Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουνίου 11, 2013

Σχολιασμός Ἀρχ. Σαράντη Σαράντου στήν ἐκπομπή «Ἀρχονταρίκι»: «Ἡ χαρά τοῦ ἔρωτα»


ArxontarikiKardiaErwta

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013
Σεβασμιώτατε Ἅγιε Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιε,
Χριστός Ἀνέστη!
Στό Ἀρχονταρίκι τῆς περασμένης Κυριακῆς 26ης Μαΐου τοῦ 2013 εἴδαμε, παρακολουθήσαμε καί ἀπορήσαμε γιά ὅσα διημείφθησαν μεταξύ τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος καί τοῦ συνομιλητοῦ Σας πανοσιολογιωτάτου Ἱερομονάχου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα «σεμνύνομαι» νά καταγράψω. Τό θέμα τῆς ἐκπομπῆς ἦταν «ἡ χαρά τοῦ ἔρωτα».
Παράλληλα γιά νά γίνεται ζωντανότερος ὁ διάλογος καί γιά νά ἐμπεδωθεῖ ἀκόμα καί στό μακρυνότερο χωριό τῆς Ἑλλάδος μας, ἀλλά καί τῆς ἁπανταχοῦ οἰκουμένης τό θέμα πού ἀμφότεροι προβάλατε, παρενεβάλλοντο συνεντεύξεις μέ κάποιους νέους καί νέες πού ἐπιβεβαίωναν τό ἀλάνθαστο τοῦ περιεχομένου τῆς συνομιλίας σας.
Ἐπί προσθέτως σκοῦρες ἤ φωτεινότερες ταμπέλες ὑποχρέωναν τόν τηλεθεατή σέ ἀνάγνωση γιά νά μή χαθεῖ τό παραμικρό νόημα καί τό ἐλάχιστο μήνυμα πού προέκυπτε ἑκάστοτε ἀπό τά λεγόμενά σας. Ἡ κύρια ταμπέλα πού ἐπιδιωκόταν νά κολλήσει στά μυαλά καί στίς καρδιές μικρῶν καί μεγάλων τηλεθεατῶν ἦταν: «Ἡ χαρά τοῦ ἔρωτα».
Οὔτε μιά φορά δέν ἀκούστηκε ἀπό ἀμφοτέρους ἡ λέξη γάμος, οὔτε κἄν καί ὑπονοήθηκε. Οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος μπορέσατε νά προφέρετε τή λέξη γάμος, ἴσως γιά νά μή κακοχαρακτηρισθεῖτε ἀπό τούς κοσμικούς νέους, ἀγόρια καί κορίτσια πού σᾶς ἄκουγαν καί σᾶς ἔβλεπαν. Ἴσως σκεφτήκατε: στό σπίτι τοῦ κρεμασμένου δέν μιλᾶνε γιά σχοινί…
Λυπούμαστε βέβαια, διότι ἡ ἀποστασία μας, ἡ ἁμαρτωλότητά μας, μικρῶν καί μεγάλων, μᾶς ἔφερε σ’ αὐτό τό ἀδιέξοδο, νά μή μποροῦν τά παιδιά μας νά κάνουν γάμο λόγῳ τῆς δεινῆς κρίσεως. Ἡ ἀφροσύνη μας, ὁ σπάταλος παρελθών βίος μας, ἡ ὄντως βαρειά ἔνοχη ἀνοχή ὅλων μας στή βδελυκτή γιά τό Θεό πορνεία, στή μοιχεία, στήν ἀσυγχώρητη, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁμοφυλοφιλία, στίς χιλιάδες ἐκτρώσεις, ἔδωσε τά δικαιώματα στούς ντόπιους καί ξένους δυνάστες νά μᾶς ποδοπατοῦν, νά μᾶς γκρεμίζουν τήν πολυτίμητη ἁγία ἑλληνορθό­δοξη παράδοσή μας, νά ἐξευτελί­ζουν τή μοναδική θεανθρώπινη παιδεία μας καί νά ἐκποιοῦν ἀδίστακτα ὅλον τό δημόσιο, τόν ἰδιωτικό καί πολιτιστικό πλοῦτο μας.
Ὁ ἅγιος Ἐθναπόστολος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἔλεγε στούς ὑπόδουλους ραγιάδες προγόνους μας, ὅτι οἱ Τοῦρκοι κατακτητές ὅλα μποροῦν νά σᾶς τά πάρουν. Τό Χριστό καί τήν ψυχή σας κανένας δέν μπορεῖ νά σᾶς πάρει, ἄν σεῖς οἱ ἴδιοι δέν τούς τά δώσετε. Ἔτσι κράτησαν τήν ἁγία μοναδικότητα τῆς ὀρθοδόξου ἀκαταβλή­του πίστεως.
Ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι, σεβαστοί ἅγιοι πατέρες! Κατά τήν ἱερά διακονία Σας στό τρισευλογημένο Μυστήριο, τῆς ἱερᾶς ἐξομολο­γήσεως πού ἐπιτελεῖτε, χειρίζεσθε τούς νέους καί τίς νέες μας μέ τά κοσμικά κριτήρια τῆς ψυχαναγκαστικῆς νοοτροπίας τῶν ψυχολόγων καί διαφόρων εἰδῶν ψυχοθεραπευτῶν; Ἐφόσον οἱ κοσμικοί ψυχοθεραπευτές δέν γνωρίζουν τήν παντοδύναμη ἄκτιστη Χάρη πού καταξιώνει ὅλες τίς θεανθρώπινες λειτουργίες, τί ἄλλο μποροῦν νά συμβουλεύουν παρά νά νομιμοποιοῦν ἀπροϋπόθετα καί νά συγκατατίθενται ἀναγκαστικά στά ἀνθρώπινα πάθη; Τά θεωροῦν μάλιστα ὡς κατά φύσιν ἀρετές. Ὅμως μέ τήν πολλαπλῆ χρήση καί ἐναλλαγή τῶν ἐρωτικῶν συντρόφων βουλιάζει ὁ νέος στήν αὐξανόμενη καί ὀγκούμενη κατάθλιψη, φυσικό ὑποπροϊόν τῆς ἁμαρτίας, κατά τούς φιλόθεους καί φιλανθρωπότατους ἁγίους Πατέρες.
Σεβαστοί πατέρες, ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι γιά τίς ἐπί μέρους χτυπητές ψυχολογικές φράσεις, τούς ὅρους καί τίς μεθόδους πού δανείζεσθε ἀπό τούς οὐμανιστές, τάχα ἐπιστήμονες, γιά νά ἀμνηστεύσετε τά πολλαπλᾶ πάθη τῶν σαρκικῶν πτώσεων καί νά ἐνθαρρύνετε τούς νέους νά μήν ἀνησυχοῦν, ἐνῷ λιμνάζουν καί σαπίζουν παθητικά μέσα «στή χαρά τοῦ ἔρωτα».
Ταπεινῶς φρονῶ, ὅτι ἡ κορύφωση τοῦ τηλεοπτικοῦ δράματος τῆς 26ης Μαΐου στό Ἀρχονταρίκι βρίσκεται στόν εὐτελισμό τῶν παραδοσιακῶν ἱερέων - πνευματικῶν, πού ἐπειδή, κατά τήν ἐκτίμησή σας, δέν κατάφεραν νά ζήσουν τή «χαρά τοῦ ἔρωτα», μπερδεμένοι οἱ ἴδιοι προσπαθοῦν νά ἐπιβάλουν τά ἀπωθημένα τους στούς ἄλλους. Ὁ νοσηρός γεροντισμός βασανίζει σαδιστικά τούς νέους πού θέλουν οἱ γέροντες νά πατρονάρουν, καθώς ἰσχυρίζεσθε, καί τούς πειθαναγκάζει τούς νέους σέ ἀνέραστες ψυχαναγκαστικές νοσηρές καταστάσεις.
Σεβαστοί πατέρες, δικαίωμά σας εἶναι νά λέτε αὐτά πού λέτε καί νά θεωρεῖτε τούς ἄλλους ἱερεῖς ἀγράμματους, ἀνέραστους ἀνώριμους, ἄσχετους μέ τήν ἐν Χριστῷ πνευματική ἄσκηση. Ἐπι­τρέψατέ μας ὡστόσο νά σᾶς ἐκφράσουμε τό βαθύτατο πόνο μας, γιατί, ἐνῷ θά ἔπρεπε ὡς ἄγαμοι διακριτικοί Κυρηναῖοι νά συμπαρίστασθε στό σκληρό ἀγῶνα τῶν μαχίμων ἐφημερίων τῆς ἁγίας Ἑλλα­δικῆς Ἐκκλησίας μας, στόν ἀγῶνα γιά τήν προσφορά τῆς καλῆς ἐν Χριστῷ παιδείας στά παιδιά μας, στά ἐγγόνια μας καί στά βαρυανασαίνοντα πνευματικά μας τέκνα, ὅμως διαλέγετε νά τούς δη­μιουργεῖτε ἄλλας ἀκοάς, ἄλλες εἰκόνες, ἄλλους δρόμους ἀσύμβα­τους μέ τή δοκιμασμένη θεανθρώπινη Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅλο τό πνεῦμα τῆς ἁγίας ὀρθόδοξης θεανθρωπολογίας μας εἶναι σταυροαναστάσιμο. Χωρίς Σταυρό, χωρίς σκληρό, ἤπιο ἤ ἀνένδοτο ἐν Χριστῷ πνευματικό ἀγῶνα κατά τῶν σαρκικῶν παθῶν, οὔτε στά βιωτικά ὁ νέος ἤ ἡ νέα μποροῦν νά προκόψουν, οὔτε κατά μείζονα λόγο νά πορεύονται στήν ἐν Χριστῷ θέωση πού εἶναι καί ὁ ὕψιστος προορισμός καί τῶν ἐγγάμων καί τῶν ἀγάμων ἀνδρῶν καί γυναικῶν Χριστιανῶν.
Ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τούς αὐστηρότατους Ἱερούς Κανόνες του κατά τῶν σαρκικῶν παθῶν ἦταν ἀνέραστος κατά Θεόν καί σαδιστής στήν ποιμαντική συμπεριφορά του πρός τούς νέους; Ἦταν ἄμοιρος τῆς φλογερῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό καί πρός τόν ἄνθρωπο;
Πάντως, ἐφόσον δημοσίως διακηρύσσετε τά ἀσύμβατα μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη μας, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι μολονότι οἱ ἐλάχιστοι, καί οἱ χειρότεροι ποιμένες τοῦ Χριστοῦ νά ἐνημερώνουμε μικρούς καί μεγάλους γιά τίς γραμμές σας.
Μόνο μέσα στό ἱερό Μυστήριο τοῦ γάμου καταξιώνεται, χριστοποιεῖται, χαλυβδώνεται ἡ χαρά τοῦ ἔρωτα. Μόνο μέσα στό ὄγδοο μυστήριο τῆς ἁγίας ἐν Χριστῷ Παρθενίας καταξιώνεται ὁ ἐν Χριστῷ ἄγαμος ἤ ἡ ἐν Χριστῷ ἄγαμη παρθένος καί ζοῦν τό θεῖο ἔρωτα.
Ὅλα τά ἄλλα ἐπιχειρήματα καί εὐφυολογήματα ἐκτρέπουν τούς ἀνθρώπους στούς ἀτομικούς φιλοσοφικούς κρημνούς κατά τόν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, καί τούς ὁδηγοῦν ἀργά ἤ γρήγορα στό χάος καί στή δυστυχία.
Γνωρίζουμε κοπέλλες σάν τά κρῦα νερά καί παληκάρια πού ἀντιστά­θηκαν στίς πιέσεις γιά προγαμιαίες σχέσεις.   Ἀφοῦ δυνατά, θερμά ἀγαπιώμαστε, γιατί νά μήν ὁλοκληρώσουμε τίς σχέσεις μας, ἰσχυρίζονται κάποιοι ἄλλοι. Ἀφοῦ ἀντιστάθηκαν διακριτικά καί σθεναρά, πέτυχαν μετά τό χαρισματικώτατο Μυστήριο τοῦ Γάμου τή χαρά τοῦ ἔρωτα μέ τίς εὐχές τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας καί τοῦ πνευματικοῦ τους πατρός. Ὁ προηγούμενος ἀγώνας γιά τήν καθαρότητα προετοίμασε τό θαῦμα τοῦ Γάμου τῆς Κανᾶ.
Στά πρόσωπα τῶν νέων ἀγοριῶν καί νέων κοριστιῶν, πού τούς παίρνατε συνέντευξη στό δρόμο γιά ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα σέξ - ἐρωτική σχέση, διακρίναμε ἕνα χαμόγελο ἀμηχανίας. Ἴσως δέν περίμεναν νά κατέβει στό πεζοδρόμιο ἕνα θέμα πού μύχια καί ἀρχετυπικά τό θεωροῦν πολύ σημαντικό, ἔστω καί ἄν δέν ξέρουν ἤ δέν μποροῦν νά τό διαχειρισθοῦν σωστά, χριστιανικά. Γιαυτό καί ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἀνήγαγε τήν ἐρωτική σχέση στό ἐπίπεδο ἑνός ἐξαιρετικοῦ κατά πάντα ἱεροῦ Μυστηρίου πού συγκεφαλαιώνει ὁλόκληρη τή ζωή τῶν νεονύμφων, τῶν τέκνων, ἐγγόνων κτλ καί τούς συνενώνει στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ Μακαρία Κεφαλή τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστό καί μέλη Του τούς νεονύμφους καί ὅλους τούς μύριους ὀρθοδόξως βαπτισμένους χριστιανούς. Θησαυροί πολυτιμότατοι τό Εὐαγγελικό καί Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τοῦ Γάμου ἀπό τά ὁποῖα προέκυψε ἡ Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου.
Τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Κυρίου μας ἐπετελέσθη ἐνώπιον τῆς Παναγίας Μητρός Του καί τῶν ἁγίων Μαθητῶν Του στό γάμο τῆς Κανᾶ. Δέν ἦταν καί τόσο ἀπαραίτητο νά γίνει τό νερό κρασί, ἀφοῦ σέ πολλούς γάμους τό κατωτέρας ποιότητος κρασί σερβίρεται στό τέλος. 
Ὅμως, κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, ὁ Κύριος ἤθελε στό τέλος τῆς γαμήλιας εὐωχίας νά ὑπάρχει ὁ καλός οἶνος, προϊόν προερχόμενο ἀπό τήν περίσσεια τῆς θείας εὐλογίας τοῦ Κυρίου καί τῆς θαυματουργικῆς μεταποιητικῆς δυνάμεώς Του, ὥστε προϊόντος τοῦ χρόνου νά μή φθείρεται ἡ ἀγάπη τῶν συζύγων, ἀλλά κραταιούμενοι ἀπό τήν ἄκτιστη θεία Χάρη τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου, νά χαριτώνονται ἔτι περισσότερο διά βίου καί ὡς καταξιωμένοι ἅγιοι, νά γίνωνται μέλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Νά γιατί δέν πρέπει νά συσχηματιζόμαστε μέ τό νεοφανές κοσμικό φρόνημα πού προσπαθεῖ να ἐπηρεάζει τά παιδιά μας. Ἡ ἐλεύθερη συμβίωση, ὁ ἔστω προσωρινός πολιτικός γάμος, ἡ κυοφορία καί οἱ συνοπτικές κοσμικές διαδικασίες βαπτίσεως τοῦ τέκνου καί πιθανόν ἀργότερα τοῦ γάμου, παγώνουν καί ἰσοπεδώνουν τίς ψυχές τῶν παιδιῶν μας. Ἔγκαιρα καί διακριτικά θά πρέπει νά ἐνημερώνουμε τά νέα παιδιά νά μήν ἀρχίζουν ἀνάποδα τή ζωή τους, ἀλλά μέ φρόνημα ὑπακοῆς νά ἀξιοποιοῦν τήν ὑπερδισχιλιετῆ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας πρός ὄφελός τους. Ἀλλά καί ἐάν ἀκόμη ἀνάποδα ἄρχισαν τή ζωή τους, ἄς τούς παρακαλέσουμε διά τῆς μετανοίας τά ἀνάποδα νά τά βάλουν σέ ἐν Χριστῷ σειρά, γιά τό καλό τους καί γιά τό καλό τῆς οἰκογένειάς τους.
Ἅγιοι Πατέρες, πού παρουσιάσατε τήν τηλεοπτική ἐκπομπή τῆς 26ης Μαΐου στό γνωστό Ἀρχονταρίκι, μή μέ παρεξηγήσετε, σᾶς παρακαλῶ υἱκῶς καί ἀδελφικῶς. Γνωρίζετε πολύ καλά πόσο ἀγα­ποῦμε καί σεβόμαστε Σᾶς τούς ἀγάμους κληρικούς τῆς Ἐκκλησίας μας. Σᾶς θεωροῦμε τίς εἰδικές δυνάμεις στήν πύρινη ἐν Χριστῷ προσευχή καί στό ποιμαντικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.
-Εἶναι ὅμως τόσο ἀπαραίτητο νά καλεῖτε τούς νέους στή «χαρά τοῦ ἔρωτα» ἀπροϋπό­θετα ἔξω ἀπό τή θεόπνευστη, σῴζουσα, θεώνουσα ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Γάμου;
-Εἶναι δυνατόν νά χρησιμοποιεῖτε τά χαρούπια τῶν ψυχολογισμῶν τῶν διαφόρων εἰδῶν ψυχοθεραπευτῶν πρός θεραπεία τῶν παιδιῶν μας, ἀφοῦ σάν Ἐκκλησία κατέχουμε τά πιό θεοδραστικά φάρμακα;
-Γιά νά σπουδάσει κανείς οἱαδήποτε ἐπιστήμη ἤ τέχνη, θά πρέπει νά μελετήσει ἀπό πέντε ἕως δέκα χρόνια γιά νά φθάσει στό ἐπίπεδο νά τόν ἐμπιστεύονται, γιατί γνωρίζει πολύ καλά τό ἀντικείμενο τῆς τέχνης ἤ τῆς ἐπιστήμης, πού ἔχει ἄμεση ἤ ἔμμεση σχέση μέ τή ζωή μας.Ὅταν γίνεται λόγος γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί μάλιστα γιά τήν αἰώνια σωτηρία μας, θά πρέπει νά εἴμαστε ἐρασιτέχνες;
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας στηριγμένοι σήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχουν κάνει τόσες ἀναλύσεις καί ἐμβαθύνσεις, πού καταλαβαίνουμε, ὅτι τό θέμα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας μας χρειάζεται ὑπευθυνότητα, χρόνο, μελέτη, ἄσκηση καί τήν κατάλληλη ἐνημέρωση καί παιδεία ἀπό τούς ἐν Χριστῷ πνευματικούς πατέρες. Γιά τό θέμα τῆς ἐρωτικῆς ζωῆς, τῆς σεξουαλικῆς ζωῆς, τῆς γεννετήσιας λειτουργίας μόνο τά πορνοπεριοδικά, τό πορνοΐντερνετ, ἡ πορνοτηλεόραση ἔχουν τό δικαίωμα νά ἀνοίγουν τά μάτια ὅλων μας καί νά καταστρέφουν τούς πιστούς μας, μικρούς καί μεγάλους μέχρι καί ἄνω τῶν ὀγδόντα ἐτῶν;
Ἐπειδή γνωρίζω ὅτι ἀγαπᾶτε καί οἱ δύο τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, Σᾶς ὑπενθυμίζω ἐλάχιστα, ὁ ἐλάχιστος τῶν πρεσβυτέρων, ἀπό τά πάγχρυσα καί ἀδαμάντινα κείμενά τους, πού φτερώνουν τό ἔμπονο, βαθύ καί ἀληθινό ἐνδιαφέρον τους γιά τόν ἄνθρωπο σέ ὅλα τά ἐπίπεδα ζωῆς. Δέν ντρέπονταν νά ἀσχοληθοῦν καί μέ τά θέματα ἠθικῆς μέ τή στενή ἔννοιά της καί μέ τήν εὐρύτερη. Σκύβουν πάνω ἀπό τίς πληγές πού ἐπέφεραν οἱ σαρκικές πτώσεις τῶν ἀνθρώπων, νά τίς πλύνουν, νά τίς ἀπολυμάνουν, νά τίς θεραπεύσουν μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ:
1.    Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν ΛΗ΄ λόγο του «Εἰς τά Θεοφάνεια», (ΕΠΕ 5,54-56), φωτιζόμενος ἀπό τήν ἄκιστη Θεία Χάρη λέγει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Ἀφοῦ ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο μέ τήν προσωπική Του δημιουργική ἐνέργεια, τόν τοποθέτησε στόν Παράδεισο. Τόν τίμησε μέ τό αὐτεξούσιο, γιά νά ἀνήκει τό ἀγαθό σέ ἐκεῖνον πού θά τό ἐπιλέξει δικό του ὄχι λιγότερο ἀπό ὅσο σέ ἐκεῖνον πού τοῦ ἔδωσε τά σπέρματα τοῦ ἀγαθοῦ, τόν ἔκανε γεωργό ἀθανάτων φυτῶν, δηλαδή τῶν θείων ἐννοιῶν καί τῶν πιό ἁπλῶν καί τῶν πιό τελείων, γυμνό ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλότητος καί τῆς ζωῆς πού δέν εἶχε πονηρία καί χωρίς κανένα κάλυμμα ἤ πρόβλημα. Διότι τέτοιος ἔπρεπε νά εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος. Καί ὡς ἀντικείμενο τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ δίνει τό νόμο. Καί ὁ νόμος ἦταν ἐντολή ἀπό ποιά φυτά μποροῦσε νά φάει καί ποιά δέν ἔπρεπε νά ἀγγίξει. Σέ αὐτά ἀνῆκε τό δένδρο τῆς γνώσεως, τό ὁποῖο οὔτε φυτεύθηκε ἀπό τήν ἀρχή μέ κακό σκοπό, οὔτε ἀπαγορεύθηκε ἀπό φθόνο… Ἀλλά ἦταν καλό ἄν τό δοκίμαζε κανείς στόν κατάλληλο καιρό, δέν ἦταν ὅμως καλό γιά τούς ἀδοκίμαστους ἀκόμη καί τούς πιό λαίμαργους στήν ἐπιθυμία, ὅπως ἡ σκληρή τροφή δέν εἶναι ὠφέλιμη γιά ἐκείνους πού εἶναι ἀκόμη ἀδύνατοι καί ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γάλα. Ἀφοῦ ὅμως ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου καί τῆς παρακινήσεως τῆς γυναίκας πού ὑπέκυψε σάν πιό ἀδύνατη καί παρακίνησε καί αὐτόν, ὡς ἡ πιό κατάληλη γι’ αὐτό, λησμόνησε τήν ἐντολή πού τοῦ εἶχε δοθεῖ καί νικήθηκε ἀπό τήν προσωρινή γευστική δοκιμή. Ἔτσι διώχθηκε ἀμέσως ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς, ἀπό τόν παράδεισο καί ἀπό τόν Θεό ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του καί ντύθηκε μέ δερμάτινα ἐνδύματα καί σάν πρῶτο ἀποτέλεσμα ἀντιλαμβά­νετε τή ντροπή του καί κρύβεται ἀπό τό Θεό. Κερδίζει βέβαια κάτι ἀπό αὐτό, τό ὅτι δηλαδή γίνεται θνητός καί ἔτσι διακόπτεται ἡ ἁμαρτία, γιά νά μή γίνει ἀθάνατο τό κακό. Ἔτσι ἡ τιμωρία μεταβάλλεται σέ φιλανθρωπία. Διότι ἐγώ πιστεύω, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅτι ἔτσι τιμωρεῖ ὁ Θεός».
2.   Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ΙΒ΄ ὁμιλία του τήν Δ΄ Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἐκτός τῶν ἄλλων θεολογικῶν του διασαφήσεων, ἐντοπίζει τό λόγο του στό συγκεκριμένο σαρκικό πάθος: «Ἀκόμα καί αὐτή ἡ θέα προέρχεται ἀπό περιέργεια καί τήν ἀπό αὐτήν ἐπιθυμία. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καυτηριάζει τήν πονηρή ματιά, γιατί μπορεῖ καί μόνο αὐτή νά ἀνάψει φλόγα καί πτώση πορνική».
Τέλος ἐπιτρέψτε μου, ἅγιοι Πατέρες, νά σᾶς παρακαλέσω νά μή σνομπάρετε τούς ἐγγάμους ἱερεῖς. Σηκώνουν τόσα βάρη, ὅσα δέν φαντάζεσθε. Μετέχουν στά πιό «ταπεινωτικά», σκληρά, πεζά ἔργα τῆς οἰκογενείας τους ἐνίοτε. Ὑφίστανται ξενύχτια ἀπό τίς ἀσταμάτητες παιδικές ἀρρώστιες.   Ἀγωνιοῦν γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν παιδικῶν κινδύνων, τῶν μαθησιακῶν καί ἀπείρων ἄλλων προβλημάτων. Οἱ ἁπλοῖ ἔγγαμοι ἱερεῖς δέν ἔχουν τήν ὑποχρέωση παντί τρόπῳ νά παιδαγωγοῦν ἐν Χριστῷ καί στόν τομέα τῆς ἐρωτικῆς ζωῆς, ἐν τῷ Μυστηρίῳ τοῦ γάμου, τά παιδιά τους, τούς ἐνορῖτες τους καί τά πνευματικά τους τέκνα, χάριν τῶν ὁποίων ἄπειρες λαχτάρες καί συμφορές ἔχουμε ὑποστεῖ;
Εἶναι λοιπόν κατά τή γνώμη σας εἶναι ἐφικτή ἡ «χαρά τοῦ ἔρωτα» μετά ἀπό τίς πολλαπλές πίκρες δίκαιες ἤ ἄδικες ἀπό τή σύζυγό τους, τά παιδιά τους, τούς κοσμικούς ἐνδεχομένως συγγενεῖς τους, ἀπό τά πνευματικά παιδιά τους ἀπό τούς προϊσταμένους τους καί ἀπό ὅσους ἄλλους ἐντός καί ἐκτός πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας τούς σνομπάρουν; Ἔτσι ὅμως βαθαίνουν οἱ ἐν Χριστῷ ἐμπειρίες τους, ξέρουν ἤ προσπαθοῦν νά σκύβουν τό κεφάλι τους στά μικρά ἤ μεγάλα οἰκογενειακά προβλήματα, ξέρουν ἤ προσπαθοῦν νά ἀρνηθοῦν «τή χαρά τοῦ ἔρωτα» ὅταν οἱ ἀδυσώπητες συνθῆκες τό ἀπαιτοῦν. Τότε δίδεται καί χαρίζεται ἄνωθεν ἡ ἔσω πνευματική χαρά τοῦ θείου ἔρωτα, πού πολλές φορές στή συζήτηση σας στό Ἀρχονταρίκι ὑπαινιχθήκατε. Ὄχι σπάνια ἐπίσης χαρίζεται καί ἡ ἀνθρώπινη χαρισματική χαρά τοῦ ἔρωτα.
Τελειώνοντας ἄς μήν ξεχάσουμε νά παραθέσουμε ἕνα μικρό ἀλλά πολύ ἐνδεικτικό κείμενο τοῦ ἁγίου γέροντος π. Πορφυρίου, τοῦ ὁποίου ἡ πνευματική ἐν Χριστῷ γνώση ἦταν ἀσύλληπτη. Ἀντιγράφουμε ἀπό τό «Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν» σελ. 191: «… ξέρεις, αὐτό πού ὀνομάζουν εὐτυχία μέσα στό γάμο ὑπάρχει, ἀλλά ἀπαιτεῖ μιά προϋπόθεση: νά ἔχουν ἀποκτήσει οἱ σύζυγοι πνευματική περιουσία, ἀγαπώντας τό Χριστό καί τηρώντας τίς ἐντολές Του. Ἔτσι θά φτάσουν νά ἀγαπιοῦνται ἀληθινά μεταξύ τους καί νά εἶναι εὐτυχισμένοι. Διαφορετικά, θά εἶναι ψυχικά πτωχοί, δέ θά μποροῦν νά δώσουν ἀγάπη καί θά ἔχουν δαιμονικά προβλήματα, πού θά΄τούς κάνουν δυστυχισμένους…».
Ἐπίσης, ὁ ἅγιος γέροντας π. Ἐφραίμ, ἱδρυτής, τοῦ Κυρίου συνεργήσαντος, δέκα ἐννέα ὀρθοδόξων μοναστηριῶν στίς ΗΠΑ ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῆς ἀποστασίας τῶν ἡμερῶν μας, προσφέρει ἀκεραία τή θεανθρώπινη ποιμαντική τόσο στούς ὁμογενεῖς ἀδελφούς μας, ὅσο καί στούς προσηλύτους ἀπό ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου. Γιαυτό καί ἀνθοῦν οἱ Ἱερές Μονές πού ἁγιοπνευματικῶς καθοδηγοῦνται ἀπό τόν ἅγιο γέροντα καί ἀναπαύονται ὅσοι τίς ἐπισκέπτονται. Τόν περασμένο Ὀκτώβρη πού τόν ἐπισκεφθήκαμε συναντήσαμε νέους και νέες, καθώς καί νέα ζευγάρια μέ τίς οἰκογένειές τους πού μέ τήν ὅλη συμπεριφορά τους καί ἐντός καί ἐκτός τῶν Ἱερῶν Μονῶν ἀποπνέουν τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῶν τρισευλογημένων γάμων.
Καί τά τρία παραπάνω κείμενα, καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ ἁγίου Γέροντος Πορφυρίου ἀποδεικνύουν τή βαθειά ἐκτίμησή τους στό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Δέν εἶναι δυνατόν ξερά, ἀποσπασματικά, πρόχειρα νά συσχηματιζόμαστε μέ τήν κοσμική νοοτροπία γιά νά εὐχαριστήσουμε τίς ἀκοές τῶν συγχρόνων νέων. Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, παλαιότεροι καί σύγχρονοι ὑπῆρξαν ἀπόλυτα διδακτικοί, διακριτικοί καί φλογεροί στήν ὀρθόδοξη ποιμαντική τους. Ἐλεύθερος ὅμως εἶναι καθένας νά κάνει ὅ,τι θέλει ἀναλαμβάνοντας τίς προσωπικές του εὐθύνες καί τίς εὐθύνες τῆς οἰκογενείας του γιά τό τί κατευθύνσεις διαλέγει.
Ἀληθῶς Χριστός Ἀνέστη!
Ἀσπάζομαι τήν δεξιάν Σας,
ἐλάχιστος ἐν πρεσβυτέροις
ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος
Ἐφημέριος Ἱ.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου

Τυπικόν της 12ης Ἰουνίου 2013

ετάρτη: Ἀπόδοσις τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
 Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ὀνουφρίου τοῦ Αἰγυπτίου.
 Πέτρου τοῦ ἐν Ἄθῳ. Τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀντωνίνης.
 
    
Τῇ Τρίτῃ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκιον: «Τόν συνάναρχον Λόγον...».
Κοντάκιον: «Τῆς ψυχῆς τά ὄμματα...».
Ἀπόλυσις: Μικρά. Ἡ Ἀναστάσιμος.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
 Δόξα τῇ ἁγίᾳ καί ὁμοουσίῳ...».
 «Χριστός ἀνέστη...», δεκάκις, ἡ μεγάλη Συναπτή καί
 ἡ ἐκφώνησις· «Ὅτι πρέπει...»ὡς ἐν τῷ Ἑσπερινῷ τοῦ Πάσχα.
Εἰς τό· «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 1.– Τά 3 Στιχηρά Ἀναστάσιμα τοῦ α΄ ἤχου· 
«Τάς ἑσπερινάς ἡμῶν εὐχάς... – Κυκλώσατε, λαοί, Σιών...
 – Δεῦτε, λαοί, ὑμνή­σω­μεν...» καί 2.– Τά 3 Στιχηρά 
Ἀνατολικά· «Εὐφράνθητε, οὐρανοί... 
– Τόν σαρκί ἑκουσίως σταυρωθέντα... – Τῷ ζωοδόχῳ σου τά­φῳ...».
Δόξα: Τό 4ον Στιχηρόν Ἀνατολικόν· «Τόν τῷ Πατρί συνάναρχον...».
Καί νῦν: Τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· «Τήν παγκόσμιον δόξαν...».
Εἴσοδος: «Φῶς ἱλαρόν...».Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας.
Ἀπόστιχα: Τό Ἀναστάσιμον Στιχηρόν· «Τῷ πάθει σου, Χριστέ...»
 καί τά 4 Στιχηρά τοῦ Πάσχα· «Πάσχα ἱερόν... – Δεῦτε ἀπό θέας 
γυναῖκες... – Αἱ Μυροφόροι γυναῖκες... – Πάσχα τό τερπνόν...», 
μετά τῶν πρό αὐτῶν στίχων.
Δόξα, Καί νῦν: «Ἀναστάσεως ἡμέρα...», μετά τοῦ· «Χριστός ἀνέστη...»,
 τρίς.
Ἀπόλυσις: «Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...»,διαλογική, ὡς ἐν τῇ
 Κυριακῇ τοῦ Πάσχα.
Τῇ Τετάρτῃ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Ἀντ’ αὐτοῦ ἡ Ἐναρκτήριος Ἀκολουθία τοῦ Πάσχα 
(βλ. ὑποσημ. 59).
ΟΡΘΡΟΣ
Δόξα τῇ ἁγίᾳ καί ὁμοουσίῳ...».
  «Χριστός ἀνέστη...», δεκάκις, ἡ μεγάλη Συναπτή
 καί ἡ ἐκφώνησις· «Ὅτι πρέπει...»ὡς ἐν τῷ Ὄρθρῳ τοῦ Πάσχα.

Ἡ λοιπή Ἀκολουθία κατά τήν ἐν τῷ Πεντηκοσταρίῳ τάξιν.
Συναξάριον: Τῆς ἡμέρας. Πλήν τοῦ Ὑπομνήματος τοῦ Πάσχα.
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Ἀντίφωνα-Εἰσοδικόν: Τοῦ Πάσχα.
Μετά τήν Εἴσοδον.
«Χριστός­ ἀνέστη...».
Ἡ Ὑπακοή: Τοῦ Πάσχα· «Προλαβοῦσαι τόν ὄρθρον...».
Κοντάκιον: Τοῦ Πάσχα· «Εἰ καί ἐν τάφῳ...».
Ἀντί τοῦ Τρισαγίου: «Ὅσοι εἰς Χριστόν...».
Ἀπόστολος: Τῆς ἡμέρας· Τετάρτης ς΄ ἑβδομάδος Πράξεων· 
«Κατ­ελθών ὁ Παῦλος εἰς Καισάρειαν...» (Πράξ. ιη΄ 22-28), 
μετά τοῦ Προκειμένου 
τοῦ Πάσχα.
Εὐαγγέλιον: Ὁμοίως· Τετάρτης ς΄ ἐβδομάδος Ἰωάννου· 
«Ἕως τό φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τό φῶς...» (Ἰω. ιβ΄ 36-47).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: «Ὁ Ἄγγελος ἐβόα... – Φωτίζου, φωτίζου...».
Κοινωνικόν: Τοῦ Πάσχα· «Σῶμα Χριστοῦ...». «Χριστός ἀνέστη...», 
κτλ. πλήν τοῦ   Κατηχητικοῦ Λόγου καί τοῦ Ἀπολυτικίου
 τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
Ἀπόλυσις: Διαλογική.
Ἐν τῇ τραπέζῃ κατάλυσις ἰχθύος.
 

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος



Ὅταν τὰ χελιδόνια μένουν ἀπὸ τροφὴ καὶ τὸ κρύο πλησιάζει, ξεκινοῦν τὸ ταξίδι τους γιὰ τὰ θερμὰ κλίματα. Ἐκεῖ θὰ βροῦν πολὺ ἥλιο καὶ ἀρκετὴ τροφή. Ἕνα χελιδόνι πετᾶ μπροστά, δοκιμάζει τὸν ἀέρα καὶ δείχνει τὸ δρόμο. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χελιδόνια ἀκολουθοῦν τὴν πορεία του.
Ὅταν οἱ ψυχὲς μας μένουν ἀπὸ τροφὴ στὸν ὑλικὸ κόσμο κι ὅταν ἡ κρυάδα τοῦ θανάτου πλησιάζει, τότε τί καλὰ θὰ ἦταν νὰ ὑπῆρχε ἕνα χελιδόνι σὰν κι ἐκεῖνο, νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ τόπο θερμό, ὅπου θὰ βρίσκαμε πολλὴ πνευματικὴ ζέστη καὶ τροφή! Ὑπάρχει ἄραγε τέτοιος τόπος; Καὶ μποροῦμε ἄραγε νὰ βροῦμε τέτοιο χελιδόνι;
Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει κανένας πού νὰ μπορεῖ νὰ δώσει ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Μόνο ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ παραδείσου πού νοσταλγεῖ ἡ ψυχή μας, τώρα πού ζεῖ στὸ παγωμένο σύθαμπο τῆς ἐπίγειας ὕπαρξής μας. Γνωρίζει ἐπίσης τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο χελιδόνι, τὸ πρῶτο πού πετάει πρὸς τὸν τόπο τῆς νοσταλγίας, τῆς ἐπαγγελίας, πού διαλύει τὸ σκοτάδι, διαπερνᾶ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ του τὴ βαριὰ ἀτμόσφαιρα ἀνάμεσα σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ κι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὸ σμῆνος πού ἀκολουθεῖ. Κι ἀκόμα ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ θὰ σοῦ πεῖ γι’ ἀμέτρητα σμήνη χελιδονιῶν πού ἀκολούθησαν τὸ πρῶτο Χελιδόνι καὶ πέταξαν μαζί Του στὸν εὐλογημένο τόπο, ὅπου ἀφθονοῦν ὅλα τ’ ἀγαθὰ, τὸν τόπο τῆς αἰώνιας ἄνοιξης.
Θὰ ἔχεις ἀντιληφθεῖ πώς μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ χελιδόνι ἐννοῶ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπε πώς εἶναι ἡ Ὁδός; Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους, «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ’ 2, 3); Καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸ δὲν τοὺς εἶχε πεῖ, «κἀγώ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν.ιβ’ 32); Ὅλ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, ἄρχισαν νὰ ἐκπληρώνονται λίγες βδομάδες ἀργότερα καὶ συνεχίζουν νὰ ἐκπληρώνονται μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἐκπληρώνονται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Χριστός, πού ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πρώτης δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἔγινε ἀρχή καὶ τῆς δεύτερης δημιουργίας ἢ ἡ εὐλογημένη ἀνακαίνιση τῆς παλιᾶς.
Ἡ ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ. Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης. Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα.
«Τὶς δώςῃ μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ἀναφωνεῖ θλιμμένος ὁ Ψαλμωδὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί; Ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «ἡ καρδιά μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6). Τέτοια τρομερὴ αἴσθηση νεκρικῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας πρέπει νὰ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐρημιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, σὰν ἐφιάλτης σκοτεινὸς πού βάραινε ὅλο τὸ λογικὸ καὶ δίκαιο κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.
«Ποιὸς θὰ μοῦ δώσει φτερὰ γιὰ νὰ πετάξω μακριὰ ἀπ’αὐτὴ τὴ ζωή;» πρέπει νὰ ἦταν ἡ ἐρώτηση πού ἔκαναν πολλὲς εὐγενικὲς κι εὐαίσθητες ψυχές. Ἀλλά ποῦ θὰ κατευθυνθεῖς, ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη ψυχή; Μπορεῖς ἀκόμα νὰ ὀνειρεύεσαι, νὰ νιώθεις τὸν τόπο τῆς θαλπωρῆς καὶ τοῦ φωτὸς ἀπ’ ὅπου ἐξορίστηκες; οἱ πύλες ἔκλεισαν πίσω σου, τὶς προσέχουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη τους, γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν προσέγγισή σου. Ἡ ἁμαρτία κόλλησε τὰ φτερά σου, ὄχι τὰ φτερὰ τοῦ πτηνοῦ, μὰ τὰ θεϊκά, κι ἔχεις ἐγκλωβιστεῖ στὴ γῆ. Χρειάζεσαι κάποιον γιὰ νὰ σ’ ἐλευθερώσει πρῶτα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ καθαρίσει καὶ νὰ νὰ σὲ βοηθήσει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ χρειάζεσαι κάποιον νὰ τοποθετήσει νέα φτερά, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ πετάξεις. Μετὰ θὰ χρειαστεῖς κάποιον ἄλλον, κάποιον πολὺ δυνατό, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ παραμερίσουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη, ὥστε γιὰ χάρη Του νὰ περάσεις στὴν ἔνδοξη πατρίδα σου. Καὶ τελευταῖο, ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον πού θὰ ζητήσει γιὰ λογαριασμό σου ἔλεος ἀπὸ τὸν Δημιουργό, ὥστε νὰ σὲ δεχτεῖ ξανὰ στὸν τόπο τῆς αἰώνιας πατρίδας.
Αὐτὸς ὁ «κάποιος» ἦταν ἄγνωστος στὸν προχριστιανικὸ κόσμο. Αὐτοαποκαλύφτηκε ὡς Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, Υἱὸς τοῦ Ζῶντος Θεοῦ. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ σένα κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ντύθηκε ἀνθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γιὰ χάρη σου, ἐπειδὴ ἤσουν φυλακισμένος, ἵδρωσε, κρύωσε, πείνασε καὶ δίψασε, δέχτηκε ἐμπτυσμούς, καρφώθηκε στὸ σταυρό, ἔμεινε στὸν τάφο τρεῖς μέρες, κατέβηκε στὸν Ἅδη γιὰ νὰ καταστρέψει μιὰ φυλακὴ χειρότερη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, πού εἶχε προετοιμαστεῖ γιὰ σένα ὅταν ἡ ψυχή σου θὰ χωριζόταν ἀπὸ τὸ σῶμα. Καί ὅλ’ αὐτὰ γιὰ νὰ σὲ σώσει ἀπὸ ἐκεῖ πού κυλιόσουν στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ κάνει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ ἀναστήθηκε «ἐκ νεκρῶν», γιὰ νὰ δώσει καὶ σὲ σένα φτερά, νὰ πετάξεις στὸν οὐρανό. Τελικὰ ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ γιὰ ν’ ἀνοίξει καὶ γιὰ σένα τὸ δρόμο, νὰ σὲ ὁδηγήσει στὰ σκηνώματα τῶν ἀγγέλων.
Τώρα δὲν ἔχεις λόγο ν’ ἀναστενάζεις μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως ὁ προφητάνακτας Δαβίδ, οὔτε νὰ ἐπιθυμεῖς πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς. Τώρα ἐμφανίστηκε ὁ Ἀετός, πού ἄνοιξε τὰ φτερά Του καὶ σοῦ ἔδειξε τὸ δρόμο. Τὸ μόνο πού ἔχεις νὰ κάνεις, εἶναι ν’ ἀναπτύξεις τὰ πνευματικὰ φτερὰ πού σοῦ δόθηκαν ὅταν βαφτίστηκες στὸ ὄνομά Του καὶ νὰ ἐπιθυμήσεις μ’ ὅλη σου τὴν ψυχὴ ν’ ἀνεβεῖς ἐκεῖ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Ἴδιος. Ὁ Κύριος ἔκανε τὰ ἐνενήντα ἐννιὰ ἀπὸ τὰ ἑκατὸ βήματα πού χρειάζεσαι γιὰ τὴ σωτηρία σου. Δὲν θὰ προσπαθήσεις νὰ κάνεις τὸ βῆμα πού ἀπέμεινε γιὰ νὰ ἐπιτύχεις τὴ σωτηρία σου, ὅταν μάλιστα «οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Β’ Πέτρ.α’ 11);
Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ ἦταν τόσο ἀπρόσμενη στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ἦταν καὶ στοὺς ἀγγέλους ἡ ἐλευσή Του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ κι ἡ κατὰ σάρκα γένννησή Του. Ἀλλά καὶ ποιὸ γεγονὸς στὴ ζωή Του δὲν ἀντιπροσωπεύει κάτι μοναδικὸ κι ἀπρόσμενο στὸν κόσμο; Ὅπως οἱ ἄγγελοι παρατηροῦσαν μὲ θαυμασμὸ πῶς ξεχώριζε ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὴν πρώτη δημιουργία καὶ τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν ξηρά, πῶς τοποθέτησε τὰ ἄστρα στὸν οὐράνιο θόλο καὶ πῶς δημιούργησε τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τελικὰ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, δίνοντάς του ψυχὴ ζῶσα, ἔτσι κι ἐμεῖς ὅλοι βλέπουμε μὲ θαυμασμὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Σωτήρα μας, ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου ὡς καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἀπὸ μιὰ πρώτη ματιὰ ἦταν ὅλα ἀπρόσμενα, ἀναπάντεχα. Ὅταν ὅμως γίνεται φανερὸ πώς ὑπηρετοῦν τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας, ὅλοι οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι πρέπει νὰ κραυγάσουν μὲ χαρὰ καὶ νὰ δοξολογήσουν τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Δὲν μπορεῖς ν’ ἀφαιρέσεις κάποιο γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ παραμορφώσεις ὁλόκληρο τὸ ἔργο Του, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ κόψεις τὸ χέρι ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ τὸ πόδι του καὶ νὰ μὴ τὸν παραμορφώσεις, ἤ νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸν οὐράνιο θόλο τὸ φεγγάρι ἤ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ μυριάδες ἄστρα καὶ νὰ μὴν παραμορφώσεις τὴν τάξη καὶ τὸ κάλλος τοῦ οὐρανοῦ. Γι’ αὐτὸ μὴ σκέφτεσαι πώς ἴσως «δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀναληφθεῖ ὁ Κύριος». Ὅταν μερικοὶ ἀπό τούς Ἰουδαίους ἀναγκάστηκαν νὰ παραδεχτοῦν καὶ νὰ κραυγάσουν πώς «καλῶς πάντα πεποίηκε»(Μάρκ. ζ’ 37), πῶς ἐμεῖς πού βαφτιστήκαμε στὸ ὄνομά Του νὰ μὴν πιστέψουμε πώς ὅλα ὅσα ἔκανε ἦταν καλά; Ὅλα τὰ σχεδίασε καὶ τὰ ἔφτιαξε μὲ μεγάλη σοφία. Καὶ ἡ Ἀνάληψή Του ἦταν καλὰ σχεδιασμένη, μὲ πολλὴ σοφία, ὅπως ἦταν κι ἡ Ἐνσάρκωση, τὸ Βάπτισμα, ἡ Μεταμόρφωση κι ἡ Ἀνάστασή Του. «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιστ’ 7), εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του.
 Βλέπεις πώς ρυθμίζει καὶ κάνει τὰ πάντα γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων; Κάθε λόγος καὶ κάθε πράξη Του ἔχουν ὡς σκοπὸ τους τὸ καλὸ ὅλων μας. Διαφορετικὰ δὲν θὰ εἶχε ἀναληφθεῖ. Ἂς μείνουμε ὅμως στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάληψης, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὰ δυό του ἒργα: στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του: «εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ» (Λουκ. κδ’ 46). Ἀπὸ ποιὸν γέγραπται; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ ἔγραψε, μέσῳ τῶν προφητῶν στὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, στοὺς προφῆτες καὶ στοὺς Ψαλμούς. Ὁ Κύριος ἐκτιμᾶ τὰ βιβλία αὐτά, στὸ μέτρο πού ἀναφέρονται προφητικὰ σὲ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ τοῦ συμβοῦν. Ἐκεῖ εἶχαν γραφεῖ κι ἐκπληρώθηκαν. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἡ σκιά, ἐδῶ ἡ ζωὴ κι ἡ ἀλήθεια.
«Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45). Ἡ «διάνοιξη» τοῦ νοῦ εἶναι θαῦμα ἴσο μὲ ἀνάσταση νεκρῶν, γιατί κάτω ἀπὸ τὸ πυκνὸ πέπλο τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀνθρώπινη ἀντίληψη βρίσκεται στὸ σκοτάδι τοῦ τάφου. Διαβάζει, μὰ δὲν καταλαβαίνει, κοιτάζει, μὰ δὲ βλέπει, ἀφουγκράζεται, μὰ δὲν ἀκούει. Ποιὸς ἄνθρωπος στὴν Ἱερουσαλὴμ εἶχε δεῖ κι εἶχε διαβάσει καλύτερα ἀπό τούς Γραμματεῖς τὰ λόγια τῶν Γραφῶν; Μὰ τὰ προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί ὁ Κύριος δὲν τράβηξε τὸν πυκνὸ πέπλο ἀπὸ τὸ νοῦ τους, ὥστε νὰ κατανοήσουν κι αὐτοὶ ὅπως οἱ ἀπόστολοι; Ἐπειδὴ οἱ ἀπόστολοι θέλησαν νὰ γίνει αὐτὸ ἐνῶ οἱ Γραμματεῖς ἀρνήθηκαν. Ἐπειδὴ οἱ Γραμματεῖς κι οἱ πρεσβύτεροι εἶπαν ὅτι «οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ἐστι» καὶ περίμεναν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν, οἱ ἀπόστολοι ὅμως εἶπαν: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (Ἰωάν. στ’ 68). Ὁ Θεὸς «διανοίγει τὸ νοῦ»ἐκείνων πού τὸ θέλουν χορηγεῖ τὸ ζῶν ὕδωρ σ’ αὐτοὺς πού διψᾶνε, ἀποκαλύπτεται σὲ ὅσους τὸν ἀναζητοῦν.
«Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει…» Ἄν τὴν Ἁγία Γραφὴ τὴν εἶχαν γράψει συνηθισμένοι ἄνθρωποι, μὲ ἀνθρώπινη ἀντίληψη, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ εἶχε ἀναφερθεῖ στὰ κείμενά τους. Τὰ κείμενα τῶν προφητῶν ὅμως ἦταν ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ὁ Θεός, πού εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του, ἔστειλε τὸ Μονογενῆ Του Υἱό γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὶς προφητεῖες καὶ νὰ τηρήσει τὶς ἐπαγγελίες Του. «Οὕτως ἔδει…» εἶπε Ἐκεῖνος πού βλέπει ὁλόκληρο τὸν κτιστὸ κόσμο, ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη στὴν ἄλλη, ὅπως ὁ ἄνθρωπος βλέπει μιὰ γραμμένη σελίδα πού ἔχει μπροστά του. Κι ὅταν ὁ πάνσοφος λέει πώς «οὕτως ἔδει…» δὲν εἶναι καταγέλαστοι οἱ τυφλοὶ πού λένε πώς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ γίνει ἡ Ἀνάληψή Του; Ἔπρεπε νὰ γίνει. Ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ πάθει στὴν ὥρα Του, νὰ χαρεῖ στὴν αἰωνιότητα. Ἔπρεπε ν’ ἀναστηθεῖ, γιὰ ν’ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς στὴν αἰώνια ζωή.
«Καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν και ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ» (Λουκ. κδ’ 47). Ὁ Μάρκος στὸ εὐαγγέλιό του ἀναφέρει τὸ ἴδιο μὲ ἄλλα λόγια: «κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. ιστ’ 15). Πάσῃ τῇ κτίσει σημαίνει σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, στὴν ΙΣΤ΄ ὁμιλία του λέει: «Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κάτι κοινὸ μὲ ὅλη τὴν κτίση. Μὲ τὴν πέτρα ἔχει τὴν ἴδια ὕπαρξη· μὲ τὸ ξύλο, τὴ ζωή· μὲ τὰ ζῶα, τὶς αἰσθήσεις· μὲ τοὺς ἀγγέλους, τὸ νοῦ… Ἔτσι μὲ τὴν ἔκφραση πάσῃ τῇ κτίσει πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὸν ἄνθρωπο».
Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶχε πάθει καὶ δὲν εἶχε πεθάνει γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ποιὸς ἀπό μᾶς θὰ γνώριζε πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι τέτοιο θανατηφόρο δηλητήριο; Ἂν δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, ποιὸς ἀπό μᾶς, πού εἶχε ἀνακαλύψει πόσο φοβερὸ πράγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ εἶχε ἐλπίδα; Τότε ἡ μετάνοια θὰ ἦταν ἀνώφελη, ἡ συγχώρηση ἀδύνατη. Ἡ μετάνοια συνδέεται μὲ τὸ πάθος, ἡ συγχώρηση μὲ τὴν ἀνάσταση, μέσω τῆς Θείας χάρης. Μὲ τὴ μετάνοια ὁ παλιὸς ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας πεθαίνει, ὁδηγεῖται στὸν τάφο. Μὲ τὴ συγχώρηση γεννιέται ὁ νέος ἄνθρωπος, στὴν καινούργια ζωή.
Προσέξτε! Ἐδῶ εἶναι οἱ πιὸ χαρμόσυνες εἰδήσεις γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ξεκινώντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸ δίκαιο Ἰωσὴφ μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α’ 21). Αὐτὰ βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μὲ τὴν ἐμπειρία Ἐκείνου πού ἔπαθε καὶ τὸ δικαίωμα Αὐτοῦ πού νίκησε. Γιατί λέει ὅμως, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ; Γιατί στὴν Ἱερουσαλὴμ ἔγινε ἡ μέγιστη θυσία γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ἐπειδὴ ἐκεῖ ἔλαμψε ἀπὸ τὸν τάφο τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης. Ἂν ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀντιπροσωπεύει τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ κάποιο μυστηριώδη τρόπο εἶναι εὐνόητο πώς ἡ μετάνοια κι ἡ ταπείνωση πρέπει νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὸ νοῦ κι ἀπὸ κεῖ νὰ διαχυθοῦν σ’ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξη.
Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ ἔστειλε τὸ σατανᾶ στὴν κόλαση· ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ χώρισε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἀπὸ τὸν Θεό, ὤθησε τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό. Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι τὸ πιὸ πρόσφορο ἔδαφος γιὰ ν’ ἀναπτυχθεῖ ἡ ἁμαρτία ὡς τὶς μέρες μας. Ἂν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν γονατίσει μπροστὰ στὸν Χριστό, τὰ γόνατά του δὲν θὰ λυγίσουν. Ὅποιος ξεκίνησε νὰ εἰρηνέψει τὸ νοῦ του μὲ τὴ μετάνοια, ἄρχισε ἤδη νὰ θεραπεύει καὶ τὰ βαθύτερα τραύματά του.
«Ὑμεῖς δὲ ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. κδ’ 48). Μάρτυρες σὲ τί; Μάρτυρες τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τῆς ἔνδοξης Ἀνάστασής Του. Μάρτυρες τῆς ἀνάγκης γιὰ μετάνοια, μάρτυρες τῆς ἀλήθειας, τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ διώκτης ἄλλαξε κι ἔγινε ἀπόστολος, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι» (Πράξ. κστ’ 16). Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶπε στὸ πρῶτο κήρυγμά του πρὸς τὸ λαὸ μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, οὐ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες» (Πράξ. β’ 32). Λέει ἐπίσης κι ὁ ἀπόστολος κι εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον» (Α’ Ἰωάν. α’1, 3).
Οἱ ἀπόστολοι ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ, τῶν θαυμάτων Του κι ὅλων ἐκείνων πού ἔγιναν στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ὅλων αὐτῶν στὰ ὁποῖα θεμελιώθηκε ἡ σωτηρία μας. Ἄκουσαν, εἶδαν, συμμετεῖχαν στὴν Ἀλήθεια. Ἦταν οἱ πρῶτοι πού μπῆκαν στὸ πλοῖο τῆς σωτηρίας, γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μπορέσουν νὰ βάλουν κι ἄλλους στὸ πλοῖο γιὰ νὰ τοὺς σώσουν. Ὁ νοῦς τους ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια κι οἱ καρδιὲς τους καθαρίστηκαν ἀπὸ τὰ πάθη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διαβεβαίωσε γι’ αὐτό: «ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε’ 3). Κι ἦταν μάρτυρες ὄχι μόνο τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, πού μποροῦσαν νὰ δοῦν, ν’ ἀκούσουν, νὰ ἐρευνήσουν καὶ ν’ ἀγγίξουν σχετικὰ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μάρτυρες καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀναγέννησης καὶ ἀνακαίνισης τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τὸ εὐαγγέλιο δὲν ἀνοίχτηκε μόνο μπροστὰ στὰ μάτια καὶ τ’ αὐτιά τους, ἀλλά καὶ μέσα τους, στὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ τους. Στὰ τρία χρόνια πού ἦταν μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, στὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ τους ἔγινε ὁλόκληρη ἐπανάσταση.
Ἡ ἐπανάσταση αὐτὴ συνίστατο στὴν ὀδυνηρὴ διαδικασία θανάτου τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, καὶ στὴν ἀκόμα πιὸ ὀδυνηρὴ γέννηση μέσα τους τοῦ νέου, τοῦ καινοῦ ἄνθρωπου. Πόσους νεκρικοὺς πόνους δοκίμασε ἡ ψυχὴ τους ὡσότου ἀναγεννηθοῦν, φωτιστοῦν καὶ μπορέσουν τελικὰ ν’ ἀναφωνήσουν: «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Α’ Ἰωάν. γ’ 14); Πόσος χρόνος, πόσος κόπος, πόση ἀμφιβολία, φόβος, ἀγωνία, περιπλάνηση καὶ ἔρευνα, ὥσπου νὰ γίνουν ἀληθινοὶ καὶ πιστοὶ μάρτυρες τῶν σωματικῶν παθῶν, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, καθὼς καὶ τῶν δικῶν τους πνευματικῶν παθῶν, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀνάστασής τους; Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βέβαια οἱ ἀπόστολοι δὲν ἦταν ἀρκετὰ ὥριμοι καὶ πνευματικὰ σταθεροί.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος συνέχισε νὰ τοὺς καθοδηγεῖ σὰν παιδιὰ καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει τὴ στιγμὴ τοῦ χωρισμοῦ μὲ τὰ λόγια: «Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς» (Ἰωάν. ιδ’ 18). Γι’ αὐτὸ κι ἔμεινε μαζί τους σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του «οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3). Καὶ τελικά τούς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα,δύναμιν ἐξ ὕψους.
«᾿Εξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν». (Λουκ. κδ’ 50-51). Τί μεγαλειώδης, τί συγκινητικὴ ἀναχώρηση ἀπὸ τὴ γῆ! Ἐκεῖ στὴν ἄκρη τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, μὲ θέα τὸ λόφο ὅπου ὁ νεκρὸς Λάζαρος ἀναστήθηκε καὶ ξαναγύρισε στὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή, ὁ ἀναστημένος Κύριος ἀναλήφθηκε στὰ ἄπειρα ὕψη τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό, ὄχι στ’ ἄστρα, μὰ πάνω ἀπ’ αὐτά. Δὲν πῆγε κοντὰ στοὺς ἀγγέλους, ἀλλά πάνω ἀπ’ αὐτούς, πάνω ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις, πάνω ἀπό τούς χοροὺς τῶν ἀθανάτων κι οὐράνιων ὑπάρξεων, πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ παραδείσια ἐνδιαιτήματα τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων.
Ἀναλήφθηκε ψηλά, ἐκεῖ πού δὲν τὸν φτάνουν τὰ μάτια τῶν Χερουβίμ, στὸ θρόνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, στὸ μυστικὸ θυσιαστήριο τῆς Ἁγίας καὶ Ζωοποιοῦ Τριάδος. Τὰ μέτρα πού ἒχουν αὐτὰ τὰ ὕψη δὲν ὑπάρχουν στὸ δημιουργημένο κόσμο. Τὸ μόνο συγκρίσιμο μέγεθος ἴσως εἶναι τὸ βάθος ὅπου ἒριξε ἡ ὑπερηφάνεια τὸν Ἑωσφόρο, ὁ ὁποῖος ἀποστάτησε ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ βάθος ὅπου ὁ Ἑωσφόρος θέλει νὰ ρίξει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸν ἀτέλειωτο αὐτὸ ὄλεθρο. Κι ἀντὶ γιὰ τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου, μᾶς ἀνάστησε στὰ θεία ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Γιὰ δυὸ λόγους μᾶς ἀνάστησε: Πρῶτο ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀναστήθηκε ὡςἄνθρωπος κατὰ σάρκα, ὅπως εἴμαστε κι ἐμεῖς· καὶ δεύτερο ἐπειδὴ δὲν ἀναστήθηκε γιὰ δική Του χάρη ἀλλά γιά μᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸ δρόμο τῆς εἰρήνευσης μὲ τὸν Θεό. Ἀναλήφθηκε μὲ τὸ ἀναστημένο σῶμα Του, ἐκεῖνο πού οἱ ἄνθρωποι εἶχαν σκοτώσει κι εἶχαν θάψει στὴ γῆ. Τοὺς εὐλόγησε μὲ τὰ χέρια Του, πού ἔφεραν τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά.
Εὐλογημένε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, πόσο μεγάλο εἶναι τὸ ἒλεός Σου! Ἡ ἱστορία τῆς ἔλευσής Σου στὸν κόσμο ξεκίνησε μὲ εὐλογία καὶ τελειώνει μὲ εὐλογία. Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀνάγγειλε τὴν ἐλευσή Σου στὸν κόσμο, χαιρέτησε τὴν Παναγία Μητέρα Σου μὲ τὰ λόγια:«Χαῖρε, κεχαριτωμένη… εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί!» (Λουκ. α’ 28). Τώρα πού ἀποχαιρετᾶς ἐκείνους πού πίστεψαν σὲ Σένα, ἄνοιξες διάπλατα τὰ χέρια Σου καὶ τοὺς ἔδωσες τὴν εὐλογία Σου. Ὦ, ὑπερευλογημένε! Ὦ, Πηγὴ κάθε εὐλογίας! Εὐλόγησε καί μᾶς, ὅπως εὐλόγησες τοὺς ἀποστόλους Σου!
«Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. α’ 10-11). Οἱ δυὸ ἄνθρωποι πού ἦταν ντυμένοι ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, εἶναι δυὸ ἀπὸ τὶς ἀόρατες χορεῖες ἀγγέλων πού συνόδευσαν τὸν Κύριό τους ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ὅπως τὸν εἶχαν συνοδεύσει νωρίτερα ἀπό τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ὅταν ἔγινε ἡ σύλληψή Του στὴ Ναζαρὲτ κι ἡ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ. Στὴν Ἀνάληψη δυὸ ἀπ’αὐτοὺς μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔγιναν ὁρατοὶ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ δώσουν ἕνα μήνυμα στοὺς μαθητές.
Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἦταν ζωτικῆς σημασίας γι’ αὐτούς, ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ μὴ νιώσουν μόνοι τους κι ἐγκαταλελειμμένοι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Σωτήρα μας· «οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται». Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα πού ἒστειλε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς μέσω τῶν δύο ἀγγέλων Του.
Βλέπεις τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς Ἀνάληψής Του στοὺς οὐρανούς, στὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὸν ἑαυτό Του ἡ μὲ τὴ δόξα Του, μετὰ τὶς ταπεινώσεις πού δέχτηκε, οὔτε ν’ ἀναπαυτεῖ μετὰ τὸ βαρὺ ἔργο πού ἒκανε ὅσο ζοῦσε στὴν ἐπίγεια ζωή, ἀλλά μὲ τοὺς μαθητές Του, πού ἔμειναν πίσω στὴ γῆ. Ἂν καὶ τοὺς εἶχε συμβουλεύσει πολὺ ὁ ἴδιος καὶ τοὺς εἶχε ἐνθαρρύνει, τοὺς στέλνει καὶ τοὺς ἀγγέλους Του γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει περισσότερο καὶ νὰ τοὺς χαροποιήσει. Μ’ ὅλο πού εἶχε ὑποσχεθεῖ πώς θὰ τοὺς στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, ἂν καὶ τοὺς εἶχε πεῖ πώς «οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» (Ἰωάν. ιδ’ 18), ὁ ἴδιος κάνει τώρα στὴν πράξη κάτι περισσότερο ἀπ’ ὅσα εἶχε ὑποσχεθεῖ: τοὺς φανερώνει ἀγγέλους ἀπὸ τὸν οὐρανό, τοὺς ὑπηρέτες κι ἀγγελιοφόρους Του, πρῶτον γιά νὰ τοὺς πείσει γιὰ τὴν ἐξουσία Του καὶ δεύτερον γιὰ ν’ ἀνανεώσει μὲ τὰ χείλη τῶν ἀγγέλων τὴν ὑπόσχεσή Του πώς θὰ ἔρθει πάλι κοντά τους.
«Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης», (Λουκ. κδ’ 52). Προσκύνησαν τὸν Κύριο μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τους, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς. Ἡ προσκύνησή τους σημαίνει: Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, παντοδύναμε Κύριε! Κι ἔπειτα γύρισαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν στὴν Ἱερουσαλήμ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ πού εἶχαν λάβει. Γύρισαν μετὰ χαρᾶς μεγάλης, ὄχι μὲ λύπη. Θὰ ἦταν λυπημένοι ἂν ὁ Κύριός τους εἶχε ἀποχωριστεῖ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο. Ὁ ἀποχωρισμὸς αὐτὸς ὅμως γι’ αὐτοὺς ἦταν μιὰ καινούργια καὶ μεγαλειώδης ἀποκάλυψη. Δὲν εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ μπροστά τους μὲ κάποιο τρόπο γιὰ νὰ πάει ἀπλά κάπου. Ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ μὲ δόξα καὶ δύναμη.
Ἔτσι ἐκπληρώθηκαν κι ἐδῶ τὰ προφητικὰ λόγια Του, ὅπως εἶχαν ἐκπληρωθεῖ στὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Κι ὁ νοῦς τῶν ἀποστόλων ἄνοιξε γιὰ νὰ κατανοήσουν αὐτὰ πού τοὺς εἶχε πεῖ:«Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν εἰμὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὧν ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ἰωάν. γ’ 13). Κι ἄλλοτε τοὺς εἶχε πεῖ κάτι μὲ τὴ μορφὴ ἐρώτησης, τότε πού εἶχαν σκανδαλιστεῖ μὲ τὰ λόγια Του γιὰ τὸν ἄρτο πού κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό: «Ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;» (Ἰωάν. στ’ 62). Κι ἀλλοῦ πάλι:«Ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἰωάν. ιστ’ 28).
Τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας σκορπάει φόβο καὶ σύγχυση στὴν ψυχή. Τὸ φῶς τῆς γνώσης τῆς ἀλήθειας παρέχει χαρά, δημιουργεῖ δύναμη καὶ πίστη. Οἱ μαθητὲς βρίσκονταν σὲ σύγχυση καὶ φόβο ὅταν ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε γιὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως τὸν εἶδαν ζωντανό, ἀναστημένο, εἶχαν χαρὰ μεγάλη. Οἱ μαθητὲς θὰ πρέπει νὰ ξαναβρέθηκαν σὲ σύγχυση καὶ φόβο, ὅταν ὁ Κύριος τούς μίλησε γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν ἀποχωρισμό τους. Ὅταν αὐτὸ ὅμως ἔγινε μπροστὰ στὰ μάτια τους, ὅπως τὸ εἶχε προφητέψει, τότε γύρισαν μετὰ χαρᾶς μεγάλης. Ὁ φόβος τους ἐξαφανίστηκε, ἡ ἀμφιβολία τους διαλύθηκε, ἡ σύγχυση τοὺς ἐγκατέλειψε. Καὶ τὴ θέση ὅλων αὐτῶν πῆρε ἡ βεβαιότητα, μιὰ θαυμάσια καὶ ὁλοφώτεινη βεβαιότητα. Κι ἀπὸ τὴ βεβαιότητα αὐτὴ προέκυψε δύναμη καὶ χαρά. Βεβαιώθηκαν πώς ὁ Κύριος καὶ Διδάσκαλός τους εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ τώρα ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό. πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας, ἀφοῦ τώρα γύρισε στὸν Πατέρα.
 Πώς ἦταν καὶ εἶναι στὴ γῆ, ἀφοῦ ἄγγελοι τὸν συνοδεύουν καὶ κάνουν τὸ θέλημά Του. Μὲ τὴ βεβαιότητα αὐτὴ εἶχε συνδεθεῖ τώρα κι ἡ βέβαιη πίστη τους πώς θὰ ξανὰ ‘ρθει, τώρα ὅμως μὲ δόξα καὶ δύναμη, ὅπως τοὺς εἶχε πεῖ πολλὲς φορές. Κι οἱ ἄγγελοι τώρα ἐπανέλαβαν τὴν ὑπόσχεσή Του. Γι’ αὐτοὺς λοιπὸν δὲν ἔμενε τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολές Του μὲ ζῆλο καὶ θέρμη. Τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μείνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ περιμένουν δύναμιν ἐξ ὕψους. Κι ἐκεῖνοι γύρισαν στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ μεγάλη καὶ δικαιολογημένη χαρά, ἀλλά καὶ μὲ μεγάλη πίστη πώς ἡ δύναμις ἐξ ὕψους θὰ τοὺς ἐπισκεφτεῖ.
«Καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ Ἱερῷ αἰνοῦντες χαὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεὸν» (Λουκ. κδ’ 53). Σ’ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς συνέχισαν ὅλοι ὁμοθυμαδὸν νὰ προσκαρτεροῦν στὴν προσευχὴ (Πράξ. α’ 14). Μετὰ ἀπ’ ὅλα ὅσα εἶχαν δεῖ κι εἶχαν διδαχτεῖ, δὲν μποροῦσαν νὰ κρατήσουν τὸ νοῦ τους μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο, πού ἀναλήφθηκε μπροστὰ στὰ μάτια τους, μὰ πού ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ λόγο εἶχε μπεῖ μέσα στὶς ψυχές τους. Εἶχε ἐνοικήσει στὴν καρδιά τους μὲ δύναμη καὶ δόξα, κι ἐκεῖνοι αἰνοῦσαν διαρκῶς καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Κύριο.
Ὁ Κύριος γύρισε κοντὰ τους πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπ’ ὅ,τι περίμεναν. Δὲν εἶχε ἔρθει ὁρατός, γιὰ νὰ τὸν δοῦν τὰ σωματικὰ μάτια, μὰ εἶχε κατοικήσει μέσα τους, εἶχε μπεῖ στὴν ψυχή τους. Μὰ δὲν εἶχε ἔρθει μόνος Του στὴν ψυχή τους, ἀλλά μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶχε πεῖ γιὰ ὅλους ὅσοι τὸν ἀγαποῦν: «(Ἐγώ) καὶ ὁ πατήρ μου… πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα και μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν» (Ἰωάν. ιδ’ 23). Ἐκεῖνο πού ἔμενε, ἦταν νὰ ἔρθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ κατοικήσει μέσα τους, γιὰ νὰ τοὺς κάνει τέλειους ἄντρες, στοὺς ὁποίους ἀνακαινίζεται ἡ εἰκόνα καὶ ἡ ὁμοίωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ περιμένουν στὴν Ἱερουσαλήμ. Νὰ περιμένουν ὡσότου πραγματοποιηθεῖ.
Δέκα μέρες ἀργότερα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ δύναμις ἐξ ὕψους, στὴν πρώτη αὐτὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μὴν ἐγκαταλείψει ποτὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι σήμερα καὶ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.
Αἰνοῦμε κι εὐλογοῦμε τὸν Κύριο, γιατί μὲ τὴν Ἀνάληψή Του φώτισε τὸ νοῦ μας γιὰ νὰ δοῦμε τὸ δρόμο καὶ τὸν προορισμὸ τῆς ζωῆς μας. Αἰνοῦμε κι εὐλογοῦμε τὸν Πατέρα, πού μὲ τὴν ἀγάπη Του ἀνταποκρίνεται στὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Υἱό καὶ ἐνοικεῖ, μαζὶ μὲ τὸν Υἱό, σὲ ὅλους ἐκείνους πού ὁμολογοῦν καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του. Ἔχουμε διαρκῶς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ στὸ νοῦ μας, τοὺς αἰνοῦμε καὶ τοὺς εὐλογοῦμε ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἀναμένουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, νὰ ἔρθει καὶ σέ μᾶς. Περιμένουμε Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐπισκιάζει ὅλους στὸ βάπτισμα, ἀλλά ἀποσύρεται ὅταν ἁμαρτάνουμε.
Εἴθε ν’ ἀνακαινιστεῖ μέσα μας ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ οὐράνιος. Εἴθε κι ἐμεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους νὰ αἰνοῦμε καὶ νὰ εὐλογοῦμε τὸν ἀναληφθέντα στοὺς οὐρανοὺς Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα καὶ ὕμνος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο:Ἀναστάσεως Ἡμέρα,
ἐκδ.Πέτρου Μπότση

Η Ανάληψις του Κυρίου Γέροντας Μάρκελλος Καρακαλληνός

Η Ένδοξος Ανάληψις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


Η εικόνα της Αναλήψεως του Χριστού είναι μεγαλοπρεπής. Οι Μαθηταί εξεπλάγησαν, και με απερίγραπτον χαράν και θαυμασμόν παρακολουθούσαν την Ανάληψιν του Χριστού εις τους ουρανούς. Οι Μαθηταί δεν είδαν την αρχήν της Αναστάσεως, αφού κανείς δεν είδε το Χριστό την ώρα που εξήρχετο από το μνημείον. Μετά όμως από την Ανάστασίν Του, ο Κύριος εμφανίσθηκε πολλές φορές εις αυτούς. Την Ανάληψιν όμως του Κυρίου οι Μαθηταί την είδον από τη αρχήν.

Οι Μαθηταί ατενίζουν προς τον ουρανόν και βλέπουν αναλαμβανόμενον τον αγαπητόν τους Διδάσκαλον. Και ενώ αποχωρίζεται από αυτούς ο Κύριος, εις το κέντρον της Συνάξεως των Αποστόλων ευρίσκεται η Παναγία, η Μητέρα του Χριστού1. Η Παναγία είναι το πιο αγαπητόν πρόσωπον εις τον Χριστόν και εις τους Χριστιανούς. Ποτέ δεν διεκδίκησε καμμίαν θέσιν μέσα εις  την Εκκλησίαν. Είναι όμως το κέντρον της θείας λατρείας και ο πιο πολύτιμος θυσαυρός που έχει η Εκκλησία μας.

Πάντα ο Κύριος προετοίμαζε τους Μαθητές Του ότι θα φύγη από τον κόσμον αυτόν. Και όταν επλησίαζε η ώρα της Σταυρικής Του θυσίας, έλεγε προς αυτούς ότι ήρθε η ώρα όπου θα «υπάγω προς τον πέμψαντά με»2.

Ο χωρισμός όμως αυτός είναι πρόσκαιρος και σας συμφέρει να απέλθω. «Συμφέρει υμίν ινά εγώ απέλθω, εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς∙ εάν δε προρευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς»3.

Ο Αναστάντας Κύριος έκαμε την τελευταίαν εμφάνισιν Του εις τους Μαθητάς, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς4. Η αιφνίδια όμως εμφάνισης του Κυρίου τους κατετάραξε. Και καταληφθέντες από φόβον, ενόμιζον ότι έβλεπαν ψυχήν αποθαμένου, που ήλθεν από τον Άδην, χωρίς να έχη σώμα. Και ο Κύριος είπεν προς αυτούς: «Διατί είσθε ταραγμένοι; Και διατί διαλογισμοί αμφιβολίας, περί του αν πράγματι είμαι ο αναστάς Διδάσκαλός Σας, γεννώνται εις τα διανοίας σας; Ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου ότι φέρουν τα σημάδια των καρφιών και βεβαιωθήτε ότι είμαι ο Σταυρωθείς Διδάσκαλός Σας. Ψηλαφήσατε με διά των χειρών σας και βεβαιωθήτε ότι είναι ο Σταυρωθής Διδδάσκαλός Σας. Ψηλαφήσατε με διά των χειρών σας και βεβαιωθήτε, ότι δεν είμαι άσαρκον πνεύμα. Διότι η ψυχή και το φάντασμα του πεθαμένου δεν έχει σώμα και οστά, καθώς βλέπετε και πείθεσθε ότι εγώ έχω. Και αφού είπε τούτο, έδειξε εις αυτούς τα χείρας και τους πόδας»5.

Και επειδή οι Μαθηταί ακόμη απιστούσαν από την  χαρά τους, νομίζοντες ότι έβλεπον όνειρον, και εθαύμαζον δια τα πρωτοφανή αυτά και ανέλπιστα, τους είπεν ο Κύριος. «Έχετε εδώ τίποτε φαγώσιμον διά να φάγω και δια να πεισθήτε έτσι ακόμη περισσότερων ότι δεν είμαι πνεύμα; Και οι Μαθηταί του έδωκαν ένα τεμάχιον από ψάρι ψημένον και ολίγην κηρήθραν μέλι. Και αφού τα επήρε, έφαγεν εμπρός εις τους Μαθητάς»6, όχι διότι είχε ανάγκην συντηρήσεως το σώμα Του, αλλ' έπραξε αυτό δια να βεβαιώση αυτούς ότι όντως ανέστη.

 Και μετά από αυτό δίδει προς τους Αποστόλους τας τελευταίας αποχαιρετιστηρίους οδηγίας: «Σας έλεγα ότι, σύμφωνα προς το προκαθωρισμένον σχέδιον του Θεού, πρέπει να πληρωθούν και να πραγματοποιηθούν όλα, όσα έχουν γραφή περί εμού εις τον νόμον του Μωυσέως, και εις τους Προφήτας και τους Ψαλμούς»7. «Τότε διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τα γραφάς»8.

Και αφού ανέπτυξε εις αυτούς τας κυριωτέρας προφητείας, τους είπεν: «Έτσι έχει γραφή προφητικώς εις τα Γραφάς και έτσι έπρεπε, σύμφωνα με τα προφητείας αυτάς να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή την τρίτην ημέραν από του θανάτου Του. Σύμφωνα με όσα εδιδάχθητε και εμάθατε δια το όνομά μου, ως του μόνου Σωτήρος και λυτρωτού των ανθρώπων, να κηρυχθή μετάνοια και άφεσις αμαρτιών εις όλα τα Έθνη, να αρχίση δε το κήρυγμα τούτο από την Ιερουσαλήμ. Σεις δε είσθε μάρτυρες όλων αυτών, δηλαδή του κηρύγματός μου, του βίου μου, του Πάθους μου και της Αναστάσεως μου»9.

Εις τους Αποστόλους παρουσίασε τον εαυτόν Του ζωντανόν, μετά την Σταυρική Του θυσία. Και δια πολλών αποδείξεων τους εβεβαίωσεν ότι πράγματι ήταν ζωντανός.

Παρουσιάζετο δε κατά διαλλείματα επί τεσσαράκοντα ημέρες κατά της οποίας ενεφανίζετο εις αυτούς και ωμίλει περί των αληθειών και μυστηρίων των αναφερομένων εις την βασιλείας του Θεού. Και ενώ έτρωγε μαζύ τους την αυτήν με εκείνους τροφήν, τους έδωκε την παραγγελίαν να μην απομακρύνωνται από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την πραγματοποίησιν της υποσχέσεως περί του Αγίου Πνεύματος. «Ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ' υμάς... υμείς δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ εώς ου ενδύσησθε δύναμιν εξ' ύψους»10.

Και πάλιν: «λήψεσθε δύναμιν επελθόντες του Αγίου Πνεύματος εφ' υμάς, και εσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης»11.

Όταν δε ετελείωσε τας διδασκαλίας Του,  τους έβγαλε έξω από τα Ιεροσόλυμα, έως που επλησίασαν προς την Βηθανίαν. Και αφού ύψωσε τα χείρας Του τους ηυλόγησε. Και συνέβη, ενώ αυτός τους ηυλογεί, εχωρίσθη και απεμακρύνθη από αυτούς και εφέρετο προς τα επάνω, προς τον ουρανόν12. «Και ταύτα ειπών βλεπόντων αυτών επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών, και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού...»13.

Κατά τον Μέγαν Αθανάσιον, οι Μαθηταί δεν έβλεπον απλώς τον ανερχόμενον εις τον ουρανόν Κύριον αλλά ήσαν διαρκώς ατενίζοντες. Εστήριζον προσεκτικόν βλέμμα προς τον ουρανόν και απορούσαν από το παράξενον θέαμα14.

Και ενώ είχαν καρφωμένα τα βλέμματα τους εις τον ουρανόν, τότε ακριβώς, που ανέβαινεν εκεί ο Κύριος, ιδού δύο Άγγελοι, που εμφανίσθησαν ως άνδρες, εστάθησαν κοντά τους με φορέματα λευκά15.

Και είπαν οι Άγγελοι προς αυτούς: «Άνδρες Γαλιλαίοι, διατί στέκεσθε και παρατηρείτε με βλέμμα ακίνητον εις τον ουρανόν; Ο Ιησούς σας, αυτός, ο οποίος ανελήφθη από σας εις τον ουρανόν, θα έλθη κατά τον ίδιο τρόπον, με το σώμα Του, δηλαδή, και καθήμενος επάνω εις σύννεφον, όπως και τώρα γεμάτοι θαυμασμόν και κατάπληξιν είδατε να πηγαίνη εις τον ουρανόν»16.

Ο λόγος αυτός των Αγγέλων αναφέρεται εις την Δευτέραν και ένδοξον Παρουσίαν του Χριστού. Ο Ίδιος ο Χριστός, αναφερόμενος εις το θέμα αυτό, είπε: «και όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής και αποστελλεί τους αγγέλους αυτού μετά σάλπιγγος φωνής μεγάλης και επισυνάξουσι τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων απ' άκρων ουρανών έως άκρων αυτών»17.

Οι Μαθηταί ήσαν ατενίζοντες εις τον ουρανόν από θαυμασμόν προς τον αναλαμβανόμενον Κύριον. Το θέαμα αυτό αποτελεί μία εικόνα αφθάστου μεγαλείου που κρύβει υψηλό πνευματικόν νόημα. Ποίον είναι αυτό.

Πάντα οι Μαθηταί του Χριστού, δηλαδή οι Χριστιανοί, πρέπει να έχωμεν τον οφθαλμόν της ψυχής μας, δηλαδή τον νουν, εστραμμένον προς τον ουρανόν. Εις την Θείαν Λειτουργίαν ακούομεν την λειτουργικήν προτροπήν  του Ιερέως «άνω σχώμεν τα καρδίας» καθώς και την προτροπήν του Αποστόλου Παύλου: «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει»18. και πάλιν «τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης»19.
Αυτή η ενατένισις και η ανύψωσις του νοός μας προς τον Κύριον έχει σχέσιν με την νοεράν ησυχίαν, κατά την οποίαν ο νους αποσπάται από τα γήινα και έλκεται από την μοναδική αγάπην του Κυρίου. Αυτό γίνεται με την επιστροφήν του νοός εις την καρδίαν. Επιστρέφοντες ο νους εις την καρδίαν, αρχίζει να καθαίρεται και να φωτίζεται∙ «και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης»20.

 Από την υπερβολικήν χαράν εσκίρτησεν η καρδιά τους δια δύο αίτια∙ πρώτον, δια την ελπίδα ότι έχουν να λάβουν το Άγιον Πνεύμα. Τόσον χαροποιόν είναι το Πνεύμα το Άγιον, ώστε και η ελπίδα ότι θα το λάβη κανείς τον κάνει να σκιρτά και να αγάλλεται. Καθώς και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είς την κοιλίαν της μητρός του Ελισάβετ, παρακινούμενος από το Πνεύμα το Άγιον, εσκίρτησεν όταν η παρθένος Μαριάμ έφθασε εις τον οίκον τους. Αυτή η ελπίδα περί της χάριτος του Αγίου Πνεύματος πρέπει να μας συνοδεύη μέχρι την Πεντηκοστήν, αλλά και εις όλην την ζωήν μας.

Δεύτερον, εχάρησαν οι Απόστολοι, διότι ηξιώθησαν να γίνουν αυτόπται και αυτήκοοι τοιούτων υπερφυών Μυστηρίων. Αυτή η υπερβολική χαρά δια τα μεγάλας ευεργεσίας και δωρεάς όπου έλαβον είχε ως φυσικόν αποτέλεσμα την ευχαριστίαν και δοξολογίαν προς τον αναληφθέντα Διδάσκαλον των. Δια τούτο: «ήσαν δια παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν»21. Ας περνά και η ιδική μας ζωή με μια συνεχή ευχαριστίαν και δοξολογίαν της Αγίας Τριάδος, εις την οποία πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

1. [Κύριε, το μυστήριον, το από των αιώνων κεκρυμμένον, και από γενεών, πληρώσας ως αγαθός, ήλθες μετά των Μαθητών σου εν τω όρει των Ελαιών, έχων την Τεκουσάν σε τον Ποιητήν και πάντων δημιουργόν∙ την γαρ εν τω Πάθει σου μητρικώς πάντων υπεραλγήσασαν, έδει και τη δόξη της σαρκός σου υπερβαλούσης απολαύσαι χαράς∙ ης και ημείς μετασχόντες, τη εις ουρανούς ανόδω σου, Δέσποτα, το μέγα σου έλεος, το εις ημάς γεγονός δοξάζομεν]. (Δοξαστικόν Λιτής της Εορτής).
2. Ιωαν. ιστ', 5.
3. Ιωαν. ιστ', 7.
4. Λουκ. κδ', 36-53
5. Λουκ. κδ', 36-40
6. Λουκ. κδ', 41-43.
7. Λουκ. κδ', 44.
8. Λουκ. κδ', 45.
9. Λουκ. κδ', 46-48.
10. Λουκ. κδ', 49.
11. Πραξ. α', 8.
12. [Κύριε, της οικονομίας πληρώσας το μυστήριον, παραλαβών τους σους Μαθητάς, εις το όρος των Ελιών ανελάμβανες∙ και ιδού, το στερέωμά του ουρανού παρήλθες. Ο δι' εμέ πτωχεύσας κατ' εμέ, και αναβάς, όθεν ουκ εχωρίσθης, το πανάγιον σου Πνεύμα εξαπόστειλον, φωτίζον τας ψυχάς ημών]. (Ιδιόμελον Εσπερίων της Εορτής).
13. Πραξ. α', 9-10.

14. [Ότε ανελήφθης εν δόξη Χριστέ ο Θεός, των Μαθητών ορώντων, αι νεφέλαι υπελάμβανον σε μετά σαρκός∙ πύλαι επήρθησαν αι ουράνιαι∙ ο χορός των Αγγέλων άχαιρεν εν αγαλλιάσει∙ αι ανώτεραιδυνάμεις έκραζον, λέγουσαι∙ Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης. Οι δε Μαθηταί, αλλα πέμψον ημίν το Πνεύμα του το πανάγιον, το οδηγούν και στηρίζων τας ψυχάς ημων].  (Ιδιόμελον της Λιτής της Εορτής).

15. [Οι Άγγελοι σου Κύριε, τοις Αποστόλοις έλεγον∙ Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε βλέποντες εις τον ουρανόν; Ουτός έστι Χριστός ο θεός, ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ουρανόν∙ ούτως ελέυσεται πόλιν, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν, πορευόμενον εις ουρανόν∙ λατρεύσατε αυτώ εν οσιότητι και δικαιοσύνη]. (Ιδιόμελον της Λιτής της Εορτής).
16. Πραξ. α', 10-11.
17. Ματθ. κδ', 30-31.
18. Φιλιπ. γ', 20.
19. Κολ. γ', 2.
20. Λουκ. κδ', 52
21. Λουκ. κδ', 53

Ἡ Ἀνάληψη Anthony Bloom


(Πρ. 1. 1-12, Λκ. 24.36-53)

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικοὺς κρίκους τῆς ἁλυσίδας τοῦ αἰώνιου ἀνθρώπινου πεπρωμένου. Ἡ ἱστορία ἀρχίζει τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὸ εἶναι μὲ τὸν Παντοδύναμο δημιουργικό Του Λόγο. Ὁ κόσμος αὐτὸς τοποθετεῖται ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸ δημιουργικὸ Λόγο καλεῖται ὄχι ἁπλῶς στὴν παροδικὴ ζωὴ ἀλλὰ στὸ νὰ παραμείνει αἰώνια μέσα στὴ χαρὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου του. Τὸ πεπρωμένο τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου γεννιέται μὲ μία προσφορὰ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ μακαριότητα τῆς φιλίας μαζί Του μέχρι τὰ τέλη τῶν αἰώνων.

Ὅταν ὕστερα ὁ ἄνθρωπος ἀποσκίρτησε ἀπὸ τὸ Θεό, ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς προδοσίας τοῦ ἀνθρώπου τὸ σύμπαν παραδόθηκε στὴ φθορὰ ὁ Θεὸς δὲν ἀπόσυρε τὴν ἀγάπη Του, δὲ μᾶς ἐγκατέλειψε. Ὁ Θεὸς δὲν ἔγινε ποτὲ ἕνας ἀπέξω γιὰ τὸν κόσμο Του, οὔτε στὶς ὧρες τῆς ζωῆς τοῦ Παραδείσου οὔτε καὶ στὰ χρόνια καὶ τοὺς αἰῶνες τῆς πτώσης. Ἐργαζόταν ἀδιάκοπα μέσα στὸν κόσμο ζωντανεύοντας στὶς ἀνθρώπινες καρδιὲς κάθε τι τὸ καλὸ καὶ ἀληθινό, στέλνοντας τοὺς φύλακές Του ἀγγέλους, τοὺς προφῆτες Του καὶ τοὺς ἀγγελιαφόρους τοῦ λόγου Του. Ὅταν τέλος ὡρίμασαν οἱ καιροί, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰσῆλθε προσωπικὰ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὸ ἱστορικὸ πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου διαγράφοντας ἔτσι τὴ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὸ ἱστορικὸ αὐτὸ πεπρωμένο καὶ τὴ Θεϊκὴ αἰωνιότητα. Ἕνωσε ἀκόμα μὲ τὸν Ἑαυτό Του, μὲ τὴ Θεϊκή Του φύση ὁλόκληρη τὴν κτίση Του - τὴν ἀνθρώπινή μας σάρκα τὴν ὁποία φόρεσε ὄχι γιὰ ἕνα ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα ἀλλὰ γιὰ πάντα, τὴ γῆ μας, τὸ στερέωμα - καὶ ἀπέδειξε ἔτσι τὶς ὑπέροχές της ἰδιότητες καὶ τὴ δόξα της: τὸ κάθε θεϊκὸ δημιούργημα εἶναι ἱκανὸ ὄχι ἁπλῶς νὰ συναντήσει τὸ Θεὸ ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πνευματοφόρο, Θεοφόρο.

Ὁ κτιστὸς κόσμος ὄχι μόνο δὲν καταστράφηκε ἀπὸ τὴν ἐπαφή του μὲ τὸ αἰώνιο καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὴ θεϊκὴ φωτιὰ ἀλλὰ ἀντίθετα ἀναζωογονήθηκε, μεταμορφώθηκε καὶ πῆρε τὴν ἀληθινὴ ἀξιοπρέπειά του, εἰσῆλθε στὸ ἀληθινὸ πεπρωμένο τῆς Δημιουργίας. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως δὲ στάθηκε ἀρκετό. Ὅταν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ θάνατό Του νίκησε τὸ θάνατο ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό· καὶ ἀνεβαίνοντας στὰ βάθη τῆς θεϊκῆς ἀκαταληψίας ὁ Κύριος πῆρε τὴν ἀνθρώπινή μας φύση, τὴ σάρκα ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο, τὴν ὕλη τοῦ κτιστοῦ κόσμου, μαζί Του μέσα στὸ Μυστήριο τῆς Τριάδας.

Ὁ Χριστὸς ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ τὴν ἡμέρα ἑνὸς εὐλογημένου καὶ ὑπέροχου χωρισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀποδείχτηκε πὼς δὲν ἦταν μία ἀπομάκρυνση, διότι μὲ τὸ νὰ ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανοὺς ὁ Κύριος δὲν ἔφυγε μακριά μας. Ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι τὸ στερέωμα, μία ὁρισμένη ἀπόσταση ἀπὸ ἐμᾶς ἀλλὰ τὸ μυστήριο τῆς πανταχοῦ Θεϊκῆς Παρουσίας, ἡ δόξα τὴν ὁποία εἶχε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅταν δὲ ὁ Χριστὸς λέει: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ.16.24), δὲ μᾶς λέει ἁπλῶς ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παροδικῆς ὕπαρξής μας ὀφείλουμε νὰ ἀποδεσμευτοῦμε ἀπὸ τὴν κάθε μορφὴ ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας, νὰ δεχτοῦμε τὸ βάρος τῆς ἐπίγειάς μας ζωῆς καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε, πρῶτα ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπ' ἐκεῖ στὴ Γεθσημανῆ καὶ τὴ δίκη καὶ τὸ σταυρό, οὔτε ἀκόμα μόνο ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ Τὸν ἀκολουθήσει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ ἀναστηθεῖ καὶ πάλι τὴν ἔσχατη μέρα: ἀνοίγει μπροστὰ μας ἀκόμα μεγαλύτερες δυνατότητες. Καλούμαστε νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε καὶ σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του λόγο (Ἰω. 17.24) νὰ εἴμαστε ἐκεῖ ποὺ εἶναι καὶ Ἐκεῖνος, μέσα στὴν αἰώνια δόξα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.

Ὕστερα ἀπὸ δέκα μέρες θὰ γιορτάσουμε τὴν Πεντηκοστή. Περιμένουμε πὼς θὰ μπορέσουμε νὰ δεχτοῦμε τὴ Δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὅσον μὲ τὸ βάπτισμα ἔχουμε γίνει, μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τουλάχιστο, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐφ' ὅσον γιὰ χρόνια τώρα παίρνουμε τὴ θεία Κοινωνία. Μέσω τῆς δωρεᾶς αὐτῆς ἡ ἀνανεωμένη μας ἀνθρωπότητα μπορεῖ νὰ πυρποληθεῖ μὲ τὴ φωτιὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ἂς προετοιμαστοῦμε εὐλαβικὰ καὶ προσεκτικὰ ὥστε νὰ γίνει πράγματι δυνατὴ ἡ ἀνανέωση τῆς ζωογονητικῆς καὶ μεταμορφωτικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἂς ἔλθουμε ἐκείνη τὴ μέρα στὴν ἐκκλησία ἕτοιμοι νὰ ξεκινήσουμε μέσα στὸ Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μία καινούρια ζωὴ καὶ νὰ γίνουμε πραγματικὰ καὶ ὄχι μόνο στὰ ὄνειρά μας αὐτὸ ποὺ ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας ὀνομάζει τὸ ζωντανὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸν «ὁλοκληρωμένο Χριστό», ὅπου ἐνοικεῖ ἡ πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δεχόμενοι λοιπὸν τὸ Πνεῦμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς υἱοθεσίας ἂς γίνουμε - ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος τῆς Λυὼν μὲ ἀκόμη περισσότερη τόλμη - «ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ Μονογενῆ». Εἴθε ἡ εὐλογία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου νὰ εἶναι μὲ ὅλους μας.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ π.Ἀλεξάνδρου Σμέμαν


Ἕνα ρίγος χαρᾶς διαπερνᾶ τὴ λέξη “ἀνὰληψη”, πού δείχνει μιὰ πρόκληση πρὸς τοὺς ἀποκαλούμενους “νόμους τῆς φύσεως”, πρὸς τὴ διαρκῆ κάθοδο καὶ πτώση· εἶναι μιὰ λέξη πού ἀκυρώνει τοὺς νόμους τῆς βαρύτητας καὶ πτώσης. Ἐδῶ ἀντίθετα τὰ πάντα εἶναι ἐλαφράδα, πέταγμα, μιὰ ἀτέλειωτη ἄνοδος. Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετὰ τὸ Πάσχα, τὴν Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδας μετὰ τὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ.
Τὴν Τετάρτη, τὴν παραμονή, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν ἀποκαλούμενη “Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα”, σὰν νὰ χαιρετᾶ δηλ. τὸ Πάσχα. Ἡ ἀκολουθία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως αὐτὴ τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα, μὲ τὴν ἀπαγγελία ἀκριβῶς τῶν ἴδιων στίχων: “Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ…”, “Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ”. Ὅταν ψάλλει αὐτοὺς τοὺς στίχους ὁ ἱερεύς, κρατᾶ τὴν πασχάλια λαμπάδα καὶ θυμιατίζει ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, ἐνῶ σὲ ἀπάντηση ψάλλεται τὸ “Χριστὸς ἀνέστη”. Ἀποχωριζόμαστε τὸ Πάσχα, τὸ “ἀποδίδουμε” στὸ ἑπόμενο ἔτος.
Ἴσως νὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθανόμαστε λυπημένοι. Ἀντί ὅμως γιὰ λύπη, μᾶς δίνεται νέα χαρά: ἡ χαρὰ νὰ στοχαζόμαστε καὶ νὰ γιορτάζουμε τὴν Ἀνάληψη. Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἔδωσε τὶς τελευταῖες ὁδηγίες στοὺς μαθητές, «ἐξήγαγε … αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης», (Λουκ. 24, 50-52). “Μετὰ χαρᾶς μεγάλης…”. Ποιὰ εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς μεγάλης χαρᾶς πού ἀντέχει μέχρι σήμερα καὶ ἐκρήγνυται μὲ τέτοια ἐκπληκτικὴ λαμπρότητα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως; Ἐπειδὴ φαίνεται σὰν ὁ Χριστὸς νὰ ἔφυγε καὶ νὰ ἄφησε μόνους τούς μαθητές· ἦταν μιὰ μέρα χωρισμοῦ. Μπροστά τους βρίσκεται ὁ πολὺ μακρὺς δρόμος τοῦ κηρύγματος, τῶν διωγμῶν, τοῦ πόνου καὶ τοῦ πειρασμοῦ πού γεμίζουν μέχρι ὑπερχείλισης τὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται πώς παρῆλθε ἡ χαρά, ἡ χαρὰ τῆς ἐπίγειας καὶ καθημερινῆς συντροφιᾶς μὲ τόν Χριστό, πώς ἔφθασε στὸ τέλος ἡ προστασία πού παρεῖχε ἡ δύναμη καὶ ἡ θεότητά Του.
Πόσο σωστὰ ὅμως ἔκανε κάποιος ἱερέας πού ὀνόμασε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν Ἀνάληψη “χαρὰ τοῦ χωρισμοῦ”! Φυσικὰ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἑορτάζει τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». (Ματθ. 28, 20), καὶ ὁλόκληρη ἡ χαρὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστης βρίσκεται στὴ συνειδητοποίηση τῆς παρουσίας Του, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ὑποσχέθηκε: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»(Ματθ. 18, 20). Δὲν γιορτάζουμε τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τὴν ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς.
Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμὸ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας. Ἡ ἁμαρτία χώρισε βίαια τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς ἔκανε γήινους καὶ χοντροκομμένους, προσήλωσε τὸ βλέμμα μας σταθερὰ στὸ ἔδαφος καὶ ἔκανε τὴ ζωὴ μας ἀποκλειστικὰ γεωτροπική. Ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ψυχή. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ μέρα, τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση πού γεμίζει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπεροψία καὶ περηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὑλικός, καὶ πώς τίποτε δὲν ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ κάποιο λόγο εἶναι ἀκόμη καὶ χαρούμενος γι’ αὐτό, καὶ μιλᾶ μὲ οἶκτο καὶ συγκατάβαση γι’ αὐτοὺς πού ἀκόμη πιστεύουν σὲ κάποιου εἴδους “οὐρανὸ” σὰν νὰ πρόκειται γιὰ γελωτοποιοὺς ἤ γιὰ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε ἀδελφοί, “οὐρανοὶ” εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εἶναι τόσο ὑλικὸς ὅσο καὶ καθετί ἄλλο··δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξει. Πεθαίνουμε, ἐξαφανιζόμαστε· ἔτσι στὸ μεταξὺ ἂς κτίσουμε ἕναν ἐπίγειο παράδεισο καὶ ἂς ξεχάσουμε τὶς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτὸ ἐν συντομία εἶναι τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας. Ἡ πρόοδος καταλήγει στὸ νεκροταφεῖο, μὲ τὴν πρόοδο τῶν σκουληκιῶν ποῦ τρέφονται ἀπὸ τὰ πτώματα. Ἀλλά τί μᾶς προτείνετε, μᾶς ἐρωτοῦν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ οὐρανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἀνελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δὲν ὑπάρχει στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶτε.
Ἂς ἀπαντήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔζησε δέκα ἔξι αἰῶνες πρίν. Μιλώντας γιὰ τὸν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: «Τί ἀνάγκη ἔχω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος θὰ γίνω οὐρανὸς;». Ἂς ἔρθει ἡ ἀπάντηση ἀπό τούς Πατέρες μας πού ὀνόμαζαν τὴν Ἐκκλησία “ἐπίγειο οὐρανό”. Τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο αὐτῶν τῶν δύο ἀπαντήσεων εἶναι τὸ ἑξῆς: οὐρανὸς εἶναι τὸ ὄνομα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης μας ὡς ἀνθρώπινα πλάσματα, οὐρανὸς εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴ γῆ. Ὄχι. Ὁ οὐρανὸς δὲν βρίσκεται κάπου στὸ ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σὲ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία. Οὐρανὸς εἶναι αὐτὸ πού μᾶς ἐπιστρέφει ὁ Χριστός, ὅ,τι χάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, μὲ τὶς ἐπίγειες, ἀποκλειστικὰ γήινες, ἐπιστῆμες καὶ ἰδεολογίες, καὶ τώρα εἶναι ἀνοικτός, μᾶς τὸν προσφέρει καὶ μᾶς τὸν ἐπιστρέφει ὁ Χριστός. Οὐρανὸς εἶναι τὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς ὀμορφιᾶς. Οὐρανὸς εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς· οὐρανὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ νίκη πάνω στὸ θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας· οὐρανὸς εἶναι ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας, γιὰ τὴν ὁποία εἰπώθηκε: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9). Ὅλα αὐτὰ μᾶς ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ, μᾶς ἔχουν δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι ὁ οὐρανὸς διαπερνᾶ τὴ ζωή μας ἐδῶ καὶ τώρα, ἡ ἴδια ἡ γῆ γίνεται μιὰ ἀντανάκλαση, ἕνα εἴδωλο τῆς οὐράνιας ὀμορφιᾶς. Ποιὸς κατῆλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἐπιστρέψει τὸν οὐρανό; Ὁ Θεός. Ποιὸς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό; Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει πώς “ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός”. Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό! Αὐτὸ ἀκριβῶς γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λαμπρότητας καὶ τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἂν ὁ Χριστὸς βρίσκεται στὸν οὐρανό, κι ἂν Τὸν πιστεύουμε καὶ Τὸν ἀγαποῦμε, τότε εἴμαστε κι ἐμεῖς μαζί Του, στὸ δεῖπνο Του, στὴ Βασιλεία Του. Ἂν ἡ ἀνθρωπότητα ἀναληφθεῖ μαζί Του, καὶ δὲν πέσει, τότε θὰ ἀνέβω μαζί Του κι ἐγὼ προσκεκλημένος ἀπ’ Αὐτόν. Καὶ “ἐν Αὐτῷ” μοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ σκοπός, τὸ νόημα καὶ ἡ ἔσχατη χαρὰ τῆς ζωῆς μου. Τὸ καθετί γύρω μας μᾶς τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω. Ἀτενίζω ὅμως τὴ θεϊκὴ σάρκα νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό, τὸν Χριστὸ νὰ τραβᾶ πρὸς τὰ πάνω «ἐν φωνῇ σάλπιγγος», καί λέω στόν ἑαυτό μου καί στόν κόσμο: ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ἐδῶ εἶναι ἡ ζωή στήν ὁποία ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ ἀπό τήν αἰωνιότητα.
Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν.

Ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση στὴν Ἀνάληψη Anthony Bloom




Ἡ περίοδος τοῦ Πάσχα ἔφτασε στὸ τέλος της. Ἡ ἡμερα τῆς ἀπόδοσης τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ μέρα ποὺ ἀκούσαμε  γιὰ τελευταία φορὰ τὶς πανηγυρικὲς Ἀναστάσιμες ψαλμωδίες. Τὸ Πάσχα ὅμως, τὸ θαῦμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ θὰ παραμείνει μαζί μας. Ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς χαροποίησαν τὴ βραδιά τοῦ Πάσχα, ἡ ἔκσταση γιὰ τὸ ἀδειανὸ μνημεῖο, γιὰ τὴ σωματικὴ ἔγερση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ἐμφάνισή Του στοὺς μαθητὲς - καὶ σ' ἐμᾶς - μέσα στὴ δόξα, τὴ νίκη καὶ τὸ θρίαμβο παραμένουν μαζί μας παρὰ τὸ ὅτι τώρα ὁ Κύριος ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς.

Ἡ Ἀνάληψη εἶναι μιὰ μυστηριώδης γιορτή: εἶναι μιὰ γιορτὴ στὴν ὁποία γιορτάζουμε ἕνα χωρισμό.

Τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητές Του ὅτι θὰ τοὺς συνέφερε ἂν Ἐκεῖνος ἔφευγε, διότι τότε θὰ τοὺς ἔστελλε τὸν Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖο θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀλήθεια (Ἰω. 16.7-16). Ἡ χαρὰ τοῦ χωρισμοῦ: χαρὰ γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει τώρα στὸν Πατέρα γιὰ νὰ καθίσει στὰ δεξιὰ τῆς θεϊκῆς δόξας• χαρὰ καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας διότι ἔχοντας ὁ Χριστὸς ἀναστηθεῖ σωματικά, σωματικὰ καὶ θὰ ἀναληφθεῖ καί, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἂν θέλουμε νὰ γνωρίσουμε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δόξα ποὺ ἔχει σπαρεῖ μέσα του θὰ πρέπει νὰ κοιτάξουμε ψηλὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖ θὰ δοῦμε καθισμένο στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα τὸν Ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἐνσαρκωμένο Γιὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔχει εἰσέλθει στὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς εἶναι καὶ Θεός μας.

Νὰ ὅμως ποὺ ἐνῶ χαιρόμαστε γιὰ τὸ τρόπαιο τοῦ Κυρίου, γιὰ τὸ δοξασμὸ τοῦ ἀνθρώπου, παραμένουμε ταυτόχρονα σὰν ὀρφανοὶ πάνω στὴ γῆ ὅπως καὶ οἱ πρῶτοι μαθητές, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ μαθητὲς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων. Ὅσο καιρὸ εἴχαμε ἀνάμεσά μας τὸ Χριστό, ὅπως τὸ λέει καὶ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἦταν Ἐκεῖνος τὸ Φῶς μας. Τώρα βρίσκουμε τοὺς ἑαυτούς μας στὸ ἡμίφως ἤ τὸ σκοτάδι τῶν προσωπικῶν μας ζωῶν· στὸ ζόφο τοῦ ἐπίγειου ἀνθρώπινου πεπρωμένου.

Ὁ Χριστὸς ὅμως ὑποσχέθηκε ὅτι δὲ θὰ μᾶς ἄφηνε ὀρφανούς, ὅτι θὰ μᾶς ἔστελνε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὴν πᾶσα ἀλήθεια παίρνοντάς την ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ τὸ Λόγο καὶ τὴν Πράξη ( Ἰω. 16. 13, 15). Ὁ Παράκλητος εἶναι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔρχεται γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει ἐμπειρικὰ ὅτι ὁ Ἀναστὰς καὶ Ἀναληφθεὶς Χριστὸς εἶναι πράγματι ὁ Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας ὅτι εἶναι πράγματι ἐνθρονισμένος στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, ταυτόχρονα ὅμως, σύμφωνα μὲ τὴ δική Του θαυμαστὴ ὑπόσχεση καὶ μαζί μας μέχρι τὰ τέλη τῶν αἰώνων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατευθύνει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου φέρνοντας τὴ σωτηρία, τὴ μεταμόρφωση, ὁδηγώντας μας στὸν τελικὸ θρίαμβο, μερικοὶ διαισθάνονται τὴν παρουσία Του καὶ ἄλλοι δὲν Τὸν βλέπουν καὶ δὲν Τὸν γνωρίζουν. Καὶ ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δική μας σωτηρία. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ ὅλη του τὴ δόξα.

Γιὰ νὰ ἔλθει ὅμως σ' ἐμᾶς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σὰν ὁ Παράκλητος, πρέπει ἐμεῖς νὰ νιώθουμε θλιμμένοι καὶ ὀρφανεμένοι μὲ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἐπειδὴ δὲ νιώθουμε μὲ ἀρκετὴ ἔνταση τὴ μοναξιά μας χωρὶς τὸ Χριστό, ποὺ ἡ ἀντίληψη τῆς θαυμαστῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος εἶναι τόσο σπάνια, τόσο ἀσθενική, τόσο ξέβαθη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. 1. 2.1). Ἔτσι θὰ 'πρεπε νὰ νιώθαμε καὶ ἐμεῖς, καὶ νὰ χαιρόμαστε ποὺ μιὰ μέρα θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ θὰ εἰσέλθουμε στὴν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ὁ ἀγαπημένος μας Σωτήρας Χριστὸς μέσα στὴ δόξα Του. Τότε πραγματικὰ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ ἦταν γιὰ μᾶς Παράκληση, ἀγαλλίαση, ἐλπίδα, ἕνα τρόπαιο ἤδη ἀπὸ τώρα μέσα στὴν αἰωνιότητα ἡ ὁποία μᾶς ἔρχεται ἀήττητη καὶ θαυμαστή.

ΑΝΑΛΗΨΗ - ΕΝΑ ΛΥΠΗΡΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΈΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

   Περίεργος θα φανεί ο τίτλος του άρθρου αυτού. Για μας, που ζούμε περίπου 2.000 χρόνια μετά το τελευταίο αυτό γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως του Χριστού μας, η ανάληψη του Κυρίου μας εις τους ουρανούς, που συνέβη 40 μέρες μετά την ανάστασή του, είναι ένα γεγονός ευχάριστο και ενδυναμωτικό της πίστεώς μας, γιατί ο Χριστός απέδειξε μ’ ένα ακόμη μοναδικό και καταπληκτικό θαύμα ότι είναι Θεός. Ανέβηκε μόνος του χωρίς κανένα βοηθητικό μέσο στους ουρανούς συνοδεία αγγέλων.
    Η ανάληψη ακόμη είναι ένα χαρούμενο σωτηριολογικό γεγονός, που δείχνει ότι ο άνθρωπος, που πίστεψε και αγωνίστηκε να βιώσει το ευαγγέλιο, δεν θ’ αναστηθεί απλώς, αλλά θ’ αξιωθεί της θεώσεως. Θα βρεθεί δίπλα με το Θεό και θα έχει κοινωνία με αυτόν. Η ανάληψη όπως και η μεταμόρφωση του Κυρίου μας αποκαλύπτουν πόσο λαμπρή και ένδοξη θα είναι η σωτηρία μας.
    Επίσης γνωρίζουμε ότι με την ανάληψη του Κυρίου μας, εμείς στείλαμε ως δώρο στο Θεό την ανθρώπινη φύση (του Κυρίου μας) και ο Θεός έστειλε σε μας σαν δώρο το Άγιο Πνεύμα, που παραμένει συνεχώς μέσα στην Εκκλησία μας και μας χαριτώνει ποικιλοτρόπως. Σκοπός της ενσαρκώσεως του Κυρίου μας και επέκταση αυτής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και η οικείωση των δωρεών του.
    Κι όμως για τους μαθητές του Χριστού, που δεν είχαν υπ’ όψη τους τι ακριβώς θα επακολουθήσει και ήταν ήδη αναστατωμένοι από το γεγονός της σταυρώσεως και της φαινομενικής, προς ώρα, νίκης των εχθρών του Χριστού, η ιδέα ότι θα χάσουν ξανά τον αναστηθέντα διδάσκαλό τους, τον πνευματικό τους καθοδηγό και αρχηγό τους, τους γέμιζε λύπη και απόγνωση.
    Γι’ αυτό ο Χριστός προβαίνει σε κάποιες ενέργειες για να τους ενδυναμώσει και να τους κάνει να χαρούν.
    Όταν ανέβαινε στους ουρανούς, σήκωσε τα χέρια του και τους ευλογούσε, και έτσι χώρισε απ’ αυτούς (Λκ. 24, 50-51). Δεν τους ευλόγησε απλώς μια φορά και μετά ανεχώρησε, αλλά ανήλθε εις τους ουρανούς ευλογώντας τους συνεχώς. «Εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν». Ήθελε να τους δείξει ότι παραμένει μαζί τους αοράτως και εσαεί ευλογών αυτούς. Τους υποσχέθηκε ότι «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. 28,20). Έτσι πλήρωσε εν τέλει τους μα-θητές με χαρά (Λκ. 24,52).
    Επίσης τους είχε διδάξει πολύ νωρίτερα ότι «ο τρώγων μου την σάρκαν και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω.6, 56). Δηλαδή ο Χριστός παραμένει και σωματικά στη γη, στα είδη του άρτου και του οίνου της θείας ευχαριστίας. Στα «σα εκ των σων» της λειτουργίας, στην αγία τράπεζα βρίσκεται το Σώμα του Χριστού μας και μπορούμε όχι μόνο να το ακουμπήσουμε και να το προσκυνήσουμε, αλλά και να το βάλουμε μέσα μας και έτσι να εισέλθει και στο τελευταίο κύτταρό μας. Ο Ηλίας Μηνιάτης σε λόγο του στην Ανάληψη παρατηρεί· «όταν με πύρινον άρμα ανελήφθη ο Θεσβίτης Ηλίας, δια να παρηγορήσει τον μαθητήν Ελισαίον του άφησε την μηλωτήν· ομοίως αναληφθείς ο φιλάνθρωπος κύριος μας αφήνει εις παρηγορίαν το ένδυμα της θεότητος του, όπου εφόρεσε γενόμενος άνθρωπος, ήγουν την μακαριωτάτην του σάρκαν εις το φρικτόν της θείας ευχαριστίας μυστήριον δια να είναι αχώριστος αφ’ ημών· όθεν μας παρηγορεί λέγοντας· «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος».
    Υπάρχει όμως και άλλη παρουσία του Χριστού. Η παρουσία μέσω των αγίων του. Ο άγιος είναι το ορατό σημείο της χάριτος του Χριστού. Δοχείο των ακτίστων ενεργειών του. Παρουσία του Θεού στον κόσμο. Φορέας της θείας δυνάμεως. Κάνει τέρατα, σημεία και δυνάμεις. Είναι πού χαρακτηριστικά και διαφωτιστικά τα χωρία της αγίας Γραφής πάνω σ’ αυτό το θέμα. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιω. 14,23). «Εγώ ειμί η άμπελος υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ (Ιω. 15,50). Γι’ αυτό στην αγία Τράπεζα θέτουμε οστά αγίων. Γι’ αυτό εορτάζουμε πανηγυρικά την ανακομιδή των οστών. Γι’ αυτό δεχόμαστε κάποιες μέρες λείψανα αγίων από άλλες εκκλησίες. Γιατί θεωρούμε την φιλοξενία και παραμονή των λειψάνων σαν παρουσία Θεού.
    Στις «Πράξεις των αποστόλων» (1,10-11) παρουσιάζονται άγγελοι να λέγουν στους μαθητές· «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Γιατί τα λέγουν αυτά οι άγγελοι; Τα λέγουν για τους εξής δύο λόγους κατά τον ιερό Χρυσόστομο·
    α΄. Διότι πάντοτε στενοχωριούνταν οι μαθητές για την αναχώρηση του Χριστού. Αυτό φαίνεται σ’ αυτό που τους είπε ο Χριστός· «Κανείς από σας δεν με ρωτά που πηγαίνεις; Αλλά η λύπη έχει γεμίσει την καρδία σας επειδή σας είπα αυτά» (Ιω. 16,5-6). Αν εμείς λυπούμαστε που αποχωριζόμαστε κάποτε, ακόμη και για λίγο, φίλους, γνωστούς, ή συγγενείς, πόσο θα στενοχωριούνταν οι μαθητές που χάνανε δια παντός την ορατή παρουσία του Χριστού; Γι’ αυτό στέκονται οι άγγελοι και λέγουν αυτά· για να καταπραΰνουν με την επάνοδο του Κυρίου τη λύπη που τους προξένησε η αναχώρησή του. Για να μη πάθουν οι μαθητές ότι έπαθε ο Ελισαίος, όταν είδε τον διδάσκαλο του, τον Ηλία, ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Έσκισε τα ρούχα του από τον πόνο, διότι δεν υπήρχε κανείς να του πει ότι ο Ηλίας θα ξαναρθεί. Πράγματι, λέγει ο Παύλος, «ο ίδιος ο Κύριος θα κατεβεί από τον ουρανό με πρόσταγμα με φωνή αρχαγγέλου· κι εμείς οι ζωντανοί, που θ’ απομένουμε τότε στη ζωή, θ’ αρπαχθούμε με σύννεφα για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα» (Α΄ Θεσ. 4,15-16).
    β΄. Για να τονίσουν ότι ο Χριστός ανεβαίνει όχι ως απλός άνθρωπος, όπως ο Ηλίας, αλλά ως Θεός. Εκείνος ανέβηκε με πύρινο άρμα, ο Χριστός με νεφέλη· η νεφέλη στην αγία Γραφή είναι το όχημα και ο θρόνος του Θεού. «Ιδού Κύριος κάθεται επί νεφέλης κούφης» (Ησ.19,1), λέγει η Γραφή. Επειδή λοιπόν ο Πατέρας κάθεται πάνω σε νεφέλη, γι’ αυτό και στον Υιό έστειλε τη νεφέλη. Είναι σαν να τους λέγει· Μη στενοχωρείσθε εάν ο Ελισαίος πήρε τη μηλωτή του Ηλία σαν δώρο· εσείς θα πάρετε άπειρα θεϊκά χαρίσματα.
    Και πράγματι μόλις έφυγε η ανθρώπινη φύση του Χριστού με την ανάληψη ήρθε η αισθητή, δυναμική και πυρφόρα παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Ήρθε ο «άλλος Παράκλητος», που είχε υποσχεθεί ο Χριστός στους μαθητές του (Ιω.14,16), και ο οποίος δημιούργησε την ορατή ανθρώπινη Εκκλησία, που είναι η συνέχεια του Σώματος του Χριστού. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Μόλις έφυγε ο αρχιερεύς Χριστός, ήρθε το Άγιο Πνεύμα βάπτισε και έχρισε όλους τους πιστούς και τους γέμισε χαρίσματα ποικίλα. Ειδικά τους αποστόλους τους έχρισε αρχιερείς. Χάσαμε λοιπόν την αισθητή παρουσία του Χριστού που εκδηλωνότανε με την ανθρώπινή του φύση, έχουμε όμως την αισθητή -εξωτερική και εσωτερική- παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε τους επισκόπους και ιερείς, που είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού» και αποτελούν την ορατή παρουσία του Θεού. Δεν εγγίζουμε τα ιμάτια του Χριστού όπως η αιμορροούσα, αλλά εγγίζουμε τα άμφια των ιερέων που έχουν την ίδια δύναμη. Δεν ακούμε το Χριστό, ακούμε όμως το κήρυγμα των ιερέων και παίρνουμε απ’ αυτούς το Σώμα και το Αίμα του, το οποίο όχι απλώς το εγγίζουμε, αλλά το τρώμε, το βάζουμε μέσα μας.
    Μετά απ’ όλες αυτές τις ενέργειες του Χριστού έγινε πραγματικότητα αυτό που ψάλλει η Εκκλησία μας την ημέρα της αναλήψεως· «Ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών, χαροποιήσας τους μαθητάς τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος· βεβαιωθέντων αυτών δια της ευλογίας, ότι σύ ο Υιός του Θεού, ο λυτρωτής του κόσμου».
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...