Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2013

Ορ­θοδοξία θα πει πατερική παράδοση. (Κυριακή των 318 Αγίων Πατέρων) +Mητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος


Η αυριανή ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται στη θεία Λειτουργία, είναι η αρχή της αρχιερατικής προσευχής του Ιησού Χριστού. Ύστερα από το μυστικό Δείπνο, ο Ιησούς Χριστός μίλησε προς τους Αποστόλους και τους έδωσε τις τελευταίες του υποθήκες. Μετά την ομιλία του ο αιώνιος και Μέγας Αρχιερέας της Εκκλησίας, «επήρε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν…», σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό κι άρχισε να ομιλεί με τον ουράνιο Πατέρα. Η αρχιερατική προσευχή του Ιησού Χριστού είναι και τα δύο· και προσευχή και «διάλεξις», καθώς ερμηνεύουν οι ιεροί Πατέρες. Ο Ιησούς Χριστός σαν άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό, και σαν Υιός συνομιλεί με τον Πατέρα.
Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε· «Πατέρα, ήλθε η ώρα· δόξασε τον υιό σου, κι ο υιός σου θα σε δοξάσει, με την εξουσία που του έδωκες επάνω σ’ όλους τους ανθρώπους να δώσει στον καθέναν απ’ αυτούς ζωή αιώνιο. Κι αυτή είναι η αιώνιος ζωή, να γνωρίσουν εσένα, που είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, και τον Ιησού Χριστό που έστειλες στον κόσμο. Εγώ σε δόξασα στη γη, τέλειωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω· και τώρα δόξασέ με συ, Πατέρα, με εκείνη τη δόξα που είχα κοντά σου πριν κτίσε­ως κόσμου. Φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, που μου έδωσες από τον κόσμο· δικοί σου ήσαν και τους έδωσες σε μένα κι αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πως όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα γιατί εγώ τους έδωσα τα λόγια που μου έδωσες κι αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν πως εγώ βγήκα στ’ αλήθεια από σένα και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες. Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ· δεν παρακαλώ για τον κόσμο, μα γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Κι όλα τα δικά μου είναι δικά σου και τα δικά σου είναι δικά μου, κι έχω δοξασθεί ανάμεσα σ’ αυτούς. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως είναι στον κόσμο κι εγώ έρχομαι προς εσένα. Πατέρα άγιε, αυτούς που μου έδωσες φύλαξέ τους στο όνομά σου, για να είναι ένα καθώς εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους, εγώ τους φύλαγα στο όνομά σου αυτούς που έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, κι έτσι εκπληρώθηκε η γραφή. Και τώρα έρχομαι σε σένα και τα λέγω αυτά, ενώ ακόμα είμαι στον κόσμο, για να είναι η ψυχή τους γεμάτη από τη δική μου χαρά».
Τρεις φορές το χρόνο η Εκκλησία εορτάζει μνήμες Πατέρων την έκτη τώρα Κυριακή μετά το Πάσχα, μια Κυριακή μέσα στο μήνα Ιούλιο και μια Κυριακή μέσα στο μήνα Οκτώβριο. Αυτό δείχνει πόσο η Εκκλησία τιμά τους αγίους Πατέρες, αφού και ονομάζεται χαρακτηριστικά Εκκλησία Πατέρων, το ίδιο όπως ονομάζεται Εκκλησία Μαρτύρων. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι κληρικοί όλων των βαθμών, Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ακόμα δε και απλοί μοναχοί· όχι απλώς σοφοί και, καθώς λέμε σήμερα, μορφωμένοι και διανοούμενοι, αλλά άνθρωποι πνευματικής πείρας και αγιοσύνης. Σήμερα στον καθένα, που μπορεί να λέγει και να γράφει πέντε λόγια, που ασχολείται με τα γράμματα και τις τέχνες, εύκολα χαρίζομε τον τίτλο του πνευματικού άνθρωπου. Όμως πνευματικότητα είναι πείρα αγιοσύνης, κι αυτό είναι ένα από τα γνωρίσματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι άνθρωποι με ορθόδοξο φρόνημα, με αγιότητα βίου και με πνευματική πείρα.
Αλλά, όταν λέμε πως η Εκκλησία είναι Εκκλησία Πατέρων, εννοούμε πως η ορθόδοξη πίστη μας είναι διδαχή και παράδοση των αγίων Αποστόλων, που φτάνει σε μας με εγγύηση και κύρος διαμέσου τής ερμηνείας των αγίων Πατέρων. Στο Σύμβολο της πίστεως ομολογούμε πως η μία και αγία και καθολική Εκκλησία είναι αποστολική· είναι δηλαδή η Εκκλησία του Χριστού, σύμφωνα με τη διδαχή και την παράδοση των αγίων Αποστόλων. Αυτή την αποστολική παράδοση η Εκκλησία την κατέχει διαμέσου των αγίων Πατέρων. Οι Πατέρες είναι οι γέφυρες από τις οποίες περνά και διαιωνίζει στην Εκκλησία η αποστολική παράδοση. Όταν λέμε λοιπόν την Εκκλησία αποστολική, είναι το ίδιο σαν και να λέγαμε πατερική· οι Πατέρες μέσα στην Εκκλησία εγγυώνται για την αποστολικότητα της πίστεως και για την ορθοδοξία. Ορθοδοξία θα πει πατερική παράδοση. Το βλέπουμε αυτό στον τρόπο, με τον οποίο διατυπώνονται οι αποφάσεις των οικουμενικών Συνόδων. Η απόφαση της τέταρτης οικουμενικής Συνόδου αρχίζει έτσι «Επόμενοι τοις αγίοις πατράσι…». Το ίδιο και η απόφαση της έβδομης οικουμενικής Συνόδου· «Επακολουθούντες τη θεηγόρω διδασκαλεία των αγίων Πατέρων ημών και τη παραδόσει της καθολικής Εκκλησίας…». Αυτά θα πουν πως οι Πατέρες, η διδασκαλία τους δηλαδή, είναι το ποτάμι, που ρέει πάντα μέσα στην ίδια κοίτη της εκκλησιαστικής παράδοσης.
Στην ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται αύριο στη θεία Λειτουργία, ο Ιησούς Χριστός προσεύχεται προς τον ουράνιο Πατέρα για τους μαθητές του και για την Εκκλησία. Οι μαθητές του είναι εκείνοι που του δόθηκαν από τον Πατέρα· τους δίδαξε και τους φύλαξε και δεν χάθηκε απ’ αυτούς παρά μόνο «ο υιός της απω­λείας», εκείνος που από μόνος του προτίμησε και θέλησε να χαθεί. Ήλθε η ώρα κι ο διδάσκαλος τώρα θα φύγει, ενώ οι μαθητές του θα μείνουν, σηκώνοντας το βάρος μιας τιμής και μιας ευθύνης. Η τιμή τους είναι ότι τους κάλεσε ο Θεός· η ευθύνη τους ότι, μένοντας αυτοί στον κόσμο, πρέπει να ποιμάνουν την Εκκλησία. Και πρώτ’ απ’ όλα να μείνουν ενωμένοι και να κρατήσουν ενωμένους τους πιστούς. Η Εκκλησία πριν απ’ όλα είναι μία, και δεν μπορεί να είναι ούτε αγία ούτε καθολική ούτε αποστολική, αν δεν είναι μία. Μα η ενότητα της Εκκλησίας δεν φυλάγεται παρά με την ενότητα των ποιμένων της Εκκλησίας κι αυτό πάλι δεν γίνεται παρά με το φόβο και τη δύναμη και το φόβο του Θεού. Γι’ αυτό προσεύχεται ο Μέγας Αρχιερέας- «Τήρησον αυτούς εν τω ονόματι σου, ους δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς»· αυτούς που μου έδωσες φύλαξέ τους στο όνομά σου, για να είναι ένα, καθώς είμαστε εμείς.
Αυτό το απόσπασμα από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου είναι ένα άρτιο ποιμαντικό κείμενο. Φτάνει να το διαβάσουμε προσεκτικά, για να δούμε σ’ αυτό τί είναι η Εκκλησία, τί είναι οι ποιμένες της Εκκλησίας και ποιό είναι το έργο τους. Γι’ αυτό και διαλέχτηκε να διαβάζεται στη μνήμη των αγίων Πατέρων, που είναι οι ποιμένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, διάδοχοι των αγίων Αποστόλων. Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση· είναι η βασιλεία του Χριστού, η οποία «ουκ εστίν εκ του κόσμου τούτου»·  δεν έχει εγκόσμια προέλευση και δεν στηρίζεται σε συνθήκες του κόσμου τούτου η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Προφήτες, οι Ιεράρχες, οι Όσιοι και οι Δίκαιοι, όλος ο λαός του Θεού, που συγκροτούν το σώμα του Χριστού. Ένας-ένας χωριστά, ως πρόσωπα και μέλη του σώματος, κι όλοι μαζί το σώμα, με κεφαλή τον Ιησού Χριστό! Πρώτη ιδιότητα και γνώρισμα αυτού του σώματος, για να υπάρχει και να ζει, είναι η ενότητα, η Εκκλησία να είναι μία. Οι αιρέσεις και τα σχίσματα είναι ο μεγάλος εσωτερικός εχθρός της Εκκλησίας, που λυμαίνεται και καταστρέφει την ενότητά της. Κι αυτό υπήρξε και είναι πάντα το πρώτο και κύριο έργο των Πατέρων και Ποιμένων της Εκκλησίας, ότι κράτησαν δηλαδή και κρατούν ενωμένη την Εκκλησία και αδιαίρετο το σώμα του Χριστού.

Στην προσευχή του, που συνεχίζεται και μετά την αυριανή ευαγγελική περικοπή, πέντε φορές ο Μέγας Αρχιερέας παρακαλεί τον ουράνιο Πατέρα για την ενότητα της Εκκλησίας· «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς». Και πρέπει ακριβώς εδώ να προσέξουμε στο «καθώς ημείς»· πρότυπο δηλαδή της ενότητας της Εκκλησίας είναι η ενότητα και απόλυτη συμφωνία των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, που είναι ο ένας και αληθινός Θεός.

Κάθε φορά που η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη των αγίων Πατέρων τιμά όλους τους Πατέρες και Ποιμένες της, τους αρχαίους και τους νέους, τους επιφανείς και τους αφανείς- τον κάθε μεγάλο, μα και τον κάθε μικρό και ταπεινό ιερέα, που έζησε με το βάρος της ιεροσύνης και με τη βαθειά συναίσθηση της ευθύνης απέναντι των ανθρώπων, που του εμπιστεύτηκε ο Μέγας Αρχιερέας της Εκκλησίας. Το πιό μεγάλο κακό στην Εκκλησία είναι η αίρεση και το σχίσμα και το πιό μεγάλο κρίμα για τον ποιμένα της Εκκλησίας είναι εξαιτίας του να διχαστούν οι πιστοί, είτε για κακοδιδασκαλία είτε για φιλοδοξία είτε για αμέλεια και απροσεξία στο βίο του είτε για οποιαδήποτε άλλη κακή γνώμη του και πράξη. Η Εκκλησία τους κακούς ποιμένες τους αναθεματίζει, τους καλούς τους τιμά και τους εορτάζει· είναι οι Ποιμένες και Διδάσκαλοι και Πατέρες. Αμήν.

(+Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, «Επί πτερύγων ανέμων» τ. Α΄, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, σ. 124-128)

Μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

«Τη αυτή ημέρα Κυριακή εβδόμη
από του Πάσχα, την εν Νικαία Πρώτην
Οικουμενικήν Σύνοδον εορτάζομεν των
τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων
Πατέρων»
Κυριακή των Αγίων Πατέρων. Ευαγ. ανάγν.: Ιωάν., ΙΖ΄, 1-13.

Pateres«Σήμερα εορτάζουμε για τον εξής λόγο: Αφού ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ολοκλήρωσε όλο το σχέδιο της ενανθρωπήσεώς Του και με την ένδοξη Ανάληψή Του επανήλθε στον πατρικό Του θρόνο, οι άγιοι Πατέρες μας θέλησαν να μας δείξουν:
α) ότι πραγματικά και αληθινά ο Υιός του Θεού έγινε τέλειος άνθρωπος και ότι ως Θεός και άνθρωπος ανελήφθη στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Θεού, εκεί όπου ήταν προηγουμένως και
β) ότι η Σύνοδος της Νίκαιας… ανεκήρυξε και ομολόγησε τον Ιησού Χριστό ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα.
Σαν εύστοχο τρόπο, λοιπόν, για να πετύχει τα παραπάνω η Εκκλησία μας θεώρησε την τιμή προς τους θεοφόρους Πατέρες που συμμετείχαν στη Σύνοδο εκείνη, η οποία ανεκήρυξε τον αναληφθέντα Ιησού Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο. Έτσι, σαν καλύτερη ημέρα θεώρησε τη σημερινή Κυριακή, γιατί είναι μετά την ένδοξη Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Η Σύνοδος αυτή έγινε όταν ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος… ήταν στο εικοστό έτος της βασιλείας του. Όταν σταμάτησαν οι διωγμοί, ο Κωνσταντίνος έγινε στην αρχή βασιλιάς στη Ρώμη. Έπειτα έχτισε την τρισευτυχισμένη πόλη που φέρει το όνομα του, την Κωνσταντινούπολη, το έτος 5858 από Κτίσεως κόσμου. Τότε δημιουργήθηκε και το πρόβλημα με τον Άρειο και την αίρεσή του.
Ο Άρειος καταγόταν απ’ τη Λιβύη… Όμως άρχισε να διδάσκει διδασκαλίες βλάσφημες, που δεν τις αποδεχόταν η Εκκλησία μας… Και τα έλεγε αυτά δήθεν για ν’ αντικρούσει το δυσσεβή Σαββέλιο… Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας βλέποντας ότι ο Άρειος δε δεχόταν να απορρίψει τις αιρετικές του διδασκαλίες τον καθήρεσε. Είδε μάλιστα ο άγιος Πέτρος και σχετική οπτασία: Είδε το Χριστό σα βρέφος στο άγιο Θυσιαστήριο με σχισμένο το χιτώνα Του και Τον ρώτησε: «Κύριε, ποιος Σου έσχισε το χιτώνα;». Κι ο Κύριος του απάντησε: «Ο Άρειος».
Όταν μετά τον άγιο Πέτρο έγινε αρχιερεύς της Αλεξανδρείας ο Αχιλλάς..., ο Άρειος υποσχέθηκε να απορρίψει τις διδασκαλίες του. Πείστηκε ο αρχιερεύς, τον επανέφερε στην τάξη των κληρικών, κι από διάκονο τον έκανε πρεσβύτερο… Όσο ζούσε ο Αχιλλάς, ο Άρειος δεν εκδήλωνε τα αιρετικά του φρονήματα. Όταν αυτός εκοιμήθη, έγινε επίσκοπος της πόλεως των Αλεξανδρέων ο άγιος Αλέξανδρος... Διαπίστωσε όμως ότι ο Άρειος πίστευε και δίδασκε πάλι τις βλάσφημες διδασκαλίες του. Συγκάλεσε, λοιπόν, τοπική Σύνοδο με εκατό επισκόπους από την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τον απέκοψε τελείως απ’ την Εκκλησία…
Ως πρεσβύτερος σε μία τόσο μεγάλη πόλη, ο Άρειος παρέσυρε πολλούς στην ασεβή διδασκαλία του…
Όμως η Εκκλησία ταρασσόταν ακόμα απ’ την αίρεση αυτή κι απ’ τη φιλονικία για το δογματικό αυτό ζήτημα, και θεραπεία δε φαινόταν στον ορίζοντα. Τότε ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος συγκέντρωσε τους εκπροσώπους των κατά τόπους Εκκλησιών. Έστειλε για το λόγο αυτό στα πέρατα της Οικουμένης δημόσια οχήματα και τους μετέφεραν στη Νίκαια της Βιθυνίας. Την ορισμένη ημέρα ήλθε κι ο ίδιος, όταν συγκεντρώθηκαν οι εκπρόσωποι. Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτη ή στάση του: Κάθισαν όλοι οι κληρικοί στις θέσεις τους κι αυτός έμεινε όρθιος. Κάθισε μόνο όταν του το επέτρεψαν οι εκπρόσωποι των Εκκλησιών… Άρχισε τότε η Σύνοδος… Συνέταξαν μάλιστα και το άγιο Σύμβολο της Πίστεως μέχρι τη φράση: «Και εις το Πνεύμα το Άγιον». Τα επόμενα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως τα συνέταξε η δεύτερη Σύνοδος. Επι­πλέον αυτή η πρώτη Σύνοδος όρισε με κανόνα της τα σχετικά με την εορτή του Πάσχα, δηλαδή πότε και πώς θα εορτάζεται το Πάσχα…
Όλοι οι παρευρισκόμενοι Πατέρες που συμμετείχαν στη Σύνοδο ήταν τριακόσιοι δέκα οχτώ… Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου εκοιμήθησαν δύο απ’ τους αρχιερείς που συμμετείχαν σ’ αυτήν. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν υπογράφτηκε απ’ όλους το κείμενο των αποφάσεων της Συνόδου, έδωσε εντολή και το έβαλαν στους τάφους των αποθανόντων, τους οποίους σφράγισαν με κάθε επιμέλεια. Και, - ω του θαύματος! - το κείμενο βρέθηκε επικυρωμένο και από τους κοιμηθέντες!...
Συμπτωματικά μόλις τελείωσε η Σύνοδος είχε ολοκληρωθεί κι η ανοικοδόμηση της νέας πόλεως του Κωνσταντίνου, της Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτορας, λοιπόν, κάλεσε όλους εκείνους τους αγίους Πατέρες να ευλογήσουν τη νέα πόλη. Πήγαν όλοι, την ευχήθηκαν και προσευχήθηκαν γι’ αυτήν να είναι βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων. Κατ’ εντολήν μάλιστα του βασιλέως την αφιέρωσαν στη Μητέρα του Λόγου του Θεού, τη Θεοτόκο. Ύστερα πλέον αναχώρησε ο καθένας για την πατρίδα του… Αμήν.
Διαλεχτός

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ἀποστολικῶν παραδόσεων φύλακες ἀκριβεῖς Παυσανίας Κουτλεμάνης


  Ἡ ἕκτη Κυριακή μετά τό Πάσχα, δηλαδή ἡ πρό τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἀφιερωμένη στούς 318 ἁγίους πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἔγινε στή Νίκαια τό 325 μ.Χ. Τό σκοπό καί τή θέση τῆς ἑορτῆς ἀμέσως μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἐξηγεῖ ὁ συναξαριστής, ὡς ἑξῆς· Οἱ πατέρες ὁμολόγησαν τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος ὡς «τέλειος Θεός καί ἄνθρωπος ἀνελήφθη», «ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Πατρί». Γι’ αὐτό τό λόγο ἡ ἑορτή θεσπίστηκε νά ἑορτάζεται μετά τήν Ἀνάληψη «ὡσανεί τόν σύλλογον τῶν τοσούτων πατέρων προβιβάζοντες, τοῦτον, δή τόν ἐν σαρκί ἀναληφθέντα Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνακηρυττόντων».
 Ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Πατέρων σκοπό ἔχει ὄχι μόνο νά τιμήσει καί νά δοξάσει τούς Πατέρες γιά τό ὄντως ὑψηλό καί μεγάλο ἔργο τους, ἀλλά νά περάσει τό μήνυμά τους στή δική μας ζωή. Ἡ μνήμη τους θά μᾶς βοηθήσει νά οἰκειωθοῦμε καί νά διατηρήσουμε τήν πίστη πού δογμάτισαν καί ὁμολόγησαν.
 Πιό συγκεκριμένα, ἡ μνήμη τῶν πατέρων μᾶς καλεῖ νά μείνουμε ἀμίαντοι καί ἀμόλυντοι ἀπό τήν ἀκαθαρσία τῶν αἱρέσεων. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό τό θέμα ὁ ὑμνογράφος βάζει μεσίτες πρός τόν Κύριο τούς ἴδιους τούς πατέρες καί παρακαλεῖ γιά λογαριασμό τοῦ πιστοῦ λαοῦ· 

Πατέρων θείων σήμερον 
τήν μνήμην ἑορτάζοντες 
ταῖς παρακλήσεσιν τούτων δεόμεθα, 
Πανοικτίρμον, πάσης βλάβης 
αἱρέσεων ῥῦσαι λαόν σου, Κύριε, 
καί πάντας καταξίωσον Πατέρα, 
Λόγον δοξάζειν καί τό πανάγιον Πνεῦμα. 
 Ἀλλά δέν φθάνει μόνο νά κρατήσουμε τήν πίστη τῶν πατέρων. Εἶναι ἀνάγκη νά ἐκδηλώνεται ἡ ὀρθή πίστη μας στήν καθαρή ζωή μας· ἡ ὀρθοδοξία νά συνδυάζεται μέ τήν ὀρθοπραξία. Τό μήνυμα αὐτό διατυπώνεται σ’ ἕνα τροπάριο τῆς Λιτῆς, ὅπου ὁ ποιητής ἀπευθυνόμενος πρός τούς πατέρες παρακαλεῖ· 
Ἀποστολικῶν παραδόσεων 
ἀκριβεῖς φύλακες γεγόνατε, 
ἅγιοι πατέρες· τῆς γάρ 
Τριάδος τό ὁμοούσιον 
ὀρθοδόξως δογματίσαντες 
Ἀρείου τό βλάσφημον συνοδικῶς 
κατεβάλετε…ὧν τῆς πλάνης αἰτήσασθε 
ῥυσθέντα ς ἡμᾶς ἀκηλίδωτον ἡμῶν τόν βίον 
ἐν τῇ πίστει φυλάττεσθαι δεόμεθα. 
 Οἱ πατέρες πού κήρυξαν τόν Κύριον «ἄναρχον, ἄκτιστον, κτίστην τε τῶν ὅλων καί Θεόν, Πατρί συνάναρχον» γίνονται οἱ μεσίτες πού θά τόν παρακαλέσουν νά διαλύσει τήν ἀχλύ τῶν παθῶν ἀπό τήν ψυχή τοῦ ποιητοῦ· 
Ὡς φῶς ὑπάρχων, Χριστέ, 
πανάχραντον τῆς τῶν παθῶν ἀχλύος 
τήν ψυχήν μου ἐκλύτρωσαι 
ταῖς πρεσβείαις, Δέσποτα, 
τῶν σῶν λειτουργῶν 
τῶν νῦν σε κηρυξάντων 
ἄναρχον, ἄκτιστον 
κτίστην τε τῶν ὅλων 
καί Θεόν Πατρί συνάναρχον. 
Ἔτσι δέν εἶναι ἀπόμακροι καί ξένοι γιά τόν πιστό, ἀλλά παρακολουθοῦν ἀπό κοντά τή ζωή του καί γίνονται κοινωνοί στά προβλήματά του. 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

Την Κυριακή των Αγίων Πάντων η Εκκλησία ενθυμείται και τιμά όλους τους (γνωστούς και άγνωστους) μαθητές και φίλους του Χριστού -άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους, μορφωμένους και αμόρφωτους, λαϊκούς και ιερωμένους, εν τω κόσμω ή εν τη ερήμω- που στα πέρατα του κόσμου και διαχρονικά αγάπησαν, δίδαξαν στο όνομά Του ή έδωκαν μαρτυρία για τον μοναδικό Νυμφίο της Εκκλησίας, τον Κύριο Ιησού Χριστό, μη φειδόμενοι να θυσιάσουν, σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και τη ζωή τους γι’ αυτόν.
Η διαφορά αγίου και καλού ανθρώπου
Η Εκκλησία δεν ονομάζει αγίους τους καλούς ανθρώπους που βοηθάνε τους συνανθρώπους τους και συμμετέχουν στην θεραπεία του πανανθρώπινου πόνου. Μια τέτοια ζωή προσφοράς δεν είναι χριστιανικό μόνο προνόμιο. Για την Εκκλησία άγιος είναι εκείνος ο άνθρωπος που επειδή έζησε με σοβαρότητα την πίστη του στον Χριστό ως Θεό, όχι μόνο μετανοούσε, εξομολογείτο, κοινωνούσε συχνά και συμμετείχε στη λατρεία της Εκκλησίας, αλλά και υπέστη βαθμηδόν μια οντολογική αλλοίωση από την άκτιστο χάρη του Θεού και δεν παρέμεινε στο στάδιο της ηθικής ζωής, αλλά οδηγήθηκε στη μέθεξη του Θεού και στη θέωση. Από το ξεχείλισμα της αγάπης του για τον Χριστό βέβαια προσέφερε και στους αδελφούς του, που αγαπούσε ως εαυτόν. Επομένως τους αγίους ξεχωρίζει η αγάπη προς τον Τριαδικό Θεό και η συνεχής εσωτερική προσευχή προς τον Ιησού Χριστό και όχι μόνο οι ηθικές και καλές σχέσεις προς τους άλλους, που δεν προέρχονται πάντα, και σε όλες τις περιπτώσεις, από αγαθή συνείδηση.  
Κανείς δεν γίνεται άγιος από μόνος του, παρά μόνο συμμετέχοντας στην αγιότητα του Χριστού.
Ουσιαστικά άγιος είναι μόνο ο Θεός. «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός», ψάλλουμε σε κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οι πιστοί αγιάζουν όταν ενώνονται με την χάρη του Χριστού και λάμπουν ως εικόνες Του. Μην ξεχνάμε τι παραγγέλνει ο Θεός ήδη από την Π.Δ.: «Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ είμαι άγιος». Ο Χριστός δηλώνει καθαρά ότι είναι το φως του κόσμου και μετέχοντας στο άκτιστο αυτό φως Του αγιαζόμαστε και εμείς κατά χάρη, όπως λέμε, και όχι κατ’ ουσίαν. Δεν μετέχουμε της ουσίας του Θεού, αλλά των ενεργειών του Θεού, και ξεκινώντας από τη παρούσα ζωή συνεχώς θα αγιαζόμαστε μεταβαίνοντες από δόξα σε δόξα.
Αυτό ζητάει ο Θεός από μας, να γίνουμε δηλαδή κατοικητήριο της Θεότητας, δια του Πνεύματος του Αγίου, που κατοικεί μέσα μας, και δια του αγίου βαπτίσματος. Ο σκοπός της ζωής μας είναι να αυξηθούμε «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσίους 4,13). Όσοι λοιπόν μιμήθηκαν την ζωή του Χριστού και όσοι τηρούν τις εντολές του, εκείνοι λαμβάνουν την κλήση και την πολλαπλασιάζουν σαν τα τάλαντα του Ευαγγελίου και μπορούμε να πούμε ότι έτσι οι άγιοι όλων των εποχών είναι όχι οι κλητοί μόνο, αλλά και οι εκλεκτοί. Διότι πολλοί είναι όσοι εκλήθησαν, αλλά λίγοι ανταποκρίνονται σ’ αυτό το κάλεσμα, ποιούντες έργα άξια μετανοίας.
Μέσω λοιπόν των αγίων βλέπουμε τι θέλει ο Θεός από εμάς, αφού άγιασαν γιατί ακριβώς τήρησαν το θέλημά Του. Ανάλογα βέβαια με τη δύναμη και την ενίσχυση της χάριτος του Θεού στον καθένα, διότι όλοι δεν έχουν την δύναμη εκ Θεού να τρώνε π.χ. έλάχιστα όπως οι ασκητές ή να μην βγαίνουν ποτέ έξω από το κελί τους, όπως βλέπαμε σε παλιούς ασκητές. Όλοι όμως οι πιστοί έχουν την δυνατότητα να προσεύχονται και να ταπεινώνονται και αυτό είναι βασικό ως αρχή της αγιότητας. Οι άγιοι λοιπόν δεν έχουν δική τους αγιότητα, αλλά συμμετέχουν στην αγιότητα του Χριστού και προς τον Χριστό συνεχώς προσανατολίζουν, αφού ο Παράκλητος ενοικεί στην ψυχοσωματική τους υπόσταση. Είναι ζωντανές και έμψυχες πινακίδες προσανατολισμού προς την πηγή της ζωής, τον Τριαδικό Θεό. Αυτό αναφέρεται και στον ευαγγελιστή Ιωάννη, διότι λέγει ότι «όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (α,12), που σημαίνει ότι άγιος είναι κανείς ως υιοθετημένος υιός του Θεού και όχι από κάποια υποτιθέμενη παραψυχολογική δύναμη δική του.
Οι χριστιανοί, ακόμη, αγιάζουν και καθίστανται δοχεία της θείας χάριτος, ανάλογα με την κατά δύναμη άξια προσέλευσή τους στα μυστήρια της Εκκλησίας και την συμμετοχή τους στους εορταστικούς εκκλησιαστικούς κύκλους, που είναι κυρίως δεσποτικοί και θεομητορικοί.  Η πνευματικότητά μας είναι και παραμένει λειτουργική και Χριστοκεντρική. Και κορυφαία θέση στην ορθόδοξη πνευματικότητα και ζωή, τη δεύτερη αμέσως μετά την Αγία Τριάδα, έχει φυσικά η Υπεραγία Θεοτόκος, η μητέρα της Ζωής, που είναι ο Χριστός. Η Παναγία και οι άγιοι είναι μέρος της ανθρωπότητας. Τους αισθανόμαστε και προσευχόμαστε σ’ αυτούς ως φίλους και συνοδοιπόρους προς το ποθητό Τέρμα του παραδείσου. Και η Εκκλησία προβάλλει την ζωή τους, τη διδασκαλία τους, τα μαρτύριά τους ως κάλεσμα μιμήσεως της θεάρεστης ζωής τους, μέσα από τις καθημερινές λαϊκές εορταστικές συνάξεις, τα πανηγύρια, τις Κυριακάτικες λειτουργίες, τις προσευχές και τα συναξάρια των αγίων.  
Οι άγιοι οδηγούν με το παράδειγμά τους και άλλους ανθρώπους στην σωτηρία.
Αυτή είναι η δουλειά των αγίων, θα λέγαμε. Πρώτα-πρώτα ο Θεός λέει γι’ αυτούς ότι «τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α’ Βασιλ. Β’30). Δηλαδή αυτούς που με δόξασαν στην γη, θα τους δοξάσω όχι μόνο στην γη, αλλά και στον παράδεισο. Πώς δοξάζουμε τον Θεό; Με την πίστη μας, την ελπίδα μας, την υπακοή μας στις εντολές του, τηρώντας τον Δεκάλογο εσωτερικά και όχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας έμπρακτη αγάπη προς τους άλλους, θυσιάζοντας πολλές ανέσεις μας χάριν των αναγκεμένων και προσπαθώντας να μην απομακρυνθούμε από το θέλημά Του. Αυτά θέλει ο Θεός από εμάς και μας τα δείχνει η ζωή των αγίων. Πολλοί από τους αγίους μάλιστα βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν για να μην αρνηθούν τον Χριστό και μας προτρέπουν αν χρειαστεί να προτιμήσουμε το μαρτύριο παρά να αρνηθούμε το όνομά Του.
Οι φίλοι του Χριστού ομολογούσαν συνεχώς ότι ήσαν και είναι χριστιανοί –αφού και σήμερα υπάρχουν άγιοι- και αυτό καλούμαστε να κάνουμε και εμείς χωρίς να ντρεπόμαστε, σε μια κοινωνία που υποχωρεί στα της πίστεως. Αν λοιπόν ζήσουμε έτσι, όπως εκείνοι, «ο μισθός μας θα είναι πολύς στον ουρανό», επισημαίνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος με τα λόγια αυτά του Χριστού (5,12).
Μάλιστα όσοι αφήσουν όλα τα εγκόσμια και αφιερωθούν στον Χριστό, όπως οι ασκητές, οι ιεραπόστολοι, οι μοναχοί κ.λπ., από έρωτα προς τον Θεό και όχι φυσικά για λόγους δόξας, συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αυτοί θα έχουν εκατονταπλάσιο μισθό και δόξα στους Ουρανούς σε σχέση με μας τους υπόλοιπους, που ζούμε «ησύχιον βίον» και πολύ πιο εύκολο (Ματθ. 19,27 κ.ε.). Αυτοί είναι οι «ευνουχίζοντες (πνευματικά) εαυτούς» χάριν της Βασιλείας του Θεού, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Κύριος.
Οι άγιοι όχι μόνο οδηγούν προς τον Χριστό, αλλά πρεσβεύουν και μεσιτεύουν για μας στον Χριστό.
Κάποιοι ετερόδοξοι αρνούνται βέβαια την μεσιτεία των αγίων, αλλά έχουν παρερμηνεύσει τις Γραφές. Είναι δυνατόν να παρακαλούσαν το Θεό οι άγιοι, όσο ζούσαν στην γη, υπέρ της σωτηρίας των συνανθρώπων τους, και όταν η ψυχή τους, μετά τον θάνατό τους, βρέθηκε και βρίσκεται κοντά στον Θεό, να μη ενδιαφέρονται και να μην παρακαλάνε για μας; Αυτό δεν είναι φυσικά λογικό. Έπειτα, μεσίτες όταν λέμε εννοούμε ότι συμμετέχουν στην μεσιτεία του μόνου μεσίτου, που είναι φυσικά ο Χριστός. Ότι δεν είναι αυτόνομα και ανεξάρτητα από Εκείνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσω δεήσεων των αγίων (Ιερ. 5,1/Ιεζ. 22,30) -όπως έπραξε και ο Αβραάμ για την σωτηρία των Σοδόμων και Γομόρρων (Γεν. 18,23-33) και ο Μωϋσής για τον ισραηλιτικό λαό (Έξοδ. 32, 9-14)- οι προσευχές τους ανεβαίνουν ως θυμίαμα στον θρόνο του Θεού (Αποκ. 5,8/6,9-11) και χαίρονται για κάθε επιστροφή πλανεμένου προβάτου (Λουκ. 15, 7-10). Ο προφήτης Ηλίας, αν και βρισκόταν στον ουρανό, απάντησε θα λέγαμε στην αίτηση του μαθητή του, Ελισαίου, και δια του Θεού ανοίχθηκαν στα δύο τα νερά του Ιορδάνη (Δ’ Βασιλ. 2,14). Ο ίδιος προφήτης προσευχήθηκε στον Θεό και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και πάλι προσευχήθηκε και έπεσε η βροχή και η γη ξαναβλάστησε (Ιακ. 5,17-18). Αλλά και ο αρχιερέας Ονίας και ο  Ιερεμίας, όπως διασώζει το όραμα του Ιούδα του Μακκαβαίου, αν και κοιμηθέντες εν Κυρίω, προσευχόντουσαν για όλους τους Ιουδαίους και για την αγία πόλη Ιερουσαλήμ (Β’ Μακκ. 15,12-14). Άλλωστε «η παράκληση του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη και αποτελεσματικότητα» (Ιακ. 5,16). Και οι άγιοι θεωρούνται οι καλύτεροι φίλοι μας στον ουρανό, όπως ακριβώς ήσαν και στη γη. Και με αυτήν την έννοια ονομάζονται πρεσβευτές και μεσίτες. Διότι εισακούουν τις προσευχές μας και εύχονται για μας και παρακαλούν να εκδηλώσει το έλεός Του ο Θεός στον κόσμο του, αφού μετά την εκδημία τους άλλωστε από την εδώ ζωή βρίσκονται σε καλύτερη θέση και έχουν πληρέστερη παρουσία και παρρησία κοντά στον Χριστό. 
Βλέπουμε σε εικόνες αγίων κάποιο φωτοστέφανο να περικυκλώνει την κεφαλή τους. Τι συμβολίζει αυτό το φως των αγίων.
  Οι άγιοι όπως είπαμε απολαμβάνουν την δόξα και το φως του Θεού. Το φως αυτό είναι άκτιστο, δεν είναι εκ του κόσμου αυτού, είναι αδημιούργητο και αιώνιο, όπως και ο Θεός. Οι άγιοι λοιπόν, ως συμμετέχοντες στην χάρη του Θεού, είναι κατά διαστήματα λουσμένοι με το άκτιστο αυτό φως, που είναι ενέργεια του Θεού και όχι η ουσία Του, αν και προέρχεται από την ουσία Του και αυτήν ενεργοειδώς φανερώνει. Την δόξα αυτή του Τριαδικού Θεού συμβολίζει και ο φωτοστέφανος των αγίων στις εικονικές αναπαραστάσεις τους. Την δόξα αυτή αποκαλύπτει ο προφήτης Δανιήλ να διοχετεύεται από τον θρόνο του Θεού (7,9), το φως αυτό βλέπουμε να περιβάλλει τον Μωϋσή στην φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτο (Έξοδ. 3,2), αλλά και να καταυγάζει το πρόσωπό του κατεβαίνοντας από το όρος Σινά (Έξοδ. 34,29-30). Μέσω του ιδίου αυτού φωτός ο προφήτης Ηλίας ανυψώνεται στον ουρανό δια πυρίνων αλόγων (Σοφ. Σειράχ 48,9), αλλά και την ουράνια αυτή δόξα Του αφήνει ο Χριστός να φανεί στους μαθητές Του κατά την Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. 9,29/Ματθ. 17,2), για να γνωρίσουν όλοι ότι σταυρώθηκε στη συνέχεια, αν και παντοδύναμος Θεός, επειδή και μόνο το θέλησε εκείνος.
Με παρόμοια περιστατικά της φανερώσεως της φωτοειδούς δόξας του Θεού είναι φυσικά γεμάτη η Παράδοση της Εκκλησίας, όπως δεικνύει το παράδειγμα του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ και του μαθητή του Μοτοβίλωφ, που από παραχώρηση Θεού ταυτόχρονα βίωσαν την επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές τους και έλαμψαν ως μικροί ήλιοι, βιώνοντες άρρητες εμπειρίες εκστάσεων ουρανίων. 
Πολλοί κύκλοι ετεροδόξων κατηγορούν τους Ορθοδόξους πως θεοποιούν τους αγίους. Ότι τους λατρεύουν σαν Θεούς. Τι απαντά η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ορισμένοι που διαδίδουν παρόμοιες απόψεις είναι εντελώς ανίδεοι τού τι σημαίνει Ορθόδοξη πίστη. Κανείς Ορθόδοξος δεν προσεύχεται σε αγίους και δεν επιζητεί τις μεσιτείες τους θεοποιώντας τους. Ούτε φιλώντας τις εικόνες έχουμε την αίσθηση πως ασπαζόμαστε φυσικά τον ίδιο τον άγιο ή τον Θεό. Εμείς λέμε ότι τιμητικά προσκυνούμε και σεβόμαστε τους αγίους και λατρευτικά μόνο τον Θεό. Άλλωστε βαπτιζόμαστε εις το όνομα του Tριαδικού Θεού (όχι στο όνομα κάποιου αγίου) και ολόκληρη η λατρεία μας (προσευχές, ύμνοι, θεία κοινωνία, ακολουθίες, ευχές, απολυτίκια αγίων κ.λπ.) είναι αφιερωμένη στον Θεό, άσχετα αν ο κάθε ναός είναι αφιερωμένος σε κάποιον άγιο ή αγία. Ακόμη, οι ίδιοι οι άγιοι, μάρτυρες, ασκητές, ομολογητές κ.λπ. τον Θεό ελάτρευσαν, σ’ αυτόν προσευχόντουσαν και γι’ αυτόν θυσίασαν τις ζωές τους. Με ποια λογική λοιπόν ισχυρίζονται κάποιοι ότι οι Ορθόδοξοι λατρεύουν μόνο τους αγίους, αντί του Τριαδικού Θεού;
Το ίδιο ισχύει όπως είπαμε και για τις εικόνες. Η τιμή που εκφράζουν οι πιστοί κατευθύνεται στα πρωτότυπα πρόσωπα που εικονίζουν, στον ουράνιο κόσμο των αγίων και των πνευμάτων, και όχι εννοείται στα υλικά κατασκευής της εικόνας(βλ. «Η λατρεία του Θεού και η τιμητική προσκύνηση των αγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, έκδ. Ι.Μ. Αγίας Παρασκευής Δομήρου Σερρών, σελ. 67-73).Τιμώντας δηλαδή τους αγίους, ή τις αγίες γυναίκες ή τα λείψανά τους, εξαίρουμε την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό, την αφοσίωσή τους στο Θεό, τον ενάρετο βίο τους, την αγάπη τους προς τους συνανθρώπους τους. Γίνονται έτσι οι άγιοι ένα παράδειγμα για όλους μας, αφού και ο απόστολος των εθνών μάς προτρέπει: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλουςεπιδιώκετε και την αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θα αντικρίσει τον Κύριο» (Εβρ. 12,14). Και πώς είναι δυνατόν στην Παλαιά Διαθήκη να τιμάται και να δοξάζεται λ.χ. ο ευσεβής βασιλιάς Εζεκίας μετά τον θάνατόν του από όλους τους Ιουδαίους και Ιεροσολυμίτες (Β’ Παρ. 32,33) και να μην δοξάζονται και τιμώνται μετά θάνατον οι άγιοι της Εκκλησίας;     
Άλλωστε ο Θεός αρνείται στην Παλαιά Διαθήκη την τιμή και λατρεία των ειδώλων, δηλαδή θεοποιημένων αντικειμένων, ζώων ή ανθρώπων και όχι την καθημερινή, θρησκευτική και λατρευτική χρήση διαφόρων πραγμάτων και εικόνων προς δόξαν του ονόματός Του. Διότι και ο Μωυσής διετάχθη από τον Θεό να κατασκευάσει δύο Χερουβείμ στα δύο άκρα του ιλαστηρίου της Διαθήκης (Έξοδ. 25,18-20), και ο βασιλιάς Σολομώντας σκάλισε αγγέλους Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες και άνθη στο Ναό που οικοδόμησε. με τα οποία ανάγλυφα σχήματα όμως και σχέδια ο Θεός ευαρεστήθηκε (Α’ Βασιλ. 9,3), διότι δεν τοποθετήθηκαν στους τοίχους για να λατρεύονται αλλά για τον καλλωπισμό του ναού του Θεού και την ένδειξη σεβασμού και αγάπης προς Αυτόν.
Η θεολογία της Εκκλησίας για το πώς αγιάζουν οι χριστιανοί και για τα άγια λείψανα.
Τα άγια λείψανα είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός και αφθαρτοποιεί την κτίση προς δόξαν Του και για την σωτηρία όλων. Τα λείψανα πολλών αγίων (και όχι όλων) μένουν άφθαρτα γιατί η χάρη του Θεού τούς είχε ιδιαίτερα επισκεφθεί όσο ζούσαν εν τω κόσμω, έχουν καταστεί σκεύη εκλογής του και η ενέργεια του Θεού έχει κατασκηνώσει στην καρδιά τους. Είναι μια απόδειξη ακόμη ότι θα αναστηθεί και το σώμα μας στην Δευτέρα Παρουσία, διότι όπως λέμε και στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος».  Άνθρωπος για την ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη δεν είναι μόνο η ψυχή, αλλά ψυχή και σώμα ενωμένα σε ένα αδιάσπαστο σύνολο, αφού και αυτός ο θάνατος είναι προσωρινός και δεν θα κρατήσει διαζευγμένα τα σώματα από τις ψυχές τους εσαεί.
Ο άγιος του οποίου το σκήνωμα διατηρείται ακέραιο έχει φτάσει στην φιλόθεη κατάσταση εκείνη που ονομάζουμε θέωση. Τα στάδια της κατά Χριστόν ζωής είναι τρία, χωρίς φυσικά να υπάρχουν μεταξύ τους στεγανά. Είναι το στάδιο της καθάρσεως, του φωτισμού του νοός και της θέωσης. Στο στάδιο της καθάρσεως ο χριστιανός παλεύει με την αμαρτία και με την χάρη του Θεού και με τη δική του άσκηση φτάνει στο σημείο να μην ενδίδει στις ορέξεις της σαρκός, στη σειρήνα της ηδονής και στο κοσμικό φρόνημα, ενώ μένει ταπεινός και επιδίδεται στην προσευχή και την έμπρακτον αγάπη. Στο στάδιο του φωτισμού του νοός, ο νους του πιστού, δηλαδή ο οφθαλμός της ψυχής του, ανοίγει στην παντοδύναμη χάρη του Θεού και ο χριστιανός αποκτά θείες εμπειρίες του Χριστού, όπως την διόραση, την προόραση, την μακρινή ακοή κ.α. Δυνάμεις, που όμως δεν είναι δικές του, αλλά του Αγίου Πνεύματος που έχει κατασκηνώσει μέσα του. Στην κατάσταση αυτή ο άγιος δεν βιώνει πλέον λύπη, οδύνη και στεναγμούς, αλλά την αναφαίρετη και μοναδική χαρά του ουρανίου πολιτεύματος που ζει από αυτή τη ζωή. Λιώνει μάλιστα από αγάπη ο μεταμορφωμένος πια άνθρωπος για όλη την κτίση και για τα άλογα ζώα, αλλά περισσότερο για τον συνάνθρωπό του και με τις θερμές προσευχές του απευθύνεται στον μόνο δυνάμενο να βοηθήσει ουσιαστικά παντεπόπτη Κύριο.
Στο ανώτατο στάδιο της θεώσεως ο χριστιανός λούζεται από τις ακτίνες του θείου και ακτίστου φωτός και για όσο διάστημα διαρκούν αυτές οι εμπειρίες κοινωνίας με τον Θεό, ο πιστός δεν νοιώθει πόνο, πείνα, δίψα ή άλλη βιολογική ανάγκη, αφού δεν τρέφεται πλέον από την βιολογία του, αλλά από την χάρη του Θεού. Αυτό το τελευταίο και μεγαλύτερο στάδιο πίστεως και έμπρακτης χριστιανικής ζωής, από αυτήν ήδη την ζωή, «δημιουργεί» τα άφθαρτα λείψανα των αγίων -αν και η αφθαρσία των λειψάνων δεν παύει να είναι ένα δώρο του Θεού σε ορισμένους αγίους (και η σωτηρία άλλωστε) και δεν είναι κατάσταση που φτάνει κανείς με τις δικές τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σε εκείνους που έζησαν με πάθος την ελπίδα και πίστη τους στον Θεό και δεν συνθηκολόγησαν με το κοσμικό πνεύμα ή δεν ενέδωσαν έως τέλους στις παγίδες του εχθρού.
Ο σκοπός επομένως της ζωής όλων μας είναι να γίνουμε άγια λείψανα, δεδομένου ότι ο θάνατος θα μας εύρει όλους και κανείς δεν θα ξεφύγει από την ανθρώπινη αυτή, παρεκκλίνουσα από το αρχικό σχέδιο του Θεού, μοίρα. Τα άγια λείψανα λοιπόν σηματοδοτούν την «αιώνιο ζωή και το μέγα έλεος» και προσανατολίζουν προς την ακοίμητο δόξα που περιμένει όλους μας, αφού καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας και βαδίσουμε πραγματικά στα χνάρια του Χριστού.  Είναι πνευματικοί φάροι, που κρατούν σε εγρήγορση διαχρονική τις προς τάσιν εκκοσμικεύσεως γενεές των χριστιανών, ώστε να μην ξεφύγουν από τον μόνο άξιο δρόμο της ζωής και παρασυρθούν από τα κύματα που σηκώνει το παμφάγο στόμα του άδη. Είναι οδοδείκτες που διαλαλούν ότι ο σκοπός της ζωής είναι η προσωπική μας Πεντηκοστή και η εμπειρία της Φλεγόμενης Βάτου του Μωυσή, που αποκτάται δωρεάν δια του φαρμάκου της αθανασίας, της Θείας δηλαδή Κοινωνίας και της διαρκούς μετανοίας. 
Οι μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση ότι ο σκοπός των ανθρωπίνων σωμάτων είναι να αγιάσουν και αφθαρτοποιηθούν, καθώς και οι ψυχές τους.
Ο απόστολος Παύλος μάς λέγει ότι τα σώματά μας είναι ναός του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας και ότι πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό  καί με τα σώματά μας καί με τις ψυχές μας, που και τα δύο ανήκουν στον Θεό (Α’ Κορ. 6,15-20).  Συνεχίζει μάλιστα σε άλλο σημείο για να πει ότι το ευτελές σώμα μας θα μετασχηματίσει ο Θεός και θα το μεταποιήσει σε σώμα σύμμορφο με το σώμα της δόξας Του (Φιλιππ. 3,21). Ευωδία των λειψάνων, θαυματουργία αυτών, καθώς και αντικειμένων των αγίων και τιμή προς αυτά αναφέρονται σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης (Β’ Κορ. 2,15/Ματθ. 9,20/Μαρκ. 6,13/Πράξ. 29,12), αλλά και της Παλαιάς Διαθήκης. Στο Β’ Βασιλειών 13,20-21 περιγράφεται η περίπτωση πεθαμένου που τον έριξαν στον τάφο του προφήτη Ελισαίου και μόλις ήρθε σε επαφή με τα οστά του προφήτη, θαυματουργικά ο νεκρός ζωντάνεψε και έζησε. Παρόμοια πίστη αναφέρεται και στο Γ’ Βασιλ., όπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τα παιδιά του να τον θάψουν όταν πεθάνει στον ίδιο τάφο που είχε θαφτεί κάποιος άνθρωπος του Θεού, ώστε τα οστά του αγίου ανθρώπου να οδηγήσουν με την δύναμη του Θεού και τον προφήτη στην σωτηρία (13,25-31)(βλ. π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Η Ορθοδοξία μας», Αθήνα 1994, σελ. 463-465).
Η τιμή προς τα άγια λείψανα επικρατούσε σε όλη την Εκκλησία, από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια.  Από το Μαρτύριο του Αγίου Πολυκάρπου μαθαίνουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί συναθροίζονταν στους τάφους των μαρτύρων, τελούσαν πάνω στα λείψανά τους τη θεία λειτουργία και τιμούσαν ιδιαίτερα τη μνήμη τους. Με το λείψανο του αγίου Κυπριανού γινόντουσαν πολλά θαύματα, όπως διασώζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενώ το τίμιο και χαριτόβρυτο λείψανο της αγίας Ιουλίττας, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, αγιάζει την πόλη, τους επισκέπτες και τους αρρώστους. Τέλος, και ο μελίρρυτος ποταμός της σοφίας, ιερός Χρυσόστομος, κηρύττει ότι οι ναοί, οι λειψανοθήκες των αγίων και πολύ περισσότερο τα ίδια τα οστά τους, οδηγούν στην ψυχοσωματική υγεία, στην απομάκρυνση των δαιμονίων και την ελευθερία από την καταδυνάστευσή τους(βλ. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, «Εγχειρίδιο αιρέσεων…», έκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης, σελ. 63-66).
Τα λείψανα επομένως των αγίων που διατηρούνται ανέπαφα είναι ένα συνεχές θαύμα. Διότι είναι απολύτως λογικό να πιστεύει κανείς ότι όπως η μηλωτή του προφήτη Ηλία που διαχώρισε τα νερά του Ιορδάνη, τα μαντήλια της κεφαλής ή του λαιμού του αποστόλου Παύλου (Πράξ 19,12) και η σκιά του αποστόλου Πέτρου (Πράξ. 5,15) έκαναν «σημεία και τέρατα» όσο εκείνοι ζούσαν, έτσι και τα ίδια τα άφθαρτα σώματα των αγίων, που παραμένουν στην υπηρεσία των ανθρώπων, επιτελούν ουκ ολίγα θαύματα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφού επισημαίνει ότι στην εποχή του τα θαύματα ιάσεων έχουν λιγοστέψει ανάμεσα στους πιστούς, διότι έχει απλωθεί πλέον ο Χριστιανισμός στον κόσμο και το ανώτερο θαύμα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία, μας λέγει ακόμη ότι στα λείψανα των αγίων παρευρίσκεται όχι κάποια ψυχική δύναμη, αλλά εκείνη η δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που προσανατολίζει συνεχώς προς την ανάσταση των σωμάτων με τα θαύματα που επιτελούν (εις τον ιερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Επομένως τα σώματα των αγίων θαυματουργούν λόγω της σύνδεσης των χριστιανών  -όσο ζούσαν πάνω στη γη- με το σώμα του Χριστού, του οποίου η χάρη είναι αποταμιευμένη στην Εκκλησία και στην οποία αυτή χάρη εμποτίζεται και το σώμα του πιστού, εφόσον ζει έμπρακτα την ορθόδοξη χριστιανική πίστη του, ασκείται, κοινωνεί, ταπεινώνεται και αγαθοεργεί. 
Τέλος, ο Θεός είναι πάντα νέος, είναι ό,τι πιο όμορφο υπάρχει και η αγάπη του δεν έχει όρια. Και μας καλεί στον δρόμο της αγιότητας, γιατί Εκείνος είναι όντως άγιος και μόνο αυτός ο τρόπος ζωής θα επικρατήσει στους αιώνες των αιώνων. Ο Θεός δεν είναι φόβητρο ή αστυνόμος του ουρανού, που αναζητάει παντού τον ένοχο για να τον καταδικάσει, όπως σκεφτόντουσαν κάποτε στη Δύση. Ο άνθρωπος είναι αντίθετα εκείνος που από μόνος του, και με σκέψεις, λόγια ή έργα, απομονώνεται και χάνει την Χάρη του Θεού. Δηλαδή με τον τρόπο της ζωής του αποτυχαίνει, αστοχεί να βαδίσει την οδό της αλήθειας και αποξενώνεται απ’ το πρόσωπο του Κυρίου και από την κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Ο Καρλ Ράινερ, ένας σπουδαίος γερμανός θεολόγος, περίπου έλεγε: ‘Δόξα τω Θεω, που ένα 60% των απόψεων περί Θεού, στις οποίες ορισμένοι πιστεύουν σήμερα, δεν ισχύουν πραγματικά για τον Θεό’. Πώς θα βρούμε επομένως πραγματικά τον Θεό και την γνήσια εικόνα του; Είναι αλήθεια πως ο ίδιος Θεός αποκαλύπτεται προσωπικά μέσα στην Εκκλησία Του, δια της πίστεως, της μυστηριακής ζωής και της άδολης αγάπης. Αποκαλύπτεται στις καθαρές καρδιές, που με την προσευχή και την άσκηση έχουν γίνει χώρος διαμονής Του.           

[Για περισσότερες πληροφορίες, ο αναγνώστης μπορεί να προστρέξει στο βιβλίο της Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Μιχαήλ Γ. Χούλη, εκδ. Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Οκτ. 2006] 


:πηγή

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ιωάννου, κεφ. ιζ’, 1-13) του Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
(Ιωάννου, κεφ.  ιζ’, 1-13)
του Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


   ΟΙησούς Χριστός, λίγο πριν να συλληφθεί και στη συνέχεια να σταυρωθεί, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, έφτασε η ώρα.φανέρωσε τη δόξα του Υιού σου, ώστε και ο Υιός σου να φανερώσει τη δική σου δόξα. Εσύ του έδωσες εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους.έτσι κι αυτός θα δώσει την αιώνια ζωή σε όλους αυτούς που του εμπιστεύτηκες. Και νά πια είναι η αιώνια ζωή: Να αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς και εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό. Εγώ φανέρωσα τη δόξα σου πάνω στη γη, αφού ολοκλήρωσα το έργο που μου ανέθεσες να κάνω. Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σε σένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος. Εγώ σε έκανα γνωστό στους ανθρώπους που τους πήρες μέσα από τον κόσμο και μου τους εμπιστεύτηκες. Ανήκαν σε σένα, και εσύ τους έδωσες σε μένα, κι έχουν δεχθεί το λόγο σου. Αυτοί τώρα ξέρουν πως όλα όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα.διότι τις διδαχές που μου έδωσες, εγώ τις έδωσα σ’ αυτούς, κι αυτοί τις δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως πραγματικά από σένα προέρχομαι, και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες στον κόσμο. 
Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί ανήκουν σ’ εσένα. Κι όλα όσα είναι δικά μου είναι και δικά σου, και τα δικά σου είναι και δικά μου, και δι’ αυτών θα φανερωθεί η δόξα μου. Τώρα δεν είμαι πια μέσα στον κόσμο.ενώ αυτοί μένουν μέσα στον κόσμο, κι εγώ έρχομαι σε σένα. Άγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου που μου χάρισες, για να μείνουν ενωμένοι όπως εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους διατηρούσα στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο άνθρωπος της απώλειας, για να εκπληρωθούν τα λόγια της Γραφής. Τώρα όμως εγώ έρχομαι σε σένα, και τα λέω αυτά όσο είμαι ακόμα στον κόσμο, ώστε να έχουν τη δική μου τη χαρά μέσα τους σ’ όλη την πληρότητά της. Εγώ τους έδωσα το δικό σου μήνυμα.ο κόσμος όμως τους μίσησε γιατί δεν ανήκουν στον κόσμο, όπως και εγώ δεν προέρχομαι από τον κόσμο. Σε παρακαλώ, όχι να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους προστατέψεις από το διάβολο. Δεν προέρχονται από τον πονηρό κόσμο, όπως και εγώ δεν προέρχομαι απ’ αυτόν τον κόσμο».
Στην προσευχή αυτή του Θεανθρώπου Ιησού αποκαλύπτονται ζωτικά πνευματικά θέματα για τον άνθρωπο κάθε εποχής. Αρχικά φαίνεται ότι ο Χριστός είναι ο αιώνιος και μονογενής Υιός του Θεού, ότι πάντοτε προϋπήρχε, ότι απολαμβάνει την ίδια δόξα με τον Πατέρα του και ότι γνωρίζει ακριβώς τι πράττει για την σωτηρία των ανθρώπων. Θα πάθει μάλιστα υπέρ των ανθρώπων και γι’ αυτό γεννήθηκε ως άνθρωπος στη γη. Η πίστη της Εκκλησίας στη θεότητα του Κυρίου είναι ο λόγος που η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους 318 Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ., στη Νίκαια Κωνσταντινούπολης), οι οποίοι αντιμετώπισαν την πλήρως εσφαλμένη θεολογικά αίρεση του Αρείου, που διέδιδε ότι ο Υιός του Θεού υπήρξε το τελειότερο δημιούργημα του Θεού και όχι Θεός.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέγραψαν μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο την πίστη της Εκκλησίας (επειδή οι ίδιοι αγιοπνευματικά τη βίωναν), ότι ο Υιός του Θεού είναι ο μ ο ο ύ σ ι ο ς με τον Πατέρα του, έχει την ίδια ουσία με τον Θεό, και δεν είναι κτίσμα αλλά γέννημα. Αυτή είναι η διαχρονική πίστη της Εκκλησίας, στην οποία βασίζονται όλες άλλωστε οι επόμενες Οικουμενικές Σύνοδοι, και το δόγμα αυτό της θεότητας του Υιού είναι το βασικότερο για έναν χριστιανό. Στο Σύμβολο εξάλλου της Πίστης μας αναγράφεται ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος και αληθινός Θεός, μονογενής Υιός του Θεού, που γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων. Σημερινοί συνεχιστές των απόψεων του Αρείου είναι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι αρνούνται την σημαντικότερη, όπως είπαμε, αυτή αλήθεια του Χριστιανισμού περί της Θεότητας του Χριστού, που ίσχυε από τα χρόνια ήδη των αποστόλων. Ο ίδιος ο Ιησούς π.χ. διακηρύσσει: «Εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα» (Ιωάννη 10,30). Στον απόστολο Φίλιππο, που του ζήτησε κάποτε να τους αποκαλύψει τον Πατέρα του, τού λέγει: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες;» (Ιω. 14, 8-10). Και στον απόστολο Θωμά, που ρώτησε να μάθει τον δρόμο προς τον Θεό, απαντά: «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή». Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Αν και είχε την Θεότητα εκ φύσεως (εν μορφή Θεού υπάρχων), δεν φοβήθηκε να αφήσει τη δόξα του. Αλλά ταπεινώθηκε (εαυτόν εκένωσε), λαμβάνοντας μορφή ανθρώπου» (Φιλιπ. 2,6-7). Ο δύσπιστος απόστολος Θωμάς, βλέποντάς τον αναστημένο, ομολογεί: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Ο Ιησούς όχι μόνο δεν τον διορθώνει, αλλά του λέει: «Επειδή με είδες Θωμά πίστεψες; Μακάριοι όσοι θα πιστέψουν χωρίς να με δουν» (εννοείται με τα σωματικά τους μάτια). Στους Ιουδαίους δήλωσε: «Πριν καν υπάρξει ο Αβραάμ, Εγώ Είμαι» (Ιω. 8,58). Οι Ιουδαίοι εξέλαβαν τα λόγια Του (όπως και ήταν) ως ταύτισή του με τον ύψιστο Θεό. Γι’ αυτό και πήραν πέτρες να τον λιθοβολήσουν. Γιατί πράγματι ο Θεός χρησιμοποιεί για τον εαυτόν του την έκφραση «Εγώ Είμαι» στην Π.Δ. (Έξοδος 3,14). Ο Ιησούς Χριστός, στην Αποκάλυψη, λέγει περί εαυτού: «Εγώ είμαι το Α και το Ω, Εκείνος που υπάρχει, υπήρχε και θα έλθει και πάλι, ο Παντοκράτορας» (1,8) και ακόμη: «Ο πρώτος και ο τελευταίος, η Αρχή και το Τέλος» (22,13). 
Αποκαλύπτει λοιπόν ο Χριστός ότι είχε πάντοτε κοινή τη δόξα με τον Πατέρα του και ότι όποιος πιστέψει σ’ αυτόν ως Θεάνθρωπο θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Με τη μορφή του Θεανθρώπου έχει εξουσία από τον Πατέρα του, ο οποίος και του εμπιστεύτηκε το ποίμνιό Του για να ολοκληρώσει το έργο λύτρωσης των ανθρώπων. Τονίζεται ακόμη πως ό,τι κάνει ο Υιός το κάνει σε απόλυτη συνεννόηση με τον Πατέρα του και δεν ενεργεί από μόνος του. Όλα όσα άκουσε από τον Πατέρα του μετέδωσε στους ανθρώπους και οι πιστοί δέχτηκαν το λόγο του ως προερχόμενο από τον Θεό. Αντιδιαστέλλεται μάλιστα η Εκκλησία από τον κόσμο, αφού η Εκκλησία είναι φύραμα θείας ζωής, ενώ το κοσμικό φρόνημα είναι εχθρικό προς τα πράγματα του Θεού.  
Ανακοινώνει ότι σε λίγο θα απομακρυνθεί από τον κόσμο και θα υπάγει και πάλι στον Πατέρα του. Παρακαλεί λοιπόν τον Πατέρα του να είναι ενωμένοι οι -απανταχού της γης και διαχρονικά- μαθητές Του διά του ονόματός Του μαζί Του και μεταξύ τους, όπως είναι ενωμένος αϊδίως ο Πατέρας με τον Υιό του. Μέσα απ’ αυτή την ένωση κρατήθηκαν πράγματι ενωμένοι και οι μαθητές του –μόνο ο Ιούδας οικειοθελώς απομακρύνθηκε- ενώ στο έργο και τη διδασκαλία Του εκπληρώθηκαν εξάλλου και οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Εκκλησία σημαίνει πορεία ενότητας, συμφιλίωσης και αγάπης. Διαφορετικά δεν επιτυγχάνεται το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο, που είναι το να είμαστε όλοι ένα, με το Θεό και μεταξύ μας. Πράγμα που σημαίνει βέβαια ότι πιστεύουμε στις ίδιες χριστιανικές αλήθειες που απεκάλυψε ο Χριστός, οι απόστολοι και οι άγιοι (τους οποίους τιμάμε σήμερα ως φίλους, ενωμένους με το Θεό και συνεχιστές του έργου Του) και όχι σε ιδιωτικές, πεπλανημένες, διαφορετικές διδασκαλίες, με τις οποίες κάποιοι προσπάθησαν στους αιώνες να παρασύρουν τους πιστούς.
Η ένωση με τον Θεό είναι χαρά, αποκαλύπτει ο Κύριος, και αυτή την πνευματική χαρά, που δεν κατάφεραν τα μαρτύρια και οι διωγμοί να μειώσουν, την έχουν εν Αγίω Πνεύματι όλοι οι άγιοι στην ιστορία. Πρόκειται περί της χαράς που συνοδεύει την πίστη ότι ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος για την σωτηρία μας Υιός του ουράνιου Πατέρα και ότι δεν εγκαταλείπει τα παιδιά του αβοήθητα και εκτεθειμένα στο μίσος του κόσμου και του διαβόλου. Η αλήθεια του Θεού ξεχωρίζει από το κοσμικό φρόνημα και μέσω αυτής υιοθετούνται οι πιστοί από τον Θεό. Οι άγιοι όλων των εποχών προέρχονται από το Άγιο Πνεύμα και όχι από το κοσμικό πνεύμα, που μισεί τους προφήτες και διώκει τους ανθρώπους του Θεού.
Ο Κύριος Ιησούς, στην αρχιερατική προσευχή του -που διαβάζεται στο Ευαγγέλιο της σημερινής, έβδομης από το Πάσχα Κυριακής, της τελευταίας Κυριακής πριν την μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής (των γενεθλίων της Εκκλησίας)- επισημαίνει, όπως και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, πως στον κόσμο θα έχουμε πολλές φορές θλίψη και πόνο. Όμως ο Χριστός είναι ασύγκριτα πιο δυνατός και αληθινός από την ψευτιά και την υποκρισία του κοσμικού φρονήματος. Ακολουθούντες Εκείνον, και μένοντες, εν ταπεινώσει και μετανοία, προσκολλημένοι στις αλήθειες της Εκκλησίας, θα οδηγηθούμε από αυτήν ήδη τη ζωή στο ανέσπερο φως του προσώπου Του. Αυτή τη δωρεά -διότι δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα- βίωσαν, μέσω της πίστεως και της αγάπης, ιδιαίτερα η Παναγία και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας (στο μέτρο της συν-ενέργειας του καθένα ξεχωριστά με το Θεό), δηλαδή οι μαθητές, οι αδελφοί και οι δείκτες του Θεανθρώπινου προσώπου Του, διαχρονικά στην ιστορία και στα πέρατα του κόσμου.



πηγή

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ - Ιωάν. 17, 1-13 ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ π. ΓΕΡΑΣΙΜΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ


Η σημερινή γιορτή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ( 325 μ.Χ.) μας δίνει αφορμή να προσεγγίσουμε ένα από τα πιο παρεξηγημένα θέματα. Πρόκειται για το θέμα της αυθεντίας της πίστεως από τους μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας. Μέχρι ποίου σημείου μπορούμε ν’ αλλάξουμε την έκφραση της πίστεως χωρίς να τη νοθεύσουμε; Τι σημαίνουν για μας οι Άγιοι Πατέρες; Γιατί να μένουμε σ’ όσα μας είπαν εκείνοι;


Για να δοθεί μια σωστή απάντηση πρέπει προηγουμένως να δούμε τι είναι κατά την Εκκλησία οι Πατέρες. Πατέρες είναι οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί δάσκαλοι, που εξέφρασαν σωστά την πίστη της Εκκλησίας και την εφήρμοσαν στη ζωή τους. Μ’ άλλα λόγια δύο είναι τα γνωρίσματα των Πατέρων: η αγιότητα και το ορθόδοξο φρόνημα.

Όταν κάνουμε λόγο για αγιότητα συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει στα θαύματα η στο μαρτύριο. Αυτό μέχρι ενός σημείου είναι σωστό. Η αγιότητα όμως είναι κάτι ευρύτερο. Είναι ο καθημερινός αγώνας για τη βίωση του καινούργιου κόσμου του Θεού. Είναι ο καθημερινός αγώνας για την αγάπη, την ελπίδα, για τη σωτηρία του κόσμου. Ο άγιος είναι μάρτυρας έστω κι’ αν δεν φαίνεται το μαρτύριο του. Γιατί μαρτύριο είναι ο καθημερινός αγώνας κατά του παλαιού ανθρώπου, του εγωϊσμού και των παθών. Είναι ακόμη ένας συνεχές θαύμα η ζωή ενός αγίου, έστω κι’ αν δεν προκαλεί τον θαυμασμό των άλλων. Γιατί πραγματικό θαύμα είναι η αναγέννηση ενός ανθρώπου. Είναι θαύμα η ένωση του με τον Χριστό δια των αγίων μυστηρίων. Είναι θαύμα η καθημερινή προσευχή για τον κόσμο για τους φίλους και τους εχθρούς.

Αυτή την θαυμαστή και μαρτυρική αγιότητα είχαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Κοντά σ’ αυτή όμως έδειξαν και μια άλλη πτυχή της χριστιανικής ζωής. Την δυνατότητα να εκφράσουν σωστά την πίστη της Εκκλησίας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Αυτό το τελευταίο είναι που ξεχωρίζει τους Πατέρες. Σε στιγμές κρίσιμες για την Εκκλησία, όταν οι αιρετικοί αμφισβήτησαν την Αλήθεια της Εκκλησίας, οι Πατέρες υπερασπίσθηκαν την πίστη και την διατύπωσαν στις Συνόδους και στα συγγράμματα τους με πληρότητα και σαφήνεια. Δεν είπαν καινούργια πράγματα. Απλώς διατύπωσαν με τον καλύτερο τρόπο την πίστη της Εκκλησίας. Δεν ήταν «θεωρητικοί» που αναθεωρούν και προσαρμόζουν στις ανάγκες την αρχική θεωρία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει στην Εκκλησία, γιατί θα σήμαινε απώλεια της ταυτότητας της. Η Αλήθεια δεν αλλάζει κατά εποχές και τις γνώμες των ανθρώπων. Γιατί η Αλήθεια είναι η αποκάλυψη του Θεού με την ενσάρκωση ρου Λόγου Του. Αυτή η Αλήθεια δεν αλλάζει.

Αυτόν λοιπόν τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της Αλήθειας τόνισαν οι Πατέρες, όταν κάποιοι αιρετικοί προσπάθησαν να προσαρμόσουν στα ανθρώπινα μέτρα την χριστιανική διδασκαλία. Κριτήριο τους δεν ήταν η ανθρώπινη σοφία, έστω κι’ αν την κατείχαν. Προτίμησαν να μείνουν σχεδόν μόνοι τους, αλλά πιστοί στο Ευαγγέλιο χωρίς να φοβηθούν ταλαιπωρίες, εξορίες και διωγμούς. Ούτε επεδίωξαν τη φιλία των ισχυρών της γης. Γιατί η ορθοδοξία, η σωστή και ακέραιη πίστη δεν βασίζεται στα πρόσκαιρα κριτήρια των δυνατών της γης.

Τελικά οι Πατέρες είναι οι επώνυμοι εκκλησιαστικοί ηγέτες που εξέφρασαν σωστά όλους τους ανώνυμους πιστούς. Είναι οι λίγοι εκείνοι που μίλησαν στο όνομα των πολλών. Αυτοί που εκφράζουν το φρόνημα και το ήθος της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Είναι δηλ. οι εκφραστές και οι φορείς της Παραδόσεως.

Πολλοί έχουν αντιρρήσεις στο άκουσμα της παραδόσεως και ηχεί παράξενα στ’ αυτιά του ανθρώπου του 21ου αιώνα, γιατί νομίζουν ότι αναφέρεται στο χθες. Η παράδοση όμως δεν είναι μουσειακό κατάλοιπο μιας άλλης εποχής. Αν ήταν κάτι τέτοιο, η Εκκλησία θα ανήκε στο παρελθόν. Η Εκκλησία όμως δεν είναι κάτι τέτοιο. Είναι η ζωντανή συνείδηση της Εκκλησίας και ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας. Είναι η συνέχεια της πορείας του λαού του Θεού μέσα στον κόσμο. Ξέρουμε ότι υπάρχομε σήμερα, γιατί είμαστε βέβαιοι ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι που υπήρχαμε χθες. Κι’ αυτό δεν είναι υπόθεση μνήμης, αλλά ταυτότητα συνειδήσεως.

Οπότε όταν κατανοούμε έτσι την παράδοση καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπορεί ν’ αλλάζει. Γιατί αν άλλαζε, δεν θα ήταν παράδοση.

Εξ άλλου στις Συνόδους και στα συγγράμματα των Πατέρων στη λειτουργική σύναξη και στην καθημερινή χριστιανική ζωή το «δρών πρόσωπον» είναι ο Παράκλητος. Αυτός κατευθύνει την Εκκλησία μέσα στην ιστορία μέσα από την ανθρώπινες μικρότητες και τα πάθη «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν». Η φωνή Του είναι η παράδοση. Το κήρυγμα Του απηχούν οι Πατέρες. Την μαρτυρία Του ακούει η Εκκλησία, όταν βέβαια μένει πιστή στην Αλήθεια.

Άρα, δεν είναι οπισθοδρόμηση στο παρελθόν η εμμονή μας στην Παράδοση. Αποδοχή της σημαίνει βεβαιότητα για τη ταυτότητα μας. Τιμή στους Πατέρες σημαίνει αναγνώριση της πίστεως μας μέσα στην πληρότητα της διδασκαλίας τους. Κι’ ακόμη αποδοχή της Παραδόσεως σημαίνει την καθοδήγηση μας από το Άγιο Πνεύμα.

Αυτό το τελευταίο σημαίνει μια συνεχή εγρήγορση και έναν αδιάκοπο αγώνα στο σήμερα. Σημαίνει, ότι συνεχίζουμε σήμερα να μαρτυρούμε τη χριστιανική πίστη όπως έκαναν οι Πατέρες στην εποχή τους. Με τα δικά μας σύγχρονα όργανα παίζουμε την ίδια αρμονία της ορθοδοξίας και της αγιότητας, όπως δείχνει καθημερινά το Άγιο Πνεύμα. Με άλλα λόγια είμαστε υπεύθυνοι για τη συνέχιση της χριστιανικής πορείας μέσα στον σημερινό κόσμο.

Βέβαια δεν είναι εύκολη υπόθεση να αγωνίζεσαι καθημερινά για τον εαυτό σου, για τους άλλους, για ολόκληρο τον κόσμο.

Χρειάζονται πολλές θυσίες. Ο δρόμος δεν είναι πάντα ομαλός.

Η ζωή των Πατέρων το δείχνει καθαρά. Η αγιότητα περνά από δύσβατα μονοπάτια και η ορθοδοξία συναντά πολλά εμπόδια.

Αλλά ποιος είπε ότι η χριστιανική ζωή είναι για τους στενόκαρδους ; Ο χριστιανισμός δεν είναι για ολιγόπιστους αλλά για ανθρώπους με ψυχικό μεγαλείο. «Οὐ πεισμονῆς τό ἔργον ἀλλά μεγέθους ἐστίν ὁ χριστιανισμός».

π.Γ.Στ.


« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ » π.Βασίλειος Γιαννακόπουλος

Την ΣΤ΄ Κυριακή μετά το Άγιο Πάσχα, η Αγία μας Εκκλησία, αγαπητοί μου φίλοι, τιμά και εγκωμιάζει τους 318 θεοφόρους Πατέρες που συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας. Αποδίδει έπαινο σε εκείνους που αγωνίσθηκαν για να θεμελιώσουν την Ορθόδοξη Πίστη μας. Όλοι οι Χριστιανοί έχουμε χρέος να τιμάμε τους ήρωες της Εκκλησίας που μας χάρισαν την πνευματική ελευθερία και μας απάλλαξαν από το σκοτάδι της πλάνης. Οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου έζησαν σε μια δύσκολη εποχή πνευματικών αμφισβητήσεων. Κι όμως με τη θεολογία τους και την αγία ζωή τους στερέωσαν την πίστη και την πράξη της Εκκλησίας. Είναι οι αιώνιοι διδάσκαλοι και οι μιμητές του Χριστού.
Οι Άγιοι Πατέρες θεολόγησαν αποστολικά και ορθόδοξα. Με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος μίλησαν και έγραψαν για την Αγία Τριάδα, για τις δύο φύσεις του Θεανθρώπου Χριστού, για τη Θεοτόκο και για πολλά άλλα θεολογικά θέματα. Με απλό τρόπο μετέφεραν στους πιστούς βαθυστόχαστα δόγματα, προκειμένου οι Χριστιανοί να κατανοήσουν την πίστη τους. Ζώντας μέσα στη λαίλαπα των αιρέσεων αγωνίσθηκαν να κρατήσουν μακριά από την πλάνη τους ανυποψίαστους πιστούς. Διακήρυξαν πως με την αίρεση ο άνθρωπος «της Εκκλησιαστικής ενώσεως αποσχίζεται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ΞΘ΄ Κανόνας της Καρθαγένης Συνόδου. Στον αγώνα τους αυτό συνάντησαν πολλά εμπόδια, που προήλθαν από τους ανθρώπους της αμαρτίας.
Βέβαια οι Άγιοι Πατέρες δεν έμειναν μόνο στη θεολογία, αλλά την πίστη την έκαναν καθημερινή ζωή. Με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα ελευθερώθηκαν από τα πάθη τους. Με την άσκηση και την προσευχή έφθασαν από το «κατ’ εικόνα» (ΓΕΝ. 1,26) στο «καθ’ ομοίωσιν» (ΓΕΝ. 1,26). Έζησαν σύμφωνα με την διδασκαλία του Χριστού, με απλότητα, πτωχεία, ταπείνωση και αγάπη. Αγάπησαν τον άνθρωπο και αναλώθηκαν στην εξυπηρέτηση των αναγκών του. Κάθε πράξη τους ήταν εφαρμογή της θεωρίας. Για το ποίμνιό τους θυσίασαν οτιδήποτε προσωπικό, ακόμη και τη ζωή τους. Πίστευαν ακλόνητα στον Ευαγγελικό λόγο : «Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων» (ΙΩΑΝ. 10,11).
Οι Άγιοι Πατέρες δεν στερέωσαν μόνο την Εκκλησία της εποχής τους, αλλά την Εκκλησία όλων των αιώνων. Η διδασκαλία τους και η ζωή τους ήταν τέτοια που η Εκκλησία πραγματικά στερεώθηκε στις καρδιές των ανθρώπων. Δεν έμειναν μόνο στις θεωρίες. Η καθημερινή τους ζωή ήταν γεμάτη ασκήσεις, προσευχή και βοήθεια προς τον πονεμένο συνάνθρωπο. Όλοι οι Χριστιανοί όλων των αιώνων οφείλουμε να καυχόμαστε για τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Οφείλουμε να τους τιμάμε. Πολύ περισσότερο να τους τιμάμε με τον αγώνα μας και την αγία ζωή μας. Πρέπει να προχωρήσουμε και στη μίμηση των έργων τους και της ζωής τους. Έτσι κι ο κόσμος θα ωφεληθεί από την παρουσία μας και θα πιστέψει στον Χριστό.
Ζούμε δυστυχώς σ’ έναν κόσμο συγχύσεων και ανακατατάξεων. Ιδανικά δεν υπάρχουν, η αθεΐα θριαμβεύει, ο υλισμός και η σαρκολατρεία θεοποιούνται, το ανθρώπινο πρόσωπο χάνει την αξία του. Παντού υπάρχει κρίση και εξαθλίωση. Υπάρχουν χώρες που ζουν μέσα στην πείνα και την εξαθλίωση, ενώ οι ισχυροί της γης θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Υπάρχουν χώρες που ζουν κάτω από τη βία και την τρομοκρατία άλλων χωρών. Μέσα σ’ αυτά τα κύματα ταξιδεύει το ταξίδι της Ιστορίας, αλλά και η δική μας χώρα. Έχει όμως μια ευκαιρία να μη παρασυρθεί στο ρεύμα της κρίσεως αυτής. Να κρατηθεί στερεή σε αυτά που δίδαξαν οι Άγιοι Πατέρες μας και η Αγιωτάτη Εκκλησία μας.
Αγαπητοί μου φίλοι, οφείλουμε – αν θέλουμε να σωθούμε προσωπικά ο καθένας αλλά και σαν έθνος – να διατηρήσουμε ανόθευτα τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις και τον πολιτισμό μας. Οφείλουμε να κάνουμε την πίστη και τη ζωή των Αγίων Πατέρων, δική μας πίστη και ζωή. Οι Άγιοι Πατέρες και κατ’ επέκταση η Ορθόδοξη Πίστη μας αποτελούν εγγύηση για την απρόσκοπτη πορεία κάθε ανθρώπου μέσα στην αβεβαιότητα της σύγχρονης ζωής. Αυτό είναι και το μήνυμα της σημερινής εορτής των Αγίων Πατέρων. Επιστροφή στους Πατέρες. Επιστροφή στη θεολογία των Πατέρων. Επιστροφή στην αγία ζωή των Πατέρων. Έτσι μόνο θα βγούμε από τα αδιέξοδα, στα οποία μας έχει οδηγήσει ο σύγχρονος Πολιτισμός και η Παγκοσμιοποίηση.
Με αγάπη Χριστού,

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ιωαν. 1ζ 1-13) (Πραξ. Κ΄16-18, 28-36) Η σώζουσα πίστη «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
27 ΜΑΪΟΥ 2012
(Ιωαν. 1ζ 1-13) (Πραξ. Κ΄16-18, 28-36)
Η σώζουσα πίστη
«εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν»
Η αλήθεια της πίστεως κρατήθηκε ανόθευτη μέσα από τους αγώνες που διεξήγαγαν μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, η οποία για τη μεγάλη προσφορά τους θέλει να τους τιμά και να τους μνημονεύει. Έτσι, την τελευταία Κυριακή πριν από τη μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής, αποδίδεται τιμή στους 318 θεοφόρους Πατέρες που λάμπρυναν με την παρουσία τους την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκλήθηκε στη Νίκαια το 325 μ.Χ. Οι Πατέρες όρθωσαν το ανάστημά τους εναντίον της αίρεσης του Αρείου και κράτησαν στερεά την πίστη. Διακήρυξαν με παρρησία και θάρρος ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «ομοούσιος και ομότιμος τω Θεώ και Πατρί, δηλαδή Θεός αληθινός και εν σαρκί τέλειος άνθρωπος».
Η καταδίκη της πλάνης
Οι 318 Πατέρες που τιμά σήμερα η Εκκλησία ανέκοψαν την πλάνη του Αρείου, ο οποίος ανέτρεπε με τις κακοδοξίες του το σωτηριολογικό έργο και έθετε εν αμφιβόλω την προοπτική της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Χριστόν, τον οποίο υποβάθμιζε σε κτίσμα. Προσπαθούσε να συμβιβάσει στα στενά όρια της λογικής του τις θείες αλήθειες. Αν ο Χριστός δεν ήταν αληθινός Θεός, όπως ισχυριζόταν, όχι μόνο δεν θα έσωζε τον άνθρωπο αλλά θα είχε και ο ίδιος ανάγκη σωτηρίας. Ο Χριστός είναι ο λυτρωτής του κόσμου γιατί είναι αδιάσπαστα ενωμένος και ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα. Ο Κύριος δεν παρέλειπε ποτέ να διαβεβαιώνει ότι «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν».
Οι Πατέρες, με επικεφαλής το ασύλληπτο ανάστημα του Μεγάλου Αθανασίου πρόβαλαν απέναντι στις επικίνδυνες πλάνες το αποδεικτικό στοιχείο της καθημερινής εμπειρίας της Εκκλησίας. Μέσα από το μεγαλείο της, αποκαλύπτεται το θαυμαστό της εν Χριστώ σωτηρίας και της δυνατότητας του ανθρώπου να φθάσει στη θέωση. Αυτό άλλωστε μαρτυρεί και το νέφος των αγίων που σκεπάζει το οικοδόμημα της Εκκλησίας. Μάλιστα, οι πατερικές αυτές μορφές συνέταξαν τότε και μέρος του Συμβόλου της Πίστεως, με το οποίο δίνουμε ομολογία σε κάθε Θεία Λειτουργία. Κυρίως όμως οι Πατέρες έδωσαν την πιο ισχυρή μαρτυρία για την αλήθεια της Εκκλησία με την ίδια τη ζωή και το άγιο παράδειγμά τους.
Την Κυριακή αυτή η Εκκλησία επέλεξε την ευαγγελική περικοπή που αναφέρεται στην αρχιερατική, όπως χαρακτηρίζεται, προσευχή του Κυρίου. Είναι η ώρα που ο Κύριος κάνει λόγο για τη δόξα του, την οποία συνέδεσε με το «εκούσιο Πάθος». Ο Χριστός αποκαλύπτει την αυθεντική ζωή όταν μάς προσφέρει τον εαυτό του μέσα από τη σταυρωμένη αγάπη του. Η προσφορά αυτή που καταξιώνεται κορυφούμενη στην προοπτική της σταυρικής θυσίας, αποκαλύπτει και τη δόξα του Θεανθρώπου.
Ο Χριστός με το έργο του ανοίγει μια νέα προοπτική. Ως υπόδειγμα και πρότυπο προβάλλεται η ενότητα της Αγίας Τριάδος που αποκαθιστά την πιο αυθεντική κοινωνία: «τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου…ίνα ώσιν εν καθώς ημείς».
Αγαπητοί αδελφοί, η αλήθεια της Εκκλησίας, όπως τη διαφύλαξαν με τους αγώνες τους οι 318 θεοφόροι Πατέρες που έλαβαν μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και που διατηρείται ανόθευτη με την παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, είναι εκείνη που μας χαράσσει τους πιο σταθερούς προσανατολισμούς της πίστεως. Άς, λοιπόν, την εγκολπωθούμε για να βιώσουμε την όντως αλήθεια και την  όντως ζωή.
Χριστάκης Ευσταθίου, (Θεολόγος)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Κατά τήν ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μνήμη τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος συνεκλήθη, ὡς γνωστόν, ἀπό τόν πρῶτο χριστιανό αὐτοκράτορα, τόν Κωνσταντῖνο, στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τόν Μάϊο τοῦ ἔτους 325, κατεδίκασε τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου καί ἀνεκήρυξε τόν Χριστό Θεό, ὁμοούσιο πρός τόν Πατέρα. Στίς 29 Μαΐου βρίσκομε σέ πολλά χειρόγραφα νά σημειώνεται ἡ μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.
Ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης των κατά τήν παροῦσα Κυριακή ὀφείλεται, ὅπως εἶναι φανερό, στό γνωστό καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις ἔθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νά μεταθέτῃ σέ Κυριακές τίς μνῆμες τῶν μεγάλων ἁγίων. Ἡ ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή δέν εἶχε ἰδιαίτερο ἑορτολογικό θέμα καί προτιμήθηκε ὡς ἡ καταλληλοτέρα καί ἡ πλησιεστέρα πρός τήν μνήμη τῶν Πατέρων γιά νά μεταφερθῇ σ᾽ αὐτήν ὁ ἑορτασμός των.
Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων θά ἀκούσωμε μαζί μέ τήν συνήθη ἀναστάσιμο ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς νά συμπλέκωνται τροπάρια μεθέορτα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού ἑωρτάσαμε, ἀλλά καί προεόρτια τῆς ἑορτῆς πού θά πανηγυρίσωμε μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Ἔτσι Ἀνάστασις, Ἀνάληψις, Πεντηκοστή καί Πατέρες ἀπό κοινοῦ θά ὑμνηθοῦν αὐτήν τήν ἐνδιάμεσα τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν Κυριακή. Παρ᾽ ὅλα τά ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυμβίβαστα αὐτά ἑορτολογικά θέματα, δέν λείπει ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς μία σχετική ἁρμονία, πού τήν συνθέτουν ἀκριβῶς οἱ διαφορές καί οἱ ἀντιθέσεις τῶν ἐπί μέρους θεμάτων. Ἄν μάλιστα τήν τοποθετήσωμε στό ὅλο πλαίσιο τοῦ Πεντηκοσταρίου θά διακρίνωμε μέ πόση νηφαλία κρίσι καθωρίσθη ἡ διαδοχή αὐτή τῶν ἑορτῶν ἀπό τούς συντάκτας τοῦ ἑορτολογίου μας. Χάρις, πράγματι, στά θέματα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ δημιουργία ἑνός μεταβατικοῦ σταθμοῦ μεταξύ τῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἑωρτάσαμε καί ἐκείνης πού ἐπίκειται.
Μέ τήν μνήμη ἐξ ἄλλου τῶν Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου τονίζεται ἡ πιστότης τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀληθινή καί ὀρθή διδασκαλία, ὅπως τήν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου καί ὅπως τήν εἶδε ἀνάγλυφη στό ὅλο σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει καί τό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων. «Τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζομεν δι᾽ αἰτίαν τοιαύτην. Ἐπειδή γάρ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τήν καθ᾽ ἡμᾶς φορέσας σάρκα, τήν οἰκονομίαν ἅπασαν ἀρρήτως ἐνήργησε καί πρός τόν πατρῷον ἀποκατέστη θρόνον, θέλοντες δεῖξαι οἱ ἅγιοι ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐγένετο ἄνθρωπος καί τέλειος ἄνθρωπος Θεός ἀνελήφθη καί ἐκάθισε ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, καί ὅτι ἡ σύνοδος αὕτη τῶν ἁγίων Πατέρων οὕτως αὐτόν ἀνεκήρυξε καί ἀνωμολόγησεν ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Πατρί. τούτῳ τῷ λόγῳ μετά τήν ἔνδοξον Ἀνάληψιν τήν παροῦσαν ἐθέσπισαν ἑορτήν, ὡσανεί τόν σύλλογον τῶν τοσούτων Πατέρων προβιβάζοντες τοῦτον δή ἐν σαρκί ἀναληφθέντα Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνακηρυττόντων».
Στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’- ΙΑ’ αἰῶνα ἑώρταζαν τήν Κυριακή αὐτή ἐκτός ἀπό τούς Πατέρας τῆς Α’ καί τούς ἄλλους Πατέρας τῶν ἕξ οἰκουμενικῶν Συνόδων, προφανῶς γιά τόν ἴδιο λόγο. γιά νά παρασταθῇ δηλαδή ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ἡ συνέπειά της πρός τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Λείψανο τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ ἑορτασμοῦ βρίσκομε στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τῆς ἀκολουθίας. Σ᾽ αὐτό ἐκτός ἀπό τόν Ἄρειο ἀπαριθμοῦνται καί ὁ Μακεδόνιος, ὁ Νεστόριος, ὁ Εὐτυχής, ὁ Σαβέλλιος καί ὁ Σεβῆρος, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων κατεδικάσθη ἀπό τάς ἄλλας Οἰκουμενικάς Συνόδους. Τελικά ὅμως ἡ ἑορτή διετήρησε μόνον τό ἀρχικό της θέμα, τήν μνήμη τῶν 318 Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἀπό τό ὅλο λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας θά σταθοῦμε στά δύο ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ καί στά δύο τῆς θείας λειτουργίας. Τά δύο πρῶτα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἔχουν δέ σημασία, γιατί στά ἐπεισόδια στά ὁποῖα ἀναφέρονται ἐκεῖ διεῖδε ἡ Ἐκκλησία τόν τύπο τῶν Πατέρων καί τόν ρόλο των στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Στό πρῶτο, ἀπό τήν Γένεσι, κεφάλαιο 14, 14-20, περιγράφεται ἡ θαυμαστή νίκη τοῦ Ἀβραάμ, πού ἐπί κεφαλῆς τῶν 318 «οἰκογενῶν» του κατετρώπωσε τούς ἑπτά περιοίκους βασιλεῖς, ἀπηλευθέρωσε τούς αἰχμαλώτους καί ἐδέχθη γιά τήν νίκη του τήν εὐλογία τοῦ βασιλέως τῆς Σαλήμ, τοῦ Μελχισεδέκ. Καί οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 318 καί ἐκεῖνοι ὅπως οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, θεῖο στρατόπεδο – θεία παρεμβολή καί αὐτοί, κατατροπώνουν μέ τήν ἀδάμαστο μαχητικότητά τους τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ. Συντρίβουν τήν αἵρεσι καί ἀπελευθερώνουν τούς ἁρπαγέντας ἀπό αὐτήν πιστούς.
Στό δεύτερο ἀνάγνωσμα, Δευτερονομίου 1, 8-17, ὁ Μωυσῆς ἀφηγεῖται πῶς ἐξέλεξε ἀπό τό λαό «ἄνδρας σοφούς καί ἐπιστήμονας καί συνετούς» καί ἀνέθεσε σ᾽ αὐτούς τήν καθοδήγησι, τήν διακυβέρνησι τοῦ λαοῦ. Καί αὐτοί εἶναι τύπος τῶν Πατέρων, στούς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τήν διαποίμανσι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπάνω σ᾽ ἐκείνους ἐμερίσθη τό πνεῦμα τοῦ Μωυσέως. Σ᾽ αὐτούς μερίζει τό Πνεῦμα τό ἅγιον τά χαρίσματα τῆς σοφίας καί τῆς ὀρθῆς κρίσεως στά ἑκάστοτε ἀναφυόμενα στήν Ἐκκλησία διαφιλονικούμενα θέματα. Καί ἐδῶ ἡ κρίσις εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Τά δύο πάλι ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας μᾶς μεταφέρουν ἀπό τήν σκιά καί τήν εἰκόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἀλήθεια τῆς Καινῆς. Τό πρῶτο εἶναι ἀπό τίς Πράξεις καί τό δεύτερο ἀπό τό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, κατά τό σύστημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν κατά τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ὁ Παῦλος καλεῖ τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου στήν Μίλητο, ἀπό ὅπου περνοῦσε ἐπιστρέφοντας στά Ἱεροσόλυμα.
Οἱ λόγοι του ἦσαν προφητικοί καί ἀνεφέροντο στό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐθύνη τῶν ποιμένων γιά τήν περιφρούρησι τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ λόγοι ἀπετέλεσαν καί τό ἔμβλημα τῶν Πατέρων καί ὑπέκαυσαν τήν ἀνύστακτο φροντίδα των γιά τήν ὀρθή πίστι καί τήν ἀκεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Διό γρηγορεῖτε… Καί τά νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καί τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ» (Πράξ. 20, 16-18, 26-36).
Καί τέλος ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου, Ἰωάννου 17, 1-13, ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζει τόν Κύριο δεόμενο γιά τούς μαθητάς, γιά τήν Ἐκκλησία Του. Εἶναι ἐκεῖνοι πού Τοῦ ἐδόθησαν ἀπό τόν Πατέρα, πού ἐνῷ ἐκεῖνος θά φύγῃ ἐκεῖνοι θά μείνουν στόν κόσμο. Πού ἔχουν ἀνάγκη τῆς προστασίας τοῦ Πατρός γιά νά διατηρηθοῦν πιστοί στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πού πρέπει νά εἶναι «ἕν» ὅπως εἶναι ὁ Υἱός μέ τόν Πατέρα, γιά νά εἶναι ἡ μαρτυρία των ἀληθινή μέσα στόν κόσμο. Ὁ Χριστός τούς φύλαξε. ἕνας μόνο χάθηκε, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας. Καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας βρέθηκαν υἱοί ἀπωλείας. Ἀλλά οἱ Πατέρες τήρησαν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κράτησαν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτόν λοιπόν τόν θεοτίμητο χορό τῶν ἁγίων Πατέρων πού μαζεύτηκε ἀπό τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί ἐδογμάτισε τήν ὀρθή σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, τό «ὁμοούσιον», καί διετύπωσε καί παρέδωκε τήν ὀρθή πίστι στήν Ἐκκλησία, μακαρίζομε. Ἀπό τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς νά δοῦμε τό χαρακτηριστικώτερο, τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ’ ἤχου, περίφημο γιά τήν σύνθεσί του καί γιά τήν μελῳδία του:
«Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καί φύσιν καί τό μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. οὕς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ὤ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου. ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος. τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι. τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου. τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου. Νικαίας τό καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ἰω. 17, 1-13) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΠΑΤΕΡΩΝ
(Ἰω. 17, 1-13) 
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Ἡ σημερινὴ Κυριακή, πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, εἶναι ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὴ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἔγινε τὸ325 μ.Χ. στὴν Νικαια τῆς Βιθυνίας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ, μέσα στὸ λειτουργικὸ ἔτος ἔχουν ὁρισθῆ καὶ ἄλλες δύο Κυριακὲς γιὰ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων τῆς τετάρτης καὶ τῆς ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἑορτὲς γιὰ ξεχωριστούς ἁγίους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ἰδιαίτερο αὐτὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύει τὴν μεγάλη σημασία ποὺ ἔχει γι” αὐτὴν ἡ παρουσία τῶν ἁγίων πατέρων. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ πατέρες ἀποτελοῦν ἀπαραίτητο στοιχεῖο στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πίστη, ἡ ζωὴ καὶ ἡ λατρεία τῶν πιστῶν σχετίζεται ἄμεσα μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες. Χωρὶς αὐτοὺς δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε σωστὲς σχέσεις οὔτε μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του, οὔτε μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια φαίνεται καθαρὰ στὴν πορεία τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι διακηρύττουν μὲ καύχημα ὅτι δὲν χρειάζονται τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὑποστηρίζουν ὅτι μποροῦν νὰ συνδέονται μὲ τὸν Θεό μόνοι τους, ἀφοῦ μόνοι τους ἑρμηνεύουν καὶ τὶς ἅγιες Γραφές, χωρὶς τὴ βοήθεια «μεσαζόντων». Ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ, ποὺ ἔχουν αὐτὲς τὶς ἀντιλήψεις, ὁμοιάζουν μὲ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ ἔκοψε τὶς ρίζες ἑνὸς δένδρου καὶ ὕστερα τὸ φύτεψε μέσα στὴ γῆ, γιὰ νὰ στέκεται καὶ νὰ τροφοδοτεῖται μόνο του. Ὅσο μωρὴ καὶ ἀνόητη εἶναι ἡ πράξη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἄλλο τόσο μωρὴ καὶ ἀνόητη εἶναι ἡ πεποίθηση τῶν αἱρετικῶν ὅτι οἱ ἅγιοι πατέρες δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή τῶν πιστῶν στὴν Ἐκκλησία.
Οἱ πνευματικοὶ πατέρες εἶναι ἀναγκαῖοι στὴν Ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ φυσικοὶ πατέρες σὲ μία οἰκογένεια. Ὅλοι γνωρίζουμε τὴ θέση τοῦ πατέρα μέσα σὲ μία οἰκογένεια. Ὅπως, λοιπόν, οἱ φυσικοὶ πατέρες, γεννοῦν, ἀνατρέφουν καὶ ἀσφαλίζουν τὰ παιδιά τους, ἔτσι καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συντελοῦν κυρίως σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν:
α. Στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση. Αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνη κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀποκάλυψε στὸν κρυφὸ μαθητή του, τὸν Νικόδημο ὅτι «ἐὰν μή τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω 3,5). Δηλαδή, δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ ἀναγεννηθῆ πνευματικὰ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ χωρὶς νὰ κατηχηθῆ, νὰ βαπτισθῆ καὶ νὰ συμμετέχη στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατήχηση ὅμως καὶ τὸ βάπτισμα, μαζὶ μὲ τὴν μύηση στὰ ἄλλα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ νεοφωτίστου, γίνεται ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἔργο αὐτὸ τὸ ἀνέθεσε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός στοὺς ἀποστόλους καὶ στοὺς διαδόχους τους μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Ἡ ἐντολή του πρὸς αὐτοὺς εἶναι: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Μτθ 28,19).
β. Οἱ ἅγιοι πατέρες συντελοῦν στὴν πνευματικὴ καλλιέργεια, ποὺ εἶναι ἀναγκαία μετὰ τὸ βάπτισμα, ὥστε ὁ νεοφώτιστος χριστιανὸς νὰ αὐξηθῆ «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ 4,13). Ὅπως γιὰ ἕνα φυσικὸ ἄνθρωπο δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ ὅτι γεννήθηκε, ἀλλὰ χρειάζεται διαρκῆ φροντίδα, τροφοδοσία, καθαριότητα, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθῆ ὡς ἄνθρωπος, ἔτσι καὶ γιὰ ἕνα χριστιανὸ δὲν εἶναι ἀρκετὸ τὸ ὅτι ἀναγεννήθηκε καὶ ἔγινε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι μόνον ἡ ἀρχή. Στὴ συνέχεια χρειάζεται ἀδιάκοπη πνευματικὴ φροντίδα καὶ καλλιέργεια. Κι ἐδῶ τὸν λόγο τὸν ἔχει κυρίως ὁ πνευματικὸς πατέρας, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐξομολόγηση θὰ καθαρίση, θὰ κατευθύνη, θὰ παρηγορήση, καὶ μὲ τὸ μυστήριο θὰ ἐνισχύση πνευματικὰ τὸν χριστιανό. Γι αὐτὸ τὸ ἔργο οἱ πνευματικοὶ πατέρες ἀκούουν ζωντανὴ τὴν θεόπνευστη προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ ἔγινε στοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου: «Νὰ προσέχετε τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ εἶστε προσεκτικοὶ σὲ ὅλο τὸ ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον σᾶς ἔθεσεν ἐπισκόπους νὰ ποιμαίνετε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος ἔδειξε τὸ ἐνδιαφέρον του  μὲ τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα» (Πρξ 20,28).
γ. Οἱ ἅγιοι πατέρες συντελοῦν στὴν πνευματικὴ ἀσφάλεια, ποὺ χρειάζονται οἱ πιστοί, γιὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν ἐχθρῶν. Οἱ ἐχθροὶ ποὺ ἀπειλοῦν τοὺς πιστούς εἶναι πολλοὶ καὶ ποικίλοι. Ἀνάμεσά τους ὁ ἀντίδικος διάβολος, οἱ ἄπιστοι καὶ οἱ αἱρετικοί. Γιὰ τὴν ὑπεράσπισή τους ἀπαιτοῦνται ἔμπειροι καὶ ἰσχυροὶ ἀγωνιστές, ποὺ θὰ κατευθύνουν τὸν ἀγώνα τους καὶ θὰ τοὺς προφυλάξουν ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ θὰ τοὺς ἐνισχύσουν στὶς κρίσιμες ὧρες. Αὐτὴ τὴν εὐθύνη τὴν ἔχουν ἀναλάβει οἱ πνευματικοὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοὶ ἀγωνίζονται μὲ σοφία, μὲ σύνεση καὶ μὲ ἀποφασιστικότητα, γιὰ νὰ προφυλάξουν τὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου, ἀπὸ τὶς βάναυσες ἐπιθέσεις τῶν ἀπίστων καὶ ἀπὸ τὶς ὕπουλες προσβολὲς τῶν αἱρετικῶν.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
ἅγιοι πατέρες ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν πάντοτε στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι δὲν νοεῖται Ἐκκλησία χωρὶς αὐτούς. Καθὼς σήμερα τιμοῦμε τοὺς ἁγίους πατέρες, ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μαθαίνουμε πὼς κανένας χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη, νὰ προοδεύη καὶ νὰ ἀσφαλίζεται πνευματικὰ χωρὶς νὰ συνδέεται μὲ κανονικὸ καὶ γνήσιο πνευματικὸ πατέρα. Ἄν πράγατι θέλουμε τὴν ἐκκλησιαστικὴ πνευματική μας προκοπή ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε τὸν ἑαυτό μας κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση ἐγκεκριμένου πνευματικοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας. Συγχρόνως ὅμως χρειάζεται νὰ κάνουμε πράξη καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς ὅλους τοὺς χριστιανούς: «Νὰ ὑπακούετε καὶ νὰ ὑποτάσσεσθε στοὺς πνευματικοὺς σας ἡγουμένους. Αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν γιὰ τὴ ζωή σας, ἐπειδὴ θὰ δώσουν λόγο στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς» (Ἑβρ 13,17). Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...