Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Αυγούστου 03, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Οι ψυχές όσων μιμούνται θεοφιλώς τη φιλοπονία και εργατικότητα των μελισσών, ελκύονται από τη γλυκύτητα των θείων λόγων και δρέπουν από αυτούς χρήσιμα και ωφελιμότατα πράγματα, πετώντας όπως εκείνες επάνω από τους λειμώνες και συλλέγοντας από όλα τα αμάραντα βότανα και τα άνθη ό,τι χρησιμότερο υπάρχει εκεί. Και από άλλους μεν λόγους συλλέγουν το άνθος της σωφροσύνης, από άλλους το της δικαιοσύνης, από άλλους το της φρονήσεως, από άλλους το της ανδρείας. Από αλλού το άνθος της συμπαθείας και της φιλανθρωπίας προς τους ομοδούλους. Το της πραότητος και της επιεικείας από εδώ, το της υπομονής και της καρτερίας στα δεινά από εκεί.
Αυτούς λοιπόν, ας μιμούμεθα και εμείς, αδελφοί μου, και όταν προσερχόμεθα στον θείο και περικαλλή αυτόν λειμώνα, την Εκκλησία, ας μη χρησιμοποιούμε την εδώ προσέλευσή μας σαν αφορμή για συζητήσεις μεταξύ μας, αλλά να περιεργαζόμεθα τις θείες Γραφές, οι οποίες αναγιγνώσκονται για τη σωτηρία μας, και να ζητούμε το ψυχικό όφελος που πηγάζει από αυτές, επιμελώς, με μεγάλη προσοχή και εξεταστική διάθεση.
Η υπόθεση σήμερα έχει ως εξής: «Τω καιρώ εκείνω εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθε εις την ιδίαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον».
Εξέρχεται λοιπόν ο Κύριος από τη χώρα των Γεργεσηνών, επειδή οι ίδιοι τον παρεκάλεσαν. Εφοβήθησαν οι Γεργεσηνοί, αφού έχασαν τους χοίρους, μην πάθουν και καμμίαν άλλην ζημία. Γι’ αυτό και παρακαλούν τον Χριστόν και ζητούν να απομακρυνθεί από την περιοχή τους. Άλλωστε, δεν ήσαν άξιοι της Δεσποτικής διδασκαλίας. Ο δε Χριστός δεν αντιστάθηκε, αλλά με επιείκεια και πραότητα ανεχώρησε. Διότι όπου ο βίος είναι χοιρώδης και αποξενωμένος από το καλό, ο Χριστός δεν παραμένει εκεί. Άφησε όμως αυτούς που ελευθερώθησαν από τα δαιμόνια και εκείνους που έβοσκαν τους χοίρους να ομιλούν και να ανακηρύττουν οι ίδιοι τα θαυμαστά γεγονότα. «Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον». Επειδή εθεωρήθη ανίκανος η τέχνη των ιατρών να θεραπεύσει την παράλυση, μετέφεραν τον παράλυτο οι οικείοι του προς τον υψηλόν επισκέπτη και ουράνιον ιατρόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Πολλοί από αυτούς που διαβάζουν απλώς και ανεξετάστως τις Θείες Γραφές, νομίζουν ότι ο παράλυτος που αναφέρουν οι τέσσερις Ευαγγελισταί είναι ένας και ο αυτός. Ορισμένοι μάλιστα επικρίνουν τους Ευαγγελιστάς, ότι αντιμάχονται και διαφωνούν μεταξύ τους. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Μη γένοιτο. Διότι μία είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος που ενήργησε μέσα τους. Όπου δε η χάρις του Αγίου Πνεύματος, εκεί αγάπη, χαρά, ειρήνη. Και όπου ειρήνη, φυγαδεύεται από εκεί κάθε μάχη και εναντίωση, και εξαφανίζεται κάθε αμφιβολία και διαφωνία. Πράγματι, και ο τόπος, και ο χρόνος και ο καιρός, και η ημέρα, και ο τρόπος της θεραπείας και ορισμένα άλλα δεικνύουν σε εκείνους που κάπως προσέχουν ότι άλλος είναι αυτός ο παράλυτος και άλλος ο αναφερόμενος από τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και Θεολόγο. Επειδή εκείνος μεν θεραπεύεται στα Ιεροσόλυμα, ενώ αυτός στην Καπερναούμ. Εκείνος κοντά στην κολυμβήθρα, αυτός σε κάποια μικρή οικία, όπως λέγουν ο Λουκάς και ο Μάρκος. Και εκείνος μεν ο παράλυτος έλαβε την ίαση κατά τη διάρκεια εορτής, αυτός όμως όχι σε εορτή, αλλά κάποια άλλη ημέρα. Εκείνος υπέφερε τριανταοκτώ έτη από την ασθένεια, ενώ γι’ αυτόν τίποτε παρόμοιο δεν λέγει ο Ευαγγελιστής. Και εκείνος μεν εθεραπεύθη την ημέρα του Σαββάτου, ενώ αυτός άλλην ημέρα. Αυτός μεν ο παράλυτος φέρεται στον Χριστό βασταζόμενος, ενώ προς εκείνον έρχεται ο ίδιος ο Χριστός. Και εκείνος μεν ο παράλυτος δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει, διότι έλεγε, «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω», ενώ αυτός είχε πολλούς γνωστούς. Οι οποίοι τον σήκωσαν και τον μετέφεραν. Αλλά και ο τρόπος της θεραπείας φαίνεται διαφορετικός στον καθένα. Εκείνου μεν ο Χριστός πριν από την ψυχή θεράπευσε το σώμα, διότι αφού πρώτα θεράπευσε την παράλυσή του, τότε είπε: «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε». Δεν συνέβη όμως το ίδιο και εδώ, αλλά πρώτα του χάρισε την υγεία της ψυχής, λέγοντας: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», και τότε διόρθωσε τη σωματική του παράλυση. Και σε αυτόν μεν τον παράλυτο οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι εσιώπησαν. Στην άλλη περίπτωση όμως αντέδρασαν, εκδιώκοντας και γογγύζοντας και κατηγορώντας. Άλλος λοιπόν είναι ο παράλυτος αυτός, και άλλος εκείνος, όπως σαφώς απεδείχθη από όσα ελέχθησαν.
«Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ». Έγινε όντως δεκτή από τον αγαθόν ιατρόν και Σωτήρα μας η πίστις εκείνων που έφεραν τον παράλυτο, επειδή είναι γνώστης των καρδιών. Λέγουν δε ορισμένοι ότι ο Κύριος είδε την πίστη όχι του παραλύτου αλλά των μεταφορέων του. Πράγματι, μερικές φορές θεραπεύονται κάποιοι από την πίστη των άλλων, όπως συμβαίνει με το βάπτισμα που δίδεται στα παιδιά. Διότι εκεί ενεργεί η πίστις των γονέων που τα προσφέρουν. Όπως επίσης έγινε και με τη Χαναναία. Επειδή επίστευσε αυτή, εθεραπεύθη η θυγατέρα της. Και με την πίστη του εκατόνταρχου ανέστη ο δούλος του. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, λέγουν ότι εθεραπεύθη και εδώ ο παράλυτος, από την πίστη αυτών που τον πήγαν ενώπιον του Χριστού. Αλλά όχι, δεν συνέβη το ίδιο. Διότι λέγει: «Ιδών την πίστιν αυτών», όχι μόνον των μεταφορέων, αλλά και του παραλύτου. Διότι δεν σώζεται κάποιος με την πίστη άλλου, εκτός αν ευρίσκεται σε πολύ πρώιμη ηλικία, όπως συμβαίνει με τα παιδιά, όπως είπαμε, ή σε μια πολύ προχωρημένη ασθένεια, όταν οι προσβεβλημένοι από αυτήν δεν έχουν πλέον επικοινωνία με το περιβάλλον, και γι’ αυτό αδυνατούν να πιστεύσουν, όπως συνέβη με τη θυγατέρα της Χαναναίας. «Η θυγάτηρ μου», έλεγε εκείνη, « κακώς δαιμονίζεται», και «πολλάκις μεν πίπτει εις το ύδωρ, πολλάκις δε εις το πύρ».
Η δαιμονιζομένη λοιπόν, η οποία δεν είναι σε θέση να έχει τον έλεγχο του εαυτού της, πώς θα μπορούσε να πιστεύσει; Το ίδιο και με τον εκατόνταρχο. Ο δούλος του ευρίσκετο στην οικία κατάκοιτος, και ούτε καν εγνώριζε ποίος επί τέλους ήταν ο Χριστός. Πώς λοιπόν θα επίστευε σε κάποιον που αγνοούσε; Σε τέτοιες λοιπόν περιπτώσεις σώζεται κάποιος με την πίστη άλλου, εδώ όμως δεν μπορούμε να το ισχυρισθούμε αυτό, αλλά και ο παράλυτος επίστευσε αδιστάκτως, και αυτό γίνεται φανερό από πολλά.
Η πίστη του παραλύτου φανερώνεται και από το ότι, όταν τον πήγαν στον Χριστό, και του είπε: «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», δεν αγανάκτησε, δεν δυσανασχέτησε καθόλου, δεν είπε προς τον αγαθό ιατρό: «τι είναι αυτό, Κύριε, από άλλο πάθος ήλθα εγώ να θεραπευθώ, και συ άλλο θεραπεύεις. Αυτό είναι υπεκφυγή και πρόφαση και ένδειξη αδυναμίας, την οποία προσπαθείς να αποκρύψεις με αυτό τον τρόπο. Συγχωρείς αμαρτίες που δεν φαίνονται;» Τίποτε παρόμοιο δεν είπε όμως, ούτε σκέφθηκε, αλλά ανέμενε πιστεύοντας ότι η συμπάθεια του αγαθού ιατρού θα τον θεραπεύσει και όλα θα τα διορθώσει. Δεικνύοντας ο Κύριος ότι η πίστις είναι αυτή που αφανίζει την αμαρτία, είπε στον παράλυτο: «Θἀρσει τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».
Όπως βλέπουμε, δεν προχωρεί αμέσως ο Δεσπότης στην ίαση της παραλύσεως, αλλά θεραπεύει πρώτα αυτό που δεν φαίνεται, την ψυχή δηλαδή, συγχωρώντας του τα αμαρτήματα, πράγμα που τον μεν παράλυτον έσωζε, ενώ στον Κύριο δεν προξενούσε πολλήν δόξαν. Διότι δεν ήθελε να κάμει κάτι για επίδειξη και ανθρωπαρέσκεια. Και πρώτα μεν συγχωρεί στον άρρωστο τις αμαρτίες του, μετά δε τη συγχώρηση θεραπεύει το σώμα, διδάσκοντας έτσι ότι τα περισσότερα νοσήματα προξενούνται από τις αμαρτίες και πρέπει πρώτα να θεραπευθεί το αίτιο.
Ο Χριστός λοιπόν κόπτει πρώτα τη ρίζα του σωματικού πάθους, δηλαδή την αμαρτία. Και λέγοντας: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», εξυψώνει και το φρόνημα του παραλύτου και διεγείρει την καταβεβλημένη του ψυχή. Διότι ο λόγος έγινε έργο, και εισερχόμενος στη συνείδησή του άγγιξε την ίδια την ψυχή του και εξέβαλε από αυτήν κάθε ίχνος αγωνίας.
Αποστέλλει δε ο Κύριος τον παράλυτο στον οίκο του, αφ’ ενός μεν για να μην προξενήσει στον εαυτό του έπαινο με την παρουσία και τη θέα εκείνου, αφ’ ετέρου δε για να έχει αυτόπτες μάρτυρες της θεραπείας αυτούς τους ιδίους που υπήρξαν και αναντίρρητοι μάρτυρες της ασθενείας, και έτσι να γίνει σ’ αυτούς αφορμή πίστεως. «Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν, και εδόξασαν τoν Θεόν, τoν δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις». Εθαύμασαν μεν οι όχλοι για το ότι εθαυματούργησεν ο Θεός, ενόμιζαν όμως ότι είναι άνθρωπος, ο οποίος είχε υπεράνθρωπη εξουσία.
Και εμείς, αδελφοί μου, που είμεθα παράλυτοι και έχουμε τις δυνάμεις της ψυχής ανενέργητες, έχουμε τη δυνατότητα να θεραπευθούμε και να σταθούμε όρθιοι, αρκεί μόνον να έχουμε την προαίρεση και τη θέληση. Διότι και τώρα ευρίσκεται ο Χριστός στη δική του πόλη, την Καπερναούμ, εννοώ στον οίκο της παρακλήσεως (σημείωση: Καπερναούμ σημαίνει στα εβραϊκά χωρίον παρακλήσεως, δηλαδή παρηγορίας), που είναι η Εκκλησία, διότι οίκος του Παρακλήτου είναι η Εκκλησία. Είμεθα δε και εμείς παράλυτοι ψυχικώς, ακίνητοι δηλαδή και ανενέργητοι προς το καλό. Αλλά εάν η μετάνοια και η εξομολόγηση μας εγείρουν και μας οδηγήσουν στoν Κύριο, τότε θα ακούσουμε τη γλυκιά και παντοδύναμη φωνή του να μας λέγει: «Τέκνα, αφέονται υμίν αι αμαρτίαι». Επειδή τότε γινόμεθα υιοί του Θεού, όταν επιστρέψουμε προς Αυτόν με καθαρή μετάνοια και εξομολόγηση. Τότε ακριβώς θα θεραπευθούμε και θα «άρωμεν τον κράββατόν μας», δηλαδή το σώμα, και θα το κινητοποιήσουμε προς εργασίαν των εντολών, του καλού και της αρετής.

Από το βιβλίο, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον» σελίδες 183 και εξής.

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ » «΄Ινα τι υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών ; » ( ΜΑΤΘ. 9, 4 )



 Ενώ οι απλοί άνθρωποι θαύμασαν, αγαπητοί μου φίλοι, το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Χριστό, οι Γραμματείς καλλιεργούσαν πονηρούς λογισμούς. Τυφλωμένοι από τον εγωϊσμό δεν μπορούσαν να κατανοήσουν όσα θαύματα επιτελούσε ο Ιησούς. Από τους Γραμματείς έλειπε η απλότητα, η ταπείνωση και η ψυχική καθαρότητα. Για αυτά μας πληροφορεί το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Το θέμα των πονηρών λογισμών είναι φλέγον για εκείνους που αγωνίζονται πνευματικά. Οι λογισμοί βασανίζουν όλους τους ανθρώπους και γι’ αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με δύναμη και σύνεση. Τους πονηρούς λογισμούς δεν μπορούμε να τους αποφύγουμε, μπορούμε όμως να τους αποκρούουμε και να απαγορεύουμε την είσοδό τους στην καρδιά μας.
Οι πονηροί λογισμοί προέρχονται είτε από τον πονηρό διάβολο, είτε από την καρδιά μας. Οι πονηροί λογισμοί και πολύ περισσότερο η καλλιέργειά τους από μέρους μας, απομακρύνει τον Θεό από τη ζωή μας και παραδινόμαστε στον πονηρό. Κακία μεγάλη βγαίνει από τη ψυχή των δολίων Γραμματέων. Συκοφαντούν τον Χριστό και τον παρουσιάζουν ως καταλύτη του Νόμου, νεωτεριστή, φάγο και οινοπότη. Ο φθόνος και η υποκρισία ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Γραμματέων. Αν και ήσαν σοφοί δεν μπορούσαν να κατανοήσουν μυστήρια, τα οποία ο απλός λαός κατανοούσε. Η πονηρία είχε σκοτίσει τελείως το μυαλό τους. Όταν καλλιεργήσει ο άνθρωπος πονηρούς λογισμούς σκοτίζεται και δεν μπορεί να κατανοήσει πράγματα που γίνονται γύρω του. Είναι μπερδεμένος και κατευθύνεται από τους πονηρούς λογισμούς του.
Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν με καχύποπτο βλέμμα και την πιο αγαθή συμπεριφορά. Παρεξηγούν κάθε λέξη, παρανοούν κάθε κίνηση, ομιλούν πάντα με υπονοούμενα και βλέπουν σε κάθε τι την πρόκληση. Άλλοι πάλι έχουν την τάση της καταστροφής, της εκδικήσεως και της κακότητας. Οι άνθρωποι αυτοί είναι δυστυχισμένες υπάρξεις, που ζουν μέσα σ’ ένα κόσμο διαστροφής και πλάνης. Από την καρδιά τους εκπορεύονται οι διεστραμμένοι λογισμοί. « Ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά » ( ΜΑΤΘ. 12,36 ). Όταν στην καρδιά του ανθρώπου κυριαρχεί η αμαρτία, τότε κάθε σκέψη είναι πονηρή. Αντίθετα όταν στην καρδιά βασιλεύει ο Θεός, τότε και οι λογισμοί θα είναι καθαροί. Ότι καλλιεργούμε μέσα μας, αυτό φανερώνεται και στις εξωτερικές κινήσεις μας. Ο άνθρωπος του Θεού, που δεν καλλιεργεί τους πονηρούς λογισμούς, φαίνεται από πολύ μακριά.
Λέει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : « Αίτια δε και των εσωτερικώς και των εξωτερικώς κινουμένων λογισμών είναι τρία. πρώτον μεν οι δαίμονες. ύστερον δε τα πάθη δηλ. οι πληγές που εφθάσαμεν να λάβωμεν καθ’ έξιν εις την καρδίαν προαιρετικώς ή μισούντες κανένα πράγμα ή αγαπώντες αυτό εμπαθώς. και τέλος η διεφθαρμένη κατάστασις της ανθρωπίνης φύσεως ». ( Ο Αόρατος Πόλεμος, σελίδα 121 ). Είναι δυνατόν όμως να αγωνισθούμε εναντίον των πονηρών λογισμών; Είναι δύσκολο αλλά όχι και ακατόρθωτο. Για να καθαρίσουμε την καρδιά και το νου από τους πονηρούς λογισμούς, χρειάζεται ιδιαίτερη επιδεξιότητα. Απαιτείται υπομονή και διάκριση. Θα πρέπει ο πιστός να μη καταλαμβάνεται από άγχος όταν έρχεται κάποιος πονηρός λογισμός, αλλά να τον εκδιώκει ήρεμα και στη θέση του να βάζει αγαθούς και ωφέλιμους λογισμούς. Ένας άλλος τρόπος αποφυγής των πονηρών λογισμών είναι το να λέμε την Ευχή του Ιησού : « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με ».
Ο Γέροντας Παΐσιος για τους πονηρούς λογισμούς έλεγε χαρακτηριστικά : « Σε προσβολές λογισμών η καλύτερη αντιμετώπιση είναι η περιφρόνηση. Να μην του δώση κανείς σημασία. Η συζήτηση με τον λογισμό είναι επικίνδυνη, γιατί και εκατό δικηγόροι να μαζευτούν δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με ένα μικρό ¨ταγκαλάκι ¨ ». ( Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Ιερομονάχου Ισαάκ, σελίδα 487 ). «Ταγκαλάκι» ο Γέροντας ονόμαζε το διάβολο. Οι Γέροντες και όσοι αγωνίζονται πνευματικά, με την πείρα και τη συνεχή νηπτική εργασία, απομακρύνουν εύκολα τους πονηρούς και εμπαθείς λογισμούς. Η καλλιέργεια των λογισμών είναι αυτή που ρίχνει τον άνθρωπο στην οποιαδήποτε αμαρτία. Όταν αρχίσουμε να συζητάμε με αυτούς, τότε σίγουρα θα πέσουμε στην αμαρτία.
Αγαπητοί μου φίλοι, τα λόγια αυτά περί πνευματικού αγώνα κατά των λογισμών, για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας προκαλούν ειρωνικά σχόλια και γέλια. Οι σημερινοί σαρκικοί άνθρωποι ούτε καν συζητούν για λογισμούς, αφού αυτούς τους πραγματοποιούν χωρίς να κάνουν τον παραμικρό αγώνα. Με τα έντυπα, τη τηλεόραση και το Ίντερνετ έχει γεμίσει η φαντασία μας με κάθε είδους αισχρότητα. Πονηρά ερεθίσματα μας δημιουργούν πονηρούς λογισμούς. Είναι γεγονός ότι έχουμε να παλέψουμε με ισχυρούς εχθρούς. Γι’ αυτό στη θέση των πονηρών λογισμών ας βάζουμε πάντα λογισμούς ιερούς. Ο αγώνας στην αρχή θα είναι σκληρός. Δεν το αμφισβητούμε. Χρειάζεται όμως υπομονή κι ελπίδα. Έτσι μόνο θα απαλλαγούμε από την πονηρή σκέψη και τότε στην καρδιά μας θα ενθρονισθεί ο Θεός.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

Μεγάλη απάτη βιώνουν τα μοναστήρια μας.


Ζήσαμε και αυτό το γεγονός!
Το παρόν άρθρο να το διαβάσουν πιστοί επισκέπτες, εισαγγελείς, αστυνομικοί και φυσικά ιερωμένοι...

Είμαστε αναγκασμένοι να δημοσιεύσουμε πρώτοι, την μεγάλη απάτη, που γίνεται σε βάρος φτωχών μοναστηριών της χώρας μας, με σκοπό να προφυλαχτούν κάποια μοναστήρια, που ίσως είναι οι επόμενοι στόχοι τους!



Πρόκειται για αληθινή απάτη που βιώνουν τα μοναστήρια μας!!!

Παρακαλούμε το παρόν άρθρο να αναδημοσιευτεί, από τους αγαπητούς επισκέπτες του ιστολογίου μας και να ενημερωθούν οι Ηγούμενες και Ηγούμενοι των Μοναστηριών, ώστε να μην υπάρχουν επόμενα θύματα...

Σε περίπτωση που επισκέπτης μοναστηριού αντιληφθεί παρόμοια απάτη, όπως αυτή που αναφέρουμε παρακάτω, να ενημερώσει τον Εισαγγελέα και να προστατεύσει τους μοναχούς ή μοναχές, διότι από μόνοι ή μόνες τους δεν πρόκειται να κάνουν τίποτε, λόγω της μακροθυμίας και του ήθους, που τους/τις διακρίνει.

Η απάτη γίνεται ως εξής...

Αρχικά τηλεφωνούν στο Μοναστήρι και αναφέρουν την άφιξη 100 και πλέον επισκεπτών, ως μέρος εκπαιδευτικού ταξιδιού, νέων και παλαιών επαγγελματιών, ιατρικού ή άλλου συλλόγου.
Απαιτούν από την Ηγουμένη ή τον Ηγούμενο, να έχει κάποιο δώρο, στην τυχόν έκθεση τέχνης, που τυχόν τηρεί το μοναστήρι και με προτίμηση κάποια συγκεκριμένη εικόνα της Παναγίας ή άλλου Αγίου.

Προφανώς… εικόνα τέτοια δεν έχει το μοναστήρι και οι τυχοδιώκτες προτείνουν να στείλουν γνωστό προμηθευτή τους, που θα πουλήσει στο μοναστήρι τις εν λόγω εικόνες, στην τιμή των 10 ευρώ ανά τεμάχιο. 
Δηλαδή 100 εικόνες, από 10 ευρώ ανά τεμάχιο, σύνολο 1000 ευρώ... λεφτά τα οποία θα δοθούν από τον ιατρικό ή άλλο σύλλογο, κατά την άφιξη των 100 ιατρών... στην Μονή.

Ο χρόνος πιέζει, οι επισκέπτες έρχονται σε λίγες μέρες και σε δύο ημέρες από το τηλεφώνημα, έρχεται και ο προμηθευτής, που πληρώνεται και διώχνει το άγχος από τους αθώους μοναχούς ή μοναχές. 
Λεφτά από προσκυνητές, που μάζεψαν σε ένα χρόνο ίσως και περισσότερο, τα φτωχά μοναστήρια μας, δίδονται για την αγορά αυτών των εικόνων. 
Στις περισσότερες φορές, μπορεί να υπάρχει και νόμιμη απόδειξη πώλησης από τον προμηθευτή, αφού η πώληση είναι νόμιμη και δύναται ο προμηθευτής, να αναφέρει αργότερα, ότι και αυτός δέχθηκε παρόμοιο τηλεφώνημα από τους τυχοδιώκτες, τους οποίους «φυσικά» δεν ήξερε...

Και οι επισκέπτες ακόμη να φανούν... 
Οι εικόνες μένουν απούλητες και ο προμηθευτής με τους συνεργούς του, «ιατρούς» κ.α. μαζεύουν και τα τελευταία χρήματα των μοναστηριών μας. 
Ιδιαίτερα τα φτωχά μοναστήρια αγκομαχούν, με τέτοιου είδους απάτες και είναι αδύνατο να πιαστούν οι τυχοδιώκτες, αφού τις περισσότερες φορές, δεν φέρουν αληθινά στοιχεία...

Σπείρα λοιπόν από έναν τηλεφωνητή, ένα ζευγάρι «θεοσεβούμενων» προμηθευτών και ανύπαρκτους επισκέπτες, λυμαίνονται στα μοναστήρια μας... Έτσι πωλούν την πραμάτεια τους, σε μία εποχή οικονομικής κρίσης, που πολλοί επαγγελματίες, πωλητές εκκλησιαστικών ειδών, αναζητούν μέσω facebook και άλλων ιστοσελίδων, τους υποψήφιους πελάτες τους…

Την επόμενη φορά που θα τηλεφωνήσει σε κάποιο μοναστήρι κάποιος από αυτούς τους λοπωδήτες, προτείνουμε να ενημερωθεί η αστυνομία, για να αποκαλυφθεί ολόκληρη η συμμορία τους...

Προσωπικά και επειδή γνωστός μας φίλος δικηγόρος, αντιλήφθηκε και μας ενημέρωσε για την παραπάνω απάτη σε μοναστήρι, που δεν θα θέλαμε να αποκαλύψουμε την ταυτότητά του, θα ενημερώσουμε τον εισαγγελέα και την αστυνομία και θα βοηθήσουμε να στηθεί ένα καλό δίχτυ, στο οποίο θα πιάσουμε τους εν λόγω τυχοδιώκτες, με την ελπίδα να επιστραφούν τα χρήματα στα μοναστήρια που έχουν ήδη πληγεί. 

Για νεότερα θα σας ενημερώσουμε από το παρόν ιστολόγιο.

Με αγάπη και απεριόριστη εκτίμηση, στους μοναχούς και στις μοναχές της χώρας μας, για το έργο που επιτελούν, για την σωτηρία των ψυχών μας και της πατρίδας μας. Τους εθιστούμε την προσοχή τους, διότι έξω από τα τείχη των μοναστηριών τους, είναι ένας άσχημος κόσμος... ο δικός μας κόσμος!



Μόλις δείτε έναν φτωχό να ψάχνει τα σκουπίδια, δώστε του 5-10 ευρώ και μην το πείτε πουθενά... ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΠΩΣ Η ΨΥΧΗ ΣΑΣ ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΑΣ... Όλοι έχουμε από αυτήν... απλά μερικοί την έχουμε πλακώσει... και είναι το μόνο που αξίζει σε αυτήν την εποχή, ο απόηχος μίας καλής πράξης.

Εγγραφείτε στο ιστολόγιό μας, προβάλετε τον ιστοχώρο μας, για να δυναμώσουμε την φωνή μας!!!

...Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι. Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Καληνύχτα και Καλημέρα.

(Η φωτογραφία της Μονής είναι τυχαία, στοιχεία της απάτης αν μας ζητηθούν ευχαρίστως να γνωστοποιήσουμε.)

Με εκτίμηση, ΓΧΝΚ.
πηγή

Παρακλητικὸς Κανών της Παναγίας.Οι αρετὲς της υπεραγίας Θεοτόκου +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου


Οἱ ἀρετὲς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου

Καὶ πάλι, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεὸς μᾶς ἀξίωσε νὰ κάνουμε ἀρχὴ τῶν παρακλήσεων τοῦ Δεκαπενταυγούστου γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο;Δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ἄξιο. Θὰ ἔπρεπε ἕνα Χερουβὶμ ἢ ἕνα Σεραφὶμ νὰ πετάξῃ ἀπὸτὶς ἁψῖδες τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ ψάλῃ ὕμνο ἀντάξιό της. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Παναγία, εἶνε μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη. Εἶνε ἡ ἔκφρασις τῶν εὐγενεστέρων αἰσθημάτων τοῦ γυναικείου κόσμου. Εἶνε ἡ πλήρης χαρίτων. Εἶνε ὁκρυστάλλινος καθρέπτης. Δὲν ὑπάρχει γυναίκα χωρὶς καθρέπτη· καὶ ὁ καλύτερος καθρέπτης γιὰ κάθε κόρη, γιὰ κάθε ἔγγαμο, γιὰκάθε γυναῖκα ποὺ πιστεύει στὸ Χριστό, εἶνεἡ ὑπεραγία Θεοτόκος.

Ἂς δοῦμε συντόμως τὶς ἀρετές της.
 Πρώτη ἀρετὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶνε ἡ ἁγνότης . Ἦταν ἁγνὴ ἡ Παναγία μας. Ἦταν καθαρὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα ἐκεῖνα ποὺ μολύνουν τὸ σῶμα καὶ ποὺ ἡ γλῶσσα ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσῃ, τὰ ἁμαρτήματα ποὺ καταδίκασε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ μὲ ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου· τὰ ἁμαρτήματα ἐκεῖνα, ἐξ αἰτίαςτῶν ὁποίων ἄνοιξε ὁ οὐρανὸς καὶ ἔγινε ὁ κατακλυσμὸς καὶ φλόγες πυρὸς κατέκαυσαντὴν Πεντάπολι, τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα. Καθαρὴ λοιπὸν ἡ Παναγία μας. Ἁγνὴ στὴ σκέψι, ἁγνὴ στὴν καρδιά, σὰν τὸ ὁλόλευκο χιόνι. Δὲν μολύνθηκε τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς της ἀπὸ τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς. Ἦταν «ῥόδον τὸ ἀμάραντον» , ὅπως ψάλλει ἡ ἁγίαμας Ἐκκλησία.
 Δὲν ἦταν δὲ μόνο ἁγνὴ καὶ ἀμόλυντη, ἀλλὰ ἦταν ἀκόμη καὶ εὐλαβής, πιστὴ στὸ Θεό. Εἶχε πίστι. Πίστευε ἡ Παναγία μας· ὄχι ἐνενηντα-εννιὰ τοῖς ἑκατὸ ἀλλὰ ἑκατὸ τοῖς ἑκατό. Καὶ ἀπόδειξι τῆς πίστεώς της ἡ ἀφιέρωσί της.Δὲν ἀναφέρω ἄλλες ἀποδείξεις. Τέκνον αὐτὴ εὐσεβῶν γονέων, τῆς Ἄννης καὶ τοῦ Ἰωακείμ, εὐκλεὴς καρπὸς τοῦ εὐλογημένου ἐκείνου ἀνδρογύνου, σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἀφιερώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὸ Θεό. Ἐτάχθη στὴν ὑπηρεσία τοῦ περιφήμου ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἐκεῖ μέρα καὶ νύχτα λάτρευε τὸ Θεό. Προσευχόταν, μελετοῦσε τὰς Γραφάς, ἦταν τελείως ἀφωσιωμένη στὸ Θεό.
 Μία ἀρετή της ἡ ἁγνότης, ἄλλη ἀρετή της ἡ πίστις. Τρίτη ἀρετή της ἦταν ἡ ὑπακοή . Ὑ-πήκουε ἡ Παναγία. Ὑπήκουε στὴ μητέρα τηςτὴν Ἄννα. Ὑπήκουε στὸν πατέρα της τὸν Ἰωακείμ. Ὑπήκουε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἔκλινε τὴν κεφαλὴ ἐμπρὸς στὶς μεγαλειώδειςβουλὲς τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπε· «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυ ρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1,38) . Ἦταν στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἡ ὑπηρέτριαἐκτελεῖ πιστὰ τὸ θέλημα τοῦ κυρίου της, ἔτσικαὶ ἡ Παναγία.
 Ἄλλη ἀρετὴ ποὺ κοσμοῦσε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο ἦταν ἡ ἐργατικότης .Ἐργαζόταν ἡΠαναγία. Πτωχὴ κόρη, χωρὶς πλούτη καὶ θησαυρούς, ἐργαζόταν. Ἡ παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας παρουσιάζει τὴν ὑπεραγία Θεοτόκονὰ ἐργάζεται. Πήγαινε στὴ βρύση, γέμιζε τὴστάμνα, καὶ τὴ μετέφερε στὸν ὦμο. Πήγαινεστὸ ποτάμι καὶ ἔπλενε τὰ ροῦχα. Ὕφαινεστὸν ἀργαλειὸ μὲ τὰ δάκτυλά της. Τὰ ροῦχα,ποὺ φοροῦσε ὁ Χριστός, ὅπως ὁ ἄρραφος ἐκεῖνος χιτώνας, ἤτανε φτειαγμένα στὸν ἀργαλειὸ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐργαστήρι εἶχε ἡ Παναγία.
 Ἀκόμη ἄλλη ἀρετή, ποὺ κοσμοῦσε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἦταν ἡ ὑπομονή της. Διότι δὲνἦταν κόρη πλουσίας οἰκογενείας, ὅπως εἴπαμε· ἦταν κόρη πτωχοτάτων λαϊκῶν στρωμά των. Γεννήθηκε σὲ φτωχὸ σπίτι. Κι ὅταν ἡ ἴδια ἐπρόκειτο νὰ γεννήσῃ τὸ παιδί της, δὲντὸ γέννησε ὡς πορφυρογέννητο ἀλλὰ μέσασ᾿ ἕνα σταῦλο· σύντροφοι τοῦ παιδιοῦ της ἦ-ταν τὰ ἄλογα ζῷα. Ποιός μπορεῖ νὰ φανταστῇ τὶς κακουχίες της; Ἔπειτα, ὅταν ὁ Ἡρῴδης ἔσφαξε τὰ νήπια, ἡ Παναγία πῆρε τὸ μικρότης βρέφος καὶ ἔφυγε, γιὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν Υἱόν της πέρα μακριὰ στὴν Αἴγυπτο. Καὶ τέλος στὸ σταυρό; Ποιός μπορεῖ νὰ περιγράψῃτὸν πόνο, τὴ θλῖψι καὶ τὰ δάκρυα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου; Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία, ὅτι μάχαιρα δίστομος θὰ διαπεράσῃ τὴν καρδία της (βλ. Λουκ. 2,35).
 Τελείωσα; Δὲν τελείωσα· τὰ διαμάντια ποὺ κοσμοῦν τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν τελειώνουν. Καὶ διαμάντια εἶνε οἱ ἀρετές της. Ποιές ἀρετές; Εἴπαμε· ἡ ἁγνότης, ἡ πίστις, ἡ ὑπακοή, ἡ ἐργατικότης, ἡ ὑπομονή, ὅλα αὐτά.Ποιά ὅμως ἀπὸ τὶς ἀρετές της εἶνε ἡ μεγαλύτερη; Ἔχει καὶ μία ἄλλη ἀρετή, ποὺ εἶνε θεμελιώδης καὶ γι᾿ αὐτὴν ἀξιώθηκε νὰ γίνῃ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Εἶνε τὸ σπανιώτερο εἶδος ἀρετῆς. Μπορεῖς νὰ βρῇς γυναῖκες ἁγνές, ἐργατικές, κ.λπ., ἀλλὰ εἶνε σπάνιο σήμερα νὰβρῇς γυναῖκα σὰν τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο στὸσημεῖο αὐτό. Ἡ ἀρετή, ποὺ κατ᾿ ἐξοχὴν κοσμοῦσε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἦταν ἡ ταπείνωσις! Καὶ ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ταπεινώσεώς της ἀξιώθηκε νὰ δεχθῇ καὶ νὰ γεννήσῃ ἀ-πὸ τὰ ἁγιώτατα αἵματά της τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.Αὐτὰ τὰ λίγα, ἀγαπητοί μου, γιὰ τὶς ἀρετὲς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, οἱ ὁποῖες δικαιολογοῦν πλήρως τὸν χαραστηρισμὸ «κεχαριτωμένη» ποὺ εἶπε ὁ ἄγγελος (Λουκ. 1,28).
Ποιά βασίλισσα καὶ ποιά πριγκίπισσα ἔχειτὴ δόξα ποὺ ἔχει ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος; Καὶ ὄχι μόνο ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ καὶ πάνω στὸν οὐρανό, ἐν μέσῳ τῶν ἀύλων πνευμάτων, λάμπειἡ Παναγία . Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἱεροκήρυκες τοῦ σκλαβωμένου γένους μας, ὁ Ἠλίας Μηνιάτης, ὁ καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἱεροκήρυκες παλαιοτέρων χρόνων, ἀναφέρει πρὸς τιμὴν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἕνα μικρὸ ἀνέκδοτο, τὸ ὁποῖο θὰ ἀναφέρω ἐδῶ καὶ τελειώνω τὸ λόγο.Ἕνας ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ποὺ ζοῦσε στὶς ῥεματιές, παρακαλοῦσε τὴν Παναγία καὶ τὸ Χριστὸ καὶ ἔλεγε· «Θέλω νὰ δῶ τὴν Παναγία πῶς εἶνε στὸν παράδεισο. Ἂς δῶ τὴν Παναγία μιὰ φορά, καὶ ἂς χάσω τὸ ἕνα μου μάτι».Παρακαλοῦσε μιά, παρακαλοῦσε δυό, παρα-καλοῦσε τρίς… Ἐπὶ τέλους ἄκουσε ὁ οὐρανὸς τὴν προσευχὴ τοῦ ἁπλοϊκοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου, καὶ μιὰ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα, λάμπειἡ καλύβα του ἀπὸ φῶς. Θεέ μου Θεέ μου! Καὶἐν μέσῳ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων βλέπει νὰ κατέρχεται ἡ Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν. Τί ἥλιος, τί ἀστέρες, τί σελήνη!… Λάμπει. Ἕνα λεπτὸ διήρκεσε ἡ θέα αὐτή. Ἕνα λεπτὸ τὰμάτια τοῦ χωρικοῦ εἶδαν τὴν Παναγία ὡς βασίλισσα τῶν οὐρανῶν νὰ τὴν περιστοιχίζῃ πλῆθος ἀγγέλων. Κατάπληκτος εἶπε «Δόξασοι, ὁ Θεός», κι ἂς ἔχασε τὸ ἕνα του μάτι. Τὸ πρωὶ ξυπνάει, τὸ ἕνα μάτι ἔβλεπε, τὸ ἄλλοδὲν ἔβλεπε. Ἐν τούτοις τόση ἦταν ἡ χαράτου, τόση ἡ ἀγαλλίασις, τόση ἡ εὐφροσύνη ποὺ ἐδοκίμασε, ὥστε παρακαλοῦσε καὶ γιὰδευτέρα φορὰ νὰ δῇ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκοκαὶ ἂς ἔχανε καὶ τὸ δεύτερο μάτι του. Καὶ ἄκουσε ὁ Θεὸς τὴν προσευχή του, καὶ νά πάλι,ἐν μέσῳ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, νά κατέρχεται ἀπὸ τὶς οὐράνιες ἁψῖδες ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· δικαίωμά μας ὅμως κ᾿ ἐμᾶς νὰπιστεύουμε. Ὑπάρχουν ψυχὲς ποὺ εἶδαν τὴνΠαναγία.
Ὑπάρχουν καλόγεροι στὰ Κατουνάκια, μέσα στὰ ὑψηλὰ ὄρη, ποὺ εἶδαν ὁράματα καὶ ὀπτασίες ἀγγέλων. Δὲν εἶνε μόνο αὐτὸς ὁ ὑλικὸς κόσμος, τὸν ὁποῖο βλέπουμε· δὲν εἶ νε μόνο τὰ φεγγάρια, στὰ ὁποῖα ἀνέβηκαν οἱἀστροναῦται. Πέρα ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο ὑπάρχει ὁ ἀόρατος κόσμος, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν βασιλέων καὶ τῶν μεγιστάνων ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πνευμάτων, τῶν ἀύλων πνευμάτων. Λοιπὸν εἶδε τὴν Παναγία γιὰ δευτέρα φορά, καὶ ἔχασε καὶτὰ δύο του μάτια. Τυφλώθηκε, ἦταν ὅμως εὐ-χαριστημένος. Ἀλλὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸν ἡ Παναγία, ἡ γλυκειὰ μάνα τοῦ κόσμου, ν᾿ ἀφή-σῃ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τυφλό, ἐπειδὴ παρεκάλεσε νὰ τὴ δῇ στὴ δόξα της; Ἔτσι μιὰ νύχτα, ἀέρινα δάκτυλα, αἰθέρια δάκτυλα, ἄγγιξαν τὰ μάτια του καὶ εἶδε πάλι τὸ φῶς του, καὶδόξασε τὸ Θεό.Ναί, ἀδελφοί μου, αὐτή εἶνε ἡ Παναγία· τὴνὁποία ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε ἰδιαίτερο λόγο νὰ τὴν ἀγαποῦμε καὶ νὰ τὴν τιμοῦμε, διότι ἀνέκαθεν στὴν μακρὰ ἱστορία τοῦ γένους μας στάθηκε ἡ ὑπέρμαχος στρατηγὸς τῆς πατρίδος μας. «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…» .Αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Παναγία μας.Μεγάλη ἡ χάρις καὶ μεγάλη ἡ δόξα της
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν ἱ. μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κλαδορράχης - Φλωρίνης τὴν 15-8-1971.

Οι Νεομάρτυρες

Νεομάρτυρα Αργυρίου-Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Επανωμή Θεσσαλονίκης Φωτό:diakonima.gr
Η ορολογία «Νεομάρτυρας» εμφανίζεται στην Εκκλη­σιαστική Γραμματεία αμέσως μετά τις εικονομαχικές έριδες, προκειμένου να διαχωρίσουν τους μάρτυρες της εποχής εκεί­νης από τους παλαιούς.
Σήμερα όμως χρησιμοποιείται ο όρος αυτός για τους μάρ­τυρες εκείνους που ήθλησαν κατά την περίοδο από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι και την απελευθέρωση της Ελλάδας. Στη χορεία των Νεομαρτύρων της περιόδου αυτής συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο Έλληνες αλλά και Γεωργιανοί, Αιγύπτιοι, Σέρβοι, Βούλγαροι και Ρώσοι χριστιανοί, καθώς και Τούρκοι που ασπάσθηκαν το χριστιανισμό.
Βασικά η κύρια αιτία των αιματηρών φρικαλεοτήτων της περιόδου αυτής υπήρξε η μισαλλοδοξία και ο θρησκευτικός φανατισμός των Τούρκων. Κάθε χριστιανός που καταδικάζο­νταν από τα τούρκικα δικαστήρια, για οποιαδήποτε αιτία, αφήνονταν αμέσως ελεύθερος αν δεχόταν να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να ασπασθεί το μουσουλμανισμό. Ο αρνησίχριστος απαλλάσσονταν από κάθε φορολογία, απολάμβανε ιδιαί­τερες τιμές και διακρίσεις και του δίδονταν η ευκαιρία να ανέλθει και σε ανώτατα αξιώματα της πολιτείας.
Μερικές αιτίες και αφορμές που μπορούσαν να οδηγήσουν στο δίλημμα του εξισλαμισμού ή του μαρτυρίου ήταν:
Η απλή φιλονικία χριστιανού με Τούρκο.
Η συκοφαντία σχετικά με τυχών σχέσεις χριστιανού με μουσουλμάνιδα.
Η αμφίεση Χριστιανού, έστω για αστείο, με τούρκικα ενδύματα.
Ο φθόνος των Τούρκων για το σωματικό κάλλος, τη σωφροσύνη και την ευσέβεια των χριστιανών νέων.
Η ακόλαστη διάθεση των Τούρκων και ιδιαίτερα των Γενίτσαρων σε βάρος χριστιανών νεανίδων ή μουσουλμανίδων εναντίον χριστιανών νέων.
Ο φανατισμός του τούρκικου όχλου.
Η αποστολική και κοινωνική δράση κληρικών και μοναχών.
Οι επαναστάσεις και οι ανταρσίες.
Ο ενθουσιασμός και ο πόθος των χριστιανών για μαρ­τύριο.
Η προσέλευση των πρώτων χριστιανών στο μαρτύριο και η γενναία αντιμετώπιση των σκληρών βασανιστηρίων εντυπωσίαζε βαθειά τους πιστούς και τους γέμιζε με αισθήματα θαυμασμού, υπερηφάνειας, συμπόνιας και αγάπης για τους Μάρτυρες. Δεν έμειναν όμως ανεπηρέαστοι και οι ειδωλολάτρες θεατές. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που οι φύλακες ή οι βασανιστές των Μαρτύρων ομολόγησαν και αυτοί πίστη στο Χριστό και στη συνέχεια αναδείχθηκαν Μάρτυρες.
Αν και επίσημα από την Εκκλησία έχουμε μέχρι σήμερα λίγες αναγνωρίσεις Νεομαρτύρων, εν τούτοις στη συνείδηση του χριστεπώνυμου λαού τιμάται η μνήμη όλων εκείνων των μαρτύρων, που αντιτάχθηκαν στην προσπάθεια των Τούρκων να εκριζώσουν τη χριστιανική πίστη. Πολλοί λόγιοι άνδρες έχουν συντάξει ασματικές ακολουθίες των Νεομαρτύρων αυ­τών.
Τα ιερά λείψανα των ηρώων αυτών της πίστεώς μας εντα­φιάζονταν με τιμές από τους πιστούς, ενώ σε κάποιες περι­πτώσεις εξαγοράζονταν από τούς χριστιανούς αντί μεγάλης αμοιβής που προσέφεραν στους Τούρκους. Σήμερα φυλάσσο­νται σε πολύτιμες λάρνακες ως μαργαριτάρια της πίστεώς μας και παρέχονται στους πιστούς προς ασπασμό, ως ευλογία και άγιασμό τους. Ναοί ανεγείρονται προς τιμήν τους, εικόνες ιστορούν την άθλησή τους, ενώ καθιερώνονται τοπικές εορτές στον τόπο της γεννήσεώς των ή του μαρτυρίου τους.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προβάλλει τους μάρτυρές της, για να λαμπρύνει μόνο το τελετουργικό της ή για να τους τιμήσει με ιδιαίτερες εορταστικές εκδηλώσεις. Ο κύριος λό­γος της προβολής και του εορτασμού τους, όπως και όλων των αγίων, είναι παιδαγωγικός και αγιαστικός. Οι πιστοί διδάσκονται τα κατορθώματα των μαρτύρων, για να είναι έ­τοιμοι, αν χρειασθεί, να τους μιμηθούν.
Σήμερα οι εξωτερικές συνθήκες δημιουργούν όλο και πιο πολλά εμπόδια στο να ζήσει κανείς στην πληρότητά της την εν Χριστώ ζωή. Οι ολοκληρωτικές πολιτικές ιδεολογίες προ­σπαθούν να εμφυσήσουν στο σύγχρονο άνθρωπο το δικό τους τρόπο σκέψης και να μεταμορφώσουν τα άτομα σε πειθήνιες αγέλες από φανατισμένους οπαδούς. Από την άλλη μεριά η καταναλωτική κοινωνία και ο τεχνοκρατικός πολιτισμός προ­βάλλουν το δικό τους ιδιόμορφο ευδαιμονισμό, που νεκρώνει τα ιδανικά, θεριεύει τη μανία για τα υλικά αγαθά και αποκτηνώνει τον άνθρωπο.
Παρατηρώντας σήμερα προσεκτικά τα «σημεία των και­ρών» πρέπει να μην ετοιμαζόμαστε μόνο για το «μαρτύριο της συνειδήσεως». Ίσως δεν είναι πολύ μακρυά ο χρόνος που θα κληθούν και πάλι οι χριστιανοί να απαντήσουν στην ερώτηση του Κυρίου προς τους Αποστόλους· «Δύνασθε πιείν το ποτήριον, ο εγώ μέλλω πιείν;» (Ματθ. 20, 22). Τότε θα φανεί ποιά είναι τα πραγματικά παιδιά του Θεού.
Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Αθανασίου Δ. Κατζιγκά, Ο Νεομάρτυς Άγιος Αργύριος ο Επανωμίτης, Έκδοση Προσκυνηματικού Ναού Αγίου Αργυρίου, Επανομή 1999.

Αγαπάτε τους εχθρούς υμών…….’Ιερομόναχου Γρηγορίου Αγιορείτου

«Αφες ήμΐν τα όφειλήματα ημών, ώς και ημείς άφίεμεν….
«Οταν οι “Απόστολοι ζήτησαν άπό τον Χριστό να τους μάθη πώς να προσεύχωνται, Εκείνος τους δίδαξε την Κυριακή προσευχή (το Πάτερ ημών), με τήν οποία να ζητοΰν και το έξης: «Αφες ήμϊν τα όφειλήματα ημών, ώς και ήμεϊς άφίεμεν τοϊς οφειλέταις ημών. Δηλαδή, «συγχώρησε τις αμαρτίες μας με τον ίδιο τρόπο που συγχωρούμε κι εμείς όσους μάς έχουν βλάψει». Ό Χριστός, μετά τήν διδασκαλία του Πάτερ ημών, πρόσθεσε: «Έάν συγχωρήσετε στους ανθρώπους ό,τι κακό σάς έχουν κάνει, θά συγχώρηση και σάς ό ουράνιος Πατέρας σας. Έάν όμως δέν συγχωρήτε στους αδελφούς σας τά αμαρτήματα τους, τότε ούτε και ό ουράνιος Πατέρας σας θά συγχώρηση τά αμαρτήματα σας»: Έάν άφήτε τοις άνθρώποις τά παραπτώματα αυτών, αφήσει καϊ ύμϊν ό Πατήρ υμών ό ουράνιος- έάν δε μή άφήτε τοις άνθρώποις τά παραπτώματα αυτών, ουδέ ό Πατήρ υμών αφήσει τά παραπτώματα υμών.
Ποιος άνθρωπος θά μπορούσε νά ίσχυρισθή πώς δεν έχει αμαρτήσει ενώπιον του Θεού; «Ολοι έχουμε αμαρτήματα, όφειλες στον ουράνιο Πατέρα μας. «Αν θέλουμε, λοιπόν, να μάς χαρισθοΰν οι όφειλές αυτές άπό τον Θεό, πρέπει εμείς πρώτοι να συγχωρήσουμε τους αδελφούς μας.
Ό Ιερός Χρυσόστομος απευθύνεται στον καθένα μας και λέγει: «Εσένα τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως τών αμαρτημάτων σου, αν συγχώρησης λίγα, θα σου συγχωρηθούν λίγα, αν συγχώρησης πολλά, θα σού συγχωρηθούν πολλά. «Αν συγχώρησης με τήν καρδιά σου και με ειλικρίνεια, έτσι θα σε συγχώρηση και ό Θεός. «Αν μετά τήν συγχώρηση κάνης και φίλο τον εχθρό σου, παρόμοια θα τοποθετηθή και ό Θεός απέναντι σου»
Θα μπορούσε βέβαια ό Θεός να συγχώρηση τις αμαρτίες μας και χωρίς να συγχωρήσουμε εμείς τους αδελφούς μας. Θέλει όμως να μάς σύνδεση μεταξύ μας με τον δεσμό της αγάπης. Ό Θεός εΐναι αγάπη και όποιος δεν έχει μέσα του αγάπη δεν μπορεί να μείνη κοντά στον Θεό οΰτε στην παροΰσα ζωή οΰτε στην μέλλουσα. Μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του. “Αντίθετα, όποιος εφαρμόζει τους λόγους τοΰ Κυρίου συγχωρεί εύκολα και φθάνει να άγαπήση όλους τους ανθρώπους με την ίδια αγάπη. Πραγματικά, «είναι μακάριος ό άνθρωπος ό οποίος μπορεί ν” άγαπήση εξίσου κάθε άνθρωπο»
Ό άγιος Μάξιμος μας προτρέπει: «»Ας αγαπήσουμε ό ένας τον άλλο και θα μάς αγαπά ό Θεός. «Ας δείξουμε μακροθυμία ό ένας προς τον άλλο και θα δείξη και ό Θεός μακροθυμία για τις αμαρτίες μας. «Ας μήν ανταποδώσουμε κακό για το κακό που μάς έκαναν, και δεν θα τιμωρηθούμε σύμφωνα με τις αμαρτίες μας. Διότι τήν συγχώρηση των παραπτωμάτων μας τήν βρίσκουμε στην συγχώρηση των αδελφών μας. Και το έλεος τοΰ Θεοΰ βρίσκεται κρυμμένο στην εύσπλαγχνία μας προς τον πλησίον… Νά, μάς χάρισε ό Κύριος τρόπο σωτηρίας, και μάς έδωσε εξουσία αιώνια νά γίνουμε τέκνα τοΰ Θεοΰ* στην θέληση μας λοιπόν βρίσκεται ή σωτηρία μας»
.
«Οποιος πλησιάζει τον ευεργέτη Θεό, πρέ πει να εΐναι και ό ίδιος ευεργέτης• όποιος πλησιάζει τον Φιλάνθρωπο, να εΐναι και ό ίδιος φιλάνθρωπος. «Οπως ό Θεός συγχωρεί και αγαπά, έτσι κι εμείς πρέπει να συγχωρούμε και να αγαπούμε τους αδελφούς μας. Ό άνθρωπος πού είναι σκληρός και δεν συγχωρεί τον αδελφό του αποκόπτει τον εαυτό του από την φιλανθρωπία του Θεοΰ.
Ό μεγάλος διδάσκαλος του Γένους, άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός, δίνει ένα υποθετικό παράδειγμα: «»Ηλθαν δύο άνθρωποι να εξομολογηθούν, ό Πέτρος και ό Παύλος. Λέγει ό Πέτρος: «Έγώ, Πνευματικέ, από τον καιρό πού γεννήθηκα ώς τώρα, νηστεύω, προσεύχομαι, κάνω ελεημοσύνες και πολλά άλλα καλά, άλλα τον εχθρό μου δεν τον συγχωρώ». Έγώ, λέγει ό άγιος Κοσμάς, τον αποφάσισα γιά την κόλαση και άν τύχη και άποθάνη νά μην τον θάψουν, άλλα νά τον ρίξουν στην στράτα νά τον φάγουν ο! σκύλοι. «Ερχεται και ό Παύλος και μού λέγει: «Εγώ, Πνευματικέ, ποτέ άπό τον καιρό πού γεννήθηκα δεν έκαμα κανένα καλό, άλλα έχω καμωμένα τόσα φονικά, έπόρνευσα με τόσες γυναίκες, έκλεψα τόσα πράγματα, όλες τις αμαρτίες εγώ τις έκαμα, μα τον εχθρό μου τον συγχωρώ»». Και συνεχίζει ό άγιος Κοσμάς: «Νά τί έκαμα εις αυτόν: Τον αγκάλιασα και τον φίλησα, τοΰ έδωσα και άδεια σε τρεις ήμερες νά μεταλάβη. Ναι, αδελφοί μου, έτσι έκαμα. Διότι ό πρώτος, ό Πέτρος, με τήν έχθρα που εΐχε στην ψυχή του γιά τον εχθρό του, όλα τά καλά που είχε κάμει τά έγύρισε και τά έκαμε φαρμάκι του Διαβόλου. Και έτσι τον αποφάσισα γιά τήν κόλαση. Ή συγχώρεση πάλι πού έκαμε ό Παύλος του εχθρού του, είναι ωσάν μία φλόγα που έκαψε όλες τις αμαρτίες του. Και τον αποφάσισα γιά τον Παράδεισο νά χαίρεται πάντοτε».
“Από το παραστατικό παράδειγμα τοΰ αγίου Κοσμά καταλαβαίνουμε ότι είναι στην εξουσία μας να εισέλθουμε στην Βασιλεία του Θεοΰ. Αρκεί νά συγχωρούμε στους αδελφούς μας οποιοδήποτε κακό μάς έχουν κάνει.
«Όταν ό απόστολος Πέτρος ρώτησε τον Χριστό «Κύριε, πόσες φορές νά συγχωρήσω τον αδελφό μου, εάν έξακολουθή νά μοΰ κάνη κακό; Μέχρι επτά φορές;», ό Χριστός άπάντησε: «Δέν σου λέγω μόνο μέχρι επτά φορές, άλλα μέχρι εβδομήντα φορές το επτά». Ό απόστολος Πέτρος ήταν βέβαιος ότι άρκει να συγχωρήσουμε επτά φορές τον αδελφό μας, και ίσως περίμενε νά έπαινεθή γιά τις καλές διαθέσεις του. Ό Χριστός όμως τον διόρθωσε και τοΰ έδειξε ότι ή αγάπη πάντοτε συγχωρεί. Διότι με τήν απάντηση Του ό Χριστός «δέν ορίζει κάποιον αριθμό, άλλα εννοεί το άπειρο, το συνεχές, το παντοτινό»
.
Ή παραβολή των μυρίων ταλάντων -που εΐπε αμέσως μετά ό Χριστός- αποδεικνύει πολύ παραστατικά ότι πρέπει διαρκώς νά συγχωρούμε τους εχθρούς μας: «Ενας δούλος χρωστούσε στον Βασιλιά μύρια χρυσά τάλαντα, και κλήθηκε νά δώση λόγο. Στις παρακλήσεις τού δούλου, ό Βασιλιάς τον σπλαγχνίσθηκε και τού τά χάρισε όλα. Φεύγοντας ό δοΰλος εκείνος συνάντησε έναν σύνδουλό του πού τού ώφειλε το ευτελές ποσό τών εκατό δηναρίων. Και άντι νά τού φερθή όπως φέρθηκε στον ίδιο ό Βασιλιάς, εκείνος τον ώδήγησε στην φυλακή. «Οταν στή συνέχεια πληροφορήθηκε το γεγονός ό Βασιλιάς, τον κάλεσε και τού λέγει:
«Δεν έπρεπε και συ να έλεήσης τον σύνδουλό σου δπως κι εγώ σε ελέησα;». Και με θυμό τον παρέδωσε στους βασανιστές μέχρις δτου να καταβάλη το τεράστιο χρέος του. Τελειώνον¬τας την παραβολή ό Χριστός κατέληξε: Ούτω και ό Πατήρ μου ό επουράνιος ποιήσει, υμϊν, εάν μη άφήτε έκαστος τω άδελφώ αυτοϋ άπο των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυ¬τών18. Δηλαδή, με ανάλογο τρόπο θα φερθή και σε μάς ό Θεός, ό επουράνιος Πατέρας μας, αν δεν συγχωρήσουμε τον αδελφό μας με όλη τήν καρδιά μας.
«Αν συγκρίνουμε τήν οφειλή μας προς τον Θεό με εκείνα που μάς οφείλουν ο! αδελφοί μας, τα ποσά είναι δυσανάλογα. Και αυτό λόγω της μεγαλωσύνης τοΰ Θεοΰ και τών απείρων ευεργεσιών Του προς εμάς, και λόγω τών πολλών αμαρτημάτων που κάθε στιγμή με διαφόρους τρόπους διαπράττουμε. Και όμως ό Θεός μάς συγχωρεί το χρέος τών μυρίων τα¬λάντων, αν συγχωρήσουμε από καρδίας τα εκατό δηνάρια που μάς οφείλει ό αδελφός μας. Αυτός εΐναι ό εύκολος και απλός δρόμος για να εξοφλήσουμε τις αμαρτίες μας. Ρωτά ό θείος Χρυσόστομος: «Τί κόπος απαιτείται για να συγχώρησης αυτόν που σε λύπησε; Κόπος είναι το να μη συγχώρησης άλλα να διατηρής την έχθρα, ενώ το να απαλλαγής άπό τον θυμό,… για όποιον θέλει εΐναι πολύ εύκολο. Δεν χρειάζεται να πέρασης πέλαγος, οΰτε να κάνης μακρινό ταξίδι, οΰτε να διαβής κορυφές βουνών, να δαπανήσης χρήματα ή να ταλαιπωρήσης το σώμα σου. Φθάνει μόνο να θέλησης, και όλα τα αμαρτήματα σου έχουν διαγραφή»
“Ακόμη και για τις περιπτώσεις εκείνες που αδικούμαστε άπό ανθρώπους τους οποίους έχουμε ευεργετήσει, πρέπει να παρέχουμε τήν συγχώρηση άπό καρδίας. Ρωτά ό Ιερός Χρυσόστομος: «Μήπως σου έκανε κακό εκείνος πού ευεργέτησες; Μα ακριβώς γι” αυτό τον λόγο, για εκείνον μεν να θρηνής και να πονάς, για τον εαυτό σου όμως να χαίρεσαι, διότι έγινες όμοιος με τον Θεό, πού ανατέλλει τον ήλιο Του και για τους καλούς και για τους κακούς».
Πολλές φορές, όταν υπάρχει κάποια έχθρα ανάμεσα μας, για να αναπαύσουμε τήν συνείδηση μας αρκούμαστε σε μια τυπική αίτηση συγγνώμης από τον αδελφό που μάς αδίκησε. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέγει σ” εκείνους που προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με τον αδελφό τους άλλα εκείνος αρνήθηκε την συγγνώμη τους: «Μη λέγεις «παρεκάλεσα πολύ, Ικέτευσα, δεήθηκα άλλα δεν συμφιλιώθηκε». Μην άπομακρυνθής αν δεν συμφιλιωθής πρώτα μαζί του… «Οσο περισσότερο κόπο απαιτήσει ή συμφιλίωση… τόσο λαμπρότεροι θα εΐναι ο! στέφανοι της υπομονής σου». Ή προσπάθεια της συμφιλιώσεως βέβαια προϋποθέτει ότι ή καρδιά μας εΐναι καθαρή άπό μνησικακία. Ή ειλικρινής αγάπη προς τον αδελφό κάποια στιγμή θα μιλήση στην καρδιά του. Και επιπλέον δίνει πολλή παρρησία στην προσευχή μας.
Κάποιος μοναχός πήγε στον άββά Σιλουανό και τοΰ εΐπε: «Πάτερ, έχω έναν εχθρό που μου έκανε πολλά κακά και το χωράφι μου άρπαξε, όταν ήμουν στον κόσμο, και πολλές φορές επιδίωξε το κακό μου, και τώρα έβαλε μάγους νά με φαρμακώσουν. Σκέπτομαι λοιπόν νά τον παραδώσω στον άρχοντα». Ό Γέροντας τοΰ αποκρίθηκε: «Κάνε όπως σοΰ αρέσει, παιδί μου». Ό αδελφός συνέχισε: «Στ” αλήθεια, άββά, αν τιμωρηθή, πολύ θα ώφεληθή ή ψυχή του». «Κάνε όπως νομίζεις, παιδί μου», εΐπε πάλι ό Γέροντας. Είπε τότε ό αδελφός: «Σήκω, Γέροντα, να κάνουμε προσευχή, και θα πάω στον άρχοντα». Σηκώθηκαν λοιπόν, και καθώς προσεύχονταν και έφτασαν στό καϊ άφες ήμΐν τα όφειληματα ημών, ώς καϊ ημείς άφίεμεν τοϊς όφειλέταις ημών, ό Γέροντας είπε: «Και μή άφήσης ήμΐν τα όφειληματα ημών, ώς ουδέ ημείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών». «»Οχι έτσι, Πάτερ», διέκοψε τον Γέροντα ό αδελφός. «Ναί, έτσι, παιδί μου. Πραγματικά, αν θέλης να πάς στον άρχοντα να σοΰ δώση το δίκιο σου, ό Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα». Μετά άπό αυτό έβαλε μετάνοια ό αδελφός και συγχώρησε τον εχθρό του.
Συνεχίζεται…
Από το βιβλίο « “Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» του Γέροντα Ιερομονάχου Γρηγορίου Αγιορείτου
Εκδοτική Παραγωγή: Εκδόσεις Δόμος

Οι αγιασμένοι άνθρωποι του Θεού δεν θα πρόδιναν την πίστη ούτε με μια λέξη


Ο Άγιος και Δίκαιος Ιωάννης της Κρονστάνδης ανακαλεί αυτό το όραμα που είχε τον Ιανουάριο του 1901:



Μετά τις βραδινές προσευχές, ξάπλωσα λίγο να ξεκουραστώ στο αμυδρά φωτισμένο κελί μου, καθώς ήμουν κουρασμένος. Μπροστά από την εικόνα της Μητέρας του Θεού βρισκόταν κρεμασμένη η λαμπάδα μου. Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα, όταν άκουσα ένα θρόισμα. Κάποιος ακούμπησε τον αριστερό μου ώμο και με τρυφερή φωνή μου είπε: “Σήκω, δούλε του Θεού Ιωάννη, και ακολούθησε το θέλημα του Θεού!”
Σηκώθηκα και είδα κοντά στο παράθυρο έναν ένδοξο στάρετς (γέροντα) με ψαρά μαλλιά, φορώντας ένα μαύρο μανδύα, και κρατώντας μια ράβδο στο χέρι του. Με κοιτούσε τρυφερά και κρατιόμουν με δυσκολία να μην πέσω εξαιτίας του μεγάλου φόβου μου. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν, ήθελα να μιλήσω, αλλά η γλώσσα μου δεν με υπάκουε. Ο γέροντας έκανε το σημείο του σταυρού σε μένα και σύντομα γέμισα με γαλήνη και χαρά. Έπειτα, έκανα το σταυρό μου ο ίδιος.
Στη συνέχεια, έδειξε με τη ράβδο του προς το δυτικό τοίχο του κελιού μου, έτσι ώστε να παρατηρήσω ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο γέροντας είχε χαράξει στον τοίχο τους ακόλουθους αριθμούς: 1913, 1914, 1917, 1922, 1924 και 1934. Ξαφνικά, ο τοίχος εξαφανίστηκε και περπατούσα με το γέροντα σε ένα πράσινο λιβάδι και είδα πλήθος από χιλιάδες σταυρούς σαν σημάδια τάφων.
Ήταν ξύλινοι, πήλινοι ή χρυσοί. Ρώτησα τον γέροντα, για ποιο λόγο υπήρχαν αυτοί οι σταυροί. Μου απάντησε γαλήνια, ότι οι σταυροί αυτοί υπάρχουν γι’ αυτούς που υπέφεραν και δολοφονήθηκαν για την πίστη τους στο Χριστό και για τον Λόγο του Θεού, και έγιναν μάρτυρες. Και έτσι συνεχίσαμε να περπατάμε.
Ξαφνικά είδα ένα ολόκληρο ποτάμι από αίμα και ρώτησα τον γέροντα, ποια είναι η σημασία αυτού του αίματος και πόσο είχε χυθεί. Ο γέροντας κοίταξε γύρω και απάντησε: “Αυτό είναι το αίμα των αληθινών Χριστιανών!” Έδειξε, έπειτα, σε κάποια σύννεφα, και είδα ένα πλήθος από αναμμένα καντήλια που έκαιγαν με άσπρη φλόγα. Άρχισαν να πέφτουν προς το έδαφος το ένα μετά το άλλο κατά δεκάδες και κατά εκατοντάδες. Κατά την πτώση τους, σκοτείνιαζαν και γίνονταν στάχτες.
Τότε ο γέροντας μου είπε, “Κοίτα!”, και είδα σε ένα σύννεφο εφτά καιόμενα καντήλια. Ρώτησα ποιο είναι το νόημα των καιόμενων καντηλιών που πέφτουν στο έδαφος και μου απάντησε: “Αυτές είναι οι εκκλησίες του Θεού που έχουν πέσει σε αίρεση, αλλά αυτά τα εφτά καντήλια στα σύννεφα είναι οι εφτά Καθολικές και Αποστολικές Εκκλησίες που θα μείνουν μέχρι το τέλος του κόσμου!”.
Ο γέροντας, στη συνέχεια, έδειξε ψηλά στον αέρα και είδα και άκουσα αγγέλους να ψάλλουν: “Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ!”. Ένα μεγάλος πλήθος ανθρώπων με κεριά στα χέρια τους μας προσπέρασαν, ενώ η χαρά φαινόταν να λάμπει στα πρόσωπά τους.
Ήταν αρχιεπίσκοποι, μοναχοί, μοναχές, ομάδες λαϊκών, ενήλικες, νέοι ακόμα και παιδιά και μωρά. Ρώτησα το θαυματουργό γέροντα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι κι αυτός αποκρίθηκε: ” Όλοι αυτοί είναι οι άνθρωποι που υπέφεραν για την Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, για τις άγιες εικόνες που βρέθηκαν στα χέρια των αμαρτωλών καταστροφέων”.
Έπειτα, ρώτησα το μεγάλο γέροντα, αν θα μπορούσα να κάτσω κάτω δίπλα τους.

Ο γέροντας μου είπε: “Είναι πολύ νωρίς για σένα να υποφέρεις, επομένως το να καθίσεις μαζί τους δεν είναι ευλογημένο από το Θεό!” Είδα πάλι ένα μεγάλο πλήθος από νεογέννητα που υπέφεραν για το Χριστό από τον Ηρώδη και έλαβαν στέμμα από τον Επουράνιο Βασιλέα.
Προχωρήσαμε περισσότερο και πήγαμε σε μια μεγάλη εκκλησία. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, αλλά ο γέροντας με συμβούλευσε: “Δεν είναι ανάγκη να κάνεις το σταυρό σου, επειδή αυτό το μέρος είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως.
Η εκκλησία ήταν σκοτεινή και καταθλιπτική. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ένα αστέρι και ένα Ευαγγέλιο με αστέρια. Κεριά καμωμένα από πίσσα καιγόντουσαν και έτριζαν σαν καυσόξυλο. Το δισκοπότηρο στεκόταν εκεί καλυμμένο με μια απαίσια βρωμιά. Υπήρχε κι ένα πρόσφορο με αστέρια. Ένας ιερέας στεκόταν μπροστά από την Αγία Τράπεζα με ένα πρόσωπο κατάμαυρο σαν πίσσα, και μια γυναίκα βρισκόταν κάτω από την Αγία Τράπεζα καλυμμένη με κόκκινα και με ένα αστέρι στα χείλη της και ούρλιαζε και γελούσε σε όλη την εκκλησία λέγοντας: “Είμαι ελεύθερη!”. Σκέφτηκα: “Θεέ μου, πόσο τρομερό!”.
Οι άνθρωποι, σαν τρελοί, άρχισαν να τρέχουν γύρω από την Αγία Τράπεζα, φωνάζοντας, σφυρίζοντας και χειροκροτώντας. Μετά, άρχισαν να τραγουδούν άσεμνα τραγούδια. Ξαφνικά, ένας κεραυνός άστραψε, ένα φοβερό αστροπελέκι αντήχησε, η γη σείστηκε και η εκκλησία κατέρρευσε, στέλνοντας τη γυναίκα, τους ανθρώπους, τον παπά και τους υπόλοιπους στην άβυσσο. Σκέφτηκα: “Θεέ μου, πόσο τρομερό, σώσε μας!”.
Ο γέροντας είδε αυτό που είχε γίνει, όπως κι εγώ. Τον ρώτησα: “Πάτερ, πείτε μου, ποια είναι η σημασία αυτής της φοβερής εκκλησίας;”. Αποκρίθηκε: “Αυτοί είναι οι κοσμικοί άνθρωποι, αιρετικοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και αναγνώρισαν την πρόσφατα νεωτερίζουσα εκκλησία την οποία ο Θεός δεν έχει ευλογήσει.
Σ’ αυτή την εκκλησία δεν νηστεύουν, δεν παρακολουθούν ακολουθίες και δεν λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία!”. Φοβήθηκα και είπα: “Ο Θεός μας ελεεί, μα καταριέται αυτούς με το θάνατο!”. Ο γέροντας με διέκοψε και είπε: “Μη θρηνείς, μόνο προσευχήσου”.
Έπειτα, είδα μια κοσμοσυρροή, καθένας από τους οποίους είχε ένα αστέρι στα χείλη και ήταν τρομερά εξαντλημένοι από τη δίψα, περπατώντας εδώ και εκεί. Μας είδαν και φώναζαν δυνατά: “Άγιοι Πατέρες, προσευχηθείτε για μας. Είναι πολύ δύσκολο για μας, επειδή εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε.
Οι Πατέρες και οι Μητέρες μας δεν μας δίδαξαν το Νόμο του Θεού. Ούτε το όνομα του Χριστού δεν έχουμε και δεν έχουμε λάβει ειρήνη. Απορρίψαμε το Άγιο Πνεύμα και το σημείου το σταυρού.” Άρχισαν να κλαίνε.
Ακολούθησα το γέροντα. “Κοίτα!”, μου είπε δείχνοντας με το δάχτυλό του. Είδα ένα βουνό από ανθρώπινα πτώματα βαμμένα στο αίμα. Φοβήθηκα πολύ και ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των νεκρών πτωμάτων. Μου απάντησε: “Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έζησαν μοναστική ζωή, απορρίφθηκαν από τον Αντίχριστο, και δεν έλαβαν τη σφραγίδα του. Υπέφεραν για την πίστη τους για τον Χριστό και την Αποστολική Εκκλησία και έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου πεθαίνοντας για τον Χριστό. Να προσεύχεσαι γι’ αυτούς τους δούλους του Θεού!”
Χωρίς προειδοποίηση ο γέροντας γύρισε στο βορρά και έδειξε με το χέρι του. Είδα ένα αυτοκρατορικό παλάτι, γύρω από το οποίο έτρεχαν σκυλιά. Άγρια τέρατα και σκορπιοί ούρλιαζαν και επιτίθονταν έχοντας προτεταμένα τα δόντια τους. Και είδα τον Τσάρο να κάθεται σ’ ένα θρόνο. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, αλλά ανδρείο. Έλεγε την ευχή του Ιησού.
Ξαφνικά έπεσε σαν νεκρός άνθρωπος. Το στέμμα του έπεσε. Τα άγρια θηρία, οι σκύλοι και οι σκορπιοί τσαλαπάτησαν τον βασιλιά. Ήμουν φοβισμένος και έκλαιγα πικρά. Ο γέροντας με πήρε από το δεξί ώμο. Είδα μια φιγούρα σαβανωμένη στα άσπρα – ήταν ο Νικόλαος ο Β΄. Στο κεφάλι του ήταν ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα, και το πρόσωπό του ήταν άσπρο και κάπως ματωμένο. Φορούσε ένα χρυσό σταυρό γύρω από το λαιμό του και ψιθύριζε ήσυχα μια προσευχή. Και μετά μου είπε με δάκρυα: “Προσευχήσου για μένα, Πάτερ Ιωάννη.
Πες σε όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς ότι εγώ, ο Τσάρος – μάρτυρας, πέθανα ανδρείως για την πίστη μου στο Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πες στους Αγίους Πατέρες ότι πρέπει να κάνουμε μια Παννυχίδα για μένα τον αμαρτωλό, αλλά δεν θα υπάρχει τάφος για μένα!”
Σύντομα όλα έγιναν άφαντα στην ομίχλη. Έκλαψα πικρά προσευχόμενος για τον Τσάρο – μάρτυρα. Τα χέρια μου και τα πόδια μου έτρεμαν από φόβο. Ο γέροντας είπε: “Κοίτα!”. Μετά είδα μια κοσμοσυρροή από ανθρώπους διασκορπισμένους γύρω στη γη που είχαν πεθάνει από πείνα, ενώ οι άλλοι έτρωγαν γρασίδι και φυτά. Τα σκυλιά κατέτρωγαν τα σώματα των πεθαμένων, ενώ η δυσοσμία ήταν τρομερή. Σκέφτηκα: “Κύριε, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πίστη”.
Από τα στόματά τους έβγαιναν βλασφημίες και γι’ αυτό δέχθηκαν το θυμό του Κυρίου.
Είδα, επίσης, ένα ολόκληρο βουνό από βιβλία και ανάμεσα στα βιβλία σέρνονταν σκουλήκια εκπέμποντας μια τρομερή δυσοσμία. Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν η σημασία αυτών των βιβλίων. Αυτός είπε: “Αυτά τα βιβλία είναι ασέβεια και βλασφημία που θα μολύνουν όλους τους Χριστιανούς με αιρετικές διδασκαλίες! Μετά ο γέροντας ακούμπησε το ραβδί του σε κάποια από τα βιβλία και άρπαξαν φωτιά.

Ο άνεμος διασκόρπισε τις στάχτες.
Στη συνέχεια, είδα μια εκκλησία γύρω από την οποία ήταν στοίβα από δεήσεις για τους αποθανόντες. Έσκυψα και θέλησα να τις διαβάσω, αλλά ο γέροντας είπε: “Αυτές οι δεήσεις για τους πεθαμένους βρίσκονται εδώ πολλά χρόνια και οι ιερείς τις έχουν ξεχάσει. Δεν πρόκειται ποτέ να τις διαβάσουν, αλλά οι νεκροί θα ζητούν κάποιον να προσευχηθεί γι’ αυτούς!”. Εγώ τον ρώτησα: “Ποιοι θα προσευχηθούν γι’ αυτούς;”. Ο γέροντας αποκρίθηκε: “Οι Άγγελοι θα προσευχηθούν γι’ αυτούς”.
Προχωρήσαμε πιο πέρα, και ο γέροντας τάχυνε το βήμα τόσο που με δυσκολία τον προλάβαινα. “Κοίτα!”, μου είπε. Είδα ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους να καταδιώκονται από τους δαίμονες οι οποίοι τους χτυπούσαν με πασσάλους, με δίκρανα και γάντζους.
Ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των ανθρώπων. Μου αποκρίθηκε: “Αυτοί είναι εκείνοι που απαρνήθηκαν την πίστη τους και άφησαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και δέχθηκαν την καινούργια νεωτερίζουσα εκκλησία. Αυτή η ομάδα, εκπροσωπεί τους ιερείς, τους μοναχούς, τις μοναχές, και τους λαϊκούς οι οποίοι απαρνήθηκαν τους όρκους τους, ή το γάμο τους, και δεσμεύθηκαν με το ποτό και όλου του είδους τις βλασφημίες και τις διαβολές.
Όλοι αυτοί έχουν τρομακτικά πρόσωπα και μια τρομερή δυσοσμία βγαίνει από τα στόματά τους. Οι δαίμονες τους χτυπούσαν, οδηγώντας τους στην τρομερή άβυσσο, από την οποία βγαίνουν οι φλόγες της κολάσεως. Ήμουν πολύ φοβισμένος. Έκανα το σημείο του σταυρού ενώ προσευχόμουν, ο Κύριος να μας αποτρέψει από τέτοια μοίρα!
Μετά, αντίκρισα μια ομάδα ανθρώπων, νέοι και γέροι μαζί, οι οποίοι ήταν όλοι ντυμένοι άσχημα, και κρατούσαν ψηλά ένα μεγάλο αστέρι με 5 σημεία. Σε κάθε γωνία ήταν 12 δαίμονες και στη μέση ήταν ο Σατανάς ο ίδιος με κέρατα και αχυρένιο κεφάλι. Έβγαλε ένα βλαβερό αφρό στους ανθρώπους, ενώ ανακοίνωνε αυτές τις λέξεις: “Σηκωθείτε εσείς οι καταραμένοι με τη σφραγίδα του …;”
Ξαφνικά εμφανίστηκαν πολλοί δαίμονες με σιδερένιες σφραγίδες και πάνω σε όλους τους ανθρώπους τοποθέτησαν τη σφραγίδα: στα χείλη τους, στους αγκώνες και στο δεξί χέρι. Ρώτησα τον γέροντα: “Τι σημαίνει αυτό;” Και αποκρίθηκε: “Αυτό είναι το σημάδι του Αντιχρίστου!”.Έκανα το σταυρό μου και ακολούθησα το γέροντα.
Ξαφνικά, σταμάτησε και έδειξε προς την Ανατολή με το χέρι του. Είδα μια μεγάλη συγκέντρωση από ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα που κουβαλούσαν σταυρούς και κεριά στα χέρια. Στο μέσο τους υπήρχε μια Αγία Τράπεζα τόσο λευκή όσο το χιόνι. Στην Αγία Τράπεζα υπήρχε ο σταυρός και το Άγιο Ευαγγέλιο και πάνω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο αέρας με ένα χρυσό αυτοκρατορικό στέμμα πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα “Για το άμεσο μέλλον”. Πατριάρχες, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, μοναχές και λαϊκοί στέκονταν γύρω από την Αγία Τράπεζα.
Όλοι έψαλαν: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη”. Από μεγάλη χαρά έκανα το σταυρό μου και δόξασα το Θεό.
Ξαφνικά ο γέροντας κούνησε το σταυρό του προς τα πάνω τρεις φορές και είδα ένα βουνό από πτώματα καλυμμένα από ανθρώπινο αίμα και από πάνω τους πετούσαν Άγγελοι. Έπαιρναν τις ψυχές αυτών που είχαν δολοφονηθεί για το Λόγο του Θεού προς τα Ουράνια ενώ έψαλλαν: “Αλληλούια!”.
Παρατήρησα όλα αυτά και έκλαψα δυνατά. Ο γέροντας με πήρε από το χέρι και μου απαγόρευσε να κλαίω. Ό,τι ευχαριστεί το Θεό είναι το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός υπέφερε και έχυσε το πολύτιμο αίμα του για μας. Κάποιοι σαν αυτούς θα γίνουν μάρτυρες οι οποίοι δεν θα δεχθούν τη σφραγίδα του Αντίχριστου, κι όλοι αυτοί που θα χύσουν το αίμα τους θα λάβουν ουράνια στέμματα. Ο γέροντας έπειτα προσευχήθηκε γι’ αυτούς τους δούλους του Θεού και σημάδεψε στην Ανατολή καθώς τα λόγια του Προφήτη Δανιήλ βγήκαν αληθινά: “Το βδέλυγμα της ερημώσεως”.
Τελικά, είδα το θόλο της Ιερουσαλήμ. Πάνω του ήταν ένα αστέρι. Μέσα στην εκκλησία εκατομμύρια άνθρωποι συνέρεαν και πάλι πολλοί προσπαθούσαν να μπουν. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, αλλά ο γέροντας μου άρπαξε το χέρι και είπε: “Εδώ είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως”.
Έτσι μπήκαμε στην εκκλησία, και ήταν γεμάτη από ανθρώπους. Είδα μια Αγία Τράπεζα, στην οποία κεριά από λίπος ζώων έκαιγαν. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ένας βασιλιάς με κόκκινα, φλογισμένος, πορφυρός. Στο κεφάλι του ήταν ένα χρυσό στέμμα με ένα αστέρι. Ρώτησα το γέροντα: “Ποιος είναι αυτός;” Μου απάντησε: “Ο Αντίχριστος”. Ήταν πολύ ψηλός με μάτια σαν φωτιά, μαύρα φρύδια, ξυρισμένο μούσι, θηριώδης, πανούργος, διαβολικός, με τρομακτικό πρόσωπο. Ήταν μόνος του στην Αγία Τράπεζα και έτεινε τα χέρια στους ανθρώπους. Είχε νύχια σουβλερά σαν της τίγρης και φώναζε: “Είμαι Βασιλιάς. Είμαι ο Θεός. Είμαι ο Αρχηγός. Αυτός που δεν έχει τη σφραγίδα μου θα θανατωθεί.”.
Όλοι οι άνθρωποι έπεσαν κάτω και τον προσκυνούσαν και εκείνος άρχισε να βάζει τη σφραγίδα του στα χείλη τους και στα χέρια τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να λάβουν λίγο ψωμί και να μην πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα. Γύρω από τον Αντίχριστο, οι υπηρέτες του οδηγούσαν αρκετούς ανθρώπους των οποίων τα χέρια ήταν δεμένα που δεν είχαν πέσει να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είπαν: “Είμαστε Χριστιανοί, και όλοι πιστεύουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό!” Ο Αντίχριστος σύντριψε τας κεφαλάς εν αστραπή και το Χριστιανικό αίμα άρχισε να ρέει.
Ένα παιδί οδηγήθηκε μετά στην Αγία Τράπεζα του Αντιχρίστου να τον προσκυνήσει, αλλά τολμηρά διακήρυξε: “Είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, αλλά εσύ είσαι πρεσβευτής, υπηρέτης του σατανά”! -Θάνατος σ’ αυτόν!”, αναφώνησε ο Αντίχριστος. Άλλοι που δέχθηκαν το σφράγισμα του Αντιχρίστου έπεσαν κάτω και τον προσκύνησαν.
Ξαφνικά, μια βοή από κοσμοσυρροή ξανακούστηκε και χιλιάδες φωτισμένες αστραπές άρχισαν να αστράφτουν. Βέλη άρχισαν να χτυπούν τους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Έπειτα, ένα μεγάλο φλεγόμενο βέλος άστραψε και χτύπησε τον Αντίχριστο τον ίδιο στο κεφάλι. Καθώς κουνούσε το χέρι του, το στέμμα του έπεσε και συνετρίβη στο έδαφος. Μετά εκατομμύρια πουλιά πέταξαν και κούρνιασαν στους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Ένιωσα το γέροντα να με παίρνει από το χέρι.
Προχωρήσαμε περισσότερο, και εγώ είδα πάλι πολύ αίμα Χριστιανών. Ήταν εδώ που θυμήθηκα τις λέξεις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο βιβλίο της Αποκάλυψης ότι το αίμα θα έφτανε ως το χαλινάρι του αλόγου. Σκέφτηκα: “Θεέ μου, σώσε μας!” Εκείνη τη στιγμή είδα Αγγέλους να πετούν και να ψάλουν “Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ!”.
Ο γέροντας κοίταξε πίσω, και άρχισε να λέει: “Μη λυπάσαι, γιατί σύντομα, πολύ σύντομα θα έρθει το τέλος του κόσμου! Προσευχήσου στον Κύριο. Ο Θεός ας είναι εύσπλαχνος στους υπηρέτες του.”
Ο καιρός πλησίαζε στο τέλος. Έδειξε προς την Ανατολή, έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. Κι εγώ προσευχήθηκα μαζί του. Μετά ο γέροντας άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα από τη γη εις τας ουρανίους μονάς. Καθώς έκανε αυτό, θυμήθηκα ότι δεν γνώριζα το όνομά του, και έτσι ικέτεψα δυνατά: “Πάτερ, ποιο είναι το όνομά σου;”. Τρυφερά απάντησε: “Σεραφείμ του Σαρώφ”. Αυτά είναι που είδα και κατέγραψα από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς.
Ένα μεγάλο κουδούνι χτύπησε πάνω από το κεφάλι μου, άκουσα τον ήχο και σηκώθηκα από το κρεβάτι. “Κύριε, ευλόγησε και βοήθησέ με, μέσω των προσευχών του Αγίου Γέροντα! Με φώτισες, τον αμαρτωλό δούλο σου, τον ιερέα Ιωάννη της Κρονστάνδης.”
Αγ. Ιωάννης της Κρονστάνδης

ΠΗΓΗ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΣΑΑΚΙΟΥ, ΔΑΛΜΑΤΟΥ ΚΑΙ ΦΑΥΣΤΟΥ

Τῌ Γ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰσαακίου, Δαλμάτου καὶ Φαύστου.

Τῇ Γ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Δαλμάτου, Φαύστου καὶ Ἰσακίου.

Κυκλοῦσιν ἄνδρες εἷς δύο τρεῖς σὸν θρόνον,
Ὕψιστε, Φαῦστος, Ἰσάκιος, Δαλμάτος,
Δαλμάτος, Ἰσάκιος τριτάτῃ θάνον, ἠδέ γε Φαῦστος.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ἁγίου μάρτυρος Στεφάνου, Πάπα Ῥώμης.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Ἰωάννου, Ἡγουμένου Μονῆς τῆς Παταλαραίας.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Ἁγία Σαλώμη, ἡ Μυροφόρος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Τῆς σαρκὸς οἷον ἐκκυλισθείσης λίθου,
Ὁρᾷ Σαλώμη Χριστόν, οὐ Χριστοῦ τάφον.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Ὁσία Θεοκλητὼ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Θεοκλητὼ τὴν κλῆσιν ἔργῳ δεικνύει,
Κλητὴ Θεῷ φανεῖσα σαρκὸς ἐκδύσει.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...