Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Αυγούστου 11, 2013

Διήγηση για την αχειροποιήτη εικόνα του Κυρίου Ιησού Χριστού

57-cf89-cf89-cf801
Oυ θαύμα βρύειν θαυμάτων πληθύν ξένην,
Mορφήν θεουδή θαυματεργάτου Λόγου.


Πρόκειται για παρόμοια διήγηση με αυτή της 9ης Αυγούστου. 

Πάντα βέβαια σύμφωνα με την παράδοση. Αναφέρονται λεπτομερώς 
και οι δύο διηγήσεις στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου.

Γράφει, λοιπόν, ο Άγιος Νικόδημος:
«Eις τας ημέρας του ευσεβούς βασιλέως Tιβερίου εν έτει φοϛ΄ [576],
 έγινεν ένα θαύμα μέγα και παράδοξον. Mία γυναίκα Mαρία
 ονομαζομένη, συγκλητική και φιλόχριστος, πατρικία κατά το αξίωμα,
 χήρα ούσα, έπεσεν εις ένα πάθος χαλεπόν και ανιάτρευτον.
 Aπελπισθείσα λοιπόν από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, αφιέρωσε τον 
εαυτόν της εις τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, όστις έβαλεν εις την 
καρδίαν αυτής ένα τοιούτον αγαθόν συλλογισμόν: ήγουν απεφάσισεν η
 γυνή αύτη, και έστειλεν εις τους Iερείς, οπού υπηρέτουν εις την αγίαν
 δεσποτικήν και αχειροποίητον εικόνα του Kυρίου, παρακαλούσα αυτούς
 να έλθουν προς αυτήν. Όταν δε ήλθον εκείνοι, έπεσεν η γυνή εις τους 
πόδας αυτών λέγουσα, παρακαλώ σας, αυθένται μου, επειδή ο Θεός
 εσυγχώρησε να παιδεύωμαι διά τας πολλάς αμαρτίας μου, από την
 δεινήν ταύτην και ανιάτρευτον ασθένειαν, διά τούτο θέλω και αγαπώ
 η ταλαίπωρος, αγκαλά και είμαι αναξία, να δεχθώ εις τον ευτελή μου
 οίκον διά των αγίων σας ευχών, τον δεσποτικόν και αχειροποίητον
 χαρακτήρα του Kυρίου μας εις ημέρας τεσσαράκοντα, ίσως δι’ αυτού

 ποιήση έλεος ο Kύριος εις εμέ. Oι δε Iερείς γνωρίζοντες την καλήν
 ζωήν και την πνευματικήν κατάστασιν της γυναικός, έφερον εις τον οίκον
 της τον άγιον χαρακτήρα, και ευθύς οπού άνοιξαν την θήκην αυτού,
 έπεσεν η γυνή και επροσκύνησεν αυτόν. Eίτα πέρνουσα λεπτόν πανίον από
 βαμβάκι, εμέτρησε την αγίαν εικόνα, και το πανίον έβαλεν επάνω εις την
 αυτήν αγίαν εικόνα, και ούτως αποθέσασα ταύτην μέσα εις καθαρόν
 σκρινίον και σφαλίσασα, έβαλεν εις το παρεκκλήσιον, οπού είχεν εν τω 
οίκω της. Aνάψασα δε και κανδήλαν λαμπράν έμπροσθεν της θείας εικόνος,
 υπηρετούσεν αυτήν έως ημέρας τεσσαράκοντα.
Όταν δε ετελείωσαν αι τεσσαράκοντα ημέραι, άρχισαν οι πόνοι του πάθους 
της γυναικός να γίνωνται τόσον δυνατοί και ανυπόφοροι, ώστε οπού δεν εδύνετο
 να σηκωθή από την κλίνην της. Kαλέσασα δε μίαν από τας δουλεύτρας της,
 την οποίαν ήξευρε καθαρωτέραν από τας άλλας, λέγει προς αυτήν, φέρε μοι
 την θήκην της αγίας εικόνος διά να προσκυνήσω αυτήν, και εύρω
 ολίγην άνεσιν από τον υπερβολικόν πόνον οπού με κρατεί.
 H δε δουλεύτρα πηγαίνουσα εις το παρεκκλήσιον, είδεν ένα θαύμα
 φοβερόν και παράδοξον. Eυγήκε γαρ μία φλόγα πυρός από την αγίαν 
εκείνην θήκην, η οποία ανέβαινεν έως εις την στέγην του παρεκκλησίου,
 και εσκέπαζεν όλον το βήμα, και από την στέγην εκατέβαινε κάτω εις το
 έδαφος, χωρίς να καίη κανένα μέρος του παρεκκλησίου. Eκπλαγείσα 
δε η δουλεύτρα διά το βλεπόμενον θαύμα, έπεσε κατά γης. Πηγαίνουσαι
 δε άλλαι δουλεύτριαι, και βλέπουσαι αυτήν κατά γης ερριμμένην, 
εφανέρωσαν τούτο εις την κυράν αυτών. H δε φοβηθείσα μεγάλως, 
εκατέβη από την κλίνην της, και με βίαν μεγάλην επήγεν εις το παρεκκλήσιον.
 Bλέπουσα δε την φλόγα, εφώναξε το, Kύριε ελέησον. Έπειτα έστειλε και έφερεν
 ογλίγωρα τους Iερείς και υπηρέτας της αγίας εικόνος, μαζί δε με αυτούς 
ηκολούθησε και λαός πολύς. Bλέποντες δε όλοι το παράδοξον, κατεπλάγησαν
 και όσον ανέβαινε και εκατέβαινεν η φλόγα, ωσάν το πανί του καραβίου, 

όταν ριπίζεται από τον άνεμον, τόσον και αυτοί έκραζον το, Kύριε 
ελέησον, εις ώρας πολλάς. Ποιήσαντες δε ευχήν οι Iερείς, κατέπεσεν η φλόγα. 
Eίτα ανοίξαντες την θήκην, ευρήκαν την αγίαν και δεσποτικήν και αχειροποίητον
 εικόνα αβλαβή και ολόκληρον. Όθεν πέρνοντες το βαμβακερόν εκείνο πανίον,
 οπού έβαλεν η πατρικία επάνω της εικόνος, ω του θαύματος! ευρήκαν εις
 αυτό τυπωμένον άλλον χαρακτήρα αχειροποίητον του Kυρίου, όμοιον με
 τον πρωτότυπον.
Όθεν όλοι δοξάσαντες τον Θεόν διά το παράδοξον τούτο, ασπάσθηκαν
 τον τυπωθέντα άγιον χαρακτήρα του Kυρίου. Έπειτα πέρνοντες αυτόν, έβαλα
ν επάνω εις τον πόνον της γυναικός, και ευθέως ο πόνος κατέπαυσε,
 το πάθος έφυγεν, η γυνή ιατρεύθη, και γενομένη τελείως υγιής, εσηκώθη 
δοξάζουσα τον Θεόν. Ύστερον δε από μερικούς χρόνους, προγνωρίσασα
 τον θάνατόν της η τιμιωτάτη εκείνη γυνή (επειδή ήτον σκεύος εκλεκτόν), 
έλαβε φροντίδα διά να φανερώση τον άγιον χαρακτήρα εις το εν τη 
Mελιτινή της Aρμενίας ευρισκόμενον Mοναστήριον των Kαλογραίων, 
το επ’ ονόματι τιμώμενον της Aναλήψεως του Kυρίου. Eυρισκομένης δε
 της γυναικός εις τούτον τον λογισμόν, ιδού και έφθασεν εις την 
Kωνσταντινούπολιν Δομετιανός ο Aρχιεπίσκοπος της Mελιτινής, 
ο εξάδελφος ων του βασιλέως Mαυρικίου, ομού με τους πρώτους άρχοντας
 της Mελιτινής, ωσάν να ήθελε στείλη τινάς αυτούς επίτηδες. Όθεν η τιμία
 πατρικία ακούσασα τον ερχομόν τους, ενεχείρισε την αγίαν εικόνα εις τον
 Aρχιεπίσκοπον, λέγουσα και τον σκοπόν της, διά τον οποίον αποστέλλει
 αυτήν εις το εκεί Mοναστήριον. Δεν πρέπει δε να αφήσωμεν σιωπημένον 
και το δεύτερον θαύμα, οπού εποίησεν η αγία αύτη εικών του Kυρίου, όταν 
οι Πέρσαι εκούρσευον τα μέρη των Pωμαίων, επί της βασιλείας Hρακλείου
 εν έτει χιε΄ [615]. Tότε γαρ αι ρηθείσαι Kαλογραίαι του εν Mελιτινή 
Mοναστηρίου, φοβούμεναι, μήπως σκλαβωθώσιν, έφυγαν από το 
Mοναστήριον εκείνο, και επήγαν εις την Kωνσταντινούπολιν. 
Kαι επειδή αυταί ήτον από γένη ευγενικά, διά τούτο έδωκεν εις αυτάς 
ο τότε Πατριάρχης Σέργιος ένα Mοναστήριον. Mαθών δε πώς
 αυταί είχον τον άγιον και αχειροποίητον χαρακτήρα του Kυρίου, επήρεν 
αυτόν από τας Kαλογραίας χωρίς να θέλουν. Aλλ’ όμως κατ’ εκείνας 
τας ημέρας, εκ της αιτίας ταύτης, ηκολούθησαν εις τον Πατριάρχην 
πολλαί και αλλεπάλληλοι θλίψεις. Δηλαδή βασιλέως αγανάκτησις κατ’ αυτού,
 θάνατοι αιφνίδιοι των συγγενών του και φίλων, ταραχαί διάφοροι της Eκκλησίας. 
Aπορώντας δε ο Πατριάρχης διά ποίαν τάχα αιτίαν, ακολουθούν εις αυτόν
 οι τοιούτοι πειρασμοί, βλέπει εις το όνειρόν του ένα φοβερόν άνδρα εστώτα,
 και λέγοντα εις αυτόν· δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού επήρες αδίκως από 
το Mοναστήριον.
Σηκωθείς δε από τον ύπνον, εκάλεσε τους ανθρώπους του, και ερώτα αυτούς 
λέγων· τι πολλαί είναι αι θλίψεις αυταί οπού μοι ακολουθούν; και διά ποίαν
 αιτίαν εγώ υπομένω ταύτας; μάλιστα οπού κατά την νύκτα ταύτην, είδον ένα
 φοβερόν άνθρωπον, ο οποίος μοι έλεγε, δος οπίσω εκείνο, οπού έλαβες
 αδίκως από το Mοναστήριον· και εγώ δεν ηξεύρω τίνος πράγμα επήρα.

 Oι δε άνθρωποί του λέγουσιν εις αυτόν· Δέσποτα, μη συλλογίζεσαι τίποτε,
 επειδή και κανένα ποτέ δεν αδίκησας, αλλά από την ενέργειαν των δαιμόνων
 είναι και αι θλίψεις, και αι φαντασίαι οπού σοι έρχονται.
 Kατά δε την ερχομένην νύκτα, πάλιν εφάνη εις τον Πατριάρχην
 ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, και λέγει εις αυτόν με αυστηρότητα.
 Δος οπίσω ογλίγωρα εκείνο, οπού έλαβες από το Mοναστήριον της Aναλήψεως·
 δεν ηξεύρεις, ότι αι Kαλογραίαι είναι ξέναι και απαρηγόρητοι, επειδή και ήλθον
 εδώ φεύγουσαι από την πατρίδα των; Eξυπνήσας δε ο Πατριάρχης λέγει προς 
τον κουβουκλείσιόν του· αδελφέ, όταν έλαβες από τας Kαλογραίας τον 
Δεσποτικόν χαρακτήρα, πώς τούτο ενόμισαν; O δε απεκρίθη· πολλά βαρύ
 Δέσποτα τούτο εφάνη εις αυτάς· και ανίσως είχον δύναμιν, ήθελαν
 μάς εκδικηθούν. Tότε εκατάλαβεν ο Πατριάρχης, και εκατηγόρησε διά τούτο
 τον εαυτόν του. Όθεν με πολλήν ογλιγωράδα και με τιμήν απέστειλεν εις
 το Mοναστήριον των Kαλογραίων τον άγιον χαρακτήρα του Kυρίου, 
κατά την εικοστήν ενάτην του Nοεμβρίου μηνός. Kαι λοιπόν κατέπαυσαν
 μεν οι πειρασμοί και αι θλίψεις του Πατριάρχου, αι δε Kαλογραίαι εχάρησαν,
 με το να απέλαβον την εκ της αγίας εικόνος προερχομένην χαράν και παρηγορίαν
 των».
Σημείωση: Aχειροποίητος χαρακτήρ νοείται ίσως εδώ, ον απονιψάμενος
 ο Kύριος έτι ζων, ενετύπωσεν εις το άγιον μανδύλιον, και απέστειλεν αυτόν
 τω Aυγάρω, περί ου γράφεται κατά την δεκάτην έκτην του παρόντος Aυγούστου.
 Tέσσαρες γαρ αχειροποίητοι χαρακτήρες, ή εικόνες ήτον του Kυρίου. 
Πρώτος μεν, ο τω Aυγάρω πεμφθείς.
 Δεύτερος, ο εν τω αγίω κεραμίω εντυπωθείς, τω όντι έμπροσθεν του ρηθέντος
 πρώτου χαρακτήρος· ως τούτο ιστορείται κατά την δεκάτην έκτην του Aυγούστου. 
Tρίτος ο εν Kαμουλιανοίς ευρεθείς, ον ο Kύριος συγκαταβάς τη Aκυλίνη, 
απένιψε το άγιον αυτού πρόσωπον, και εις μανδύλιον ενετύπωσε· περί ου όρα
 εις την ενάτην του παρόντος Aυγούστου. 
Tέταρτος δε αχειροποίητος χαρακτήρ, είναι ούτος, οπού αναφέρεται εδώ.

Το κλείδί του Παραδείσου.


15Όταν ήμουν στον Άγιο Βασίλειο στην περίοδο 1970 - 1980 είχα γνωρίσει μια οικογένεια, μέλος της οποίας ήταν και η υπέργηρη κυρία Κατερίνα, την οποία περιποιείτο η κόρη της Καλλιρρόη. Ο σύζυγος της κυρίας Καλλιρρόης ήταν δικηγόρος και λεγόταν Χριστόφορος Σταμάτουζας.

Η κυρία Κατερίνα, λόγω της ηλικίας της, ήταν συνεχώς σε μια καρέκλα, όπου καθόταν με πολλή δυσκολία. Δεν βάδιζε. Άρχισε να μη βλέπει κιόλας. Ήταν όμως χριστιανή που έκανε τα θρησκευτικά της καθήκοντα: το πρωί την προσευχή της, το βράδυ το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς…

Όταν άρχισε να μη βλέπει, μου έλεγε: Στενοχωρούμαι, γιατί δεν ξέρω τώρα πώς να περάσω όλη την ήμερα, πώς να διαβάσω τις προσευχές μου.

Της είπα λοιπόν:
-Να λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».

Της έδωσα κι ένα κομποσχοινάκι κι όπως καθόταν σε μια πολυθρόνα απ’ αυτές τις πάνινες, που έχουν και χερούλια, έλεγε την ευχή. Κι αυτό την είχε γλυκάνει και πολύ ευχαριστιόταν.
–Α, όλη την ήμερα, ούτε καταλαβαίνω πώς περνάει λέγοντας συνεχώς το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με»! Ευχαριστιέμαι μ’ αυτό, ευχαριστιέμαι πολύ, γλυκαίνεται το στόμα μου. Όλο έτσι έλεγε.

Κάποτε με ρώτησε:
–Θα με βοηθήσει αυτό, όταν θα έρθει ή ώρα να φύγω απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο;
–Βεβαίως, της λέω, και να μη στενοχωριέσαι. Αν λες συνεχώς την ευχούλα να μην ανήσυχεις καθόλου! Θα έρθω εγώ και θα σου δώσω το κλειδί για ν’ ανοίξεις την πόρτα του Παραδείσου.
(Εγώ αυτό το είπα για να της δώσω ελπίδα και να της αφαιρέσω τον φόβο του θανάτου).

Αρρώστησε και βάρυνε πολύ. Πήγαινα και την κοινωνούσα σχεδόν κάθε εβδομάδα για να παίρνει δύναμη.

Ένα βράδυ κατά τις 2.00 ή ώρα, ξυπνάει την κόρη της και λέει:
–Ετοιμάσου. Όπου να ναι έρχεται ο πατήρ Στέφανος να με κοινωνήσει.
–Ο πατήρ Στέφανος θα κοιμάται τώρα στο σπίτι του, της απάντησε ή κόρη της.
–Όχι, όχι, θα ΄ρθει, θα έρθει τώρα! Σε παρακαλώ, ετοίμασε το τραπεζάκι. Βάλε το θυμιατό, βάλε και το κερί.

(Έτσι έκαμαν πάντοτε. Ετοίμαζαν ένα τραπεζάκι στρογγυλό, με άσπρη πετσέτα και επάνω το καντήλι, το κηροπήγιο και το θυμιατό δίπλα, αναμμένα όλα. Άπλωνα το «μάκτρο», ακουμπούσα πάνω τα τίμια Δώρα, έκανα την ένωση και την κοινωνούσα.)

–Τα ετοίμασες; ρώτησε την κόρη της.
–Τα ετοίμασα.
–Χτυπάει ή πόρτα. Πήγαινε να ανοίξεις.

Έκανε ή κόρη της ότι πήγαινε να ανοίξει. Αυτή περίμενε. Έκανε το σταυρό της, πήρε το «μάκτρο», (υποθετικά), το έβαλε κάτω από το σαγόνι της, άνοιξε το στόμα της, κατάπιε, σκουπίστηκε, έδωσε πίσω το «μάκτρο», έκανε με ευλάβεια το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χέρια της και περίμενε να φύγω. Ποιος ξέρει; Προφανώς Άγγελος την κοινώνησε στο πρόσωπο το δικό μου. Αποκλείεται να ήταν παραίσθησις. Ήταν ένα γεγονός πραγματικό, όπου κοινώνησε των άχραντων Μυστηρίων αλλά σε πνευματική μορφή.

Την άλλη μέρα με ειδοποίησαν, πήγα, και μου είπαν ιδιαιτέρως τι συνέβη.

Πλησίασα την άρρωστη και μου είπε:
– Σ’ ευχαριστώ πού ήρθες τη νύχτα… Το κλειδί που είναι;…
–Μη στενοχωριέσαι κυρία Κατερίνα και το κλειδί θα πάρεις! Την επομένη το βράδυ με ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη.

Πήγα στο σπίτι και μου διηγήθηκαν τα εξής:

Ήρθε η στιγμή να φύγει και έλεγε: Πάτερ Στέφανε, φεύγω! Ήρθαν οι Άγγελοι! Που είσαι; που είσαι; Έλα… ήδη με έφεραν μπροστά στην πόρτα του Παραδείσου και είναι κλειστή… Θέλω το κλειδί, το κλειδί, πού μου υποσχέθηκες, το κλειδί, το κλειδί… Α, ευχαριστώ…

Άπλωσε το χέρι της και φάνηκε σαν να πήρε ένα μεγάλο παλαιό κλειδί, γύρισε το χέρι της, όπως κάνουμε όταν ανοίγουμε με κλειδί μια πόρτα, κατέβασε το χέρι της, έκανε το σημείο του σταυρού, «σ’ ευχαριστώ…» είπε και εκοιμήθη. Έτσι έφυγε ή κυρία-Κατερίνα με το κλειδί του Παραδείσου στο χέρι!

Του Πρωτ. Στέφανου Αναγνωστόπουλου

Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας :Να δούμε επιτέλους τις θείες δωρεές

loveofjesuschris
Όσοι πιστεύουν πραγματικά στο Θεό, αποδέχονται τις ιδιότητές Του, όπως τις διδάσκει η Εκκλησία μας: Ότι, δηλαδή, δημιούργησε τον κόσμο, αγαπά και φροντίζει για τα δημιουργήματά του και θέλει να σωθούν. Μία από τις ιδιότητες του Θεού είναι και πως χαρίζει τις δωρεές Του απλόχερα. Είναι, με άλλα λόγια, ο Δωρεοδότης Κύριος. Το νιώθουμε όμως αυτό κατά βάθος όλοι οι πιστοί Του; Το βλέπουμε στη ζωή μας ή απλώς πρόκειται για μια διδασκαλία την οποία αποδεχόμαστε θεωρητικά και μόνον;


Η αυριανή ευαγγελική περικοπή (Ματθ. 9, 27-35) μάς παρουσιάζει ορισμένους τύπους ανθρώπων, οι οποίοι εκπροσωπούν διάφορες στάσεις απέναντι στις θείες δωρεές. Καταρχάς είναι οι δύο άνθρωποι πονεμένοι, «αναγκεμένοι». Είναι δύο τυφλοί που άκουσαν για κάποιο Δάσκαλο, ο οποίος επιτελεί θαυμαστά πράγματα. Γι’ αυτό και τον ακολουθούν κατά πόδας. Τον καταδιώκουν σχεδόν. Ζητούν απεγνωσμένα το έλεός Του. Του ζητάνε να τους γιατρέψει και στο δρόμο που βρίσκεται και στο σπίτι που μπαίνει.

Αυτός κάποια στιγμή δέχεται να τους απευθύνει το λόγο. Και τους ρωτά ό,τι ρωτά συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αν πιστεύουν ότι μπορεί να τους θεραπεύσει. Μόλις εκείνοι διατρανώνουν την πίστη τους, τους χαρίζει το φως τους με ένα άγγιγμα και παράλληλα τους προστάζει να μην πουν σε κανέναν τι συνέβη. Η χαρά της ευεργεσίας όμως είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορούν να υπακούσουν. Νιώθουν τη θεία αγάπη να τους πλημμυρίζει τόσο πολύ, που «διαλαλούν» παντού το γεγονός της θείας δωρεάς.

Σε λίγο ακολουθεί ένας πατέρας που έχει ένα παιδί δαιμονισμένο και κωφάλαλο. Ο Ιησούς το θεραπεύει και εκείνο και ο κόσμος που είναι μάρτυρας σ’ αυτά τα γεγονότα, αναγνωρίζει ότι ποτέ πριν δεν είχαν ξαναγίνει τόσο μεγάλες ευεργεσίες στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται για μια απλή ανατροπή της φυσικής τάξης πραγμάτων, αλλά έχουν μπροστά τους Αυτόν που ήρθε να λυτρώσει την ανθρωπότητα από τη φθορά και το θάνατο. Έχουν μπροστά τους Αυτόν που ήρθε στη γη, για να τους χαρίσει τη ζωή. Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που θαυμάζουν και όχι οι παράδοξες ιάσεις που βλέπουν.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, αυτοί που δε θέλουν να δουν, δε θέλουν ν’ αναγνωρίσουν την επίσκεψη των θείων δωρεών. Είναι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που θέλουν να παραμένουν επιφυλακτικοί και καχύποπτοι. Επινοούν διαδρομές για να δικαιολογήσουν αυτά που οι άλλοι θαυμάζουν. Έχουν μπροστά τους τη χάρη του Θεού και εκείνοι θέλουν να βλέπουν την ενέργεια των δαιμονίων. Έχουν μπροστά τους το Θεό, που διώχνει τα δαιμόνια, και εκείνοι επιμένουν να θυμούνται το Διάβολο, για να εξηγήσουν τα ανεξήγητα. Τόσο πολύ σκοτίζεται το ανθρώπινο μυαλό από την κακία, που δεν μπορεί να δει μπροστά του. Οι τυφλοί πιστεύουν στη θεία αγάπη και βρίσκουν το φως τους, ενώ οι νομομαθείς χάνουν την όρασή τους γιατί διαλέγουν να ζήσουν στο σκοτάδι της κακεντρέχειας.

Ας μην ακολουθήσουμε το σκοτεινό αυτό δρόμο, αδελφοί μου! Ας ανοίξουμε διάπλατα τα μάτια μας, να αναγνωρίσουμε τις θείες δωρεές και να δοξολογήσουμε το Θεό γι’ αυτές. Ας καταλάβουμε κάποτε, ότι η εμμονή στο κακό είναι αυτοκαταστροφική και μόνο κακό μπορεί να βλέπει.

Πηγή: Εφημ. “Δημοκρατία”, 10-8-2013


μεταφορά

Ἡ θεραπεία τοῦ θυμοῦ

Βροχή φθηνόπορο πίνακας ζωγραφικής

Μη δικαιολογείς τον θυμό σου

1. Ποτέ να μη δικαιολογούμε τον θυμό μας, όσο δυσμενείς κι αν είναι οι περιστάσεις. Μη λέμε αβασάνιστα εκείνο το επιπόλαιο και ένοχο, που είναι ασυγχώρητη δικαιολογία: “Ο δικός μου θυμός περνά γρήγορα”. Περνά ίσως γρήγορα, αλλά τι αφήνει πίσω του; Είναι πολύ δύσκολο -και συχνά αδύνατο- να επανορθώσουμε ό,τι καταστρέψαμε με το θυμό μας. Μετά τη θύελλα και το χαλάζι ξαναβγαίνει ασφαλώς ο ήλιος, αλλ’ όμως πίσω ολόκληρες εκτάσεις παραμένουν καταστρεμμένες. Ο Μέγας Αλέξανδρος για λίγο θύμωσε, όμως πάνω σ’ αυτό τον θυμό του φόνευσε τον εκλεκτό φίλο του και στρατηγό του Κλείτο. Και πέρασαν τρεις μέρες που τον θρηνούσε, μάταια όμως διότι το κακό έμεινε ανεπανόρθωτο.
 
2. Ο θυμός μας, έστω κι αν είναι ολιγοχρόνιος, πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε, δεν είναι δείγμα παλληκαριάς και δυναμισμού, αλλά γνώρισμα αδυναμίας και απαιδευσίας και αναίδειας. Ανδρισμός και ηρωισμός και ευγένεια ψυχής και ήθος ψηλό είναι η πραότης, η γλυκύτης, και η ανεξικακία. “κρείσσων ἀνὴρ μακρόθυμος ἰσχυροῦ, ὁ δὲ κρατῶν ὀργῆς κρείσσων καταλαμβανομένου πόλιν” (Παροιμ. ιστ’ 32). Ο άνθρωπος που δε θυμώνει, είναι δυνατότερος από τον ισχυρό και χειροδύναμο, εκείνος δε, που συγκρατεί τον θυμό του και έχει αυτοκυριαρχία, είναι ανώτερος από τον πορθητή, που κυριεύει πόλεις και φρούρια οχυρωμένα.

3. Πρέπει να το εννοήσουμε και να το παραδεχθούμε, ότι ο θυμός δεν αποτελεί φυσιολογική αντίδραση της ψυχής στις δύσκολες περιστάσεις και στην ορθή αντιμετώπιση των ποικίλων προβλημάτων της ζωής. Με τον θυμό δεν κερδίζουμε, αλλά χάνουμε, δεν οικοδομούμε, αλλά κατεδαφίζουμε. Με το θυμό κάνουμε δυσκολότερη και προβληματική τη ζωή μας. Και στο κακό που τυχόν υπάρχει προσθέτουμε μεγαλύτερο κακό. Οι δυσκολίες της ζωής, που ποτέ δε θα λείψουν και από κανέναν, για να αντιμετωπιστούν σωστά και θεάρεστα, απαιτούν από όλους μας πολλή υπομονή και αξιοπρεπή και ειρηνική αντιμετώπιση. [...] 

“Εταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με”

1. Η ολοσχερής θεραπεία του πάθους του θυμού μόνο τότε θα ευοδωθεί και η ψυχή θα ελευθερωθεί από τα βαριά δεσμά της, εάν το κακό χτυπηθεί στη ρίζα του, που είναι ο επάρατος εγωισμός μας. Η ρήσις του Ψαλμωδού “ἐταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με” (Ψ. 114, 6) έχει και εδώ απόλυτα την εφαρμογή της. Όπως το δέντρο, όταν κοπούν οι ρίζες του, αυτομάτως ξεραίνεται, έτσι και ο θυμός ξεραίνεται, όταν κοπεί η ρίζα του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός και αποτελεί κανόνα, ότι οι ταπεινόφρονες ποτέ δε θυμώνουν. Και στη δική μας ψυχή, όταν νεκρωθεί ο πολυκέφαλος εγωισμός και αποκτήσουμε αληθινή ταπείνωση, ουδέποτε θα οργιζόμαστε και θα θυμώνουμε, αλλά παντού και πάντοτε θα διατηρούμαστε πράοι και ειρηνικοί, απαθείς και ατάραχοι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε την προτροπή του Κυρίου: “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πραΰς εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ“.

2. Ας ακούσουμε και εις το σημείο αυτό την Πατερική σοφία και εμπειρία:

–Μακάριος είναι, αδελφοί μου, λέγει ο αββάς Δωρόθεος, εκείνος που έχει ταπείνωση. Γιατί η ταπείνωση είναι μεγάλη αρετή. Πετυχημένα δε ο άγιος εκείνος χαρακτήρισε αυτόν που έχει αληθινή ταπείνωση λέγοντας: “Η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανέναν”. Και αυτό μοιάζει σαν παράξενο πράγμα. Γιατί η ταπείνωση αντιτίθεται μόνο στην κενοδοξία και απ’ αυτή μόνο φαίνεται ότι προστατεύει τον άνθρωπο. Οργίζεται όμως κανείς και για χρήματα και για φαγητά. Πώς λοιπόν λέει ότι η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανέναν; Η ταπείνωση είναι μεγάλη αρετή, όπως είπαμε, και έχει τη δύναμη να ελκύει τη χάρη του Θεού στην ψυχή.. Λοιπόν, όταν έρθει η ίδια η χάρη του Θεού, σκεπάζει την ψυχή από τ’ άλλα δύο αυτά βαριά πάθη… Πραγματικά αν δεν σκεπαστεί αυτός γρήγορα με την ταπείνωση, σιγά σιγά καταντάει σε δαιμονική κατάσταση ταράζοντας τον εαυτό του και τους άλλους… Μόλις φανεί το φως, υποχωρεί το σκότος. Ομοίως μόλις “μυρίσει” η ταπείνωση, εξαφανίζεται κάθε πικρία και θυμός”.




3. Ο άγιος Γρηγόριος, με φιλοσοφικό τρόπο εκφράζει αυτή την αλήθεια:

“Ο ταπεινός ανέχεται να νικάται” (ΕΠΕ, 9, 329). Δηλαδή, ανέχεται τους άλλους, δεν συγκρούεται μαζί τους, ξέρει να υποχωρεί. Αυτό όμως κατ’ ευφημισμόν λέγεται ήττα, ενώ αποτελεί μεγάλη και θεάρεστη νίκη.





Με τον ίδιο φιλοσοφημένο και επιγραμματικό τρόπο εκφράζονται και άλλοι Πατέρες:

–”Εν τοις λογισμοίς τοις ταπεινοίς κοιμίζομεν τον θυμόν” (Χρυσόστομος).



 



–”Την ταπεινοφροσύνην ακολουθεί η καλοσύνη… η ακινησία του θυμού… και η υπομονή των πειρασμών” (Ισαάκ ο Σύρος).




–Ο Μέγας Αντώνιος μιλάει γενικότερα για τους πειρασμούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνει το πάθος του θυμού: “Είδα όλες τις παγίδες του πονηρού απλωμένες πάνω στη γη και στενάζοντας είπα: Ποιος μπορεί τάχα να τις προσπεράσει; Και μια φωνή μου αποκρίθηκε: Η ταπεινοφροσύνη“. 

4. Και επειδή αυτή είναι η πραγματικότητα, γι’ αυτό και συμβουλεύει ο Μ. Βασίλειος:“Προκοπή της ψυχής είναι προκοπή εις την ταπείνωση… Γνώση θεοσεβείας σημαίνει γνώση ταπεινώσεως και πραότητος. Η ταπείνωση είναι μίμηση του Χριστού, η έπαρση δε και η θρασύτητα και η αναίδεια (και ο θυμός) είναι μίμηση του διαβόλου. Γίνε μιμητής Χριστού, και μη του αντιχρίστου…“.


 
“Η πραότητα (που αποτελεί τη σκιά της ταπεινώσεως) διαφυλάσσει το θυμό ατάραχο” λέγει ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής. Δηλαδή κρατεί τα ηνία του θυμού και τον διοχετεύει δημιουργικά.


5. Όμως το θέμα της ταπεινώσεως, που αναφέραμε ως αποτελεσματικό φάρμακο του θυμού, είναι άμεσα συνδεδεμένο με την κατάσταση της μετάνοιας. Δεν μπορεί ο αμαρτωλός άνθρωπος χωρίς μετάνοια να προσεγγίσει την ταπείνωση. Η μετάνοια και η ταπείνωση συμπορεύονται και σχεδόν συνταυτίζονται. Ας θυμηθούμε την κλασική φράση του Ψαλμού της μετανοίας: “πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει” (Ψ. ν’ 19).

Δηλαδή, όταν μετανοήσει κανείς όλες οι κακίες, τα πάθη και ο θυμός θεραπεύονται.




6. “Ποιος, λοιπόν που πενθεί καθημερινά θα συνεχίσει να ζει οργισμένος και δε θα γίνει πράος;” ρωτά ο άγιος Συμεών ο Νέος θεολόγος. Και δίνει την απάντηση. “Διότι όπως ακριβώς η φλόγα της φωτιάς σβήνει από το νερό, έτσι και ο θυμός της ψυχής σβήνει από το πένθος και τα δάκρυα της μετάνοιας και σε μεγάλο βαθμό, ώστε αν περάσει κανείς πολύ χρόνο σ’ αυτή την κατάσταση, να μετατεθεί το θυμικό της ψυχής και να περιέλθει σε ακινησία” (ΕΠΕ 19Δ, 443).

 



7. Επομένως, η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας, δηλαδή η μετάνοια, αποτελεί ισχυρό χαλινάρι κατά του θυμού και της οργής. Όταν βαθειά συναισθάνομαι και αναγνωρίζω ότι είμαι αμαρτωλός και ένοχος και φταίχτης σε πολλά, όταν τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντὸς”(Ψ. ν’ 5), ασφαλώς αυτή η συντριβή και η συναίσθηση, που είναι εκδήλωση ταπεινώσεως, θα με συγκρατεί από το θυμό και θα με βοηθήσει να είμαι συμπαθής και επιεικής στα λάθη και τα σφάλματα, στις παραλείψεις και τις αφορμές των άλλων και δε θα θυμώσω. “Εκείνος που μετανοεί, λέει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν πρέπει να οργίζεται, ούτε να θυμώνει και να αγριεύει, αλλά να συντρίβεται εσωτερικά, εφ’ όσον είναι ένοχος, δεν έχει παρρησία, είναι καταδικασμένος, μπορεί να σωθεί μόνο κατά χάριν, φάνηκε αγνώμονας στον ευεργέτη του, και αχάριστος και ανάξιος και είναι άξιος για πολλές τιμωρίες. Αν σκέπτεται αυτά, δε θα αγανακτήσει, αλλά θα πενθήσει, θα κλάψει, θα στενάξει και οδύρεται νύχτα και μέρα. Εκείνος που μετανοεί δεν πρέπει ποτέ να λησμονήσει την αμαρτία του, αλλά να παρακαλεί τον Θεό να την ξεχάσει, ο ίδιος όμως δεν πρέπει ποτέ να τη λησμονεί” (ΕΠΕ 25, 316).


Και υπενθυμίζει ο ιερός Πατήρ το παράδειγμα του Τελώνου, που δεν οργίσθηκε για την απρεπή συμπεριφορά του Φαρισαίου, ακριβώς διότι βρισκόταν σε κατάσταση μετανοίας. Και της αμαρτωλής εκείνης γυναίκας, που δεν πειράχθηκε, ούτε θύμωσε για την περιφρόνηση του Σίμωνος του Φαρισαίου, διότι ακριβώς ωδύρετο για τις αμαρτίες της.



8. Όλα αυτά κάνουν τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος να αποφαίνεται: “Σε όσους μετανοούν τίποτα δεν είναι πιο αταίριαστο από την ταραχή του θυμού. Διότι η μετάνοια και η επιστροφή χρειάζονται πολλή ταπείνωση, ενώ ο θυμός δείχνει άνθρωπο γεμάτο από υπερηφάνεια“.



Διασκευασμένο απόσπασμα από το βιβλίο “Ο ΘΥΜΟΣ”, Αρχιμ. Γαβριήλ Γ. Αθανασιάδη                       


πηγη/ αντιγραφή

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...