Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 19, 2013

ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΤΑΣ ΠΛΟΚΑΣ ΔΙΑΣΠΩΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΑΛΙΕΩΝ ΤΑΣ ΣΑΓΗΝΑΣ ΠΛΗΡΟΥΣΑ π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ



Η φαντασία είναι μία από τις λειτουργίες του ανθρώπινου νου. Όλοι μας νιώθουμε το νου μας να δημιουργεί «πλοκές», να ακολουθεί λογισμούς, να οργανώνει σκέψεις, ιστορίες, να πιθανολογεί γεγονότα, να προσπαθεί να προλάβει ή να αντικρούσει καταστάσεις, να αγαπήσει, να μισήσει, να συγχωρέσει, να εκδικηθεί. Η φαντασία κάνει τον άνθρωπο να ονειρεύεται, να ελπίζει, να εισέρχεται σε έναν δικό του κόσμο, να δημιουργεί ή να είναι πεζός, χωρίς εμπνεύσεις, χωρίς δυνατότητες να παρηγορηθεί ή να ξεχαστεί ή να δημιουργήσει καινούριους κόσμους.
                Γεμάτος πλοκές είναι ο κόσμος μας. Καυχόμαστε ότι τέτοιες, οργανωμένες, είχαμε από τα αρχαία χρόνια. Όλοι οι λαοί έχουν τους μύθους τους. Τους πιο ξεχωριστούς, οι οποίοι διαμορφώθηκαν μέσα από ένα κλίμα εμβάθυνσης στην ανθρώπινη ψυχή, στις ανάγκες της, στο χαρακτήρα και τους στόχους του, στους φόβους και τις χαρές, φαίνεται πως δημιουργήσαμε οι Έλληνες, ιδίως οι αρχαίοι Αθηναίοι, με την τραγική ποίηση, η οποία είναι υποκείμενο θαυμασμού στην ιστορία της ανθρωπότητας ανά τους αιώνες. Η φαντασία συναντήθηκε με τη φιλοσοφία και την μυθολογία και ολόκληρη η ανθρώπινη υπόσταση μελετιέται μέσα από κείμενο απίστευτης δύναμης και ομορφιάς, αλλά και τραγικότητας, με μοναδικούς συμβολισμούς.
                Απέναντι σ’ αυτόν τον θησαυρό, ασφαλώς θέμα ταλέντου, χαρίσματος, δωρεάς από το Θεό (ας μην λησμονούμε ότι κατά τους πρώτους χριστιανούς Πατέρες και απολογητές στους αρχαίους Έλληνες, όπως και αλλού, υπάρχει ο εν Αγίω Πνεύματι σπερματικός λόγος, τα μηνύματα της σωτηρίας τα οποία δια φωτισμένων ανθρώπων προετοιμάζουν την ανθρωπότητα για τον ερχομό του Χριστού), η Εκκλησία μας αντιτάσσει το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Απέναντι σ’  όλες τις μεγάλες γυναικείες μορφές της αρχαίας «πλοκής», οι οποίες άλλοτε καταξιώνουν το ανθρώπινο μεγαλείο και άλλοτε δείχνουν την τραγικότητα της ύπαρξης, η οποία κινείται ανάμεσα στα όρια της ανάγκης, της μοίρας και της ελευθερίας, η Εκκλησία μας έρχεται να δείξει ένα πρόσωπο το οποίο διασπά τις πλοκές της ανθρώπινης φαντασίας. Γιατί η Παναγία δεν έγινε η Μητέρα του Θεού υποταγμένη στην ανάγκη ή τη μοίρα, ούτε επειδή κάποιος συγγραφέας ή ποιητής τη δημιούργησε, αλλά στο πρόσωπό της διαβλέπουμε από την  μία την μοναδικότητα της ευλογίας του Θεού και από την άλλη το μεγαλείο της ανθρώπινης ελευθερίας η οποία υποτάσσεται εκούσια στην αγάπη, τόσο του Θεού, όσο και για το Θεό και τον συνάνθρωπο.
                Η Παναγία διέσπασε τις πλοκές των Αθηναίων, όπως και κάθε ανθρώπινης φαντασίας. Έδειξε ότι η δύναμη της χάριτος Θεού, όπως επίσης και η αρετή και η πίστη του ανθρώπου στο θέλημα και την αγάπη του Θεού, υπερβαίνουν κάθε φαντασία. Και άνοιξε έναν δρόμο μοναδικό για όλο τον κόσμο. Δείχνει σε μας ότι δεν υπάρχει μοίρα και πεπρωμένο, αλλά η απόφαση του ανθρώπου να πει ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην κλήση του Θεού. Δείχνει ότι δεν υπάρχει ανάγκη μεγαλύτερη από την αγάπη για το Θεό, η οποία χαριτώνει και καταξιώνει τον άνθρωπο, γιατί τον ελευθερώνει από κάθε άλλη ανάγκη, υλική, καταξίωσης, αποδοχής, ακόμη και της ίδιας της ζωής. Δείχνει ότι δεν υπάρχει μέτρο ούτε στην αγάπη του Θεού, αλλά ούτε και στη δυνατότητα του ανθρώπου να κοινωνήσει μαζί Του. Αφού  «ο αχώρητος παντί εχωρήθη εν γαστρί και ο εν κόλποις του Πατρός εναγκαλίζεται από την Μητέρα εν τω κόσμω», η φύση μας μπορεί να υπερβεί τις πεπερασμένες δυνατότητές της, όχι μόνο με τις δικές της δυνάμεις, αλλά με την ενίσχυση από τον ίδιο τον Δημιουργό μας, που παρεμβαίνει όχι απλώς ως «από μηχανής θεός», όπως στην αρχαία τραγωδία, για να αποκαταστήσει την τάξη ή να γλιτώσει από τις περιστάσεις της ζωής τον ευσεβή άνθρωπο, αλλά για να δώσει νέα πορεία υπέρβασης του θανάτου στον καθένα, ακόμη κι αν δεν πιστεύει σ’ Αυτόν.
                Είναι μυστήριο αληθινό το πρόσωπο της Παναγίας. Και ως απόδειξη αυτού του μυστηρίου έρχεται η σαγήνη των αλιέων, των μαθητών του Χριστού, που από αλιείς ιχθύων κατεστάθησαν μέσα από την ίδια σχέση με το Χριστό που βίωσε η Παναγία αλιείς ανθρώπων. Κι αυτοί δια της ελευθερίας τους διέσπασαν την πλοκή της μοίρας, την πλοκή της ανάγκης, την πλοκή των πεπερασμένων ορίων της ανθρώπινης φύσης και γέμισαν τις σαγήνες τους όχι με ιχθύες, με υλικά στοιχεία, τα οποία βοηθούν στην επιβίωση, αλλά με ανθρώπινες υπάρξεις, οι οποίες κοντά τους βρήκαν το μήνυμα και την αλήθεια του Ευαγγελίου, όχι ως αποτέλεσμα φαντασίας,  αλλά ως την μοναδική οδό που στοχεύει στην ουσία της ζωής, που είναι ο αγιασμός και η σωτηρία, η μοναδική οδός υπέρβασης των δεδομένων του κόσμου μας. Οι αλιείς συνδέονται ακόμη με την Παναγία για τον λόγο ότι και εκείνη  παρέμεινε κοντά τους, τους ενίσχυσε με την προσευχή και την κοινωνία μαζί τους και αποτελούσε συνεχή πηγή της έμπνευσης γι’ αυτούς, τόσο όσο ήταν εν ζωή, όσο και όταν μετέστη προς την Ζωή.
                Υποφέρουμε οι άνθρωποι από την δέσμευσή μας στις πλοκές της μοίρας, της ανάγκης, των πεπερασμένων ορίων μας και προσπαθούμε ενίοτε δια της φαντασίας, άλλοτε δια της επιστήμης και του ορθολογισμού, αλλά πάντως μάταια να βρούμε μόνοι μας απαντήσεις που θα μας παρηγορήσουν ή θα μας βοηθήσουν να ζήσουμε τη ζωή μας. Η Υπεραγία Θεοτόκος διασπά αυτές τις πλοκές γιατί μας δείχνει ότι η σχέση με το Χριστό δεν είναι απλώς μία ακόμη παρηγοριά, αλλά είναι ο τρόπος της όντως ζωής. Και γι’ αυτό η Εκκλησία μας προβάλλει το πρόσωπό της. Και για να μας δείξει ότι δεν μπορούμε να ευτελίζουμε το Ευαγγέλιο καθηλώνοντάς το σε μια νοοτροπία παρηγοριάς μπροστά στο αναπόφευκτο της μοίρας, στον συνήθως ανεκπλήρωτο στόχο κάλυψης αναγκών, υλικών και ψυχολογικών ή στο σκληρό ερώτημα του θανάτου και της ζωής μετά από αυτόν, αλλά και για να μας τονίσει ότι με τη βοήθειά της και την μίμηση του παραδείγματός της μπορούμε να θεωθούμε κατά χάριν και να γευτούμε την κοινωνία της πίστης, της ελπίδας, της αγάπης με τον Ποιητή και Λυτρωτή μας, Χριστόν τον Κύριον. Είναι επιλογή μας το αν διασπάσουμε τις κάθε λογής πλοκές  εν τη Εκκλησία, τόσο σε προσωπικό όσο και συλλογικό επίπεδο και αν θα ξεκινήσουμε να κάνουμε μέσα από την πίστη την αληθινή υπέρβαση ή αν θα συνεχίσουμε να αναζητούμε υποκατάστατα παρηγοριάς στους μύθους του παρελθόντος αλλά και της εποχής μας.
Κέρκυρα, 19 Απριλίου 2013         

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣΔΟΡΜ



Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ...καθαριεῖ τήν συνείδησιν ὑμῶν ἀπό νεκρῶν ἔργων εἰς τό λατρεύειν Θεῷ ζῶντι᾽ ( ῾Εβρ. 9, 14)

α. ῾Η Κυριακή Ε´ Νηστειῶν ἀποτελεῖ τήν ἀπαρχή τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Σαρακοστῆς. Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου σημαίνει τήν λήξη τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἐνῶ ἡ ἑπομένη, ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων, θεωρεῖται τό ὅριο εἰσόδου στήν Μεγάλη ῾Εβδομάδα. Τά ἀναγνώσματα λοιπόν τῆς σημερινῆς ἡμέρας εἶναι εὐνόητο ὅτι ἀναφέρονται στήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου, τό μέν εὐαγγελικό στήν προαναγγελία τοῦ Πάθους καί τῆς ᾽Αναστάσεως τοῦ Κυρίου ἀπό τόν ῎Ιδιο στούς μαθητές Του, (οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσαν νά κατανοήσουν τό τί τούς ἀποκαλύπτει), τό δέ ἀποστολικό ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή στό σωτηριῶδες ἀποτέλεσμα πού ἔφερε τό αἷμα τοῦ Κυρίου ἐπί τοῦ Σταυροῦ, τήν κάθαρση τῆς συνείδησης τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μποροῦν νά λατρεύουν τόν ζωντανό καί ἀληθινό Θεό. ῾Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ...καθαριεῖ τήν συνείδησιν ὑμῶν ἀπό νεκρῶν ἔργων εἰς τό λατρεύειν Θεῷ ζῶντι᾽.

β. 1. ῾Η λατρεία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ εἶναι λοιπόν κατά τόν ἀπόστολο τό ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Αὐτό πού δέν μποροῦσε νά πράξει ὁ ἄνθρωπος μέχρι τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου, νά δεῖ καί νά λατρεύσει τόν ἀληθινό Θεό, λόγω τῆς ἁμαρτίας πού ὡς φράγμα εἶχε τεθεῖ μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Δημιουργοῦ του, γίνεται πραγματικότητα μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου, κατεξοχήν δέ μέ τό Πάθος Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ( Γέννηση καί Σταυρός εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένα), ἐπί τοῦ ῾Οποίου ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, ῾καταργεῖ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας ἐν τῇ σαρκί Αὐτοῦ᾽ καί συνεπῶς καταλάσσει, συμφιλιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ο ἄνθρωπος πιά ἐν Χριστῷ, ἐνσωματωμένος σέ ᾽Εκεῖνον, μπορεῖ νά σχετιστεῖ μέ τόν Θεό, μπορεῖ δηλαδή ἐν Πνεύματι ἁγίῳ νά κράξει ῾ἀββᾶ, ὁ Πατήρ᾽, νά πεῖ τόν Θεό ῾Πατέρα᾽, ἔχοντας παρρησία ἐνώπιόν Του, γιατί καθάρισε τήν ζοφωμένη εἰκόνα Αὐτοῦ στήν συνείδησή του ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, συνεπῶς ἄνοιξε ἐκ νέου τόν ἀπαρχῆς προορισμό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁμοίωσή του μέ τόν Θεό.
Κι εἶναι τοῦτο ἡ βασικότερη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, ἡ ὁποία ἀπό τήν μία τονίζει τόν ἀπόλυτο καί μοναδικό χαρακτήρα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας - ῾οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽, καί: ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ θύρα,  δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται᾽ -  ἀπό τήν ἄλλη ἐνῶ ἀναγνωρίζει τά θετικά στοιχεῖα τῆς κάθε θρησκείας ὡς ἀναζήτησης τοῦ ἐσκοτισμένου ἀνθρώπου πρός εὕρεση τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖ ὅτι οἱ θρησκεῖες ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους τελικῶς σέ ἀδιέξοδο, διότι λατρεύουν  ῾δαιμονίοις καί οὐ Θεῷ᾽, ἤ τά ἀποθεωμένα ἀπό τούς ἀνθρώπους ψεκτά πάθη τους. Κατά τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾πάντες ὅσοι ἦλθον πρό ἐμοῦ κλέπται εἰσί καί λησταί᾽, συνεπῶς ὁ βόρβορος τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταταται σ᾽ αὐτόν, μέχρις ὅτου βρεῖ τόν Κύριο καί καθαριστεῖ ἀπό τό Πνεῦμα Του.

2. Κι εἶναι γνωστό βεβαίως ὅτι μιλώντας γιά κάθαρση τῆς συνειδήσεως ὡς ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου ἐννοοῦμε τήν ἐπί προσωπικοῦ ἐπιπέδου βίωσή της, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν ᾽Εκκλησία. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι βεβαίως ὁ Κύριος ὡς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός ῾ἦρε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽ ἐπί τοῦ Σταυροῦ, λυτρώνοντας τόν ἄνθρωπο σέ ἕνα γενικό ἐπίπεδο, ὅμως ἡ ἐνεργοποίηση τῆς λύτρωσης αὐτῆς γιά τόν κάθε ἄνθρωπο μεμονωμένα πραγματοποιεῖται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐνσωματωθεῖ στόν Χριστό μέ τήν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. ῞Οποια δωρεά λοιπόν ἀπέρρευσε ἀπό τόν Σταυρό, αὐτή γίνεται μεθεκτή στόν πιστό προσωπικά μέ τά παραπάνω μυστήρια, ἐνῶ ἐπεκτείνεται καί ἐπαυξάνεται κάθε φορά πού ὁ πιστός ἐν μετανοίᾳ μετέχει στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός ἀπό χριστολογικό, ἔχει σαφῶς καί ἐκκλησιολογικό χαρακτήρα.

3. ῎Ετσι ἡ κάθαρση τῆς συνειδήσεως ὡς ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἀναγκαστική φορά πρός τήν ἁμαρτία - ὅ,τι ὀνομάζουμε συνέχεια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῆς φθορᾶς συνεπῶς πού φέρνει αὐτό – θεωρεῖται ὅρος γιά νά σχετίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό. Θεός καί βρώμικη συνείδηση ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι πραγματικότητες ἀσυμβίβαστες. ῾Ο ἀπόλυτα καθαρός Θεός ἐπαναπαύεται μόνο στήν καθαρή ἀπό τίς ἁμαρτίες συνείδηση τῶν ἁγίων Του.  Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ναί μέν καθαρίστηκε ἅπαξ ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, διά τοῦ ὁποίου ὅπως εἴπαμε γεύεται ὁ ἄνθρωπος τήν δωρεά τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν ἁμαρτία ἐν τῷ αἵματι τοῦ Κυρίου, ὅμως ἐλλοχεύει ἀδιάκοπα ὁ κίνδυνος στήν ζωή αὐτή ἐκπτώσεως καί πάλι στήν ἁμαρτία καί συνεπῶς ἀμαυρώσεως τῆς συνειδήσεως. ῾Η λήθη δυστυχῶς, ἡ λησμονιά δηλαδή τῶν δωρεῶν τῆς πίστεως, εἶναι ἡ μόνιμη ἀπειλή γιά τό μέλος τοῦ Χριστοῦ. Λίγο νά μήν προσέξει ὁ πιστός ἐκπίπτει ἀπό τό ὕψος τῆς θέσης του ὡς προέκτασης τοῦ Χριστοῦ καί φανέρωσής Του μέσα στόν κόσμο, πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν εἶναι δεδομένη καί ἡ ἐναντίωση σέ αὐτόν τοῦ πονηροῦ διαβόλου, πού κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.  
῾Η καθαρή συνείδηση λοιπόν ἐνῶ θεωρεῖται κάτι δεδομένο γιά τόν πιστό λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀποτελεῖ ταυτοχρόνως  καί ἕνα μόνιμο ζητούμενο. Κι αὐτό τό ζητούμενο συνιστᾶ αὐτό πού ὀνομάζεται πνευματική καί ἀσκητική ζωή στήν ᾽Εκκλησία. Μέ ἄλλα λόγια ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ ἀφότου ἐνσωματώθηκε στήν ᾽Εκκλησία εἶναι πῶς θά διακρατήσει τήν καθαρότητα τῆς συνειδήσεώς του, πῶς δηλαδή θά διακρατήσει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού τοῦ δόθηκε στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ὥστε νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, νά λατρεύει τόν ζωντανό Θεό κατά τήν ἀρχική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου.

4. Κι ἐννοεῖται ὅτι μιλώντας μέ τόν τρόπο αὐτόν γιά τήν συνείδηση τοῦ πιστοῦ,  ἀπό τήν καλή ἤ τήν κακή κατάσταση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του, τήν κατανοοῦμε μέ τήν πνευματική της διάσταση. Δέν ἐννοοῦμε δηλαδή ὡς συνείδηση μόνο τήν ψυχολογική ἐκδοχή της: τήν αἴσθηση καί  ἐπίγνωση γιά παράδειγμα τοῦ ἑαυτοῦ ὡς ξεχωριστῆς ὀντότητος στόν κόσμο, διότι ναί μέν ἡ ἐκδοχή αὐτή εἶναι αὐτονόητα δεκτή, δέν εἶναι ὅμως ἐπαρκής γιά τήν θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Γιά τήν ᾽Εκκλησία μας ἡ συνείδηση θεωρήθηκε ἐξαρχῆς τῆς δημιουργίας παράλληλα μέ τήν φύση τό σκαλοπάτι πού ὁδηγεῖ σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως δηλαδή διά τῆς φύσεως ὁδηγούμαστε σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί μέ τήν συνείδηση: δόθηκε στόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό γιά νά μπορεῖ νά στήνει τήν σχέση του μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Δύο διδάσκαλοι γεγόνασιν ἡμῖν ἐξαρχῆς, ἡ κτίσις καί τό συνειδός᾽ κατά τόν ἀββᾶ Δωρόθεο.
Γιά νά πεῖ ὁ ἴδιος βιβλικοπατερικά πιό συγκεκριμένα: ῾῞Οταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο, ἔσπειρε μέσα του κάτι τό θεῖο, ἕναν ζωηρό καί φωτεινό λογισμό πού ἦταν σάν σπινθήρας, φώτιζε τόν νοῦ καί τοῦ ἔδειχνε νά διακρίνει τό καλό καί τό κακό. Τοῦτο καλεῖται συνείδηση, πού εἶναι ὁ φυσικός νόμος. Αὐτόν τόν νόμο, δηλαδή τήν συνείδηση, ἀκολουθώντας οἱ πατριάρχες καί ὅλοι οἱ ἅγιοι πρίν ἀπό τόν γραπτό νόμο εὐαρέστησαν τόν Θεό. ῞Οταν αὐτή καταχώθηκε καί καταπατήθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους προοδευτικῶς διά τῆς ἁμαρτίας, χρειαστήκαμε τόν γραπτό νόμο, χρειαστήκαμε τούς ἁγίους προφῆτες, χρειαστήκαμε τήν ἴδια τήν ἐπιδημία τοῦ Δεσπότη μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ γιά νά τήν ξεσκεπάσει καί νά τήν ἀνοικοδομήσει, γιά νά ἀναζωογονήσει ἐκεῖνον τόν καταχωσμένο σπινθήρα διά τῆς φυλάξεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν του. Στό χέρι μας λοιπόν εἶναι τώρα πιά ἤ νά τήν καταχώσουμε πάλι ἤ νά τήν ἀφήσουμε νά λάμπει καί νά μᾶς φωτίζει, ἐάν πειθόμαστε σ᾽ αὐτήν...῎Ας προσπαθήσουμε λοιπόν νά φυλάξουμε τήν συνείδησή μας, ὅσο εἴμαστε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, χωρίς νά τῆς δώσουμε χῶρο νά μᾶς ἐλέγξει γιά κάτι, χωρίς νά τήν καταπατοῦμε σέ κάτι, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἐλάχιστο. Διότι γνωρίζετε ὅτι ἀπό τά μικρά αὐτά καί θά λέγαμε εὐτελῆ ἐρχόμαστε στήν καταφρόνηση καί τῶν μεγάλων᾽.

γ. Νά λατρεύουμε σωστά τόν ἀληθινό Θεό μας. Δηλαδή νά ζοῦμε σωστά τήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή ζωή. ᾽Αλλά μέ παράλληλο ἀγώνα ἐπιμέλειας τῆς συνειδήσεώς μας: ῾ὡς πρός τόν Θεό, ὡς πρός τόν συνάνθρωπο, ὡς πρός τά πράγματα᾽ (ἀββᾶς Δωρόθεος), πού σημαίνει ἀγώνα πάνω στήν ὁδό τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί στήν μετάνοια. Χωρίς τόν ἀγώνα αὐτόν ἡ συνείδηση δέν μᾶς μιλᾶ, ἤ κι ἄν μᾶς μιλᾶ, καθοδηγεῖ λανθασμένα.  Αὐτήν τήν μετάνοια ὡς διαρκές πνευματικό βίωμα πού καθαρίζει τήν συνείδησή μας  προβάλλει πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας, κατεξοχήν  σήμερα μέ τό συγκλονιστικό παράδειγμα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Μέσα στήν ἀσωτία βουτηγμένη αὐτή ἐπί δεκαετίες, ἀνταποκρίθηκε στήν κλήση μετανοίας τοῦ Θεοῦ, ἐπιμελήθηκε τήν συνείδησή της, τήρησε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχθηκε σέ ἐξαίρετο μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πού λατρεύει ἀέναα πιά τόν ζωντανό Θεό καί πρεσβεύει καί γιά ἐμᾶς.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ




 Ἡ Ε´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν συνιστᾶ τήν ἀπαρχή τῆς τελευταίας ἑβδομάδας τῆς Μ. Σαρακοστῆς. Τό ἐρχόμενο Σάββατο, τοῦ ἁγ. Λαζάρου, σημαίνει τή λήξη τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου, πού θεωρεῖται μάλιστα τύπος ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, μέ τήν ἔννοια ὅτι αὐτά πού καλούμαστε νά ζήσουμε ἰδιαιτέρως τή Σαρακοστή – τήν πιό ἔντονη προσευχή, τήν πιό συνεπή νηστεία, τήν πιό βαθειά μετάνοια, τή μεγαλύτερη ἀγάπη κι ἐλεημοσύνη – αὐτά θά πρέπει νά προσδιορίζουν καί τήν κάθε ἡμέρα τῆς ζωῆς μας. Μή ξεχνᾶμε ὅτι῾παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου᾽ (ἀπ. Παῦλος) καί τό πιό οὐσιῶδες ἔτσι γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ στροφή πρός τόν Θεό καί ἡ ἐν θερμῇ ἀγάπῃ κοινωνία μαζί Του. Τά λόγια τοῦ ἁγίου γέροντα π. Παϊσίου ἐν προκειμένῳ εἶναι ἀφυπνιστικά: ῾Ὅλη ἡ ζωή μου εἶναι μιά Σαρακοστή᾽! Αὐτήν τήν τελευταία λοιπόν ἑβδομάδα ἡ ᾽Εκκλησία μας μᾶς κτυπᾶ γιά ὕστατη φορά τό ῾καμπανάκι᾽ τῆς σωτηρίας μας. Μᾶς καλεῖ, ἔστω καί τώρα, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, νά μετανοήσουμε. Νά μήν ποῦμε ὅτι ῾τώρα πιά πέρασε ὁ καιρός, δέν γίνεται τίποτε᾽! Καί τό κάνει αὐτό ἡ ᾽Εκκλησία προβάλλοντας ἕνα πρόσωπο πού βίωσε συγκλονιστικά τή μετάνοια καί γι᾽ αὐτό θεωρεῖται πρότυπο μετανοίας: τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία! Μέ τά ἴδια λόγια μάλιστα τοῦ συναξαρίου τῆς ἡμέρας: ῾᾽Ετάχθη ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας σήμερον, ἐγγίζοντος ἤδη τοῦ τέλους τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, πρός διέγερσιν τῶν ραθύμων καί ἁμαρτωλῶν εἰς μετάνοιαν, ἐχόντων ὑπόδειγμα τήν ἑορταζομένην ἁγίαν᾽.

     Μικρή ἀναφορά στό βίο τῆς ὁσίας καί μερικές παρατηρήσεις πάνω σ᾽ αὐτόν θά μᾶς πείσουν ἀπολύτως γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές.

     Ἡ ὁσία Μαρία ὅταν ἦταν δωδεκαετής, ξέφυγε ἀπό τούς γονεῖς της καί πῆγε στήν ᾽Αλεξάνδρεια, ὅπου ἔζησε βίο ἄσωτο 17 ὁλόκληρα χρόνια. ῎Επειτα ἀπό περιέργεια κινούμενη, πῆγε μέ πολλούς ἄλλους προσκυνητές στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά παρευρεθεῖ στήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ᾽Εκεῖ ὅμως ἐπιδόθηκε καί πάλι σέ κάθε εἶδος ἀκολασίας καί ἁμαρτιῶν καί ἔσυρε πολλούς στό βυθό τῆς ἀπωλείας. Ὅταν ὅμως θέλησε νά μπεῖ στήν ᾽Εκκλησία, τήν ἡμέρα πού ὑψωνόταν ὁ Σταυρός, αἰσθάνθηκε τρεῖς καί τέσσερις φορές κάποια ἀόρατη δύναμη νά τῆς ἐμποδίζει τήν εἴσοδο, ἐνῶ τό πλῆθος τοῦ λαοῦ εἰσερχόταν ἀνεμπόδιστα στό ναό. Πληγώθηκε στήν καρδιά ἀπό τό γεγονός κι ἀποφάσισε νά ἀλλάξει ζωή καί νά ἐξιλεώσει στό ἑξῆς τόν Θεό μέ τή μετάνοιά της. Γύρισε λοιπόν καί πάλι στήν ᾽Εκκλησία μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, ὁπότε μπῆκε εὔκολα μέσα. Προσκύνησε τό Τίμιο Ξύλο καί ἀναχώρησε τήν ἴδια ἡμέρα ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Πέρασε τόν ᾽Ιορδάνη καί μπῆκε στά ἐνδότερα τῆς ἐρήμου, ὅπου κι ἔζησε ἐκεῖ ἐπί 47 χρόνια. Τά χρόνια αὐτά ἦταν γιά τήν Μαρία χρόνια σκληρότατης καί ὑπέρ ἄνθρωπον ἄσκησης, χρόνια προσευχῆς στόν Θεό. Στά τέλη τῆς ζωῆς της συνάντησε κάποιο ἐρημίτη, Ζωσιμᾶ τό ὄνομα, στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε ὁλόκληρη τή ζωή της καί τόν παρακάλεσε νά τῆς φέρει τά ἄχραντα μυστήρια γιά νά κοινωνήσει. Αὐτό ἔγινε τό ἐρχόμενο ἔτος, τή Μεγάλη Πέμπτη. Ὅταν τήν ἑπόμενη χρονιά ξανάρθε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, βρῆκε τή Μαρία νεκρή, ἐνῶ δίπλα της ἦταν γραμμένα τά ἑξῆς λόγια: ῾᾽Αββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψε ἐδῶ τό σῶμα τῆς ἄθλιας Μαρίας. Πέθανα τήν ἴδια ἡμέρα, κατά τήν ὁποία κοινώνησα τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Νά εὔχεσαι γιά μένα᾽.

1) ᾽Εκεῖνο πού ὁδήγησε τήν Μαρία στά Ἱεροσόλυμα δέν ἦταν κάποιος πόθος, ὅπως τόν ἔχουν πολλοί Χριστιανοί. ῾Νά πᾶμε καί στά Ἱεροσόλυμα, στούς ῾Αγίους Τόπους, κι ἄς πεθάνουμε᾽. Κίνητρό της ὑπῆρξε κάτι πολύ πεζό καί πολλές φορές ἀξιοκατάκριτο: ἡ περιέργεια. Καί τό χειρότερο: ἡ περιέργειά της αὐτή συνδέθηκε μέ τήν ἐξάσκηση τοῦ παναθλίου ἐπαγγέλματός της. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπίσκεψή της στήν ἁγία Πόλη δέν εἶχε κανένα μεταφυσικό βάθος. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά ῾σπάσει᾽ ἀπλῶς τή ρουτίνα τῆς ζωῆς της, κάτι πού ἀσφαλῶς ἐκμεταλλεύτηκε καί ὁ ἀρχαῖος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πονηρός, πού τήν ἔσπρωξε στήν ἐπέκταση τῆς ἁμαρτωλῆς δραστηριότητάς της. Κι ὅμως! Κι αὐτήν ἀκόμη τήν κατάσταση ἀξιοποιεῖ ὁ πανάγαθος Θεός. Βρίσκει τήν εὐκαιρία νά τήν καλέσει σέ μετάνοια μ᾽ ἕνα ἰδιαίτερα προσωπικό γι᾽ αὐτήν τρόπο. Χωρίς νά τή ρεζιλέψει, χωρίς ν᾽ ἀποκαλύψει τήν ἀθλιότητα τῆς ζωῆς της, τήν κάνει νά συνειδητοποιήσει τήν ἄβυσσο τῆς κατάντιας της. Καί πράγματι, ἡ μέθοδος τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνει. Ἡ Μαρία μετανοεῖ. ῾Η πρώτη μας παρατήρηση λοιπόν ἀφορᾶ στήν ἐφευρετικότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τά πάντα ἀπό τή ζωή μας ἀξιοποιεῖ ὁ Θεός, γιά νά μᾶς κάνει νά ριχτοῦμε στήν ἀγκαλιά Του. Κι ὁ λόγος: εἶναι ὁ Πατέρας μας!

2) Μιά δεύτερη παρατήρηση ἀναφέρεται σ᾽ ἕνα φαινομενικά παράδοξο: ὁ Θεός κλείνει τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ μόνο στή Μαρία. Γιατί παράδοξο; Διότι ὁ Θεός μέ τήν ᾽Εκκλησία Του δέχεται κάθε ἄνθρωπο ἐρχόμενο κοντά Του. ῾Τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω᾽ εἶπε ὁ Κύριος (᾽Ιωάν. 6, 37). Καί πῶς θά μποροῦσε νά γίνει κάτι τέτοιο, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἀκριβῶς ἦλθε γι᾽ αὐτό: νά καλέσει τούς ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια; Κάθε λοιπόν ἁμαρτωλός, πού πλησιάζει τόν Θεό καί τήν ᾽Εκκλησία, γίνεται ἀπό Αὐτόν ἀποδεκτός. ῎Αλλωστε στήν ᾽Εκκλησία ὅλοι ἔτσι προσερχόμαστε, ἤ τουλάχιστον πρέπει νά προσερχόμαστε: ὡς ἁμαρτωλοί πού ἔχουμε ἀνάγκη σωτηρίας. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας ποτέ δέν κάνει τό διαχωρισμό τῶν ἀνθρώπων σέ ἁμαρτωλούς καί μή ἁμαρτωλούς. Διότι ἀπολύτως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. ῾Πάντες ἥμαρτον καί πάντες ὑστεροῦναι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ᾽ (ἀπ. Παῦλος). Πῶς ὅμως τότε ὁ Θεός ἔκλεισε τήν εἴσοδο γιά τήν Μαρία τήν ἁμαρτωλή, πού προσερχόταν κοντά Του; ᾽Ακριβῶς, διότι ἐρχόταν στό ναό, χωρίς τή διάθεση νά ἔλθει κοντά Του. Ἡ Μαρία θέλησε δηλ. νά μπεῖ στό ναό, χωρίς μετάνοια, χωρίς ἀπόφαση ἀλλαγῆς γιά τή ζωή της. Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή λειτούργησε θετικά γιά τήν Μαρία. Τήν συγκλόνισε καί τήν ὁδήγησε σέ μετάνοια. Μόλις πῆρε λοιπόν τήν ἀπόφαση γι᾽ ἀλλαγή τρόπου ζωῆς, ἀμέσως ἡ εἴσοδος ἀνοίχθηκε καί γι᾽ αὐτήν. ῎Ετσι, βεβαίως ὁ Θεός καλεῖ τούς πάντες και ἀποδέχεται τούς πάντες, ὅσο ἁμαρτωλοί κι ἄν εἶναι, μέ μόνη ὅμως τήν προϋπόθεση νά μετανοήσουν. Καί τοῦτο γιατί μιά σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, χωρίς μετάνοια, θά σημάνει τήν καταδίκη καί τήν ἀπώλεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός δέν προσφέρει τή χάρη Του μαγικῷ τῷ τρόπῳ. Ζητᾶ τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία κυρίως ἐκφράζεται ὡς μετάνοια. Μή ξεχνᾶμε ἄλλωστε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἡ κόλαση κάπως ἔτσι ὁρίζεται ἀπό τούς ἁγίους μας: ὡς σχέση μέ τόν Θεό, ἀλλά σέ κατάσταση ἀμετανοησίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἕνα τέτοιον ἄνθρωπο λειτουργεῖ ἀρνητικά, δηλαδή ὡς κόλαση. ῎Ετσι τό ἀντίδοτο γιά ὁποιαδήποτε ἁμαρτία μας, ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι, εἶναι ἡ μετάνοια. Αὐτή ἀποτελεῖ τό κλειδί πού μᾶς ἀνοίγει τήν εἴσοδο τοῦ Οὐρανοῦ.

3) Θά θέλαμε ὅμως νά κάνουμε καί μιά τρίτη παρατήρηση. Ὁ Θεός θέλησε νά πάρει τήν ὁσία Μαρία ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ὅταν ἐκείνη ὁλοκλήρωσε καί τελειοποίησε τή μετάνοιά της. Κι αὐτό ἔγινε μέ τήν ἐξομολόγησή της καί τήν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Εἶναι πράγματι συγκλονιστικό νά σκεφτεῖ κανείς ὅτι γιά τήν Μαρία 47 χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς ἦταν χρόνια προετοιμασίας. Καθάρισε ὅσο ἦταν δυνατόν σ᾽ αὐτήν τόν ἑαυτό της. Ὑπερέβη τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες της. Κι ὅμως τό τέλειο - μέσα πάντα στά ἀνθρώπινα πλαίσια - ἦλθε μέ τήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία. ᾽Απόδειξη: μόλις κοινώνησε, κοιμήθηκε κι ἡ ψυχή της φτερούγισε στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ της. Αὐτό βεβαίως σημαίνει, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι ποτέ ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τελειοποιηθεῖ, νά θεωθεῖ κατά πιό θεολογική ὁρολογία, ἄν δέν συμμετάσχει στή δραστική χάρη τῶν μυστηρίων τῆς ᾽Εκκλησίας καί μάλιστα τῆς θείας Εὐχαριστίας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι θέμα αὐτοδυναμίας του, ἀλλά συνεργασίας του μέ τήν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ.

      Ἡ μετάνοια εἶναι μονόδρομος. ῎Αλλος δρόμος γιά τήν ἔνταξή μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει. Κι εἶναι τοῦτο ἡ μεγαλύτερη παρηγοριά μας. Μέ δεδομένα τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁμαρτωλότητά μας ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ τό συνδετικό κρίκο τῶν δύο δεδομένων. Δέν ἔχουμε παρά νά βαδίζουμε σ᾽ αὐτόν τό δρόμο μαζί μέ τούς ἁγίους μας, μαζί μέ τήν σήμερα ἑορταζομένη ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία. Εἶναι ὁ δρόμος πού σέ κάθε βῆμα μᾶς φέρνει σέ ἄμεση σχέση μέ τόν Χριστό.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ




῾῎Ηκουσαν οἱ ποιμένες τῶν ἀγγέλων ὑμνούντων τήν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καί δραμόντες ὡς πρός ποιμένα θεωροῦσιν τοῦτον ὡς ἁμνόν ἄμωμον, ἐν τῇ σαρκί Μαρίας βοσκηθέντα.

(Οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεέμ ἄκουσαν τούς ἀγγέλους νά ὑμνολογοῦν τήν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀφοῦ ἔτρεξαν γιά νά δοῦν ποιμένα βλέπουν αὐτόν σάν ἁγνό ἀρνάκι πού βοσκήθηκε στήν σάρκα τῆς Μαρίας).

῎Αν ἡ πρώτη στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἔχει ὡς περιεχόμενο τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, ἡ δεύτερη ἔχει τήν Γέννηση τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί τά γεγονότα πού συνδέονται μέ αὐτήν: τήν ἔλευση στήν φάτνη τῶν ποιμένων τῆς Βηθλεέμ, τήν προσκύνηση τῶν Μάγων, τήν φυγή στήν Αἴγυπτο.  ῾Η κλήση μάλιστα τῶν ποιμένων ἀπό τόν Κύριο προκειμένου αὐτοί νά γίνουν οἱ πρῶτοι θεατές καί προσκυνητές τῆς ἐνανθρώπησής Του εἶναι ἐκεῖνο πού προκαλεῖ τόν θαυμασμό τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου, ὁ ὁποῖος μετατιθέμενος στήν θέση τῶν ἁπλῶν αὐτῶν ἀνθρώπων ἀποπειρᾶται νά μᾶς κάνει μετόχους τῶν προφανῶς δοξολογικῶν συναισθημάτων τους μπροστά στό ὑπερφυσικό θέαμα: νά βλέπουν τόν Θεό ὡς μικρό παιδάκι μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Μητέρας Του, ὅπως ἕνα μικρό ἀρνάκι δίπλα στήν ἀμνάδα μάνα του.

1. Γιατί χαρακτηρίζουμε κλήση ἀπό τόν Κύριο τήν θαυμαστή ἐμπειρία πού ἔζησαν τότε μέ τήν Γέννηση τοῦ Κυρίου οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεέμ; Διότι κ α ί  ἡ ὅραση καί ἡ ἀκοή ἀγγέλων πού δοξολογοῦσαν τόν Κύριο καί τούς μηνοῦσαν νά πᾶνε στήν Βηθλεέμ γιά νά προσκυνήσουν τόν τεχθέντα Σωτήρα τοῦ κόσμου, κ α ί  ἡ διαπίστωση ἔπειτα ὅτι πρόκειται πράγματι περί τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ γίνονται μέ τήν χάρη ᾽Εκείνου: ὁ Θεός διανοίγει τίς πνευματικές αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν σχέση του μέ τόν ῎Ιδιο,  κάτι πού συνιστᾶ καί τήν χαρισματική θεωρούμενη ὥρα τῆς κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου  πρός σωτηρία. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με - ὅπως βεβαίωσε ἄλλωστε ἀργότερα ὁ Κύριος -ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Οἱ ποιμένες λοιπόν καλοῦνται νά προσεγγίσουν τό μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ. Γίνονται οἱ πρῶτοι αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου.
Καί τί βλέπουν; ᾽Ενῶ τρέχουν γιά νά δοῦν τόν ποιμένα, τόν ἀρχηγό, τόν Θεό Σωτήρα - ὅ,τι θαυμαστό καί μεγαλειῶδες ἔφερνε στήν σκέψη ἡ φαντασία τους -  βλέπουν μία Μάνα νά κρατᾶ ἕνα βρέφος. ᾽Αντί τοῦ ποιμένα τό ἄκακο ἀρνάκι, μᾶλλον τόν ποιμένα ὡς ἄκακο ἀρνάκι, κι αὐτό μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Μάνας του. ῾Η ἀνατροπή τῶν προσδοκιῶν καί τῶν δικῶν τους δεδομένων φαίνεται νά εἶναι ὁλοκληρωτική. ῾Ο Θεός τούς καθιστᾶ μετόχους τῆς ἄλλης λογικῆς μέ τήν ὁποία δρᾶ καί ἐνεργεῖ. ῎Οχι αὐτό πού ἐκεῖνοι νομίζουν, ἀλλά αὐτό πού ἡ παντοδύναμη ἐνέργειά Του ἐπιλέγει: τήν ταπείνωση ὡς ὁδό γιά τόν ἀλαζόνα καί ματαιόφρονα τοῦτο κόσμο. ῾῾Η ταπείνωσίς ἐστιν ἡ στολή τῆς Θεότητος᾽ (ἀββάς ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος).
῾Η στάση τους εἶναι μονόδρομος: ἡ δοξολογική ἀναφορά σ᾽ ᾽Εκεῖνον καί στήν Παναγία Μητέρα Του. ῾Ο ὑμνογράφος καταγράφει τό αὐτονόητο γι᾽ αὐτήν τήν περίπτωση: ὅ,τι προβληματισμό εἶχε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἐρχόμενος στήν Μαριάμ στήν πόλη τῆς Ναζαρέτ πού τόν ὁδήγησε νά ἀπευθυνθεῖ σ᾽ αὐτήν μέ τό ῾χαῖρε᾽, (βλ. π.χ. δοξαστικό ἑσπερινοῦ ἑορτῆς Εὐαγγελισμοῦ: ῾᾽Απεστάλη ἐξ οὐρανοῦ Γαβριήλ ὁ ἀρχάγγελος εὐαγγελίσασθαι τῇ Παρθένῳ τήν σύλληψιν· καί ἐλθών εἰς Ναζαρέτ, ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ τό θαῦμα ἐκπληττόμενος· ὅτι, Πῶς ὁ ἐν ὑψίστοις ἀκατάληπτος ὤν, ἐκ παρθένου τίκτεται!...Τί οὖν ἵσταμαι, καί οὐ λέγω τῇ Κόρῃ; Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά Σοῦ...᾽), τό ἴδιο γίνεται καί μέ τούς ποιμένες: ῾...ἥν ὑμνοῦντες εἶπον: Χαῖρε...᾽

2. Οἱ ποιμένες συνιστοῦν τύπο γιά τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Στό πρόσωπό τους καί στήν κλήση τους βλέπουμε αὐτό τό ὁποῖο διαδραματίζεται σέ κάθε ἐποχή προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά συναντήσει τόν Σωτήρα Χριστό. Τί ἐννοοῦμε;
Πέραν τῶν μή χριστιανῶν οἱ ὁποῖοι ὄντως γιά νά πλησιάσουν τόν Κύριο ἀπαιτεῖται νά δεχθοῦν σάν τούς ποιμένες ἔξωθεν κλήση ἀπό τόν Θεό, καί οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοί γιά νά εἶναι ἐν ἐπιγνώσει χριστιανοί ἀπαιτεῖται νά νιώσουν τήν ἐκ τῶν ἔσω, ἀπό τήν καρδιά τους, ἐνέργεια τῆς χάρης ᾽Εκείνου. Μπορεῖ ὁ χριστιανός δηλαδή ὡς βαπτισμένος νά ἔχει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ἄν δέν ἔχει ἀνοικτούς ὅμως τούς πνευματικούς ὀφθαλμούς του καί τίς λοιπές αἰσθήσεις του, ἡ χάρη αὐτή θά παραμένει ἐσαεί μέσα του κρυμμένη. Καί οἱ χριστιανοί λοιπόν χρειαζόμαστε τήν νύξη τοῦ Θεοῦ γιά νά δοῦμε αὐτό πού εἶναι πρό ὀφθαλμῶν μας ἀλλά δέν τό βλέπουμε.
῎Επειτα. ῞Οπως οἱ ποιμένες ἐρχόμενοι νά δοῦν τόν Σωτήρα συναντοῦν τήν Μάνα Παναγία νά κρατᾶ τό βρέφος Κύριο, ἔτσι καί ὁ κάθε ἄνθρωπος: στήν πορεία του νά συναντήσει τόν Χριστό θά βλέπει ὅτι συναντᾶ τήν Μάνα Παναγία, στό πρόσωπο ὅμως τῆς ᾽Εκκλησίας. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἐπιμένουν ἀδιάκοπα στήν προβολή τῆς ἀλήθειας ὅτι ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τύπο τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί τοῦτο γιατί ὅπως ἐκείνη γέννησε τόν Χριστό, ἔτσι καί ἡ Μάνα ᾽Εκκλησία, σάν ἄλλη Παναγία, γεννᾶ Αὐτόν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, μέσα ἀπό τήν κοιλιά της τήν ἁγία κολυμβήθρα. Συνεπῶς ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ ἔξω ἀπό τό ζωντανό σῶμα Του τήν ᾽Εκκλησία δέν ὑπάρχει.  ῾Ο ἱδρυτής τῆς ᾽Εκκλησίας, Αὐτός πού διακρατεῖ τά πάντα στά χέρια Του, ἀρέσκεται νά προσφέρεται ἐκεῖ πού θά πραγματοποιεῖται ἡ σύναξη τῶν πιστῶν Του στό ὄνομά Του. ῾Οὗ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν᾽.
Καί βεβαίως τό σημαντικότερο. ῎Αν οἱ ποιμένες γίνονται μέτοχοι τῆς ἄλλης λογικῆς μέ τήν ὁποία δρᾶ ὁ Θεός στόν κόσμο, τό ἴδιο ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος. Δηλαδή ἡ θέα τοῦ Χριστοῦ, ἡ εὕρεσή Του δέν θά γίνεται μέ τούς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. ᾽Εκεῖ πού θά σπεύδει κανείς νά βρεῖ τόν παντοδύναμο Κύριο, ἐκεῖ θά βλέπει αὐτό πού ἀνθρωπίνως φαίνεται κοινό ἤ ἀδύνατο: τόν Χριστό στό ψωμί καί τό κρασί τῆς θείας Εὐχαριστίας, στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου, στό πρόσωπο τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ.  ῾Η πρόκληση τοῦ Θεοῦ γιά ὑπέρβαση τῶν ἀνθρωπίνων δεδομένων ὑφίσταται πάντοτε. ῾Η πίστη θά εἶναι ἡ μόνιμη προϋπόθεση ὅρασής Του.

3. Τί ἦταν ἐκεῖνο ὅμως πού ῾εἶχαν᾽ οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεέμ καί δέν τό εἶχαν ἴσως ἄλλοι τῆς ἐποχῆς τους, γιά νά γίνουν οἱ πρῶτοι θεατές τοῦ ὑπέρ φύσιν γεγονότος τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ; ῎Οχι βέβαια κάποια ἀναμαρτησία – διότι ῾πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ᾽ - ἀλλά τήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς τους. Οἱ ποιμένες προφανῶς δέν εἶχαν πωρωθῆ καί σκληρυνθῆ ἐσωτερικά μέ τήν πονηρία. Μπορεῖ νά ἦσαν ὑπό τό καθεστώς τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά διατηροῦσαν κάποια καλά ἀποθέματα ἀπό τό κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶχαν δηλαδή καλή διάθεση. Κι αὐτό τελικῶς φαίνεται νά εἶναι ἐκεῖνο πού ἑλκύει τόν Θεό γιά νά παράσχει τήν χάρη Του στό λογικό αὐτό πλάσμα του. ῞Οπου μέ ἄλλα λόγια ἔχουμε καλή διάθεση, ἄς ὑπάρχει καί ἀπιστία καί ἁμαρτία, ἐκεῖ δέν θά ἀργήσει νά φανεῖ ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, τήν ἄλλη Μάνα Παναγία, ὅπως εἴπαμε, (ὅταν πρόκειται γιά ἀβαπτίστους), ἤ τήν ὀρθή ἔνταξη σ᾽ αὐτήν, (ὅταν πρόκειται γιά βαπτισμένους  ἀλλά χωρίς ἐπίγνωση).
᾽Εκεῖνο πάντως πού θά ἀποτελεῖ τήν ἐπιβεβαίωση σέ κάθε περίπτωση ὅτι κινούμαστε σωστά καί ὅτι βρήκαμε τόν ἀεί ζητούμενο Χριστό θά εἶναι καί ἡ δική μας στάση δοξολογίας ἀπέναντι σ᾽ Αὐτόν καί τήν Παναγία Μητέρα Του, ὅπως συνέβη καί μέ τούς ποιμένες.  ῞Οσο τά ῾χαῖρε᾽ δέν θά λείπουν ἀπό τήν δική μας καρδιά καί τό στόμα μας μποροῦμε νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καί σέ ἐμᾶς, ὅτι δηλαδή εἴμαστε μέσα στό φῶς τῆς θέας Του.

Χαιρετισμοί και Ακάθιστος, το sold out της Σαρακοστής


Διανύοντας την Τεσσαρακοστή, τις Παρασκευές των Χαιρετισμών, κάντε το πείραμα: προσπαθήστε -μέρες που είναι- να προτείνεται σε έναν μετέφηβο να παρακολουθήσει τους Χαιρετισμούς χωρίς να αποσπάσετε (α) το βλέμμα πληξάρας ενός μεσήλικος εν όψει του ετησίου ιατρικού τσεκ-απ του η (β) το βλέμμα ενός πολίτη όταν μαθαίνει πως είναι υποχρεωμένος να περάσει τα επόμενα πρωινά του σε δημόσιες υπηρεσίες. Αδύνατον. Ναί μεν οι εκκλησίες είναι γεμάτες αυτές τις πέντε Παρασκευές, αλλά αν λάβουμε υπ’ όψιν μας το ποιά υμνολογία αναγιγνώσκεται εκεί μέσα, δεν είναι ούτε για αστείο τόσο γεμάτες όσο θα περίμενε κανείς.
Εν ολίγοις: στο παρόν σημείωμα θα προσπαθήσω να διατυπώσω ολίγες νύξεις σχετικά με την αισθητική τέρψη που προκαλούν οι τέσσερις στάσεις του Ακαθίστου Ύμνου ως ακρόαμα η κείμενο θεατρικό/λογοτεχνικό, ασχέτως με το γεγονός ότι αυτές αποτελούν Χαιρετισμούς του σώματος της Εκκλησίας προς την Θεοτόκο, και μάλιστα στον χρόνο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (με ο,τι αυτό συνεπάγεται για το ευχαριστιακό σώμα ως σημασία και ως λειτουργία). Καί να διερωτηθώ γιατί απουσιάζουν από τις πέντε αυτές Παρασκευές και χάνουν αυτόν τον ίλιγγο κάλλους όσοι δεν συμπεριλαμβάνουν τον εαυτό τους στο «χριστεπώνυμον πλήρωμα», αλλά ορκίζονται για τις θύραθεν φιλο-καλικές τους ευαισθησίες (οπότε, η τα αισθητικά κριτήρια του γράφοντος επηρεάζονται από την μετοχή του στην Εκκλησία η οι ευαισθησίες των θύραθεν φίλων στερούνται το πλήρωμα της ειλικρινείας ελέω ιδεολογικού κωλύματος η κολλήματος).

     Μιλώντας για «Χαιρετισμούς» και «Ακάθιστο» δεν αναφέρομαι εδώ στα λοιπά της ακολουθίας, αλλά στις Στάσεις, στους 24 Οίκους, στο κατ’ εξοχήν κείμενο του Ακαθίστου, «Άγγελος Πρωτοστάτης» κλπ. Μου φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσει κάποιος τον Ακάθιστο Ύμνο από λογοτεχνικής απόψεως χωρίς να αποφανθεί παραυτίκα πως πρόκειτα περί αριστουργήματος. Ας προσεγγίσουμε το κείμενο ως κείμενο:
Πρωτ’ απ’ όλα, ο Ακάθιστος έχει καθαρά θεατρική δομή, και μάλιστα εξόχως χαριτωμένη (με το έτυμον της λέξεως), αφηγείται μια ιστορία -της οποίας τους διαλόγους παραθέτει αυτούσιους: στην πρώτη πράξη, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέπτεται την Θεοτόκο∙ και μόλις την αντικρύζει, αρχίζει το εγκώμιο: «Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει! Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ (=κατάρα) ἐκλείψει» και λοιπά και λοιπά. Ακολουθεί στιχομυθία της Θεοτόκου με τον Γαβριήλ, και μετά είσερχόμαστε στην δεύτερη πράξη: η Θεοτόκος επισκέπτεται την συγγενή της Ελισάβετ, την σύζυγο του Ζαχαρίου και μητέρα του Προδρόμου. Ο Πρόδρομος, έμβρυο στην μήτρα της Ελισάβετ, αντιλαμβάνεται ότι η Θεοτόκος εγκυμονεί τον Χριστό και «ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν» (χοροπηδώντας στην μήτρα αντί για να φωνάξει, γιατί που να φωνάξει το έμβρυο) [1], αρχίζει: «Χαίρε [...]! Χαίρε [...]!» και λοιπά. Ακολουθεί ένα μικρό επεισόδιο με τον Ιωσήφ, τον σύζυγο της Μαρίας, ο οποίος όσο να’ναι έχει αρχικά τις αμφιβολίες του[2], και μπαίνουμε στην τρίτη πράξη της ιστορίας μας: οι ποιμένες, οι βοσκοί, μαθαίνουν για το γεγονός της ενσαρκώσεως[3] και αρχίζουν την δοξολογία τους προς την Θεοτόκο με λεξιλόγιο που προκύπτει από τα… ζητήματα του επαγγελματικού τους κλάδου: «Χαῖρε, ἁμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ∙ χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» [4] (τώρα πείτε μου, δεν διαπιστώνετε εδώ το λεπτό χιούμορ του ιδιοφυούς υμνογράφου, αναμεμειγμένο με την όντως φιλοκαλία του;). Στην τέταρτη πράξη, μαθαίνουν διά του αστέρος τα νέα οι Μάγοι και αρχίζουν τους Χαιρετισμούς τους∙ ακολουθούν και άλλεςπράξεις, και δεν έχουμε καν μπεί στην τρίτη από τις τέσσερις στάσεις του Ακαθίστου, βρισκόμαστε ακόμα στις δύο πρώτες…
Πρόκειται, σαφώς, περί κειμένου θεατρικού. Βέβαια, οι «Χαιρετισμοί», τα «Χαίρε [...]! Χαίρε [...]!» προφανώς δεν ανήκουν μόνον στα πρόσωπα της ιστορίας που αφηγείται ο Ακάθιστος, στον Αρχάγγελο, στους Ποιμένες, στους Μάγους κ.λπ., αλλά ταυτόχρονα [η πρωτίστως] στους μετέχοντες στην Ακολουθία πιστούς, την Παρασκευή στην εκκλησία, οι οποίοι τα κραυγάζουν ως δρώντα πρόσωπα του δράματος διά του Πρεσβυτέρου τους.
Η θεατρική αμεσότητα των Χαιρετισμών δεν εξαντλείται στα «Χαίρε [...]! Χαίρε [...]!» που ψάλλει ο λαός της Εκκλησίας, αλλά βρίσκεται και σε άλλα σημεία του κειμένου, όπου τα συναντάμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που θα τα συναντούσαμε σε ένα θεατρικό κείμενο η κινηματογραφικό σενάριο, και δη με κλιμάκωση: ρωτά η Θεοτόκος τον Αρχάγγελο:
-«Ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις;»
-«Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; Λέξον μοι!»
 Πέρα από την θεατρικότητα, το κείμενο του Ακαθίστου καθορίζεται από τον πανταχού παρόνταρυθμό του: ολόκληρο το κείμενο διαρθρώνεται γύρω από το εξής επαναλαμβανόμενο μοτίβο: αφ’ ενός (α) την αλληλουχία των πολλών ζευγών ισόποσων στίχων σε κάθε χαιρετισμό/εγκώμιο, «Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα∙ χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα» κλ.π.,  και αφ’ ετέρου (β) την εναλλαγή του ακροτελεύτιου σε κάθε χαιρετισμό «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» με το «Ἀλληλούϊα» που κάθε φορά έπεται στο κείμενο. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι απλώς το ανυφίσταται ισορροπία και ρυθμός σε ένα κείμενο, αλλά το με πόση μαεστρία πραγματώνονται αυτά. Μιά ανάγνωση του Ακαθίστου θα σας πείσει…
Προσέξτε τώρα την μουσικότητα του κειμένου: απλώς διαβάστε αργά, ρυθμικά και δυνατά το ακόλουθο απόσπασμα-παράδειγμα:
    «Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἀγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως∙»
(τονισμένη-άτονη:) – ∪ ∪ ∪ ∪ - ∪ ∪ ∪ - ∪ ∪ - ∪ ∪ - ∪ ∪ ∪ - ∪ ∪ – ∪
Όπερ έδει δείξαι.
Ας προχωρήσουμε στις ποιητικές αρετές του κειμένου, στην καθ’ εαυτήν ποιητική του γλαφυρότητα, μέσω ελάχιστων παραδειγμάτων, σχεδόν τυχαίων μέσα στον κυκεώνα των διατυπώσεων-επιτευγμάτων:
«Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις∙  χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.»
Καί μόνον αυτόν τον στίχο να αποσπάσει κανείς, αντιλαμβάνεται το κατόρθωμα της εκφραστικής. Πως να τον σχολιάσει κανείς χωρίς να τον μαγαρίσει…
Επόμενο: «Καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νυδήν,/ ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν / ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν».
Το αποδίδω στην τρέχουσα μορφή της γλώσσας για τις ανάγκες όσων έμαθαν ελληνικά επί υπουργίας Διαμαντοπούλου: «και υπέδειξε την εύφορη μήτρα της (νυδής=μήτρα) ως χωράφι καλό για όλους, όσοι επιθυμούν να θερίσουν την σωτηρία». Το «νυδήν» ακολουθείται από την ομοιοκαταληξία «ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν», η οποία όμως συμπαρασύρει και το περιεχόμενο των στίχων, το νόημα, αφού την χρήση της έννοιας του αγρού ακολουθεί η έννοια του θερισμού, του θερισμού της σωτηρίας όμως. Σε όλο τον Ακάθιστο παρατηρείται τέλεια χρήση των εκφραστικών τρόπων της γλώσσας: εδώ θα μνημονεύσουμε την ευστοχώτατη κρίση του Κώστα Ζουράρι, ο οποίος διαβεβαιώνει ότι «τα τρία σημαντικώτερα και τελειώτερα ποιήματα της ελληνικής γλώσσας είναι η Ιλιάδα, ο Ακάθιστος Ύμνος και ο Ερωτόκριτος».[5] Ενίοτε έχω την αίσθηση ότι κάποιες ομοιοκαταληξίες έχουν επιλεγεί ακριβώς για να προξενήσουν ένα χαμόγελο λόγω μιάς ζυγισμένης υπερβολής τους, στα πλαίσια του κατά τη γνώμη μου σκόπιμου και υπαρκτού λεπτοτάτου χιούμορ σε μερικά (μάλλον λίγα) σημεία του κειμένου: «μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος…». Αλλού η ομοιοκαταληξία «δένει» εκθαμβωτικά με το περιεχόμενο του στίχου, σε σχήμα θέσης-άρσης (ή συναμφότερου): «Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα∙ χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα».Παράλληλα, το κείμενο βρίθει συνειρμικών εικόνων σπάνιας μαεστρίας: «ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε» κλπ. Όλα αυτά τα αποσπάσματα χάνουν μεγάλο κομμάτι από την αίγλη τους όταν παρατίθενται αποκομμένα από την ενότητα του κειμένου, από τον ρυθμό του, την θεατρικότητά του και την ισορροπία του: ενταγμένα όμως στην ολότητά του σε κάνουν, πραγματικά, να παλαβώνεις.
Να σημειωθεί ότι ο Ακάθιστος χωρίζεται σε 24 «οίκους» (στροφές), ο καθείς εκ των οποίων ξεκινά με ένα γράμμα του αλφαβήτου[6]: δηλαδή, όλα αυτά τα γλωσσικά επιτεύγματα που αναφέραμε καταφέρνουν και ανθούν μέσα στον (φαινομενικό) νάρθηκα της υποχρεωτικής έναρξης κάθε οίκου-στροφής από το επόμενο γράμμα του αλφαβήτου!
Είπαμε ότι θα εξετάσουμε τον Ακάθιστο μόνον ως λογοτεχνικό/θεατρικό κείμενο. Δεν θα μιλήσουμε για το πως θεολογεί αυτό το κείμενο, σε τι βάθος και με πόση ομορφιά. Επιτρέψτε μου όμως να ενδώσω στον πειρασμό και να παραθέσω ένα μόνο ψήγμα, το πως εικονογραφεί ότι «παρήλθεν η κατάρα του Νόμου»:
«Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος∙ καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὔτως∙ Ἀλληλούϊα!»
Τι εικόνα: γράφονται και καταγράφονται τα «οφλήματα» των ανθρώπων, από τα πλέον αρχαία χρόνια, διαρκώς: και ξαφνικά, Εκείνος απλώς -απλούστατα- «σχίζει το χειρόγραφο». Η Θεολογία ως Ομορφιά!
Ο θαυμασμός που προκαλεί αυτό το αριστουργηματικό κείμενο και ως κείμενο μόνον, ο Ακάθιστος Ύμνος, δύναται να καταστήσει τούτο ‘δω το άρθρο σχοινοτενέστατο και πάνυ ουρανομήκες, γι’ αυτό συγκρατούμαι και καταλήγω κάπου εδώ. Δεν μπορώ όμως να μην διερωτηθώ: δεν είναι πραγματικά κρίμα να διαβάζεται τέτοιο αριστούργημα σε μια εκκλησία δίπλα σου, στη γειτονιά σου, να ψάλλεται και να απαγγέλεται ένα κείμενο ζωντανό [7] που αποπνέει τόση ομορφιά και δωρίζει τέτοια αγαλλίαση στην καρδιά σου από το κάλλος του και μόνο, και εσύ να απέχεις λόγω της βλακώδους αναγωγής «εκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμός» η λόγω ανεξηγήτου πλην μείζονος πληξάρας; Είναι δυνατόν να λείπεις, να μην είσαι εκεί, ασχέτως της σχέσης σου με το εκκλησιαστικό γεγονός; Πόσω δε μάλλον αν καμώνεσαι ότι ασχολείσαι έστω και λίγο με το κάλλος των γραμμάτων η της Τέχνης…
Σωτήρης Μητραλέξης
Χαιρετισμοί:
Γ΄ Στάση: 5 Ἀπριλίου 2013
Δ΄ Στάση: 12 Ἀπριλίου 2013
Ακάθιστος Ύμνος: 19 Ἀπριλίου 2013
—————————————————————-
[1]  Παραθέτω το απόσπασμα, διότι μου είναι αδύνατον να μην παραθέσω τουλάχιστον τους πρώτους στίχους του εγκωμίου του βρέφους λόγω της εκθαμβωτικής λογοτεχνικής και εικονολογικής ομορφιάς τους: «Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε∙ καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον∙ Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα∙ χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα. Χαῖρε γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον∙ χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα».
[2] «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, [...] κλεψίγαμον ὑπονοῶν ἄμεμπτε∙ μαθὼν δὲ σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἔφη∙ Ἀλληλούϊα!»
[3] Και πάλι, αδύνατον να μην παρατεθεί η ομορφιά της εικόνας: «[...] θεωροῦσι τοῦτον (σ.σ.: τὸν Χριστὸ) ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα…».
[4] Ειρήσθω εν παρόδω: ο Κώστας Ζουράρις έχει αναλύσει πολλάκις και με ζηλευτή μαεστρία το «χαίρε, αυλή λογικών προβάτων» ως σύνοψη της ελληνικής («ιλιαδορωμέηκης») πολιτικής θεωρίας: αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.
[5] Μα, αυτό είναι το δράμα: ότι ο Ακάθιστος, αυτή η κείμενη τελειότητα, αποτελεί για αρκετούς «προοδευτικούς» συμπολίτες μας (να χαρώ εγώ πρόοδο!) απλώς ένα θρησκευτικό κείμενο για αφελή γραΐδια∙ έχουν τον θησαυρό στο ντουλάπι τους και αδυνατούν να τον εκτιμήσουν. Ο όντως αθεόφοβος Βασίλης Αλεξάκης εκφράζει την άποψη στο εντυπωσιακά ευπώλητο βιβλίο του «μ.Χ.» ότι «ο Ακάθιστος είναι τόσο δημοφιλής επειδή είναι παντελώς δυσνόητος∙ δεν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία»- η κάπως έτσι. Ας είναι…
[6] [Ἄ]γγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη… [Β]λέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ… [Γ]νῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα… [Δ]ύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω…
[7] ζωντανό: διαβάζεται ΚΑΘΕ χρόνο σε ΚΑΘΕ εκκλησία/γειτονιά από πραγματικούς ανθρώπους, κάθε προέλευσης/τάξης/μόρφωσης κ.λπ. Περίπου 1.400 χρόνια τώρα. 1.400 χρόνια! Πραγματικό λαικό γεγονός, λαού ζώντος και πάντοτε παρόντος, εκεί, αυτές τις πέντε Παρασκευές του χρόνου. Πού αλλού!

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) π. Περικλής Ρίπισης


 Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν 
Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

Ὁ Χριστός, ἀδελφοί, μᾶς ὑπόσχεται πολλὰ ἀγαθά, ὅμως αὐτὰ δὲν εἶναι τοῦ «παρόντος αἰῶνος», ἀλλὰ εἶναι ἀγαθὰ θεῖα, οὐράνια καὶ πνευματικά. Καὶ ἀκριβῶς, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχη πλάνη σὲ μᾶς ὡς πρὸς τὴν προσδοκία καὶ τὴν ἀναζήτηση τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν ἔρχεται σήμερα ὁ μακάριος Παῦλος καὶ ξεκαθαρίζει τὸ θέμα: «Ὁ Χριστός, μᾶς πληροφορεῖ, εἶναι Ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν». Δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο ὡς ταπεινὸς καὶ ἄσημος ἄνθρωπος, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναδείχθηκε αἰώνιος μεσίτης καὶ Ἀρχιερέας πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα χάριν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίση καὶ χορηγήση σὲ μᾶς τὰ μέλλοντα ἀγαθά, ἀγαθὰ ποὺ «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α΄ Κορ. 2, 9).
Ἀγαθὰ ποὺ οὔτε ἀνθρώπινο μάτι τὰ εἶδε, οὔτε τὰ ἄκουσε ἀνθρώπινο αὐτί, οὔτε τὰ ἐπεθύμησε ἤ τὰ πόθησε ἀνθρώπου καρδιά. Καὶ γιὰ τοῦτο «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12-4) Μᾶς προσκαλεῖ λοιπὸν ὁ Χριστὸς «ὁ Ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν» στὴν αἰώνιο ζωή, στὴν αἰώνιο δόξα καὶ χαρά, τὴν ἀτελείωτη εὐφροσύνη. Καὶ τὴν σωτηρία μας καὶ τὴν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν μᾶς τὴν χαρίζει ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν σταυρικὴ θυσία Του. Μόνο «τὸ Αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. 1-7) Ἐμπρὸς λοιπὸν μὲ πίστη θερμή, μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ κυρίως μὲ μετάνοια ἂς προσέλθουμε πρὸς τὸν Αἰώνιο Ἀρχιερέα καὶ Μεσίτη, τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Οἱ ἡμέρες ποὺ διερχόμαστε, ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, μᾶς προτρέπει. Δέστε ἱερεῖς τὸν Ἀρχιερέα σας. Δέστε παρθένοι τὸν Νυμφίο σας. Δέστε ὀρφανοὶ τὸν Πατέρα σας. Δέστε πονεμένοι τὸν Ὁδηγὸ σας, δέστε ἀσθενεῖς τὸν Γιατρό σας, δέστε ἁμαρτωλοὶ τὸν Σωτῆρα σας.
Εορτάζουμε  τὴν γιορτὴ τῆς ὁσίας Μαρίας τώρα, τὴν Μεγάλη Σαρακοστή, ἐπειδὴ εἶναι μία περίοδος κατ’ ἐξοχὴν μετανοίας καὶ συντριβῆς καὶ ἐπειδὴ ἡ ὁσία Μαρία ὑπάρχει ὑπόδειγμα ἀληθινῆς καὶ ἐμπράκτου μετανοίας. Ἄφησε ὁριστικὰ τὴν ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, τὴν ὁποία ἄρχισε ἀπὸ 12 χρόνων παιδάκι, διέκοψε κάθε δεσμὸ μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ ἁμάρτανε, ἐγκατέλειψε τὰ κέντρα τῆς διαφθορᾶς καὶ ἐξαχρειώσεως, ἔφυγε στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη καὶ ἐκεῖ ἀφοσιώθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἔζησε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ στεναγμοὺς ἐνοχῆς γιὰ τὰ παλιά της ἁμαρτήματα ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θυσία Ἐκείνου.
Ἀγαπητοί μου, «Τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, τὸ ποτήριον, εἶναι καὶ ποτήριον καὶ πάθος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ ἡ Ἀνάστασίς Του εἶναι πνευματικὴ συνανάσταση ὅλου τοῦ Σώματος τῶν πιστευόντων». Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πάντα βιώνει «τὸ ποτήριον» τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ ἡ ζωὴ της εἶναι Σταυρική, γιατί βιώνει τὸν «Γολγοθᾶ τῆς νοήσεως». Αὐτὸ ποὺ ἰσχύει γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πραγματικὰ μαθητὲς ἢ εἰλικρινεῖς χριστιανούς. Κριτήριο τῆς γνησιότητάς μας ὡς Ἐκκλησίας μελῶν εἶναι ἡ βίωση τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Κύριος τὸ εἶπε: «Τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, πίεσθε». Αὐτὸ συνέβη μὲ τοὺς μαθητές. Περιφρονήθηκαν, διώχθηκαν, αἱμορρόησαν. Ὅλοι πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅτι: ὅταν μιλᾶμε γιὰ «ποτήριον», σταυρικὸ θάνατο, δὲν ἐννοοῦμε ἁπλῶς τὰ βάσανα τῆς ζωῆς ἀλλὰ κάτι περισσότερο. Ἐννοοῦμε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ τυραννία τῶν παθῶν γιὰ τὴν μεταμόρφωση τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, ὥστε ὅλες οἱ δυνάμεις μας νὰ ὑπηρετοῦν τὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχουν μέσα μας κακὲς δυνάμεις ποὺ πρέπει ν’ ἀποβάλλουμε ἀλλὰ διεστραμμένες ποὺ πρέπει νὰ μεταμορφώσουμε. Λέγει κάπου ὁ ἅγιος Ἰσαάκ· «ἡ ὁδὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι καθημερινὸ ποτήριο καὶ Σταυρός. Οὐδεὶς ἀνῆλθεν ἐν τῷ οὐρανῷ μετὰ ἀνέσεως». Τοῦτο τὸ ποτήριο, ὁ Σταυρός, εἶναι κοινὸς κλῆρος ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Μὲ τὸν Σταυρὸ ἐξασφαλίζουμε μεγαλύτερη νίκη καὶ θρίαμβο καὶ ὄχι μὲ τὰ κοσμικὰ κριτήρια.
Κύριε, ἀνάβαινε πρὸς τὸ πάθος, τὸν Σταυρὸ καὶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ κερδίσω τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία. Ἀνάβαινε τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ Σου δεῖξε μας ὅτι προηγεῖται τῆς χαρᾶς τὸ πάθος, τῆς δόξας ὁ Σταυρός, τῆς ἀθανασίας ὁ θάνατος, τῆς θέσεως καὶ τῆς ἀπολαβῆς ἡ προσωπικότης, τῆς τιμῆς ἡ θυσία καὶ τὸ καθῆκον. 

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ.ΑΜΗΝ.

π.Περικλής Ρίπισης

Ο Κώστας Ζουράρις γράφει για τον Ακάθιστο Ύμνο.


300px-Poxvala_s_akafistom

Χαῖρε Λόγε Λόγου Ἀχωρήτου

Χαῖρε ἡ χώρα τοῦ Ἀχωρήτου, ἣν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δίοδος τοῦ ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγου. Ἀκάθιστος διέξοδος ἀπὸ τὸ ὑπόγειον τῆς φθορᾶς στὸ ὑπέργειον τῆς ὀμορφιᾶς. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴν τὴν οὐρανοδρόμον Χώραν τοῦ Ἀκαθίστου, ναί, ὕμνος ἅπας ἡττᾶται! Πῶς, τάχα, θνητός, μὲ βρότειον φθέγμα, νὰ καλλιλογήσει τὴν θεορρήμονα καλλιφθεγξίαν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Πῶς νὰ φθέγγεται, πεπερασμένος, ξεπεσμένος αὐτός, αἶνον γιὰ τὸν Ὕμνον, μὲ τὰ φθαρτά του λόγια, τὰ λασπωμένα τῆς χωματερῆς του;
Κι ὅμως! Ἡ ὑπεράρρητος εὐφθεγξία τοῦ Ἀκαθίστου προτείνει ὑπεραχρόνως σὲ ὅλους ἐμᾶς, τοὺς γεώδεις προσωρινούς, φθόγγους ἀφράστως μελῳδούς. Τόνους ἐλευθερωτικῆς σιωπῆς σημαντικούς: χαῖρε σιγῆς δεομένων, ἡ ὑπὲρ τὴν πλάσιν πίστις! Σιγῆς ἡμῶν, τῶν ἀναλωσίμων χθαμαλῶν, ὥστε αὐτόθι καὶ αἰὲν νὰ ὑπερεκλάμψει ἡ ἀκρουρανία Ἐλευθερία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Καὶ ὁ ἐλευθέριος Ἀκάθιστος νὰ μᾶς ταξιδέψει στὰ ἐκεῖνα, τὰ Ἐπέκεινα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Λόγος κατενίκησε ἀκαταπαύστως τὴν φθορά! Ἐκεῖ! Στὰ πέραν τῶν ἐκεῖ, ὅπου ἡ Ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι γίνεται γιὰ μᾶς, ἀνεκπτώτως, ἡ συντρίψασα τῷ Τόκῳ της τὰς πύλας Ἅδου.
Ἀκαθίστου Ὕμνου μολπὴ Ἐλευθερίας! Γραφῆς γεγραμμένων λόγων, Σύ, Ἐλευθώ, Ἀντάρτη μυητικοῦ λόγου, Σύ, Ἐλευθερία μας… Κι ἐμεῖς, πρεσβείαις Σου, ἀπελεύθεροι. Διότι στὰ δικά σου ὑπερανελκυσθέντες, στῆς παναγίας Ὁλκάδος τὸ καλλίλογον καύχημα: ἡ ἀναβασιὰ τοῦ ἕλληνος Ἀκαθίστου Λόγου πρὸς τὸν ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγον. Δι’ ἐκρήξεως τοῦ γραμμικοῦ, τοῦ κατὰ λόγον λόγου τῶν χθονίων θνησιγενῶν.
Τώρα, ἐδῶ, στὴ Χώρα τοῦ Ἀκαθίστου Λόγου, ἀνθρώπειος ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, κίβδηλοι ψαγμένοι καὶ κενοὶ φενακισταί. Τώρα, ἐδῶ, στὴ Χώρα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἄρχεις Σύ, μόνη ἀκτίς. Ἀδύτου φέγγους βολίς. Πυρίμορφου Λόγου κρηπίς. Χωρὶς τὰ βεβορβορωμένα τῆς κάθε Ἀρχῆς, πυριφθόγγου Κράτορος, Σύ, λιβυρνίς. Χωρὶς τὰ ἀρχολίπαρα τῆς κάθε καθεστωτικῆς εἱρκτῆς.
Σύ, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα, καὶ τὰ σάπια ψόφησαν! Τὰ διχαστικὰ κατεποντίσθησαν! Τὰ νεκρόφιλα ἐνάντια κατενικήθησαν: χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα! Ἡ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖς στὸ ταὐτό, στὴν ταυτότητα τῆς Ἐλευθερίας μας, καί κατανικᾶς τἀναντία. Στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο τὰ ἐναντία, ὅλα πρὶν μεταξύ τους ἄντην, νοσταλγοῦν καὶ γεύονται τώρα τὸ συνάντην. Τὴν Συνάντησιν: παρθενίαν καὶ λοχείαν μαζί, κατάσβεσιν καὶ ἀνάφλεξιν μαζί. Τὸ Συναμφότερον θάμβος. Ὁδὸς ἄνω κάτω, μία καὶ ἑωυτή, Σύ, φθορᾶς φθορά. Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις.
Χαῖρε Κάλλος Λόγε κι ὁ Λαὸς ὑπερυψοῦται.
Στὸν Ἀκάθιστο ἡ χωμάτινη ξεπεσμένη μας φύση ἀποπειρᾶται ἀπόπειραν: μέσα ἀπὸ τὰ πεπερασμένα, κτιστὰ ὅρια τῆς ἡγεμονίδος ἑλληνίδος αὐδῆς, ἡ πόλις τῆς ἀνθρώπινης λάσπης, δι’ ἐκστατικῆς ἑλληνικῆς καταιγίδος τῶν λέξεων, θέλει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Ἄναυδον. Μὲ τὸν θροῦν τοῦ Κάλλους, θρόισμα γαληνιαίας Σιγῆς: οἱ μὲν λόγοι ἔργον τοῦ παρόντος αἰῶνος εἰσίν, ἡ δὲ Σιωπή, μυστήριον τοῦ Μέλλοντος. Μύησις τοῦ ἐν σαρκὶ περιπολοῦντος πτωτικοῦ θεοῦ-πολίτη, διὰ τοῦ φθαρτοῦ ῥητοῦ, στὸ μυστήριον τοῦ Ὑπεραῤῥήτου. Διὰ τοῦ ξεπεσμένου γραπτοῦ.
Καί, ἐξαίφνης, ἐδῶ καὶ χαμαί, ἐν Ἀκαθίστῳ Ὕμνῳ, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἄνω θρώσκει τὰς προσῳδίας, λέξις ψιλή, φράσις φθαρτή, νοσταλγίας γλῶσσα, κτιστὴ ἐν Ἀκτίστω: παρηχήσεις, συνιζήσεις, καθιζήσεις τῆς λογικῆς, τεντωμένες ἐξάρσεις ἐννοιῶν, ποὺ νὰ σπάσουν, λόγια ἀντιφατικὰ σὲ ὁμοιοτέλευτα ἀντιῤῥητικά, τείνουν…Τείνουν, ἐντείνουν. Πρός. Λόγια μεταξύ τους, κατὰ κόσμον ἀσύμβατα, παράλογοι δισσοί λόγοι, ἐριστικοὶ ἀλλήλοις, ποὺ τείνουν… Τείνουν, ἐντείνουν. Πρός…Πρός τὸν Ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγον. Ὅπου τὰ ἐδῶ τοῦ Ἀκαθίστου γραπτὰ ὀξύμωρα γίνονται ἀπερίγραπτος Λόγος. Κι ὁ Λαός ὑπερυψοῦται… Καὶ ἴσως θεοῦται: καλλίλογος λαός, πολιορκημένος ἀπὸ τὴν φθορά. Ἐπανεστημένος ἀπὸ τὴν Ὀμορφιά. Ἀκάθιστος Λαός, Ἐλεύθερος πολιορκημένος. «Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων».
Ὀξύμωρα ἀντιφατικὰ θεόμορφα.
«Χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα (τὰ) πάντα»!
Μά, πῶς τὸ παράλογον τοῦτο; Ποιὰ θέση ἐπέχει στὴν τάξη τοῦ ὀρθοῦ λόγου; Τί λογικὴ ἰσοῤῥοπία εἶναι αὐτὴ ἡ λογικὴ ἀταξία; Ἂν βαστάζεις ἐσὺ τὸν βαστάζοντα τὰ πάντα, τότε ὁ βαστάζων τὰ πάντα δὲν βαστάζει τὰ πάντα! Ἄρα, λογικὴ ἀσυναρτησία;
Ναί, ἀλλὰ καὶ ὄχι! Διότι: καί, ναί, λογικὴ ἀσυναρτησία καὶ ὄχι, διότι λογικὴ συνάρτησις ἐν ὑπερβάσει ἀσυναρτησίας. Ναί, ἐδῶ συμβαίνει ὀξύμωρον σχῆμα, θεόμουρλο, ποὺ τείνει πρός, ἐντείνει τὸ λογικῶς ὀξύμωρον διὰ τῆς ὑπὲρ τὸν λόγον λογικῆς ὑπερεκτάσεως τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: ἐδῶ συμβαίνει Ἀκαθίστου τὸ Συναμφότερον. Καὶ ἡ Παναγιὰ βαστάζει τὸν βαστάζοντα τὰ πάντα Χριστόν, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὀξυμώρῳ, ὁ Χριστός, ναί, βαστάζει τὰ πάντα, ἄρα καὶ τὴν βαστάζουσαν αὐτὸν Βρεφοκρατοῦσα! Ναί! Λογικὸν ὀξύμωρον, ὑπερλογικῶς θεούμενον, ποὺ μᾶς ἐντείνει ἐμᾶς τοὺς χωμάτινους καὶ μᾶς ἐπεκτείνει πρός. Πρὸς τὴν θέωσιν. Μέσα ἀπὸ τὴν τεντωμένη ἀποθέωση τῆς κατὰ κόσμον γραμμικῆς μας λογικῆς. Πού, ἔτσι γραμμένη, σὲ ἀπερίγραπτη, ὀξύμωρη λογικὴ ἀταξία, μᾶς νουθετεῖ, Νοῦς αὐτή, κατὰ Χάριν, πρὸς τὸν Ἀπερίγραπτον Λόγον: ἵνα ὦσιν Ἕν, ἡ ἀνθρώπινη στραβόλεκτη λασπωμένη οὐσία καὶ ὁ Ὑπερούσιος: δυνητικόν, Ἀκαθίστου λέξεως Συναμφότερον… Ὀξύμωρη μορφὴ ἀνθρωπείου λόγου, ποὺ τείνει πρός, ἐκτείνει πρὸς τὴν εὐ-μορφίαν Μορφὴν τοῦ ὑπὲρ τὸν λόγον Λόγου. Ἕν. Ἀνίσως καὶ ἴσως. Καί, πέραν.
«Χαῖρε ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς, Χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς»!
Παρὰ λόγον παράδοξον: καὶ ὕψος δυσανάβατον καὶ βάθος δυσθεώρητον, κι ὅμως αὐτὸ τὸ –δυσ–, τὸ δυσχερές, ναί, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ τὸ ἀνεβαίνουμε, καὶ τὸ καλοβλέπουμε εὐχερῶς; Ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ναί: εὐχερῶς, διὰ τῆς μεσιτείας, τῆς ἐπιεικείας τοῦ παναγίου λόγου τῆς Παναγίας, ποὺ καταργεῖ τὰ –δυσ– τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, κόπου καὶ πόνου. Συναμφότερον τὸ ἐπιεικές. Δι’ ἐκστάσεως τῆς γραμμικῆς λογικῆς συνοχῆς, πρός. Πρὸς τὴν πρόσ­μειξιν μὲ τὸν Λόγον.
Χαῖρε τὸ ὀξύμωρον τῆς ἡμῶν λογικῆς σωτηρίας!
«Χαῖρε, ἡ τῆς ἀσπόρου συλλήψεως»!
«Χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα»!
«Ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν»;…ποὺ ρώτησε κι ἡ ἴδια ἡ Παναγίτσα τὸν Ἀρχάγγελο. Ἑώρακεν! Ἑώρακεν! Διότι ναί, τὴν ἑώρακεν, τὴν εἶδε ἡ ἀνθρωπότης τὴν ὑπερέκτασιν τῆς θνητῆς, χοϊκῆς λογικῆς ταξινομίας: ἑώρακεν τὸ τεντωμένο Συναμφότερον τῆς ὑπὲρ τὸν Καθημερινὸ λόγο μας λογικῆς: καὶ μητέρα καὶ παρθένα, ταυτοχρόνως καὶ μαζί. Ζευγάρι ἀξεδιάλυτο καὶ λογικῶς ἄλυτον ἡ παρθενία μαζὶ μὲ τὴν λοχείαν! Τόσο Συναμφότερον, ὅπως τὸ ἐκτυπώνει ἡ ἀπόπειρα τοῦ ἕλληνος λόγου νὰ ἐπεκτείνει τὴν πτωτική μας λογική, ἔστω καὶ μὲ ὀξύμωρα σχήματα τῆς γραφῆς του, ὥστε, ἴσως, νὰ μᾶς ὑπερεντείνει πρός. Πρὸς εὐχήν. Πρὸς εὐσχήμονα σχήματα τοῦ λόγου, ποὺ θὰ προτυπώνουν, ἐν νόστῳ, τόν Λόγον. Δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με…
«Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει
Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει».
Ἡ ἔκλειψις τοῦ τρισηλίου φωτὸς γίνεται ἔλλαμψις. Ἡ ἀρά, χαρά. Κι ἡ κατάρα, λαχτάρα: μετοχὴ στὸν Ὑπερού­σιον πρωτελεύθερον, ποὺ θὰ ἀπελευθερώσει διὰ τῆς ἱερουργοῦ συμμείξεως, ἐμᾶς, τὴν γειωμένη δούλην πόλιν, γιὰ νὰ τὴν ἀπογειώσει πρός. Πρὸς τὴν ἄνω Ἀνώπολιν. Πρὸς Οὐρανούπολιν Ἐλευθερίαν.
Ὀξύμωρος λέξις τοῦ Ἀκαθίστου, Ἐλευθώ.
«Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος».
Καὶ ὅμως! Συν-βαίνει!
Συμβαίνει: κι ὅταν ἦταν στὰ κάτω, κι ἀπὸ τὰ ἄνω ἦταν οὐδόλως ἀπών, διότι, ταυτοχρόνως καὶ μαζί, ἦταν καὶ στὰ κάτω καὶ στὰ ἄνω. Δηλαδὴ ἄνω κάτω…
Ξανά. Δηλαδή: κι ὅταν ἦταν ἐντελῶς παρὼν στὰ ἄνω καὶ οὐδόλως εἶχε φύγει ἀπὸ τὰ ἄνω, ἦταν ὁλοκληρωτικά, ταυτοχρόνως καὶ μαζί, ναί, ἦταν καὶ στὰ κάτω!!! Δηλαδὴ ἄνω κάτω… Σχῆμα ὀξυ-δερκείας ὀξύσοφον; Σχῆμα ἒνθεον; Σχῆμα Ἀκαθίστου Ἐλευθερίας τοῦ Λόγου.
…«…ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἂνω…»
Ὀξύμωρον θεόμουρλο; Ὄχι καὶ ναί! Καὶ ναὶ καὶ ὄχι! Δηλαδὴ τοῦ Ἀκαθίστου τὸ θεούμενον Συναμφότερον. Μούρλα θεόθεν: «καί τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός». Ἀλογία κατὰ θεῖον Λόγον…
«Ὁδὸς ἄνω κάτω, μία καὶ ἑωυτή»; Εἶναι λογικὴ αὐτή; Ἢ μήπως ἡρακλείτειος-Ἀκάθιστος-Βασίλειος ἑλληνική; Ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἄνω…
«Ὅλως… ἐν τοῖς κάτω», καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν, μέσα στοὺς κάτω, μέσα σὲ μᾶς τοὺς παρακατιανούς: αὐτό, κατὰ φύσιν. Φυσικό.
«ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος»
Ἀλλά, «καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν».
«ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος»: ὄχι κι ἔτσι, διότι αὐτὸ εἶναι παρὰ φύσιν σὲ σχέση μὲ τὸ πιὸ πάνω. Παράλογο: …καὶ οὐδόλως ἀπὼν ἀπὸ τὰ ἄνω, τῆς ἄνω Ἀνωπόλεως. Ἄρα: Καὶ ἦν καὶ ἀπῆν μέν, ἀλλὰ κατὰ τὸ Συναμφότερον, καὶ ὅλως ἦν καὶ οὐδόλως ἀπῆν…ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος… Συναμφότερον, τὸ κατὰ τὸν χθόνιον τὸν πτωτικὸν λόγον, ναί, ἐντελῶς παράλογο!
Κι ὅμως! Μὲ τὸ λεκτικό, τὸ ὑπερεκλάμψεως λογικὸν κακόσχημον, ναί, μὲ τὸ τοῦ Πλάτωνος αὐτὸ «λεπτουργεῖν» ἐν λόγῳ, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος τῆς ἑλληνίδος φωνῆς ὑπερυψοῦται στὴν ὅλως ὑπερφαῆ ἔκρηξιν τοῦ Ὀξυμώρου. Καὶ μέσα στὸ κατὰ λόγον Ὀξύμωρον αὐτὸ κατεστημένη, ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα ψαύει -ἐν ἔρωτι συν-οὐσίας- τὸν κτιστὸν-γραπτόν, κατὰ χάριν καὶ μετοχήν, λόγον, ἀκραγγίζοντας, ναί, τὸν Ἀπερί-γραπτον Λόγον.
Κατὰ χάριν καὶ κατ’ ἐπιείκειαν, ὁ ξεπεσμένος, ὁ πεπερασμένος γραπτὸς λόγος τοῦ θνητοῦ γραφτοῦ μας νά ’χει Μετοχὴν στὸν Ἀπερίγραπτον Λόγον;
Ναί! Καθ’ ὑπέρβασιν τῆς λεκτικῆς καὶ ἐγκοσμίως λογικῆς ἀνακολουθίας. Κατὰ συγκατάβασιν. Ναί. Κατὰ συγκατάβασιν τοῦ θείου Λόγου, τοῦ ὑπεραῤῥήτως λογικοῦ, ποὺ συν-κατα-βαίνει, γιὰ νὰ συν-αντήσει τὸν ξεπεσμένο, χοϊκό, λασπωμένο λογικὸ λόγο τῶν θνητῶν: κρᾶμα, ὑπὲρ τὸν Λόγον, ὑπὲρ τὴν φύσιν, λόγου ἀνθρώπου καὶ θείου. Διὰ τοῦ ὀξυμώρου.
«Συγκατάβασις γὰρ θεϊκὴ γέγονε»: κι ἔτσι γέγονε κι ὁ θνητὸς Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὁ κτιστὸς ἐξ Ἀκτίστου, ὁ χτισμένος μὲ θεία λάσπη ἀλάσπωτη, μὲ φράσιν ἀνθρωπίνως παράλογη καὶ ῥῆσιν ἐνθέως ὑπέρλογη, οἱονεί. Ἀχειρο­ποίητος ὁ Ἀκάθιστος ῞Υμνος, ὁ ποὺ μπόρεσε νὰ ὑπερυψώσει τὰ ἐριστικά, ἀντιφατικά του ὀξύμωρα, ἐκεῖ, στὴν ἀκρουρανίαν τῆς θείας ἐλλάμψεως. Καὶ τότε, γιὰ λίγο, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπερουρανίαν λέξη τοῦ Ἀκαθίστου, γινόμαστε, τόσο λίγο, οἱ ἐν σαρκὶ περιπολοῦντες θεοί. Μέσα στὴ σύμμειξη, στὸ Συναμφότερον ἀνθρώπινης ἀσυναρτησίας καὶ θείας κρυφιομυστίας…
«Συγκατάβασις γὰρ θεϊκή».
Ἀκαθίστου Ὕμνου Χαῖρε.
«ἡ γέφυρα ὄντως ἡ μετάγουσα ἐκ θανάτου πάντας πρὸς ζωήν».
Ἀκαθίστου Ὕμνου Χαῖρε.
«ἡ πύλη μόνη, ἣν ὁ Λόγος διώδευσε μόνος».

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...