Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Απριλίου 17, 2013

Μου φαίνεται ότι γεννήθηκα άθεος







 " Κάποιος άγνωστος, φαίνεται σαν άρχοντας,  θέλει να σας μιλήσει . Δεν τον έχω ξαναδεί ούτε σε σας ούτε στο ναό. Μάλλον είναι περαστικός"
"Άφησέ τον να μπεί" είπε ο ιερέας . Μέσα στο κελί μπήκε ένας ψηλός άνδρας με ίσια κορμοστασιά που θύμιζε πρώην στρατιωτικό . Ήταν άψογα αλλα σεμνά  ντυμένος . Φαινόταν σαν να ήταν σιδερωμένος μαζί με το κοστούμι του πριν βγει απο το σπίτι.
  Ο ξένος κοίταξε ερευνητικά το δωμάτιο σαν να ήθελε να 
καταλάβει απο την επίπλωση, το πνεύμα και τον χαρακτήρα του κατόχου .  Μετα χαιρέτησε, έβγαλε το καπέλο του και σταμάτησε στην πόρτα εν αναμένοντας  την πρόσκληση του ιερέα να καθίσει .
Μπορούσε κανείς να διακρίνει την αριστοκρατική παιδεία  μέσα στον ξένο . Παιδεία που δημιουργείται και καλιεργείται απο γεννεά σε γεννεά και κληρονομείται  σαν το οικόσημο. Πάρα τα χρόνια του, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν όμορφος , αλλα με μιά ομορφιά σαν την  κρύα ομορφιά του αγάλματος , ανυπάκουη στον χρόνο και στην ζεστασιά του ήλιου .
 
Ο ιερέας του υπέδειξε την παλιά ξεθωριασμένη πολυθρόνα προορισμένη για τους επισκέπτες και είπε : " Παρακαλώ, καθίστε. Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω; "


Ο επισκέπτης κάθισε άκουμπώντας ελαφρά τα χέρια του στην πολυθρόνα . Δεν άρχισε να μιλάει αμέσως και έτσι ο ιερέας πρόλαβε να τον εξετάσει με το βλέμμα . Αισθανόταν  ότι αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει την αξία του και είναι συνηθησμένος να εξουσιάζει τους ανθρώπους με " σιδερένιο χέρι μέσα στο βελούδινο γάντι ". Οι τρόποι του ήταν κομψοί και συγκρατημένοι και στο πρόσωπό του  ξεχώριζε μια έμφυτη ευγένεια .
 
Φαίνεται ότι ήταν απο κάποιο παλιό αριστοκρατικό γένος με σταγόνες απο το  αίμα των Ριούρικ να κυλούν στις φλέβες του. Μονο τα σβησμένα γυάλινα ματια του ήταν σε δισαρμονία με ολόκληρη την εικόνα, σαν να ήταν σκεπασμένα με σκοτεινό πέπλο και έκρυβαν κάποιο μυστικό της ψυχής του. 


 Η ματιά που έριχνε ο επισκέπτης φαινόταν σαν γρήγορο και απότομο χτύπημα ξίφους, που  γρήγορα έσβηνε, έχανε τη ζωντάνια του ώσπου  ο ιερέας έβλεπε μπροστα του μόνο δύο κόγχες.
"Ποιο είναι το πρόβλημα που σας έφερε στο ταπεινό μου κελί", ρώτησε ο ιερέας,"θα χαρώ πολύ αν καταφέρω να βοηθήσω".
 
"Έχω κάτι μεγαλύτερο απο ένα πρόβλημα" ,απάντησε ο επισκέπτης

 "έχω την αίσθηση ότι είμαι στην θηλιά και ταλαντέυομαι ανάμεσα στη ζωη και τον θάνατο.Με βασσανίζει ο φόβος που μπήκε στην καρδιά μου εδω και πολλά χρόνια . Είναι ο φόβος μήπως  πράγματι υπάρχει  Θεός .Η σκέψη ότι απαρνήθηκα Τον Ζωντανό Θεό  με ακολουθεί σαν φάντασμα που εκδικείται για αυτήν την πατροκτονία. Γεννήθηκα σε οικογένεια όπου η πίστη ήταν μόνο εξωτερική παράδοση, κάτι δηλαδή σαν τον μουντό ήχο μιας  καμπάνας που έρχεται απο το βάθος του χρόνου.
Το θέμα της θρησκείας ποτέ δεν με ενδιέφερε . Απο τα νεανικά μου χρόνια,  πίστευα ότι  το πρόβλημα είναι λυμένο άνευ όρων και τελειωτικά.
 Ο   βλάσφημος θεομάχος Νίτσε, έχει γράψει ένα περίεργο διήγημα  για έναν τρελό που έτρεχε στους δρόμους  και φώναζε : " Ο Θεός πεθανε! Τον σκοτώσατε !". Ο τρελός θρηνούσε το θάνατο του Θεού  και κανένας δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει. Για εμένα  αυτο το διήγημα ήταν αλληγορικό,ο τρελός θρηνούσε για την τρέλα του.

Δεν είχα ποτέ παρόμοια συναισθήματα .

 Μου φαίνεται ότι γεννήθηκα ήδη άθεος.

 Όμως μια φορά είχα έναν εφιάλτη : ονειρευόμουν ότι ήμουν μέσα σε ένα ακυβέρνητο  διαστημόπλοιο και ξέροντας  ότι ποτέ πια δεν θα μπορέσω να επιστρέψω, ότι χάθηκα στο απέραντο διάστημα ανάμεσα σε αστέρια -γίγαντες απο φωτιά και πάγο . Το διάστημα έγινε δική μου παγίδα, ένας  λαβύρινθος χωρίς διέξοδο . Αισθανόμουν την θανατηφόρα παγωνιά  και την αίσθηση μιας απέραντης φρίκης   ακόμα και όταν ξυπνησα. Για πολύ  καιρό θυμόμουν την εικόνα του διαστημόπλοιου που απομακρύνεται απο την γη κάνοντάς την να φαίνεται σαν  μια φωτεινή κουκίδα. 

Τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωη μου ήταν τα ανώτερα μαθηματικά και η φυσική που έγιναν και επάγγελμα μου. Εδω είχα πολλές και γρήγορες επιτυχίες . Πολυ νέος είχα όλους τους ανώτερους επιστημονικούς τίτλους και ήμουν αρχηγός ενός πολυ μεγάλου ερευνητικού ιδρύματος. Δεύτερη  αγάπη μου ήταν η λογοτεχνία.Μια αγάπη που μου εμφύτευσαν οι γονείς μου .
 
Έτσι πέρασαν πολλά ξένοιαστα χρόνια ωστόσο  μετά συνέβη κάτι το απρόσμενο και ακατανόητο .

 Σαν να άρχισε να τρέμει  η γη κάτω απο τα πόδια μου. 
Μια έμμονη σκέψη με πήρε στο κατόπι. 
Αν ο Θεός εντέλει υπάρχει; 
Δεν εβρισκα πουθενά την απαντηση . Οι εξισώσεις  ήταν άφωνες, και η λογοτεχνία που απασχολούσε  τα συνεσθήματα και το πάθος μου δεν μπορούσαν  να δώσουν λύση στα οντολογικά μου προβλήματα . 

Με την εμφάνιση των πρώτων ανησυχιών σε σχέση με την ύπαρξη του Θεού άρχισα να διαβάζω απο την αντιθρησκευτική λογοτεχνία για να στηρίξω την απιστία μου αλλά και αυτό  με απογοήτευσε . 

Διάβασα τον Μπάουερ, τον Ρενάν, τον Καούτσκι όμως βαρέθηκα γρήγορα. 
Δεν μπορούσα να βγάλω καμία άκρη  ήταν απλώς σαν  φτυσίματα στον ουρανό
Απορούσα ! " Πως μπορούσαν οι διανοούμενοι μας να καταπίνουν τέτοια αναγνώσματα ;"
 Δεν εννοούσα την  αθεϊα, διότι παραμένω και είμαι άθεος,  αλλα της θλιβερές απολογίες της. 
Μετά καταπιάστηκα με την φιλοσοφία αλλα και εκεί δεν εβρισκα αποδείξεις.
Οι λογικές συρραφές δεν ήταν γερές. Όλα αυτα τα συγγράμματα μου φαινόντουσαν σαν πύργοι χωρίς θεμέλια κρεμασμένοι στον αέρα.. 

Περνούσα ολόκληρες νύχτες  διαβάζοντας τα πολύπλοκα βιβλία της φυσικής και τηςμαθηματικής θεωρίας, αλλα ούτε και εκεί δεν έβρισκα απάντηση .


Οχι σπάνια, οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την λέξη  "θεός" αλλα ήταν ένας θεός που δεν είχε κεφαλαίο το "Θ" .

 Ένας θεός σαν δυνατότητα των αριθμών , σαν αρχική ουσία του κόσμου , σαν ουσία του σύμπαντος , σαν αρχή της "πανσυμπαντικής αρμονίας" , σαν κάποιος πρωτόγονος νους και λογική του σύμπαντος.
Και αυτά ωστόσο, ήταν  πάλι χωρίς αποδείξεις. 
Παρ΄όλα αυτά με είχαν παρασύρει αυτά τα συγγράμματα, γιατί μου άρεσε το θάρρος της ανθρώπινης σκέψης που προσπαθούσε να πιάσει την αρχή και το τέλος της κοσμογονίας.Μου άρεσε αυτή  η συστηματική  κλίμακα των υποθέσεων που έμοιαζαν με τρέλα . 

Πρέπει να πω ότι πάντα θαύμαζα την ομορφιά των  μαθηματικών . 

Για μένα ήταν ποίηση  όπου οι αριθμοί ακούγονται σαν ρυθμοί και ομοιοκαταληξίες που  δημιουργούν στίχους και στροφές ,που οι εξισώσεις πάλλονται σαν χορδές του βιολιού και οι μαθηματικοί υπολογισμοί λάμπουν σαν αστέρια στον νυχτερινό ουρανό.Ο Αϊνστάιν ήταν για μένα ο Ντοστογιέφσκι της φυσικής  και ο Λομπατσέφσκι ο  Χλέμπνικωφ της γεωμετρίας. Όμως έπιανα τον εαυτό μου πανω στην σκέψη ότι είμαι μαγεμένος με το παιχνίδι του μυαλού , ότι βρίσκομαι πίσω απο την επιφάνεια του καθρέφτη και γυρνάω μέσα στο χορό μαζί με τις ύπουλες σκιές της "αλήθειας" . 
Σκεφτόμουν ότι αυτος ο θαυμασμός είναι ένα είδος διανοητικής τοξικομανίας μια απόπειρα να πνίξω τον φόβο εμπρός στην πιθανότητα της ύπάρξης του Θεού." 

"Ήρθατε σ´εμένα", είπε ο ιερέας, "για να βεβαιωθείτε για ακόμα μια φορά ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την πίστη και να καθησυχάσετε τον εαυτό σας με την ήττα μου; 

 Εγω όμως θα σας πω κάτι τελείως διαφορετικό: εάν μπορούσα να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού  αυτο θα αποδείκνυε την ανυπαρξία του Θεού, τουλάχιστον σε μένα"
"Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα λόγια σας"  ρώτησε ο επισκέπτης.Φυγή απο την απαντηση,ή ένα παράδοξο ρητό στο στυλ του Όσκαρ Ουάιλντ, η μιά  θέση της διαλεκτικής του Χέγκελ για την ομοιότητα των αντιθέτων;"
 

Ο ιερέας απάντησε: "Θα ήθελα πρώτα να σημειώσω ότι η θέση για την ομοιότητες  ανάμεσα στα αντίθετα  δεν είναι του βερολινέζου καθηγητή αλλα στην πραγματικότητα η αποκρυφυστική διδασκαλία των ιερέων της Εφέσου , μυσταγωγία και μυστήριό τους. Ο πρώτος που το ανέβασε στην φιλοσοφική στοά  απο το υπόγειο του ναού της Αρτέμιδος ήταν ο Ηράκλειτος,  απόγονος των ιερέων της Εφέσου, ο οποίος αντάλλαξε την μύηση του ιεροφάντη με την κάπα του φιλοσόφου.
 Αυτή η διδασκαλία δηλώνει ότι το καλό και το κακό, το φως και το σκότος , η πληρότητα και το μηδέν ,το ναι και το όχι, ο Θεός και ο διαβολος ειναι μεταξύ τους  ενωμένα .
 Οι μαρξιστές  λένε ότι αυτή  η ομοιότητα είναι η ψυχή της  διαλεκτικής . Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι  ο Χεγκελισμός και ο Μαρξισμός έχουν αποκρυφιστική βάση και δαιμονική πλευρά. Το μυστήριο  της διαλεκτικής τους  είναι η αιματηρή  φλόγα  και εκατόμβες των επαναστάσεων. Τώρα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση σας, σχετικά με το άν οι συνειδητές αντιλήψεις μου που αποτελούνται απο κάποιες γνώσεις τις οποίες  αποκόμισα στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το απόλυτο.
 Τι ασήμαντο και θλιβερό  θα ΄πρεπε να είναι αυτό  το ον που μπορεί  και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή δικο μου νου! 
Σκεφτείτε τι σημαίνει η λέξη " πίστη ".
 Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου . Όπου υπάρχουν αποδείξεις  δεν υπάρχει πίστη. 
Εκεί στην θέση της πίστης μένει η γνώση. Η αποκάλυψη αντικαταθίσταται απο την λογική, τα δόγματα απο τους  συλλογισμούς, η μεταφυσική απο την φυσική,και το   μυστήριο  απο  επίπεδες έννοιες .
Το οφθαλμοφανές πια δεν είναι πίστη αλλα καταγραφή γεγονότων".
 

"Εσείς λέτε ότι η πίστη δεν έχει αποδείξεις" είπε διαφωνώντας ο επισκέπτης,"τότε σε τι να πιστεύουμε : στο απόλυτο σκοτάδι του σκεπτικισμού με τις συνεχόμενες αρνήσεις που φτάνουν μέχρι άρνηση της ίδιας της άρνησης, όπως στον  Σέξτο Εμπειρικό;"
 
"Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξεις διαφορετικού χαρακτήρα" απάντησε ο ιερέας.

 "Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, η επικοινωνία του ανθρώπου ( περιορισμένη προσωπικότητα) με Τον Θεό ( Απόλυτη Προσωπικότητα ). Είναι η πραγματική μυστική εμπειρία η οποία αποκτιέται απο την άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο.
Είναι η εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα την έλεγα και οικεία ή ιδιαίτερη. Εδώ  γίνεται η κοινωνία με την Θεία Χάρη που στην δικη σας γλώσσα περιγράφεται ως ενέργεια ανωτέρας φύσεως . Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας  διευρύνεται αμέτρητα . Πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά απο την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων όπου η διάχυτη  αγάπη είναι  μια απο της βασικές δυνάμεις κατανοήσεως, αυτή δηλαδή  που ενώνει  το άπειρο με το περιορισμένο, Τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο." 

"Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα",είπε ο επισκέπτης,"θα σκεφτώ αυτά που μου είπατε αλλα χρειάζομαι χρόνο γι'αυτό. Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με έναν συνάδελφο σας τον οποίο μπορω να χαρακτηρίσω ως " διανοούμενο στο ράσο ". Άρχισε να μου αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού βασιζόμενος στην θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και στην κβαντομηχανική του Γκαίνσμπεργκ. Είχε πολύ ενθουσιώδη και νικηφόρο τόνο και σήκωνε ακόμα  και το δάχτυλο του σαν δάσκαλος. Μπερδευόταν και έκανε λάθη συνέχεια προσπαθώντας να μου εξηγήσει τον Αινστάιν σαν να ήμουν  μαθητής, χωρίς να έχει υποψιαστεί πως τα μαθηματικά και η φυσική είναι το επάγγελμα μου.
Τον λυπόμουν πραγματικά. Ύστερα του έγραψα ένα γράμμα όπου έκανα προσπάθεια να του εξηγήσω πόσο άσχημα γνωρίζει την θεωρία της σχετικότητας  και τον συμβούλεψα να μην ασχολείται άλλο με τον Αϊνστάιν για να μην πνιγεί μέσα στις " σχετικότητες ". Πολυ σύντομα έλαβα την απάντηση του με την οποία με ευχαριστούσε για κατα την γνώμη του πολυ εποικοδομητικές παρατηρήσεις μου."
 
Ο επισκέπτης κοίταξε το ρολόι του και είπε: "Επιτρέψτε μου να σας κάνω και άλλη μια ερώτηση : Γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, έτσι ώστε νασβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες  σχετικά με την ύπαρξη Του και κατ΄αυτόν τόν τρόπο  να Τον βλέπουμε σαν τον ήλιο η τα αστέρια; Θα είχαν εξαφανιστεί πολλά προβλήματα και η ζωη θα ήταν πιο απλή."
 
"Ο Θεός κρύβει το πρόσωπο Του στα νέφη για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην πίστη και απιστία, επιτρέποντας έτσι  στον άνθρωπο, να λύσει το υπαρξιακό του πρόβλημα αυτόνομα",απάντησε ο ιερέας . "Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή τότε η πίστη
δεν θα μπορούσε να υπάρχει σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορα ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο  γεγονός της ύπαρξης Του. Ήθελε να είναι ο εσωτερικός παράγοντας της ανθρώπινης ψυχής. Θέλει να Τον ψάχνουμε με  ελεύθερη  βούληση, να πηγαίνουμε σ' Αυτόν, να διψάμε γι'Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής  μας ανάλυσης . 
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζι Του, ότι πιο άξιο και ανώτερο  που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στον Δημιουργό και το δημιούργημα . Την σχέση του Θεού με το κόσμο μπορούμε να δούμε σαν την σχέση του μάστορα και του προϊόντος . Ωστόσο ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν ειναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. 

Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού . 
Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού  υπάρχειαπλά μια αναγκαιότητα . 
Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει η θέωση σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.
 Πιστεύω  θα συμφωνήσετε ότι ακόμα και ο πιο δυστυχής  δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του σαν άνθρωπος με ένα ευτυχισμένο ζώο." 

"Πράγματι", χαμογέλασε ο ξένος,"παρά τα βάσανά μου δεν θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε ένα γάιδαρο χωρίς βάσανα και ικανοποιημένο απο την ζωη του! 

Τι θα μπορούσατε να με συμβουλέψετε αν και δεν υπόσχομαι ότι θα εκπληρώσω την συμβουλή σας;" 
Ο ιερέας απάντησε:"Μου φαίνεται  ότι η δική σας άρνηση του Θεού στην πραγματικότητα  είναι κρυφή και βαθιά  αποθυμιά 
 για τον Θεό την οποία βιώνετε σαν πόνο που δεν μπορείτε να καταλάβετε απο που προέρχεται. Η καρδιά σας θρηνεί την μοναξιά της σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί για την έλλειψη της ζεστασιάς της μητέρας . Και ο νους σας είναι πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του,    γοητευμένος απο την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου και αντιστεκόμενος στην καρδιά στην οποία  λέει: "Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου.Δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη να μ' εξουσιάζει" Για ποια αιώνια ζωη μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος  είναι  μια  μαύρη διαστημική τρύπα στην οποία θα εξαφανιστούν οι κόσμοι σαν σκιές , όπως  θα εξαφανιστεί και  η ίδια η ύλη.Θα τελειώσει ο χρόνος αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα . Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος που είναι το μέγα Τίποτα". 
Ο επισκέπτης απόρησε και είπε:"Δηλαδή κρυφοακούσατε τον διάλογο με τον εαυτό μου; Η σας φανερώθηκαν τα όνειρα μου;"
"Όχι, απλώς γνωρίζω πολύ λίγο την εσχατολογία του αθεϊσμού", απάντησε ο ιερέας,"είναι το σατανικό μυστήριο του γενικού χαμού. Και σαν συμβουλή σας ζητώ να αποσυνδέεστε απο την ροή των σκέψεων σας τουλάχιστον μια φορά την ημέρα και μέσα απο την καρδιά να λέτε: " Θεέ, εάν είσαι υπαρκτός , φανέρωσε Τον Εαυτο Σου σ'εμένα. Χωρίς Εσένα δεν μπορω να Σε βρω".
 
Ο επισκέπτης  ευχαρίστησε τον ιερέα για την συζήτηση αποχαιρέτησε και βγήκε έξω. Απο το πουθενά ξεφύτρωσε ένα αυτοκίνητο , ο οδηγός γρήγορα άνοιξε την πόρτα  και με σεβασμό κάθισε τον επισκέπτη μέσα σαν τον πρίγκιπα στην άμαξα . Την επόμενη στιγμή το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στην στροφή.
 
(Μετάφραση απο τα Ρωσικά Alexei Kyrilloff)


 Προσευχή των  Πατέρων της Όπτινα
ΚΥΡΙΕ, βοήθησέ με να αντιμετωπίσω με ψυχική γαλήνη όλα όσα θα μου φέρει ή σημερινή ήμερα. Βοήθησέ με να παραδοθώ ολοκληρωτικά στο άγιο θέλημα Σου.
Στην κάθε ώρα αυτής της ημέρας φώτιζε με και δυνάμωνε με για το κάθε τι.
Όποιες ειδήσεις κι αν λάβω στο διάστημα της σημερινής ημέρας, δίδαξε με να τις δεχθώ με ηρεμία και με την πεποίθησι ότι προέρχονται από το άγιο θέλημα Σου.
Καθοδήγησε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου σε όλα τα έργα μου και τα λόγια μου.
Σ' όλες τις απρόοπτες περιστάσεις μη με αφήσεις να ξεχάσω, ότι τα πάντα προέρχονται από Σένα.
Δίδαξε με να συμπεριφέρομαι σε κάθε μέλος της οικογενείας μου με ευθύτητα και σύνεση, ώστε να μην συγχύσω και στενοχωρήσω κανένα.
ΚΥΡΙΕ, δος μου την δύναμη να υποφέρω τον κόπο και όλα τα γεγονότα της ημέρας αυτής καθ' όλη την διάρκεια της.
Καθοδήγησε την θέλησή μου και δίδαξε με να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και να αγαπώ.
ΑΜΗΝ.

πηγή / αντιγραφή

Φώτης Κόντογλου - Δροσίσετε τὴν ψυχή σας στὴν καλωσύνη καὶ ἁγιότητα


...Τί μεγαλομανία σ᾿ ἔχει πιάσει, ἀδελφέ μου, καὶ δὲν βρίσκεις ἡσυχία καὶχτίζεις πατώματα ἀπάνω στὰ πατώματα, κι᾿ ἔχεις δυὸ τρία αὐτοκίνητα καὶκότερα καὶ κάθε λογὴς μάταια πράγματα! Γύρισε καὶ κύτταξε καὶ τὸνἀδελφό σου, νὰ δροσισθεῖ  ψυχή σου μὲ τὴν εὐλογημένη καλωσύνηποὺτὴν ξεράνανε τὰ τσιμέντα, οἱ ψεύτικες κουβέντες, οἱ συμφεροντολογικὲςπαρέες, οἱ συνοφρυωμένες ἀξιοπρέπειεςἊν δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις θυσίες, τουλάχιστον νὰ συχαθεῖς τὴν ἀδικίαΜὴν ἀδικεῖς ἀδικία εἶναι σιχαμερὴστρίγγλα, χωρίστρα τῶν ἀνθρώπωνἀνθρωποκτονία σὰν τὸν πατέρα τὸνσατανᾶ.
Τί θὰ δίνανε πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούςποὺ κερδίσανε τὸν κόσμο καὶ χάσανε τὴνψυχή τους, γιὰ νὰ νοιώσουνε ὅ,τι νοιώθουνε οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν χάσανε τὴνψυχή τους! Ἂν τύχει νὰ ξεκόψει κανένας τέτοιος ἀπὸ ψεύτικη παρέα του καὶβρεθεῖ στὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶντῶν ἀχάλαστων, νοιώθει πὼς ζεῖἀληθινὰ καὶ σὰν ἀπογευθεῖ τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα ὕστερα ἀπὸ τὴ ψευτιά, καταλαβαίνει τέτοια χαρά, ποὺ κάνει σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺξαναγεννήθηκε, σὰν τυφλὸς ποὺ εἶδε τὸ φῶς του. Κάτι τέτοιοι δὲνξεκολλᾶνε πιὰ οἱ κακόμοιροι ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶντῶνγκαρδιακῶν ἀνθρώπωνἈλλὰ γιὰ νὰ ξεμακρύνει ἀπὸ τὰ ψεύτικα πρέπεινἄχει λίγη ψυχή. Ἀλλοιῶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς ψευτιά.  ἄμμος τῆςΣαχάρας, ὅση βροχὴ κι᾿ ἂν πέσει ἀπάνω του, δὲν φυτρώνει τίποτα.
Ἂν πεῖς πάλι σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄλλουςτοὺς φτωχούς, νὰ περάσει μισὴ ὥραμὲ τὴν παρέα τῶν κοσμικῶν, καλύτερα ἔχει νὰ τὸ βάλεις στὸ μπουντρούμι,παρὰ νὰ βλέπει καὶ ν᾿ ἀκούγει ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα κομπλιμέντα, τὶςἀνάλατες συζητήσεις, τὰ κρύα χωρατά. Στὴ συναναστροφὴ ποὺ κάνουνεαὐτοὶ οἱ ψευτισμένοιθαρρεῖς πὼς τοὺς χωρίζει ἕνας τοῖχος τὸν ἕναν ἀπὸτὸν ἄλλονἘνῶ οἱ ἄλλοιποὺ ζοῦνε μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, νοιώθουνε πὼςοἱ καρδιὲς τοὺς γίνονται ἕναπὼς ἀκουμπᾶ  ἕνας ἀπάνω στὸν ἄλλον καὶξεκουράζεται. Ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπιέται, χαίρεται καὶ δίνει χαρά. Ἀπὸ πάνωἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων στέκεται  διάβολος καὶ τοὺςκάνει νὰ μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ λεφτὰ καὶ γιὰ τὰ ὅμοιαγιὰ νὰ μὴ γροικήσουνεοὔτε τὸ φαγὶ ποὺ τρῶνεἈπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ταπεινῶνστέκεται  Θεός, κι᾿ ὅλα εἶνε εὐλογημένα.
Πετάξετε ἀπὸ πάνω σας τὴν ψευτιά. Ἀνοίξετε τὰ πανιά, νὰ τὰ φουσκώσει καθαρὸς ἀγέρας τοῦ πελάγου. Νὰ δροσισθεῖ  ψυχή σας, νὰ νοιώσετε πὼςζητᾶ ἀληθινὰ κι᾿ ὄχι ψεύτικα.
(Μικρό απόσπασμα από το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου «Ευλογημένο Καταφύγιο», εκδ. «ΑΚΡΙΤΑΣ»)
πηγή

Οι άκτιστες ενέργειες του Θεού (π. Ανδρέας Κονάνος)



Ηλιακτίδες και άκτιστες ενέργειες του Θεού

Συχνά θεολογικές έννοιες, που διατυπώθηκαν ως καρπός εμπειρίας των αγίων, είναι δυσνόητες σε μας, που δεν έχουμε ανάλογα βιώματα.
Ακούστε πώς μπορούμε να καταλάβουμε τις άκτιστες θείες ενέργειες. Εξηγεί ο π.Ανδρέας Κονάνος.

Kλικ εδώ!

Απόσπασμα από την εκπομπή "Αθέατα Περάσματα", στο ραδιοφωνικό σταθμόΠειραϊκή Εκκλησία 91,2 FM.

Ένας ιερέας σώζει τον λαό. Ο Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης για την Κύπρο


Ένας ιερέας σώζει τον λαό. Ο Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης για την Κύπρο
Της Δημοσιογράφου Αναστασίας Σιακαλλή
 Ανατρέχοντας στις σελίδες της ιστορίας μας και πηγαίνοντας αρκετά χρόνια πίσω, βρίσκουμε έναν ιερέα, ντόπιο, που βοήθησε αφάνταστα την Κύπρο, ειδικότερα τις πόλεις της περιφέρειάς του, Λάρνακα και Λεμεσό. Ήταν ο μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης, ο οποίος, στα πενιχρά χρόνια του 1870, ανέλαβε να ανακουφίσει τον λαό από τη φτώχεια και την πείνα. Τον ρόλο του ως αντιπρόσωπος της Εκκλησίας τον έλαβε σοβαρά υπόψη, καθώς και εκείνον ως Κύπριος, επειδή νοιαζόταν πραγματικά για τον τόπο.
Ο Κυπριανός Οικονομίδης ήταν μορφωμένος, της Αθήνας, ευφυής και επιμελής, που όταν τέλειωσε τις σπουδές του εργάστηκε για τρία χρόνια (1862-1865) δάσκαλος στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας. Με ζήλο δίδασκε τα παιδιά γράμματα, παρότι στην εποχή της τουρκοκρατίας, συντηρώντας την εθνική ταυτότητα. Από το 1865 μέχρι το 1868 ήταν διευθυντής της Σχολής, χρονιά το 1868 όπου εξελέγη μητροπολίτης Κιτίου και άφησε το σχολείο. Η εκλογή του συγκεκριμένα έγινε του Αγίου Πνεύματος, στις 22 Μαΐου 1868, ημερομηνία που πλέον αφοσιώθηκε σε ένα άλλο ιερό έργο.

Ανέλαβε ο Κυπριανός τη Μητρόπολη Κιτίου, και αυτή ήταν βουτηγμένη στα χρέη• είχαν φτάσει τα χρέη τα 220.000 χάλκινα γρόσια, σε μια πόλη όπου οι ασθένειες ανθούσαν. Οι 1.350 Κιρκάσιοι Οθωμανοί, που μεταφέρθηκαν από τις τουρκικές αρχές το 1864 στη Λάρνακα, με σκοπό την αύξηση του πληθυσμού υπέρ των Τούρκων, μετέδιδαν μια ανίατη νόσο. Προσβλήθηκαν από επιδημία και καθημερινά πέθαιναν στην καραντίνα 30 με 40 άτομα. Για τα χρέη και τις ασθένειες ο μητροπολίτης βρήκε με τον καιρό λύσεις και εξομάλυνε τα δύο, με περισυλλογή και εράνους για το πρώτο ζήτημα και για το δεύτερο με τη νοσηλευτική βοήθεια των Γαλλίδων καλογριών. 
Ήταν και η φτώχεια, που θέριζε τον κόσμο της Λάρνακας και της Λεμεσού κι αυτό το αντιλήφθηκε από τις συχνές περιοδείες που έκανε στις δύο επαρχίες, σε πόλεις και χωριά. Ερχόταν σε επαφή με το ποίμνιό του, συνομιλούσε με τους ανθρώπους και έτσι μάθαινε από κοντά του καθενός το πρόβλημα. Είδε τότε πως από μόνος του ήταν αδύνατον να βοηθήσει και ότι μόνο με συντονισμένη δράση η πείνα μπορεί να αντιμετωπιστεί, η οποία αυξήθηκε με την παρατεταμένη ανομβρία της περιόδου 1870-1873.
Με εράνους και ψωμιά
Η λύση του μητροπολίτη Κιτίου για την αντιμετώπιση, ειδικότερα της πείνας, βρισκόταν στις γυναίκες της Λάρνακας. Συντόνισε τις γυναίκες και ίδρυσε Φιλόπτωχο, το πρώτο γυναικείο σωματείο στο νησί. Μάλιστα, στις 9 Φεβρουαρίου 1871, συγκρότησε μια ειδική επιτροπή από αυτές, για μηνιαίους εράνους. Έτσι συγκεντρώνονταν χρήματα, τόσο για τα χρέη της μητρόπολης όσο και για τον πεινασμένο λαό. Εκείνο που έκαναν επίσης οι γυναίκες ήταν να ζυμώνουν και ψήνουν ψωμιά και ως πρώτη κίνηση φιλανθρωπίας τέτοια διένειμαν στις 10 Φεβρουαρίου της χρονιάς. Και επειδή η παρασκευή τόσων πολλών ψωμιών δυσκόλευε τις γυναίκες, δινόταν πλέον αλεύρι και έτσι η κάθε οικογένεια έφτιαχνε από μόνη της ψωμί. Με κινήσεις του μητροπολίτη το θέμα της φτώχειας πήρε διαστάσεις και συνέδραμαν και αρκετοί ξένοι. Συνέδραμε και η Ελλάδα και έστειλε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος βοήθεια, τόση βοήθεια ώστε σημαντική μερίδα του κυπριακού λαού να ανακουφιστεί.
«Ιστορία της κατά Κίτιον Εκκλησίας» του Ιερομόναχου Σωφρόνιου Μιχαηλίδη.-Εκκλησία Κύπρου

Ἐκκλησιὲς καὶ ρημοκκλήσια τῆς Ἀθήνας Κόντογλου Φώτης




Ἡ Ἀθήνα καὶ πρὶν Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν εἴτανε θρησκευτικὴ πολιτεία. Τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθε ὁ Παῦλος ἐδῶ πέρα ἀπὸ τὴ Βέροια, εἶδε πὼς ἡ πολιτεία εἴτανε γεμάτη εἴδωλα, «κατείδωλος», καὶ στὸ κήρυγμα ποὺ ἔκανε στὸν Ἄρειο Πάγο, εἶπε πὼς εἶχε τοὺς Ἀθηναίους γιὰ πολὺ θρήσκους: «ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ». Θρῆσκοι σταθήκανε καὶ στὴν καινούρια θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σπάρθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο, καὶ τὰ πρῶτα χρυσὰ στάχια ποὺ ἔβγαλε ἡ Ἀθήνα εἴτανε ὁ ἅγιος Ἱερόθεος, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ μία γυναίκα ποὺ τὴ λέγανε Δάμαρη. Ὁ ἅγιος Ἱερόθεος εἶναι μυστηριώδης ἅγιος, κρυφὸς μυσταγωγός· ὁ ἅγιος Διονύσιος τὸν λέγει δάσκαλό του, καὶ « οὐχὶ μόνον μαθόντα, ἀλλὰ παθόντα τὰ θεῖα». Στὴν Ἀθήνα δὲν ὑπῆρχε ἐκκλησιὰ οὔτε στ’ ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου, οὔτε στ’ ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου. Τὰ τελευταῖα χρόνια χτίσθηκε ἡ μεγάλη ἐκκλησία τοῦ πολιούχου Ἀρεοπαγίτου καὶ ζωγραφίσθηκε χάρη στὸν ἀκαταπόνητο Κώστα Κοτζιᾶ, ποὺ εἴτανε τότε ὑπουργός. Τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου βρίσκεται μονάχα ἕνα γυναικεῖο μοναστηράκι κοντὰ στὰ Μέγαρα. Οἱ Ἀθηναῖοι δὲν γνωρίζουνε κἄν τ’ ὄνομά του. Ἄλλος ἀρχαῖος ἅγιος γεννημένος στὴν Ἀθήνα εἶναι ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος ὁ ἀναχωρητής, ποὺ πῆγε καὶ ἀσκήτεψε τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν «ἐν τῷ ὄρει τῆς Θράκης εἰς τὴν ἔρημον τὴν οὖσαν, ἐπέκεινα τῶν Χετταίων». Αὐτὸ τὸ βουνὸ λεγότανε μὲν τῆς Θράκης, μὰ βρισκότανε στὴν Ἀφρική. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον φοβεροὺς ἀναχωρητές, γιατί ἀσκήτεψε στὴν πιὸ μακρυνὴ καὶ στὴν πιὸ ἄσπλαχνη ἔρημο, ἐνενήντα χρονῶν ἡμέρες, χωρὶς νὰ δεῖ ἄνθρωπο, καὶ κοιμήθηκε ἑκατὸ δέκα χρονῶν. Κι' αὐτὸν δὲν τὸν ἔχουνε ἀκουστὰ οἱ Ἀθηναῖοι.

Ἡ Ἀθήνα ἔβγαλε πλῆθος ἄλλους ἁγίους. Ἀνάμεσά τους εἶναι ὁ ἅγιος Μηνᾶς ὁ Καλλικέλαδος, ἡ ἁγία Φιλοθέη καὶ ὁ Μιχαὴλ ὁ Κηπουρὸς ὁ λεγόμενος Μπακνανᾶς, ποὺ ἀποκεφαλίσθηκε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπ' αὐτοὺς τοὺς τρεῖς μονάχα ἡ ἁγία Φιλοθέη ἔχει μίαν ἐκκλησιὰ ἔξω ἀπ' τὴν Ἀθήνα, οἱ ἄλλοι δυὸ δὲν ἔχουνε.



Κατὰ τὰ χρόνια ποὺ βαστούσανε τὴν Ἀθήνα οἱ Τοῦρκοι, ἡ Ἀθήνα εἴτανε γεμάτη ἐκκλησιές. Μ' ὅλο ποὺ οἱ πιὸ πολλὲς γκρεμνισθήκανε, πάλι σώζουνται κάμποσες, προπάντων στοὺς μαχαλάδες τῆς παληᾶς πολιτείας. Ἀλλὰ κι' ὁ ἐλιώνας ποὺ τὴν περιτριγύριζε, καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ μικρὰ ψηλώματα εἴτανε γεμάτα ἐξωκκλήσια. Στὸν ἐλιώνα θὰ σώζουνται ὥς τὴ σημερινὴ τὴ μέρα καμμιὰ πενηνταριὰ ἀπ' αὐτὲς οἱ πιὸ καλὲς εἶναι ὁ ἅγιος Δημήτρης ὁ Καβαλλάρης, ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Χωστός, ἡ Παλιοπαναγιά, ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Φτωχός, ἡ Παναγιὰ ἡ Μουσταπίδαινα, κι' ἄλλες.

Μέσα στὴν Ἀθήνα ἡ πιὸ παλιὰ ἐκκλησιὰ εἶναι ἡ σημερινὴ Ρούσικη, ποὺ τὴ λέγανε στὰ παλιὰ Σωτήρα Λυκοδήμου. Κι' αὐτὴ δὲν θὰ γλύτωνε, ἂν δὲν τὴ στερεώνανε καὶ δὲν τὴ διατηρούσανε. Ἡ ἁγιογραφία της εἶναι καινούρια, καμωμένη ἀπὸ τὸν Γερμανὸ ζωγράφο Θείροτο. Μέσα στὸ ἱερὸ σώζονται δυὸ τρεῖς ἅγιοι ἀπὸ τὴν παλιὰ ἱστορία ποὺ τὴ στόλιζε. Παλιὲς εἶναι κι' ἄλλες τρεῖς ἐκκλησιὲς μέσα στὴν Ἀθήνα, χτισμένες πρὶν νὰ τὴν πάρουνε οἱ Τοῦρκοι: ἡ Καπνικαρέα, οἱ ἅγιοι Θεόδωροι κι' ὁ ἅγιος Ἐλευθέριος. Ἀπὸ μέσα εἶναι ζωγραφισμένες μὲ τωρινὲς ἁγιογραφίες ποὺ καλὰ θὰ κάνανε νὰ τὶς ξύσουνε γιὰ νὰ μὴ χαλᾶνε τὰ ὄμορφα αὐτὰ χτίρια. Μονάχα στὴν Καπνικαρέα ἔχω ζωγραφίσει στὸν φρέσκον ἀσβέστη, κατὰ τὸ ἀρχαῖο σύστημα, τὴ χυβάδα τοῦ Ἱεροῦ μὲ τὴν Πλατυτέρα, τὸ «Λάβετε φάγετε» καὶ τέσσερις ἱεράρχες. Αὐτὲς οἱ παλιὲς ἐκκλησιὲς ἔπρεπε νὰ ζωγραφισθοῦνε μὲ βυζαντινὴ ἁγιογραφία, ὥστε νὰ κατασταθοῦνε ἀληθινὰ μνημεῖα βυζαντινῆς τέχνης γιὰ τὴν Ἀθήνα, ποὺ δὲν ἔχει τίποτα τέτοιο νὰ δεῖ κανένας. Μὰ ἐμᾶς ὁ νοῦς μας εἶναι σὲ ἄλλα. Οἱ καινούριες ἐκκλησιὲς τῆς Ἀθήνας εἶναι μουσεῖα φριχτῆς κακοτεχνίας, ἡ δὲ Μητρόπολη εἶναι ὁ κολοφώνας, ἡ χειρότερη στὰ Μπαλκάνια. Χαίρετε ἕλληνες ποὺ καμαρώνετε γιὰ τὴν καλλιτεχνία σας! Καὶ πάλιν ἐρῶ: χαίρετε.

Λίγο παραέξω ἀπὸ τὴν πολιτεία βρίσκεται τὸ Δαφνί, καταστολισμένο μὲ ψηφιὰ ἐξαίσια, ποὺ δὲν ὑπάρχουνε πουθενὰ τὰ ὅμοιά τους. Ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐκκλησιὲς κι' ἀπὸ τὰ ρημοκκλήσια ποὺ εἶναι χτισμένα ὁλόγυρα στὴν πολιτεία, οἱ πιὸ σπουδαῖες εἶναι αὐτὲς ποὺ γράφω παρακάτω:



Ἡ Καισαριανὴ τὸ μοναστήρι, μὲ ἁγιογραφία ἄξια νὰ τὴ δεῖ κανένας, ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Καρέας κι' ὁ ἅγιος Γιώργης ὁ Κουταλέας, δίχως ζωγραφική, κ' οἱ τρεῖς στὸν Ὑμηττό. Πιὸ ψηλὰ ἀπάνω στὸ βουνὸ εἶναι τὸ Ἀστέρι, μοναστήρι μὲ ἐκκλησιὰ ἱστορημένη μὲ παλαιὰ ἱστορία. Κοντήτερα βρίσκεται ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Θεολόγος, πέρα ἀπὸ τὸν Χολαργό, μὲ ὡραία ἁγιογραφία ζωγραφισμένος. Κατὰ τὰ βορεινὰ τῆς Ἀθήνας, κοντὰ στὴ Σαφράμπολη, βρίσκεται μία σπουδαία κι' ἀρχαία ἐκκλησιά, ποὺ τὴ λένε κι' Ὀμορφοκκλησιά, στολισμένη μὲ ζωγραφικὴ παλαιὰ καὶ πολὺ μαστορική. Ξέχασα νὰ γράψω καὶ μίαν ἄλλη σπουδαία ἐκκλησία ποὺ σώζεται μέσα στὴν Ἀθήνα, τὴν ἐκκλησιὰ τῆς Μονῆς Πετράκη, ἱστορημένη μέχρι τὰ θεμέλια ἀπὸ τὸν ἁγιογράφο Μᾶρκο τὸν Ἀργεῖο, ποὺ ’ναι καὶ καλὰ διατηρημένη.


Αὐτὰ τὰ ξωκκλήσια τῆς Ἀθήνας καὶ προπάντων ὅσα εἶναι ἀπάνω στὸν Ὑμηττό, τ' ἀγαπῶ πολύ, καὶ κεῖνα μὲ περιμένουνε κάθε τόσο νὰ πάγω νὰ τὰ προσκυνήσω. Ταπεινά, ξεχασμένα στὴν ἐρημιά, εἶναι σὰν καταφύγια σώματος καὶ ψυχῆς γιὰ ὅποιον φεύγει ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῆς πολιτείας ποὺ ἔχει καταντήσει σήμερα σὰν πόρνη Βαβυλώνα. Πρὸ χρόνια πήγαινα κι' ἀσκήτευα κάθε τόσο, κι' ἀγνάτευα τὸν μπουχὸ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δίχως νὰ φτάνει στ' αὐτιά μου ἡ ἁμαρτωλὴ βουή της, σὰν τὸν Ἰωνᾶ ποὺ κύτταζε τὴ Νινευΐ καὶ περίμενε νὰ τὴ χαλάσει ὁ Θεός. Κεῖνον τὸν καιρὸ ἔγραψα κ' ἕνα βιβλίο γιὰ τὰ ρημοκκλήσια τοῦ Ὑμηττοῦ, κ' ἐπειδὴ βρισκόμουνα σὲ μεγάλη ἁγιότητα, βάζω τὰ παρακάτω λίγα λόγια ἀπ' αὐτὸ τὸ βιβλίο, γραμμένα σὲ μία γλώσσα θρησκευτική:

Μονύδριον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τὸ μανύδριον τοῦτο εἶναι κτισμένον εἰς ἕνα ἔρημον λόφον, κάτω ἀπὸ τὰς τελευταίας βορεινὰς κορυφὰς τοῦ Ὑμηττοῦ. Τριγύρω ἡ περιφέρεια δὲν ἔχει μεγάλα δένδρα, ἀλλὰ εἶναι σκεπασμένη ἀπὸ ἄγρια μαῦρα χαμόδενδρα, πρίνους καὶ σχοίνους, μαζὶ μὲ θυμάρια, ἐρείκια, ρήγανιν καὶ ἄλλα ταπεινὰ φυτά. Ὅλα εὐωδιάζουν, ἀκόμα καὶ τὸ κοκκινωπὸν χῶμα, καὶ τὰ ἀγριάκανθα ὁποὺ φυτρώνουν ἀνάμεσα εἰς τὰς πέτρας καὶ ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους μὲ μίαν ἐξαίσιαν εὐωδίαν. Ἡ τοποθεσία αὐτὴ μὲ τὸν μικρὸν χείμαρρον ὁ ὁποῖος ἔχει σκάψει βαθείαν χαράδραν πρὸς δυσμὰς τοῦ λόφου, μὲ τὰ πετρώδη βουνὰ πρὸς τὴν ἀνατολήν, καὶ τὴν πεδινὴν ὅπου ἀναπαύει τὸ ὄμμα πρὸς τὰ κάτω, ἔχει, δὲν γνωρίζω, ποίαν πνευματικότητα, ποίαν ἁγιότητα! Σπανίως φαίνεται ἄνθρωπος εἰς τὰ πέριξ καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι κάποιος ρακένδυτος ἀπόκληρος, πτωχός, λησμονημένος, φεύγων μακράν τῆς κοινωνίας, μὲ γενειάδα καὶ μαλλιὰ ἀκτένιστα, ὡσὰν βυζαντινὸς ἅγιος, ἁπλοϊκὸς καὶ σιωπηλός. Ὁδεύει πρὸς τὸ μικρὸν κάστρον τοῦ Θεολόγου, ὁπού στέκεται παράμερα καὶ ἐκεῖνο, σιωπηλόν, χωρὶς σημεῖον ζωῆς, μὲ τὸν στρογγυλὸν ἐρειπωμένον πύργον του, μακρὰν ἀπὸ τὰ συχναζόμενα μονοπάτια, ἄνυδρον, χωρὶς σκιάν, χωρὶς κανένα θέλγητρον ἐξωτερικόν.

Καὶ ὅμως, πόσον συμπαθητικὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ἐρημητήριον, αὐτὸς ὁ κευθμών, περισσότερον παρὰ ἐὰν εἶχε νερὰ καὶ σκιὰν καὶ τὰ ἄλλα χαρίσματα τῶν μοναστηριῶν !...

Συχνὰ τὸν χειμώνα, ὅταν πλησιάζει μακρόθεν ἡ καταιγὶς μὲ ἀστραπὰς καὶ βροντάς, καὶ αἱ κορυφαὶ τοῦ Ὑμηττοῦ γίνονται μελαναὶ καὶ φοβεραί, καὶ τὸ ἐρείπιον τοῦ Ὑμηττοῦ χάνεται ἀπὸ τὸ βλέμμα τυλιγμένον μέσα εἰς τὴν θύελλαν ἢ ὅταν ὁ χλιαρὸς ἄνεμος τοῦ νότου σφυρίζει εἰς τὰ παράθυρα, καὶ πίπτουν τεμάχια ἀσβέστου ἀπὸ τὰ παλαιὰ κτίρια, συλλογίζομαι τὸν λησμονημένον ζωγράφον, τοῦ ὁποίου ἐπρόφθασα τὰ τελευταῖα ἴχνη, πρὶν νὰ τὸν θάψει ὁ χρόνος διαπαντός. Τὶς οἶδε πὼς ὠνομάζετο, εἰς ποῖον τόπον ἦτο γεννημένος αὐτὸς ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, καλόγηρος, ἢ κοσμικός, μὲ τὰ μηδαμινὰ σύνεργά του, τὰ κονδύλια τοῦ καμωμένα μὲ τρίχας «ἀπὸ τὸν ἀστράγαλον τοῦ βοδιοῦ καὶ ἀπὸ τὴν σιαγόνα τοῦ μουλαρίου» μὲ τὰ χρώματά του ὁπού τὰ ἑτοίμαζε τρίβων εἰς τὸ τριβίδι χώματα ἀπὸ τὰ πέριξ, ἁπλοϊκός, πτωχός, τρεφόμενος μὲ ὀλίγας ἐλαίας, μὲ χόρτα καὶ μὲ ξηρὸν ἄρτον. Μολαταῦτα, αὐτὸς ὁ ἀπόκληρος, ὁ σκεπασμένος ἀπὸ τὴν κόνιν τῆς λήθης, ἦτο μέγας ζωγράφος: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλὰ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἡσύχιον !» Νομίζω ὅτι τὸν βλέπω νὰ ἀναπαύεται τὸ ἑσπέρας ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του, καθισμένος ἐπάνω εἰς κανένα κιονόκρανον ἀπὸ ἐκεῖνα ὁπού εὑρίσκονται ἀκόμη κοντὰ εἰς τὸ ναΰδριον, συλλογισμένος καὶ περίλυπος, λησμονημένος ἀπόγονος τῆς παλαιᾶς φυλῆς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.

Ἄγνωστοι ἐρημίται, ἀπεθάνατε χωρὶς νὰ ταράξει τὴν γαλήνην σας ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων. Ἐσεῖς οἱ μακάριοι δὲν ὑπηρετήσατε τὴν ματαιοδοξίαν, ἀλλὰ ὡσὰν πτηνὰ καλλικέλαδα ὑμνήσατε τὸν Κύριον. Τὸν ὑμνήσατε μαζὶ μὲ τὸν ἥλιον, μὲ τὴν σελήνην, μὲ τὴν πάχνην, μὲ τὴν χάλαζαν, μὲ τοὺς δράκοντας, μὲ τὰς κέδρους καὶ πάντα τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ. Κανένα βιβλίον δὲν γράφει διὰ σᾶς· δὲν δίδουν ἑκατομμύρια οἱ πλούσιοι, καὶ τὰ διάφορα μουσεῖα εἰς τὰ Παρίσια καὶ εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην δὲν μετροῦν μὲ τὰ ἑκατοστόμετρα τὰ ἔργα σας. Ἡ δική σας μοῖρα εἶναι ἡ λήθη, καὶ ἡ ἀράχνη ὑφαίνει τὸν ἱστὸν της ἀργὰ ἐπάνω εἰς τὰς σκονισμένας τοιχογραφίας σας. Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ δύει ἀδιακόπως, ἑκατόν, διακόσια, χίλια ἔτη, χωρὶς νὰ εἰσχωρήσει οὔτε μία ἀκτίνα του μέσα, εἰς τὰ σκοτεινὰ ἄδυτα, ὅπου οἱ Ἱεράρχαι, ἐνδεδυμένοι μὲ τὰ ἄμφιά των, λειτουργοῦν μυστικῶς γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν, ἡ ὁποία εἶναι καμιυμένη ἀπὸ μίαν σπασμένην κολόναν τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος.
πηγή

Μερικοί ευλαβείς νέοι δυσκολεύονται στον στρατό με αυτούς που βρίζουν


- Μερικοί ευλαβείς νέοι δυσκολεύονται στον στρατό με αυτούς που βρίζουν. Τι να κάνουν;
- Θέλει διάκριση και υπομονή. Ο Θεός θα βοηθήσει.
Ο ασυρματιστής που υπηρετούσαμε μαζί στον στρατό ήταν ένας γιατρός άπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ερχόταν στην μονάδα Διοικήσεως, να μου κάνη πλύση εγκεφάλου! Μού έλεγε την θεωρία του Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγματα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετά όμως από κάποιο περιστατικό κατάλαβε μερικά πράγματα.
Μία φορά ήμασταν σε μία επιχείρηση και είχαμε φορτωμένα σε ένα μεγάλο μουλάρι τον ασύρματο και το φορείο. Σε έναν κατήφορο, επειδή γλιστρούσε πολύ, εγώ έπιανα από την ουρά το ζώο και ο γιατρός τραβούσε το καπίστρι. Σε μία στιγμή, πώς άγγιξε το φορείο λίγο τα αυτιά του ζώου, και δίνει μία το ζώο και με χτυπάει δυνατά με τα πισινά του πόδια· με πέταξε πέρα. Σε λίγο συνήλθα και είδα ότι περπατούσα! Το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι φώναξα «Παναγία μου!». Τίποτε άλλο.
Τα σημάδια από τα πέταλα του ζώου ήταν πάνω μου. Εδώ το στήθος ήταν όλο μαύρο. Με τόση δύναμη με χτύπησε το ζώο! Τα έχασε ο γιατρός που με είδε να περπατώ! Συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Λίγο πιο πέρα στραβοπάτησε ο γιατρός σε μία πέτρα, έπεσε κάτω και δεν μπορούσε να σηκωθεί να περπατήσει. Άρχισε να φωνάζει: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σού λέει: «Τώρα όλοι θα με εγκαταλείψουν πάει, τι θα γίνω; Ποιος θα με βοηθήσει;». Φοβόταν μην τον πιάσουν.
«Μη στενοχωριέσαι, του λέω, θα καθήσω μαζί σου. Αν πιάσουν εμένα, θα πιάσουν κι εσένα». Ο καημένος μετά σκέφθηκε: «Ο Αρσένιος ενώ τον πέταξε πέρα το ζώο, δεν έπαθε τίποτε, και εγώ λίγο στραβοπάτησα και δεν μπορώ να περπατήσω!». Σε λίγο σηκώθηκε, άλλα κούτσαινε και τον κρατούσα, για να περπατήσει. Οι άλλοι είχαν προχωρήσει. Πήρε ένα μάθημα και συνήλθε μετά. Κάθε μέρα έλεγε κάτι βλασφημίες, και τότε, πάνω στον κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τον βόλεψε η Παναγία!
Ένας άλλος, μοτοσικλετιστής ήταν στον στρατό, δύο φορές είχε σπάσει το πόδι του και πάλι συνέχιζε να βρίζει.
- Δεν του λέγατε τίποτε, Γέροντα;
- Τι να του πω; Εδώ δεν του έλεγα τίποτε και εκείνος έβριζε συνεχώς τον Χριστό και την Παναγία επίτηδες, για να με στενοχωρεί. Μετά το κατάλαβα και έκανα μόνον ευχή. Και να δείτε, ενώ πρώτα έβριζαν και αυτός και οι άλλοι στα καλά καθούμενα, ύστερα, όταν δυσκολεύονταν σε κάτι και πήγαιναν να βρίσουν, δάγκωναν την γλώσσα τους!
Είναι καλύτερα, αν ένας βρίζει, βλασφημεί κ.λπ. και είναι αναιδής, να κάνης ότι είσαι απασχολημένος και δεν ακούς και να λες την ευχή. Γιατί αν καταλάβει ότι τον παρακολουθείς, μπορεί να βρίζει συνέχεια, και έτσι γίνεσαι αιτία να δαιμονισθεί. Όταν όμως δεν είναι αναιδής άλλα ευσυνείδητος, και βρίζει από κακή συνήθεια, μπορείς κάτι να του πεις. Αν πάλι είναι ευσυνείδητος, άλλα έχει πολύ εγωισμό, πρέπει να προσέξεις να μην του μιλήσεις αυστηρά άλλα ταπεινά, όσο μπορείς, και με πόνο.
Τι λέει ο Αββάς Ισαάκ; «Έλεγξον διά της δυνάμεως των αρετών σου τους φιλονεικούντας μετά σου… και αποστόμωσον αυτούς διά της πραότητος και της γαλήνης των χειλέων σου. Έλεγξον τους μεν ακόλαστους διά της ενάρετου συμπεριφοράς σου, τους δε αναίσχυντους κατά τας αισθήσεις διά της συστολής των ομμάτων σου»
Γέροντας Παισιος

Ὁ Ἅγιος Μακάριος Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου




Ὁ Ἅγιος Μακάριος, κατὰ κόσμο Μιχαὴλ Νοταρᾶς, ἦταν ὁ πέμπτος κατὰ σειρὰ υἱὸς τοῦ Γεωργαντᾶ καὶ τῆς Ἀναστασίας καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐννέα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας αὐτῆς. Γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας τὸ 1731. Ὁ βιογράφος του Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, σημειώνει: «Κόρινθος εἶναι πόλις τῆς Πελοποννήσου, εἰς τὸ λεγόμενον Ἑξαμίλιον εὑρισκομένη. Πόλις ἀρχαιότατη κι ὀνομαστή… Ἀπὸ αὐτὴν κατάγεται καὶ ταύτης ἐστάθη γέννημα καὶ θρέμμα ὁ θεῖος οὗτος Μακάριος… Ἐκ τούτων λοιπὸν (ἐνν. τῶν γονέων) γεννᾶται ὁ θεῖος οὗτος… κατὰ τὸ 1731».
Ἀνάδοχος τοῦ νεαροῦ Μιχαὴλ ἦταν ὁ τότε Μητροπολίτης καὶ πρόεδρος Κορίνθου Παρθένιος, ὁ ὁποῖος ὀνόμασε αὐτὸν Μιχαήλ. Ὁ Παρθένιος διατηροῦσε οἰκογενειακὲς σχέσεις μὲ τὸν Γεωργαντᾶ. Ἔτσι, ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ ἀναπτυσσόταν μέσα στὴ θεοσεβῆ καὶ εὐλογημένη οἰκογένειά του, μὲ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν μεγάλη πολιτική της δύναμη καὶ μὲ τὴν ἀκοίμητη φροντίδα τῶν γονέων του. Ὁ Μιχαὴλ εἶχε κάτι ἰδιαίτερο σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἄλλα του ἀδέλφια. Ἀκτινοβολοῦσε καλοσύνη καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς συμπολίτες του, ἔδειχνε ταπεινοφροσύνη καὶ ἔμφυτη σεμνότητα καὶ ἦταν πολὺ ἀγαπητὸς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Τρικάλων.
Ὅταν ἦλθε ὁ κατάλληλος χρόνος, διδάχθηκε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ἀπὸ τὸν ἀκμάζοντα τότε Κεφαλλήνιο διδάσκαλο Εὐστάθιο. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του, ὁ Μιχαήλ, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ πατέρα του, ὁρίστηκε ἐπιστάτης μερικῶν χωριῶν τῆς περιοχῆς πρὸς εἴσπραξη χρημάτων, «ἀλλ’ οὗτος ὁ ἀοίδιμος μὴ ἔχοντας κλίσι εἰς τοιαύτας ματαιότητας ὄχι μόνον δὲν ἐσύναξε χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε διεσκόρπισε καὶ ζημίαν ἐπροξένησεν εἰς τὸν πατέρα του». Οὔτε ὁ πλοῦτος οὔτε τὰ ἀξιώματα οὔτε ἡ πολιτικὴ δύναμη τοῦ πατέρα του ἄσκησαν ἐπιρροὴ ἢ ἕλξη ἐπάνω του· ἀντίθετα τὰ ἀποστρεφόταν. Ἤδη «ἀπὸ τὰς πρώτας ἀρχὰς τῆς νεότητός του» ἔγινε σαφὴς ἡ κλίση του πρὸς τὰ πνευματικὰ θέματα, ἀφοῦ ζοῦσε μὲ ταπείνωση, μεταβαίνοντας συχνὰ στὴν ἐκκλησία καὶ συμμετέχοντας μὲ κατάνυξη στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἀποστρεφόμενος τὶς συναναστροφὲς τῶν συνομηλίκων του και γενικὰ τὴν ἐγκόσμια ματαιότητα.
Ἐγκαταλείπει κρυφά, λοιπόν, μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῆς μητέρας του ὅλα αὐτὰ καὶ μεταβαίνει μὲ θεῖο ζῆλο στὸ Μέγα Σπήλαιο, στὴ μέγιστη καὶ ἱστορικὴ καὶ παλαιότατη αὐτὴ μονὴ τῆς Πελοποννήσου, γιὰ νὰ καθαίρει καθημερινὰ τὴν ψυχή του καὶ νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς ἀλλότριες καὶ ἐφάμαρτες προσμείξεις τῆς ἐγκοσμίου βιοτῆς. Ἦταν μία ἐπαινετὴ καὶ θεάρεστη ἀπόφαση καὶ προσπάθεια νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν προηγούμενη ζωή του στὴν Κόρινθο καὶ ἀπὸ τὶς παντὸς εἴδους ἀπασχολήσεις του, γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος τῆς χάριτος ἀκολουθώντας τὸν μοναχικὸ βίο.
Δυστυχῶς ὅμως γιὰ τὸν ἐνάρετο Μιχαὴλ ἡ ἀπόφασή του ἐκείνη δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ. Οἱ θερμὲς παρακλήσεις δὲν εἰσακούσθηκαν ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς μονῆς, διότι τὸ αἴτημά του δὲν εἶχε τὴν συγκατάθεση τοῦ πατέρα τοῦ Ἁγίου. Ὁ Μιχαὴλ ἦταν τότε περίπου εἴκοσι ἐτῶν.
Μετὰ τὴν ἀποτυχία του νὰ περιβληθεῖ τὸ ἰσαγγελικὸ σχῆμα, ὁ ἐνάρετος Μιχαὴλ ἐπέστρεψε στὴν πατρική του οἰκία. Ἀρχικὰ παρέμενε σὲ αὐτὴν ἀσχολούμενος μὲ τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διαφόρων πατερικῶν κειμένων, βίων Ἁγίων καὶ ἄλλων ψυχωφελῶν βιβλίων. Ἡ μελέτη αὐτὴ τὸν βοήθησε νὰ ἰσχυροποιήσει ἀκόμη περισσότερο τὴν πίστη του καὶ νὰ εἰσχωρήσει βαθύτερα στὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη πέθανε ὁ Εὐστάθιος καὶ ἡ σχολὴ τῆς Κορίνθου στερεῖτο διδασκάλου. Ὅλοι στράφηκαν νοερῶς πρὸς τὸ νεαρὸ Μιχαὴλ καὶ ἐνδόμυχα εὔχονταν καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπέβλεπαν, πιστεύοντας ὅτι ἦταν ἱκανὸς νὰ διαδεχθεῖ τὸν διδάσκαλό του.
Ὁ ἐνάρετος Μιχαὴλ Νοταρᾶς προσέφερε ἐπὶ ἕξι ἔτη τὶς ὑπηρεσίες του ὡς διδάσκαλος τῆς Σχολῆς τῆς Κορίνθου χωρὶς μισθό, διαπαιδαγωγώντας μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὸ ὑψηλό του ἦθος, κυρίως τοὺς νεαροὺς μαθητές. Παράλληλα μὲ πολὺ ὑπομονὴ ἀναζητοῦσε κατάλληλο διδάσκαλο γιὰ τὴν Σχολή. Ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», εἶχε ἤδη ἐπιλέξει τὸν Μιχαὴλ ὡς σκεῦος τῆς θείας χάριτος καὶ τὸν εἶχε ἤδη προορίσει γιὰ ὑψηλότερο καὶ ἁγιότερο ἔργο. Θεία λοιπὸν εὐδοκία ὁ νεαρὸς καὶ ἐνάρετος Μιχαὴλ καθίσταται ποιμενάρχης τῆς Κορίνθου κατὰ τρόπο ἐντυπωσιακό.
Ἡ θεία εὐδοκία ἐκδηλώνεται σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Τὸ ἔτος 1764 κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ γέροντας Μητροπολίτης Κορινθίας Παρθένιος, ποὺ εἶχε ἀναδεχθεῖ τὸν Μιχαὴλ ἀπὸ τὴν ἱερὰ κολυμβήθρα καὶ ὁ θρόνος χήρευσε. Ἡ θεόσδοτη αὐτὴ εὐκαιρία διάνοιξε γιὰ τὸν ἐνάρετο καὶ εὐσεβὴ διδάσκαλο Μιχαὴλ τὴν εὐλογημένη λεωφόρο γιὰ τὸ εὐρὺ καὶ ἐπίπονο στάδιο τῆς θεαρέστου διαποιμάνσεως ψυχῶν καὶ ποικίλης προσφορᾶς.
Μετὰ τὴν κοίμηση λοιπὸν τοῦ Παρθενίου σύμπας ὁ Χριστεπώνυμος λαὸς τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ οἱ λοιποὶ τῆς Κορινθίας Ἐπίσκοποι, μὲ μία φωνὴ καὶ γνώμη, σὰν νὰ κινήθηκαν ἀπὸ θεία προτροπὴ καὶ προσταγὴ θεώρησαν τὸ νεαρὸ Μιχαὴλ Νοταρᾶ κατὰ πάντα ἄξιο νὰ ἐκλεγεῖ Μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας τους καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τῶν πιστῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Ὁ Πατριάρχης, ἔχοντας ἐνώπιόν του τὸ καθολικὸ αἴτημα κλήρου καὶ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου, ἀποδέχθηκε τὴν πρόταση. Ὁ λαϊκὸς ἀκόμη Μιχαὴλ Νοταρᾶς, ἔλαβε διαδοχικὰ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης, ὀνομασθεῖς Μακάριος καὶ τὸν Ἰανουάριο τοῦ ἔτους 1765 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κορίνθου σὲ ἡλικία τριάντα τεσσάρων ἐτῶν.
Καθημερινὰ ὁ ἁγιότατος πατὴρ βίωνε τὴν παραβολὴ τοῦ Κυρίου περὶ τῶν δεσποτικῶν ταλάντων καὶ μὲ ἀγάπη πολὺ ἐνεργώντας ἤθελε κατὰ τὸν χρόνο τῆς θείας εὐδοκίας νὰ «συναίρῃ λόγον» μὲ τὸ λαό του γιὰ πολλαπλασιασμὸ τῶν καρπῶν καὶ καλλικαρπία τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν ἐναρέτων πράξεων. Ἔθεσε λοιπὸν σὲ πλήρη ἐφαρμογὴ τὸ σχέδιό του πρὸς ἀνακαίνιση καὶ ἀναμόρφωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐπαρχίας του, τὴν ὁποία ὅπως λέγει ὁ βιογράφος του, «εἴτε ἐξ ἀμελείας εἴτε ἐξ ἀπαιδευσίας εἴτε καὶ διὰ τὰ δύο ὀνόματα τῶν προκατόχων του ποιμένων ἐξηχρειωμένην ηὗρε τὴν Ἐκκλησίαν ὅλην, τουτέστι τὴν ἐπαρχίαν, καὶ γεμάτη ἀπὸ ἀταξίαν καὶ παρανομίας σπουδὴν μεγάλην καὶ ἐπιμέλειαν ἔβαλε… νὰ τὴν ἀνακαινίσῃ καὶ εἰς τὸ κρεῖττον νὰ τὴν ἀναμορφώσῃ».
Ἐπιδοτήθηκε σὲ ἕναν ἐπίπονο ἀγῶνα διδασκαλίας τοῦ θείου λόγου στὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας του. Μὲ τὰ συχνὰ κηρύγματά του σὲ ὅλη τὴν ἐπαρχία παρεῖχε τὴν πνευματικὴ αὐτὴ τροφὴ πλούσια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολὺ ταπείνωση καὶ ἠθικότητα βίου, γιὰ κάθε ἡλικία καὶ τάξη ἀνθρώπων.
Ἐπιδιώκοντας τὴν ἐπιμόρφωση τῶν ὑπηρετούντων κληρικῶν διένειμε σὲ ὅλους τοῦ ἱερεῖς, Ἱερὲς Κατηχήσεις, γιὰ νὰ ἐνδιατρίψουν βαθύτερα τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ βάθος τους.
Τέλος, ἐπεδίωκε μὲ πολὺ πόθο τὴν ἵδρυση σχολείων κοινῶν καὶ ἑλληνικῶν μαθημάτων στὴν ἐπαρχία του, γιατί γνώριζε πολὺ καλὰ τὴν σημασία τῶν σχολείων γιὰ τὴν ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀναγέννηση.
Μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο, τὸ ἔτος 1770, ἀποφεύγοντας ὁ Ἅγιος τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἐκδίκηση τῶν Τούρκων καὶ τῶν Ἀλβανῶν, πέρασε μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Ζάκυνθο.
Ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο μετέβη στὰ Ὁμαλὰ τῆς Κεφαλληνίας γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ τίμιο λείψανο τοῦ συγγενοῦς του Ἁγίου Γερασίμου. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μετὰ παραμονὴ μερικῶν μηνῶν, ἐπέστρεψε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου παρέμεινε γιὰ τρία περίπου ἔτη. Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴν Ὕδρα, ὅπου ὡς φιλοξενούμενος ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου.
Κατὰ τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς του στὴν Ὕδρα συναντήθηκε μὲ τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Πρέπει ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ ὅτι κατὰ τὸν Ἀνδρέα Μάμουκα ὁ κλεινὸς Μακάριος χειροτόνησε ἀργότερα ἱερέα τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο.
Ἡ Πύλη, ἐπιθυμώντας τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως καὶ τῆς ἠρεμίας, τὴν ἐπανάκαμψη τῶν κατοίκων στὶς ἑστίες τους καὶ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ κανονικοῦ ρυθμοῦ ζωῆς στὴν ἐξεγερθεῖσα περιοχή, διέταξε τὸν Πατριάρχη Θεοδόσιο Β’ (1769 – 1773) νὰ ἐκλέξει νέους Μητροπολῖτες στὶς ἐπαρχίες τῆς Πελοποννήσου.
Ὁ Πατριάρχης προέβη στὴν πλήρωση τῶν κενῶν μητροπολιτικῶν θέσεων τῆς Πελοποννήσου διὰ χειροτονίας κληρικῶν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, «ἀπέστειλε δὲ καὶ ἄλλους διὰ βασιλικῶν γραμμάτων συνιστῶν εἰς περιποίησιν τοῦ ὑπολειφθέντος εὐσεβοῦς λαοῦ». Μητροπολίτης Κορίνθου χειροτονήθηκε ὁ Γαβριήλ, μέχρι τότε πρωτοσύγκελος τῆς Μητροπόλεως Νικαίας, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1771.
Στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο Β’ (1174 – 1780) μὲ ἡμερομηνία 6 Μαΐου 1771, προφανῶς ἀπὸ τὴ Χίο, ὁ Ἅγιος Μακάριος μὲ βαθύτατο σεβασμὸ δηλώνει ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλει τὴν παραίτηση ποὺ τοῦ ζητήθηκε, διότι τὸν ἐμποδίζουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ἀφοῦ κατ’ αὐτοὺς θὰ «συναποβάλῃ» καὶ τὴν ἀρχιερωσύνη. Ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλα συναφὴ ζητήματα καὶ τέλος ζητᾶ ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία νὰ τοῦ παράσχει τὴν συγγνώμη της καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Διαβεβαιώνει ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὴν ἐνοχλήσει ἢ νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ζητᾶ μόνο τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες της.
Μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς Μητροπόλεώς του διανοίγεται γιὰ τὸν πάνσεπτο Ἱεράρχη ἕνα εὐρύτερο στάδιο χριστιανικῆς προσφορᾶς γιὰ τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὡς φλογερὸς ἀπόστολος τοῦ Κυρίου δὲν περιόριζε πλέον τὴ δράση του μέσα στὰ ὅρια μιᾶς ἐπισκοπικῆς ἐπαρχίας ἢ μιᾶς περιοχῆς, ὅπως ἔπραττε ὡς Μητροπολίτης Κορίνθου. Τώρα πλέον ἐπεκτείνει τὴ θεάρεστη ποιμαντική του δραστηριότητα σὲ εὐρύτερους ὁρίζοντες. Ξεχύνεται λοιπὸν στὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων καὶ τοῦ εὐρύτερου Αἰγαίου, σὲ πόλεις τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ ἦθος του διαπότιζε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν κηρύσσοντας τὰ σωτηριώδη διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἐπισκέπτεται τὴν Ὕδρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὴ Χίο. Ἀπὸ τὴ Χίο ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐκπληρώνοντας τὴν διακαή του ἐπιθυμία νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἀθωνικὴ πολιτεία καὶ νὰ βιώσει ὅσα καλὰ περὶ αὐτῆς εἶχε ἀκούσει καὶ μελετήσει.
Ὅταν ὁ θεῖος Μακάριος ἔφθασε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1777, ἐγκαταστάθηκε στὸ κελλίο «Ἅγιος Ἀντώνιος» τοῦ συμπατριώτου του Γέροντος Δαβίδ. Ἐκεῖ συναντήθηκε καὶ πάλι μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Ἀθωνικὴ πολιτεία σπαρασσόταν ἀπὸ ἔριδες καὶ διαμάχες σχετικὰ μὲ τὰ μνημόσυνα καὶ τὰ κόλλυβα. Αἰτία τῆς ἔριδος ἦταν ἡ ἡμέρα τελέσεως τῶν μνημοσύνων. Οἱ μὲν ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὑποστήριζαν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση μνημοσύνων κατὰ τὴν Κυριακή, οἱ δὲ δέχονταν τὸ ἀντίθετο. Ἐξ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διαφωνίας προέκυψαν σφοδρὲς ἔριδες καὶ ἀντιθέσεις, οἱ ὁποῖες ἐπεκτάθηκαν καὶ σὲ ἄλλα θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἐκεῖ κατάσταση ἀπογοήτευσε τὸ θεῖο Ἱεράρχη.
Λόγω τῶν ταραχῶν καὶ τῶν ἐκτροπῶν ποὺ σημειώθηκαν ἐκεῖ, φοβούμενος γιὰ τὴν ἴδια του τὴ ζωή, ἐπέστρεψε στὴ Χίο. Καὶ μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ ἐκεῖ, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Πάτμο. Ὁ Ἅγιος κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Πάτμο, ἀποσκοπώντας σὲ μόνιμη διαμονὴ καὶ ἔχοντας δελεασθεῖ προφανῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἵδρυσε τὸ Κάθισμα τῶν Ἁγίων Πάντων.
Μετὰ τὴ διανομὴ τῆς πατρικῆς περιουσίας ὁ εὐκλεὴς Ἱεράρχης ἐπανῆλθε στὴ Χίο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴ Σμύρνη πρὸς συνάντηση τοῦ Ἰ. Μαυροκορδάτου, ἀφοῦ εἶχε ἤδη ἐφοδιασθεῖ μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τοὺς Χίους προύχοντες πρὸς αὐτόν. Ἀπὸ τὴ Σμύρνη ὁ ἁγιότατος πατὴρ ἐπέστρεψε στὴ Χίο, ὅπου διῆλθε τὰ τελευταία 10 – 12 ἔτη τῆς ζωῆς του, πιθανῶς ἀπὸ τὸ 1793 – 1805. Ἐπέλεξε ὡς τόπο κατοικίας του τὸ ναΐσκο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὶς βόρειες – βορειοδυτικὲς παρυφὲς τοῦ Βροντάδου, στὶς ὑπώρειες τοῦ Αἴπους. Ἐκεῖ διέμεινε ἐπὶ δώδεκα περίπου ἔτη, μέχρι τὴ θεία κοίμηση, τὸ ἔτος 1805.
Στὸ ἀσκητήριό του καὶ στὸ ναό, μακριὰ ἀπὸ τοὺς θορύβους τῆς πόλεως, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν πολύμορφη, πολύαθλη καὶ ἐπίπονη πνευματική του ἄθληση. Κατὰ τὸν ὑποτακτικό του Ἰάκωβο, γράφει ὁ βιογράφος του, συνήθιζε νὰ τελεῖ «τεσσαρακοστὰς μεγάλας τὸν χρόνον, ἤγουν μὲ ὅλα τὰ συνακόλουθα, μὲ ὅλη τὴν ἀκρότατην ἐπίτασιν, μὲ ὅλην τὴν ἀπαιτούμενην ἀκρίβειαν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς». Φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα μὲ τοὺς ἀτελεύτητους καὶ ἐξαντλητικοὺς ἀγῶνες του ἀνερχόταν συνεχῶς καὶ ὑψηλότερα τὴ θεάρεστη κλίμακα τῶν θεοφιλῶν ἀρετῶν καὶ ἀναδεικνυόταν καθημερινὰ θεοειδής.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐργώδη προσπάθεια, σὲ περίοδο πλήρους ἐκδαπανήσεώς του χάριν τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν, προσβλήθηκε ἀπὸ ἡμιπληγία τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς. Ἡ ἡμιπληγία ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο Μακάριο νὰ παραμείνει στὸ κρεβάτι ἐπὶ ὀκτὼ μῆνες μέχρι τῆς κοιμήσεώς του. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό,«ὀδυνώμενος καὶ πάσχων καὶ τὸν στέφανον ἑαυτῷ πλέκων τὸν διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ εὐχαριστίας πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Δεσπότην καὶ Κύριον», παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ δεχθεῖ τὶς «πηγὲς τῶν δακρύων» του. Συχνὰ ἔλεγε ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του τὸν «παιδεύει» ὁ Θεὸς καὶ ὅτι παρὰ ταῦτα αὐτὸς δὲν μετανοεῖ: «καὶ πολλάκις τοῦτο ἔλεγε μὲ ῥοὰς δακρύων· δὲν μετανοῶ».
Ἡ εἴδηση περὶ τῆς ἀσθένειας τοῦ Ἁγίου ἁπλώθηκε ταχύτατα στὴ Χιακὴ κοινωνία, βαθιὰ δὲ λύπη καὶ ἀγωνία κατακυρίευσε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἰδιαίτερα τότε κατὰ τὸ ὀκτάμηνο διάστημα τῆς κλινήρους ζωῆς του οἱ πιστοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες κάθε τάξεως καὶ ἡλικίας, φίλοι καὶ γνωστοὶ τοῦ Ἁγίου, ἀκόμη οἱ λιγότερο συνδεδεμένοι μὲ αὐτὸν ἢ καὶ μέχρι τότε ἀδιάφοροι, ἔσπευδαν στὸ ἀσκητήριό του γιὰ νὰ λάβουν «τὰς ἁγίας του εὐχὰς καὶ εὐλογίας».
Ὁ Ἅγιος ἐξομολογοῦνταν συχνὰ καὶ μεταλάμβανε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων «πρῶτον ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, ὕστερον πρὸς τὸ τέλος καθ’ ἑκάστην».
Ὁ Ἅγιος Μακάριος κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 1805. Τὸ τίμιο σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὴ νότια πλευρά του.Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του ἔγινε τὸ ἔτος 1808.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.Τὸν Κορίνθου ποιμένα τὸν τῷ ὄντι Μακάριον, τὸν Θεοῦ προνοίᾳ τῆς Χίου, ἀναφανέντα κοσμήτορα, ἐν πράξεσιν ὁμοῦ καὶ διδαχαῖς, τιμῶμέν σε ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς· θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ ἀπελαύνεις ἀκάθαρτα πνεύματα. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ τὰ ὀστᾶ σου πηγὴν θαυμάτων ἀναδείξαντι.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Εὐφημεῖ γεραίρουσα, πόλις ἡ Χίος ἐνθέως, τὸν Κορίνθου πρόεδρον, Μακάριον θείοις ὕμνοις· οὗτος γὰρ, ἐν ὁσιότητι βιοτεύσας, γέγονε, Νεομαρτύρων θεῖοις ἀλείπτης· μεθ’ ὧν πάντοτε πρεσβεύει, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν λαμπρότητα βεβειῶν· χαίροις ὁ τῆς Χίου, λαμπτὴρ καὶ ἀντιλήποτωρ, Μακάριε θεόφρον, Κορίνθου πρόεδρε.

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς πάπας Ρώμης




Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἦταν ἄνδρας ἀσκητικότατος, ἐνάρετος καὶ θαυματουργός, καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του ἀνυψώθηκε στὸ θρόνο τῆς Ρώμης τὸ ἔτος 535 μ.Χ.
Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἐκεῖνο τὸν καιρὸ διεξήγαγε πόλεμο πρὸς τὸν Ὀστρογότθο βασιλέα τῆς Ἰταλίας Θεοδάτο, ἀνέλαβε δὲ νὰ διαμεσολαβήσει μεταξὺ τους ὁ Ἅγιος Ἀγαπητός. Πρὸς ἐκτέλεση τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, τὸ ἴδιο ἔτος τῆς ἀναρρήσεώς του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται ὅτι καθ’ ὁδόν, ὅταν ἔφθασε στὴν Ἑλλάδα, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πάσχοντα ἀπὸ δύο ἀγιάτρευτες ἀσθένειες, δηλαδὴ δὲν μποροῦσε καθόλου οὔτε νὰ μιλήσει, οὔτε νὰ βαδίσει. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο ὁ Ἅγιος τὸν θεράπευσε. Ἀλλὰ καὶ μόλις ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴ Χρυσὴ Πύλη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιτέλεσε κι ἄλλο θαῦμα. Συγκεκριμένα ἔθεσε τὸ χέρι του στὰ μάτια κάποιου τυφλοῦ ποὺ τὸν πλησίασε καὶ τοῦ χάρισε τὴν δυνατότητα τῆς ὁράσεως.
Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔτυχε πάνδημης ὑποδοχῆς ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό. Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ πέντε Ἐπισκόπους τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο Α’ τὸν ἀπὸ Τραπεζοῦντος, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸν αὐτοκράτορα, διότι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε ἀποδεχθεῖ τὴν διδασκαλία τοῦ αἱρετικοῦ μονοφυσίτου Σεβήρου. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς προκάλεσε ἐπίσημα ζήτημα Πατριάρχου. Ὁ Πατριάρχης Ἄνθιμος κατέθεσε τὸ ὠμοφόριό του στὰ χέρια τοῦ αὐτοκράτορος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐξελέγη ὁ Μηνᾶς (536 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀγαπητό.Τὸ ἴδιο ἔτος συνῆλθε Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Μηνᾶ, ἡ ὁποία καθαίρεσε καὶ ἀναθεμάτισε τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο γιὰ τὶς κακοδοξίες του.Λίγο μετὰ τὴν διευθέτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 536 μ.Χ. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καὶ ἐτελεῖτο ἡ Σύναξή του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Τῆς Ῥώμης σε πρόεδρον, Ἀγαπητὲ ἱερέ, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητήν, καὶ θεῖον θεράποντα· ὅθεν Ὀρθοδοξίας, διαλάμψας τοῖς ἔργοις, ὤφθης τῆς Ἐκκλησίας, εὐκλεὴς Ἱεράρχης, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων, ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.Ἀγάπῃ Χριστοῦ Ἀγαπητὲ μακάριε, τρωθεὶς τὴν ψυχήν, ἀμέμπτως ἱεράτευσας, Κυρίῳ ὥσπερ ἄγγελος, Ἱεράρχης γενόμενος Ὅσιος· καὶ νῦν σὺν Ἀγγέλοις ἀεί, δυσώπει ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις Ἱεράρχα Ἀγαπητέ, ἀγάπης ταμεῖον, Παρακλήτου ὁ θησαυρός· χαίροις ὁ πρεσβεύων, διὰ παντὸς Κυρίῳ, δοθῆναι ἡμῖν πᾶσι, πταισμάτων ἄφεσιν.

Συναξαριστής της 17ης Απριλίου


Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἐπίσκοπος Περσίας καὶ οἱ μαρτυρήσαντες μαζὶ μ᾿ αὐτὸν Αὐδελᾶς ὁ Πρεσβύτερος, Γοθαζάτ, Φουσίκ καὶ ἄλλοι 1150

 


Στὴν Περσία ὑπῆρχε χριστιανικὴ κοινότητα, ποὺ οἱ ἄνθρωποί της εἶχαν ἄμεμπτη ζωὴ καὶ μεγάλη αὐταπάρνηση, ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Καρδιὰ αὐτῆς τῆς κοινότητας ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Συμεών, παράδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς. Οἱ Πέρσες ἔβλεπαν τοὺς χριστιανοὺς σὰν ἀγκάθι στὸ μάτι τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς διέβαλαν στὸ βασιλιὰ Σαπὼρ τὸν Β´, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι εἶχαν ἐπαναστατικὲς διαθέσεις. Ἀμέσως ὁ Σαπὼρ διέταξε νὰ φέρουν τὸν ἐπίσκοπο δεμένο μπροστά του.

Ὁ Συμεὼν διαβεβαίωσε τὸ βασιλιὰ ὅτι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία κάνει νομιμόφρονες πολῖτες καὶ ὄχι ἀνόητους ἐπαναστάτες. Ὁ βασιλιάς, ὅμως, ἦταν τόσο προκατειλημμένος ἐναντίον του, ποὺ διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν. Στὴ φυλακὴ ὁ Συμεὼν γνώρισε τὸν Γοθαζάτ, λιποτάκτη χριστιανό, ποὺ ἀλλαξοπίστησε γιὰ νὰ σώσει τὸ κεφάλι του.

Τότε ὁ Συμεών, μὲ κατάλληλο τρόπο, συγκίνησε καὶ πάλι τὴν καρδιὰ τοῦ Γοθαζὰτ γιὰ τὸ Χριστό. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Σαπώρ, ὀργισμένος, ἀποκεφάλισε τὸν Συμεὼν καὶ τὸν Γοθαζάτ, καὶ ἐπιπλέον ἄλλους 1150 χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἐκεῖ Ἐκκλησία, μαζὶ μὲ τὸν πρεσβύτερο Αὐδελᾶ. Ἔτσι, ὅλοι ἔδωσαν τοὺς ἑαυτούς τους, «προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὄσμην εὐωδίας». Δηλαδή, προσφορὰ καὶ θυσία στὸ Θεό, γιὰ νὰ εἶναι μπροστά Του μυρωδιὰ εὐωδιαστή.

Τὴν τελευταία στιγμὴ στὸ στρατόπεδο τῶν μαρτύρων, προστέθηκε καὶ ὁ κουροπαλάτης τοῦ βασιλιᾶ, ὀνόματι Φουσίκ. Ἦταν κρυπτοχριστιανὸς καὶ ὅταν εἶδε ἕναν ἀπὸ τοὺς 1150 νὰ δείχνει κάποια ταραχή, πλησίασε καὶ τὸν προέτρεψε νὰ μείνει πιστὸς μέχρι τέλους. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Σαπώρ, διέταξε νὰ τὸν φονεύσουν μὲ τὸν πιὸ σκληρὸ τρόπο. Ἔτσι τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἔγδαραν ζωντανό.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ὑποφήτης τῶν ἐνθέων δογμάτων, Μαρτυρικὸν συνασπισμὸν ἐπαλείφεις, λόγοις ὁμοὺ καὶ πράξεσι πρὸς ἄθλους ἱερούς, μεθ' ὧν καὶ συνήθλησας, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Χριστῷ ἀνέδραμες, σὺν αὐτοὶς ἀνακράζων. Ἰδοὺ ἠμεῖς ὡς πρόβατα σφαγῆς, τὴ σῆ ἀγάπη, Σωτὴρ ἐλογίσθημεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος πλ. α’.
Τῶν ἁγίων Μαρτύρων τά κατορθώματα, οὐρανῶν αἱ δυνάμεις ὑπερεθαύμασαν, ὅτι ἐν σώματι θνητῷ τόν ἀσώματον ἐχθρόν, τῇ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ ἀγωνισάμενοι καλῶς, ἐνίκησαν ἀοράτως, καὶ νῦν πρεσβεύουσι τῷ Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐκ Περσίδος ἔλαμψας ὡς ἑωσφόρος, Συμεών μακάριε, δῆμον Ἁγίων Ἀθλητῶν, ἔχων ἡμῖν συνανίσχοντας, ὥσπερ ἀστέρας· μεθ᾽ὧν εὐφημοῦμέν σε.

Μεγαλυνάριον
Αἴγλῃ τοῦ Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, κατηγλαϊσμένος, ἱερώτατε Συμεών, μετὰ τῶν συνάθλων, πυρσολατρῶν τὸ σκότος, διέβης ἀπροσκόπτως, φέγγει ἀθλήσεως.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀζάτ ὁ εὐνοῦχος

Ἦταν εὐνοῦχος τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Σαβωρίου, πλούσιος καὶ πολὺ ἀγαπητὸς ἀπὸ τὸν βασιλιὰ γιὰ τὴν ἀφοσίωσή του σ᾿ αὐτόν.

Ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο, μαζὶ μὲ χίλιους ἄλλους μάρτυρες. Ἀλλὰ τόσο μετάνιωσε ὁ βασιλιὰς γιὰ τὸν θάνατο τοῦ πιστοῦ καὶ ἀγαπητοῦ εὐνούχου του, ὥστε διέταξε τὴν παύση τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀδριανὸς ὁ Νέος

Ἀρνήθηκε καὶ ὁ Ἅγιος αὐτὸς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ φυλακίστηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖ ὑποβλήθηκε σὲ πολλὲς στερήσεις καὶ βασανισμούς, γιὰ νὰ δαμάσουν τὸ φρόνημά του.

Ὅταν νόμισαν ὅτι ἡ σταθερότητά του θὰ εἶχε πλέον πέσει, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν διέταξαν νὰ προσφέρει θυσία στοὺς θεοὺς τῶν εἰδώλων. Ὁ Ἀδριανὸς ὄχι μόνο δὲ δέχτηκε, ἀλλ᾿ ἀντίθετα, ἐξοργισμένος μπροστὰ στὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἄρχοντα εἰδωλολάτρη, καὶ στὶς βρισιές, ποὺ ἐξεστόμιζε κατὰ τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἦταν κοντὰ στὸ βωμό, ἔτρεξε καὶ τὸν γκρέμισε μαζὶ μὲ τὴν φωτιὰ καὶ τὰ σφάγια ποὺ εἶχε πάνω του.

Ἔκπληκτος ὁ ἄρχοντας μπροστὰ στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἀδριανοῦ, ἔδωσε σύνθημα ἄγριας ἐπίθεσης κατὰ τοῦ Ἁγίου. Κτυπήματα ἀλλεπάλληλα μὲ σιδερόβεργες καὶ πέτρες, ὁπουδήποτε τὸν ἔβρισκαν, τὸν ἔκαναν αἱμόφυρτο. Τὸ πρόσωπο καὶ τὸ κεφάλι του γέμισαν πληγές. Ἀλλ᾿ ἡ λύσσα τῶν εἰδωλολατρῶν δὲν εἶχε κορεσθεῖ. Ἀφοῦ ἄναψαν καμίνι τὸν ἔριξαν στὶς φλόγες του, ὅπου καὶ βρῆκε ὁ μάρτυρας ὁ ἀτρόμητος τὸ μαρτυρικὸ τέλος.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς Πάπας Ῥώμης

 


Ὑπῆρξε 58ος στὴ σειρὰ τῶν Παπῶν τῆς Ῥώμης καὶ κλήθηκε στὸν ποντιφικὸ θρόνο τὸ 535 μ.Χ. Ἦταν ἀσκητικὸς τύπος καὶ ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς. Γιὰ τὴν αἵρεση τῶν μονοφυσιτῶν πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καθήρεσε τὸν Πατριάρχη Ἄνθιμο Α´ ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα, γιὰ τὰ ὄχι καλὰ φρονήματά του, καὶ μὲ σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία του ἀνέδειξε Πατριάρχη τὸν Πρεσβύτερο Μηνᾶ, κληρικὸ εὐσεβέστατο καὶ Ὀρθόδοξο. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔτυχε μεγάλης ὑποδοχῆς ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό.

Στοὺς Συναξαριστὲς βρίσκουμε καὶ τὶς ἑξῆς διηγήσεις γι᾿ αὐτόν: Ὅτι κατὰ τὸ ταξίδι του, σ᾿ ἕνα Ἑλληνικὸ λιμάνι βρῆκε κάποιο ἄνθρωπο ἄλαλο ἀπὸ τὴν γέννησή του καὶ ἀνίκανο νὰ βαδίζει.

Τὸ θέαμα ἦταν ἐλεεινὸ καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ Πάπα Ἀγαπητοῦ ἐλέησε τὸν πάσχοντα. Μόνο μὲ τὴν ἁφή του, τοῦ ἀπόδωσε τὴν ὑγεία τῶν ποδιῶν του, κατόπιν ἔβαλε στὸ στόμα του τὴν θεία Κοινωνία καὶ ἔλυσε καὶ τὰ δεσμὰ τῆς γλώσσας του.

Ἄλλο θαῦμα ἔκανε στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ τὸ νὰ θεραπεύσει ἕναν τυφλό, ποὺ συνάντησε στὴ Χρυσὴ πύλη.

Ὁ Πάπας Ἀγαπητὸς πέθανε τὸ 536 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του.

 
Ὁ Ἅγιος Μακάριος Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου

 


Γεννήθηκε στὴν Κόρινθο τὸ 1731 ἀπὸ γονεῖς ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὸ γένος τῶν διάσημων Νοταράδων. Τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του ἦταν Γεώργιος (ἢ Γεωργαντᾶς) καὶ τῆς μητέρας του, Ἀναστασία. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Μιχαήλ. Τὰ πρῶτα του γράμματα τὰ ἔμαθε στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ εἶχε μεγάλο ζῆλο στὴ μοναχικὴ ζωή. Ἔτσι κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς ἔφυγε γιὰ τὸ Μέγα Σπήλαιο.

Ὁ πατέρας του ὅμως τὸν ἀνακάλυψε καὶ τὸν ὁδήγησε πίσω στὸ σπίτι, ὅπου συνεχῶς μελετοῦσε. Ὅταν κάποιο καιρὸ ἡ Κόρινθος εἶχε ἔλλειψη διδασκάλου, ἀνέλαβε αὐτὸς δωρεὰν τὴν διδασκαλία τῶν νέων. Σὰν δάσκαλος διέπρεψε καὶ ἀγαπήθηκε γιὰ τὴν σεμνότητα τῆς ζωῆς του ἀπὸ τοὺς Κορινθίους, ποὺ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου τους Παρθενίου (1764) πρότειναν στὸν Πατριάρχη Σαμουὴλ σὰν διάδοχο τοῦ τὸν Μακάριο, λαϊκὸ τότε, καὶ ἔτσι ἀνυψώθηκε στὸ θρόνο τῆς Κορίνθου.

Ἀλλ᾿ ὅταν ἄρχισε ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος (1768), ὁ Μακάριος, ἀναγκάσθηκε νὰ καταφύγει μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Ζάκυνθο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ὕδρα, ὅπου ἡσύχαζε σὲ κάποια Μονή. Ὅταν ἠρέμησαν τὰ πράγματα, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐκλέγει νέο ἐπίσκοπο Κορίνθου, ἴσως διότι ὁ Μακάριος ἐγκατέλειψε τὴν ἐπαρχία του καὶ ἔφυγε.

Ἀπὸ τότε περιφερόταν στὰ μοναχικὰ κέντρα, στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Πάτμο καὶ ἀλλοῦ. Τελικὰ καταστάλαξε στὴ Χίο, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν Ἀθανάσιο Πάριο (συγγραφέα τῆς βιογραφίας του) καὶ τὸν Ἱερομόναχο Νικηφόρο Χίου, βρῆκε τὴν ψυχική του γαλήνη. Πέθανε στὶς 17 Ἀπριλίου τοῦ 1805.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν Κορίνθου ποιμένα τὸν τῷ ὄντι Μακάριον, τὸν Θεοῦ προνοίᾳ τῆς Χίου, ἀναφανέντα κοσμήτορα, ἐν πράξεσιν ὁμοῦ καὶ διδαχαῖς, τιμῶμέν σε ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς· θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ ἀπελαύνεις ἀκάθαρτα πνεύματα. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ τὰ ὀστᾶ σου πηγὴν θαυμάτων ἀναδείξαντι.

Κοντάκιον Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐφημεῖ γεραίρουσα, πόλις ἡ Χίος ἐνθέως, τὸν Κορίνθου πρόεδρον, Μακάριον θείοις ὕμνοις· οὗτος γὰρ, ἐν ὁσιότητι βιοτεύσας, γέγονε, Νεομαρτύρων θεῖοις ἀλείπτης· μεθ’ ὧν πάντοτε πρεσβεύει, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν λαμπρότητα βεβειῶν· χαίροις ὁ τῆς Χίου, λαμπτὴρ καὶ ἀντιλήποτωρ, Μακάριε θεόφρον, Κορίνθου πρόεδρε.

 
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος

Διὰ Χριστὸν σαλός.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος, κατὰ κόσμον Προκόπιος Γκρηγκόρεβιτς – Ζαρόσκϊυ, γεννήθηκε στὶς 8 Ἰουλίου 1821 στὴν πόλη Λούμπνα τῆς ἐπαρχίας Πολτάβα. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σχολεῖο τοῦ Κίεβο – Ποντόλσκϊυ καὶ ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπὸ νωρὶς στὴν καρδιά του καλλιεργήθηκε ὁ πόθος γιὰ τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ἔτσι εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου καὶ ἐκάρη μοναχός, παίρνοντας τὸ ὄνομα Παΐσιος. Ἀγωνίσθηκε τὸν καλὸ ἀγῶνα ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς σαλότητος καὶ φθάνοντας τὰ ὑψηλὰ ἀσκητικὰ κατορθώματα.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1893.

 
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς

 


Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τοῦ Ρωσικοῦ Βορρᾶ, ὑπῆρξε ἡγούμενος καὶ ἱδρυτὴς τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ στὸ νησὶ Σολόφκι. Γεννήθηκε στὴν ἐπαρχία τοῦ Νόβγκοροντ, στὸ χωριὸ Τολβούι κοντὰ στὴ λίμνη Ὀνέγκα. Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια καὶ μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, Γαβριὴλ καὶ Βαρβάρας, μοίρασε τὴν περιουσία του καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ὁ πόθος του νὰ βρεῖ ἕνα ἐρημικὸ μέρος γιὰ νὰ μονάσει, τὸν ὁδήγησε στὶς ἀκτὲς τῆς Λευκῆς Θαλάσσης καὶ στὸ Δέλτα τοῦ ποταμοῦ Σούμ. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν Ἅγιο Γερμανὸ († 30 Ἰουλίου), ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε γιὰ ἕνα ἐρημικὸ νησί, ὅπου εἶχε περάσει ἕξι χρόνια μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Σαββάτιο († 27 Σεπτεμβρίου).

Περὶ τὸ ἔτος 1436, οἱ Ὅσιοι Ζωσιμᾶς καὶ Γερμανὸς διέσχισαν τὴ θάλασσα καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὰ νησιὰ Σολόφκι. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς εἶδε ἕνα ὅραμα: εἶδε μία ὄμορφη ἐκκλησία στὸν οὐρανό. Μὲ τὰ χέρια τους οἱ μοναχοὶ ἔχτισαν κελλιὰ καὶ παράλληλα ἄρχισαν νὰ καλλιεργοῦν καὶ νὰ σπέρνουν τὴ γῆ.

Κάποτε, στὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου, ὁ Ἅγιος Γερμανὸς πῆγε στὴ στεριὰ γιὰ προμήθειες. Ἐξαιτίας τοῦ φθινοπωρινοῦ καιροῦ δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς παρέμεινε μόνος στὸ νησὶ ὅλο τὸν χειμῶνα. Ὑπέφερε πολλοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὴν πάλη τοῦ ἀγῶνος ἐναντίων τῶν δαιμόνων. Τὸν ἀπείλησε ἀκόμα καὶ ὁ θάνατος, λόγω τῆς πείνας, ἀλλὰ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἐμφανίσθηκαν δύο ξένοι καὶ τὸν προμήθευσαν ψωμί, ἀλεύρι καὶ λάδι. Τὴν ἄνοιξη ὁ Ἅγιος Γερμανὸς ἐπέστρεψε στὸ Σολόφκι μαζὶ μὲ τὸν Μᾶρκο τὸν ψαρὰ καὶ ἔφερε προμήθειες φαγητοῦ καὶ ξάρτια γιὰ δίχτυα ψαρέματος.

Ὅταν εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοὶ ἐρημίτες στὸ νησί, ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς οἰκοδόμησε μία ξύλινη ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, καθὼς καὶ μία τράπεζα γιὰ τὶς ὧρες τοῦ κοινοῦ φαγητοῦ. Μὲ ἀπαίτηση τοῦ Ὁσίου Ζωσιμᾶ στάλθηκε ἕνας ἡγούμενος ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ Νόβγκοροντ στὴ νεοϊδρυθεῖσα μονὴ μαζὶ μὲ ἕνα ἀντιμήνσιο γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ἔτσι τὸ νέο μοναστήρι τοῦ Σολόφκι εἶχε τὴν ἀρχή του.

Στὶς δύσκολες συνθῆκες τοῦ ἀπομονωμένου νησιοῦ, οἱ μοναχοὶ ἤξεραν πῶς νὰ οἰκονομοῦν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ οἱ ἡγούμενοι ποὺ ἀποστέλλονταν ἀπὸ τὸ Νόβγκοροντ στὸ Σολόφκι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σὲ τέτοιες δυσάρεστες συνθῆκες καί, ἔτσι, οἱ ἀδελφοὶ τῆς μονῆς διάλεξαν γιὰ ἡγούμενο τὸν Ὅσιο Ζωσιμᾶ.

Ὁ Ὅσιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς ἐσωτερικῆς λειτουργίας τοῦ μοναστηριοῦ καὶ εἰσήγαγε ἕναν αὐστηρὸ κοινοβιακὸ τρόπο ζωῆς. Τὸ ἔτος 1465, μετέφερε τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Σαββατίου στὸ Σολόφκι ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βίγκ.

Τὸ μοναστήρι ὑπέφερε ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς τοῦ Νόβγκοροντ, οἱ ὁποῖοι δήμευαν τὶς ψαριὲς τῶν μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος ἦταν ἀναγκασμένος νὰ πάει στὸ Νόβγκοροντ καὶ νὰ ζητήσει τὴν προστασία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Μὲ τὴν συμβολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπισκέφθηκε τὰ σπίτια τῶν εὐγενῶν καὶ τοὺς ζήτησε νὰ μὴν ἐπιτρέψουν τὴν καταστροφὴ τῆς μονῆς. Ἡ Μάρθα Μπορέτσκαγια, ἡ ὁποία ἦταν πλούσια καὶ εἶχε ἐπιρροή, συμπεριφερόμενη μὲ ἀσέβεια ἔδωσε ἐντολὲς νὰ πετάξουν ἔξω τὸν Ὅσιο Ζωσιμᾶ. Μετάνιωσε ὅμως ἀργότερα καὶ τὸν προσκάλεσε σὲ δεῖπνο. Σὲ αὐτὸ τὸ δεῖπνο εἶδε ξαφνικὰ σὲ ὅραμα ὁ Ὅσιος ὅτι ἕξι ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς εὐγενεῖς κάθισαν στὸ τραπέζι χωρὶς τὰ κεφάλια τους. Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς εἶπε γιὰ τὸ ὅραμά του στὸν ὑποτακτικό του, τὸν Δανιήλ, καὶ προέβλεψε ἕνα τρομερὸ θάνατο γιὰ τοὺς εὐγενεῖς. Ἡ πρόβλεψη ἐκπληρώθηκε τὸ ἔτος 1478, ὅταν οἱ Βογιάροι ἐκτελέσθηκαν κατὰ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Νόβγκοροντ ἀπὸ τὸν Ἰβὰν τὸν Γ’ (1462 – 1505).

Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς προετοίμασε τὸν τάφο του κάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1478.
Τὰ ἱερὰ λείψανά του καὶ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Σαββατίου μεταφέρθηκαν στὸ παρεκκλήσι ποὺ ἀφιερώθηκε σὲ αὐτούς, στὸ καθεδρικὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1566.
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς θεωρεῖται προστάτης τῶν κυψελῶν καὶ φύλακας τῶν μελισσῶν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσθενεῖς ἐπικαλοῦνται τὴ χάρη τοῦ Ὁσίου γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Οἱ πολλοὶ νοσοκομειακοὶ ναοί, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι σὲ αὐτόν, ἐπιβεβαιώνουν τὴ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

 
Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Μεγάλος

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ἦταν υἱὸς τοῦ πρίγκιπα τῆς πόλεως Κάρτλη καὶ μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Χαντζτέλι († 6 Ὀκτωβρίου). Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀζκουρίας (τῆς ἀνατολικῆς Γεωργίας) κατὰ τὰ ἔτη 845 – 885 μ.Χ. καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

 

Σύγχρονο θαύμα στην Αίγυπτο προκαλεί ρίγος!


ΚΙ ΟΜΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΘΑΥΜΑΤΑ! ΕΝΑΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΘΑΨΕ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙΑ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΕΝΑ ΗΤΑΝ ΜΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ 8 ΕΤΩΝ.


«Τα κορίτσια τα έθαψε ζωντανά!! Στην συνέχεια κατήγγειλε στην αστυνομία ότι τα κορίτσια είχαν σκοτωθεί απο έναν θείο τους. Ύστερα από 15 μέρες πέθανε ένα άλλο μέλος από το σόι τους. Οι συγγενείς του αποφάσισαν να τοποθετήσουν το νεκρό στον τάφο όπου βρισκόταν η γυναίκα και τα δύο του παιδιά.

Όταν άνοιξαν τον τάφο για την κηδεία, οι παρευρισκόμενοι δεν πίστευαν στα μάτια και στα αυτιά τους: Βρήκαν κάτω από το χώμα τα δύο κοριτσάκια ΖΩΝΤΑΝΑ!!! Το εκπληκτικό γεγονός διαδόθηκε σαν αστραπή σ’ όλη τη χώρα και ο πατέρας των παιδιών ετοιμάστηκε για τη θανατική ποινή. Όπως ήταν φυσικό, οι ερωτήσεις έπεσαν βροχή πάνω στο μεγαλύτερο παιδί προκειμένου να τους διαφωτίσει για το πώς επέζησαν.

Ένας άνδρας, ο οποίος φορούσε λευκά ρούχα που έλαμπαν σαν τον ήλιο, με χέρια ματωμένα από πληγές, ερχόταν και μας έδινε φαγητό, ήταν η απάντηση της μικρής. Ακόμη, ο άνθρωπος αυτός ξυπνούσε και τη μαμά μου για να περιποιηθεί την αδελφή μου.



Το εθνικό αιγυπτιακό κανάλι, το οποίο πήρε τη συνέντευξη, μετάδωσε μέσω της (μουσουλμάνας) δημοσιογράφου: «Ο άνδρας αυτός δε μπορεί να ήταν άλλος από τον ΙΗΣΟΥ, διότι κανείς άλλος δεν κάνει τέτοιου είδους πράγματα!».

Μπορεί μεν οι μουσουλμάνοι να δέχονται ότι ο «ISA» (Ιησούς) τα έκανε όλα αυτά, αλλά οι πληγές δείχνουν ότι πραγματικά σταυρώθηκε, όπως επίσης είναι ξεκάθαρο ότι ο Ιησούς ΖΕΙ. Εξάλλου, κανείς δε διανοήθηκε να μη βασιστεί στα λόγια του κοριτσιού, γιατί ούτε αυτή ούτε η αδελφούλα του θα ήταν δυνατό να επιζήσουν αν δε συνέβαινε ένα πραγματικό θαύμα.

Οι ηγέτες των μουσουλμάνων βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ ένα αδιέξοδο, καθώς ούτε την αυθεντικότητα του θαύματος μπορούν να αμφισβητήσουν ούτε και να περιορίσουν την έκταση που πήρε η δημοσιότητα της όλης ιστορίας.»

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...