Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2013

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀριθμός 35

Κυριακή 27 Μαΐου 2012 – ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, Α΄ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
(Ἰωάνν. ιζ΄ 1- 13)
«Ἵνα πάντες ἕν ὦσι»

Εἶναι ἕνας πόθος θεϊκός αὐτά τά λόγια, ἀδελφοί μου. Εἶναι ἀπό τά βαθειά αἰτήματα τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἕνα αἴτημα πού πέντε φορές ἔρχεται στά χείλη Του τό βράδυ ἐκεῖνο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Ἡ ἑνότης τῶν χριστιανῶν! Ἡ ὁμοφροσύνη τῆς Ἐκκλησίας! Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπό τά πρῶτα βήματα συνταράσσεται ἀπό αἱρέσεις καί πλάνες, ἀπό διαιρέσεις καί σχίσματα. Ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἱστορία διχογνωμιῶν καί πολέμων. Ἡ σύγχρονη ζωή μέσα στίς οἰκογένειες καί στίς κοινότητες, στούς συνεταιρισμούς καί τίς συλλογικές προσπάθειες, πού τόσες πολλές φορές δυσχεραίνει τήν ὁμαλή συμβίωση καί συνεργασία...

Ὅλα αὐτά μέσα στήν στοργική μέριμνα τοῦ προσευχομένου Κυρίου ἔχουν τήν πρώτη θέση. Τότε καί σήμερα καί πάντοτε, ἡ δύναμη καί ἡ γαλήνη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ χαρά κάι ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου, μιά πηγή τροφοδοσίας θά ἔχουν: τήν ἑνότητα καί τήν ὁμοφροσύνη μέσα στήν ἀνεξάντλητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ξεκινῶντας ἀπό τόν οὐρανό, ἡ Ἀγάπη ἀναδημιουργεῖ τή ζωή τῆς γῆς καί πάλι ἐκεῖ ξαναγυρίζει, στόν οὐρανό, ὅπου ὁ Θεός καί ἡ ποίμνη Του θά ζήσουν ἑνωμένοι ἀσύγχητα καί ἀδιαίρετα, ὄχι μόνο μέ τήν οὐσία καί τήν φύση τῆς Θεότητας, ἀλλά καί μέ τήν εὐτυχία τῆς τελείας ὁμοφροσύνης, συνεργασίας καί ἀγάπης. Γι’ αὐτό και ὁ Κύριος τήν Ἐκκλησία Του καί τή γῆ μας γενικώτερα τήν θέλει σάν ἀντικατοπτρισμό τῆς κοινωνίας τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς...ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς» προσεύχεται ὁ Κύριος, καί προσθέτει: Σέ παρακαλῶ, Πατέρα Μου, ὄχι μόνον διά τούς Ἕνδεκα τούτους μαθητάς Μου, ἀλλά καί δι’ἐκείνους πού θά πιστεύσουν στό μέλλον διά τοῦ κηρύγματός τους εἰς Ἐμέ. Σέ παρακαλῶ δι’ ὅλους αὐτούς, διά νά εἶναι ὅλοι ἕνα διά τῆς ἀγάπης καί ὁμοφροσύνης πού θά κυριαρχῇ μεταξύ τους. Καθώς Σύ Πάτερ, εἶσαι ἑνωμένος μέ Ἐμέ καί Ἐγώ εἶμαι ἑνωμένος μαζί Σου, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχομε καί οἱ δύο τήν αὐτήν οὐσίαν καί φύση, ἔτσι, Σέ παρακαλῶ, νά εἶναι καί αὐτοί ἕνα, διά τῆς κοινωνίας καί ἑνώσεώς τους μέ Ἡμᾶς. Ὕστερα, λοιπόν, ἀπό αὐτή τή βαθύτατη ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, μετά ἀπό τά διδάγματα τῶν παθημάτων πού μᾶς παρουσιάζει ἡ Ἰστορία, ἀλλά καί ἀπό τήν τόσον ἠλεκτρισμένην ἀτμόσφαιρα πού ἐπικρατεῖ στήν οἰκουμένη καί πού κρατεῖ ἄτομα καί λαούς σέ διαρκῆ ἀγωνία γιά τό μέλλον, ποιά εἶναι ἡ θέση ἡ δική μας, ἀδελφοί μου; Ἡ ἰδιότης μας ὡς χριστιανῶν, ὡς ἐκκλησιαζομένων μάλιστα χριστιανῶν, καί ἡ συμμετοχή μας αὐτή τήν ὥρα στό Μυστήριον τῆς Ἀγάπης, τήν Θείαν Εὐχαριστία, μᾶς τονίζει, μᾶς ἀναγκάζει – μπορῶ νά πῶ - νά ἐπιδιώξωμε, νά προσπαθήσωμε ἔντονα, ὥστε νά πραγματοποιεῖται μεταξύ μας ὁ θεϊκός πόθος τῆς ἑνότητας. Ὀ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει: «παρακαλῶ, ἀδελφοί μου, ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες καί μή ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα. Ὑμεῖς δέ πάντες τό ἕν φρονοῦντες, ὁμόψυχοι», ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν αὐτό δέν τό ἐπιδιώξωμε ἐμεῖς, ποιός ἄλλος θά τό πραγματοποιήση; Ἄν οἱ χριστιανοί πού ἐκκλησιάζονται, κοινωνοῦν, ἐξομολογοῦνται καί μελετοῦν τό Εὐαγγέλιον, δέν δημιουργοῦν στήν οἰκογένειά τους, στό κατάστημά τους, στήν ἐπιχείρησή τους, στήν ἐνορία τους, ἀτμόσφαιρα καλῆς καί ὁμαλῆς συνεργασίας, σταθερῆς ἑνότητας, μακρόθυμης καί μεγαλόψυχης καί ταπεινῆς ἀγάπης, ἀπό ποιούς ἄλλους ἔχομε τήν ἀπαίτηση νά τό κάμουν;

Ἀδελφοί μου! «Τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτός ὁ Κύριος Ἰησοῦς, μαζί Του ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τό κέντρο πού μᾶς ἕλκει καί πρός τό ὁποῖον ὅλοι πρέπει νά φερώμεθα. Ἐάν Αὐτός ἀποτελεῖ τό σημεῖον προσανατολισμοῦ μας καί τό μοναδικό μας Ἰδανικό, τότε σύν τῷ χρόνῳ καί ὁπωσδήποτε πλησιάζοντάς Τον, θά πλησιάζωμε καί ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἑνωμένοι μαζί Του θά ἑνωθοῦμε, αὐτομάτως, καί μεταξύ μας. Εὐτυχισμένοι μέσα σ’ αὐτή τή θέωση ὡς πρόσωπα καθ’ ἑαυτά, θά εἴμεθα εὐτυχισμένοι καί ὡς Ἐκκλησία, ὡς σύνολο καί κοινωνία ἀνθρώπων, πού διά τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον μέσα στήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος, ἐπέρασαν μέσα ἀπό τούς δρόμους τῆς γήϊνης ζωῆς, ἀντιμετώπιζαν τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ μέ ὑπομονή καί ἀνδρεία, ἐκαλλιέργησαν τήν ἀρετή, τήν ἁγιότητα, ἄνοιξαν μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη των τούς οὐρανούς καί ἐκεῖ «τετελειωμένοι εἰς ἕν», χαίρονται «χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καί δεδοξασμένῃ». Γένοιτο!

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου

Κυριακή των Αγίων Πατέρων, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Ιω. ιζ΄ 1-13 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου

 Νικαίας το καύχημα, Oικουμένης αγλάϊσμα
Την εβδόμη κατά σειρά Κυριακή από το Πάσχα, η Εκκλησία τοποθετεί την εορτή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325 μ.Χ. Η Α΄ Οικ. Σύνοδος συγκλήθηκε σε κλίμα ελευθερίας και ισοτιμίας, που επεκράτησε μεταξύ των θρησκευμάτων μετά το Διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου περί ανεξιθρησκείας. Στη Σύνοδο αυτή έδωσε την μαρτυρία τους υπέρ της πίστεως ο Άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός, ενώ με την πολύτιμη συμβουλή του τότε διακόνου  και μετέπειτα Πατριάρχου Αλεξανδρείας Μεγάλου Αθανασίου, συντάχθηκαν τα 6 πρώτα άρθρα του συμβόλου της Πίστεως.
Ο σημερινός εορτασμός, μια Κυριακή πριν την Πεντηκοστή, θεσπίστηκε για να τονιστεί η θεότητα του προσώπου του Χριστού και η μεγάλη σημασία αυτής της αλήθειας για ολόκληρη την Εκκλησία. Όπως  χαρακτηριστικά εξηγείται μέσα στο συναξάρι της εορτής «ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αφού ενσαρκώθηκε, αφού φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα και αφού εκπλήρωσε  όλο το σωτηριώδες σχέδιο του – τη πραγμάτωση της θείας οικονομίας-, ανελήφθη στους ουρανούς ως Θεός και ως άνθρωπος συγχρόνως, και κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Θεού και Πατρός. Αυτό ακριβώς διακήρυξαν οι Άγιοι Πατέρες και με τις θεολογικές αποφάσεις που πήραν σ’ αυτή την Σύνοδο «Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου, μίαν ουσίαν εδογμάτισαν και φύσιν», ότι δηλαδή ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος με τον Πατέρα, και αυτό  εναντίον της αιρέσεως του Αρείου, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός, δεν ήταν διπλούς στη φύση αλλά ήταν μόνο ως άνθρωπος. Απέρριπτε ουσιαστικά με άλλα λόγια την θεότητα του Χριστού.
Η προσευχή του Χριστού υπέρ των μαθητών του και υπέρ των μελών της Εκκλησίας
Η ευαγγελική περικοπή που διαβάζετε σήμερα, είναι ένα απόσπασμα από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου την οποία απήγγειλε, λίγο πριν αναχωρήσουν με τους μαθητές από το υπερώο όπου έλαβε χώρο ο Μυστικός Δείπνος. Ο Διδάσκαλος μετά την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, συνομίλησε αρκετά με τους Μαθητές Του και η συνομιλία έληξε με μια προφητεία - μια ενθαρρυντική ρήση του Ιησού Χριστού «Eν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμον». (Ιω. ιστ’ 13).
Η αρχιερατική αυτή προσευχή είναι μια συνομιλία του Υιού και Λόγου του Θεού μετά του ουρανίου Πατρός και χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στο σκοπό της αποστολής του Ιησού Χριστού στον κόσμο. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στη βεβαίωση του Ιησού Χριστού για την εκπλήρωση του έργου του μέσα στον κόσμο και το τρίτο μέρος αναφέρεται στην καθιέρωση των Μαθητών ως συνεχιστών του έργου του Ιησού Χριστού. Είχε τρία αιτήματα: υπέρ Εαυτού, υπέρ των Αποστόλων και υπέρ της Εκκλησίας.
Γιατί ο Ιησούς αφήνει τον παραμυθητικό και παραινετικό τόνο των υποθηκών προς τους Μαθητές και στρέφει το βλέμμα του προς τον Πατέρα και συνδιαλέγεται; Για να διδάξει και μας, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, πως όταν βρισκόμαστε σε ώρες δοκιμασίας και πειρασμού να καταφεύγουμε στον ουράνιο Πατέρα μας’ για ν’ αντιμετωπίσουμε το μίσος και τους διωγμούς των ανθρώπων. Ο σκοπός της παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο είναι η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους: «ίνα παν ο δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον». Αυτή η αιώνια ζωή είναι η αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο, η γνώση του αληθινού Θεού, αλλά και η πίστη στον Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού και απεσταλμένο του Πατρός για την σωτηρία του κόσμου: «Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν».
«Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις»
Η γνώση και επίκληση του ονόματος του Θεού δεν είναι ένα εξωτερικό καθήκον ή μια θρησκευτική δοξασία. Είναι θεμελιώδης αλήθεια ύπαρξης και νοήματος ζωής που μας φανέρωσε ο Χριστός και πρέπει να εμπιστευόμαστε, επιζητώντας με πολλή ταπείνωση το έλεος του. Με τη συνεχή αυτή επίκληση μαστίζουμε τους εχθρούς μας τα παρακλάδια του διαβόλου δαίμονες, αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Ο λόγος του Χριστού επιμένει ν’ ανατρέπει τη λογική μας. Μας λέει ότι υψωνόμαστε κάθε φορά που θυσιαζόμαστε. Δοξαζόμαστε κάθε φορά που μαθαίνουμε να υπομένουμε πειρασμούς, συκοφαντίες, αδικίες. Καταξιωνόμαστε κάθε φορά που συγχωρούμε, κάθε φορά που σταυρώνουμε τον εαυτό μας και τα πάθη του.
Η «ενότητα», επιτακτικό ζητούμενο της εποχής μας
Σε συνάφεια με την εορτή των Αγίων Πατέρων, ένας  άλλος σκοπός που η Εκκλησία μας παραθέτει αυτή την περικοπή είναι και ο εξής: Η αίρεση του αρειανισμού διέσπασε το ενιαίο φρόνημα του λαού για το ανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού, ενώ ο Κύριος ζήτησε στην Αρχιερατική Προσευχή «ίνα ώσιν εν», να είναι ένα (οι Μαθητές) και όσοι πίστευαν σε αυτόν.
Το ζήτημα της ενότητας μεταξύ των ανθρώπων είναι από τα πλέον δύσκολα, αν αναλογιστούμε την παγκόσμια, αλλά και την προσωπική ιστορία του καθενός μας. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου η σύγχρονη βαβυλωνία της ατομοκεντρικότητας, της «πολυ-πολιτισμικότητας» και της «αλληλεγγύης» μεταξύ των λαών, σφυροκοπούν τα θεμέλια της κοινωνίας, διαβρώνοντας αντίστοιχα κάθε ευαισθησία προς τον πλησίον και κάθε δυνατότητα συμφωνίας στο πολιτισμικό και πνευματικό πεδίο για αντιμετώπιση των δυσκολιών που διέρχεται η πατρίδα μας. Το ότι η ενότητα προϋποθέτει την ταύτιση στα θέματα της πίστεως, το εκφράζει η Εκκλησία μας σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν λίγο πριν κοινωνήσουμε μας καλεί να ζητήσουμε από τον Χριστό «την ενότητα της πίστεως καί τήν κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος» και να εμπιστευτούμε σε Αυτόν «εαυτούς καί αλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ημών».
Η κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, εξασφαλίζει την γνησιότητα της ανθρώπινης ενότητας. Η γνήσια ενότητα υπάρχει επίσης με τη θεωρία του Θεού: «και εγώ την δόξα ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς ίνα ώσιν εν…θέλω όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν…» (Ιω. ιζ΄ στ.22). Όλα αυτά δείχνουν ότι όταν οι άνθρωποι βιώνουν την δόξα της Αγίας Τριάδος στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, όταν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό, τότε είναι και μεταξύ τους ενωμένοι. Στην αρχιερατική προσευχή δεν γίνεται λόγος για μια εξωτερική ενότητα, που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών προσπαθειών και γνωρισμάτων και που είναι προσδοκία του μέλλοντος, αλλά για ενότητα στο Σώμα του Χριστού, που δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής και είναι πραγματικά παρούσα.

KΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, Αποστ. Ανάγνωσμα: Πράξεων 20 16-18, 28-36 εκ της ΙεράςΜητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


 «Αποστολικών παραδόσεων, ακριβείς φύλακες γεγόνατε, άγιοι πατέρες · της γαρ αγίας Τριάδος το ομοούσιον, ορθοδόξως δογματίσαντες, Αρείου το βλάσφημον, συνοδικώς κατεβάλετε…» (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού αγίων Πατέρων).

Σήμερα, μια Κυριακή πριν την Πεντηκοστή, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει τους 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Κωνσταντινούπολης το 325 μ.Χ.. Στη Σύνοδο αυτή οι άγιοι Πατέρες διατράνωσαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος και ομότιμος με το Θεό Πατέρα.
Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα τονίζεται η σημασία της συνεχούς επαγρύπνησης των ποιμένων της Εκκλησίας προς κάθε ένα που θα προσπαθήσει να διαστρέψει την αλήθεια και την παραδεδομένη πίστη του σώματος της Εκκλησίας. Επειδή όμως το θέμα των αιρέσεων-αιρετικών και των ποιμένων της Εκκλησίας αναπτύχθηκε στα προηγούμενα έτη, θα αναπτύξουμε το θέμα της προσευχής, ορμώμενοι από τον τελευταίο στίχο της αποστολικής περικοπής.
«και θείς τα γόνατα συν πάσι τοις άλλοις προσηύξατο»
Στο στίχο αυτό ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει τον απόστολο  Παύλο να γονατίζει και να προσεύχεται με τους πρεσβυτέρους, αφού πλέον έχει τελειώσει την αποχαιρετιστήρια ομιλία του προς αυτούς. Η προσευχή αυτή έρχεται να επισφραγίσει την ενότητά τους και την αδιάσειστη εμπιστοσύνη τους στην πρόνοια του Θεού. Αξίζει να σημειωθεί πως οι πρώτοι χριστιανοί είχαν τη συνήθεια να προσεύχονται γονατιστοί ως ένδειξη συντριβής έναντι του Κυρίου (π.χ. βλ. Πράξ. 7, 60 και 21,5) και επίσης να προσεύχονται θερμά προς τον Κύριο όταν θα χωρίζονταν μεταξύ τους για κάποιο ταξίδι (π.χ. βλ. Πράξ. 21, 5-6).
Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός συχνά αποσυρόταν και προσευχόταν, θέλοντας εμπράκτως να μας διδάξει τη μεγάλη αξία της προσευχής στη ζωή μας (βλ. π.χ. Λκ 6,12). Χαρακτηριστική είναι η προσευχή του Κυρίου στο όρος των Ελαιών πριν από το θείο πάθος (Λκ. 22, 39-44) και η υπόμνησή Του προς τους μαθητές : «προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» (Λκ. 22, 46).
Κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος η προσευχή είναι «συνουσία και ένωση του ανθρώπου με το Θεό, συμφιλίωση με το Θεό, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων, η μελλοντική ευφροσύνη, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αποκάλυψη των μελλοντικών πραγμάτων…» (Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής, §1). Η προσευχή είναι κοινό έργο των ανθρώπων και των αγγέλων και διαφοροποιεί τους πρώτους από τα άλογα ζώα. Όταν ο άνθρωπος δεν είναι περιτειχισμένος με την προσευχή, τότε εύκολα τον υποτάσσει ο διάβολος και τον κάνει δεκτικό κάθε αμαρτίας, όπως ο εχθρός εύκολα κυριεύει μια πόλη  που δεν έχει κανένα τοιχόκαστρο (πρβλ. Μαργαρίται Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος περί προσευχής). Η προσευχή συνοδεύει κάθε φάση και έκφανση της ζωής του χριστιανού: «Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά...» (Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σ. 280).  
Ο γέροντας Παΐσιος  ο Αγιορείτης συμβουλεύει ότι μια καλή προετοιμασία για την  προσευχή είναι η μελέτη πνευματικών βιβλίων: «Η μελέτη πνευματικών βιβλίων συγκεντρώνει το νου, θερμαίνει την καρδιά και προετοιμάζει για την προσευχή» (Ιερομ. Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σ. 492). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τονίζει ότι προυπόθεση της προσευχής είναι η αμνησικακία (βλ. Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής, §4). Βέβαια, προϋπόθεσή της είναι και η ταπείνωση, όπως φαίνεται καθαρά μέσα από την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ( ).
Η προσευχή καλό είναι να περιλαμβάνει πρώτα την ειλικρινή ευχαριστία, έστω και για τα πιο μικρά, έστω και για το ότι υπάρχουμε. Δεύτερον, ας περιλαμβάνει την συναίσθηση των αμαρτιών και των παθών μας και την ομολογία τους προς τον Κύριο. Τέλος, ας περιλαμβάνει την αναφορά των αιτημάτων μας (πρβλ. Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής, §6).
Τα είδη και οι τρόποι της προσευχής ποικίλουν. Προσευχή γίνεται στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας και στη μυστηριακή της ζωή. Υπάρχει βεβαίως και η κατά μόνας προσευχή του πιστού και η λεγόμενη «προσευχή του Ιησού». Στην τελευταία θα σταθούμε λίγο, γιατί συχνά παραθεωρείται ως έργο μόνο των μοναχών. Η αξία της μονολογίστου ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» έχει ανυπολόγιστη αξία, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της ανάγκης μας για το έλεός Του σε μας. Γνωρίζουμε τη δύναμη του Χριστού, γνωρίζουμε τη δική μας ασθένεια και γι’ αυτό ριχνόμαστε στο πέλαγος της ευσπλαχνίας Του και της θείας πρόνοιάς Του. Ας προσπαθούμε να λέμε την ευχή όποτε μας δίνεται η ευκαιρία, άλλοτε ψιθυριστά, άλλοτε νοερά, άλλοτε φωνακτά, ως να έχουμε τον Κύριο ενώπιόν μας και τότε θα απολαύσουμε τους θησαυρούς της. Ο γέροντας Πορφύριος αναφέρει: «Για μένα το «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» τα λέει όλα!» (Ανθολόγιο Συμβουλών, Εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος Μήλεσι Αττικής, σ. 380).  
Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να κάνουμε την προσευχή αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής μας, αφού όποιος θέλει να αγαπά το Θεό ξέρει να προσεύχεται.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου Ενωμένοι μαζί του

Η πραγματική δόξα

Στο ιερό Ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ακούμε ένα τμήμα της λεγομένης αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας· μιας προσευχής συγκλονιστικής που έκανε ο Κύριος μπροστά στους μαθητές του τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ. Εκεί στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά το Μυστικό Δείπνο ο Κύριος, αφού ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε:
Πάτερ, ήλθε η ώρα να θυσιασθώ για τη σωτηρία του κόσμου. Δέξου τη θυσία μου αυτή και δόξασε τον Υιό σου, για να Σε δοξάσει και ο Υιός σου· για να λυτρώσει όσους πίστεψαν σ’ Αυτόν και να τους προσφέρει την αιώνια ζωή. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι πιστοί Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό και εμένα που με έστειλες στον κόσμο. Εγώ Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία που θα προσφέρω σε λίγο πάνω στο σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω. Και τώρα που θα φύγω από τον κόσμο αυτό, δόξασέ με και ως άνθρωπο εσύ, Πάτερ, με την δόξα την οποία είχα κοντά σου πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος.
Μέσα στη συγκλονιστική αυτή αρχιερατική προσευχή ακούμε τον Κύριο πολλές φορές να μιλάει για τη δόξα του. Σε ποια όμως δόξα αναφέρεται; Όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο, ο Κύριος αναφέρεται στη δόξα της σταυρικής του θυσίας που θα ακολουθήσει. Βέβαια ο Κύριος δοξάστηκε και με τα εκπληκτικά θαύματά του, με την αγία ζωή του, με την απαράμιλλη διδασκαλία του, με την Ανάστασή του και την Ανάληψή του.
Όμως η μεγαλύτερη δόξα του Κυρίου μας δεν πραγματοποιήθηκε σ’ αυτές τις στιγμές του θριάμβου, αλλά στις τραγικότερες και πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής του. Ο Κύριός μας ανήλθε στην κορυφή του μεγαλείου του όταν ανυψώθηκε στην κορυφή του Γολγοθά και αποκάλυψε στους ανθρώπους το ανυπέρβλητο ύψος της αρετής του. Μιας αρετής που ακτινοβόλησε στον ουρανό, στη γη και τα καταχθόνια. Διότι ο Κύριός μας πάνω στο σταυρό αποκάλυψε στο μεγαλύτερο βαθμό την τέλεια αγάπη του για τα πλάσματά του. Εκεί στην τρομερή αγωνία του Πάθους έδειξε τη βασιλική του μεγαλειότητα. Με ανεξικακία και υπομονή δοκίμασε όχι μόνο τους αφόρητους πόνους του μαρτυρίου, αλλά και σήκωσε με εγκαρτέρηση το αβάστακτο βάρος των αμαρτιών μας. Ο σταυρός του έγινε το υψηλότερο βήμα της ανθρωπότητας, που διακηρύττει μία δόξα άφθαστη.
Σε τέτοιου είδους δόξα όμως ο Κύριος καλεί και όλους εμάς. Διότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι για τη δόξα. Δυστυχώς όμως αναζητούμε την καταξίωσή μας σε λάθος δρόμο: στη ματαιότητα, στα τάλαντα, στην εξουσία, στην αναγνώριση. Αυτή όμως η κοσμική καταξίωση είναι ψεύτικη, φευγαλέα. Η αληθινή δόξα βρίσκεται στο δρόμο της θυσίας, στην κοινωνία των παθημάτων του Κυρίου μας. Υψωνόμαστε όταν θυσιαζόμαστε· όταν υπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, συκοφαντίες, αδικίες· όταν ξέρουμε να συγχωρούμε και να ευεργετούμε· όταν σταυρώνουμε καθημερινά τον εαυτό μας και τα πάθη του.

Η ενότητα των πιστών

Στην συνέχεια της αρχιερατικής του προσευχής ο Κύριος προσεύχεται για τους μαθητές του και για όλους του πιστούς. Πάτερ άγιε, λέει, εγώ φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους που μου εμπιστεύθηκες. Απεκάλυψα σ’ αυτούς τις αλήθειες που μου έδωσες. Και αυτοί δέχθηκαν τον λόγο σου και πίστεψαν ότι όλα όσα έχω από Σένα προέρχονται και ότι εγώ από Σένα γεννήθηκα. Τη στιγμή αυτή Σε παρακαλώ για εκείνους που μου έδωσες. Εγώ δεν θα είμαι πλέον σωματικώς στον κόσμο. Αυτοί όμως θα είναι. Όσο ήμουν μαζί τους τους φύλαξα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική σου δύναμη, ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους. Να είναι ενωμένοι, όπως κι εμείς είμαστε ένα.
Στο δεύτερο αυτό τμήμα της αρχιερατικής προσευχής του ο Κύριος προσεύχεται για όλους τους μαθητές του, ώστε να έχουν μεταξύ τους ενότητα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία του Κυρίου κατά τη συγκλονιστική αυτή ώρα. Να μένουμε όλοι οι πιστοί ενωμένοι μαζί του και μεταξύ μας μέσα στην αγία του Εκκλησία. Και γιατί το επιθυμεί αυτό ο Κύριος τόσο πολύ; Διότι γνώριζε ότι οι αιρετικοί ως λύκοι άγριοι θα ορμήσουν να καταπληγώσουν το σώμα της και θα το κομματιάσουν. Και προσεύχεται για την ενότητα των πιστών, διότι γνωρίζει ότι όταν οι Χριστιανοί χάσουν την ενότητα της πίστεως, χάνουν και τη Χάρη του Θεού, συγκεκριμένα ότι όλοι οι αιρετικοί, Παπικοί, Προτεστάντες και τόσοι άλλοι, δεν είναι μέλη της μίας αγίας Εκκλησίας, και γι’ αυτό δεν έχουν τη Χάρη του Θεού, δεν έχουν πραγματικά Μυστήρια, δεν ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά είναι αιρετικές ομάδες. Όλοι αυτοί έχουν απομακρυνθεί από τον Χριστό και την αλήθεια του. Και δεν μπορούν να φθάσουν στον αγιασμό και στη θέωση έξω από τη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία.
Την αλήθεια αυτή τη γνώριζαν πολύ καλά οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό και πολέμησαν δυναμικά τον αιρεσιάρχη Άρειο. Διότι κατανοούσαν ότι όποιος δεν είναι ενωμένος με την Εκκλησία, είναι στην πλάνη, είναι στο σκοτάδι, είναι επικίνδυνος. Αυτή την παρακαταθήκη άφησαν και σε μας: να μένουμε άρρηκτα ενωμένοι με τον Χριστό μας και την Εκκλησία του. Διότι ή είσαι ενωμένος με τον Χριστό και ανήκεις στη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία ή είσαι αιρετικός, οπότε είσαι εκτός της Εκκλησίας. Ξεκάθαρα πράγματα!

Κυριακὴ τῶν Πατέρων Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Αὐτά εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καί ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε.Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».

1. «Αὐτός πού ἐφαρμόζει τάς ἐντολάς σου καί τάς διδάσκει», λέγει, «αὐτός θά ὀνομασθῇ μέγας εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,19). Καί πολύ εὔλογα· διότι τό νά φιλοσοφῇ κανείς μέ λόγια εἶναι εὔκολον, ἐνῷ τό νά παρουσιάζῃ μέ ἔργα αὐτά πού λέγει, εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου γενναίου καί μεγάλου. Διά τοῦτο καί ὁ Χριστός, ὁμιλῶν περί ἀνεξικακίας, ἀναφέρει τόν ἑαυτόν του, προτρέπων ἀπό αὐτόν νά λαμβάνωμεν τά παραδείγματα. Διά τοῦτο καί μετά ἀπό αὐτήν τήν παραίνεσιν, ἔρχεται εἰς τήν προσευχήν, διδάσκων ἡμᾶς κατά τάς δοκιμασίας, ἀφήνοντες κατά μέρος ὅλα, νά καταφεύγωμεν εἰς τόν Θεόν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Εἰς τόν κόσμον θά ἔχετε θλῖψιν» (Ἰω. 16,33), καί ἐνέβαλεν ἀνησυχίαν εἰς τάς ψυχάς των, μέ τήν προσευχήν ἀνιστᾷ πάλιν τό φρόνημά των· διότι μέχρι τότε τόν ἐπρόσεχαν ὡσάν ἄνθρωπον. Καί δι’ ἐκείνους κάμνει τά ἴδια, ὅπως ἀκριβῶς καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Λαζάρου, καί λέγει τήν αἰτίαν, ὅτι δηλαδή «Τό εἶπα διά τό παρευρισκόμενον πλῆθος, διά νά πιστεύσουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες» (Ἰω. 11,42).

Ναί, λέγει· ἀλλά διά μέν τούς Ἰουδαίους ἐγίνοντο αὐτά πολύ εὔλογα, διά ποῖον λόγον ὅμως ἐγίνοντο καί διά τούς Μαθητάς; Καί διά τούς Μαθητάς ἐγίνοντο κατά πολύ φυσικόν λόγον· διότι αὐτοί, πού μετά ἀπό τόσα ἔλεγον, «Τώρα γνωρίζομεν ὅτι ὅλα τά γνωρίζεις» (Ἰω. 16,30), ἐχρειάζοντο περισσότερον ἀπό ὅλους τήν ἐπιβεβαίωσιν. Ἄλλωστε δέ οὔτε προσευχήν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστής τό πρᾶγμα, ἀλλά τί λέγει; «Ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν», καί ἀποκαλεῖ αὐτό μᾶλλον συνομιλίαν μέ τόν Πατέρα. Ἐάν δέ εἰς ἄλλην περίπτωσιν τήν ὀνομάζῃ προσευχήν, καί δείχνει αὐτόν ἄλλοτε μέν νά γονατίζῃ, ἄλλοτε δέ νά ὑψώνῃ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν, μή θορυβηθῇς· μέ αὐτά διδασκόμεθα τό ἀκατάπαυστον τῆς προσευχῆς, ὥστε καί ὅταν ἱστάμεθα νά βλέπωμεν ὄχι μόνον μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς σαρκός, ἀλλά καί τῆς διανοίας, καί διά νά γονατίζωμεν συντρίβοντες ἔτσι τή καρδίαν μας· διότι ἦλθεν ὁ Χριστός, ὄχι μόνον διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἑαυτόν Του, ἀλλά καί νά μᾶς διδάξῃ τήν ἀνεκδιήγητον ἀρετήν. Αὐτός δέ πού διδάσκει πρέπει νά διδάσκῃ ὄχι μόνον μέ λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τί λέγει ἐδῶ. «Πάτερ, ἦλθε ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».

Πάλιν μᾶς δείχνει ὅτι δέν ἔρχεται εἰς τόν Σταυρόν χωρίς τήν θέλησίν Του. Διότι πῶς δέν θά ἤρχετο μέ τήν θέλησίν του αὐτός πού καί εὔχεται αὐτό νά συμβῇ καί δόξαν ὀνομάζει τό πρᾶγμα, ὄχι μόνον αὐτοῦ πού θά ἐσταυρώνετο, ἀλλά καί τοῦ Πατρός; Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε· καθ’ ὅσον δέν ἐδοξάσθη μόνον ὁ Υἱός, ἀλλά καί ὁ Πατήρ· διότι πρίν ἀπό τόν σταυρόν οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἐγνώριζον (διότι λέγει «Ὁ Ἰσραήλ δέν μέ ἐγνώρισεν» (Ἠσ. 1,3), μετά ὅμως τόν Σταυρόν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά Του. Ἔπειτα λέγει καί τόν τρόπον τῆς δόξης, καί πῶς θά τόν δοξάσῃ. «Σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν πού τοῦ ἔδωσες ἐπί ὅλων τόν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή χαθῇ κανείς ἀπό αὐτούς πού τοῦ ἔδωσες». Διότι τό νά εὐεργετῇ πάντοτε, ἀποτελεῖ δόξαν διά τόν Θεόν. Τί σημαίνει δέ «Καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ ἀρχήν δείχνει ὅτι τό κήρυγμά του δέν περιορίζεται μόνον μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην καί προετοιμάζει τήν κλῆσιν τῶν ἐθνικῶν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Μή πηγαίνετε πρός τούς ἐθνικούς» (Ματθ. 10,5), πρόκειται εἰς τήν συνέχειαν νά εἰπῇ, «Πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19), δείχνει, ὅτι καί ὁ Πατήρ τό θέλει αὐτό· καθ’ ὅσον αὐτό ἐσκανδάλιζε πάρα πολύ τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί τούς μαθητάς· διότι οὔτε μετά ἀπό αὐτά ἠνείχοντο εὔκολα νά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς ἐθνικούς, μέχρι ὅτου ἔλαβον τήν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος· καθ’ ὅσον δέν ἐγίνετο αὐτό μικρόν σκάνδαλον εἰς τούς Ἰουδαίους. Μετά λοιπόν τήν τόσον μεγάλην ἐπίδειξιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλθών ὁ Πέτρος εἰς τά Ἰεροσόλυμα, μόλις κατώρθωσε νά διαφύγῃ τάς κατηγορίας, ὅταν ἀνέφερε τά σχετικά μέ τήν σινδόνα (Πράξ. κεφ.11). Τί σημαίνει δέ, «Ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν, θά ἐρωτήσωμεν τούς αἱρετικούς, ἔλαβεν αὐτήν τήν ἐξουσίαν; πρίν πλάσῃ αὐτούς ἤ ἀφοῦ τούς ἔπλασεν; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει μετά τήν Σταύρωσιν καί τήν Ἀνάστασιν. Τότε δηλαδή λέγει.«Μοῦ ἐδόθη κάθε ἐξουσία» (Ματθ. 28,18), «πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19).

Τί λοιπόν; δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπί τῶν ἰδικῶν του ἔργων, ἀλλ̉ ἔδωσε μέν ἐξουσίαν εἰς αὐτούς, ὁ ἴδιος δέ μετά τό γεγονός αὐτό δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν; (Καί ὅμως φαίνεται ὅλα αὐτός νά τά κάμνῃ καί κατά τήν παλαιάν ἐποχήν, ἄλλους μέν τιμωρῶν ἐπειδή ἡμάρτανον, ἄλλους ἐπιστρέφοντας νά τούς διορθώνῃ· διότι λέγει· «δέν θά κρύψω ἀπό τόν υἱόν μου Ἀβραάμ, αὐτό πού πρόκειται νά κάμω» (Γεν. 18,17), ἄλλους δέ ἐκτελοῦντας τάς ἐντολάς του νά τούς τιμᾷ)· ἔπειτα, τότε μέν εἶχεν ἐξουσίαν, μετά δέ τήν ἔχασε καί πάλιν τήν ξαναέλαβεν; Καί ποῖος δαίμων θά ἦτο δυνατόν νά εἰπῇ αὐτά; Ἐάν δέ εἶναι ἡ ἴδια ἐξουσία καί τότε καί τώρα (διότι λέγει. «Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πατήρ ἀνιστᾷ τούς νεκρούς καί τούς ζωοποιεῖ, ἔτσι καί ὁ Υἱός του ζωοποιεῖ ὅποιους θέλει» (Ἰω. 5,21)· τί σημαίνει αὐτό πού ἐλέχθη; Ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη· διά νά μή νομίσουν λοιπόν αὐτό ὡς καινοτομίαν ἐπειδή ἔλεγε. «Δέν ἀπεστάλην δι’ ἄλλο τίποτε, παρά διά τά χαμένα πρόβατα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. 5,24), δείχνει ὅτι αὐτό εἶναι ἐπιθυμητόν καί εἰς τόν Πατέρα. Ἐάν δέ τό λέγῃ αὐτό μέ πολύ ταπεινά λόγια, δέν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον· διότι ἔτσι καί ἐκείνους ἐπαίδευε τότε καί τούς μετά ταῦτα, καί, ὅπως προανέφερα, πάντοτε μέ τήν ὑπερβολικήν χρῆσιν ταπεινῶν ἐκφράσεων ἔπειθε πάρα πολύ ὅτι τά λόγια Του αὐτά ἐλέγοντο ἀπό συγκατάβασιν.

2. Τί σημαίνει δέ «πάσης σαρκός»; Διότι, βέβαια, δέν ἐπίστευσαν ὅλοι. Καί ὅμως, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπό Αὐτόν, ὅλοι ἐπίστευσαν· ἄν δέ δέν ἐπρόσεχαν εἰς τά λεγόμενά Του, ἡ κατηγορία δέν ἀνήκει εἰς τόν διδάσκαλον, ἀλλ̉ εἰς ἐκείνους πού δέν ἐδέχθησαν τά λόγια του. «Ὥστε νά δώσῃ ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα ἀπό ἐκείνους πού τοῦ ἔδωσες». Ἐάν δέ καί ἐδῶ ὁμιλῇ ἀνθρωπινώτερα, μή θαυμάσῃς· διότι τό κάμνει αὐτό καί διά τούς λόγους πού ἔχομεν εἰπεῖ, καί διότι ἀποφεύγει πάντοτε ὁ Ἴδιος νά λέγῃ κάτι τό σπουδαῖον διά τόν ἑαυτόν Του, ἐπειδή αὐτό θά προσέκρουεν εἰς τήν σκέψιν τῶν ἀκροατῶν του, ἀφοῦ εἰς τήν ἀρχήν δέν ἐφαντάζοντο τίποτε τό ὑψηλόν περί αὐτοῦ. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν, ὅταν ὁμιλῇ ἀπό μόνος του, δέν κάμνει τό ἴδιον, ἀλλά ἐκφράζεται κατά ὑψηλότερον τρόπον, λέγων τά ἑξῆς. «Ὅλα δι’ αὐτοῦ ἔγιναν, καί τίποτε δέν ἔγινε χωρίς αὐτόν» (Ἰω. 1,3), καί ὅτι «ἦτο ζωή» (Ἰω. 1,4), καί ὅτι «ἦτο φῶς» (Ἰω. 1,9), καί ὅτι «ἦλθεν εἰς τούς ἰδικούς του» (Ἰω.1,11)· ὄχι ὅτι δέν θά εἶχεν ἐξουσίαν, ἐάν δέν ἐλάμβανεν, ἀλλ̉ ὅτι καί εἰς ἄλλους ἔδωσεν «ἐξουσίαν νά γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1,12). Καί ὁ Παῦλος ὁμοίως τόν ὀνομάζει ἴσον μέ τόν Θεόν (Φιλιπ. 2,6). Αὐτός ὅμως παρακαλεῖ τόν Πατέρα ἀνθρωπινώτερον, λέγων τά ἑξῆς. «Διά νά δώσω ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα πού μοῦ ἔδωσες. Αὐτή δέ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τό νά γνωρίσουν ἐσένα ὡς τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καθώς καί τόν Ἰησοῦν Χριστόν πού ἔστειλες εἰς τόν κόσμον». Τό «Μόνον ἀληθινόν Θεόν» τό λέγει πρός διάκρισιν ἀπό τούς μή πραγματικούς θεούς· καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη. Ἐάν ὅμως δέν τό δεχθοῦν μέ αὐτό καί μόνον ἀρνοῦνται τόν Υἱόν ὡς ἀληθινόν Θεόν, προχωροῦντες δέ ἔτσι θ’ ἀρνηθοῦν καί ὅτι εἶναι Θεός· καθ̉ ὅσον λέγει. «Δέν ζητεῖτε τήν τιμήν πού προέρχεται ἀπό τόν μόνον Θεόν» (Ἰω. 5,44).

Τί λοιπόν; Δέν εἶναι ὁ Υἱός Θεός; Ἐάν δέ ὁ Υἱός εἶναι Θεός καί ὀνομάζεται μόνος τοῦ Πατρός, εἶναι φανερόν ὅτι εἶναι καί ἀληθινός καί ὀνομάζεται μόνος ἀληθινός. Τί δέ; ὅταν ὁ Παῦλος λέγῃ, «Ἤ μόνος ἐγώ καί ὁ Βαρνάβας;» (Α´ Κορ. 14,6), ἆρά γε ἀρνεῖται τόν Βαρνάβαν; Καθόλου· διότι τό «μόνος» χρησιμοποιεῖται πρός διάκρισιν ἀπό ἄλλους. Ἐάν δέ δέν εἶναι ἀληθινός Θεός, πῶς εἶναι ἀλήθεια; (Ἰω. 14,6) διότι ἡ ἀλήθεια δέν διαφέρει τοῦ ἀληθινοῦ. Τί θά εἰποῦμεν ὅτι δέν εἶναι κἄν ἄνθρωπος; Κατά τόν ἴδιον τρόπον, ἐάν ὁ Υἱός δέν εἶναι ἀληθινός Θεός πῶς εἶναι Θεός; πῶς ἐμᾶς μᾶς κάμνει θεούς καί υἱούς, χωρίς νά εἶναι ἀληθής; Ἀλλά δι’ αὐτά ἐλέχθησαν εἰς ἐσᾶς λεπτομερέστερον εἰς ἄλλους λόγους, διά τοῦτο ἄς προχωρήσωμεν εἰς τήν συνέχειαν. «Ἐγώ σέ δόξασα ἐπάνω εἰς τήν γῆν». Καλῶς εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς»· διότι εἰς τόν οὐρανόν εἶχε δοξασθῆ, ἔχων καί εἰς τήν φύσιν Του τήν δόξαν καί προσκυνούμενος ὑπό τῶν Ἀγγέλων. Δέν ὁμιλεῖ λοιπόν δι’ ἐκείνην τήν δόξαν, πού εἶναι συνηνωμένη μέ τήν οὐσίαν Του (διότι ἐκείνην τήν δόξαν, καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν δοξάσῃ, ἐξακολουθεῖ νά τήν ἔχει πλήρη), ἀλλ̉ ὁμιλεῖ δι̉ αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν λατρείαν τῶν ἀνθρώπων. Ὥστε λοιπόν τό «δόξασόν με» ἔχει αὐτήν τήν σημασίαν.

Καί διά μάθῃς ὅτι αὐτόν τόν τρόπον τῆς δόξης ἐννοεῖ, ἄκουσε τά ἐν συνεχείᾳ. «Τό ἔργον τό ἐτελείωσα πού μοῦ ἔδωσες νά κάνω»· μολονότι βέβαια ἀκόμη τό ἔργον του εὑρίσκετο εἰς τήν ἀρχήν, μᾶλλον δέ οὔτε εἰς τήν ἀρχήν. Πῶς λοιπόν λέγει, «ἐτελείωσα»; Ἤ ἐννοεῖ ὅτι ἔκαμα ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπό ἐμένα, ἤ ὀνομάζει ὡς νά ἔγινεν ἐκεῖνο πού ἐπρόκειτο νά γίνῃ ἤ αὐτό πού κυρίως ἠμποροῦμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι τό πᾶν ἦτο πλέον τετελεσμένον, ἐφ’ ὅσον εἶχε τοποθετηθῆ ἡ ρίζα τῶν ἀγαθῶν, ἀπό τήν ὁποίαν ὁπωσδήποτε κατ̉ ἀνάγκην ἐπρόκειτο νά προέλθουν οἱ καρποί καί ὅτι θά ἦτο παρών καί συνηνωμένος μέ ἐκείνους πού θά ἤρχοντο εἰς τό μέλλον. Διά τοῦτο πάλιν λέγει μέ τρόπον συγκαταβατικόν. «Αὐτό πού μοῦ ἔδωσες». Διότι, ἐάν βέβαια ἐπερίμενε νά ἀκούσῃ καί νά μάθῃ, θά ἀπεῖχον αὐτά πολύ ἀπό τήν δόξαν του· τό ὅτι λοιπόν αὐτό τό ἔκαμε μέ τήν θέλησίν Του εἶναι φανερόν ἀπό πολλά. Ὅπως, ὅταν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι «τόσον πολύ μᾶς ἠγάπησεν, ὥστε νά παραδώσῃ τόν ἑαυτόν του πρός χάριν μας» (Ἐφ. 5,2), καί «ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, λαβών μορφήν δούλου» (Φιλιπ. 2,7), καί πάλιν· «Ὅπως ἀκριβῶς μέ ἠγάπησεν ὁ Πατήρ μου καί ἐγώ ἠγάπησα ἐσᾶς» (Ἰω. 5,9). «Δόξασέ με, Πάτερ, μέ τήν δόξαν ἐκείνην πού εἶχα πρίν ἀκόμη ὁ κόσμος ἔλθῃ εἰς τήν ὕπαρξιν». Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ δόξα; Ἔστω λοιπόν ὅτι πλησίον τῶν ἀνθρώπων πολύ εὔλογα ἦτο χωρίς δόξαν ἐξ αἰτίας τῆς ἐνδυμασίας Του, πῶς ζητεῖ νά δοξασθῇ πλησίον τοῦ Θεοῦ; Τί λοιπόν ἐννοεῖ ἐδῶ; Ἐδῶ ὁ λόγος γίνεται περί τοῦ ἔργου τῆς θείας οἰκονομίας· διότι ἀκόμη δέν εἶχε δοξασθῆ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις του οὔτε εἶχεν ἀπολαύσει ἀφθαρσίας, οὔτε εἶχε λάβει μέρος εἰς τόν βασιλικόν θρόνον. Διά τοῦτο δέν εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς», ἀλλά «πλησίον σου».

3. Αὐτήν τήν δόξαν θά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς κατά τό ἰδικόν μας μέτρον, ἐάν εἴμεθα προσεκτικοί. Διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος λέγει. «Ἐάν βέβαια πάσχωμεν μαζί του, διά νά δοξασθῶμεν μαζί του» (Ρωμ. 8,17). Ἑπομένως εἶναι ἄξιοι μυρίων δακρύων ἐκεῖνοι πού, ἄν καί ὑπάρχει ἔμπροσθέν των τόση δόξα, ἐξ αἰτίας τῆς ὀκνηρίας των καί τῆς ἀδιαφορίας των προκαλοῦν κακά εἰς τόν ἑαυτόν των, καί, ἐάν δέν ὑπῆρχε γέεννα, θά ἦσαν ἀθλιώτεροι ἀπό ὅλους, καθ̉ ὅσον, ἐνῷ ἠμποροῦν νά βασιλεύσουν καί νά δοξασθοῦν μαζί μέ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀποστεροῦν τόν ἑαυτόν των ἀπό τόσα ἀγαθά· διότι, ἐάν ἐχρειάζετο νά κατασφαγοῦν, ἐάν ἐχρειάζετο νά ὑποστοῦν μυρίους θανάτους, ἐάν ἐχρειάζετο νά παραδώσουν ἀπείρους ψυχάς καί τόσα ἄλλα σώματα καθημερινῶς, δέν ἔπρεπε νά ὑποστοῦν ὅλα αὐτά χάριν τῆς τόσον μεγάλης δόξης; Τώρα ὅμως οὔτε τά χρήματα περιφρονοῦμεν, τά ὁποῖα ἀργότερον θά τά ἀποχωρισθοῦμεν καί χωρίς νά τό θέλωμεν· δέν περιφρονοῦμεν τά χρήματα, πού μᾶς περιβάλλουν μέ ἀμέρτητα κακά, καί πού μένουν ἐδῶ καί δέν εἶναι ἰδικά μας (διότι διαχειριζόμεθα ἐκεῖνα πού δέν εἶναι ἰδικά μας καί ἄν ἀκόμη τά ἔχωμεν ἀπό πατρικήν κληρονομίαν)· ὅταν ὅμως καί γέεννα ὑπάρχῃ καί σκώληξ αἰώνιος καί ἄσβεστον πῦρ καί τρυγμός τῶν ὀδόντων, εἰπέ μου, πῶς θά τά ὑποφέρωμεν αὐτά;

Μέχρι πότε θά εἴμεθα ἀπρόσεκτοι καί θά δαπανῶμεν τό πᾶν εἰς καθημερινάς διαμάχας καί φιλονεικίας καί λόγους ἀνωφελεῖς, τρέφοντες τήν γῆν, παχαίνοντας τό σῶμα, καί ἀδιαφοροῦντες διά τήν ψυχήν, διά μέν τά ἀναγκαῖα μή κάμνοντες κανένα λόγον, διά δέ τά περιττά καί ἀνώφελα δεικνύοντες πολλήν φροντίδα; Καί οἰκοδομοῦμεν μέν λαμπρούς τάφους καί ἀγοράζομεν πολυτελεῖς οἰκίας καί ἀκολουθούμεθα ἀπό ἀγέλας παντός εἴδους ὑπηρετῶν καί ἐπινοοῦμεν διαφόρους οἰκονόμους, ἀγρῶν, οἰκιῶν, διαχειριστάς χρημάτων καί καθιστῶντες ἄρχοντες ἀρχόντων, διά δέ τήν ψυχήν μας πού ἔχει μείνει τελείως ἔρημη δέν δείχνομεν καμμίαν φροντίδα. Καί ποῖο θά εἶναι τό τέλος αὐτῶν; δέν γεμίζομεν μίαν γαστέρα; Δέν ἐνδύομεν ἕνα σῶμα; διατί τόσος πολύς θόρυβος δι’ αὐτά τά πράγματα; Διατί τέλος πάντων ὅλα αὐτά καί διατί τήν ψυχήν πού ἐλάβομεν τήν κατασφαγιάζομεν, τήν κατασπαράσσομεν μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τάς φροντίδας, ἐπινοοῦντες φοβεράν δουλείαν διά τούς ἑαυτούς μας; Διότι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκην ἀπό πολλά, εἶναι δοῦλος πολλῶν, καί ἄν ἀκόμη φαίνεται ὅτι εἶναι κυρίαρχος αὐτῶν. Διότι καί τῶν ὑπηρετῶν δοῦλος εἶναι ὁ κύριος καί δημιουργεῖ ἄλλον μεγαλύτερον τρόπον ὑπηρεσίας.καί κατ’ ἄλλον τρόπον δέ εἶναι δοῦλος, διότι δέν τολμᾷ χωρίς ἐκείνους νά μεταβῇ εἰς τήν ἀγοράν οὔτε εἰς τό λουτρόν, οὔτε εἰς τόν ἀγρόν, ἐνῷ αὐτοί πολλές φορές παντοῦ πηγαίνουν χωρίς τόν κύριόν των. Ἀλλ̉ ὁ θεωρούμενος ὅτι εἶναι κύριος, ἄν δέν εἶναι παρόντες οἱ δοῦλοι, δέν τολμᾷ νά βγῇ ἀπό τήν οἰκίαν, ἀλλά καί ἄν ἀκόμη συμβῇ νά βγῇ μόνος ἀπό τήν οἰκίαν, θεωρεῖ τόν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι διά γέλια.

Ἴσως μερικοί μᾶς γελοῦν πού λέγομεν αὐτά, ἀλλ̉ ὅμως ἀκριβῶς δι’ αὐτό θά ἦσαν ἄξιοι μυρίων δακρύων· διότι διά νά διαπιστώσῃς ὅτι αὐτό εἶναι δουλεία, θά σέ ἐρωτοῦσα εὐχαρίστως· ἤθελες νά εἶχεις τήν ἀνάγκην ἐκείνην πού θά ἔθετε τήν τροφήν εἰς τό στόμα σου ἤ θά προσέφερε τό ποτήρι εἰς τά χείλη σου; Δέν θά ἐθεωροῦσες αὐτήν τήν ὑπηρεσίαν ἀξίαν δακρύων; Τί δέ, ἐάν ἐχρειάζεσο μερικούς διά νά σέ βαστάζουν διαρκῶς διά νά βαδίζῃς, δέν θά ἐθεωροῦσες ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τόν ἑαυτόν σου ἐλεεινόν καί ἀθλιώτερον ἀπό ὅλους; Λοιπόν καί τώρα τέτοιαι ἔπρεπε νά εἶναι οἱ διαθέσεις σου· διότι καθόλου δέν διαφέρει, εἴτε νά παθαίνει αὐτά κανείς ἀπό ἄλογα ζῶα εἴτε ἀπό ἀνθρώπους. Τί δέ, εἰπέ μου, δέν διαφέρουν ὡς πρός αὐτό οἱ ἄγγελοι ἀπό ἡμᾶς, τό ὅτι δηλαδή δέν ἔχουν τήν ἀνάγκην των ὅσων ἔχομεν ἡμεῖς; Λοιπόν, ὅσον ὀλιγωτέραν ἔχομεν τήν ἀνάγκην, τόσον περισσότερον πλησιάζομεν πρός ἐκείνους, ὅσον δέ περισσοτέραν, τόσον περισσότερον καταπίπτομεν εἰς αὐτόν τόν φθαρτόν βίον. Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτά ἔχουν ἔτσι, ἐρώτησε τούς γέρους ποῖον βίον μακαρίζουν, ἐκεῖνον πού ἦσαν τότε ὑποδουλωμένοι εἰς αὐτόν ἤ ἐκεῖνον πού εἶναι σήμερα κυρίαρχοι αὐτοῦ; Διότι ἀκριβῶς δι’ αὐτό ἀνεφέραμεν ἐκείνους, ἐπειδή ἐκεῖνοι πού εἶναι μεθυσμένοι ἀπό τά τῆς νεότητος οὔτε κἄν γνωρίζουν τό ὑπερβολικόν μέγεθος τῆς δουλείας. Τί δέ, αὐτοί πού πάσχουν ἀπό πυρετόν μακαρίζουν τόν ἑαυτόν των, ὅταν αἰσθάνονται μεγάλην δίψαν καί πολλήν πεῖναν καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό πολλά ἄλλα ἤ ὅταν ἀποκτήσουν τήν ὑγείαν των καί ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἐπιθυμίαν; Βλέπεις ὅτι παντοῦ εἶναι ἐλεεινόν καί ξένον πρός τήν φιλοσοφίαν καί ἐπέκτασις τῆς δουλείας καί τῆς ἐπιθυμίας τό νά ἔχῃ κανείς ἀνάγκην ἀπό πολλά πράγματα;

Διατί λοιπόν μέ τήν θέλησίν μας μεγαλώνομεν τήν ἀθλιότητα εἰς τόν ἑαυτόν μας; Διότι εἰπέ μου, ἐάν ἦτο δυνατόν νά κατοικῇς χωρίς στέγην καί τοίχους καί χωρίς νά βλάπτεσαι καθόλου, δέν θά ἐπροτιμοῦσες περισσότερον αὐτό; Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐπεκτείνεις τά γνωρίσματα τῆς ἀσθενείας; Δέν μακαρίζομεν δι’ αὐτό τόν Ἀδάμ, ἐπειδή δέν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό τίποτε, οὔτε ἀπό οἰκήματα, οὔτε ἀπό ἐνδύματα; Ναί, λέγει· ἀλλά τώρα εἴμεθα ὑπό τό κράτος τῆς ἀνάγκης. Διατί λοιπόν αὐξάνομεν τήν ἀνάγκην; Διότι, ἐάν πολλοί περικόπτουν πολλά καί ἀπό τά ἀναγαῖα (ἐννοῶ τούς δούλους, τά οἰκήματα καί τά χρήματα), ποίαν δικαιολογίαν θά ἠμπορούσαμεν νά ἔχωμεν, ὑπερβαίνοντες τήν ἀνάγκην; Μέ ὅσον περισσότερα περιβάλλεσαι, τόσον περισσότερον δουλικώτερος γίνεσαι· διότι ὅσον περισσότερα χρειάζεσαι, τόσον περισσότερον μειώνεις τήν ἐλευθερίαν σου· καθ̉ ὅσον ἡ μέν πλήρης ἐλευθερία συνίσταται εἰς τό νά μή ἔχωμεν καμμίαν ἀνάγκην, ἐνῷ ἐκείνη πού ἀκολουθεῖ αὐτήν συνίσταται εἰς τό νά ἔχωμεν τήν ἀνάγκην ὀλίγων πραγμάτων, τήν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄγγελοι πρό πάντων καί οἱ μιμηταί αὐτῶν, ὅμως τό νά τό κατορθώσουν αὐτό ἄνθρωποι πού μένουν μέσα εἰς θνητόν σῶμα σκέψου πόσον μεγάλον ἔπαινον ἔχει αὐτό τό πρᾶγμα. Αὐτό ἔλεγε καί ὁ Παῦλος γράφων πρός τούς Κορινθίους.«Ἐγώ δέ σᾶς λυποῦμαι» (Α´ Κορ. 7,28), καί «Διά νά μή ὑποφέρουν αὐτοί εἰς τήν ζωήν» (Αὐτόθι). Διά τοῦτο ὀνομάζονται χρήματα, διά νά τά χρησιμοποιοῦμεν ὅπου χρειάζονται, ὄχι διά νά τά φυλάσσωμεν καί νά τά κρύπτωμεν μέσα εἰς τήν γῆν· διότι αὐτό δέν δείχνει ὅτι τά ἀπεκτήσαμεν, ἀλλ̉ ὅτι αὐτά ἀπέκτησαν ἡμᾶς· καθ’ ὅσον ἐάν πρόκειται αὐτό νά σκεπτώμεθα, πῶς αὐτά νά τά κάνωμεν πολλά καί ὄχι διά νά τά ἀπολαύσωμεν εἰς τά ἀναγκαῖα πράγματα, ἀνετράπη ἡ τάξις, καί ἐκεῖνα κατέκησαν ἡμᾶς καί ὄχι ἡμεῖς ἐκεῖνα.

Ἄς ἀπαλλαγῶμεν λοιπόν ἀπό αὐτήν τήν φοβεράν δουλείαν· καί ἄς γίνωμεν κάποτε ἐλεύθεροι. Διατί ἐπινοοῦμεν διά τούς ἑαυτούς μας ἀπείρους καί διαφόρων εἰδῶν δεσμούς; Δέν σοῦ ἀρκεῖ ὁ δεσμός τῆς φύσεως καί ἡ ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τό πλῆθος τῶν ἀπείρων πραγμάτων, ἀλλά πλέκεις καί ἄλλα δίκτυα διά τόν ἑαυτόν σου καί δένεις μέ αὐτά τά πόδια σου; Καί πότε θά σκεφθῇς καί θά φροντίσῃς, διά τόν οὐρανόν καί θά ἠμπορέσῃς νά ἀνεβῇς πρός τό ὕψος ἐκεῖνο; Πρέπει λοιπόν νά θελήσῃ κανείς, νά θελήσῃ νά κόψῃ αὐτά τά σχοινιά διά νά ἠμπορέσῃ νά φροντίσῃ διά τήν οὐράνιον πόλιν· τόσα πολλά ἄλλα ἐμπόδια ὑπάρχουν, πού διά νά τά νικήσωμεν ὅλα πρέπει νά ἀρκούμεθα εἰς τά ὀλίγα· διότι ἔτσι θά φροντίσωμεν καί διά τήν αἰώνιον ζωήν μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τόν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου – ( Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ)



Κατά τήν σημερινή Κυριακή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τό ἱερό Ἀνάγνωσμα τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου περιέχει τήν θαυμάσια ἀπό θεολογικῆς, ἐκκλησιολογικῆς καί σωτηριολογικῆς ἀπόψεως Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Σωτῆρος  μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του, παρόντων τῶν μαθητῶν Του, λίγο πρίν παραδοθῆ τήν νύκτα ἐκείνη τῆς προδοσίας, μέ τό φίλημα τοῦ Ἰούδα, στά χέρια τῶν ἀνόμων διωκτῶν Του.
Ἡ ὑπέροχη Ἀρχιερατική αὐτή προσευχή τοῦ Κυρίου μας περιέχει τά ἑξῆς τρία βασικά θέματα : α) Τήν προσευχή τοῦ μελλοθανάτου Χριστοῦ γιά τόν ἑαυτό Του καί τό σωτήριο ἔργο Του β) τήν προσευχή Του γιά τούς μαθητές Του καί γ) τήν προσευχή γιά ὅλους ἐκείνους πού ἐπρόκειτο νά πιστεύσουν, δηλ. γιά τά μέλη τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, διαχρονικά.
        Ἄς ἀκούσωμε καί ἄς προσέξωμε ἰδιαίτερα τά βασικά σημεῖα αὐτῆς τῆς προσευχῆς σέ ἁπλουστευμένη καί περισσότερο κατανοητή γλῶσσα.

        Ὁ Ἰησοῦς ἐσήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, καί εἶπε˙ «Πατέρα μου, ἦλθε ἡ ὥρα, πού ἡ σοφία σου ὥρισε γιά νά πάθω καί νά θυσιασθῶ. Δέξου τήν θυσία τοῦ παθήματός μου καί δόξασε τόν Υἱό σου καί κατά τήν ἀνθρώπινη φύσι Του γιά νά σέ δοξάση καί ὁ Υἱός σου μέ τήν ἀπολύτρωσι καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, πού θά ὁλοκληρωθῆ μέ τή σταυρική Του θυσία καί μέ τήν αἰώνια Ἀρχιερατική μεσιτεία Του.
        Δόξασε τόν Υἱό σου, Οὐράνιε Πατέρα μου, σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσες ἐπάνω σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, γιά νά δώση ὡς αἰώνιος Ἀρχιερεύς, πού θά κάθεται στά δεξιά σου, τήν αἰώνια ζωή σέ ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος πού τοῦ ἔδωσες καί οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή : τό νά γνωρίζουν Ἐσένα τόν μόνο ἀληθινό Θεό καί τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού Ἐσύ ἀπέστειλες στόν κόσμο.
        ...Ἐγώ γιά τούς Μαθητές μου σέ παρακαλῶ, δέν σέ παρακαλῶ γιά τόν κόσμο, ἀλλά γιά ἐκείνους πού μοῦ ἔδωσες, ἐπειδή εἶναι δικοί σου. Καί ὅλα τά δικά μου εἶναι δικά σου καί τά δικά σου εἶναι δικά μου, καί ἔχω δοξασθῆ δι' αὐτῶν, διότι ἀνεγνώρισαν τήν θεία μου φύσι καί ἐπίστευσαν σέ μένα. Δέν θά εἶμαι πλέον στόν κόσμο, ἐνῶ αὐτοί θά εἶναι στόν κόσμο, καί ἐγώ ἔρχομαι σ' ἐσένα.
        Πατέρα ἅγιε, φύλαξέ τους μέ τήν δύναμι τοῦ Ὀνόματός σου πού μοῦ ἔδωσες, γιά νά εἶναι ἕνα, ὅπως εἴμαστε κι ἐμεῖς ἕνα. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς ἐφύλαγα μέ τήν δύναμι τοῦ Ὀνόματός Σου. Ἐκείνους πού μοῦ ἔδωσες τούς ἐφύλαξα καί κανένας ἀπ' αὐτούς δέν ἐχάθηκε παρά ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὅπως τό εἶχε προεξαγγείλει ἡ Ἁγία Γραφή.
        ... Δέν σέ παρακαλῶ νά τούς πάρης ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά νά τούς φυλάξης ἀπό τόν πονηρό. Δέν εἶναι (οἱ μαθητές μου) ἀπό τόν κόσμο, καθώς ἐγώ δέν εἶμαι ἀπό τόν κόσμο. Ἁγίασέ τους μέ τήν ἀλήθειά σου. Ὁ λόγος ὁ δικός σου εἶναι ἡ ἀλήθεια.
        ... Δέν παρακαλῶ μόνο γι' αὐτούς τούς 11, ἀλλά καί γιά ἐκείνους πού θά πιστεύσουν μέ τόν λόγο τους σ' ἐμένα. Γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα, καθώς Ἐσύ, Πατέρα, εἶσαι ἑνωμένος μέ ἐμένα καί ἐγώ εἶμαι ἑνωμένος μέ σένα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχουμε καί οἱ δύο τήν αὐτή οὐσία καί φύσι, ἔτσι σέ παρακαλῶ νά εἶναι καί αὐτοί ἕνα μέ τήν κοινωνία καί τήν ἕνωσί τους μέ μᾶς. Γιά νά πιστεύση μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ διῃρημένος καί διχασμένος μεταξύ του κόσμος, πού θά βλέπη τό καταπληκτικό αὐτό θαῦμα τῆς ἑνότητας καί τῆς συμφωνίας μέσῳ ἐμοῦ, ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες».
        Ἡ θαυμάσια Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀπολυτρωτική Σταυρική θυσία τοῦ Θεανθρώπου, εὔχεται γιά τήν ἐν τῷ Τριαδικῷ Θεῷ ἑνότητα καί ὁμοψυχία τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή ἐξασφαλίζεται μέ τήν γνῶσι τῆς Θείας Ἀληθείας, μέ τήν ἐνσυνείδητη παραμονή μας εἰς τήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί μέ τήν διαφύλαξιν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τῆς θεοπαραδότου καί ἀμωμήτου πίστεως.
        Αὐτή εἶναι ἡ διάπυρη εὐχή γιά ὅλους τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας καί ὅλους τούς συνανθρώπους μας. Ἀμήν.

† Ὁ Κ.Σ.

Μ.τ.ΙΕΧΩΒΑ – ΑΛΛΟΙΩΣΑΝ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΙΣ ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΤΟΥΣ

Επιμέλεια: '' ΑΝΤΙΧΙΛΙΑΣΤΙΚΟΣ ''
www.antixiliastikos.blogspot.com

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι απλά ακόμη ένα άρθρο μέσα στα πολλά. Είναι προσκλητήριο προς όλους τους φίλους αναγνώστες που αγαπούν την έρευνα, την Αλήθεια του Ευαγγελίου και θέλουν να είναι πραγματικά ειλικρινείς με την έρευνα που κάνουν και ξεκάθαροι με την πίστη τους.

Ο ''ΑΝΤΙΧΙΛΙΑΣΤΙΚΟΣ '' έχει αφιερώσει πολλά άρθρα φανερώνοντας την πλάνη της αίρεσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις αλλαγές που έχει υποστεί το Ιερό Ευαγγέλιο από την Οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά.

Ας δούμε μαζί μια ακόμη αλλαγή από τον Απόστολο της Κυριακής.
(Κυριακή 16 Ιουνίου 2013 των Αγίων 318 Πατέρων)

Όπως είναι γνωστό οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αποκαλούν Θεό μόνον τον Πατέρα. Τον Ιησού Χριστό τον θεωρούν κατώτερο του Πατρός και θεωρούν τον Χριστό κάτι σαν προφήτη, σαν υπάλληλο, σαν έναν απεσταλμένο του Θεού Πατέρα προκειμένου να εκπληρώσει κάποιες εντολές.

Στον Απόστολο της Κυριακής διαβάζεται ένα εδάφιο που φανερώνει την θεότητα του Χριστού.
Όπως είναι φυσικό ένα τέτοιο εδάφιο ενοχλεί και μάλιστα ενοχλεί αφάνταστα, τόσο που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην Οργάνωση αν οι οπαδοί της καταλάβουν περί τίνος πρόκειται. Έτσι για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο αποφάσισαν να αλλάξουν το κείμενο έτσι ώστε να αλλοιωθεί το νόημα του εδαφίου και να μην γίνεται αντιληπτό τί πραγματικά αναφέρει.

Ας το δούμε:

Πράξεις των Αποστόλων, Κεφάλαιο 20, Στίχος 28..


Μετάφραση:
''Προσέχετε, λοιπόν, στον εαυτό σας, και σε ολόκληρο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σάς έβαλε επισκόπους, για να ποιμαίνετε την εκκλησία τού Θεού, που απέκτησε
με το ίδιο του το αίμα''.

ΜΝΚ: Μετάφραση Νέου Κόσμου*
''Προσέχετε τους εαυτούς σας και όλο το ποίμνιο, μέσα στο οποίο το άγιο πνεύμα σας διόρισε επισκόπους, για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Θεού την οποία αγόρασε με τοαίμα του ίδιου του Γιου του''.

Τί παρατηρούμε εδώ;

Παρατηρούμε στη Μετάφραση Νέου Κόσμου πρόσθεση λέξεων που στο αρχαίο κείμενο δεν υπάρχουν. Παρατηρούμε ότι το εδάφιο αναφέρει ότι, η εκκλησία οικοδομήθηκε με τοαίμα του ίδιου του Θεού! Και αφού ομιλούμε για αίμα και εκκλησία αμέσως ο νους μας κατευθύνεται στη Σταύρωση και στο αίμα που έχυσε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό. Μόνο που αναφέρει την ενοχλητική λέξη (για την Οργάνωση), ''Θεός''. Ότι δηλαδή το αίμα που χύθηκε δεν ήταν απλώς ενός προφήτη αλλά του ίδιου του Θεού.
Ας το ξαναδούμε, είναι πολύ σοβαρό αυτό που αναφέρει:
''...την εκκλησία τού Θεού, που απέκτησε με το ίδιο του το αίμα''.

Συνεπώς είναι ξεκάθαρο, ότι αναφέρεται στον Χριστό τον οποίο αποκαλεί Θεό!
Για να μην φαίνεται λοιπόν αυτό στο Ευαγγέλιο η Οργάνωση διαμόρφωσε το εδάφιο ως εξής:
''...την εκκλησία του Θεού την οποία αγόρασε με το αίμα του ίδιου του Γιου του''.

Μήπως είδατε εσείς κάπου στο αρχαίο κείμενο να αναφέρει - του Γιου του;
Μήπως είδατε στη μετάφραση να αναφέρει – του Γιου του;

Σας ρωτούμε επειδή εμείς όσες φορές κι αν το διαβάσαμε δεν το είδαμε! Και είμαστε σίγουροι ότι ούτε η μεταφραστική ομάδα της Οργάνωσης* το είδε πουθενά γραμμένο αλλά το ανακάλυψε, το σκέφτηκε, το φαντάστηκε, το πρόσθεσε. Και το έκανε αυτό επειδή μόνο έτσι μπορούσε να ταιριάζει στις δοξασίες της Οργάνωσης. Συνεπώς μιλάμε για πλάνη. Μιλάμε για ξεκάθαρη αλλαγή του εδαφίου και μάλιστα εσκεμμένη. Το θέμα είναι μέχρι πότε θα κλείνουν τα μάτια τους οι Μάρτυρες του Ιεχωβά σε όλα αυτά; Τα κείμενα μιλάνε από μόνα τους. Το μόνο που έχει να κάνει ένας Μάρτυρας του Ιεχωβά είναι να βάλει κάτω το πρωτότυπο κείμενο και να κάνει τη σύγκριση.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι το βιβλίο που χρησιμοποιούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ως Αγία Γραφή, (τη Μετάφραση Νέου Κόσμου), δεν διαθέτει το αρχαίο κείμενο. Δηλαδή οι πιστοί της Οργάνωσης διαθέτουν μόνον τη μετάφραση που τους έχει δοθεί από την Οργάνωση, που κατά τη γνώμη μας, δεν πρόκειται για μετάφραση αλλά για ερμηνευτικό εγχειρίδιο. Έτσι ο οπαδός της Οργάνωσης δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει άμεσα σύγκριση ώστε να διαπιστώσει μόνος του αν συμφωνούν η ερμηνεία με το αρχαίο κείμενο.

Εμείς όσα και να λέμε από εδώ, δεν είναι αρκετά αν ο οπαδός της πλάνης αυτής δεν πάρει την απόφαση να ερευνήσει πραγματικά το τί συμβαίνει. Όλα αυτά όμως είναι χρήσιμα και σε εμάς τους Χριστιανούς Ορθοδόξους, γιατί μας βοηθούν να αποφύγουμε πνευματικές ταλαιπωρίες. Μας βοηθούν να εκτιμούμε την Αλήθεια του Ευαγγελίου και να μελετούμε σωστά το Ιερό Ευαγγέλιο προς ωφέλεια των ψυχών μας.

Λυπούμαστε πραγματικά για όλα αυτά που βρίσκουμε και παρουσιάζουμε. Δεν είναι χαρά για έναν Ορθόδοξο Χριστιανό να βρίσκει το Ιερό Ευαγγέλιο αλλοιωμένο από ανθρώπους που θέλουν να λέγονται Χριστιανοί. Είναι θλίψη και προκαλεί απογοήτευση κάθε φορά που βρίσκουμε τέτοιες αλλοιώσεις στα Ιερά κείμενα του Ευαγγελίου κι αυτό επειδή η πρώτη μας σκέψη κατευθύνεται σε ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ;

Ο Θεός να μας προστατεύει από την πλάνη των αιρέσεων.

*ΜΝΚ = Μετάφραση Νέου Κόσμου: Λέγεται το βιβλίο που έχει εκδοθεί από την Οργάνωση για να το χρησιμοποιούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά για Ευαγγέλιο.

*Μεταφραστική Ομάδα της Οργάνωσης: Πρόκειται για κάποια επιτροπή της Οργάνωσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά που ανέλαβε να γράψει το ευαγγέλιο των Μαρτύρων του Ιεχωβά που όπως αποδεικνύουμε στα άρθρα που δημοσιεύουμε κατά καιρούς πρόκειται ουσιαστικά για άλλο ευαγγέλιο. Δεν αναφέρονται τα ονόματα των μεταφραστών, κανείς δεν γνωρίζει πόσοι ήταν και ποιες ήταν οι γνώσεις τους. Ρωτήστε όποιον Μάρτυρα του Ιεχωβά θέλετε: ''ποιοι είναι οι μεταφραστές της Μετάφρασης Νέου Κόσμου;'' εκ των προτέρων σας λέμε ότι δεν τους γνωρίζει. Κρατούν στα χέρια τους ένα μεταφρασμένο ευαγγέλιο που στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν από ποιόν έχει μεταφραστεί.

Επιμέλεια: '' ΑΝΤΙΧΙΛΙΑΣΤΙΚΟΣ ''
www.antixiliastikos.blogspot.com

τοις Έλλησι τοις τελευτήσασι πρo της Χριστού παρουσίας δει εύχεσθαι και μη αναθεματίζειν;




  Όπως είδαμε σε προηγούμενο άρθρο μας, για τον Έλληνα που βρίσκεται στην πλάνη των Ειδώλων οι Πατέρες συστήνουν επί λέξει Εύχεσθαι υπέρ των Ελλήνων

   Βέβαια το «εύχεσθαι υπέρ των Ελλήνων» που συστήνουν οι Πατέρες είναι αντίθετο με την προπαγάνδα των Νεοπαγανιστών που θέλουν να εμφανίζουν τους Πατέρες της Εκκλησίας ως καταφρονητές του Ελληνικού Έθνους και όχι ως καταφρονητές της Ειδωλολατρικής θρησκείας όπως πραγματικά είναι. Οι αρνητικές εκφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας που εμπεριέχουν τη λέξη Έλληνας αναφέρονται στην ειδωλολατρική θρησκεία και όχι στον άνθρωπο Έλληνα.

Τη θέση των Πατέρων περί καταφρόνησης των ειδώλων και όχι του Έλληνα πολίτη ενισχύει ένα ακόμη έργο τους, αυτό του Αναστασίου του Σιναΐτη.

Η ερώτηση που υποβάλλεται στον Αναστάσιο είναι ξεκάθαρη και διαφωτιστική για το θέμα μας: Πρέπει να ευχόμαστε υπέρ των Ελλήνων και να μην τους αναθεματίζουμε; Aς περάσουμε να δούμε το κείμενο πιο αναλυτικά.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΙΑ΄.
Τι ουν; και τοις Έλλησι τοις τελευτήσασι πρό της Χριστού παρουσίας δει εύχεσθαι και μη αναθεματίζειν; 

AΠΟΚΡΙΣΙΣ.
Μηδαμώς αναθεματίσης άνθρωπον πρό της επιδημίας Χριστού τελευτήσαντα· και εν τω άδη προσάπαξ και μόνον εγένετο το Χριστού κήρυγμα.Προλαβών γαρ Ιωάννης ο πρόδρομος εκήρυξε κακείσε τον Χριστόν· και άκουσον του αγίου Πέτρου λέγοντος περί Χριστού, ότι «Πορευθείς φησίν εκήρυξε και τοις εν Άδη πνεύμασι τοις ποτε απειθήσασι.Και νυν φέρεται εις αρχαίας παραδόσεις, ότι τις σχολαστικός πολλά κατηράσατο τον Πλάτωνα τον φιλόσοφον.Φαίνεται ουν αυτώ καθ’ύπνους ο Πλάτων λέγων · Άνθρωπε, παύσαι του καταράσθαι με, σεαυτόν  γαρ βλάπτεις, ότι μεν άνθρωπος αμαρτωλός γέγονα · ουκ αρνούμαι.Πλην κατελθόντος του Χριστού εν τω άδη, όντως ουδείς επίστευσε προ εμού εις αυτόν. Ταύτα δε ακούων, μη νομίσης είναι πάντοτε εν τω άδη μετάνοιαν· άπαξ γαρ και μόνον τούτο γέγονεν, ότι Χριστός εν τοις καταχθονίοις κατελήλυθε, τους απ’αιώνος κεκοιμημένους επισκέψασθαι. PG 89,764ΒD.

  Στη αρχή της αποκρίσεώς του απαντάει πως δεν πρέπει κανέναν να αναθεματίζουμε από αυτούς που έζησαν πρό Χριστού είτε είναι Έλληνες (στη θρησκεία) είτε όχι.Εστιάζει στο γεγονός της καθόδου του Ιησού στον Άδη μετά την Ταφή Του όπου κήρυξε σε όσους είχαν πεθάνει πρό Χριστού και σημειώνει να μην αναθεματίζουμε κανέναν άνθρωπο.
   
    Ενδιαφέρον μας προξενεί το ότι ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης στη συνέχεια της απαντήσεώς του επικαλείται μια αρχαία παράδοση όπου κάποιος σχολαστικός εκστόμιζε κατάρες προς τον Πλάτωνα ενώ ο τελευταίος είχε ήδη πεθάνει. Ο Πλάτων εμφανίζεται στον ύπνο του σχολαστικού και του λέει: «Άνθρωπε, πάψε να με καταριέσαι, τον εαυτό σου βλάπτεις. Ότι ήμουν αμαρτωλός δεν το αρνούμαι, πλην όμως με το που κατήλθε ο Χριστός στον Άδη κανένας δεν πίστεψε σ’αυτόν πριν από μένα».

   Εμάς φυσικά δεν μας ενδιαφέρει η αρχαία παράδοση που επικαλείται ο Αναστάσιος στην απάντησή του. Μας ενδιαφέρει όμως η άρνησή του στην ερώτηση αν πρέπει να αναθεματίζονται οι Έλληνες πολίτες που πέθαναν μέσα στην πλάνη της Ειδωλολατρίας αφού αυτή ξεσκεπάζει την απάτη του Νεοπαγανισμού.
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...