Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιουνίου 27, 2020

Θεολογία καὶ Ἀνανέωση



Ἐπιλογὲς ἀπὸ σχετικὸ δοκίμιο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου σχετικὰ μὲ ποιὰ εἶναι ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία.

Σὲ ἕνα ἀφιέρωμα γιὰ τὴν παράδοση καὶ τὴν ἀνανέωση στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείψει ἡ ἀναφορὰ στὴ Θεολογία. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ Θεολογία ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ συντελεστὴ ἀνανέωσης. Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ σκέψη καὶ γραφὴ ἐπηρεάζει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δίνοντας κατευθύνσεις καὶ ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀλήθεια.

Ποιὰ εἶναι ὅμως ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ παρακάτω κείμενο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου. O συγγραφέας, λόγιος θεολόγος, εἶναι ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα «Παράδοση καὶ Ἀνανέωση» ὅσο λίγοι καὶ μάλιστα ἐδῶ καὶ δεκαετίες. Ἄλλωστε, τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει ἑτοιμαστεῖ τὸ 1962, στὰ πλαίσια τοῦ Θεολογικοῦ Συμποσίου ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ἡ Ζωὴ» μὲ γενικὸ θέμα «Θεολογία, ἀλήθεια καὶ ζωή». Τὸ κείμενο, μὲ τὸ νὰ εἶναι «σύγχρονο», ἀποδεικνύει εὔγλωττα ὅτι ἡ ἀληθινὴ Θεολογία εἶναι πάντοτε ζωντανὴ καὶ ἐπίκαιρη. Τὸ παραθέτουμε σὲ διασκευή.


ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ



Μερικὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας

OΡΘOΔOΞΗ:

Δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ εἶναι ἡ θεολογία μας ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια ἀρνητική, δηλαδὴ νὰ μὴν περιπίπτει σὲ αἵρεση ἢ πλάνη. Πρωτίστως, πρέπει νὰ εἶναι ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια θετική. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ προσέχουμε νὰ μὴν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ὀρθοδόξου γραμμῆς. Πρέπει ἡ πνοὴ καὶ ὁ παλμὸς τῆς θεολογίας νὰ εἶναι ὀρθόδοξοι, νὰ εἶναι ὅλη διαποτισμένη ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νὰ ἀντλεῖ ἀπ’ τὸν ἀστείρευτο ποταμὸ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Νὰ εἶναι βιβλικὴ καὶ πατερική, ὄχι τυπικῶς ἀλλ’ οὐσιαστικῶς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνοικεῖ σ’ αὐτὴν πλουσίως καὶ οἱ θεοφόροι Πατέρες νὰ εἶναι οἱ ζωντανοὶ ὁδηγοί της.


ΖΩΝΤΑΝΗ:

Ἡ θεολογία μας πρέπει νὰ μὴν εἶναι ξηρά, νοησιαρχικὴ καὶ σχολαστική, ἀλλὰ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστική, γραμμένη «ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις» (Β΄ Κορ., γ΄ 3). Νὰ εἶναι ἀπαύγασμα ζωῆς, προϊόν τῆς ψυχῆς, ἔκφραση τοῦ πιστεύοντος ἀνθρώπου. Νὰ ἀκούει τὸν σύγχρονον ἄνθρωπο καὶ νὰ ἔχει κάτι νὰ τοῦ πεῖ. Νὰ τὸν κατανοεῖ καὶ νὰ τὸν βοηθεῖ.

Ἡ ἀληθὴς θεολογία εἶναι ἀνθρωπιστικὴ καὶ καθοδηγητική, εἶναι θεανθρωπολογία. Τὸ ὅτι εἶναι παραδοσιακὴ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι στατικὴ καὶ ἐπαναληπτική. Ἡ πορεία της δὲν σταματᾶ. Ὁ λόγος της «οὐ δέδεται», διότι εἶναι ἔκφρασις τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος.


ΧΡΙΣΤOΒΙΩΜΑΤΙΚΗ:

Ὁ πράγματι ὀρθόδοξος θεολόγος εἶναι καὶ «θεοφόρος». Σκοπὸς του εἶναι ὄχι νὰ γνωρίσει τὸν Θεόν, ἀλλὰ πρωτίστως νὰ «μορφωθῆ Χριστὸς ἐν αὐτῷ» (Γαλ. δ’ 19). Μόνον «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται” (Ματθ ε΄,8). Ὅταν ἡ ψυχὴ καθαρθεῖ, τότε θὰ γίνει ὅλη ὀφθαλμός, κατὰ τὸν Ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Θεολόγος εἶναι ὁ ὁρῶν, ὁ βλέπων, ὅπως ἦταν ὁ προφήτης τῆς Π. Διαθήκης, ὁ «ἐπόπτης τῆς θείας μεγαλειότητος» (Β’ Πετρ., α΄ 16) ὁ «ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. β’14).

Μόνον σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «ἀπεκδύεται τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον καὶ ἐνδύεται τὸ νέον» (Κολ. γ΄ 9-10) ἀποκαλύπτεται ὁ Ἀπερίγραπτος. Μόνο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ὡς πρὸς τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ συσταυροῦται καὶ συνθάπτεται, αὐτὸς βλέπει τὸν ἀναστάντα. Μόνον ὅταν «κατοικήσῃ ὁ Χριστὸς ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, εἶναι δυνατὸν «καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ” (Ἐφεσ. γ΄ 17-19).


ΠΡOΣΕΥΧOΜΕΝΗ:

Μόνον μέσα στὴν θερμὴ ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸν μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ μία ἀληθινή, ζωντανὴ καὶ ὀρθόδοξη θεολογία. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀτομικὴ προσευχή, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ὁμαδικὴ λατρεία, ἡ συμμετοχὴ στὴν λειτουργικὴ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ τροφοδοτήσει καὶ θὰ ἐμπνεύσει τὴν θεολογία μας. Ἡ ἕδρα πρέπει νὰ πλησιάζει τὸ θυσιαστήριον, τονίζει καὶ ὁ σοφὸς θεολόγος π. Γ. Φλωρόφσκυ.


ΑΓΙΑ:

Ἀλλ’ ἡ θεολογία πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι ἁγία. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ὑπηρέτες της, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν ὅσιοι καὶ ἅγιοι. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν οἱ κατεξοχὴν θεολόγοι. Κάθε πιστὸς εὕρισκε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μία διαυγῆ ἔκθεση τῆς διδασκαλίας τους, ἕνα ζωντανὸ θεολογικὸ ὑπόμνημα.

Καὶ σήμερα, πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἅγιοι πρέπει νὰ γίνουν οἱ θεολόγοι, ἐὰν θέλουν νὰ δώσουν στὴ θεολογία τὴν ἀρχαία της αἴγλη καὶ τὴ θαυματουργική της δύναμη. Καὶ ἅγιος δὲν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἐκεῖνος ποὺ ἔχει φθάσει στὴν κορυφή, ἀλλὰ ὁ τείνων πρὸς τὴν ἁγιότητα, ὁ πράγματι ἀγωνιζόμενος, ὁ ἀσκητής. Χωρὶς αὐτὸν τὸν ἀπαραίτητον τόνον τῆς ἁγιότητας ἡ θεολογία εἶναι ἀναιμικὴ καὶ ἄψυχος, ἀδρανὴς καὶ ἀνενέργητος.


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ:


Ἡ θεολογία ἡ ὀρθόδοξη, δὲν εἶναι αὐτόνομη ἢ ὑποκειμενική, ὅπως τὰ προτεσταντικὰ κατασκευάσματα, ἀλλὰ εἶναι στόμα καὶ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας, λειτουργός τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Διακονεῖ τὸν Θεὸν καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸ μυστικὸ «πανδοχεῖον». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἁγιαστικὸ χῶρο καὶ ἀπὸ τὴν ζωογόνο ἀτμόσφαιρα τῆς μητρὸς Ἐκκλησίας. Μόνον «πεφυτευμένη ἐν τῷ Οἴκῳ Κυρίου» δύναται νὰ «φέρῃ καρπὸν πολὺν» (Ἰω, ιε’,5).


ΑΓΩΝΙΖOΜΕΝΗ:

Ἡ ἀληθινὴ θεολογία δὲν μένει κλεισμένη στὸ γραφεῖο της, δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «θεολογία τῶν καθηγητῶν», ἀλλὰ κατέρχεται καὶ στὸν στίβο, μετέχει τοῦ ἡρωισμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου, ὅταν χρειαστεῖ. Κατὰ ταῦτα, οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόστολοι καὶ προφῆτες, ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες, «ἵνα μαρτυρῶσι τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω, ιη΄ 37).


ΠΝΕΥΜΑΤOΦOΡOΣ:

Εἶναι τρομερὸ ὅτι πολλοὶ θεολόγοι λησμονοῦν τὴ ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ διαβεβαίωση τοῦ ἀψευδοῦς Κυρίου: “ὁ Παράκλητος…, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω, ιστ΄, 13). Τὸ Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καταυγάζει τὸν νοῦν, πυρώνει τὴν καρδιά. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ ἰδεολογικὴ καὶ νοητικὴ ἀνάπτυξη. Αὐτὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ συχνὰ ἐπικίνδυνη. Ἂν δὲν κατοικήσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεολογήσουμε. Ὁ θεολόγος πρέπει νὰ εἶναι δοχεῖο τοῦ Πνεύματος καὶ πλῆκτρο τοῦ Πνεύματος, πνευματοφόρος καὶ πνευματοκίνητος, «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. στ΄. 3).

Σύμφωνα μ’ αὐτά, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς οὐσιαστικῆς ἀλήθειας, τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ ἡ ὁποία εἶναι συγχρόνως ἡ OΔOΣ καὶ ἡ ΖΩΗ (Ἰω. ιδ΄, 6). Ἀναζήτηση ὄχι μόνον διὰ τῆς διανοίας, ἀλλὰ «ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ψυχῆς». Ἀναζήτηση εὐλαβικὴ καὶ ἱκετευτική, ταπεινὴ καὶ σεμνή. Μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ ζώσης πίστεως, μετ’ ἀγάπης καὶ πόθου, μετὰ ταπεινώσεως καὶ συντριβῆς καὶ κατανύξεως, μετὰ καθαρότητος ψυχῆς καὶ συνεχοῦς ἐξαγνισμοῦ, «κεκαθαρμέναις διανοίαις … καὶ ταῖς αἰσθήσεσι», μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα λατρείας καὶ ἀσκήσεως, μέσα στὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Μία τέτοια θεολογία εἶναι γονυκλισία πρὸ τοῦ θείου μυστηρίου, εἶναι γεύση Θεοῦ καὶ ψυχικὴ ἐμπειρία, εἶναι ἱερουργία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ. (Ρώμ. ιε΄ 16) καὶ κατεξοχὴν λειτουργία, εἶναι οἰκείωση, βίωση καὶ κοινωνία Θεοῦ, συγχρόνως δὲ «καταγγελία τῶν θαυμασίων Αὐτοῦ».

Μόνον μία τέτοια ὄντως ὀρθόδοξη θεολογία δύναται νὰ μᾶς προφυλάξει ἀπὸ τὶς ὀλισθηρὲς ἀτραποὺς τῆς «ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. στ΄ 10)., ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ὑπάρχει ὡς μία μεγάλη ἀπειλὴ σὲ κάθε ἐποχή.

Τὴν καλλιέργεια μιᾶς τέτοιας Θεολογίας περιμένει ὁ αἰώνιος Θεός, ἀλλὰ καὶ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς ἐποχῆς μας.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2017

Πως να εισέλθουμε στο σπήλαιο της Βηθλεέμ

Φωτογραφία του Panteleimon Krouskos.

Η προσέγγιση στο σπήλαιο απαιτεί κυρίως γνησιότητα, απλότητα, ειλικρίνεια, εν αντιθέσει προς την αυτάρκεια του ανθρώπου, ο οποίος νομίζει ότι χωρίζει τα πράγματα και ότι απλώς του χρειάζεται και λίγος Χριστιανισμός, για συμπλήρωμά του. 
Αυτούς ο Ιησούς δεν τους θέλει κοντά του, διότι οδηγούνται προς μία νοοτροπία που λέγεται φαρισαϊκή, η οποία ως γνωστόν δεν είναι μόνο γνώρισμα των Φαρισαίων των πρώτων αιώνων, αλλά είναι γνώρισμα πολλών ανθρώπων διαφόρων εποχών.
 Είναι ένα μικρόβιο δυσδιάκριτο, το οποίο όμως ενδημεί στα θρησκευτικά περιβάλλοντα.
Δεν μπορείς να εισέλθεις στο Σπήλαιο, στην ουσία δηλαδή του Χριστιανισμού, εάν έχεις μια αυτάρκεια, εάν δεν συγκλονίζεσαι, όπως εκείνα τα αμαρτωλά υποκείμενα συγκινήθηκαν μπροστά στον Ιησού και πήγαν πιο κοντά του από τους αυτάρκεις τηρητάς του νόμου. 
Σ’ αυτούς ο Ιησούς λέγει: “εσάς τι να σας κάνω, εσείς τα ξέρετε όλα, ετηρήσατε όλας τας εντολάς, δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω!”.
 Ενώ γι’ αυτούς που νοιώθουν πώς κάτι τους λείπει και κλαίνε και γονατίζουν ζητώντας την αλήθεια, τους λέει ο Ιησούς, για σας ήλθα εγώ στη γη. 

π.Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος


Τρίτη, Ιουλίου 07, 2015

Θεολογία καὶ Ἀνανέωση




Ἐπιλογὲς ἀπὸ σχετικὸ δοκίμιο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου σχετικὰ μὲ ποιὰ εἶναι ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία.

Σὲ ἕνα ἀφιέρωμα γιὰ τὴν παράδοση καὶ τὴν ἀνανέωση στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείψει ἡ ἀναφορὰ στὴ Θεολογία. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ Θεολογία ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ συντελεστὴ ἀνανέωσης. Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ σκέψη καὶ γραφὴ ἐπηρεάζει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δίνοντας κατευθύνσεις καὶ ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀλήθεια.

Ποιὰ εἶναι ὅμως ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ παρακάτω κείμενο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου. O συγγραφέας, λόγιος θεολόγος, εἶναι ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα «Παράδοση καὶ Ἀνανέωση» ὅσο λίγοι καὶ μάλιστα ἐδῶ καὶ δεκαετίες. Ἄλλωστε, τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει ἑτοιμαστεῖ τὸ 1962, στὰ πλαίσια τοῦ Θεολογικοῦ Συμποσίου ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ἡ Ζωὴ» μὲ γενικὸ θέμα «Θεολογία, ἀλήθεια καὶ ζωή». Τὸ κείμενο, μὲ τὸ νὰ εἶναι «σύγχρονο», ἀποδεικνύει εὔγλωττα ὅτι ἡ ἀληθινὴ Θεολογία εἶναι πάντοτε ζωντανὴ καὶ ἐπίκαιρη. Τὸ παραθέτουμε σὲ διασκευή.

 

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ



Μερικὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας

OΡΘOΔOΞΗ:

Δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ εἶναι ἡ θεολογία μας ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια ἀρνητική, δηλαδὴ νὰ μὴν περιπίπτει σὲ αἵρεση ἢ πλάνη. Πρωτίστως, πρέπει νὰ εἶναι ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια θετική. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ προσέχουμε νὰ μὴν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ὀρθοδόξου γραμμῆς. Πρέπει ἡ πνοὴ καὶ ὁ παλμὸς τῆς θεολογίας νὰ εἶναι ὀρθόδοξοι, νὰ εἶναι ὅλη διαποτισμένη ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νὰ ἀντλεῖ ἀπ’ τὸν ἀστείρευτο ποταμὸ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Νὰ εἶναι βιβλικὴ καὶ πατερική, ὄχι τυπικῶς ἀλλ’ οὐσιαστικῶς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνοικεῖ σ’ αὐτὴν πλουσίως καὶ οἱ θεοφόροι Πατέρες νὰ εἶναι οἱ ζωντανοὶ ὁδηγοί της.


ΖΩΝΤΑΝΗ:

Ἡ θεολογία μας πρέπει νὰ μὴν εἶναι ξηρά, νοησιαρχικὴ καὶ σχολαστική, ἀλλὰ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστική, γραμμένη «ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις» (Β΄ Κορ., γ΄ 3). Νὰ εἶναι ἀπαύγασμα ζωῆς, προϊόν τῆς ψυχῆς, ἔκφραση τοῦ πιστεύοντος ἀνθρώπου. Νὰ ἀκούει τὸν σύγχρονον ἄνθρωπο καὶ νὰ ἔχει κάτι νὰ τοῦ πεῖ. Νὰ τὸν κατανοεῖ καὶ νὰ τὸν βοηθεῖ.

Ἡ ἀληθὴς θεολογία εἶναι ἀνθρωπιστικὴ καὶ καθοδηγητική, εἶναι θεανθρωπολογία. Τὸ ὅτι εἶναι παραδοσιακὴ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι στατικὴ καὶ ἐπαναληπτική. Ἡ πορεία της δὲν σταματᾶ. Ὁ λόγος της «οὐ δέδεται», διότι εἶναι ἔκφρασις τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος.


ΧΡΙΣΤOΒΙΩΜΑΤΙΚΗ:

Ὁ πράγματι ὀρθόδοξος θεολόγος εἶναι καὶ «θεοφόρος». Σκοπὸς του εἶναι ὄχι νὰ γνωρίσει τὸν Θεόν, ἀλλὰ πρωτίστως νὰ «μορφωθῆ Χριστὸς ἐν αὐτῷ» (Γαλ. δ’ 19). Μόνον «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται” (Ματθ ε΄,8). Ὅταν ἡ ψυχὴ καθαρθεῖ, τότε θὰ γίνει ὅλη ὀφθαλμός, κατὰ τὸν Ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Θεολόγος εἶναι ὁ ὁρῶν, ὁ βλέπων, ὅπως ἦταν ὁ προφήτης τῆς Π. Διαθήκης, ὁ «ἐπόπτης τῆς θείας μεγαλειότητος» (Β’ Πετρ., α΄ 16) ὁ «ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. β’14).

Μόνον σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «ἀπεκδύεται τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον καὶ ἐνδύεται τὸ νέον» (Κολ. γ΄ 9-10) ἀποκαλύπτεται ὁ Ἀπερίγραπτος. Μόνο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ὡς πρὸς τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ συσταυροῦται καὶ συνθάπτεται, αὐτὸς βλέπει τὸν ἀναστάντα. Μόνον ὅταν «κατοικήσῃ ὁ Χριστὸς ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, εἶναι δυνατὸν «καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ” (Ἐφεσ. γ΄ 17-19).


ΠΡOΣΕΥΧOΜΕΝΗ:

Μόνον μέσα στὴν θερμὴ ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸν μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ μία ἀληθινή, ζωντανὴ καὶ ὀρθόδοξη θεολογία. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀτομικὴ προσευχή, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ὁμαδικὴ λατρεία, ἡ συμμετοχὴ στὴν λειτουργικὴ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ τροφοδοτήσει καὶ θὰ ἐμπνεύσει τὴν θεολογία μας. Ἡ ἕδρα πρέπει νὰ πλησιάζει τὸ θυσιαστήριον, τονίζει καὶ ὁ σοφὸς θεολόγος π. Γ. Φλωρόφσκυ.


ΑΓΙΑ:

Ἀλλ’ ἡ θεολογία πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι ἁγία. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ὑπηρέτες της, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν ὅσιοι καὶ ἅγιοι. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν οἱ κατεξοχὴν θεολόγοι. Κάθε πιστὸς εὕρισκε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μία διαυγῆ ἔκθεση τῆς διδασκαλίας τους, ἕνα ζωντανὸ θεολογικὸ ὑπόμνημα.

Καὶ σήμερα, πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἅγιοι πρέπει νὰ γίνουν οἱ θεολόγοι, ἐὰν θέλουν νὰ δώσουν στὴ θεολογία τὴν ἀρχαία της αἴγλη καὶ τὴ θαυματουργική της δύναμη. Καὶ ἅγιος δὲν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἐκεῖνος ποὺ ἔχει φθάσει στὴν κορυφή, ἀλλὰ ὁ τείνων πρὸς τὴν ἁγιότητα, ὁ πράγματι ἀγωνιζόμενος, ὁ ἀσκητής. Χωρὶς αὐτὸν τὸν ἀπαραίτητον τόνον τῆς ἁγιότητας ἡ θεολογία εἶναι ἀναιμικὴ καὶ ἄψυχος, ἀδρανὴς καὶ ἀνενέργητος.


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ:


Ἡ θεολογία ἡ ὀρθόδοξη, δὲν εἶναι αὐτόνομη ἢ ὑποκειμενική, ὅπως τὰ προτεσταντικὰ κατασκευάσματα, ἀλλὰ εἶναι στόμα καὶ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας, λειτουργός τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Διακονεῖ τὸν Θεὸν καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸ μυστικὸ «πανδοχεῖον». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἁγιαστικὸ χῶρο καὶ ἀπὸ τὴν ζωογόνο ἀτμόσφαιρα τῆς μητρὸς Ἐκκλησίας. Μόνον «πεφυτευμένη ἐν τῷ Οἴκῳ Κυρίου» δύναται νὰ «φέρῃ καρπὸν πολὺν» (Ἰω, ιε’,5).


ΑΓΩΝΙΖOΜΕΝΗ:

Ἡ ἀληθινὴ θεολογία δὲν μένει κλεισμένη στὸ γραφεῖο της, δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «θεολογία τῶν καθηγητῶν», ἀλλὰ κατέρχεται καὶ στὸν στίβο, μετέχει τοῦ ἡρωισμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου, ὅταν χρειαστεῖ. Κατὰ ταῦτα, οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόστολοι καὶ προφῆτες, ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες, «ἵνα μαρτυρῶσι τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω, ιη΄ 37).


ΠΝΕΥΜΑΤOΦOΡOΣ:

Εἶναι τρομερὸ ὅτι πολλοὶ θεολόγοι λησμονοῦν τὴ ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ διαβεβαίωση τοῦ ἀψευδοῦς Κυρίου: “ὁ Παράκλητος…, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω, ιστ΄, 13). Τὸ Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καταυγάζει τὸν νοῦν, πυρώνει τὴν καρδιά. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ ἰδεολογικὴ καὶ νοητικὴ ἀνάπτυξη. Αὐτὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ συχνὰ ἐπικίνδυνη. Ἂν δὲν κατοικήσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεολογήσουμε. Ὁ θεολόγος πρέπει νὰ εἶναι δοχεῖο τοῦ Πνεύματος καὶ πλῆκτρο τοῦ Πνεύματος, πνευματοφόρος καὶ πνευματοκίνητος, «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. στ΄. 3).

Σύμφωνα μ’ αὐτά, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς οὐσιαστικῆς ἀλήθειας, τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ ἡ ὁποία εἶναι συγχρόνως ἡ OΔOΣ καὶ ἡ ΖΩΗ (Ἰω. ιδ΄, 6). Ἀναζήτηση ὄχι μόνον διὰ τῆς διανοίας, ἀλλὰ «ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ψυχῆς». Ἀναζήτηση εὐλαβικὴ καὶ ἱκετευτική, ταπεινὴ καὶ σεμνή. Μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ ζώσης πίστεως, μετ’ ἀγάπης καὶ πόθου, μετὰ ταπεινώσεως καὶ συντριβῆς καὶ κατανύξεως, μετὰ καθαρότητος ψυχῆς καὶ συνεχοῦς ἐξαγνισμοῦ, «κεκαθαρμέναις διανοίαις … καὶ ταῖς αἰσθήσεσι», μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα λατρείας καὶ ἀσκήσεως, μέσα στὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Μία τέτοια θεολογία εἶναι γονυκλισία πρὸ τοῦ θείου μυστηρίου, εἶναι γεύση Θεοῦ καὶ ψυχικὴ ἐμπειρία, εἶναι ἱερουργία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ. (Ρώμ. ιε΄ 16) καὶ κατεξοχὴν λειτουργία, εἶναι οἰκείωση, βίωση καὶ κοινωνία Θεοῦ, συγχρόνως δὲ «καταγγελία τῶν θαυμασίων Αὐτοῦ».

Μόνον μία τέτοια ὄντως ὀρθόδοξη θεολογία δύναται νὰ μᾶς προφυλάξει ἀπὸ τὶς ὀλισθηρὲς ἀτραποὺς τῆς «ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. στ΄ 10)., ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ὑπάρχει ὡς μία μεγάλη ἀπειλὴ σὲ κάθε ἐποχή.

Τὴν καλλιέργεια μιᾶς τέτοιας Θεολογίας περιμένει ὁ αἰώνιος Θεός, ἀλλὰ καὶ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς ἐποχῆς μας.
πηγή

Παρασκευή, Ιουλίου 25, 2014

Ἡ ἁγία διακόνισσα Ὀλυμπιάδα (25 Ἰουλίου) Ἀρχιμανδρίτης Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος



Δέκα ἑφτὰ ὁλόκληροι αἰῶνες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν φωτεινὴ μορφὴ μιᾶς λησμονημένης κοινωνικῆς ἐργάτιδας, ποὺ ἔζησε κι’ ἔδρασε στὸ Βυζάντιο κατὰ τὰ τέλη τοῦ Δ’ αἰώνα. Καὶ ὅμως ἡ Ὀλυμπιάδα, ἂν καὶ ἀπέχει τόσο ἀπό μᾶς, παρουσιάζει ἕνα ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν σύγχρονο κοινωνικὸ ἄνθρωπο. Ἡ ὑπέροχη αὐτὴ φυσιογνωμία ἀποτελεῖ τὴ δόξα τοῦ σώματος τῶν «διακονισσῶν».

Πολλοὶ σύγχρονοί της καὶ μεταγενέστεροι ἱστορικοὶ ἀσχολήθηκαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση τῆς Ὀλυμπιάδας. Καὶ ὅλοι τὴν ἀναφέρουν πλάι στὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ποὺ στάθηκε γι’ αὐτὴν πατέρας καὶ ὁδηγός, στὴ δόξα καὶ στὸν πόνο. Μήπως ὅμως κι’ αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε σύμβουλος καὶ στήριγμα καὶ συνεργάτης τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς στὸ δύσκολο καὶ τραχὺ ἔργο του; Νὰ γιατί τὸ ἔργο της μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ μόνο ὅταν μελετηθεῖ μέσα στὸ πλαίσιο τῆς στενῆς συνεργασίας μὲ τὸν Χρυσόστομο. Ἄλλωστε, ἴσως αὐτὴ ἡ συνεργασία, ποὺ πήγαζε ἀπὸ μιὰ βαθύτερη ψυχικὴ ὁμοιότητα τῶν δύο ἐκείνων ὑπέροχων ψυχῶν, νὰ εἶναι καὶ τὸ μυστικό τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξας τῆς Ὀλυμπιάδας. Μιὰ ματιὰ στὴ ζωή της, πρῶτα, θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐμβαθύνουμε ἔπειτα στὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο της.

 


Ἡ Ὀλυμπιάδα γεννήθηκε γύρω στὰ 370 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες. Ἡ οἰκογένειά της ἦταν ἀρχοντική. Ὁ πατέρας της κόμης τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ μόρφωση ποὺ τῆς δόθηκε δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὰ πλούτη καὶ τὴν κοινωνική της θέση. Ἡ ὀρφάνια ὅμως ποὺ ἦρθε πρόωρα νὰ σκιάσει τὰ παιδικά της χρόνια ἦταν τὸ προοίμιο τῆς μακριᾶς ἁλυσίδας τῶν θλίψεων, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ὁ ἀχώριστος σύντροφος τῆς ζωῆς της. Ὁ θεῖος της Προκόπιος ποὺ τὴν ἀνέλαβε τώρα, εἶναι φίλος τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ.

Τῆς ἄρεσε τῆς μικρῆς Ὀλυμπιάδας νὰ τὸν φωνάζει «πατέρα» τὸν Γρηγόριο, ὅσο ἦταν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ πατρικὴ ἀγάπη τοῦ Μεγάλου Γρηγορίου πρὸς τὴν Ὀλυμπιάδα ἐξηγεῖ καὶ τὸ ποίημα ποὺ ἀργότερα τῆς ἀφιέρωσε στὸ γάμο της. Ὁ γάμος τῆς Ὀλυμπιάδας μὲ τὸν Νεβρίδιο, νέο ὑψηλῆς κοινωνικῆς θέσεως, πρὶν κἄν περάσουν δύο χρόνια, τὴν ρίχνει σὲ καινούργιο πένθος μὲ τὸν πρόωρο θάνατό του. Δὲν περνᾶ πολὺς καιρὸς καὶ οἱ προτάσεις γιὰ δεύτερο γάμο πολιορκοῦν κυριολεκτικὰ τὴ νέα χῆρα.

Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ἀσκεῖ τρομερὴ πίεση πάνω της, θέλοντας νὰ τὴν ἐξαναγκάσει νὰ πανδρευτεῖ τὸν συγγενῆ του Ἐλπίδιο. Μὰ ἡ Ὀλυμπιάδα ἀρνεῖται σταθερά. Τὴν πρώιμη χηρεία της τὴ θεωρεῖ κλήση θεία καὶ ἀποφασίζει ν’ ἀφιερώσει τὴ ζωή της στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κοινωνίας. Ἡ πίεση ὅμως τοῦ αὐτοκράτορα δὲν ὑποχωρεῖ. Ὁ δεσποτισμὸς του φθάνει σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε διατάζει τὴ δήμευση τῆς μεγάλης περιουσίας της. Ἡ ἀπάντηση τῆς Ὀλυμπιάδας στὸ Θεοδόσιο εἶναι ἕνα γράμμα «ἀξιοπρεποῦς σαρκασμοῦ». Τὴ δήμευση τῆς κολοσσιαίας περιουσίας ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι περιορισμοί. Ὁ Ἐλπίδιος, γιὰ νὰ τὴν ἀναγκάσει νὰ τὸν δεχθεῖ γιὰ σύζυγο, τῆς στερεῖ τὴν γλυκύτερη ἀπασχόλησή της. Τῆς ἀπαγορεύει νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία. Τί μποροῦν νὰ ἐπιτύχουν ὅμως ὁ ἐξωτερικὸς καταναγκασμὸς καὶ οἱ πιέσεις σὲ μιὰ ψυχὴ ἀδέσμευτη, σὲ μιὰ καρδιὰ φλογισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη; Τὸ πνεῦμα νικᾶ τὴν ὕλη κι’ ἡ ἀγάπη τὴ βία. Ὁ αὐτοκράτορας, ντροπιασμένος ἐπὶ τέλους γιὰ τὴν τυραννική του διαγωγή, ἀνακαλεῖ τὴ διαταγή του καὶ ἡ περιουσία τῆς Ὀλυμπιάδας ἐπανέρχεται πάλι στὰ χέρια της. Τώρα πιὰ ἡ Ὀλυμπιάδα εἶναι ἐλεύθερη νὰ ρυθμίσει ὅπως θέλει τὴ ζωή της. Ἔχει ὅλες τὶς ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικὲς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ ζωὴ χαρᾶς καὶ γι’ αὐτὸ μὲ χαρὰ τὴν ἀφιερώνει στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Μὲ τὴ χαρὰ ἐκείνου ποὺ ξέρει τί πιστεύει καὶ τί ἐπιδιώκει. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἡ ζωὴ τῆς πιστῆς χήρας εἶναι μιὰ ζωὴ ἀφιερωμένη «ἀπὸ ἀγάπη ποὺ πιστεύει καὶ ἀπὸ πίστη ποὺ ἀγαπᾶ».

Τὴν τεραστία περιουσία της (χρυσάφι, ἀσήμι, κτήματα, ἐπαύλεις) προσφέρει στὴν Ἐκκλησία. Στὰ τριάντα της χρόνια χειροθετεῖται διακόνισσα ἀπὸ τὸν προκάτοχο τοῦ Χρυσοστόμου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριο καὶ ἐντάσσεται ἔτσι μέσα σ’ ἕνα ὀργανωμένο σύνολο, κατατάσσεται ἐθελοντικὰ στὸ στρατὸ τῶν γυναικῶν τῆς ἀγάπης. 250 ἀφιερωμένες Χριστιανὲς εἶναι στὶς διαταγές της.

Στὸ μεταξὺ ἀνεβαίνει στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἡ Ὀλυμπιάδα γίνεται δεξί του χέρι. Δὲν ἄργησαν ὅμως λύκοι βαρεῖς νὰ σκορπίσουν καὶ ποιμένα καὶ πρόβατα. Τοὺς διωγμοὺς καὶ τὴν ἐξορία, τὰ διάφορα δεινά του μεγάλου Ἱεράρχη τὰ συμμερίζεται κι’ αὐτὴ ἀπὸ μακρυὰ καὶ σχίζεται κυριολεκτικὰ ἡ εὐαίσθητη γυναικεία της καρδιά. Τὴ συκοφαντοῦν, τὴ σέρνουν στὰ δικαστήρια μὲ τὴ βαριὰ κατηγορία ὅτι εἶναι ἔνοχη γιὰ τὴν πυρκαγιὰ τῆς βασιλικῆς τῆς Ἁγίας Σοφίας. Στὴν αὐστηρότατη ἀνάκριση ποὺ ἔγινε, τὸ ἤρεμο θάρρος της καὶ ἡ δηκτικὴ εἰρωνεία στὶς ἀπαντήσεις της τοὺς κατέπληξε ὅλους.

Ἀλλὰ δὲν ἔφθαναν οἱ ἠθικοὶ πόνοι καὶ τῆς καρδιᾶς τὸ μάτωμα. Ἦρθε καὶ ἡ βαριὰ ἀρρώστια, νὰ συμμαχήσει μὲ τὰ ἄλλα βάσανα, μὲ τὸ βαρὺ πρόστιμο ποὺ τῆς ἐπιβλήθηκε καὶ μὲ τοὺς διωγμοὺς ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ποὺ ἀπογέμιζαν ἀργὰ καὶ σταθερὰ τὸ ποτήρι τῆς ζωῆς της μὲ πίκρες. Ἔπρεπε κι’ αὐτὴ νὰ γευθεῖ σὰν τὸ δάσκαλό της τὰ βάσανα τῆς ἐξορίας γιὰ μιὰ αἰτία τόσο τιποτένια: Γιατί δὲν θέλησε νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν ἀνάξιο ἐπίσκοπο Ἀρσάκιο.

Δὲν εἶναι γνωστὸ πόσα χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Χρυσοστόμου ἔζησε ἡ Ὀλυμπιάδα, οὔτε ξέρουμε τὴν ἀκριβῆ χρονολογία τοῦ θανάτου της. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἀσφαλῶς ζοῦσε, ὅταν ὁ Παλλάδιος ἔγραψε (408 μ.Χ.) τὸ γνωστὸ διάλογο γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο.

Ἡ ἀνδρεία, ἡ ἡρωικὴ ὑπομονή, ἡ μόρφωση, εἶναι τρία ἀπὸ τὰ πνευματικὰ μαργαριτάρια ποὺ κοσμοῦν τὴν «ἀνδρεία γυναίκα», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Παλλάδιος. Κανεὶς ἀπὸ ὅσους κρίνουν σωστὰ δὲν τῆς βρίσκει ψεγάδι. Μέσα στὸν πόνο ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια τὴν συντρόφεψε, ὥς τὸν τάφο, ξεδίπλωσε ἡ Ὀλυμπιάδα τὸ μεγάλο της ἀνάστημα. Τὴ διακρίνει ἡ ἠθικὴ ἀνωτερότητα καὶ ἀξιοπρέπεια, ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς, ἡ σταθερότητα, ἡ ἁπλότητα, τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ. Ποιὸ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτίμητα στολίδια νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς; «Ἐγὼ γνωρίζω τῶν λογισμῶν σου τὴν εὐγένεια», τὴν βεβαιώνει ὁ σεβαστός της δάσκαλος. Δὲν λύγισε οὔτε μπροστὰ στὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς πιέσεις τοῦ ἰσχυρότερου προσώπου τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τοῦ αὐτοκράτορα. Μὲ ἀξιοπρέπεια ἀποσβόλωσε δικαστὲς καὶ ἰσχυρούς τῆς γῆς καὶ ἔκανε σεβαστὴ μιὰ νεαρὴ ἀδύνατη χήρα.

Καὶ αὐτὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ πολυτέλειας ἀμύθητης μέσα στὴ βασιλεύουσα καὶ ἀπὸ κυρία τῆς ἀνώτερης ἀριστοκρατίας! Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ κυρία αὐτὴ ξεχωρίζει ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες σύγχρονες καὶ ὅμοιές της, γιατί δὲν ξιπάστηκε ἀπὸ τὸν πλοῦτο της καὶ τὰ ἐξωτερικά της προσόντα, ἀλλὰ καλλιεργήθηκε, καὶ πλούτισε τὸν ψυχικό της θησαυρό. Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἔκανε ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο, ποὺ καιρὸς εἶναι νὰ δοῦμε.

Εἶναι ἀλήθεια, δύσκολο νὰ παρουσιάσει κανεὶς ἕνα ἔργο ἀγαθοποιΐας καὶ ἀγάπης, ὅταν ἔχει γίνει ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ τὸ κάνει ἀφανῶς καὶ μὲ τὸ σύνθημα τὸ «νὰ μὴ γνωρίζει ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Καὶ εἶναι βέβαιο πὼς ἡ παρουσίαση αὐτὴ πολὺ θὰ ὑπολείπεται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Στὸ μεγάλο σταθμὸ τῆς ζωῆς της, στὴν κρίσιμη στιγμὴ ποὺ σχηματίζονται οἱ μεγάλες ἀποφάσεις της γιὰ μιὰ ζωὴ ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένη, κάνει ἀμέσως ἀποσυμφόρηση τῶν περιττῶν πραγμάτων, ποὺ εἶχε στὸ σπίτι της. Τώρα πιὰ τὸ σπίτι της εἶχε ἄλλο προορισμὸ : Ἐπρόκειτο νὰ γίνει κέντρο πνευματικό, φιλοξενίας κέντρο, ποὺ θὰ ἕνωνε Ἀνατολὴ καὶ Δύση καὶ θὰ παρεῖχε δωρεὰν κατοικία στοὺς χριστιανοὺς ποὺ συνέρρεαν στὴ Κωνσταντινούπολη ἀπὸ ὅλον τὸν χριστιανικὸ κόσμο.

Μὰ μήπως ἦταν μόνο ἡ φιλοξενία, ἡ τόσο ταιριαστὴ αὐτὴ ἀρετή, στὴ χριστιανὴ γυναίκα; Ἦταν καὶ τόσες ἄλλες ἐκδηλώσεις τῆς πολύπλευρης ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης ποὺ κάνουν τὴ χριστιανικὴ καρδιὰ τῆς γυναίκας νὰ χωρᾶ μέσα της ὅλο τὸν κόσμο. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ ἐφευρετικότητα τῆς ἀγάπης τῆς Ὀλυμπιάδας ξεπερνοῦσε κάθε ὅριο, ἦταν στὶς φροντίδες γιὰ τὸ Χρυσόστομο. Τί δὲν ἐπινοοῦσε ἡ εὐγενικὴ διακόνισσα, γιὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσει!

Ἀλλὰ δὲν σκόρπιζε ἀπὸ τὸν πλοῦτο της ἡ Ὀλυμπιάδα μόνο στὴν Κωνσταντινούπολη σὲ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη. Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἀγάπης της, ἔφθανε σὲ χῶρες μακρινὲς καὶ ἔρημες, ὥς τὰ πέρατα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ χρησιμοποιοῦσε γιὰ ὄργανο στὴν ἱερὴ διακονία τῆς ἀγάπης τὸν μεγαλόφωνο κήρυκα τῆς ἀγάπης, τὸν Χρυσόστομο, στὸν τόπο τῆς μαρτυρικῆς του ἐξορίας.

Καὶ δὲν ἦταν μόνον ἡ διατροφὴ τῶν πεινασμένων, ἡ ἐπίσκεψη τῶν ἀρρώστων καὶ οἱ χίλιες δυὸ ἀγαθοεργίες, μοναδικὴ ἀπασχόληση τῆς Ὀλυμπιάδας. Εἶχε καὶ ἄλλα δύσκολα καὶ ὑπεύθυνα καθήκοντα: Καὶ εἶναι ἀλήθεια· τὰ πράγματα φωνάζουν ὅτι ἡ Ὀλυμπιάδα ἦταν τὸ στήριγμα τῆς βασιλεύουσας. Ὁ προκάτοχος τοῦ Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο Νεκτάριος, εἶχε τὴν Ὀλυμπιάδα σύμβουλό του στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χρυσόστομο. Καὶ γίνεται ἔτσι σύμβουλος ἐκείνου ποὺ κατεῖχε τὸν πρῶτο ἐκκλησιαστικὸ θρόνο τῆς Ἀνατολῆς. Τόση ἦταν ἡ σύνεσή της καὶ ἡ κριτικὴ της ἱκανότητα! Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ τρομερὴ θύελλα ἔρχεται νὰ πετάξει τὸν στοργικὸ ποιμενάρχη στὰ βουνὰ τῆς Ἀρμενίας καὶ τότε ἡ Ὀλυμπιάδα μένει πιστὴ στὴν προσφορὰ τῶν πολύτιμων ὑπηρεσιῶν της. Σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ τῆς δίνει στὶς μεγάλες ἐπιστολές του, φροντίζει ἡ Ὀλυμπιάδα γιὰ τὸν διακανονισμὸ σοβαρῶν ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ποτὲ δὲν φρονοῦσε ὅτι εἶχε κάνει κάτι σπουδαῖο.

Ἀλλὰ καὶ πόσες ὑπεράνθρωπες ἐνέργειες δὲν ἔκανε γιὰ νὰ γλυτώσει τὸ σεβαστό της Ἱεράρχη ἀπὸ τὴν ἐξορία! Νὰ κινήσει «πάντα λίθον» γιὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρει, ἤ, τουλάχιστον, νὰ τοῦ βελτιώσει τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς του. Μάταιες προσπάθειες ποὺ μεγαλώνουν τὸν πόνο καὶ σχίζουν τὴν καρδιὰ τῆς γυναίκας μὲ τὴν ἀτσαλένια θέληση. Καὶ θαυμάζει κανείς, μέσα στὰ γράμματα, τὰ ἀθάνατα αὐτὰ ἀριστουργήματα τῆς χριστιανικῆς φιλολογίας, τὸ θαυμασμὸ τοῦ μεγάλου πατέρα μπροστὰ στὸ ἠθικὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀλυμπιάδας. Τὴν παρατηρεῖ καὶ συγχρόνως τῆς ψάλλει ἐγκώμια. «Γνωρίζω τῆς φιλοσόφου ψυχῆς σου τὰ νεῦρα», τῆς γράψει, ποὺ ὅσο οἱ θλίψεις καὶ οἱ διωγμοὶ μεγάλωναν, τόσο καὶ αὐτὰ γίνονταν ἐντονότερα καὶ ἡ ψυχικὴ ἀντοχὴ γιγαντωνόταν, δυναμωμένη ἀπὸ τὰ λόγια τῆς παρακλήσεως, ποὺ εἶναι ἀπόσταγμα ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, ποὺ «ὁ Θεὸς πάσης παρακλήσεως» τὰ ἔχει θησαυρίσει.

Καὶ ὅταν ὁ ἡρωικὸς ποιμενάρχης ὑποκύπτει στὶς ἀφάνταστες κακουχίες καὶ περνᾶ ἀπ’ τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴ ζωὴ τῆς αἰωνιότητας, ἡ Ὀλυμπιάδα μένει ἀκόμη γιὰ νὰ σκορπίζει τὴ χαρὰ στοὺς πονεμένους, ποὺ τοὺς ἔνοιωθε τόσο βαθειά! Συνεχίζει τὴ ζωὴ τῆς προσφορᾶς στὸ βωμὸ τῆς ἀγάπης καὶ προγεύεται ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο τὴ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ.

πηγή

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2014

Θεολογία καὶ Ἀνανέωση




Ἐπιλογὲς ἀπὸ σχετικὸ δοκίμιο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου σχετικὰ μὲ ποιὰ εἶναι ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία.

Σὲ ἕνα ἀφιέρωμα γιὰ τὴν παράδοση καὶ τὴν ἀνανέωση στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείψει ἡ ἀναφορὰ στὴ Θεολογία. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ Θεολογία ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ συντελεστὴ ἀνανέωσης. Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ σκέψη καὶ γραφὴ ἐπηρεάζει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δίνοντας κατευθύνσεις καὶ ἀποκαλύπτοντας τὴν ἀλήθεια.

Ποιὰ εἶναι ὅμως ἢ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ὥστε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία;

Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ παρακάτω κείμενο τοῦ π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλου. O συγγραφέας, λόγιος θεολόγος, εἶναι ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα «Παράδοση καὶ Ἀνανέωση» ὅσο λίγοι καὶ μάλιστα ἐδῶ καὶ δεκαετίες. Ἄλλωστε, τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει ἑτοιμαστεῖ τὸ 1962, στὰ πλαίσια τοῦ Θεολογικοῦ Συμποσίου ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ἡ Ζωὴ» μὲ γενικὸ θέμα «Θεολογία, ἀλήθεια καὶ ζωή». Τὸ κείμενο, μὲ τὸ νὰ εἶναι «σύγχρονο», ἀποδεικνύει εὔγλωττα ὅτι ἡ ἀληθινὴ Θεολογία εἶναι πάντοτε ζωντανὴ καὶ ἐπίκαιρη. Τὸ παραθέτουμε σὲ διασκευή.

 

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ



Μερικὰ γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας

OΡΘOΔOΞΗ:

Δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ εἶναι ἡ θεολογία μας ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια ἀρνητική, δηλαδὴ νὰ μὴν περιπίπτει σὲ αἵρεση ἢ πλάνη. Πρωτίστως, πρέπει νὰ εἶναι ὀρθόδοξη ὑπὸ ἔννοια θετική. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ προσέχουμε νὰ μὴν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ὀρθοδόξου γραμμῆς. Πρέπει ἡ πνοὴ καὶ ὁ παλμὸς τῆς θεολογίας νὰ εἶναι ὀρθόδοξοι, νὰ εἶναι ὅλη διαποτισμένη ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νὰ ἀντλεῖ ἀπ’ τὸν ἀστείρευτο ποταμὸ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Νὰ εἶναι βιβλικὴ καὶ πατερική, ὄχι τυπικῶς ἀλλ’ οὐσιαστικῶς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνοικεῖ σ’ αὐτὴν πλουσίως καὶ οἱ θεοφόροι Πατέρες νὰ εἶναι οἱ ζωντανοὶ ὁδηγοί της.


ΖΩΝΤΑΝΗ:

Ἡ θεολογία μας πρέπει νὰ μὴν εἶναι ξηρά, νοησιαρχικὴ καὶ σχολαστική, ἀλλὰ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστική, γραμμένη «ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις» (Β΄ Κορ., γ΄ 3). Νὰ εἶναι ἀπαύγασμα ζωῆς, προϊόν τῆς ψυχῆς, ἔκφραση τοῦ πιστεύοντος ἀνθρώπου. Νὰ ἀκούει τὸν σύγχρονον ἄνθρωπο καὶ νὰ ἔχει κάτι νὰ τοῦ πεῖ. Νὰ τὸν κατανοεῖ καὶ νὰ τὸν βοηθεῖ.

Ἡ ἀληθὴς θεολογία εἶναι ἀνθρωπιστικὴ καὶ καθοδηγητική, εἶναι θεανθρωπολογία. Τὸ ὅτι εἶναι παραδοσιακὴ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι στατικὴ καὶ ἐπαναληπτική. Ἡ πορεία της δὲν σταματᾶ. Ὁ λόγος της «οὐ δέδεται», διότι εἶναι ἔκφρασις τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος.


ΧΡΙΣΤOΒΙΩΜΑΤΙΚΗ:

Ὁ πράγματι ὀρθόδοξος θεολόγος εἶναι καὶ «θεοφόρος». Σκοπὸς του εἶναι ὄχι νὰ γνωρίσει τὸν Θεόν, ἀλλὰ πρωτίστως νὰ «μορφωθῆ Χριστὸς ἐν αὐτῷ» (Γαλ. δ’ 19). Μόνον «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται” (Ματθ ε΄,8). Ὅταν ἡ ψυχὴ καθαρθεῖ, τότε θὰ γίνει ὅλη ὀφθαλμός, κατὰ τὸν Ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Θεολόγος εἶναι ὁ ὁρῶν, ὁ βλέπων, ὅπως ἦταν ὁ προφήτης τῆς Π. Διαθήκης, ὁ «ἐπόπτης τῆς θείας μεγαλειότητος» (Β’ Πετρ., α΄ 16) ὁ «ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. β’14).

Μόνον σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «ἀπεκδύεται τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον καὶ ἐνδύεται τὸ νέον» (Κολ. γ΄ 9-10) ἀποκαλύπτεται ὁ Ἀπερίγραπτος. Μόνο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ὡς πρὸς τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ συσταυροῦται καὶ συνθάπτεται, αὐτὸς βλέπει τὸν ἀναστάντα. Μόνον ὅταν «κατοικήσῃ ὁ Χριστὸς ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης, εἶναι δυνατὸν «καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ” (Ἐφεσ. γ΄ 17-19).


ΠΡOΣΕΥΧOΜΕΝΗ:

Μόνον μέσα στὴν θερμὴ ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸν μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ μία ἀληθινή, ζωντανὴ καὶ ὀρθόδοξη θεολογία. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀτομικὴ προσευχή, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ὁμαδικὴ λατρεία, ἡ συμμετοχὴ στὴν λειτουργικὴ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ τροφοδοτήσει καὶ θὰ ἐμπνεύσει τὴν θεολογία μας. Ἡ ἕδρα πρέπει νὰ πλησιάζει τὸ θυσιαστήριον, τονίζει καὶ ὁ σοφὸς θεολόγος π. Γ. Φλωρόφσκυ.


ΑΓΙΑ:

Ἀλλ’ ἡ θεολογία πρέπει ἐπίσης νὰ εἶναι ἁγία. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ὑπηρέτες της, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν ὅσιοι καὶ ἅγιοι. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν οἱ κατεξοχὴν θεολόγοι. Κάθε πιστὸς εὕρισκε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μία διαυγῆ ἔκθεση τῆς διδασκαλίας τους, ἕνα ζωντανὸ θεολογικὸ ὑπόμνημα.

Καὶ σήμερα, πιὸ πολὺ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἅγιοι πρέπει νὰ γίνουν οἱ θεολόγοι, ἐὰν θέλουν νὰ δώσουν στὴ θεολογία τὴν ἀρχαία της αἴγλη καὶ τὴ θαυματουργική της δύναμη. Καὶ ἅγιος δὲν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἐκεῖνος ποὺ ἔχει φθάσει στὴν κορυφή, ἀλλὰ ὁ τείνων πρὸς τὴν ἁγιότητα, ὁ πράγματι ἀγωνιζόμενος, ὁ ἀσκητής. Χωρὶς αὐτὸν τὸν ἀπαραίτητον τόνον τῆς ἁγιότητας ἡ θεολογία εἶναι ἀναιμικὴ καὶ ἄψυχος, ἀδρανὴς καὶ ἀνενέργητος.


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ:

Ἡ θεολογία ἡ ὀρθόδοξη, δὲν εἶναι αὐτόνομη ἢ ὑποκειμενική, ὅπως τὰ προτεσταντικὰ κατασκευάσματα, ἀλλὰ εἶναι στόμα καὶ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας, λειτουργός τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Διακονεῖ τὸν Θεὸν καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸ μυστικὸ «πανδοχεῖον». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἁγιαστικὸ χῶρο καὶ ἀπὸ τὴν ζωογόνο ἀτμόσφαιρα τῆς μητρὸς Ἐκκλησίας. Μόνον «πεφυτευμένη ἐν τῷ Οἴκῳ Κυρίου» δύναται νὰ «φέρῃ καρπὸν πολὺν» (Ἰω, ιε’,5).


ΑΓΩΝΙΖOΜΕΝΗ:

Ἡ ἀληθινὴ θεολογία δὲν μένει κλεισμένη στὸ γραφεῖο της, δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «θεολογία τῶν καθηγητῶν», ἀλλὰ κατέρχεται καὶ στὸν στίβο, μετέχει τοῦ ἡρωισμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου, ὅταν χρειαστεῖ. Κατὰ ταῦτα, οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόστολοι καὶ προφῆτες, ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες, «ἵνα μαρτυρῶσι τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω, ιη΄ 37).


ΠΝΕΥΜΑΤOΦOΡOΣ:

Εἶναι τρομερὸ ὅτι πολλοὶ θεολόγοι λησμονοῦν τὴ ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ διαβεβαίωση τοῦ ἀψευδοῦς Κυρίου: “ὁ Παράκλητος…, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω, ιστ΄, 13). Τὸ Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καταυγάζει τὸν νοῦν, πυρώνει τὴν καρδιά. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ ἰδεολογικὴ καὶ νοητικὴ ἀνάπτυξη. Αὐτὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ συχνὰ ἐπικίνδυνη. Ἂν δὲν κατοικήσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεολογήσουμε. Ὁ θεολόγος πρέπει νὰ εἶναι δοχεῖο τοῦ Πνεύματος καὶ πλῆκτρο τοῦ Πνεύματος, πνευματοφόρος καὶ πνευματοκίνητος, «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. στ΄. 3).

Σύμφωνα μ’ αὐτά, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς οὐσιαστικῆς ἀλήθειας, τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ ἡ ὁποία εἶναι συγχρόνως ἡ OΔOΣ καὶ ἡ ΖΩΗ (Ἰω. ιδ΄, 6). Ἀναζήτηση ὄχι μόνον διὰ τῆς διανοίας, ἀλλὰ «ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ψυχῆς». Ἀναζήτηση εὐλαβικὴ καὶ ἱκετευτική, ταπεινὴ καὶ σεμνή. Μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ ζώσης πίστεως, μετ’ ἀγάπης καὶ πόθου, μετὰ ταπεινώσεως καὶ συντριβῆς καὶ κατανύξεως, μετὰ καθαρότητος ψυχῆς καὶ συνεχοῦς ἐξαγνισμοῦ, «κεκαθαρμέναις διανοίαις … καὶ ταῖς αἰσθήσεσι», μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα λατρείας καὶ ἀσκήσεως, μέσα στὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Μία τέτοια θεολογία εἶναι γονυκλισία πρὸ τοῦ θείου μυστηρίου, εἶναι γεύση Θεοῦ καὶ ψυχικὴ ἐμπειρία, εἶναι ἱερουργία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ. (Ρώμ. ιε΄ 16) καὶ κατεξοχὴν λειτουργία, εἶναι οἰκείωση, βίωση καὶ κοινωνία Θεοῦ, συγχρόνως δὲ «καταγγελία τῶν θαυμασίων Αὐτοῦ».

Μόνον μία τέτοια ὄντως ὀρθόδοξη θεολογία δύναται νὰ μᾶς προφυλάξει ἀπὸ τὶς ὀλισθηρὲς ἀτραποὺς τῆς «ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. στ΄ 10)., ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ὑπάρχει ὡς μία μεγάλη ἀπειλὴ σὲ κάθε ἐποχή.

Τὴν καλλιέργεια μιᾶς τέτοιας Θεολογίας περιμένει ὁ αἰώνιος Θεός, ἀλλὰ καὶ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς ἐποχῆς μας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

Ἡ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου Ἀρχιμανδρίτης Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος


 


Οὐσία τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ συγκατάβασις τῆς θείας ἀγάπης, ἡ θυσία τοῦ Θεοῦ, ὁ πλοῦτος τῆς συγκαταβάσεως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά µᾶς.

Θεὸς δὲν σηµαίνει κυβερνήτης ποὺ κάθεται ψηλὰ στὰ σύννεφα ἀδιάφορος, ὅπως τὸν εἰκόνιζαν µερικοὶ ἀρχαῖοι λαοί, ἀλλὰ σηµαίνει Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔρχεται γιά µᾶς, ἔρχεται κοντὰ στὸ πλάσµα Του, γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξει στὴν ἀγκαλιά Του, νὰ τὸ πάρει στοὺς ὤµους Του, νὰ λυτρώσει τὸ ἀπολωλός, νὰ τὸ πάρει κοντά Του, νὰ τὸ βάλει σὲ µιὰ νέα ζωή, νὰ τοῦ φτιάξει µία καινούρια κατάσταση χάριτος, ἀγάπης, ἑνότητος µὲ τὸν Θεό.

Αὐτὸ εἶναι τὸ µεγάλο θέµα καὶ δὲν εἶναι τὰ τόσα ἄλλα µὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούµεθα. Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία, ἐδῶ εἶναι τὸ πᾶν. Θεὸς συγκαταβαίνων, ταπεινούµενος, παροικῶν ἐν τῷ Σπηλαίῳ καὶ ἐν τῇ Φάτνῃ, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ µαζί µας, γιὰ νὰ µᾶς ἀνεβάσει σὲ κάτι καλύτερο. Τὸ τονίζουµε αὐτὸ καὶ σήµερα, ἐπειδὴ µᾶς τὸ τόνισαν τὸ Εὐαγγέλιό µας καὶ ἡ Ὑµνολογία µας, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Εὐγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἄγγελµα τὸ µοναδικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ νοιώσουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Εἴµαστε προσκολληµένοι, ἐµεῖς οἱ ἄνθρωποι, καὶ δεµένοι µὲ πολλὰ πράγµατα, µὲ πολλὰ εἴδωλα. Ἔστω κι ἂν λέµε ὅτι δὲν προσκυνοῦµε τὰ εἴδωλα, στὴν πραγµατικότητα πολλοὶ ἀπὸ µᾶς λατρεύουµε µὲ ἀπέραντη ἀφοσοίωση ποικίλα εἴδωλα, τὴν σάρκα µας, τὸ ἐγώ µας, τὸ χρῆµα µας. Ἔχουµε τόσες θρησκεῖες! Ἀλλὰ τὸ ζήτηµα εἶναι ὅτι εἶναι καµουφλαρισµένες, καὶ ὁ πονηρός µᾶς κάνει νὰ µὴ λέµε ὅτι εἴµαστε εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ µᾶς κάνει στὴν πράξη τέτοιους. Λατρεύουµε λοιπὸν τὶς ἀνέσεις, τὶς συµβατικότητες, τὶς µικρότητες, τὴν σχετικοκρατία, τὴν συµφεροντολογία. Αὐτὰ εἶναι τὰ κάστρα, τὰ ὁποῖα ἔχουµε µέσα µας ὀχυρωµένα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦµε νὰ τὰ ἀφήσουµε πολλὲς φορές, παρ’ ὅλο ποὺ στὴν ἐπιφάνεια βάζουµε ἕνα ἐπίχρισµα εὐλαβείας καὶ µιὰ συµβατικότητα θρησκευτικοφανείας.

Ἡ µεγάλη γιορτὴ ἔρχεται νὰ µᾶς πεῖ, µέσα στὴν συγκλονιστικὴ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου, ὅτι στὴν καινούρια κτίση, στὴν νέα θρησκεία, ποὺ λέγεται Χριστιανισµός, δὲν ἔχουν τόπο οἱ συµβατικότητες, ἡ σχετικοκρατία τῶν τύπων. Γιὰ νὰ µπεῖς στὸ Σπήλαιο, χρειάζεται ἁγνὴ καρδιά. Τὸ µονοπάτι τῆς ἁγνότητος τῆς ψυχῆς καὶ τῶν διαθέσεων, αὐτὸ µᾶς προσεγγίζει πρὸς τὴν Βηθλεέµ. Καὶ µόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ σθένος, τὴ δύναµη, τὴν εἰλικρίνεια νὰ ξεκολλήσουν τὸ ἄτοµό τους ἀπ’ τὰ εἴδωλα, νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν λατρεία τοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ χρήµατος, αὐτοὶ µποροῦν ν’ ἀντικρύσουν τὸ Βρέφος, αὐτοὶ µποροῦν νὰ συλλάβουν τὸ νόηµα τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ νόηµα τῆς ζωῆς ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ποὺ βρίσκεται ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Θεοῦ.

Καὶ δὲν µπορεῖ ἡ ζωὴ νὰ κυβερνᾶται ἀπ’ αὐτὰ τὰ τόσο ψεύτικα καὶ ἀµφίβολα εἴδωλα. Ὅπως τὰ µάτια µας εἶναι πλασµένα γιὰ νὰ ἀντικρύζουν τὸ φῶς, τὰ αὐτιά µας νὰ ἀκοῦν τοὺς ἤχους, ἡ µύτη µας γιὰ νὰ εἰσπνέει τὸ ὀξυγόνο, ἔτσι καὶ οἱ ψυχὲς µας εἶναι νὰ νοιώθουν τὸν Θεό. Τὸ νόηµα τῆς ψυχῆς µας δὲν εἶναι ἄλλο, δὲν εἶναι νὰ χορταίνει ἐπίγεια, σχετικὰ καὶ βρωµερὰ πολλάκις ἀγαθά. Ἀλλὰ νὰ µπορεῖ µὲ εἰλικρίνεια νὰ εἰσέρχεται στὴν ἀτµόσφαιρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Νὰ µπορεῖ νὰ ἀναπνέει τὸ µέγα γεγονὸς τῆς θεϊκῆς συγκαταβάσεως, τῆς ἀπόλυτης ἀγάπης, ἡ ὁποία εἶναι θυσία καὶ τὴν ὁποία µᾶς δείχνει σήµερα ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.[…]

Δὲν µπορεῖ ἡ ζωή µας ἐπάνω σ’ αὐτὸν τὸν πλανήτη νὰ βαδίσει ἀληθινά, σὲ µιὰ τροχιὰ πραγµατική, ἐὰν δὲν εἰσέλθει στὴν σφαῖρα αὐτὴ τοῦ µυστηρίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σαρκοῦται γιὰ νὰ σταυρωθεῖ µεθαύριον. Τοῦ µυστηρίου, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Βηθλεὲµ καὶ κορυφώνεται στὸν Γολγοθά. Τοῦ µυστηρίου µιᾶς τέτοιας συγκλονιστικῆς θυσίας, ἡ ὁποία εἶναι ξεχείλισµα εἰλικρινοῦς ἀγάπης, εἶναι δόσιµο γιὰ τὸν ἀγαπώµενο, εἶναι προσφορὰ γιὰ τὴν ἐξύψωση τοῦ πλάσµατος.

Δευτέρα, Ιουλίου 22, 2013

Ἡ ἁγία διακόνισσα Ὀλυμπιάδα

Ἀρχιμανδρίτης Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος

Δέκα ἑφτὰ ὁλόκληροι αἰῶνες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν φωτεινὴ μορφὴ μιᾶς λησμονημένης κοινωνικῆς ἐργάτιδας, ποὺ ἔζησε κι’ ἔδρασε στὸ Βυζάντιο κατὰ τὰ τέλη τοῦ Δ’ αἰώνα. Καὶ ὅμως ἡ Ὀλυμπιάδα, ἂν καὶ ἀπέχει τόσο ἀπό μᾶς, παρουσιάζει ἕνα ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν σύγχρονο κοινωνικὸ ἄνθρωπο. Ἡ ὑπέροχη αὐτὴ φυσιογνωμία ἀποτελεῖ τὴ δόξα τοῦ σώματος τῶν «διακονισσῶν».

Πολλοὶ σύγχρονοί της καὶ μεταγενέστεροι ἱστορικοὶ ἀσχολήθηκαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση τῆς Ὀλυμπιάδας. Καὶ ὅλοι τὴν ἀναφέρουν πλάι στὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ποὺ στάθηκε γι’ αὐτὴν πατέρας καὶ ὁδηγός, στὴ δόξα καὶ στὸν πόνο. Μήπως ὅμως κι’ αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε σύμβουλος καὶ στήριγμα καὶ συνεργάτης τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς στὸ δύσκολο καὶ τραχὺ ἔργο του; Νὰ γιατί τὸ ἔργο της μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ μόνο ὅταν μελετηθεῖ μέσα στὸ πλαίσιο τῆς στενῆς συνεργασίας μὲ τὸν Χρυσόστομο. Ἄλλωστε, ἴσως αὐτὴ ἡ συνεργασία, ποὺ πήγαζε ἀπὸ μιὰ βαθύτερη ψυχικὴ ὁμοιότητα τῶν δύο ἐκείνων ὑπέροχων ψυχῶν, νὰ εἶναι καὶ τὸ μυστικό τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξας τῆς Ὀλυμπιάδας. Μιὰ ματιὰ στὴ ζωή της, πρῶτα, θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐμβαθύνουμε ἔπειτα στὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο της.

 


Ἡ Ὀλυμπιάδα γεννήθηκε γύρω στὰ 370 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες. Ἡ οἰκογένειά της ἦταν ἀρχοντική. Ὁ πατέρας της κόμης τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ μόρφωση ποὺ τῆς δόθηκε δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὰ πλούτη καὶ τὴν κοινωνική της θέση. Ἡ ὀρφάνια ὅμως ποὺ ἦρθε πρόωρα νὰ σκιάσει τὰ παιδικά της χρόνια ἦταν τὸ προοίμιο τῆς μακριᾶς ἁλυσίδας τῶν θλίψεων, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ὁ ἀχώριστος σύντροφος τῆς ζωῆς της. Ὁ θεῖος της Προκόπιος ποὺ τὴν ἀνέλαβε τώρα, εἶναι φίλος τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ.

Τῆς ἄρεσε τῆς μικρῆς Ὀλυμπιάδας νὰ τὸν φωνάζει «πατέρα» τὸν Γρηγόριο, ὅσο ἦταν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ πατρικὴ ἀγάπη τοῦ Μεγάλου Γρηγορίου πρὸς τὴν Ὀλυμπιάδα ἐξηγεῖ καὶ τὸ ποίημα ποὺ ἀργότερα τῆς ἀφιέρωσε στὸ γάμο της. Ὁ γάμος τῆς Ὀλυμπιάδας μὲ τὸν Νεβρίδιο, νέο ὑψηλῆς κοινωνικῆς θέσεως, πρὶν κἄν περάσουν δύο χρόνια, τὴν ρίχνει σὲ καινούργιο πένθος μὲ τὸν πρόωρο θάνατό του. Δὲν περνᾶ πολὺς καιρὸς καὶ οἱ προτάσεις γιὰ δεύτερο γάμο πολιορκοῦν κυριολεκτικὰ τὴ νέα χῆρα.

Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ἀσκεῖ τρομερὴ πίεση πάνω της, θέλοντας νὰ τὴν ἐξαναγκάσει νὰ πανδρευτεῖ τὸν συγγενῆ του Ἐλπίδιο. Μὰ ἡ Ὀλυμπιάδα ἀρνεῖται σταθερά. Τὴν πρώιμη χηρεία της τὴ θεωρεῖ κλήση θεία καὶ ἀποφασίζει ν’ ἀφιερώσει τὴ ζωή της στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κοινωνίας. Ἡ πίεση ὅμως τοῦ αὐτοκράτορα δὲν ὑποχωρεῖ. Ὁ δεσποτισμὸς του φθάνει σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε διατάζει τὴ δήμευση τῆς μεγάλης περιουσίας της. Ἡ ἀπάντηση τῆς Ὀλυμπιάδας στὸ Θεοδόσιο εἶναι ἕνα γράμμα «ἀξιοπρεποῦς σαρκασμοῦ». Τὴ δήμευση τῆς κολοσσιαίας περιουσίας ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι περιορισμοί. Ὁ Ἐλπίδιος, γιὰ νὰ τὴν ἀναγκάσει νὰ τὸν δεχθεῖ γιὰ σύζυγο, τῆς στερεῖ τὴν γλυκύτερη ἀπασχόλησή της. Τῆς ἀπαγορεύει νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία. Τί μποροῦν νὰ ἐπιτύχουν ὅμως ὁ ἐξωτερικὸς καταναγκασμὸς καὶ οἱ πιέσεις σὲ μιὰ ψυχὴ ἀδέσμευτη, σὲ μιὰ καρδιὰ φλογισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη; Τὸ πνεῦμα νικᾶ τὴν ὕλη κι’ ἡ ἀγάπη τὴ βία. Ὁ αὐτοκράτορας, ντροπιασμένος ἐπὶ τέλους γιὰ τὴν τυραννική του διαγωγή, ἀνακαλεῖ τὴ διαταγή του καὶ ἡ περιουσία τῆς Ὀλυμπιάδας ἐπανέρχεται πάλι στὰ χέρια της. Τώρα πιὰ ἡ Ὀλυμπιάδα εἶναι ἐλεύθερη νὰ ρυθμίσει ὅπως θέλει τὴ ζωή της. Ἔχει ὅλες τὶς ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικὲς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ ζωὴ χαρᾶς καὶ γι’ αὐτὸ μὲ χαρὰ τὴν ἀφιερώνει στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Μὲ τὴ χαρὰ ἐκείνου ποὺ ξέρει τί πιστεύει καὶ τί ἐπιδιώκει. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἡ ζωὴ τῆς πιστῆς χήρας εἶναι μιὰ ζωὴ ἀφιερωμένη «ἀπὸ ἀγάπη ποὺ πιστεύει καὶ ἀπὸ πίστη ποὺ ἀγαπᾶ».

Τὴν τεραστία περιουσία της (χρυσάφι, ἀσήμι, κτήματα, ἐπαύλεις) προσφέρει στὴν Ἐκκλησία. Στὰ τριάντα της χρόνια χειροθετεῖται διακόνισσα ἀπὸ τὸν προκάτοχο τοῦ Χρυσοστόμου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριο καὶ ἐντάσσεται ἔτσι μέσα σ’ ἕνα ὀργανωμένο σύνολο, κατατάσσεται ἐθελοντικὰ στὸ στρατὸ τῶν γυναικῶν τῆς ἀγάπης. 250 ἀφιερωμένες Χριστιανὲς εἶναι στὶς διαταγές της.

Στὸ μεταξὺ ἀνεβαίνει στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἡ Ὀλυμπιάδα γίνεται δεξί του χέρι. Δὲν ἄργησαν ὅμως λύκοι βαρεῖς νὰ σκορπίσουν καὶ ποιμένα καὶ πρόβατα. Τοὺς διωγμοὺς καὶ τὴν ἐξορία, τὰ διάφορα δεινά του μεγάλου Ἱεράρχη τὰ συμμερίζεται κι’ αὐτὴ ἀπὸ μακρυὰ καὶ σχίζεται κυριολεκτικὰ ἡ εὐαίσθητη γυναικεία της καρδιά. Τὴ συκοφαντοῦν, τὴ σέρνουν στὰ δικαστήρια μὲ τὴ βαριὰ κατηγορία ὅτι εἶναι ἔνοχη γιὰ τὴν πυρκαγιὰ τῆς βασιλικῆς τῆς Ἁγίας Σοφίας. Στὴν αὐστηρότατη ἀνάκριση ποὺ ἔγινε, τὸ ἤρεμο θάρρος της καὶ ἡ δηκτικὴ εἰρωνεία στὶς ἀπαντήσεις της τοὺς κατέπληξε ὅλους.

Ἀλλὰ δὲν ἔφθαναν οἱ ἠθικοὶ πόνοι καὶ τῆς καρδιᾶς τὸ μάτωμα. Ἦρθε καὶ ἡ βαριὰ ἀρρώστια, νὰ συμμαχήσει μὲ τὰ ἄλλα βάσανα, μὲ τὸ βαρὺ πρόστιμο ποὺ τῆς ἐπιβλήθηκε καὶ μὲ τοὺς διωγμοὺς ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ποὺ ἀπογέμιζαν ἀργὰ καὶ σταθερὰ τὸ ποτήρι τῆς ζωῆς της μὲ πίκρες. Ἔπρεπε κι’ αὐτὴ νὰ γευθεῖ σὰν τὸ δάσκαλό της τὰ βάσανα τῆς ἐξορίας γιὰ μιὰ αἰτία τόσο τιποτένια: Γιατί δὲν θέλησε νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν ἀνάξιο ἐπίσκοπο Ἀρσάκιο.

Δὲν εἶναι γνωστὸ πόσα χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Χρυσοστόμου ἔζησε ἡ Ὀλυμπιάδα, οὔτε ξέρουμε τὴν ἀκριβῆ χρονολογία τοῦ θανάτου της. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἀσφαλῶς ζοῦσε, ὅταν ὁ Παλλάδιος ἔγραψε (408 μ.Χ.) τὸ γνωστὸ διάλογο γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο.

Ἡ ἀνδρεία, ἡ ἡρωικὴ ὑπομονή, ἡ μόρφωση, εἶναι τρία ἀπὸ τὰ πνευματικὰ μαργαριτάρια ποὺ κοσμοῦν τὴν «ἀνδρεία γυναίκα», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Παλλάδιος. Κανεὶς ἀπὸ ὅσους κρίνουν σωστὰ δὲν τῆς βρίσκει ψεγάδι. Μέσα στὸν πόνο ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια τὴν συντρόφεψε, ὥς τὸν τάφο, ξεδίπλωσε ἡ Ὀλυμπιάδα τὸ μεγάλο της ἀνάστημα. Τὴ διακρίνει ἡ ἠθικὴ ἀνωτερότητα καὶ ἀξιοπρέπεια, ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς, ἡ σταθερότητα, ἡ ἁπλότητα, τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ. Ποιὸ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτίμητα στολίδια νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς; «Ἐγὼ γνωρίζω τῶν λογισμῶν σου τὴν εὐγένεια», τὴν βεβαιώνει ὁ σεβαστός της δάσκαλος. Δὲν λύγισε οὔτε μπροστὰ στὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς πιέσεις τοῦ ἰσχυρότερου προσώπου τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τοῦ αὐτοκράτορα. Μὲ ἀξιοπρέπεια ἀποσβόλωσε δικαστὲς καὶ ἰσχυρούς τῆς γῆς καὶ ἔκανε σεβαστὴ μιὰ νεαρὴ ἀδύνατη χήρα.

Καὶ αὐτὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ πολυτέλειας ἀμύθητης μέσα στὴ βασιλεύουσα καὶ ἀπὸ κυρία τῆς ἀνώτερης ἀριστοκρατίας! Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ κυρία αὐτὴ ξεχωρίζει ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες σύγχρονες καὶ ὅμοιές της, γιατί δὲν ξιπάστηκε ἀπὸ τὸν πλοῦτο της καὶ τὰ ἐξωτερικά της προσόντα, ἀλλὰ καλλιεργήθηκε, καὶ πλούτισε τὸν ψυχικό της θησαυρό. Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἔκανε ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο, ποὺ καιρὸς εἶναι νὰ δοῦμε.

Εἶναι ἀλήθεια, δύσκολο νὰ παρουσιάσει κανεὶς ἕνα ἔργο ἀγαθοποιΐας καὶ ἀγάπης, ὅταν ἔχει γίνει ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ τὸ κάνει ἀφανῶς καὶ μὲ τὸ σύνθημα τὸ «νὰ μὴ γνωρίζει ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Καὶ εἶναι βέβαιο πὼς ἡ παρουσίαση αὐτὴ πολὺ θὰ ὑπολείπεται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Στὸ μεγάλο σταθμὸ τῆς ζωῆς της, στὴν κρίσιμη στιγμὴ ποὺ σχηματίζονται οἱ μεγάλες ἀποφάσεις της γιὰ μιὰ ζωὴ ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένη, κάνει ἀμέσως ἀποσυμφόρηση τῶν περιττῶν πραγμάτων, ποὺ εἶχε στὸ σπίτι της. Τώρα πιὰ τὸ σπίτι της εἶχε ἄλλο προορισμὸ : Ἐπρόκειτο νὰ γίνει κέντρο πνευματικό, φιλοξενίας κέντρο, ποὺ θὰ ἕνωνε Ἀνατολὴ καὶ Δύση καὶ θὰ παρεῖχε δωρεὰν κατοικία στοὺς χριστιανοὺς ποὺ συνέρρεαν στὴ Κωνσταντινούπολη ἀπὸ ὅλον τὸν χριστιανικὸ κόσμο.

Μὰ μήπως ἦταν μόνο ἡ φιλοξενία, ἡ τόσο ταιριαστὴ αὐτὴ ἀρετή, στὴ χριστιανὴ γυναίκα; Ἦταν καὶ τόσες ἄλλες ἐκδηλώσεις τῆς πολύπλευρης ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης ποὺ κάνουν τὴ χριστιανικὴ καρδιὰ τῆς γυναίκας νὰ χωρᾶ μέσα της ὅλο τὸν κόσμο. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ ἐφευρετικότητα τῆς ἀγάπης τῆς Ὀλυμπιάδας ξεπερνοῦσε κάθε ὅριο, ἦταν στὶς φροντίδες γιὰ τὸ Χρυσόστομο. Τί δὲν ἐπινοοῦσε ἡ εὐγενικὴ διακόνισσα, γιὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσει!

Ἀλλὰ δὲν σκόρπιζε ἀπὸ τὸν πλοῦτο της ἡ Ὀλυμπιάδα μόνο στὴν Κωνσταντινούπολη σὲ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη. Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἀγάπης της, ἔφθανε σὲ χῶρες μακρινὲς καὶ ἔρημες, ὥς τὰ πέρατα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ χρησιμοποιοῦσε γιὰ ὄργανο στὴν ἱερὴ διακονία τῆς ἀγάπης τὸν μεγαλόφωνο κήρυκα τῆς ἀγάπης, τὸν Χρυσόστομο, στὸν τόπο τῆς μαρτυρικῆς του ἐξορίας.

Καὶ δὲν ἦταν μόνον ἡ διατροφὴ τῶν πεινασμένων, ἡ ἐπίσκεψη τῶν ἀρρώστων καὶ οἱ χίλιες δυὸ ἀγαθοεργίες, μοναδικὴ ἀπασχόληση τῆς Ὀλυμπιάδας. Εἶχε καὶ ἄλλα δύσκολα καὶ ὑπεύθυνα καθήκοντα: Καὶ εἶναι ἀλήθεια· τὰ πράγματα φωνάζουν ὅτι ἡ Ὀλυμπιάδα ἦταν τὸ στήριγμα τῆς βασιλεύουσας. Ὁ προκάτοχος τοῦ Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο Νεκτάριος, εἶχε τὴν Ὀλυμπιάδα σύμβουλό του στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χρυσόστομο. Καὶ γίνεται ἔτσι σύμβουλος ἐκείνου ποὺ κατεῖχε τὸν πρῶτο ἐκκλησιαστικὸ θρόνο τῆς Ἀνατολῆς. Τόση ἦταν ἡ σύνεσή της καὶ ἡ κριτικὴ της ἱκανότητα! Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ τρομερὴ θύελλα ἔρχεται νὰ πετάξει τὸν στοργικὸ ποιμενάρχη στὰ βουνὰ τῆς Ἀρμενίας καὶ τότε ἡ Ὀλυμπιάδα μένει πιστὴ στὴν προσφορὰ τῶν πολύτιμων ὑπηρεσιῶν της. Σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες ποὺ τῆς δίνει στὶς μεγάλες ἐπιστολές του, φροντίζει ἡ Ὀλυμπιάδα γιὰ τὸν διακανονισμὸ σοβαρῶν ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ποτὲ δὲν φρονοῦσε ὅτι εἶχε κάνει κάτι σπουδαῖο.

Ἀλλὰ καὶ πόσες ὑπεράνθρωπες ἐνέργειες δὲν ἔκανε γιὰ νὰ γλυτώσει τὸ σεβαστό της Ἱεράρχη ἀπὸ τὴν ἐξορία! Νὰ κινήσει «πάντα λίθον» γιὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρει, ἤ, τουλάχιστον, νὰ τοῦ βελτιώσει τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς του. Μάταιες προσπάθειες ποὺ μεγαλώνουν τὸν πόνο καὶ σχίζουν τὴν καρδιὰ τῆς γυναίκας μὲ τὴν ἀτσαλένια θέληση. Καὶ θαυμάζει κανείς, μέσα στὰ γράμματα, τὰ ἀθάνατα αὐτὰ ἀριστουργήματα τῆς χριστιανικῆς φιλολογίας, τὸ θαυμασμὸ τοῦ μεγάλου πατέρα μπροστὰ στὸ ἠθικὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀλυμπιάδας. Τὴν παρατηρεῖ καὶ συγχρόνως τῆς ψάλλει ἐγκώμια. «Γνωρίζω τῆς φιλοσόφου ψυχῆς σου τὰ νεῦρα», τῆς γράψει, ποὺ ὅσο οἱ θλίψεις καὶ οἱ διωγμοὶ μεγάλωναν, τόσο καὶ αὐτὰ γίνονταν ἐντονότερα καὶ ἡ ψυχικὴ ἀντοχὴ γιγαντωνόταν, δυναμωμένη ἀπὸ τὰ λόγια τῆς παρακλήσεως, ποὺ εἶναι ἀπόσταγμα ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, ποὺ «ὁ Θεὸς πάσης παρακλήσεως» τὰ ἔχει θησαυρίσει.

Καὶ ὅταν ὁ ἡρωικὸς ποιμενάρχης ὑποκύπτει στὶς ἀφάνταστες κακουχίες καὶ περνᾶ ἀπ’ τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴ ζωὴ τῆς αἰωνιότητας, ἡ Ὀλυμπιάδα μένει ἀκόμη γιὰ νὰ σκορπίζει τὴ χαρὰ στοὺς πονεμένους, ποὺ τοὺς ἔνοιωθε τόσο βαθειά! Συνεχίζει τὴ ζωὴ τῆς προσφορᾶς στὸ βωμὸ τῆς ἀγάπης καὶ προγεύεται ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο τὴ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

Προσεγγίζοντας την Ανάσταση



        «….Ο Ιησούς δεν είναι απόκοσμος, ήρθε με μια βαθειά λαχτάρα για να είναι πολύ κοντά μας…«Επιθυμία επεθύμησε», με επίμονη επιθυμία, όχι απλώς να έρθει κοντά μας, αλλά να συντρώγει μαζί μας. Χρησιμοποιεί την πιο θερμή λέξη, για ένα γεύμα, ένα Πάσχα, το οποίο στα Εβραϊκά σημαίνει «διάβαση σε μία καινούργια ζωή ένα πέρασμα από τη δουλεία της σχετικότητας προς την όχθη της επαγγελίας, της καινούργιας κτίσεως.
          Αυτό το γεύμα μαζί με τον Χριστό, το δείπνο αυτό είναι και πέρασμα. Αυτό φαίνεται στα βιβλικά κείμενα, ότι ο Χριστός επιθυμεί σφόδρα. Ο Κύριος δεν είναι προπάντων δάσκαλος, είναι ο Ων, η Ζωή, το ξεχείλισμα της αγάπης. «Αγάπη εστί». Το βασικό Του κίνητρο δεν είναι να μας κάνει διδασκαλία αλλά θέλει να είναι πολύ κοντά μας, να συμφάγει μαζί μας, με εμάς τους αμαρτωλούς. Και αυτό να συνεχίζεται, γιατί αυτό ήρθε να κάνει, να φτιάξει μία νέα κατάσταση, μία συντροφιά ενότητας και αγάπης που την ονομάζει Εκκλησία.
          Εκκλησία είναι το τραπέζι του υπερώου, η συντροφιά των μαθητών δια μέσου των αιώνων, που συντρώγουν ανακείμενοι κοντά Του. Όχι απλώς ακούνε, αλλά κοινωνούν τον Άρτο που τους δίδει.
          Τούτο το Πάσχα ο Ιησούς θέλει οπωσδήποτε να φάγει μαζί μας, δηλ. να κοινωνήσουμε μαζί Του, η ζωή μας να ενωθεί με Αυτόν, να συμπορευτούμε μαζί Του…».


Πηγή: Αρχιμ. Η. Μαστρογιαννόπουλου, «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ»

Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2011

Ἡ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου

Μαστρογιαννόπουλος Ἠλίας (Ἀρχιμανδρίτης)




Οὐσία τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ συγκατάβασις τῆς θείας ἀγάπης, ἡ θυσία τοῦ Θεοῦ, ὁ πλοῦτος τῆς συγκαταβάσεως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά µᾶς.

Θεὸς δὲν σηµαίνει κυβερνήτης ποὺ κάθεται ψηλὰ στὰ σύννεφα ἀδιάφορος, ὅπως τὸν εἰκόνιζαν µερικοὶ ἀρχαῖοι λαοί, ἀλλὰ σηµαίνει Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔρχεται γιά µᾶς, ἔρχεται κοντὰ στὸ πλάσµα Του, γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξει στὴν ἀγκαλιά Του, νὰ τὸ πάρει στοὺς ὤµους Του, νὰ λυτρώσει τὸ ἀπολωλός, νὰ τὸ πάρει κοντά Του, νὰ τὸ βάλει σὲ µιὰ νέα ζωή, νὰ τοῦ φτιάξει µία καινούρια κατάσταση χάριτος, ἀγάπης, ἑνότητος µὲ τὸν Θεό.

Αὐτὸ εἶναι τὸ µεγάλο θέµα καὶ δὲν εἶναι τὰ τόσα ἄλλα µὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούµεθα. Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία, ἐδῶ εἶναι τὸ πᾶν. Θεὸς συγκαταβαίνων, ταπεινούµενος, παροικῶν ἐν τῷ Σπηλαίῳ καὶ ἐν τῇ Φάτνῃ, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ µαζί µας, γιὰ νὰ µᾶς ἀνεβάσει σὲ κάτι καλύτερο. Τὸ τονίζουµε αὐτὸ καὶ σήµερα, ἐπειδὴ µᾶς τὸ τόνισαν τὸ Εὐαγγέλιό µας καὶ ἡ Ὑµνολογία µας, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Εὐγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἄγγελµα τὸ µοναδικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ νοιώσουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Εἴµαστε προσκολληµένοι, ἐµεῖς οἱ ἄνθρωποι, καὶ δεµένοι µὲ πολλὰ πράγµατα, µὲ πολλὰ εἴδωλα. Ἔστω κι ἂν λέµε ὅτι δὲν προσκυνοῦµε τὰ εἴδωλα, στὴν πραγµατικότητα πολλοὶ ἀπὸ µᾶς λατρεύουµε µὲ ἀπέραντη ἀφοσοίωση ποικίλα εἴδωλα, τὴν σάρκα µας, τὸ ἐγώ µας, τὸ χρῆµα µας. Ἔχουµε τόσες θρησκεῖες! Ἀλλὰ τὸ ζήτηµα εἶναι ὅτι εἶναι καµουφλαρισµένες, καὶ ὁ πονηρός µᾶς κάνει νὰ µὴ λέµε ὅτι εἴµαστε εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ µᾶς κάνει στὴν πράξη τέτοιους. Λατρεύουµε λοιπὸν τὶς ἀνέσεις, τὶς συµβατικότητες, τὶς µικρότητες, τὴν σχετικοκρατία, τὴν συµφεροντολογία. Αὐτὰ εἶναι τὰ κάστρα, τὰ ὁποῖα ἔχουµε µέσα µας ὀχυρωµένα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦµε νὰ τὰ ἀφήσουµε πολλὲς φορές, παρ’ ὅλο ποὺ στὴν ἐπιφάνεια βάζουµε ἕνα ἐπίχρισµα εὐλαβείας καὶ µιὰ συµβατικότητα θρησκευτικοφανείας.

Ἡ µεγάλη γιορτὴ ἔρχεται νὰ µᾶς πεῖ, µέσα στὴν συγκλονιστικὴ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου, ὅτι στὴν καινούρια κτίση, στὴν νέα θρησκεία, ποὺ λέγεται Χριστιανισµός, δὲν ἔχουν τόπο οἱ συµβατικότητες, ἡ σχετικοκρατία τῶν τύπων. Γιὰ νὰ µπεῖς στὸ Σπήλαιο, χρειάζεται ἁγνὴ καρδιά. Τὸ µονοπάτι τῆς ἁγνότητος τῆς ψυχῆς καὶ τῶν διαθέσεων, αὐτὸ µᾶς προσεγγίζει πρὸς τὴν Βηθλεέµ. Καὶ µόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ σθένος, τὴ δύναµη, τὴν εἰλικρίνεια νὰ ξεκολλήσουν τὸ ἄτοµό τους ἀπ’ τὰ εἴδωλα, νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν λατρεία τοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ χρήµατος, αὐτοὶ µποροῦν ν’ ἀντικρύσουν τὸ Βρέφος, αὐτοὶ µποροῦν νὰ συλλάβουν τὸ νόηµα τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ νόηµα τῆς ζωῆς ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ποὺ βρίσκεται ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Θεοῦ.

Καὶ δὲν µπορεῖ ἡ ζωὴ νὰ κυβερνᾶται ἀπ’ αὐτὰ τὰ τόσο ψεύτικα καὶ ἀµφίβολα εἴδωλα. Ὅπως τὰ µάτια µας εἶναι πλασµένα γιὰ νὰ ἀντικρύζουν τὸ φῶς, τὰ αὐτιά µας νὰ ἀκοῦν τοὺς ἤχους, ἡ µύτη µας γιὰ νὰ εἰσπνέει τὸ ὀξυγόνο, ἔτσι καὶ οἱ ψυχὲς µας εἶναι νὰ νοιώθουν τὸν Θεό. Τὸ νόηµα τῆς ψυχῆς µας δὲν εἶναι ἄλλο, δὲν εἶναι νὰ χορταίνει ἐπίγεια, σχετικὰ καὶ βρωµερὰ πολλάκις ἀγαθά. Ἀλλὰ νὰ µπορεῖ µὲ εἰλικρίνεια νὰ εἰσέρχεται στὴν ἀτµόσφαιρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Νὰ µπορεῖ νὰ ἀναπνέει τὸ µέγα γεγονὸς τῆς θεϊκῆς συγκαταβάσεως, τῆς ἀπόλυτης ἀγάπης, ἡ ὁποία εἶναι θυσία καὶ τὴν ὁποία µᾶς δείχνει σήµερα ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.[…]

Δὲν µπορεῖ ἡ ζωή µας ἐπάνω σ’ αὐτὸν τὸν πλανήτη νὰ βαδίσει ἀληθινά, σὲ µιὰ τροχιὰ πραγµατική, ἐὰν δὲν εἰσέλθει στὴν σφαῖρα αὐτὴ τοῦ µυστηρίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σαρκοῦται γιὰ νὰ σταυρωθεῖ µεθαύριον. Τοῦ µυστηρίου, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Βηθλεὲµ καὶ κορυφώνεται στὸν Γολγοθά. Τοῦ µυστηρίου µιᾶς τέτοιας συγκλονιστικῆς θυσίας, ἡ ὁποία εἶναι ξεχείλισµα εἰλικρινοῦς ἀγάπης, εἶναι δόσιµο γιὰ τὸν ἀγαπώµενο, εἶναι προσφορὰ γιὰ τὴν ἐξύψωση τοῦ πλάσµατος.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...