Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΒΙΩΜΑ ΖΩΗΣ ...


Σωτηρίου Ν. Κόλλια
  Βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση του πνευ­μα­τι­κού α­γώ­να α­πο­τε­λεί η σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή ά­σκη­ση, η ο­ποί­α πρέ­πει να εί­ναι δια­ρκής και α­κα­τά­παυ­στη προ­κει­μέ­νου να ε­πι­τευ­χθεί η ου­σι­α­στι­κή και ο­λο­κλη­ρω­τι­κή με­ταρ­σί­ω­ση του αν­θρώ­που. Πρώ­τα πρέ­
πει να ε­ξο­βε­λί­ζε­ται κά­θε α­κά­θαρ­τη κη­λί­δα α­πό την ψυ­χή και με­τά να κα­θί­σταν­ται οι πι­στοί ά­ξιοι λει­τουρ­γοί του α­γνού και α­μί­αν­του πνεύ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. Τε­λει­ος άν­θρω­πος εί­ναι ε­κεί­νος που νέ­κρω­σε την προ­αί­ρε­σή του για την α­μαρ­τί­α, την α­νέ­στη­σε για δι­και­ο­σύ­νη και έ­γι­νε σύμ­φυ­τος με το ο­μοί­ω­μα του θα­νά­του και της Α­να­στά­σε­ως του Χρι­στού.  
Η α­παλ­λα­γή α­πό την αρ­χέ­γο­νη πα­ρα­κο­ή ε­πι­τυγ­χά­νε­ται ό­ταν α­φαι­ρούν­ται τα υ­λι­κά προ­σκόμ­μα­τα που συγ­κρα­τούν την έ­νω­ση με­τα­ξύ α­πτού και πνευ­μα­τι­κού. Οι γνή­σιοι α­να­ζη­τη­τές της α­ρε­τής σφυ­ρη­λα­τούν α­δι­α­σά­λευ­τα την οι­κεί­ω­ση της ψυ­χής προς το α­γα­θό, εμ­πο­δί­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να τον ε­θι­σμό της προς τα πά­θη. Η ε­σω­τε­ρι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του αν­θρώ­που ε­πι­τυγ­χά­νε­ται με την μέ­θε­ξη του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, το ο­ποί­ο με τον φω­τι­σμό της λαμ­πρό­τη­τάς Του δω­ρί­ζει στους ά­ξιους την τε­λει­ό­τη­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­κτή­σουν την α­ναλ­λοί­ω­τη α­τρε­ψί­α ού­τως ώ­στε να μην τους χω­ρί­ζει πλέ­ον τί­πο­τε α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό τους. 
Για να ει­σέλ­θει κα­νείς στους θεί­ους κόλ­πους του Θε­ού χρει­ά­ζε­ται εκ­γύ­μνα­ση στο στί­βο της πνευ­μα­τι­κής πα­λαί­στρας και κα­θα­για­σμό της ψυ­χής για να ι­κα­νω­θεί να κα­τα­στεί μέ­το­χος της θεί­ας χά­ρι­τος. Ο ευ­λα­βής χρι­στια­νός πρέ­πει να εν­τεί­νει α­νελ­λι­πώς τους α­γώ­νες του για να μι­μη­θεί το πρό­τυ­πο και το πα­ρά­δειγ­μα του Κυ­ρί­ου μας Ι­η­σού Χρι­στού.
Ο άν­θρω­πος, που ε­πι­θυ­μεί να συ­νά­ψει κοι­νω­νί­α α­γά­πης με τον Θε­ό πρέ­πει να έ­χει α­παλ­λα­χθεί α­π’ ό­λα τα εγ­κό­σμια, να εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος α­πό το βά­ρος και την τα­ρα­χή της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, την πί­ε­ση του κό­σμου και τα ε­πί­γεια προ­βλή­μα­τα, ώ­στε ο νους του να μην εί­ναι προ­ση­λω­μέ­νος σε αυ­τά. Ό­ταν ο άν­θρω­πος δεν α­σχο­λεί­ται με τα του κό­σμου μπο­ρεί α­δέ­σμευ­τος να στρα­φεί και να προ­ση­λω­θεί στην γνω­ρι­μί­α του Θε­ού.  
Κύ­ρια μέ­ρι­μνα, λοι­πόν, της Εκ­κλη­σί­ας μας α­πο­τε­λεί ο ε­ξα­γνι­σμός της ψυ­χής και α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση, η ο­ποί­α θα έ­χει σαν α­πο­τέ­λε­σμα, με­τά α­πό σκλη­ρές δο­κι­μα­σί­ες, την θέ­ω­ση του αν­θρώ­που, την έ­νω­σή του με­τά του Θε­ού, την αρ­πα­γή του στην σφαί­ρα του θεί­ου και την με­τά­βα­σή του α­πό την κο­σμι­κή ζω­ή στην πνευ­μα­τι­κή και ου­ρά­νια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Στους πι­στούς που διά­γουν θε­ά­ρε­στο βί­ο, κα­τοι­κούν μέ­σα τους οι α­ρε­τές της γα­λή­νης και της α­γά­πης και όν­τας α­νε­πη­ρέ­α­στοι α­πό τις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πι­δρά­σεις και τα ε­ρε­θί­σμα­τα, που τα­λα­νί­ζουν το μυα­λό και την καρ­διά τους, εί­ναι α­πε­ρί­σπα­στα συ­να­θροι­σμέ­νοι κά­τω α­πό το ου­ρά­νιο πέ­πλο του Πλά­στη. Σαν συ­νέ­πεια ό­λων αυ­τών θα εί­ναι ο Πα­τήρ να ευ­δο­κή­σει, ο Υι­ός να συ­νερ­γή­σει και το ά­γιο Πνεύ­μα να εμ­πνεύ­σει, μάλ­λον δε να τους φω­τί­σει η μί­α λάμ­ψη, που πη­γά­ζει α­πό τον έ­να Θε­ο, κα­τά τον λό­γο του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου (PG 36, 25C). Η ε­πι­τυ­χί­α του αν­θρώ­που, που με την α­γί­α ζω­ή του κα­τά­φε­ρε να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τους πό­θους του ε­πι­βρα­βεύ­ε­ται. Το έ­πα­θλο αυ­τής της ε­πί­πο­νης πνευ­μα­τι­κής προ­σπά­θειας εί­ναι α­νυ­πο­λό­γι­στο κα­θώς α­ξι­ώ­νε­ται να νοι­ώ­σει την πα­ρου­σί­α του Θε­ού. 
Οι άν­θρω­ποι θα γνω­ρί­σουν το θεί­ο, ό­ταν ο νους και το λο­γι­κό τους συ­ζευ­χθούν με τον Θε­ό εκ του ο­ποί­ου προ­ήλ­θαν, "και η ει­κών α­νέλ­θη προς το αρ­χέ­τυ­πον, ου νυν έ­χει την έ­φε­σιν" (Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου, PG 36, 48C).  
Ό­ποι­ος, λοι­πόν, έ­χει α­πο­κα­θά­ρει τον ε­αυ­τό του α­πό την ε­νέρ­γεια των πα­θών και δι­α­κό­πτει την κί­νη­ση της ε­πι­θυ­μί­ας κα­θι­στών­τας την ψυ­χή του α­μό­λυν­τη, τό­τε ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται α­πό την μά­στι­γα των υ­λι­κών και προ­σα­να­το­λί­ζε­ται προς την θεί­α και ει­ρη­νι­κή κα­τά­λη­ξη των νο­η­τών. Ο άν­θρω­πος αυ­τός έ­χει γί­νει ο φω­τει­νός λύ­χνος, κα­θι­στών­τας λαμ­πρό τον βί­ο που διά­γει. Α­φού ι­κα­νώ­θη­κε να γνω­ρί­σει τον Θε­ό και α­πό­λαυ­σε την η­δο­νή αυ­τής της γνώ­σε­ως, τό­τε εύ­κο­λα πε­ρι­φρο­νεί ό­λες τις η­δο­νές που προ­έρ­χον­ται α­πό τους πει­ρα­σμούς, κα­θώς έ­χει α­πο­δε­σμευ­τεί α­πό την γή­ι­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και προ­σα­να­το­λί­ζε­ται μό­νο προς την ου­ρά­νια. Έ­τσι με την α­κα­τά­βλη­τη ά­σκη­ση α­πο­κτά­ται ψυ­χή προ­θυ­μό­τε­ρη και κα­λά γυ­μνα­σμέ­νη κα­θώς θα έ­χει γί­νει ο φω­τει­νός ο­δο­δεί­χτης που θα χα­ρά­ζει την πο­ρεί­α προς την σω­τη­ρί­α. 
Η νέ­κρω­ση των αι­σθή­σε­ων ση­μα­το­δο­τεί την α­νά­στα­ση του πνεύ­μα­τος και της ψυ­χής. Ως συ­νέ­πεια έ­χουν να δι­α­νοι­χθεί θρι­αμ­βευ­τι­κά η θύ­ρα της αι­ω­νί­ου ε­νώ­σε­ως με τον Παν­το­κρά­το­ρα Θε­ο, κα­θώς η α­πά­θεια για τα εγ­κό­σμια δη­λώ­νει το πά­θος για τα ου­ρά­νια και η α­πάρ­νη­ση των ε­φή­με­ρων φα­νε­ρώ­νει την α­γά­πη για τα αι­ώ­νια!
      
 
Το κείμενο μετατράπηκε σε μονοτονικό, για να διαβάζεται από όλες τις συσκευές.
http://wwwtaxiarhes.blogspot.gr/2013/05/blog-post_25.html

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΒΙΩΜΑ ΖΩΗΣ ...


Σωτηρίου Ν. Κόλλια
  Βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση του πνευ­μα­τι­κού α­γώ­να α­πο­τε­λεί η σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή ά­σκη­ση, η ο­ποί­α πρέ­πει να εί­ναι δια­ρκής και α­κα­τά­παυ­στη προ­κει­μέ­νου να ε­πι­τευ­χθεί η ου­σι­α­στι­κή και ο­λο­κλη­ρω­τι­κή με­ταρ­σί­ω­ση του αν­θρώ­που. Πρώ­τα πρέ­
πει να ε­ξο­βε­λί­ζε­ται κά­θε α­κά­θαρ­τη κη­λί­δα α­πό την ψυ­χή και με­τά να κα­θί­σταν­ται οι πι­στοί ά­ξιοι λει­τουρ­γοί του α­γνού και α­μί­αν­του πνεύ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας. Τε­λει­ος άν­θρω­πος εί­ναι ε­κεί­νος που νέ­κρω­σε την προ­αί­ρε­σή του για την α­μαρ­τί­α, την α­νέ­στη­σε για δι­και­ο­σύ­νη και έ­γι­νε σύμ­φυ­τος με το ο­μοί­ω­μα του θα­νά­του και της Α­να­στά­σε­ως του Χρι­στού.  
Η α­παλ­λα­γή α­πό την αρ­χέ­γο­νη πα­ρα­κο­ή ε­πι­τυγ­χά­νε­ται ό­ταν α­φαι­ρούν­ται τα υ­λι­κά προ­σκόμ­μα­τα που συγ­κρα­τούν την έ­νω­ση με­τα­ξύ α­πτού και πνευ­μα­τι­κού. Οι γνή­σιοι α­να­ζη­τη­τές της α­ρε­τής σφυ­ρη­λα­τούν α­δι­α­σά­λευ­τα την οι­κεί­ω­ση της ψυ­χής προς το α­γα­θό, εμ­πο­δί­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να τον ε­θι­σμό της προς τα πά­θη. Η ε­σω­τε­ρι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του αν­θρώ­που ε­πι­τυγ­χά­νε­ται με την μέ­θε­ξη του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, το ο­ποί­ο με τον φω­τι­σμό της λαμ­πρό­τη­τάς Του δω­ρί­ζει στους ά­ξιους την τε­λει­ό­τη­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­κτή­σουν την α­ναλ­λοί­ω­τη α­τρε­ψί­α ού­τως ώ­στε να μην τους χω­ρί­ζει πλέ­ον τί­πο­τε α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό τους. 
Για να ει­σέλ­θει κα­νείς στους θεί­ους κόλ­πους του Θε­ού χρει­ά­ζε­ται εκ­γύ­μνα­ση στο στί­βο της πνευ­μα­τι­κής πα­λαί­στρας και κα­θα­για­σμό της ψυ­χής για να ι­κα­νω­θεί να κα­τα­στεί μέ­το­χος της θεί­ας χά­ρι­τος. Ο ευ­λα­βής χρι­στια­νός πρέ­πει να εν­τεί­νει α­νελ­λι­πώς τους α­γώ­νες του για να μι­μη­θεί το πρό­τυ­πο και το πα­ρά­δειγ­μα του Κυ­ρί­ου μας Ι­η­σού Χρι­στού.
Ο άν­θρω­πος, που ε­πι­θυ­μεί να συ­νά­ψει κοι­νω­νί­α α­γά­πης με τον Θε­ό πρέ­πει να έ­χει α­παλ­λα­χθεί α­π’ ό­λα τα εγ­κό­σμια, να εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος α­πό το βά­ρος και την τα­ρα­χή της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, την πί­ε­ση του κό­σμου και τα ε­πί­γεια προ­βλή­μα­τα, ώ­στε ο νους του να μην εί­ναι προ­ση­λω­μέ­νος σε αυ­τά. Ό­ταν ο άν­θρω­πος δεν α­σχο­λεί­ται με τα του κό­σμου μπο­ρεί α­δέ­σμευ­τος να στρα­φεί και να προ­ση­λω­θεί στην γνω­ρι­μί­α του Θε­ού.  
Κύ­ρια μέ­ρι­μνα, λοι­πόν, της Εκ­κλη­σί­ας μας α­πο­τε­λεί ο ε­ξα­γνι­σμός της ψυ­χής και α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση, η ο­ποί­α θα έ­χει σαν α­πο­τέ­λε­σμα, με­τά α­πό σκλη­ρές δο­κι­μα­σί­ες, την θέ­ω­ση του αν­θρώ­που, την έ­νω­σή του με­τά του Θε­ού, την αρ­πα­γή του στην σφαί­ρα του θεί­ου και την με­τά­βα­σή του α­πό την κο­σμι­κή ζω­ή στην πνευ­μα­τι­κή και ου­ρά­νια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Στους πι­στούς που διά­γουν θε­ά­ρε­στο βί­ο, κα­τοι­κούν μέ­σα τους οι α­ρε­τές της γα­λή­νης και της α­γά­πης και όν­τας α­νε­πη­ρέ­α­στοι α­πό τις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πι­δρά­σεις και τα ε­ρε­θί­σμα­τα, που τα­λα­νί­ζουν το μυα­λό και την καρ­διά τους, εί­ναι α­πε­ρί­σπα­στα συ­να­θροι­σμέ­νοι κά­τω α­πό το ου­ρά­νιο πέ­πλο του Πλά­στη. Σαν συ­νέ­πεια ό­λων αυ­τών θα εί­ναι ο Πα­τήρ να ευ­δο­κή­σει, ο Υι­ός να συ­νερ­γή­σει και το ά­γιο Πνεύ­μα να εμ­πνεύ­σει, μάλ­λον δε να τους φω­τί­σει η μί­α λάμ­ψη, που πη­γά­ζει α­πό τον έ­να Θε­ο, κα­τά τον λό­γο του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου (PG 36, 25C). Η ε­πι­τυ­χί­α του αν­θρώ­που, που με την α­γί­α ζω­ή του κα­τά­φε­ρε να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τους πό­θους του ε­πι­βρα­βεύ­ε­ται. Το έ­πα­θλο αυ­τής της ε­πί­πο­νης πνευ­μα­τι­κής προ­σπά­θειας εί­ναι α­νυ­πο­λό­γι­στο κα­θώς α­ξι­ώ­νε­ται να νοι­ώ­σει την πα­ρου­σί­α του Θε­ού. 
Οι άν­θρω­ποι θα γνω­ρί­σουν το θεί­ο, ό­ταν ο νους και το λο­γι­κό τους συ­ζευ­χθούν με τον Θε­ό εκ του ο­ποί­ου προ­ήλ­θαν, "και η ει­κών α­νέλ­θη προς το αρ­χέ­τυ­πον, ου νυν έ­χει την έ­φε­σιν" (Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου, PG 36, 48C).  
Ό­ποι­ος, λοι­πόν, έ­χει α­πο­κα­θά­ρει τον ε­αυ­τό του α­πό την ε­νέρ­γεια των πα­θών και δι­α­κό­πτει την κί­νη­ση της ε­πι­θυ­μί­ας κα­θι­στών­τας την ψυ­χή του α­μό­λυν­τη, τό­τε ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται α­πό την μά­στι­γα των υ­λι­κών και προ­σα­να­το­λί­ζε­ται προς την θεί­α και ει­ρη­νι­κή κα­τά­λη­ξη των νο­η­τών. Ο άν­θρω­πος αυ­τός έ­χει γί­νει ο φω­τει­νός λύ­χνος, κα­θι­στών­τας λαμ­πρό τον βί­ο που διά­γει. Α­φού ι­κα­νώ­θη­κε να γνω­ρί­σει τον Θε­ό και α­πό­λαυ­σε την η­δο­νή αυ­τής της γνώ­σε­ως, τό­τε εύ­κο­λα πε­ρι­φρο­νεί ό­λες τις η­δο­νές που προ­έρ­χον­ται α­πό τους πει­ρα­σμούς, κα­θώς έ­χει α­πο­δε­σμευ­τεί α­πό την γή­ι­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και προ­σα­να­το­λί­ζε­ται μό­νο προς την ου­ρά­νια. Έ­τσι με την α­κα­τά­βλη­τη ά­σκη­ση α­πο­κτά­ται ψυ­χή προ­θυ­μό­τε­ρη και κα­λά γυ­μνα­σμέ­νη κα­θώς θα έ­χει γί­νει ο φω­τει­νός ο­δο­δεί­χτης που θα χα­ρά­ζει την πο­ρεί­α προς την σω­τη­ρί­α. 
Η νέ­κρω­ση των αι­σθή­σε­ων ση­μα­το­δο­τεί την α­νά­στα­ση του πνεύ­μα­τος και της ψυ­χής. Ως συ­νέ­πεια έ­χουν να δι­α­νοι­χθεί θρι­αμ­βευ­τι­κά η θύ­ρα της αι­ω­νί­ου ε­νώ­σε­ως με τον Παν­το­κρά­το­ρα Θε­ο, κα­θώς η α­πά­θεια για τα εγ­κό­σμια δη­λώ­νει το πά­θος για τα ου­ρά­νια και η α­πάρ­νη­ση των ε­φή­με­ρων φα­νε­ρώ­νει την α­γά­πη για τα αι­ώ­νια!
      
 
Το κείμενο μετατράπηκε σε μονοτονικό, για να διαβάζεται από όλες τις συσκευές.
πηγή  αντιγραφή

7500 ΑΠΟ ΑΔΑΜ...

7500 ΑΠΟ ΑΔΑΜ...
Πρόκειται για ένα όραμα ενός επίσης αγίου ιεράρχου, του Αγίου Καλλινίκου από την Ρουμανία, ο οποίος έζησε στα κοντινά μας χρόνια  (1787-1868 ). 
Πρίν εκλεγεί Επίσκοπος στο Ρίμνικ ο Αγιος Καλλίνικος ήταν επί 31 χρόνια ηγούμενος στο Μοναστήρι Τσερνίκα που ευρίσκεται πλησίον του Βουκουρεστίου, την πρωτεύουσα της Ρουμανίας. Σήμερα στην  κεντρική εκκλησία (Καθολικό) ευρίσκονται τα λείψανα του, τα οποία αδιάκοπα  θαυματουργούν και θεραπεύουν κάθε είδους σωματικές και ψυχικές ασθένειες. 
Η ζωή του Αγίου Καλλίνικου γράφτηκε από το στενότερο μαθητή του, τον Αρχιμανδρίτη Αναστάσιο Μπαλντοβίν, ο οποίος την άκουσε από το στόμα του. Είδε και πολλά άλλα θαυμαστά γεγονότα της ζωής του Αγίου Γέροντος του, από τα οποία, καθώς αναφέρει, ένα πολύ μικρό μέρος έγραψε προς ωφέλεια των πνευματικών του αδελφών. 
Προς καλλίτερη κατανόηση του μνημονευόμενου γεγονότος αναφέρω ότι το μοναστήρι Τσερνίκα ευρίσκεται σε πεδινή περιοχή, όπου υπάρχουν και δυο νησάκια, μέσα στην κοίτη του ποταμού Κολεντίνα: το νησί του Αγίου Νικολάου και το του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. 
Το έτος 1832, όταν έγινε το αποκαλυπτικό αυτό όραμα, το μοναστήρι Τσερνίκα ευρισκόταν τότε, στο νησί του Αγίου Νικολάου, ενώ το σημερινό, πού βρίσκεται στο νησί του Αγίου Γεωργίου, δεν είχε κτισθή ακόμη.
Ο στάρετς Καλλίνικος είχε αναγνωρισθεί από όλους ως άγιος άνθρωπος, μεγάλος ασκητής, και με σπουδαία πνευματικά χαρίσματα. Γι’ αυτό καί είχε συγκεντρώσει τριγύρω του ένα μεγάλο πλήθος μοναχών και τα κελιά στο νησί του Αγίου Νικολάου ήταν ανεπαρκή για όλους.
 Σκέφθηκε λοιπόν ό στάρετς, να φτιάξει ένα μεγαλύτερο μοναστήρι στο διπλανό νησί του Αγίου Γεωργίου.
Κατά Θεία ευδοκία, τότε ακριβώς ο ηγούμενος  έλαβε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων, για την ίδρυση μιας μονής. Δεν του έμενε πλέον τίποτε άλλο, παρά νά αρχίσει αυτό το έργο. Είχε όμως κάποια αμφιβολία. Τι είχε συμβεί; 
Εκείνο τον καιρό στη Ρουμανία είχε διαδοθεί ότι σύντομα, δηλαδή το έτος 1848, θα γίνει το τέλος του κόσμου. Γεγονός πάντως που συνέβη και είναι γνωστό, είναι ότι το 1848 ήταν έτος επαναστάσεων και κοινωνικών μεταβολών σέ ολόκληρη την Ευρώπη.
Σκεπτόμενος αυτά, ημέρα και νύκτα, προσευχόμενος στο Θεό με όλη την καθαρότητα της ψυχής του και έχοντας αμφιβολία ν’ αρχίσει ή όχι την ανοικοδόμηση της Μονής, δεν το απεφάσιζε, αφ’ εφόσον επίστευε ότι το 1848 θα γίνη το τέλος του κόσμου. 
Μια νύχτα, αρχίζοντας την νυχτερινή προσευχή του και σκεπτόμενος όλα αυτά, εκάθησε για λίγο στο σκαμνί του, διότι σέ αυτό αναπαυόταν λίγο, και ουδέποτε εξάπλωνε σε κρεββάτι.
Ξαφνικά ευρέθηκε, στην πραγματικότητα και όχι στο ονειρό του, στο διπλανό νησί του Άγιου Γεωργίου...  
Από δεξιά του είχε, τον Αγιο ιεράρχη Νικόλαο, προστάτη της μονής και από αριστερά του τον άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, οι οποίοι και του έκαναν παρατήρηση, γιατί δεν αρχίζει την κατασκευή της Μονής σέ αυτό το νησί, αφού έλαβε τα χρήματα από τον αρχιερέα Στρατόνικο.
Τότε ο ηγούμενος Καλλίνικος με πολύ φόβο και τρόμο τους είπε: 
«Συγχωρέστε με, Αγιοι του Θεού, αλλά διάβασα μερικές προφητείες για το μέλλον και επίστευσα ότι το έτος 1848 θα γίνει το τέλος του κόσμου για εμάς». 
Τότε εκείνοι τού είπαν: « Κοίταξε προς την ανατολή...»  Όταν ό στάρετς σήκωσε τά μάτια του πρός ανατολάς, δέν μπορούσε νά ιδεί τόν ουρανό, παρά μόνο μία μεγάλη φωτεινή λάμψη. Αμέσως λύγισαν τά γόνατά του καί έπεσε στήν γή σάν νεκρός. Τότε οί Άγιοι τόν σήκαωσαν όρθιο  καί τού είπαν:
«Κοίταξε τώρα προς ανατολάς, και θα ιδείς το μέγα Μυστήριο της Θείας Πρόνοιας». 
Δυναμωμένος από την χάρη του Θεού είδε την Αγία Τριάδα, έτσι όπως είναι ζωγραφισμένη στις άγιες Εικόνες, 
ενώ κάτω από την Αγία Τριάδα, είδε μια μεγάλη περγαμηνή από χρυσό, στην οποία ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα: 
«7500 από Αδάμ...»
Οι Αγιοι λοιπόν που τον κρατούσαν από τα μπράτσα, του είπαν: 
«Βλέπε ότι, όχι τό 1848 είναι το τέλος του κόσμου, αλλά το τέλος του ορατού κόσμου θά αρχίσει, όταν συμπληρωθούν 7500 χρόνια από κτίσεως Αδάμ. 
Οπότε, πρόσθεσαν, άρχισε να κτίζεις το μοναστήρι στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου». 
Έτσι και έγινε. Μετά από αυτό το όραμα ο στάρετς Καλλίνικος άρχισε αμέσως την ίδρυση της εκκλησίας και των κελιών υπό την μορφή του τετράγωνου φρουρίου, όπως φαίνεται μέχρι σήμερα. Αυτό είναι το όραμα από την βιογραφία του Αγίου Καλλίνικου της Τσερνίκας. 
Όπως βλέπουμε, εδώ γίνεται λόγος ακριβώς για το 7500 από κτίσεως Αδάμ, έτος, το οποίο δείξαμε ανωτέρω ότι ανταποκρίνεται στο 1992.
Αξιον προσοχής είναι και το γεγονός ότι τα οράματα αυτά  πού αναφέρουμε, συνέβησαν σε χρόνους και τόπους απομακρυσμένους μεταξύ τους και χωρίς καμμιά εξάρτηση το ένα από το άλλο, και αναφέρονται ακριβώς στο ίδιο έτος: 1992.
Ότι δηλαδή, από τό έτος 1992 , έχουμε μπεί στήν φάση τού τέλους πού οπωσδήποτε όμως έχει κάποια χρονική διαδρομή, εντελώς  άγνωστη σέ όλους μας...

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Κυριακῇ τετάρτῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, 
τοῦ Παραλύτου μνείαν ποιούμεθα,
 καὶ ὡς εἰκὸς τὸ τοιοῦτον ἑορτάζομεν θαῦμα.

Τὸ ῥῆμα Χριστοῦ σφίγμα τῷ παρειμένῳ.
Οὕτως ἴαμα τοῦτο ῥῆμα καὶ μόνον.

Τῷ ἀπείρῳ ἐλέει σου, 

Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, 
ἐλέησον ἡμᾶς. 
Ἀμήν.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΡΠΟΥ, ΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ

Τῌ ΚΣΤ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΜΑΪΟΥ

Μνήμη

 τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Κάρπου,
 ἑνὸς τῶν Ἑβδομήκοντα.

Τῇ ΚΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός,

 Μνήμη 
τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἀποστόλου Κάρπου,
 ἑνὸς τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων.

Καρποὺς ἐνεγκών, Κάρπε, δεκτοὺς Κυρίῳ
Φέρεις καθ' ὥραν τὴν τελευτὴν ὡς τρύγην.
Εἰκάδι ἕκτῃ Κάρπος ἀπὸ χθονὸς ἵπτατο μακρῆς.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Μνήμη 
τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου
 Ἀλφαίου, 
καὶ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, 
Ἀβερκίου καὶ Ἑλένης.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις,

 ὁ Θεός, 
ἐλέησον ἡμᾶς. 
Ἀμήν.

Προσεγγίζοντας την Ανάσταση



        «….Ο Ιησούς δεν είναι απόκοσμος, ήρθε με μια βαθειά λαχτάρα για να είναι πολύ κοντά μας…«Επιθυμία επεθύμησε», με επίμονη επιθυμία, όχι απλώς να έρθει κοντά μας, αλλά να συντρώγει μαζί μας. Χρησιμοποιεί την πιο θερμή λέξη, για ένα γεύμα, ένα Πάσχα, το οποίο στα Εβραϊκά σημαίνει «διάβαση σε μία καινούργια ζωή ένα πέρασμα από τη δουλεία της σχετικότητας προς την όχθη της επαγγελίας, της καινούργιας κτίσεως.
          Αυτό το γεύμα μαζί με τον Χριστό, το δείπνο αυτό είναι και πέρασμα. Αυτό φαίνεται στα βιβλικά κείμενα, ότι ο Χριστός επιθυμεί σφόδρα. Ο Κύριος δεν είναι προπάντων δάσκαλος, είναι ο Ων, η Ζωή, το ξεχείλισμα της αγάπης. «Αγάπη εστί». Το βασικό Του κίνητρο δεν είναι να μας κάνει διδασκαλία αλλά θέλει να είναι πολύ κοντά μας, να συμφάγει μαζί μας, με εμάς τους αμαρτωλούς. Και αυτό να συνεχίζεται, γιατί αυτό ήρθε να κάνει, να φτιάξει μία νέα κατάσταση, μία συντροφιά ενότητας και αγάπης που την ονομάζει Εκκλησία.
          Εκκλησία είναι το τραπέζι του υπερώου, η συντροφιά των μαθητών δια μέσου των αιώνων, που συντρώγουν ανακείμενοι κοντά Του. Όχι απλώς ακούνε, αλλά κοινωνούν τον Άρτο που τους δίδει.
          Τούτο το Πάσχα ο Ιησούς θέλει οπωσδήποτε να φάγει μαζί μας, δηλ. να κοινωνήσουμε μαζί Του, η ζωή μας να ενωθεί με Αυτόν, να συμπορευτούμε μαζί Του…».


Πηγή: Αρχιμ. Η. Μαστρογιαννόπουλου, «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ»

Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

Αλεξάντρου Τούντορ: Η πίστη ενός διαιτητή ποδοσφαίρου

www.razbointrucuvant.ro/. Μετάφραση ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ  
Ο Αλεξάντρου Τούντορ είναι διαιτητής στο ρουμανικό πρωτάθλημα από το 1997 και διεθνής διαιτητής με το σήμα FIFA από το 2001. Είναι γνωστός για την αυστηρότητά του και τον μεγάλο αριθμό καρτών που δείχνει. Πίσω όμως από αυτήν την σκληρότητα κρύβεται ένας άνθρωπος σωστός και σοβαρός, αλλά κυρίως απαιτητικός από τον εαυτό του. Αυτή η απαιτητικότητά του πηγάζει από μία καθαρή και άγρυπνη χριστιανική συνείδηση. Είναι πολύ φειδωλός στις δηλώσεις του προς τα Μ.Μ.Ε., αλλά όταν μιλάει για τον Χριστό το πρόσωπό του φωτίζεται.
  


-Πριν σας γνωρίσω μου τράβηξε την προσοχή η δήλωση ενός παράγοντα ο οποίος είχε πει: Είμαι ευτυχής που θα διαιτητεύσει ο Τούντορ επειδή είναι άνθρωπος του Θεού και δεν ανυσηχώ.
-Προτιμώ να μένω μακριά από τον τύπο και να ασχολούμαι πιο πολύ με τα πνευματικά.


-Ωστόσο ως δημόσιο πρόσωπο δεν μπορείτε να μένετε μακριά από τα Μ.Μ.Ε.
-Ναι, προσπαθώ να μείνω όσο πιο μακριά μπορώ και να αποφεύγω τις πολλές δημόσιες δηλώσεις οι οποίες μπορεί και να μην είναι απολύτως αληθινές.


-Τότε περνώντας σε πνευματικά θέματα θυμάμαι έναν γέροντα ο οποίος είπε:Εγώ δεν καταλαβαίνω το ποδόσφαιρο,τόση ενέργεια... τόση προσπάθεια για να πιάσεις τη μπάλα και όταν την πιάνεις την κλωτσάς.
-Ναι, και εγώ δεν καταλαβαίνω τι γυρεύω στο ποδοσφαιρο αυτήν τη στιγμή, αλλά δεν έχω την ευλογία να αποτραβηχθώ.
-Από τον πνευματικό σας;
-Ναι.


-Είναι καλά στο ποδοσφαιρο;
-Είναι καλά επειδή από την δική μου οπτική γωνία σου δείχνει έναν δρόμο προς τον Θεό. Με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις σε βοηθάει να ακολουθήσεις έναν συγκεκριμένο δρόμο.


-Μπορεί δηλαδή το ποδόσφαιρο να σε φέρει κοντά στο Θεό;
-Οτιδήποτε μπορεί να σε φέρει κοντά στο Θεό,πόσο μάλλον το ποδόσφαιρο το οποίο είναι και δύσκολο.


 

-Κάποιος ρώτησε έναν ιεράρχη δικό μας εαν ο Θεός αγαπάει το ποδόσφαιρο και εκείνος απάντησε: Πιστεύω ότι δεν Τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο.
-Εγώ πιστεύω ότι ο Θεός τους αγαπάει όλους, ανεξάρτητα εαν ασχολούνται με το ποδοσφαιρο ή όχι.


-Είπατε ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να σε φέρει κοντά στο Θεό επειδή είναι δύσκολο, συνεπώς ζητάει κάποια θυσία. Τι είναι το πιο δύσκολο στο ποδόσφαιρο ειδικά για ένα διαιτητή;
-Για μένα το πιο δύσκολο ήταν να αντέξω. Ν'αντέξω στο σύστημα με τον δικό μου τρόπο. Εμένα οι δικοί μου μου είχαν πει κάτι σκληρό: «Κοίτα, μία τιμή έχεις. Εάν την χάσεις, δε θα μπορείς να την αγοράσεις για να την πάρεις πίσω!». Αυτό μου έμεινε χαραγμένο στον χαρακτήρα μου.


-Στο ποδόσφαιρο, όπως και σε άλλα αθλήματα, τα αίματα ανάβουν, τα πάθη βγαίνουν στην επιφάνεια. Πώς αυτό συμβιβάζεται με την πνευματική ζωή;
-Πνευματική ζωή... Σας είπα, προς στιγμήν δεν έχω την ευλογία να εγκαταλείψω το ποδόσφαιρο. Με ρώτησε ένας γέροντας πόσα χρόνια έχω ακόμη στο ποδόσφαιρο. Μετά μου είπε: «Εαν δεν μπορείς να προσεύχεσαι τη στιγμή εκείνη, προσευχήσου μετά».
- Μπορείς να προσευχηθείς ενώ διαιτητεύεις;
-Πολύ δύσκολο.
-Δηλαδή μπορούν να είναι μαζί στον λαιμό η σφυρίχτρα και ο σταυρός;
-Μπορούν. Αλλά είναι δύσκολο να προσεύχεσαι την ώρα του παιχνιδιού. Ή πριν ή μετά το παιχνίδι.


-Υποθέτω ότι υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι προσεύχονται την ώρα του παιχνιδιού. Δεν αναφέρομαι σε αυτούς που προσεύχονται στην κερκίδα αλλά σε αυτούς που βρίσκονται στον αγωνιστικό χώρο. Μπορεί να σκέφτεται κάποιος τον Θεό την ώρα που κυνηγάει την μπάλα;
-Πρόσφατα με ρώτησε ένας ποδοσφαιριστής: «Κύριε Τούντορ, μπορώ να προσευχομαι την ώρα του παιχνιδιού με την ευχή του Ιησού;». «Αδελφέ, πήγαινε στον πνευματικό σου πρώτα για να πάρεις ευλογία» του είπα. Εγώ ούτε που το είχα σκεφτεί. Αλλά αυτός... Βλέπεις. Και ο Θεός τον βοήθησε με την έννοια ότι έβαλε πολλά αποφασιστικά γκολ για την ομάδα του.
....
-Θα μας πείτε κάποιες προσωπικές σας εμπειρίες, οι οποίες ίσως βοηθήσουν κάποιους πνευματικά;
-Συνάντησα πολλούς πατέρες με αγία ζωή και είχα την χαρά να συνομιλήσω με τον γέροντα Ιουλιανό από την Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Μου είπε: «Κοίτα εκεί στο ποδόσφαιρο να είσαι όλος μάτια και αυτιά». Είχα την αίσθηση ότι αυτά τα λόγια έρχονται από ψηλά και ότι περνώντας μέσα από το στόμα του γέροντα, έφτασαν σ' εμένα κάνοντας στροφή ενενήντα μοιρών. Αυτά μου τα είπε πριν γίνουν οι συλλήψεις κάποιων προέδρων ποδοσφαιρικών ομάδων και κάποιων συναδέλφων μου.
 


-Σκέφτομαι αυτήν την πίεση από τις κερκίδες. Το γεγονός ότι χιλιάδες μάτια είναι στραμμένα πάνω στον διαιτητή. Πώς μεταδίδεται αυτό σ' εσάς ως πνευματική κατάσταση;
-Ένας μοναχός, ο οποίος κάποτε ήταν ποδοσφαιριστής, μου είπε: «Κύριε Τούντορ, ο πιο μεγάλος κριτής είναι ο Θεός». Αυτό για μένα ήταν αρκετό. Εμένα με φώτισε. Άφησέ τα όλα στα χέρια του Θεού.


-Για τους ανθρώπους του ποδοσφαίρου εμείς διαβάζουμε στον τύπο, ακούμε γι' αυτούς στην τηλεόραση. Συνεπώς τους βλέπουμε μέσα από τα μάτια των άλλων. Κάποιοι βρίσκονται πολύ κοντά στο Θεό. Ίσως να μας σκιτσάρετε κάποια πορτραίτα, είτε λέγοντας το όνομα τους είτε όχι.
-Τέτοιο άνθρωποι είναι συνήθως διακριτικοί. Θυμαμαι έξι διαιτητές που πήγαν στο Άγιο Όρος, όχι για εκδρομή αλλά για πνευματικούς λόγους. Ξέρω ανθρώπους του ποδοσφαίρου που πιστεύουν βαθιά στο Θεό, αλλά δεν το δημοσιοποιούν. Είναι πολλοί. Τους ξέρει μόνο ο Θεός.

ΕΠΕΙΓΟΝ: τους παίρνουν τα παιδιά λόγω ανεργίας! ΚΡΑΥΓΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ από πολύτεκνη οικογένεια που χρειάζεται τη ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ στο Ηράκλειο Κρήτης!!



ΕΠΕΙΓΟΝ: τους παίρνουν τα παιδιά λόγω ανεργίας!

ΚΡΑΥΓΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ από πολύτεκνη οικογένεια που χρειάζεται τη ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ στο Ηράκλειο Κρήτης!!


Με την απειλή και το φόβο ότι θα στερηθούν τα έξι ανήλικα παιδιά τους και θα τα μεταφέρουν σε ιδρύματα ζουν δυο νέοι άνθρωποι, η 32χρονη Πόπη Μουντράκη και ο 31χρονος Μιχάλης Νηστικάκης στο Ηράκλειο.

Η κρίση και η ανεργία τους έχουν γονατίσει, ενώ απειλούν να τους καταστρέψουν τη ζωή. Σε ένα ετοιμόρροπο παράπηγμα στην περιοχή των Καμινίων, που περισσότερο μοιάζει με στάβλο παρά με σπίτι και στο οποίο αναγκάζονται να φιλοξενούνται, η ζωή τους έχει μετατραπεί το τελευταίο διάστημα σε εφιάλτη.
Το μόνο που τους παρηγορεί είναι η παρουσία και το χαμόγελο των έξι παιδιών τους, που παρά τα προβλήματα, τις κακουχίες και τις στερήσεις, μένουν στο πλάι τους και η ελπίδα ότι κάποιος κάποια στιγμή, σε αυτόν το μάταιο κόσμο, θα βρεθεί να τους βοηθήσει.

Αν και ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά τους με τις δυνάμεις που διαθέτουν μια ανάσα από το κέντρο του Ηρακλείου, το βέβαιο είναι ότι η οικονομική κρίση θα μπορούσε να αποτυπωθεί μέσα από τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζει το σπίτι όπου μένουν.



Βιώνοντας την απόλυτη εξαθλίωση, το νέο ζευγάρι μαζί με τα έξι παιδάκια του, ηλικίας από 11 ετών μέχρι 10 μηνών, φιλοξενούνται στο σπίτι της μητέρας της Πόπης τα τελευταία τρία χρόνια, όσα δηλαδή ο άνδρας της, ο Μιχάλης, έχει μείνει χωρίς δουλειά. Αλλά και αυτό μόνο σπίτι δεν είναι, αφού λόγω παλαιότητας οι τοίχοι του έχουν παρουσιάσει υγρασία, κουφώματα δεν έχει, το ταβάνι έχει πετάξει σοβάδες και καθημερινά κοιμούνται και ξυπνάνε με την αγωνία μην τους έρθει στο κεφάλι, τραυματίζοντας τόσο τους ίδιους όσο και τα παιδιά τους.
Και βέβαια είναι περιττό να πούμε ότι η οικογένεια στερείται δυνατότητα θέρμανσης, ενώ και για να κάνουν μπάνιο τα παιδιά τους, αν και ζούμε στον 21ο αιώνα, παίρνουν νερό με κανίστρες και μπουκάλια!

"Βοήθεια"

«Σε αυτό το σπίτι μένουμε εγώ, ο άντρας μου, τα έξι παιδιά μας και οι αδερφές μου. Ζητάμε βοήθεια από όποιον μπορεί να μας βοηθήσει», λέει απελπισμένη για την κατάσταση που βιώνουν η 32χρονη.
Ο χειμώνας γι' αυτούς, όπως λέει η 32χρονη μάνα, πέρασε με τη βροχή και το κρύο να τρυπά τα κορμάκια των ανήλικων παιδιών της και με την ίδια να μένει ξάγρυπνη κάνοντας προσευχές, τα σπασμένα σίδερα και τα φθαρμένα ξύλα του σπιτιού που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια τους μην πέσουν πάνω τους και τους σκοτώσουν.
Εκεί, κάτω από μια στέγη που έσταζε νερά τα αποκοίμιζε τις νύχτες και μέσα σε ένα χώρο απροστάτευτο τα έκανε μπάνιο και τα έξι, καταστάσεις και οικογενειακά δράματα που κανείς δε θα περίμενε να βιώνουν άνθρωποι.

«Φοβάμαι μην πέσει το ταβάνι και μας πλακώσει. Η κατάστασή μας είναι απελπιστική. Θέλουμε ένα σπίτι, τίποτε άλλο. Έμπαιναν νερά από παντού. Κοιμόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο. Μπανιέρα δεν έχει το σπίτι και κάνουμε μπάνιο έξω.
Ζεσταίνουμε νερό και κάνουμε μπάνιο με τις κανάτες. Αυτή είναι η ζωή μας», προσθέτει πικραμένη. Όσο για τις ημέρες του Πάσχα, ήταν οι χειρότερες που έζησαν ποτέ, μη έχοντας ούτε καν τα απαραίτητα για να νιώσουν λίγο το κλίμα των ημερών.
«Γυρίζαμε στις εκκλησίες και ελπίζαμε να μας δώσουν κανένα κουλούρι για να ταΐσουμε τα παιδιά. Παίρναμε ό,τι μας δίνανε, δεν είχαμε και άλλη επιλογή».



Δύσκολη ζωή

Η οικογένεια μέχρι πριν από τρία χρόνια είχε μια άλλη ζωή. Το μεροκάματο στην οικοδομή όπου δούλευε ο 31χρονος Μιχάλης ήταν αρκετό για να συντηρήσει ένα νοικιασμένο σπίτι.

Σήμερα όμως η μοίρα τούς τα έφερε αλλιώς και ο 31χρονος πατέρας αναγκάζεται να μαζεύει παλιοσίδερα με τα πόδια από τις γειτονιές για να μπορέσει να μεγαλώσει τα παιδιά του... Πράγμα όμως, όπως φαίνεται, αδύνατο.
«Ονειρεύομαι μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μου, όμως με το να μην υπάρχουν δουλειές αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Έψαξα να βρω δουλειά, δε βρήκα και το μόνο που μου έμεινε ήταν να μαζεύω παλιοσίδερα», λέει ο 31χρονος πατέρας.

«Δε θέλω να χωριστώ από τα παιδιά μου»

Η μοίρα όμως έμελλε να τους παίξει άλλο ένα άσχημο παιχνίδι. Το χειρότερο εφιάλτη, όπως εξηγούν, αφού λόγω της οικονομικής τους κατάστασης αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να τους πάρουν τα παιδιά και να τα πάνε σε ιδρύματα, με τη μάνα να λέει ότι ήδη τρεις φορές έχει επιχειρήσει να βάλει τέλος στη ζωή της στο άκουσμα και μόνο ότι θα χωριστεί από τα παιδιά της. «Μου είπαν ότι θα μου πάρουν τα παιδιά.
Αναρωτιέμαι: Έχουν λεφτά να μεγαλώσουν τα παιδιά μου στα ιδρύματα και δεν έχουν να με βοηθήσουν να στηριχτώ ξανά στα πόδια μου ώστε τα παιδιά να μεγαλώσουν μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά τους και να μη χωριστούν; Γιατί δε μας βοηθάει το κράτος;
Τόσα σπίτια υπάρχουν αυτή τη στιγμή που είναι ακατοίκητα και μπορούν να διατεθούν για να μπούμε μέσα. Πιο καλά είναι δηλαδή να μεγαλώσουν τα παιδιά μου στο ίδρυμα;», λέει με πόνο η μάνα.

Αυτό που ζητάει το νεαρό ζευγάρι είναι απλό. Λίγη βοήθεια να μείνει ενωμένη και να μη σκορπιστεί. Να κρατήσει μαζί τα παιδιά, τα αδελφάκια δηλαδή, και να μην αναγκαστούν να χωριστούν το ένα από το άλλο. Ζητούν μια δουλειά και ένα σπίτι.
Την ευκαιρία δηλαδή να έχουν όχι πολλά. Μόνο τα απαραίτητα. Αυτά που για τους περισσότερους είναι δεδομένα αλλά που εκείνοι δεν πίστευαν ποτέ ότι θα έφτανε η στιγμή να μην τα έχουν...

Ρεπορτάζ
Ράνια Μωραϊτη -Μαρία Αντωνογιαννάκη
Πηγή ➤ neakriti.gr (σε μας από εδώ)  πηγή

π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ: «ΚΑΙ ΟΜΩΣ! Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΖΕΙ!»



 

Τὸν 4ο αἰ. μ.Χ. ἐμφανίζεται ἕνα ὁλότελα νέο κρατικὸ μέγεθος στὴν Ἱστορία καὶ μαζί του γεννιέται ἕνας νέος κόσμος. Εἶναι ἡ αὐτοκρατορία τῆς Ν.Ρώμης ἢ ὅπως ὀνομάζεται ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. ἡ Ρωμανία. Στὰ ὅρια τῆς ἀνανεώσεως τῆς αὐτοκρατορίας ὁΜέγας Κωνσταντῖνος μεταφέρει τὴν πρωτεύουσα (τὴν Παλαιὰ Ρώμη, ἑλληνικὴ πόλη καὶ αὐτή) στὴν Ἀνατολή. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Νέα Ρώμη θὰ ὀνομασθεῖ πρὸς τιμή του καὶ Κωνσταντινούπολη. 


Ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σὲ «ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν». Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ νέα αὐτοκρατορικὴ ἰδέα γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἐνσωμάτωση ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στὴν χριστιανικὴ Πίστη. Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁΧριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἁγίας Κασσιανῆς: «Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται, καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν».



Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο ὅλης τῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτὸ ἀλλοιώνει ἡ αἵρεση, ποὺ δὲν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτήρα.
 

Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονικὴ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στὴν ὑπερεθνικότητα. Τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀληθινοὶ ἡγέτες, ἄλλωστε, ἦσαν οἱ Ἅγιοι καὶ τὸ ὑπέρτατο ἰδανικὸ δὲν ἦταν ἡ πολιτικὴ δύναμη ἢ ἡ κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση. Γι᾽ αὐτὸ ἡ μελέτη τοῦ «Βυζαντίου»/Ρωμανίας χωρὶς γνώση τῆς θεολογίας εἶναι ἀδύνατη.
 

Καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ ἑλληνικότητα (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός). Ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ (6ος αἰ.) μέχρι τὸν Ἡράκλειο (7ος αἰ.) ἐξελληνίζεται καὶ ἡ κρατικὴ διοίκηση (Νεαρές). Ἡ Λατινικὴ γλώσσα ὑποχωρεῖ (στὴν Ἀνατολή) καὶ στὴ διγλωσσία τῆς αὐτοκρατορίας (Λατινικὰ καὶ Ἑλληνικά) τὸ βάρος πέφτει στὰ ἑλληνικά. Ἡ ὑπερεθνικὴ ἕνωση μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στὸ οἰκουμενικὸ ἔθνος (“ἔθνος ἅγιον”, Α´ Πέτρ. 2, 9). τὸ «Γένος τῶν Ρωμαίων», τῶν Ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς αὐτοκρατορίας, μία χριστιανικὴ κοινοπολιτεία μὲ ἀπόλυτο κέντρο τὴν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγια – Σοφιᾶς. Εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ συγ–γένεια ἢ παγ–γένεια τῶν Πολιτῶν τῆς Ν. Ρώμης, Ρωμαίων, Νέο–Ρωμαίων (ἀπὸ τὴν Πόλη) καὶ ἁπλούστερα Ρωμηῶν. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐθεμελίωσε τὴν ἔννοια τοῦ Γένους, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα θὰ ἐπιβιώσει καὶ μετὰ τὶς δύο ἁλώσεις (φραγκικὴ τοῦ 1204 καὶ ὀθωμανικὴ τοῦ 1453). Ἡ ἑνιαία ὅμως οἰκουμενικὴ συνείδηση τῶν Ρωμηῶν (ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς Νέας Ρώμης) θὰ ὑπονομευθεῖ ἀπὸ τὴν φραγκικὴ προπαγάνδα γιὰ τὸν ἐκδυτικισμό τους. Ταύτιση τῆς ἐθνικότητας μὲ τὴ γλώσσα δὲν γνωρίζει ἡ Ρωμανία. Αὐτὸ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τοὺς δυτικοευρωπαίους τὸν 19ο ώνα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ σκάνδαλο ὅμως δὲν ἀπουσιάζει, ποὺ ἀνατρέπει αὐτὴ τὴν νοοτροπία! Οἱ Ἑλβετοὶ μιλοῦν τρεῖς γλῶσσες, γαλλικὰ – γερμανικὰ – ἰταλικά, ἀλλὰ ἐθνικὰ εἶναι μόνο Ἑλβετοί. Τὰ ρωμαίϊκα (ἁπλὰ ἑλληνικὰ) ἦταν ἡ κοινὴ γλώσσα τῆς αὐτοκρατορίας μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καὶ ἐξασφάλιζαν τὴν ἑνότητά της.
 

Μὲ τὴν κοινὴ πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν κοινὴ Λατρεία, τὴν κοινὴ πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὴν κοινὴ κανονικὴ τάξη συνεχίσθηκε ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας, χωρὶς νὰ καταργοῦνται οἱ ἐθνικὲς ταυτότητες (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ὑπερεθνικότητα. Ὁ ἐθνικισμὸς ὡς φυλετισμός, μὲ τὸν τονισμὸ τῆς ἐθνικότητας, θὰ ἀναπτυχθεῖ μετὰ τὸ 1204 καὶ θὰ κορυφωθεῖ τὸν 19ον αἰώνα. Ἡ ἐθνικὴ (ἐθνικιστικὴ) ἰδέα θὰ καλλιεργηθεῖ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα (διαφωτισμός, σχολικὴ ἐκπαίδευση). Ἔτσι θὰ προκύψουν οἱ βαλκανικοὶ ἐθνικισμοὶ μὲ ἄμεση συνέπεια τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτοκέφαλα (διάλυση τῆς ρωμαίϊκης ἑνότητας), διάλυση τῆς ἐθναρχίας καὶ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης, ποὺ συνεχιζόταν σ᾽ αὐτή. Τὸ 1872 πανορθόδοξη σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη καταδικάζει τὸν «ἐθνοφυλετισμό» (τὴν εἴσοδό του στὴν Πίστη) ὡς αἵρεση.
 

Ἡ ἑνότητα τῆς Ρωμανίας καὶ ἡ συνέχεια τῆς οἰκουμενικῆς ρωμαίϊκη ἰδέας ἐξασφαλίζεται στὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας, ποὺ δὲν ἀκολούθησε τὶς τύχες καὶ περιπέτειες τῆς κρατικῆς δικαιοδοσίας. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ὅταν καὶ ὅπου κυριαρχεῖ τὸ πατερικὸ φρόνημα, μένει πάντα πιστὸς στὴν ἐν Χριστῷ οἰκουμενικότητα καὶ πανενότητα τῶν Ρωμαίων – Ρωμηῶν – Ὀρθοδόξων. Ὅπου ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἕνας νοσηρὸς ἐθνικισμὸς (φυλετισμός).
 

Μὲ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἐθναρχιῶν τῶν κατακτημένων ἐδαφῶν της ἡ Ρωμανία (αὐτοκρατορία) ζεῖ: Ἐθναρχία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου, τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν τῶν ἐθναρχικῶν κέντρων ἔσωσε καὶ σώζει καὶ ἐδαφικὰ – δικαιοδοσιακὰ τὴν παλαιὰ γεωγραφικὴ ἔκταση τῆς Ρωμανίας. Ἡ διάσωση δὲ καὶ συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων καὶ τῆς πατερικότητος τοῦ φρονήματος σώζει καὶ πνευματικὰ τὴν Ρωμανία, εἰς πεῖσμα τῶν καιρῶν καὶ τῶν ὁποιωνδήποτε ἀλλαγῶν τους. Αὐτὸ διεκήρυσσε σθεναρὰ ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Καὶ εἶχε δίκιο!
 
ΠΗΓΗ
Ορθόδοξος Τύπος, 24/05/2013

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Ἅγιος Μελέτιος καὶ τὸ Μοναστήρι του στὸν Κιθαιρῶνα


(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)




Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ἔχουνε ἀκουστὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Μελετίου ποὺ εἶναι στὸν Κιθαιρώνα, πλὴν δὲν γνωρίζουνε ποιὸς ἤτανε αὐτὸς ὁ ἅγιος ποὺ τὄχτισε.
Ὁ ἅγιος Μελέτιος δὲν εἶναι ντόπιος, ἀλλὰ ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Γεννήθηκε στὸ Μουταλάσκι τῆς Καππαδοκίας κατὰ τὰ 1035. Ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὸν κόσμο ἔχει κάποια κλίση, ὁ ἕνας στὰ γράμματα, ὁ ἄλλος στ᾿ ἄρματα, ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο, κι᾿ ὁ ἄλλος σὲ ἄλλο, ἔτσι κι ὁ Μελέτιος ἀπὸ παιδὶ εἶχε ἔμφυτη κλίση στὰ θρησκευτικά. Ἀγαποῦσε τὴν ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, δείχνοντας πὼς ἤτανε ἀπὸ κείνους ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς «ποὺ δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, οὔτε ἀπὸ θέλημα σάρκας, οὔτε ἀπὸ θέλημα ἄνδρα, ἀλλὰ ποὺ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό». Γράμματα ἔμαθε λιγοστά. Κ᾿ ἐπειδὴ θελήσανε οἱ γονιοί του νὰ τὸν παντρέψουνε, ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο του ἀφήνοντας γονιούς, συγγενεῖς, φίλους, χωράφια κι᾿ ὅ,τι ἄλλο εἶχε, καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γίνηκε καλόγερος σ᾿ ἕνα μοναστήρι τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀφοῦ κάθισε τρία χρόνια σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, μίσεψε καὶ πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὰ μέρη τῆς Θήβας, καὶ βρῆκε ἕνα μικρὸ μοναστηράκι τοῦ ἁγίου Γεωργίου κ᾿ ἐκειπέρα ἡσύχασε. Μὲ τὸν καιρὸ μαθεύτηκε ἡ εὐσέβειά του καὶ πήγανε κοντά του κάμποσοι ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ βάλανε ράσο ἀπὸ γιδότριχα καὶ κάνανε κοινόβιο μοναστήρι κυβερνημένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Μελέτιο. Μετὰ καιρό, ἄφησε στὸ πόδι τοῦ ἕνα γέροντα καὶ τράβηξε νὰ πάγει στὴ Ρώμη νὰ προσκυνήσει τὸν ἅγιο Πέτρο καὶ τὸν ἅγιο Παῦλο, κι᾿ ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀφοῦ ἔκανε τὸν πόθο του, γύρισε πίσω στὸ μοναστήρι καὶ τὸν καλωσορίσανε οἱ πατέρες μὲ χαρὰ μεγάλη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Γιατὶ δὲν ἐλπίζανε νὰ ἀξιωθοῦνε πιὰ τέτοιον ἡγούμενο, πατέρα πονετικόν, ποὺ νὰ σηκώνει ἀπάνω τοῦ ὅλα τὰ βάρη καὶ νὰ μὴν ξεχωρίζει ὁλότελα τὸ ἀξίωμά του ἀπὸ τοὺς ἄλλους πατέρες. Ἀλλὰ ἴσια ἴσια ἤτανε σὲ ὅλα ὁ πιὸ ταπεινὸς ἀπ᾿ ὅλους, πρῶτος σὲ κάθε σκληρὴ δουλειά, πρῶτος στὴ νηστεία, πρῶτος στὴν πραότητα. Φρόντιζε γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴ στερηθοῦνε, τοὺς οἰκονομοῦσε ροῦχα καὶ παπούτσια καὶ κεῖνος φοροῦσε ἐπὶ χρόνια ἕνα παληόρασο ἀπὸ κατσικότριχα κι᾿ ἕνα ζευγάρι παληοπάπουτσα, κι᾿ ὁλοένα τὰ μπάλωνε καὶ τάραβε μὲ τὰ χέρια του δίχως νὰ τὸν δεῖ κανένας. Ἔτρωγε λιγοστὸ ψωμὶ ξερὸ κ᾿ ἔπινε νερό. Ὡστόσο καθότανε πάντα στὴν τράπεζα μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ βίαζε τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς ἀδύνατους νὰ φᾶνε λάδι, ἐξὸν ἀπὸ τὶς νηστήσιμες μέρες. Ὁ ἴδιος ὅμως τὸν περισσότερο καιρὸ περνοῦσε μὲ ξηροφαγία, καὶ πολλὲς μέρες δὲν ἔβαζε στὸ στόμα του τίποτα ὁλότελα. Ὅσο γιὰ τὴν ἐργασία, ὁ ἴδιος σήκωνε μὲ τ᾿ ἁγιασμένα χέρια του τὶς πιὸ βαριὲς πέτρες γιὰ νὰ χτίσουνε τὰ κελλιά, ὁ ἴδιος ἔσκαβε καὶ φυτουργοῦσε τὰ πιὸ πολλὰ κηπουρικὰ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέγει στοὺς Κορινθίους: «κοπιάζουμε δουλεύοντας μὲ τὰ χέρια μας». Μὲ τέτοιον κυβερνήτη, ἐκεῖνο τὸ μοναστήρι ἔμοιαζε σὰν ἁγιασμένη κιβωτός, ποὺ καθόντανε μέσα οἱ πατέρες φυλαγμένοι ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ κόσμου, κ᾿ ὑμνούσανε τὸ Θεὸ μὲ ἀγαλλίαση, ἀκολουθώντας τὸν ἡγούμενο ποὺ εἶχε ὁλοένα τὴν ὑμνωδία στὸ στόμα του κ᾿ ἔλεγε πρὶν μπεῖ στὴν ἐκκλησιά: «Ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης, εἰσελθῶν ἐν αὐταῖὶς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ. Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε, Κύριε. Ἑσπέρας καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ τὰ θαυμάσιά σου. Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε. Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου». Τὴ νύχτα ξαγρυπνοῦσε μὲ τὴν προσευχὴ κι᾿ ὅποτε τὸν βίαζε ἡ ἀνάγκη τῆς φύσης, ξάπλωνε σὲ μία ψάθα γιὰ λίγη ὥρα κ᾿ ὕστερα σηκωνότανε κ᾿ ἔλεγε τὸν ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ: «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου». Ὀχτὼ χρόνια κάθισε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Γεωργίου, κ᾿ ἔτρεχε κόσμος πολὺς ἀπὸ κοντινοὺς καὶ μακρινοὺς τόπους, κ᾿ ἔβλεπε θαύματα πολλά. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μελέτιος στενοχωριότανε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ δόξα τοῦ κόσμου καὶ γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀγαπημένη του τὴν ἡσυχία. Γιὰ τοῦτο ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πάγει σὲ κάποιο μέρος πιὸ ἐρημικό.
Ἄφησε λοιπὸν γιὰ ἡγούμενο ἕναν ἀδελφὸ ποὺ τὸν λέγανε Νικόλαο, καὶ τράβηξε νὰ βρεῖ κάποιον ἔρημον τόπο, ὡς ποὺ ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ τὸ λέγανε Φιλάγριον κι᾿ ἄρχισε νὰ χτίζει κάποιο κελλί. Πλὴν ἄλλαξε γνώμη, καὶ σηκώθηκε καὶ περπατοῦσε σὲ βουνὰ κακοτράχαλα, κατὰ τὰ μέρη ποὺ βρίσκεται τὸ σημερινὸ χωριὸ τὸ λεγόμενο Βίλλια, ἀπάνω στὸ βουνὸ τοῦ Κιθαιρῶνα. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τὸ λέγανε «ὄρος τῆς Μυουπόλεως». Ἐκειπέρα ἤτανε χτισμένο κάποιο μοναστήρι λεγόμενο Σύμβολον, στὄνομα τῶν Ἀσωμάτων Ταξιαρχῶν. Ὁ ἅγιος πῆγε σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι καὶ παρακάλεσε τὸν ἡγούμενο Θεοδόσιο νὰ τὸν πάρει στὴ συνοδεία του. Κ᾿ ἐκεῖνος τούδωσε ἕνα παρεκκλήσι τοῦ Σωτῆρος νὰ ἡσυχάζει. Ἅμα κοιμήθηκε ὁ Θεοδόσιος, οἱ πατέρες κάνανε ἡγούμενο τὸν ἅγιο Μελέτιο στὸ μοναστήρι τῶν Ἀσωμάτων. Κ᾿ ἐπειδὴ πρόστρεχε πλῆθος πολὺ γιὰ νὰ καλογερέψουνε, μεγάλωσε τὸ μοναστήρι καὶ γίνηκε λαύρα μεγάλη, ἔχτισε κι᾿ ἄλλα μετόχια γύρω στὸ μοναστήρι, τὰ λεγόμενα παραλαύρια, καὶ μαζευθήκανε ὡς τριακόσιοι πατέρες. Κι᾿ ὁ Θεὸς τὰ οἰκονομοῦσε ὅλα καὶ δὲν τοὺς ἔλειψε τίποτα, ζωντας τοῦ ἁγίου καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του, μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν εἴχανε μήτε χωράφια, μήτε ἀμπέλια, παρεκτὸς ἕνα μικρὸ λαχανόκηπο. Γιατὶ ὁ ἅγιος δὲν παραδεχότανε διάφορα κτήματα ποὺ θέλανε νὰ τ᾿ ἀφιερώσουνε πολλοὶ χριστιανοὶ στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ μὴ γίνουνε οἱ ἀδελφοὶ μὲ τὸν καιρὸ φιλοχρήματοι. Δέχτηκε μονάχα κάποια δωρεὰ ποὺ ἔκανε στὸ μοναστήρι ὁ βασιλιὰς Ἀλέξης Κομνηνὸς γιὰ συντήρηση τῆς μονῆς. Ἤθελε νὰ ζοῦνε οἱ πατέρες ἀπὸ τὰ χέρια τους, νὰ δίνουνε καὶ στοὺς φτωχοὺς ὅ,τι μπορούσανε ἀπὸ τὸν κόπο τους. Καταστάθηκε λοιπὸν αὐτὸ τὸ μοναστήρι τὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὸ σχολειὸ τῆς ἀρετῆς, σεβάσμιο κάστρο τῆς εἰρηνικῆς ζωῆς καταπάνω στὴν ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ στὶς ἀκαταστασίες ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ κανένας γιὰ τοὺς πατέρες ποὺ ἤτανε μέσα: «τοῖς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις». Ὁ ἅγιος Μελέτιος ἔκανε πολλὰ θαύματα, ἀρρώστους ἕγιανε, ἄγριες καρδιὲς ἡμέρεψε, τὰ μυστικά της καρδιᾶς διάβαζε. Καὶ μὲ ὅλα τοῦτα, ἤτανε πάντα ταπεινὸς καὶ ἁπλός. Κοιμήθηκε ἑβδομήντα χρονῶν, στὰ 1105 τὴν 1 Σεπτεμβρίου, καὶ τὸ κουρασμένο λείψανό του τὸ θάψανε στὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἀσωμάτων.
Τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Μελετίου στέκεται ὡς τὰ σήμερα. Τὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ λένε Πάστρα, κ᾿ ἔχει κοντά του μιὰ κορυφὴ ποὺ τὴ λένε Μπουζούριζα. Νοτινὰ τοῦ μοναστηριοῦ βρίσκουνται κάποια θεμέλια καὶ παληὰ λιθάρια καὶ λένε πὼς ἐκειπέρα βρισκότανε ἡ Μυούπολις. Σὲ μίαν ὥρα δρόμο ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι ἕνα κάστρο ποὺ τὸ λένε Γυφτόκαστρο. Ἡ τοποθεσία ποὺ εἶναι χτισμένο τὸ μοναστήρι εἶναι ἔμορφη καὶ θρησκευτική. Σώζεται ἡ παληὰ ἐκκλησία, κουμπεδωτή, ἀλλὰ δὲν εἶναι πιὰ στολισμένη μὲ τὴν ἀρχαία ἁγιογραφία, γιατὶ χάλασε ἀπὸ τὴν πολυκαιρία. Μοναχὰ στὸ νάρθηκα βρίσκουνται ἀκόμα κάποιες εἰκόνες στὸν τοῖχο, ζωγραφισμένες κατὰ τὰ 1600 ἀπάνω κάτω, καὶ παριστάνουνε κάποια μαρτύρια ἁγίων, τοὺς δικαίους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, Λάμεχ κ.λπ., καθὼς καὶ λιγοστοὺς ὁσίους, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους εἶναι ὁ ἅγιος Μελέτιος, ὁ ἅγιος Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ καὶ λίγοι ἄλλοι. Ἐκεῖ εἶναι ἱστορημένη καὶ ἡ Κοίμησις τοῦ ἁγίου Μελετίου. Ὑπάρχει καὶ μία εἰκόνα του ἀπάνω σὲ σανίδι, ἱστορημένη κατὰ τὰ 1700. Στὰ Μετέωρα, στὸ μοναστήρι τοῦ Βαρλαάμ, βρίσκεται ζωγραφισμένος μὲ κατανυχτικὴ τέχνη ὁ ἅγιος Μελέτιος «ὁ ἐν τῷ ὄρει τῆς Μυουπόλεως», διὰ χειρὸς Γεωργίου ἱερέως καὶ σακελλαρίου Θηβῶν, ἐν ἔτει 1566.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...