προσκυνήσουμε την Θεία και Ζωηφόρο Ανάσταση, ψάλοντας με τον υμνωδό: «νῆλθες, ἐν Σταυρῷ δυναστείαν ζωσάμενος, καὶ συμπλακεὶς τῷ τυράννῳ, ὡς Θεὸς ἐξ ὕψους κατέῤῥαξας, τὸν Ἀδὰμ δέ, ἀηττήτῳ, παλάμῃ ἀνέστησας.» (γ΄ωδή κανόνος της Τυρινής)

π. Δημήτριος Κοσκινάς

Κυριακή τής Τυρινής Τού Χρήστου Σπ. Χριστοδούλου


ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ματθ. στ' 14-21)
Είπεν ο Κύριος· εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος· εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών. Οταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί· αφανίζουσι γαρ τα πρόσωπα αυτών όπως φανώσι τοις ανθρώποις νηστεύοντες· αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. Συ δε νηστεύων άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων, αλλά τω Πατρί σου τω εν τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ. Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι· θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν· όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών.


Με το άνοιγμα του Τριωδίου, αλλά και λίγο πριν (Κυριακή της Χαναναίας και του Ζακχαίου) η Εκκλησία μας προετοιμάζει για την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που είναι περίοδος νηστείας, περισυλλογής και εντονώτερου πνευματικού αγώνα.
 Με την Κυριακή της Τυρινής, βρισκόμαστε στο κατώφλι της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ανοίγεται μπροστά μας «το στάδιο των αρετών», στο οποίο ο υμνωδός της Εκκλησίας μας, μας καλεί να εισέλθουμε, «αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα». Ταυτόχρονα, στο συναξάρι της ημέρας, γίνεται μνεία της εξορίας του Αδάμ από τον Παράδεισο. Στο Δοξαστικό του εσπερινού του Σαββάτου ο υμνωδός, μας παρουσιάζει τον Αδάμ να κάθεται απέναντι του Παραδείσου και να θρηνεί: «Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του Παραδείσου και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο. Οίμοι, τον απάτη πονηρά πεισθέντα και κλαπέντα και δόξης μακρυθέντα! Οίμοι τον απλότητι γυμνόν, νυν δε ηπορημένον! Άλλ’ ω Παράδεισε, ουκέτι σου της τρυφής απολαύσω, ουκέτι όψομαι τον Κύριον και Θεόν μου και Πλάστην. Εις γην γαρ απελεύσομαι, εξ ης και προσελήφθην. Ελεήμον, οικτίρμον, βοώ σοι. Ελέησόν με τον παραπεσόντα» Και λίγο παρακάτω στο Δοξαστικό των αποστίχων, ο ιερός υμνωδός παρατηρεί εξής: «Εξεβλήθη Αδάμ του Παραδείσου δια της βρώσεως· διο και καθεζόμενος απέναντι τούτου ωδύρετο ολολύζων, ελεεινή τη φωνή, και έλεγεν. Οίμοι, τι πέπονθα ο τάλας εγώ! μίαν εντολήν παρέβην την του Δεσπότου, και των αγαθών παντοίων εστέρημαι. Παράδεισε αγιώτατε, ο δι’ εμέ πεφυτευμένος, και δια την Εύα κεκλεισμένος, ικέτευε τω σε ποιήσαντι, καμέ πλάσαντι, όπως των σων ανθέων πλησθήσωμαι. Διο και προς αυτόν ο Σωτήρ· το εμόν πλάσμα ου θέλω απολέσθαι, αλλά βούλομαι τούτο σώζεσθαι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν· ότι τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω».
Ο Αδάμ παραβαίνοντας την εντολή της νηστείας (του να μη φάγη από το δένδρον της γνώσεως του καλού και του κακού) εκπίπτει της χάριτος του Θεού και χάνει τον Παράδεισο, που είναι ουσιαστικά η μετά του Θεού αναστροφή και κοινωνία. Αυτή όμως η κοινωνία με τον Θεό, ήταν η ομπρέλα που τον θωράκιζε και τον προστάτευε από τις δαιμονικές δυνάμεις. Χάνοντας αυτήν την προστασία, ο Αδάμ και η ανθρωπότητα ολόκληρη, γίνεται έρμαιο των δαιμονικών δυνάμεων.
Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα υπάρχουν τρεις δεσπόζουσες έννοιεςενός γνήσιου πνευματικού αγώνα: η συγχωρητικότητα προς τους άλλους ανθρώπους, η πραγματική νηστεία (σωματική, κυρίως δε πνευματική) και η αφιλαργυρία (δηλ. η μετάθεση του θησαυρισμού από τα υλικά στα πνευματικά αγαθά).

Νηστεία, το ισχυρό όπλο της πνευματικής ζωής του Χριστιανού
Για να ξεκινήσει κανείς ένα σπουδαίο και δύσκολο έργο, χρειάζεται μία σταθερή και γενναία απόφαση. Η νηστεία είναι ένα ισχυρό όπλο στα χέρια του αγωνιζομένου Χριστιανού. Είναι η "μάχαιρα, ήτις εκτέμνει από καρδίας πάσαν κακίαν". Με την νηστεία εξυγιαίνεται η ψυχή του ανθρώπου και αίρεται η πεπτωκυία της κατάσταση, δηλαδή ανατρέπεται το κατεστημένο της πτώσεως. Πριν την πτώση (δηλαδή πριν από το προπατορικό αμάρτημα) τροφή και απόλαυση της ψυχής ήταν η κοινωνία με τον Θεό. Το σώμα, λόγω του φυσικού συνδέσμου του με την ψυχή, απολάμβανε και αυτό τους καρπούς της κοινωνίας με το Άγιο Πνεύμα.
Μετά την πτώση, επειδή η ψυχή έχασε την κοινωνία της με το Άγιο Πνεύμα στράφηκε προς το σώμα και προσπάθησε σ' αυτό να βρει εκείνο που έχασε. Έτσι, υποτάχθηκε στις σωματικές ηδονές, άρχισε να απομυζά και να ταλαιπωρεί το σώμα και να το οδηγεί, χωρίς να το θέλει, στην φθορά και στην εξαθλίωση.
Είναι γεγονός ότι η πολυφαγία και η πολυποσία εξάπτουν τις σαρκικές επιθυμίες και τα σαρκικά πάθη. Αντίθετα, η νηστεία κατευνάζει τα πάθη. Ο άνθρωπος που νηστεύει, μπορεί ευκολώτερα να εγκρατεύεται και να αυτοκυριαρχείται. Με την νηστεία ο άνθρωπος κατευνάζει τις άτακτες κινήσεις του σώματος και μπορεί ευκολώτερα η ψυχή να στραφεί, με την προσευχή, στον Θεό και έτσι απερίσπαστη να ακούσει τις εντολές Του. Η προσευχή και η πνευματική μελέτη δίνουν πνευματική αξία στο έργο της νηστείας.
Η αληθινή νηστεία δεν περιορίζεται μόνον στη στέρηση κάποιων τροφών. Δεν είναι τόσον εξωτερική όσον κυρίως εσωτερική μορφή αγώνος. Η τροφική νηστεία πρέπει να συνοδεύεται με την νηστεία όλων των αισθήσεων, με την εσωτερική νηστεία της ψυχής, από φαντασίες, σαρκικές επιθυμίες και εμπαθείς λογισμούς. «Αληθής νηστεία, η των κακών αλλοτρίωσις (αποξένωση), εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, καταλαλιάς (κατακρίσεως), ψεύδους και επιορκίας. Η τούτων ένδεια (φτώχεια) νηστεία αληθής και ευάρεστος τω Θεώ εστί» ψάλλει σήμερα η Εκκλησία. Επίσης στο ιδιόμελο των αποστίχων των αίνων, της Τετάρτης της Τυρινής, ο ιερός υμνογράφος μας συνιστά: «Βρωμάτων νηστεύουσα ψυχή μου και παθών μη καθαρεύουσα, μάτην επαγάλλει τη ατροφία· ει μη γαρ αφορμή σοι γένηται προς διόρθωσιν, ως ψευδής μισείται παρά Θεού και τοις κακίστοις δαίμοσιν ομοιούσαι τοις μηδέποτε σιτουμένοις· μη ουν αμαρτάνουσα την νηστείαν αχρειώσης, αλλ’ ακίνητος, προς ορμάς ατόπους μένε, δοκούσα παρεστάναι εσταυρωμένω τω Σωτήρι, μάλλον δε συσταυρούσθαι, τω δια σε σταυρωθέντι, εκβοώσα προς αυτόν· μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου.».
Για να είναι ολοκληρωμένη η νηστεία, πρέπει να συνοδεύεται από τις αρετές τηςπροσευχής και της ελεημοσύνης. Διότι, ο άνθρωπος που νηστεύει, μπορεί ευκολώτερα να έχει ανάταση ψυχής και όσα, λόγω της νηστείας, εξοικονομεί, να τα δίνει ελεημοσύνη. Έτσι, η νηστεία ανεβάζει τον άνθρωπο, εύκολα στον Θεό και αποδεικνύεται γι’ αυτόν αρχή μετανοίας.
Η συγχωρητικότητα, ως προϋπόθεση κάθε καλού έργου
Ο Χριστός, πριν μιλήσει για τον τρόπο της αληθινής νηστείας, έβαλε σαν θεμέλιο, πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί κάθε καλό έργο, την συγχωρητικότητα. Προϋπόθεση της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας από τον Θεό, είναι να μπορούμε και εμείς να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των άλλων. Έτσι, αρχίζουμε την περίοδο της νηστείας (στον πρώτο κατανυκτικό εσπερινό την παραμονή της Καθαράς Δευτέρας), με τον εσπερινό της συγγνώμηςζητώντας και δίνοντας συγχώρεση στους συνανθρώπους μας. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να προχωρήσουμε ελεύθεροι από κάθε «σύνδεσμο αδικίας» στον καλό αγώνα της νηστείας.
Αν δεν τρώμε κρέας η κάποιες άλλες τροφές, «αλλά αλλήλους δάκνομεν και κατεσθίομεν» με τα πάθη της ψυχής μας, το μίσος, την μνησικακία και τηνκατάκριση, τότε η "φαινομενική" νηστεία μας δεν έχει καμία αξία, ίσως και είναι επικίνδυνη. Διότι μπορεί να την χρησιμοποιήσει ο διάβολος, ως πρόφαση για να μας πείση, δηλ. ουσιαστικά να μας ρίξει "στάχτη στα μάτια", ότι κάτι κάνουμε και μείς, ώστε να έχουμε μισθόν ευσεβείας.
Την πύλη του σταδίου των αρετών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής πρέπει να την περάσουμε με πνεύμα ταπεινώσεως και μετανοίας. Οι αρετές αυτές που αυξάνονται με την αληθινή νηστεία (σωματική και πνευματική) δεν μπορούν να συνυπάρχουν με λογισμούς ζήλειας, μίσους και μνησικακίας. Η αληθινή νηστεία συνδέεται με την επιείκεια και την συγχωρητικότητα. Είναι η εύφορη γη που θα δώσει την πλούσια καρποφορία της αγάπης.
Ο αντίποδας της χριστιανικής αγάπης, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» είναι ο εγωϊσμός. Αυτός είναι η "διεστραμμένη αγάπη", που ζητεί τα εαυτής, διότι έχει ρίζα την φιλαυτία. Η νηστεία ταπεινώνει τον άνθρωπο και αν συνοδεύεται από εντονώτερη προσευχή και ελεημοσύνη μπορεί να τον χαριτώσει, ώστε να ξεπεράση τον φανερό η κρυφό εγωϊσμό του και να φθάση στην αγάπη.
«Μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων», αλλ’ εργάζου «εν τω κρυπτώ»
Ο Χριστός, στην προσπάθειά Του να σκιαγραφήσει έναν τέλειο τύπο ανθρώπου, κατέκρινε και στηλίτευσε περισσότερο από κάθε άλλο πάθος την υποκρισία. Έτσι, και τώρα μας υποδεικνύει να εργαζόμεθα τις αρετές (νηστεία, ελεημοσύνη, προσευχήμακρυά από τα μάτια των ανθρώπων, «εν τω κρυπτώ», με την υπόσχεση ότι «ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ» την εργασίαν των εντολών Του «αποδώσει σοι εν τω φανερώ». Διαφορετικά η άσκηση των αρετών που έχει κίνητρο την "ανθρωπαρέσκεια" δεν έχει μισθό, διότι τον μισθό τον παίρνει κανείς από τα "μπράβο" των ανθρώπων.
 Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε, ότι δεν πρέπει να τηρούμε τις εντολές του Χριστού για να εισπράξουμε τον έπαινο των ανθρώπων, αλλά από αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού και διότι με την τήρησή τους κάνουμε πνευματική πρόοδο και επιτελούμε το «καθ' ομοίωσιν» που είναι ο σκοπός της δημιουργίας μας.
«Συ δε νηστεύων, άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων». Ο στίχος, εκτός από το προφανές νόημα που έχει το «άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι» που είναι η αποφυγή της επιδεικτικής εμφανίσεως του νηστεύοντος, έχει και κάποιο βαθύτερο νόημα. Το πρόσωπο που νίπτεται είναι "ο εσωτερικός άνθρωπος της καρδιάς", που νίπτεται με τα δάκρυα της μετανοίας, ενώ η κεφαλή που αλείφεται είναι ο νους, που με την προσευχή ελκύει την χάρη του Αγίου Πνεύματος και το έλεος του Θεού. Αυτά τα δύο εσωτερικά έργα (δηλ. η κρυφή εργασία για την κάθαρση της καρδιάς και η αναφορά της ψυχής, δια της προσευχής, προς τον Θεό)είναι εκείνα που κατακαίουν την υποκρισία στη ρίζα της, διότι γίνονται «εν τω κρυπτώ» και «ο Πατήρ ο ουράνιος» θα τα επιβραβεύση «εν τω φανερώ».
Αφιλαργυρία, ο τελικός καρπός της νηστείας
Ο άνθρωπος, που αγαπά το σώμα του περισσότερο από την ψυχή του, φοβάται να του στερήσει, οτιδήποτε από τα πράγματα που εκείνο αγαπά. Έτσι, γίνεται δέσμιος των υλικών αγαθών και της φιληδονίας. Μετά όμως την φιληδονία, έπεται η φιλοκτημοσύνη και η φιλαργυρία.
Επειδή όλα τα υλικά πράγματα φθείρονται, παλιώνουν και χάνουν τελικά την αξία τους η γίνονται βορά κλεπτών και διαρρηκτών, ο άνθρωπος που διακατέχεται από το πάθος της φιλοκτημοσύνης και της φιλαργυρίας, κατατρώγεται από το άγχος και την μέριμνα της διασφαλίσεως των αγαθών του από ενδεχόμενη απώλεια. Έτσι, "θησαυρίζοντας θησαυρούς επί της γηςχάνει κανείς τον πνευματικό του προσανατολισμό προς «το καθ’ομοίωσιν», προς τους ουράνιους και άφθαρτους θησαυρούς και αιχμαλωτίζεται στα υλικά αγαθά, στην ύλη.
Αντίθετα, αυτός που ξεκινά τον αγώνα της νηστείας γίνεται ολιγαρκής. Μπορεί να μεταμορφώσει το πάθος της φιλαργυρίας, που τον καθιστά δέσμιο των υλικών πραγμάτων, σε αγάπη για τα ουράνια, για τους ουράνιους θησαυρούς. Διαφορετικά,η νηστεία του δεν θα έχει πνευματικό αποτέλεσμα. Θα καταστεί "δίαιτα", δηλ. μία επιπλέον εκδήλωση της φιλαυτίας του. Διότι, θα αποβλέπει μόνο στην εξωτερική αισθητική και υγειϊνή του σώματος και δεν θα έχει "μισθό" για την ψυχή του.
Σαν συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι νηστεύουμε, όχι γιατί δεν αγαπούμε το σώμα - η νηστεία πρέπει να είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος - αλλά γιατί περισσότερο αγαπούμε και δίνουμε προτεραιότητα στην ψυχή, την οποία θέλουμε να γίνει "Ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος". Περιφρονούμε τους «θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσιν και κλέπτουσιν», διότι προτιμούμε τους «θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης , ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν». Περιφρονούμε τα υλικά αγαθά που φθείρονται, για να αποκτήσουμε τα ουράνια αγαθά, που είναι άφθαρτα και αιώνια. Αμήν.

Κυριακή της Τυρινής «Θησαυρίζετε δε ὑμῖν θησαυρούς ἐν οὐρανῷ»


Από την αυριανή ημέρα, Καθαρά Δευτέρα, μπαίνουμε αγαπητοί μου αδελφοί, στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ένα μεγάλο κακό γίνεται από την πρώτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Υπάρχουν χριστιανοί, που δεν τρώγουν τίποτε για την κάθαρσή τους και των αγιασμό τους. Υπάρχουν όμως και χριστιανοί που τρώγουν κρέατα και πίνουν και γλοντοκοπούν και ασωτεύουν. Η Καθαρά Δευτέρα δεν είναι ημέρα διασκεδάσεως, αλλά προσευχής και νηστείας. Μεγάλη παρεξήγηση. Μεγάλη εκτροπή. Μεγάλη πλάνη.

Όχι λοιπόν, στα εξοχικά κέντρα, αλλά στην μελέτη, στην προσευχή, στην Εκκλησία. Η Καθαρά Δευτέρα είναι καθαρά. Μην την κάνετε ακάθαρτη. Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η πιο ευλογημένη εκκλησιαστική περίοδος του χρόνου. Στάδιο προσευχής. Στάδιο μετανοίας. Στάδιο καθάρσεως. Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, η Προηγιασμένη, η Νηστεία, οι Χαιρετισμοί της Παναγίας μας, τα Μεγάλα Απόδειπνα και όλοι η υμνολογική ατμόσφαιρα της κάνουν αυτό το υπέροχο και μοναδικό πνευματικό στάδιο. Ένα στάδιο, συγχρόνως, ετοιμασίας για τα Πανάγια Πάθη και την ένδοξη του Σωτήρος μας Ανάσταση.
«Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα…», ακούσαμε σήμερα στην ακολουθία του όρθρου. Εμπρός λοιπόν, αδελφοί. Ας μπούμε στο στάδιο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ας αγωνισθούμε τον καλόν αγώνα της νηστείας και της προσευχής. Η νηστεία ταπεινώνει, αδρανοποιεί, νεκρώνει τις ορμές της σάρκας. Η προσευχή μας ενώνει με τον Θεό. Ας φορέσουμε την πανοπλία του Σταυρού, και με τα δύο αυτά δυνατά όπλα, την νηστεία και την προσευχή, να παλέψουμε με τα πάθη και τις σαρκικές επιθυμίες, να πολεμήσουμε τους αοράτους εχθρούς της ψυχής μας.
Έχοντας σαν θώρακα την προσευχή, σαν περικεφαλαία την ελεημοσύνη, σαν μάχαιρα την νηστεία ας αγωνιστούμε στο στάδιο. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, κληρικοί και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες. Ας είμαστε όλοι στρατιώτες Ιησού Χριστού. Κανείς να μην μείνει έξω από το στάδιο. Κανείς να μην μείνει άοπλος. Κανείς να μην μείνει διστακτικός. Οι στρατιώτες, οι αθλητές «νομίμως ἀθλοῦν», κακοπαθούν, κοπιάζουν, ιδρώνουν για να στεφανωθούν. Εγκράτεια στο φαγητό. Εγκράτεια στη γλώσσα.
Εγκράτεια στις συζυγικές σχέσεις. Εγκράτεια στο θυμό. Εμπρός λοιπόν, με ενθουσιασμό και ζήλο στο στάδιο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της νηστείας και της προσευχής, της Θείας Εξομολογήσεως και της Θείας Μεταλήψεως. Θησαυρός αγαπητοί μου αδελφοί μεγάλος θησαυρός η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πνευματικός θησαυρός. Ας τον κάνουμε κτήμα μας. Ας θησαυρίσουμε καθώς μας είπε και το σημερινό Ευαγγέλιο «ἐν οὐρανῷ» με αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό.
Όλοι οι άλλοι γήϊνοι θησαυροί, λεπτά πολλά και σαρκικές απολαύσεις, είναι σκύβαλα, είναι άχυρα, και γρήγορα χάνονται, «ἀφανίζονται». Μεγάλη Τεσσαρακοστή λοιπόν. Μεγάλος σταθμός, ανεκτίμητος θησαυρός, πνευματικό στάδιο. Κατανυκτική είναι η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Κατάνυξη θέλει. Δάκρυα ζητάει. Αγαπητοί μου αδελφοί μου, οι πύλες του σταδίου των αρετών από αύριο είναι ανοικτές, ας μην ολιγωρήσουμε, ας μπούμε να αγωνιστούμε και εμείς τον αγώνα τον καλό.
Τα αγωνίσματα είναι γνωστά για κάθε έναν από εμάς: νηστεία, εγκράτεια, προσευχή, ταπείνωση, εξομολόγηση και ελεημοσύνη. Και έτσι αφού διατρέξουμε το στάδιο αυτό των θείων αγωνισμάτων θα φθάσουμε νικητές να προσκυνήσουμε τα Άγια Πάθη και την τριήμερο Ανάσταση του Εσφαγμένου Αρνίου της Αποκαλύψεως, και να κοινωνήσουμε επαξίως το Πανάγιο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Χριστού μας «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον». ΑΜΗΝ.

Η Κυριακή της Τυρινής


Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο δημιούργημα του Θεού, ως «εικόνα και καθ' ομοίωσις» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ (Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του.

Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε!
Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι' αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου.
Όμως δυστυχώς ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους.
Η ενθύμηση του αδαμιαίου θρήνου αυτή την ημέρα υπήρξε επιβεβλημένη από την Εκκλησία μας. Από την επόμενη ημέρα αρχίζει η αυστηρή νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ο σκληρός αγώνας κατά των ψυχοκτόνων παθών μας. Οι προπάτορές μας αποτελούν πολύ καλό παράδειγμα συνετισμού μας. Η λαιμαργία τους, να φάνε από τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου της Εδέμ, τους οδήγησε στην απώλεια. Η πολύμορφη νηστεία η δική μας και η άσκηση των αρετών, μας φέρνει στην ουρανοδρόμο πορεία για να συναντήσουμε ξανά το Θεό. Ο θρήνος ο δικός μας δεν είναι (δεν θα πρέπει να είναι) ωφελιμιστικός, όπως των πρωτοπλάστων, αλλά οντολογική συντριβή και μετάνοια για την αμαρτωλότητά μας. Είναι το μόνο αντίδοτο για την ύβρη μας απέναντι στο Θεό και ο μόνος τρόπος της σωτηρίας μας.
Η Εδέμ βρίσκεται δίπλα μας κλεισμένη. Ο φιλάνθρωπος Θεός μας έδωσε το κλειδί να ανοίξουμε τη θύρα και να εισέλθουμε, το οποίο είναι η ειλικρινής μετάνοιά μας. Ας είναι ζωντανό παράδειγμά μας ο μετανοών συσταυρούμενος με τον Κύριο ληστής, ο οποίος σύμφωνα με το θαυμάσιο επίγραμμα της υμνολογίας της Μ. Παρασκευής, άνοιξε τον παράδεισο «βαλών κλείδα το μνήσθητί μου».

Μετάνοια και Νηστεία - Κυριακή Τυρινής του π. Γεώργιου Αλεντά


Μέσα στην πολύβουη εποχή μας και τον θόρυβο των ημερών, ανάμεσα στις μεγαλόφωνες φανφάρες και τις πολυποίκιλες και ενοχλητικά δαπανηρές φιέστες και κωμικοτραγικές , ανά το πανελλήνιο, εκδηλώσεις, απέναντι στην αναβίωση της ειδωλολατρίας και της προσφοράς λατρείας στον Βάκχο και τον Διόνυσο, την μέθη, την κραιπάλη, την προκλητικότητα των καρναβαλικών εκδηλώσεων, η Αγία μας Εκκλησία, φιλόστοργος μήτηρ και οικονόμος σοφός των αξιών της ζωής, καταθέτει και πάλι την δική της πρόταση. Πρόταση που δεν περιορίζει τη δράση του ανθρώπου μέσα στα στενά όρια του εφήμερου, του επιφανειακού, του σαρκικού, αλλά, αναγάγει πέρα απ’ όλα αυτά .Συνιστά πορεία με προοπτική αιωνιότητος . Προτείνει, σε κραυγαλέα αντίθεση με το κατευθυνόμενο κοσμικό τυπικό, την περισυλλογή, των κατευνασμό των παθών, την ισορρόπηση των αντιθέσεων.
Αντιπαραθέτει στους αγώνες της επίδειξης και της λαγνείας ,αγώνας πνευματικούς , αγώνας αρετής, καλλιέργεια και άσκηση περισυλλογής, νηστείας και εγκράτειας.
«Έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή, η κατά δαιμόνων νίκη ,η πάνοπλος εγκράτεια, η των αγγέλων ευπρέπεια, η προς Θεόν παρησία …». (Δοξαστικό Αίνων Όρθρου Κυριακής Τυρινής).
«Νυν ο καιρός των αρετών επεφάνη, και επί θύραις ο Κριτής, μη στυγνάσωμενϋ αλλά δεύτε νηστεύοντες προσάξωμεν, δάκρυα, κατάνυξιν κα΄ ελεημοσύνην, κράζοντεςϋ Ημάρτομεν υπέρ ψάμμί θαλάσσης. Αλλ’ άνες π„σι πάντων, Λυτρωτά, ίνα κα΄ σχώμεν τΑν άφθαρτον στέφανον.(Κάθισμα Όρθρου Κυριακής τυρινής)
Έφθασε λοιπόν και πάλιν ο καιρός, αδελφοί μου! «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται».Ήρθε και πάλι η ευλογημένη περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής όπου, για άλλη μια φορά, με έντονο τρόπο, καλούμαστε σε μια ολοκληρωτική επανεξέταση του εαυτού μας, σε επαναπροσδιορισμό των πράξεων μας, σε επανατοποθέτηση όλης γενικά της ζωής μας απέναντι στο Θεό, ώστε η πορεία μας να ξεφύγει από τα στενά βιολογικά και μόνο όρια και να μεταποιηθεί σε πορεία «Θεοκοινωνίας» και επιστροφής στον Παράδεισο. Η πρόταση της Εκκλησίας στον ταλαίπωρο, τον πονεμένο, τον ανικανοποίητο, άνθρωπο της 3ης χιλιετηρίδας, όπως δεόντως τονίζεται όλες αυτές τις μέρες, μπορούμε να πούμε ότι συγκεφαλαιούνται μέσα σε δύο και μόνο μα δυναμικές λέξεις. Μετάνοια. και νηστεία.
Η Μετάνοια αναφέρεται, όπως πλειστάκις έχουμε τονίσει όλες αυτές τις μέρες στον όλο άνθρωπο. Στην ολοκληρωτική αλλαγή του. Σε μια ανακαινιστική πορεία επιστροφής και σταθερή απόφαση απάρνησης του «παλαιού»εαυτού μας. Η Νηστεία είναι το επισφράγισμα της Μετανοίας. Υπογράφει και αποδεικνύει έμπρακτα την μεγαλειώδη και ηρωική απόφαση για νέα πλέον «εν Χριστώ» ζωή και χωρίς την καταστρεπτική ψευτιά που μας προσφέρει ο διαζευγμένος μ’ Αυτόν κόσμος. Και βέβαια αναφερόμενοι στη νηστεία δεν εννοούμε και δεν περιοριζόμαστε μονάχα στην περίπτωση της τροφής . Νηστεία είναι μια ευρύτατη έννοια μέσα στην οποία μπορούμε να χωρέσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που αφορούν τον άνθρωπο και τον προσδιορίζουν ως πρόσωπο. Νηστεία είναι η αποκοπή, είναι ο περιορισμός οποιουδήποτε πάθους που μας αποτρέπει από τη συνάντηση μας με το Χριστό. Νηστεία είναι μια δυναμική πορεία που μας οδηγεί στην ταπείνωση, στην αυτομεμψία, στον αυτοέλεγχο, τη συγγνώμη, την εγκράτεια, την άσκηση, την αγάπη, την επιστροφή τελικά στον Τριαδικό Θεό, που η κοινωνία μαζί του είναι ο επιζητούμενος Παράδεισος .
Η νηστεία όπως ωραιότατα μας λέει ο Μ. Βασίλειος είναι «συνηλικιώτης» του ανθρώπου. Έχει την ίδια ηλικία με τον άνθρωπο. Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπου, από το Θεό, μπήκε και η νηστεία, σαν μέσο άσκησης , στους πρωτοπλάστους . Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνουν οι κάποιες απαγορεύσεις σ’ αυτούς , όπως μας αναφέρονται στην Αγία Γραφή , παρά οριοθέτηση στην άνευ ορίων ελευθερία και χαλιναγώγηση προτού καταλήξει στην ασυδοσία ; Η συνέχεια μας είναι γνωστή. Η παράβαση της νηστείας εκείνης είχε και έχει συνέπειες τρομερές για το ανθρώπινο, το μεταπτωτικό γένος .
Αυτό ακριβώς το γεγονός, την ανάμνηση της από του Παραδείσου εξορίας των Πρωτοπλάστων, μας θυμίζει σήμερα η Εκκλησία μας , μπροστά στη θύρα της Μ. Τεσσαρακοστής. Πριν αρχίσει η νηστεία , με τρόπο παιδαγωγικό και εποπτικό βλέπουμε μπροστά μας τους Πρωτοπλάστους να χάνουν την παραδείσια τρυφή ,να οδηγούνται στην εξορία, γιατί δεν θέλησαν να τιθασεύσουν τον εαυτόν τους ,να πουν όχι στις επιθυμίες τους , να τηρήσουν την κατά κάποιο τρόπο την περί νηστείας εντολή του Θεού.
«Εξεβλήθη Αδάμ του Παραδείσου δι‚ της βρώσεως ϋ διό και καθεζόμενος απέναντι τούτου, ωδύρετο ολολύζων, ελεεινή τη φωνή και έλεγενϋ Οίμοι, τι πέπονθα ο τάλας εγώ Μίαν εντολήν παρέβην τŸν τοΛ Δεσπότου, και των αγαθών πάντων υστέρημαι».
«Με την ανάμνηση αυτή οι Άγιοι Πατέρες θέλησαν να δείξουν πόσο καταστρεπτική είναι η υποδούλωση του ανθρώπου στις αυτοκαταστρεπτικές του επιθυμίες και πόσο σωστική είναι η ανάπτυξη της δυνατότητας του να αντιστέκεται σ’ αυτές. Οι Άγιοι Πατέρες τονίζουν το κακό που έπαθε ο Αδάμ για να μη μπορεί να επιβάλει για λόγο την ικανοποίηση μιας επιθυμίας και πόσο διέφθειρε έτσι την ανθρώπινη φύση μας και υπογραμμίζουν ότι η αντίσταση στην αμαρτωλή τάση για άμεση ικανοποίηση όλων μας των επιθυμιών είναι μια βασική εντολή του Θεού».(π. Φιλόθεος Φάρος . –ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ- σελ.32).
Έτσι λοιπόν, από τους πρώτους αιώνας, δεν νοείται Μ. Τεσσαρακοστή χωρίς τη νηστεία. Δεν είναι δυνατόν να πορευθούμε προς συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό χωρίς να περάσουμε από το αθλητικό στάδιο των αρετών .Δεν μπορούμε χωρίς να περικόψουμε –όσο βέβαια κατορθώσουμε-, (αυτή είναι και η βαθιά σημασία της νηστείας), κάτι από την πεπτωκυία φύση μας, χωρίς ένα χαλινό στα πάθη και τις γεμάτες εγωπάθεια και αυτό-αποθέωση επιθυμίες της σαρκός, να δούμε με καθαρά μάτια το Χριστό. Δεν μπορούμε να δουλεύουμε σε δυο κυρίους και να τα έχουμε όλα δικά μας «και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο».
«Η νηστεία λοιπόν, λέει ο Άγ. Συμεών ο Ν. Θεολόγος, είναι νόμος Θείος . Αυτή γίνεται ιατρός των ψυχών μας , περιορίζει τις πυρώσεις και τις κινήσεις της σάρκας , μαλακώνει τον θυμό, καθαρίζει τον νου, ξυπνάει την επιθυμία της αρετής . Η νηστεία μας καθιστά ελεύθερους από πονηρούς λογισμούς , δαμάζει την αδάμαστη γλώσσα και την κατευθύνει στο φόβο του Θεού και δεν την αφήνει να προφέρει λόγους αργούς ή κακούς. Η νηστεία σταματά τους περιπλανώμενους οφθαλμούς και δεν τους αφήνει να περιφέρονται εδώ κι εκεί, αλλά ετοιμάζει τον καθένα να παρατηρεί τον εαυτό του και να θυμάται μόνο τα δικά του αμαρτήματα. Η νηστεία σιγά σιγά αποδιώχνει το νοητό σκότος της αμαρτίας που απλώνεται πάνω στη ψυχή και μας κάνει ικανούς να βλέπουμε να ανατέλλει σ’ αυτήν, ως άδυτος ήλιος , ο Χριστός και Θεός μας και να λάμπει μόνιμα. Η νηστεία μαλακώνει τη σκληρότητα της καρδιάς και κάνει να αναβλύζουν από αυτήν πηγές κατανύξεως αντί της κραιπάλης». 
Η νηστεία ακόμη είναι ένα μέσον μετανοίας. Μετανοεί ο άνθρωπος για όλα τα άτοπα του, σκύβει ταπεινωτικά το κεφάλι συναισθανόμενος την απομάκρυνση του από Αυτόν, και με νηστεία και μετάνοια ζητεί το έλεος της Θείας ευσπλαχνίας. Νηστεία χωρίς μετάνοια, χωρίς ταπείνωση, είναι ξηρά και εγωιστική πράξη. Η νηστεία επίσης είναι χαλινός. Ένα πνευματικό χαλινάρι που χαλιναγωγεί τις επιθυμίες της ύλης και σταυρώνει τα πάθη. Είναι άσκηση, είναι εγκράτεια, είναι υπακοή.
«Ανέτειλε το έαρ της νηστείας , και το άνθος της μετανοίας ϋ αγνίσωμεν ουν εαυτούς αδελφοί, από παντός μολυσμού, τω φωτοδότι ψάλλοντες , είπωμεν ϋ δόξα σοι, μόνε φιλάνθρωπε».
Έτσι νηστεία δεν σημαίνει την αποχή μόνο από κάποιες τροφές ή την αλλαγή του διαιτολογίου μας, με άλλες που εμείς τις καθορίσομε σαν νηστίσιμες-που στο κάτω κάτω είναι κατορθωτό, αλλά κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Είναι η απεξάρτηση μας από αυτές και η απελευθέρωση μας από τη σκλαβιά της ύλης και του κόσμου. Είναι αγώνας κατά του διαβόλου που μας θέλει εκθέματα στο δικό του σκλαβοπάζαρο.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Μη νηστεύεις όπως νηστεύουν οι πολλοί Εσύ νήστευε τη νηστεία τη σωστή, που δεν είναι μόνον αποχή απ’ τις τροφές αλλά και από τις αμαρτίες. Γιατί νηστεία που αξίζει είναι και τα δυο. Νηστεύεις ; απόδειξε το με τα έργα σου. Ρωτάς με ποια έργα ; Αν πτωχό δεις , να τον ελεήσεις. με τον εχθρό σου να συμφιλιωθείς. Μη ματιάξεις αυτόν που προκόβει. Όμορφο πρόσωπο στο δρόμο σου μη γυρίσεις να κοιτάξεις.
Να μη νηστεύεις μόνο με το στόμα, μα και με τα μάτια, και τα’ αυτιά, και τα πόδια, και τα χέρια, και όλα του σώματος τα μέλη. Νηστεύουν τα χέρια, απ’ την αρπαγή και την πλεονεξία. Τα πόδια, απ’ τους δρόμους που οδηγούν στα κακόφημα θεάματα. Τα μάτια απ’ το να περιεργάζονται ξένες ομορφιές…
Κρέας δεν τρως ; Μην τρως και με τα μάτια την ακολασία. Να νηστεύουν και τα’ αυτιά και να μη δέχονται διαβολές και κατηγορίες . Να νηστεύει και το στόμα από κουβέντες αισχρές και κατακρίσεις . Γιατί ποιο θα σταθεί το κέρδος αν κοτόπουλα και ψάρια δεν τρώμε, και τους συνανθρώπους μας , που είναι αδέλφια μας, τους δαγκώνουμε και τους καταβροχθίζουμε ; Γιατί αυτός αλήθεια που κατηγορεί αδελφικό κρέας έφαγε…
Ίσως δεν έμπηξες στου άλλου τη σάρκα τα δόντια σου, μα έμπηξες την κατηγορία στην ψυχή του». ( MIGNE , ΤΌΜ.49, σελ.51,53).Μ.Α.
Σύγχρονος θεολόγος κληρικός , καθηγητής Πανεπιστημίου γράφει σχετικά : «Προκειμένου για τη νηστεία, επειδή συνήθως οι πιστοί μιλούν μόνο γι’ αυτό το κατόρθωμα και το θεωρούν ως μοναδικό σκοπό της Μ. Τεσσαρακοστής , αξίζει ο λόγος μας να είναι σαφής, για τη συγκεκριμένη θέση της μέσα στο στάδιο των αρετών του Χριστού, υπογραμμίζοντας ότι η νηστεία δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσο προς επίτευξη του σκοπού, που τον καιρό της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η προσκύνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Είναι απαράδεκτο η νηστεία να θεωρείται ως το κεντρικό και μοναδικό ζήτημα της ασκητικής και όλης της Χριστιανικής ζωής, και στα όρια της θρησκειοποιημένης πίστεως ή της θρησκευτικής υποκρισίας , η μη τήρηση της , για οποιοδήποτε λόγο, να χαρακτηρίζεται ως το κύριο και μοναδικό αμάρτημα, ώστε όλα τα μεγάλα και αβυσσαλέα αμαρτήματα –ο πόλεμος της καρδιάς -,να παραθεωρούνται και όλες οι κρίσιμες και αποφασιστικές ασκήσεις να εγκαταλείπονται…….
Η αληθής νηστεία, σύμφωνα με το καθόλου πνεύμα της Μ. Τεσσαρακοστής, έχει άξιο μισθό όταν συντελεί στην καθολική καθαρότητα του ανθρώπου, ως τη βασική προϋπόθεση προσκυνήσεως του σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού…..
Η νηστεία δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία επιλογής ή απορρίψεως τροφών, να αποβλέπει δηλαδή σε ένα είδος αυτοδικαιώσεως , σε μια αυτάρεσκη ή ανθρωπάρεσκη ρύθμιση ατομικών επιθυμιών ή αναγκών. Είναι η κλήση να «αφήσωμεν της σαρκός την ευπάθειαν και να αυξήσωμεν της ψυχής τα χαρίσματα»και συγκεκριμένα να απελευθερωθούμε από τα πάθη μας για να πραγματοποιήσουμε την καθολική την μία και μόνο αγάπη, χωρίς την οποία δεν υπάρχει η ζωή»(π. Μιχαήλ Καρδαμάκη ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΑ ΤΟΜ.,Β Σελ36-40).
Αδελφοί, η εποχή μας , εποχή υπέρ-αφθονίας στο κάθε τι θέλει ανθρώπους καταναλωτές. Θέλει ανθρώπους που να απορροφούν χωρίς σκέψη, χωρίς κρίση, χωρίς απόφαση ότι οι «μεγάλοι αδελφοί»μας προσφέρουν. Συνάμα ο άνθρωπος της εποχής μας ανίκανος να αποφασίσει ύστερα από την καθημερινή πλύση εγκεφάλου που του γίνεται, πέφτει με τα μούτρα στο καταναλωτικό παιχνίδι και θεωρεί πρωτογονισμό και μικροπρέπεια ν’ αντισταθεί και να πει όχι σ’ ότι του προσφέρεται και τελικά τα περισσότερα και άχρηστα του είναι και επιβλαβή αποδεικνύονται.Και βέβαια δεν αναφερόμαστε μόνο στα της τροφής, είναι και τα θεάματα είναι και τα ακούσματα είναι και η διασκέδαση και τα ρούχα και τόσα και τόσα ακόμα άλλα….
Γι αυτό η ανάγκη για νηστεία από όλά αυτά ίσως να είναι πολύ πιο επιτακτική σήμερα από κάθε άλλη εποχή. Το χαλινάρι στην τρυφή και στις ανυπότακτες ορέξεις βοά σαν τη μόνη δυνατή λύση, στον αναπότρεπτο χαμό, όχι μόνο του πλανήτη μας απ’ τις καταστρεπτικές παρεμβάσεις μας πάνω σ’ αυτόν, μα και της ψυχής μας κυρίως , που καθημερινά την πωλούμε»αντί πινακίου φακής».
Γι’ αυτό λοιπόν αδελφοί μου. «Δεν θα παύσω να σας παρακαλώ: μας λέει και πάλι ο Άγ. Συμεών ο Ν. Θεολόγος . Αναλογισθείτε την ωφέλεια από τη νηστεία και την αγρυπνία την προσευχή και τη ψαλμωδία, την ευλάβεια, την περισυλλογή και τη σιωπή. Έτσι επιτελείτε το έργο των αγγέλων, οι οποίοι αοράτως συμπορεύονται μαζί σας. Μη θελήσετε να χωρισθείτε από τη συναυλία μαζί τους .Και μην παραλείπετε να προτρέπετε ο ένας τον άλλον, με αγάπη, να προσέρχεται στην ψυχοτρόφο τράπεζα και να ωφελείται. …»
Ας φέρουμε στο νου μας τους Πρωτοπλάστους που με δάκρυα κοιτούν την κλειστή πόρτα του Παραδείσου κι ας αποφασίσουμε για τον εαυτό μας ανάλογα. Όσο είναι καιρός...

Κυριακή τῆς Συγγνώμης, Μητροπολίτης Sourozh Aντώνιος,



19 Φεβρουαρίου, 1996


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Σήμερα δύο θέματα κυριαρχοῦν στὰ Ἱερά ἀναγνώσματα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν νηστεία καὶ ὁ Κύριος γιὰ τὴν συγχώρεση· καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιμένει στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ νηστεία δὲν συνίσταται ἁπλὰ στὸ νὰ στερεῖ κάποιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο φαγητό, οὔτε ἄν τηρεῖται αὐστηρά, μὲ ὑπακοή, μὲ λατρεία· ἄν μᾶς δίνει ἀφορμή νὰ ὑπερηφανευόμαστε, νὰ εἴμαστε ἱκανοποιημένοι καὶ ἀσφαλεῖς, ἐπειδὴ σκοπὸς τῆς νηστείας δὲν εἶναι νὰ στερήσει τὸ σῶμα μας ἀπὸ ἕνα εἶδος φαγητοῦ περισσότερο ἀπὸ ἔνα ἄλλο, ἀλλὰ σκοπὸς τῆς νηστείας εἶναι νὰ ἐπιτύχουμε τὴν κυριαρχία στὸ σῶμα μας καὶ νὰ τὸ κάνουμε τέλειο ὄργανο τοῦ πνεύματος. Τὸν περισσότερο καιρό, εἴμαστε ὑπηρέτες τοῦ σώματος, γοητευόμαστε ἀπὸ ὅλες τὶς αἰσθήσεις μας ἀπὸ τὴν μία ἤ τὴν ἄλλη ἀπόλαυση, ἀλλὰ ἀπὸ μιὰν ἀπόλαυση ποὺ πηγαίνει πολὺ πέρα ἀπὸ τὴν ἁγνότητα ποὺ προσδοκᾶ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός.

Κι ἔτσι ἡ περίοδος τῆς νηστείας μᾶς προσφέρει τὸν χρόνο ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι θὰ βασανίσουμε τὸ σῶμα μας, ὅτι θὰ περιορίσουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ ὑλικὰ πράγματα, ἀλλὰ τὸν χρόνο ποὺ θὰ γίνουμε ξανὰ κύριοι τοῦ σώματος μας, κάνοντάς το ἕνα τέλειο ὄργανο. Μοῦ ἔρχεται στὸ νοῦ ὁ τρόπος ποὺ κουρδίζουμε ἕνα μουσικὸ ὄργανο· αὐτὸ εἶναι καὶ ἡ σημασία τῆς νηστείας, νὰ κατακτήσουμε τὴ δύναμη ὄχι μόνο νὰ προστάζουμε τὸ σῶμα μας, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ τοῦ δώσουμε τὴ δυνατότητα ν’ ἀνταποκριθεῖ σὲ ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ πνεύματος.

Ἄς εἰσέλθουμε λοιπὸν στὴν περίοδο τῆς νηστείας ἔχοντας αὐτὸ κατὰ νοῦ, ὄχι μετρώντας τὴ νηστεία μὲ τὸ τὶ καὶ τὸ πόσο τρῶμε, ἀλλὰ μὲ μέτρο τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἔχει στὴ ζωή μας, κατὰ πόσο ἡ νηστεία μᾶς ἐλευθερώνει, ἤ κατὰ πόσο γινόμαστε ὑπηρέτες της.

Ἄν νηστεύουμε ἄς μὴν εἴμαστε ὑπερήφανοι γι’ αὐτό, ἐπειδή μᾶς ἀποδεικνύει ἁπλὰ ὅτι ἴσως περισσότερο σὲ σχέση μὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο χρειαζόμαστε περισσότερα πράγματα γιὰ νὰ κατακτήσουμε κάτι στὴν φύση μας. Καὶ ἐάν γύρω μας οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δὲν νηστεύουν ἄς μὴν τοὺς κατακρίνουμε, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔχει δεχθεῖ ἐκείνους ὅσο καὶ τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ κοιτάζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Κι ἔπειτα ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς συγχώρεσης γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ πῶ σύντομα κάτι. Σκεφτόμαστε πάντα ὅτι ἡ συγχώρεση εἶναι ὁ τρόπος ποὺ θὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε σ’ ἕνα πρόσωπο ποὺ μᾶς ἔχει προσβάλλει, ποὺ μᾶς ἔχει πληγώσει, ποὺ μᾶς ἔχει ταπεινώσει, ὅτι τὸ παρελθὸν εἶναι παρελθὸν καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρατᾶμε πιὰ κακία ἀπέναντι του. Ἀλλὰ ἡ βαθύτερη σημασία τῆς συγχώρεσης εἶναι ἄν μποροῦμε νὰ ποῦμε σ’ ἕνα πρόσωπο: ἄς μὴν μετατρέψουμε τὸ παρελθὸν σ’ ἕνα καταστροφικὸ παρόν, ἄφησέ με νὰ σ’ ἐμπιστευτῶ, νὰ κάνω κάτι ποὺ νὰ δείχνει τὴν πίστη μου σὲ σένα, ἐὰν σὲ συγχωρήσω, σημαίνει γιὰ μένα ὅτι στὰ δικά μου μάτια δὲν εἶσαι χαμένος, ὅτι στὰ δικά μου μάτια ὑπάρχει σὲ σένα ἕνα μέλλον ὀμορφιᾶς καὶ ἀλήθειας.

Ἀλλὰ αὐτὸ ἀφορᾶ ἐπίσης καὶ ἐμᾶς. Διεστραμμένα, σκεφτόμαστε πολὺ συχνὰ νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ δὲν σκεφτόμαστε ἀρκετὰ τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουμε, ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς προσωπικά, νὰ μᾶς συγχωροῦν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἀπομένουν λίγες ὧρες πρὶν τὴν Λειτουργία καὶ τὴν ἀκολουθία τῆς Συγγνώμης ἀπόψε, ἄς προβληματιστοῦμε καὶ ἄς προσπαθήσουμε νὰ θυμηθοῦμε, ὄχι τὶς προσβολὲς ποὺ ἔχουμε ὑποφέρει, ἀλλὰ τὸν πόνο ποὺ ἔχουμε προκαλέσει. Καὶ ἄν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο ἔχουμε πληγώσει κάποιον γιὰ μικρὰ ἤ πιὸ σπουδαῖα πράγματα, ἄς βιαστοῦμε πρὶν νὰ εἰσέλθουμε στὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς αὔριο τὸ πρωί, ἄς βιαστοῦμε νὰ ζητήσουμε συγχώρεση, ν’ ἀκούσουμε κάποιον νὰ μᾶς λέει: πέρα ἀπ’ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ πιστεύω σὲ σένα, σ’ ἐμπιστεύομαι, ἐλπίζω σὲ σένα καὶ θὰ περιμένω τὰ πάντα ἀπὸ ἐσένα. Καὶ τότε μποροῦμε μαζὶ νὰ διανύσουμε τὴν Σαρακοστή, βοηθώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο νὰ γίνουμε αὐτὸ ποὺ καλούμαστε νὰ εἴμαστε – νὰ γίνουμε μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας Τον βῆμα – βῆμα πρὸς τὸν Γολγοθᾶ, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ πρὸς τὴν Ἀνάσταση. Ἀμήν.

Κατήχησις εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου Ἅγιος Θεοδώρος ὁ Στουδίτης



Κατήχησις τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου

Περὶ νηστείας, καὶ ὅτι ἡ ἀληθὴς νηστεία τοῦ ἀληθινοῦ ὑποτακτικοῦ ἐστὶ τὸ κόψαι τὸ ἴδιον θέλημα.



Εὐλόγησον πάτερ.

Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ὁ ἀγαθὸς Θεὸς ἡμῶν, ὁ χαρίζων τὴν ζωὴν ἡμῶν, καὶ ἄγων ἡμᾶς ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνους διὰ φιλανθρωπίαν αὐτοῦ ἤγαγεν ἤδη ἡμᾶς καὶ ἐν χρόνῳ τούτῳ τῶν ἁγίων νηστειῶν, ἐν ᾧ ἕκαστος τῶν ἀγωνιστῶν ἀγωνίζεται καὶ κοπιάζει ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καθὰ προαιρεῖται καὶ δύναται καὶ ὁ σπουδάζων εἰς τὴν ἐγκράτειαν νηστεύει διπλᾶς καὶ τριπλᾶς ἡμέρας, ὁ δὲ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν σπουδάζων ἀγρυπνεῖ, ἀναγινώσκει, προσεύχεται τόσας καὶ τόσας ὥρας· ἄλλος πάλιν εἰς τὰς γονυκλισίας ποιεῖ τόσας καὶ τόσας μετανοίας ἕως ἐδάφους ἢ καὶ ἄχρι τοῦ ὑποποδίου κατὰ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ ἄλλος ἐπὶ ἄλλῳ τινι τῶν κατορθωμάτων ἀγωνίζεται, καὶ εἰ ἐβούλετό τις ἰδεῖν πολλὴν σπουδὴν καὶ προθυμίαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ὁ μοναχὸς ὁ ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν ὢν καὶ ἔχει διακόνημα καὶ ὑπάρχει ἀληθινὸς ὑπήκοος, οὐκ ἔχει τὸν ἀγῶνα ἐν τινι καιρῷ μόνον, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ αὐτοῦ ἀδιακόπως ἀγωνίζεται· ἀλλὰ τὶς ἐστὶν ὁ ἀγὼν τοῦ ὑπηκόου ὑποτακτικοῦ; καὶ ποῖον ἐστὶ τὸ μέγα κατόρθωμα αὐτοῦ καὶ ὁ στέφανος ὁ λαμπρός; τὸ μὴ θαρρεῖν τῷ ἰδίῳ λογισμῷ, μηδὲ ποιεῖν αὐτογνωμόνως τὸ ἑαυτοῦ θέλημα, ἀλλ᾿ ὅ,τι ποεῖ, ποιεῖ τοῦτο διὰ ἐρωτήσεως τοῦ ἡγουμένου ἢ καὶ τοῦ αὐτοῦ γέροντος ἢ τοῦ οἰκονόμου, ὅπερ ἐστὶ μᾶλλον βελτιώτερον πάντων τῶν καλῶν ἀγωνισμάτων καὶ ὡς ἐν συντόμῳ εἰπεῖν, μαρτυρίου στέφανον κέκτηται ἡ ὑποταγὴ μετὰ τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς· ἤτοι τὸ κόπτειν τὸ ἴδιον θέλημα καὶ ποιεῖν τοῦ προεστῶτος αὐτοῦ, ὅπερ ὡς μαρτύριον λογίζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐκχέει τὸ αἷμα αὐτοῦ διὰ τὸ Χριστόν· ὅμως γνῶμεν καλῶς ἀδελφοὶ ὅτι ἐν ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις γενήσεται ἐναλλαγὴ τῶν φαγητῶν, αὔξησις τῶν γονυκλισιῶν καὶ μετανοιῶν καὶ τῆς ἀκολουθίας καὶ ψαλμῳδίας κατὰ τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν παλαιὰν παράδοσιν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς δεξώμεθα προθύμως καὶ περιχαρῶς τὸ δῶρον τῶν νηστειῶν· μὴ σκυθρωπάσωμεν διὰ τὴν κακοπάθειαν καὶ τὸν μαρασμὸν τοῦ σώματος, ἀλλ᾿ ὦμεν χαίροντες διὰ τὴν ὑγείαν καὶ σωτηρίαν τῆς ψυχῆς ἡμῶν. 

Διέλθωμεν οὖν τὰς ἁγίας ταύτας ἡμέρας μετὰ ἱλαρότητος προσώπου καὶ καρδίας, ἄκακοι, ἀκατάκριτοι, ἀόργητοι, ἀπόνηροι, ἄφθονοι, μᾶλλον εἰρηνικοί, ἠγαπημένοι πρὸς ἀλλήλους, πρᾷοι, εὐυπήκοοι, πλήρεις ἐλεημοσύνης καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἡσυχίας, ἡσυχάζειν· χρείας καλούσης τοῦ λόγου, ἀποκρίνεσθε μετὰ ταπεινώσεως καὶ εὐλαβείας, φεύγοντες τὴν πολυφαγίαν, πολυλογίαν καὶ τὸν θόρυβον καὶ τὴν ταραχὴν τῶν πολλῶν, ὅπως ποιῶμεν τὰς ὑπηρεσίας ἡμῶν ἀθορύβως καὶ ἀταράχως μᾶλλον δὲ εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως ὡς διάκονοι Χριστοῦ· διότι ὁ θόρυβος καὶ ἡ ταραχὴ προξενεῖ μεγίστην ψυχικὴν βλάβην ἐν τῷ Κοινοβίῳ καὶ τῇ συνοδίᾳ τῶν ἀδελφῶν· πρὸς ἐπιτούτοις πᾶσι χρὴ ἔχειν προσοχήν, καὶ σκοπιάν, μὴ ἀνοίγειν θύραν τοῖς κακοῖς λογισμοῖς εἰσερχομένοις μολύνειν τὴν ψυχὴν ἡμῶν, μηδὲ διδόναι τόπον τῷ διαβόλῳ, καθάπερ διδάσκει ἡμᾶς καὶ ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα «ἐὰν ἀναβῇ πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἐπὶ σὲ τόπον σου μὴ δός»· διότι ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν διάβολος ἐξουσίαν οὐκ ἔχει δυναστεῦσαι ἡμᾶς, ἀλλὰ μόνον ὑποβάλλει κακοὺς λογισμούς, ὠς ὁ ἁλιεὺς τὸ δόλωμα· καὶ ὅταν ἡμεῖς στέργομεν δεχόμενοι αὐτούς, τότε κυριεύει ἡμῶν· ὅταν ἡμεῖς οὐ δεχόμεθα ἀλλὰ πόρρω ἀποβάλλομεν αὐτοὺς διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἐνδόξου ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ὁ ἐχθρὸς φεύγει ἀφ᾿ ἡμῶν κατῃσχυμένος· καταβάλλωμεν οὖν κόπον καὶ σπουδὴν ἵνα φυλάξωμεν τὴν ψυχὴν ἡμῶν καθαρὰν καὶ ἀμόλυντον ἀπὸ παντὸς ῥυπαροῦ λογισμοῦ καὶ ἄτρωτον ἐκ τῶν βελῶν τοῦ πονηροῦ ὡς νύμφην Χριστοῦ, καὶ οὕτως ἀξιωθείημεν γενέσθαι οἰκητήριον τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀκοῦσαι· «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»· καὶ ὡς φησιν ὁ Ἀπόστολος, ὅσα ἐστὶν ἀληθινά, ὅσα σεμνά, ὅσα τίμια, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνὰ καὶ καθαρά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα ποιεῖτε, ταῦτα συνδιαλέγεσθε πρὸς ἀλλήλους, καὶ ὁ Θεὸς ἔσται μεθ᾿ ἡμῶν· διὰ τοῦτο φύγωμεν ἀδελφοὶ τὴν γαστριμαργίαν καὶ τὴν μέθην, ἅτινα γεννῶσι πᾶν εἶδος ἁμαρτίας φάγωμεν καὶ πίωμεν μετ᾿ εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ, δοξάζοντες τὸν Θεόν, ὅστις ἐλυτρώσατο ἡμᾶς τῆς πλάνης καὶ τῆς ταραχῆς τοῦ κόσμου· 

Ἐὰν οὕτω ποιῶμεν ἤδη μέν ἀξιωθησόμεθα φθάσαι καὶ τῆν Κυρίαν ἡμέραν τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἐν τῇ ἐξαναστάσει τῶν νεκρῶν ἐπιτευξόμεθα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

Ἡ ἐπιστροφὴ στὸν Παράδεισο ( τῆς Τυρινῆς) , Μητροπολίτης Sourozh Aντώνιος

Τό ἀνθρώπινο γένος στό πρόσωπο τοῦ παλιοῦ Ἀδάμ ἔπεσε, ὅταν ἁμάρτησε ἀπέναντι στήν ἀγάπη· κι ἡ φοβερή κρίση τοῦ Θεοῦ θά εἶναι μιά κρίση γιά τήν ἀνθρώπινη ἀγάπη.

Ὁ ἄνθρωπος εἶχε προσκληθεῖ στήν πλήρη ἀντίληψη, σέ μιά ἑνότητα ὁλόκληρης τῆς ζωῆς του μέ τό Θεό μέσω τῆς ἀγάπης ἀλλά ἔπεσε ἐπειδή θέλησε νά μάθει τό μυστήριο τοῦ εἶναι μέ τήν κρύα λογική του καί τήν τυφλωτική ἀντίληψη τῆς σάρκας. Καί ἔγινε σάρκα, τό πνεῦμα σβήστηκε ἐνῶ ὁ φυσικός ἄνθρωπος θριάμβευσε μέσα του, κι ἔγινε αὐτό ποὺ γνωρίζουμε τούς ἑαυτούς μας νά εἶναι: κάτοχος ἑνός ἀβέβαιου, ψεύτικου εἴδους κατανόησης τοῦ μυαλοῦ κι ἑνός μεθυστικοῦ εἴδους ἀντίληψης τοῦ σώματος. 

Τή γνώση ὅμως ἐκείνη ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶχε κληθεῖ νά ἀποκτήσει μέσα στήν ἑνότητά του μέ τό Θεό, μέ τήν ἐνατένιση τῶν μυστηρίων τῆς ζωῆς καί τῆς ὕπαρξης στό βάθος τοῦ Θεοῦ τήν ἔχασε - ὅπως τή χάνει καί τώρα - ὅταν ἁμάρτησε ἀπέναντι στήν ἀγάπη.

Τό Εὐαγγέλιο τῆς περασμένης Κυριακῆς ἦταν γιά τή Μέλλουσα Κρίση. Ἡ κρίση αὐτή βασιζόταν ἀποκλειστικά στήν ἐρώτηση ἄν ἤμασταν ἱκανοί ν' ἀγαπᾶμε ὅταν ζούσαμε στή γῆ: «Ἔθρεψες τούς πεινασμένους, συμπόνεσες ὅσους κρύωναν, ἕντυσες τούς γυμνούς, εἶχες τό θάρρος νά ἐπισκεφτεῖς τούς φυλακισμένους, εἶχες δείξει ἔλεος καί ἀγάπη;» Αὐτή εἶναι ἡ μόνη κρίση γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Κύριος. Ρωτάει μόνο τί εἴδους καρδιά εἴχαμε, ἄν πάνω στή γῆ ἤμασταν ἱκανοί ν' ἀγαπήσουμε μέ ὅλο τό πλάτος τῆς γήινης ἀγάπης καί μέ μιά ζωντανή, ἀνθρώπινη καρδιά γεμάτη συμπάθεια, στοργή καί συμπόνια. Ἡ φοβερή κρίση εἶναι τρομακτική διότι δέ θά ἀπαιτήσει τίποτα ἀπό μᾶς. Θά σταθοῦμε ἁπλῶς μπροστά στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί τότε ἐμπρός στό πρόσωπο τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, σ' ἕνα πεδίο ὅπου δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπό τήν ἀγάπη, ὅπου ἡ ἀγάπη ἐκφράζει ὅλο τό νόημα τοῦ εἶναι, αὐτό ποὺ εἶναι καλό μέσα μας θά θρηνήσει διότι ποτέ δέν τό ἀφήσαμε ἐλεύθερο, ποτέ δέν τό ἀφήσαμε νά ἐκφραστεῖ στήν πληρότητά του, διότι σκοτώσαμε τήν ἀγάπη γιά χάρη τῆς κρύας λογικῆς μας καί τῶν πειρασμῶν τῆς σάρκας.

Σήμερα λοιπόν, θυμούμενοι τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ μποροῦμε πολύ εὔκολα νά φανταστοῦμε τό πῶς ἔχυσε πικρά δάκρυα ἐμπρός ἀπό τίς πύλες τοῦ παραδείσου. Οἱ πύλες αὐτές τοῦ παραδείσου εἶναι οἱ πύλες οἱ ὁποῖες εἶναι κλεισμένες σέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποτύχει στήν ἀγάπη. Πόσο συχνά δέ νιώθουμε κι ἐμεῖς κάτι παρόμοιο: ἡ οἰκογένεια διαλύεται καί κάποιος θρηνεῖ μπροστά στίς κλειστές πύλες τοῦ παραδείσου ἐπειδή ἡ ἀγάπη δέν μπόρεσε νά σταθεῖ καί νά θριαμβεύσει, ἐπειδή τίποτα δέν ἔχει μείνει ἐκτὸς ἀπό ψυχρότητα καί ἀπομάκρυνση· πεθαίνει ἴσως μιά φιλία κι ἕνας ἄνθρωπος στέκεται στόν παγωμένο κόσμο μιᾶς σβησμένης ἀγάπης καί μιᾶς κλειστῆς καρδιᾶς. 

Δέ γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τόν πόθο ἐκεῖνο τοῦ Ἀδάμ γιά τόν ὁποῖο ἡ ἐκκλησία ψάλλει μέ τόσο μεγάλο πόνο; Δέν ἕλκεται ἡ ψυχή μας πρός τό Θεό, πρός τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα, καί δέ μᾶς κλείνεται ἡ πόρτα κατάφατσα ἐπειδή ἡ ἀγάπη μας δέν εἶναι ἀρκετή, ἐπειδή ἡ ψύχρα καί ἡ ἀπολίθωση τῶν καρδιῶν καί τοῦ μυαλοῦ μας εἶναι τόσο δυνατές;

Τί πρέπει νά κάνουμε ὅμως; Πῶς νά ξεφύγουμε ἀπό τή φρίκη αὐτή; Τήν ἀπάντηση μᾶς τή δίνει τό σημερινό Εὐαγγέλιο. Τό νά μάθουμε ν' ἀγαπᾶμε ἔξαφνα, ἀνεπιφύλακτα, τό ν' ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας, ν' ἀνοίξουμε τίς ζωές καί τίς ψυχές μας στό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι πέρα ἀπό τίς δυνάμεις μας, μποροῦμε ὅμως τουλάχιστο ν' ἀρχίσουμε ἀπό τά μικρά- μποροῦμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 14.1) νά ἀρχίσουμε νά δεχόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο σάν «ἀσθενοῦντας», ὅπως ἀκριβῶς ἀσθενεῖς εἴμαστε καί ἐμεῖς. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς συγχώρησης. 

Εἴμαστε ἀνίκανοι νά συγχωροῦμε ὥστε νά μήν παραμένει πόνος καί φρίκη, μποροῦμε ὅμως ν' ἀρχίσουμε νά συγχωροῦμε, μποροῦμε νά ποῦμε: «Σέ δέχομαι ὅπως εἶσαι· παρ’ ὅλη σου τήν ψυχρότητα καί τήν πικροχολία, τήν κακοτροπία καί τήν ἀσχήμια δέ θά σέ ἀποστραφῶ· εἶσαι ὁ ἀδελφός μου, ἡ ἀδελφή μου, ἡ μητέρα μου, ὁ πατέρας, ὁ φίλος μου. Θά ἀνεχτῶ τήν ψυχρότητά σου, θά ἀνεχτῶ τά πάντα, θά τά ὑποφέρω. Πρός τό παρόν αὐτό εἶναι ὅλο ποὺ μπορῶ νά κάνω- δέν εἶμαι ἱκανός νά σέ ἀγαπήσω, μπορῶ ὅμως νά σέ ἀποδεχτῶ. Μπορῶ νά σέ δεχτῶ ὅπως καί ὁ Χριστός δέχτηκε τό σταυρό, τόν ἄσπλαχνο, βασανιστικό σταυρό, καί νά σέ μεταφέρω μέ μαρτύριο καί θλίψη στούς ὤμους μου».

Δέν εἶναι βέβαια ὅλους ποὺ πρέπει νά ὑπομείνουμε μέ τόσο πόνο καί λύπη. Πολλούς μποροῦμε νά μεταφέρουμε μέ χαρά· κι ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅλους ὅσους μεταφέρουν ἐμᾶς μέ στοργή, μέ συμπόνια, μέ ἀγάπη.

Ἄν δέν μποροῦμε νά συγχωρέσουμε τέλεια ἄς λυπηθοῦμε τουλάχιστο τόν ἄλλο ποὺ εἶναι ἁμαρτωλός ὅπως ἀκριβῶς καί ἐμεῖς, ποὺ εἶναι ἐξ ἴσου μ' ἐμᾶς ἀσθενικός καί ἀνίσχυρος, τό ἴδιο ἀνίκανος ν' ἀγαπήσει, τό ἴδιο ἀνίκανος νά συγχωρέσει, νά ζήσει. Ἄς δεχτοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ τήν ἀγάπη τοῦ σταυροῦ, καί ἄς μποῦμε στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή χαιρόμενοι ποὺ μᾶς δόθηκε νά προχωρήσουμε μαζί πρός τή σωτηρία, πρός τήν ἡμέρα ποὺ μέ τή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, τή στοργή καί τήν ἀγάπη καί τήν παρηγοριά τοῦ Θεοῦ θά μπορέσουμε κι ἐμεῖς νά γίνουμε καλά καί νά γνωρίσουμε τήν πλήρη συγχώρηση, τήν τέλεια ἀγάπη καί μέσα ἀπό τίς στενές πύλες θά ἔχουμε φτάσει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Σημ. Τήν Κυριακή αὐτή μνημονεύουμε τήν Ἐξορία τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς.

Κυριακή της Τυρινής Πορεία προς τον ουρανό ΜΆΘΕ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΕΊΣ


Μια συμφωνία κάνει στο σημερινό ιερό Ευαγγέλιο ο Κύριος με όλους τους πιστούς. Εάν συγχωρούμε τους ανθρώπους για τα αμαρτήματα που μας έχουν κάνει, μας λέει, και ο ουράνιος Πατέρας μας θα συγχωρήσει και τα δικά μας αμαρτήματα. Εάν όμως δεν τους συγχωρούμε, τότε ούτε ο Πατέρας μας θα συγχωρήσει τις αμαρτίες μας.
Γιατί όμως ο Κύριος κάνει αυτήν την απαράβατη συνθήκη; Γιατί θέτει τη δική μας συγχωρητικότητα ως προϋπόθεση της δικής μας συγχωρήσεως και σωτηρίας; Γιατί αρνείται να μας βάλει στον Παράδεισο, εάν εμείς δεν συγχωρούμε όσους μας αδίκησαν;
Διότι θέλει να μας δείξει πόσο μεγάλη αρετή είναι η συγχωρητικότητα· αρετή η οποία μας εξομοιώνει με τον Θεό, ο Οποίος είναι πολυέλεος, συγχωρεί καθημερινά τα αμέτρητα αμαρτήματά μας. Ζητά λοιπόν από εμάς να Του μοιάσουμε, να κάνουμε ό,τι κάνει διαρκώς Εκείνος. Όπως Εκείνος συγχωρεί καθημερινά όλους μας και συγχώρησε επάνω στο Σταυρό του ακόμη και τους σταυρωτές του, ζητεί να ακολουθήσουμε κι εμείς το δικό του παράδειγμα. Να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των άλλων. Όσο μεγάλα κι αν μας φαίνονται, όσο κι αν μας έχουν πικράνει. Κατανοώντας μάλιστα ότι αυτά στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρά και ασήμαντα, αν συγκριθούν με τις τόσο πολλές δικές μας αμαρτίες προς τον Θεό.
Ο Κύριος ζητεί επιπλέον ως όρο της σωτηρίας μας τη συγχωρητικότητα, διότι χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε ούτε σ’ αυτή τη ζωή. Χωρίς συγχωρητικότητα η ζωή μας γίνεται κόλαση, αφαιρεί την ειρήνη από μέσα μας, κάνει τη ζωή μας ένα δράμα.
Τέλος ο Κύριος μας ζητεί να συγχωρούμε, διότι εάν εδώ στη γη δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε τους αδελφούς μας, δηλαδή να τους χωρέσουμε στην καρδιά μας, τι θα κάνουμε στην άλλη ζωή; Πώς θα αντέχουμε εκεί ο ένας τον άλλον; Θα έχουμε κακία και μνησικακία και μέσα στον Παράδεισο; Αλλά τότε θα γίνει ο Παράδεισος κόλαση! Μας λέει λοιπόν ο Θεός: Εάν θέλετε να χωρέσετε στον Παράδεισο, πρέπει να χωρέσετε τους αδελφούς σας και στην καρδιά σας. Να τους συγχωρείτε και να τους αγαπάτε.

ΘΗΣΑΥΡΟΊ ΆΦΘΑΡΤΟΙ

Ο Κύριος προχωρεί τώρα στο θέμα της νηστείας. Όταν νηστεύετε, λέει, μη γίνεσθε σαν τους υποκριτές σκυθρωποί και περίλυποι. Διότι αυτοί παίρνουν την έκφραση καταβεβλημένου ανθρώπου, για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν. Έτσι όμως δέχονται ολόκληρη την αμοιβή τους από τους επαίνους των ανθρώπων. Εσείς όμως όταν νηστεύετε, να είστε χαρούμενοι για να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι ότι νηστεύετε. Και ο Θεός Πατέρας σας αυτό που κάνετε κρυφά, θα σας το ανταποδώσει φανερά στην άλλη ζωή. Μην επιζητείτε λοιπόν ανθρώπινους επαίνους και πρόσκαιρες αμοιβές. Μη μαζεύετε επίγειους θησαυρούς, τους οποίους ο σκόρος, η σαπίλα και η σκουριά καταστρέφουν, και κλέβουν οι κλέφτες. Μαζεύετε ουράνιους θησαυρούς, τους οποίους κανείς δεν μπορεί να καταστρέψει ή να κλέψει. Η καρδιά σας να είναι προσκολλημένη στον Θεό και στα ουράνια. Διότι εκεί που είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας.
Εδώ λοιπόν ο Κύριος κάνει μια διάκριση ανάμεσα στους επίγειους και στους ουράνιους θησαυρούς. Σε ποιους επίγειους θησαυρούς αναφέρεται; Οι άνθρωποι τότε αποθήκευαν ως θησαυρούς διάφορα προϊόντα της γης, μεταλλικά αντικείμενα και πολυτελή ενδύματα. Τα προϊόντα της γης όμως σάπιζαν, τα μεταλλικά αντικείμενα σκούριαζαν και τα ενδύματα τα έτρωγε ο σκόρος. Και όσοι είχαν πολύτιμα αντικείμενα από χρυσό, ασήμι και χαλκό, έτρεμαν διαρκώς μην τα χάσουν από τους κλέφτες. Όσοι λοιπόν κατείχαν υλικούς θησαυρούς, είχαν καθημερινή αγωνία μήπως γίνουν θύματα ληστειών ή μήπως καταστραφούν οι θησαυροί τους. Κι αυτή ακριβώς η αγωνία τους ταλαιπωρούσε και τους εξαθλίωνε.
Μήπως όμως παθαίνουμε κάτι παρόμοιο κι εμείς, όταν έχουμε κάποια προσκόλληση στα λίγα ή πολλά υλικά αγαθά μας; Στα σπίτια μας, στα αυτοκίνητά μας, στα ρούχα μας, στα ηλεκτρικά μηχανήματά μας, στα χρήματά μας;
Αλλά ο Κύριος σήμερα μας λέει ότι όλα αυτά τα υλικά αγαθά δεν είναι ασφαλισμένα, δεν είναι μόνιμα, δεν είναι αληθινά. Δεν δίνουν ευτυχία. Αντίθετα μας υποδουλώνουν σε μία σκληρή τυραννία. Αιχμαλωτίζουν το νου μας στα μικρά και επίγεια και δεν μας αφήνουν να ποθήσουμε τα υψηλά και αιώνια.
Μην ξεγελιόμαστε λοιπόν. Μην παρασυρόμαστε από τα ασήμαντα και χάνουμε τα ανεκτίμητα, τα μόνιμα, τα αληθινά, τα αιώνια πλούτη. Κι αυτά τα πλούτη είναι οι άγιες αρετές του Χριστού, οι καρποί του Αγίου Πνεύματος: η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η ανεκτικότητα, η καλοσύνη, η αγαθότητα, η πίστη, η καλοσύνη, η πραότητα, η εγκράτεια. Σ’ αυτούς τους ουράνιους θησαυρούς να στρέψουμε το νου μας, αυτούς να αγαπήσουμε, να ποθήσουμε και να κατακτήσουμε. Μ’ αυτούς τους θησαυρούς να γεμίζουμε τις αποσκευές μας για το ουράνιο ταξίδι μας. Έτσι θα γίνουμε πλούσιοι, πάμπλουτοι, αιώνια πανευτυχείς
.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...