Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 24, 2013

Η εκ παρθένου γέννηση του Ιησού Χριστού. (Προφήτης Ησαίας).



«[..] δια τούτο, δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον· ιδού, η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ. Βούτυρον και μέλι φάγεται· πριν η γνώναι αυτόν η προελέσθαι πονηρά, εκλέξεται το αγαθόν. Διότι, πριν η γνώναι το παιδίον αγαθόν η κακόν, απειθεί πονηρία του εκλέξασθαι το αγαθόν και καταλειφθήσεται η γη ην συ φόβη από προσώπου των δυο βασιλέων» 
(Ησαίας, 7:14-16).

Την περίοδο που βασιλιάς στο βασίλειο του Ιούδα ήταν ο Άχαζ και στο βασίλειο του Ισραήλ ο Φεκά (είχε ήδη προηγηθεί σχίσμα), ο βασιλιάς της Συρίας, ο Ρεσίν, συμμάχησε με τον Φεκά κατά του Άχαζ. Τότε ήταν που έδωσε μήνυμα ο Θεός στον προφήτη Ησαία να πει στον Άχαζ να μην φοβάται που συμμάχησαν και έρχονται να τον πολεμήσουν, διότι δεν θα καταφέρουν τίποτα. Αφού του αναγγέλλει ο Ησαίας το μήνυμα του Θεού, του λέει, για να τον στηρίξει, να ζητήσει σημείο. Σε εκείνο όμως, παρότι δεν ήθελε, του δίδεται ως σημείο, η προφητεία αυτή του Ησαία.


Η προφητεία ως σημείο.

Η προφητεία αυτή, δεν είναι μόνο προφητεία, αλλά είναι ταυτόχρονα και σημείο. Θα αναλύσουμε λίγο την προφητεία, με βάση τους αγίους Πατέρες.

Καταρχήν, όπως προείπαμε, είναι «σημείο», δηλαδή κάτι που προκαλεί έκπληξη, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο. Στην περίπτωσή μας, μοναδικό και ανεπανάληπτο. Αυτό το στοιχείο είναι πολύ σημαντικό, καθώς στην μετά Χριστού εποχή, οι άπιστοι πλέον Εβραίοι, θα ισχυριστούν ότι το Εβραϊκό κείμενο δεν μιλούσε για «Παρθένο», αλλά για «Νεανίδα». Αυτό όμως δεν ισχύει, διότι πρώτον η λέξη «παρθένος» των Εβδομήκοντα ήταν αποδεκτή από τους ίδιους τους Ιουδαίους κατά την προ Χριστού εποχή, και κατά δεύτερον, διότι το να συλλάβει μια νεανίδα, δεν είναι σημείο, είναι φυσιολογικό.

Ο ιερός Χρυσόστομος απαντά σχετικά με το παιδαριώδες επιχείρημα των Ιουδαίων:

«Οι μεν γαρ μετά την του Χριστού παρουσία ηρμήνευσαν, Ιουδαίοι μείναντες, και δικαίως αν υποπυτεύοιντο, άτε απέχθεια μάλλον ειρηκότες και τας προφητείας συσκιάζοντες επίτηδες· οι δε Ο’ προ εκατόν ή και πλειόνων ετών της του Χριστού Παρουσίας».

Δηλαδή, ο Χρυσόστομος στηρίζεται στην παλαιότητα της μετάφρασης.

Ο Ζιγαβηνός, τονίζει ότι αυτό που θα γίνονταν, θα ήταν σημείο. Συνεπώς, άτοπο αν δεν επρόκειτο περί Παρθένου.

«Ο γαρ προφήτης πρώτον είπεν· Ιδού, δώσει Κύριος υμίν σημείον· έπειτα επήγαγεν·Ιδού, η Παρθένος εν γαστρί έξει. Σημείον εστί το υπέρ φύσιν, αλλά ου το κατά φύσιν».

Ο άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, σημειώνει το ίδιο· «Ει γαρ μη έμελλε παρθένος τεκείν, ουκ αν σημείον ην».

Είναι σκόπιμη και μεταγενέστερη η παραχάραξη των Εβραίων, οι οποίοι στους μετέπειτα αιώνες, θα ανασκευάσουν τα κείμενα και θα συστήσουν μια δική τους μετάφραση.

«Παραχαράττουσι ουν οι Εβραίοι εθελοκακούντες την Γραφήν και αντί του ‘’Παρθένος’’, ‘’νεανίς’’ τιθέασιν», αναφέρει πάλι ο άγιος Θεοφύλακτος.

Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών, στο 3ο Βιβλίο του «Έλεγχος της Ψευδωνύμου Γνώσεως», μας λέει και τα ονόματα των παραχαρακτών: «[..] μεθερμηνεύειν τολμώντων την Γραφήν· ‘’Ιδού η νεανίς εν γαστρί έξει, και τεύξεται υιόν’’, ως Θεοδοτίων ηρμήνευσεν ο Εφέσιος, και Ακύλας ο Ποντικός, αμφότεροι Ιουδαίοι προσύλητοι» (ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 150).

Ο Θεοδοτίων και ο Ακύλας, ήταν προσηλυτισμένοι στον Ιουδαϊσμό. Οι Πατέρες ενίοτε χρησιμοποιούν χωρία από τις μεταφράσεις τους, και για αυτό ήταν σε θέση να διακρίνουν τα προβληματικά σημεία αυτών. 

«Και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ»

Ακόμα και το όνομα με το οποίο θα κληθεί ο μέλλον να γεννηθεί, έχει και αυτό την σημασία του, διότι ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας πληροφορεί ότι το όνομα αυτό σημαίνει «Μαζί μας ο Θεός» (Ματθαίος, 1:23).

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ερμηνεύει την σημασία του ονόματος, γράφοντας στο έργο του «Περί της του Κυρίου ενανθρωπήσεως» τα εξής:

« ‘’Ο Θεός είναι μαζί μας’’, σημαίνει ότι ο Θεός είναι μαζί με τους ανθρώπους. Εφόσον λοιπόν αυτό που γέννησε η Παρθένος πήρε αυτό το όνομα, είναι ολοφάνερο ότι ήταν Θεός μαζί και άνθρωπος, και το πρώτο το είχε, ενώ το άλλο το έλαβε, και ήταν τέλειος και ως προς τα δύο. Γιατί, με το ‘’μαζί μας’’ φανερώνεται η τέλεια ανθρωπότητά του, αφού ο καθένας από μας έχει τέλεια ανθρώπινη φύση. Ενώ με το ‘’Θεός’’ και την προσθήκη του άρθρου γίνεται γνωστή η θεότητα του Υιού»
(ΕΠΕ 10, σελ. 67- 69).

Τι φοβερή δογματική διδασκαλία κρύβει το όνομα «Εμμανουήλ»! Φανερώνει τις δύο τέλειες φύσεις του Χριστού ενωμένες σε μία υπόσταση, ασυγχύτως, ατρέπτως, και αδιαιρέτως. Επομένως, δεν είναι απλά ένα όνομα προφητικό, αλλά είναι ονομασία που δείχνει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεάνθρωπος, πλήρης άνθρωπος και πλήρης Θεός. Είναι όνομα προφητικό, για αυτό και οι ευαγγελιστές τον αναφέρουν ως «Ιησού», χωρίς να παύει να είναι και «Εμμανουήλ». Με την ενανθρώπηση του Λόγου, ανοίγει ο δικός μας δρόμος για την κατά χάρη θέωση συν Θεώ, και όχι αυτόνομα όπως εισηγήθηκε ο διάβολος στον Αδάμ και την Εύα, και σήμερα η λεγόμενη «Νέα Εποχή» που μιλά για δήθεν κρυμμένες δυνάμεις μέσα στον άνθρωπο. Αλλά και τα παρακάτω λόγια της προφητείας, έχουν τεράστια σημασία.

«Βούτυρον και μέλι φάγεται· πριν η γνώναι αυτόν η προελέσθαι πονηρά, εκλέξεται το αγαθόν. Διότι, πριν η γνώναι το παιδίον αγαθόν η κακόν, απειθεί πονηρία του εκλέξασθαι το αγαθόν»

Και πάλι, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, εξηγεί στο «3ο Βιβλίο κατά των βλασφημιών του Νεστορίου»:

 «Και πότε δεν ήταν τέλειος στο αγαθό, αυτός που και μέσα στην μήτρα ήταν Θεός, για τον οποίο ο προφήτης Ησαίας λέγει· ‘’Θα φάει βούτυρο και μέλι, και πριν ακόμα αυτός γνωρίσει ή προτιμήσει τα κακά, θα διαλέξει το αγαθό. Γιατί προτού γνωρίσει το παιδί το καλό ή το κακό, απειθεί προς την κακία, και προτιμά να εκλέγει το καλό;’’. Που μπορείς λοιπόν να αποδείξεις πια την ατέλεια του Χριστού στο αγαθό; Ή ποια πρόοδο έχει ανάγκη, αυτός που είναι τόσο τέλειος, ώστε να μη πειθαρχεί σε όλη την κακία, και να προτάσσει αυτής το αγαθό και να προτιμά αυτό και μόνο;» (ΕΠΕ 10, σελ. 337).

Ο Νεστόριος, όπως και ο Άρειος νωρίτερα, μιλούσαν για «ηθική προκοπή» στον Χριστό. Αυτό το ισχυρίζονταν, ο μεν Άρειος διότι δεν πίστευε καν στην θεότητα του Λόγου, ο δε Νεστόριος, αν και δέχονταν ότι ο Λόγος είναι Θεός, δεν δέχονταν ότι προσέλαβε όλη την ανθρωπινή φύση, αλλά απλά ενοίκησε προσωρινά σε ιδιαίτερη υπόσταση, στον Χριστό, μη δεχόμενος έτσι πραγματική ένωση και αρνούμενος ότι η Παναγία είναι Θεοτόκος. Έτσι αμφότεροι, δέχονταν ότι ο Χριστός «πρόκοψε» ηθικά και ότι έφτασε σε έναν ύψιστο βαθμό τελείωσης. Πέρα από το ότι αυτό είναι καθαρά βλασφημία, δηλαδή υποβιβασμός του Θείου,διαψεύδεται από την ίδια την προφητεία, η οποία σαφέστατα λέει ότι ο Εμμανουήλ εξ αρχής θα διαλέξει το αγαθό πριν γνωρίσει το κακό. Μάλιστα, απειθεί στην κακία πριν γνωρίσει το καλό και το κακό. Συνεπώς, δεν μπορούμε να μιλάμε για ηθική τελείωση του Χριστού, διότι αυτό θα σήμαινε ότι προκειμένου να φτάσει στην τελείωση, θα έπρεπε να περάσει στάδια αγιασμού. Αυτό όμως θα σήμαινε ότι δεν θα ήταν ο Σωτήρας, αλλά θα χρειάζονταν Σωτήρα και αυτός. Πέρα από το παράλογο του πράγματος, προκύπτει και το συμπέρασμα ότι ο Κύριος έλαβε φύση ανθρώπινη μεν, αλλά εκείνη που ήταν πριν από την πτώση. Και ενώ εμείς κληρονομούμε την φθορά και την πεσμένη φύση, δηλαδή το προπατορικό αμάρτημα το οποίο καμία σχέση δεν έχει με ποινές και τιμωρίες –όπως το βλέπουν το θέμα Παπικοί και Προτεστάντες αλλά έχει να κάνει καθαρά με την οντολογία του ανθρώπου και την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα», ο Χριστός ως άνθρωπος δεν το κληρονόμησε. Για αυτό και η σύλληψη της Θεοτόκου ήταν άσπορη και άμωμη. Ο ίδιος άγιος αναφέρει σε άλλο σημείο, σχολιάζοντας τη ρήση του απ. Παύλου που αναφέρεται στο Χριστό «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας» (Ρωμαίους, 8:3-4): «[..] Ο Σωτήρας μας ήταν απαλλαγμενος από κάθε αμαρτία. Γιατί, όταν έγινε άνθρωπος  κατά φύση, δεν έγινε άνθρωπος κατά την αμαρτία. Για αυτό με το ομοίωμα του αμαρτωλού σώματος κατάργησε την αμαρτία της σάρκας, προσλαμβάνοντας ανθρώπινη φύση, χωρίς όμως να δεχτεί και τον ζυγό της αμαρτίας που τυραννούσε τους ανθρώπους» (ΕΠΕ 10, σελ. 33).

Ο Χριστός δεν είναι σαν τους αγίους που έφτασαν στην προκοπή δια της μετανοίας και της ασκήσεως, αλλά είναι ο Κύριος του αγιασμού.

Ο Μ. Αθανάσιος στο «Ά Κατά Αρειανών», γράφει: «[..] δεν έλαβε μισθό το να λέγεται Υιός και Θεός, αλλά μάλλον αυτός κατέστησε ημάς υιούς του Πατρός και θεοποίησε τους ανθρώπους με το να γίνει άνθρωπος. Ώστε λοιπόν δεν ήταν άνθρωπος και μετά έγινε Θεός, αλλά ήταν Θεός και μετά έγινε άνθρωπος μάλλον για να θεοποιήσει ημάς» (ΕΠΕ 2, σελ. 139).

Βεβαίως, η Αγία Γραφή αναφέρει προκοπή στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, αλλά όχι με την έννοια της ηθικής τελείωσης. Έχει να κάνει με το μεγάλωμα του Χριστού, ο οποίος πέρασε όλες τις φάσεις της ηλικίας του ανθρώπου μέχρι τα 33 περίπου. Η προκοπή του ήταν στην ηλικία και στην σοφία (Πρβ. Λουκάς 2:40.52), από ανθρώπινης πλευράς.

Θα γράψει πάλι ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας:

«Η σωματική λοιπόν αύξηση και η προκοπή στα χαρίσματα και τη σοφία ταιριάζουν στα μέτρα της ανθρώπινης φύσεως, ο ίδιος όμως ο Λόγος του Θεού δεν έχει ανάγκη από πρόοδο, ούτε σοφία, ούτε χάρη, αντίθετα μάλιστα ο ίδιος απονέμει στην κτίση σοφία και χάρη, και όλα όσα καλά έχει» (ΕΠΕ 10, σελ. 121).

Παραμονὴ Χριστούγεννα- Φώτης Κόντογλου



Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...

Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.

Νπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.

Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!

Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...

Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:

Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΝΑΙ! ΑΛΛΑ ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ;



Δέν θ᾽ ἀναφερθοῦμε στήν οὐσία τῆς ῾Μητροπόλεως τῶν ἑορτῶν᾽ κατά τόν ἅγιο Χρυσόστομο, τῆς ἐν σαρκί φανερώσεως τοῦ Θεοῦ μας, ἀλλά στούς τρόπους πού τήν προσεγγίζουν πολλοί Χριστιανοί. Γιατί ὁ κάθε τρόπος πού προσεγγίζουμε τά Χριστούγεννα φανερώνει τήν ὑπάρχουσα ἤ ὄχι πίστη μας. Τέσσερις τέτοιοι τρόποι θά μᾶς ἀπασχολήσουν:

1. ῾Η ἀδιάφορη προσέγγιση.

Γιά πολλούς ῾χριστιανούς᾽ τά Χριστούγεννα, ὅπως βεβαίως καί οἱ ἄλλες ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας μας, δέν ἔχουν καμμία σημασία. Εἴτε ἔρχονται εἴτε ὄχι εἶναι τό ἴδιο γι᾽ αὐτούς πράγμα. Προσκολλημένοι αὐτοί στήν πορεία τῆς ζωῆς τους, ῾στρείδια᾽ πάνω στή γῆ, ἔχουν χάσει κάθε πνευματικό ἐνδιαφέρον, κάθε ἀνησυχία πού ξεπερνᾶ τήν ὁριζόντια διάσταση τῆς ζωῆς τους. ῎Ετσι ζοῦν ὡς ῾ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ᾽, μοιάζοντας μέ τό πρῶτο ἐκεῖνο ἔδαφος τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως, πού ἐνῶ σπείρεται ἀπό τόν γεωργό, ἐκεῖνο, πατημένο καί σκληρυμένο, δέν μπορεῖ νά φυτρώσει καί νά καρποφορήσει τίποτε. Γι᾽ αὐτό καί ῾τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ κατατρώγουν τόν σπόρο᾽ (Πρβλ. Λουκ. 8, 5).

2. ῾Η ἐμπορική προσέγγιση.

῾Η ἑορτή τῶν Χριστουγέννων θεωρεῖται ὡς εὐκαιρία ὄχι πρωτίστως ἀνανήψεως πνευματικῆς, ἀλλά ἀγορᾶς ὑλικῶν ἀγαθῶν - ἐνδυμάτων, στολιδιῶν, παιχνιδιῶν, φαγητῶν. Τό γεγονός μάλιστα τῆς καταστρατήγησης τῆς πρό τῶν Χριστουγέννων Κυριακῆς ἀργίας (ἐσχάτως δυστυχῶς καί πολλῶν ἄλλων Κυριακῶν), μέ τά μαγαζιά ἀνοικτά καί τόν κόσμο νά ψωνίζει, ἀποτελεῖ ἐπιβεβαίωση τῆς θλιβερῆς αὐτῆς πραγματικότητας. ῎Αραγε ἡ εἰκόνα αὐτή δέν φανερώνει ὅτι τό ὑλικό στοιχεῖο γιά πολλούς Χριστιανούς ἔχει τήν προτεραιότητα στή ζωή τους; ῎Εχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι καί ὁ τρόπος αὐτός προσέγγισης δέν διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπό τόν πρῶτο.

3. ῾Η συναισθηματική προσέγγιση.

Τά Χριστούγεννα ἐκλαμβάνονται ὡς ἑορτή πού θά ῾σπάσει᾽ καταρχάς τή ρουτίνα τῆς ζωῆς· θά δώσει μιά εὐκαιρία νά κάνουμε καί μιά καλή πράξη· νά θυμηθοῦμε ἴσως ὅτι ὑπάρχουν καί πονεμένοι συνάνθρωποί μας. Μπορεῖ καί νά κλάψει κάποιος. Πολλοί μάλιστα, δέν ἀποκλείεται, νά θυμηθοῦν τά παιδικά τους χρόνια μέ τά δῶρα τ᾽ ῞Αη Βασίλη.
Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ συναισθηματική προσέγγιση τῆς ἑορτῆς εἶναι πολύ καλύτερη ἀπό τίς δύο προηγούμενες. Διότι δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ πολλά καί καλά στοιχεῖα μέσα του. ῞Ομως εἶναι μιά προσέγγιση φτωχή καί ἐπιφανειακή. ᾽Εξαντλεῖ τή σάρκωση τοῦ Χριστοῦ σ᾽ ἕνα ἐπίπεδο μόνο ὡραίων ἀναμνήσεων καί μερικῶν καλῶν πράξεων, ἐνῶ περικλείει τόν κίνδυνο νά νομίσει ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἶναι δικαιωμένος ἔτσι στά μάτια τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη προσοχή μή μείνει κανείς μόνο σ᾽ αὐτήν.

4. ῾Η χριστιανική προσέγγιση.

Γιά τούς πραγματικά πιστούς, Χριστούγεννα σημαίνουν συνάντηση μέ τόν Χριστό. Καί ἡ συνάντηση αὐτή πραγματοποιεῖται μέσα στόν χῶρο τῆς ἀποκάλυψής Του, τήν ᾽Εκκλησία. Στήν ᾽Εκκλησία ὁ πιστός θά νιώσει ἀληθινά στήν καρδιά του τό φτερούγισμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, πού τόν καλεῖ νά σαρκώσει μέσα του τόν ἴδιο τόν Χριστό, κατεξοχήν μέ τή συμμετοχή του στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Κι αὐτό σημαίνει: Χριστούγεννα ζοῦν ἐκεῖνοι πού κάνουν τήν καρδιά τους φάτνη Χριστοῦ· πού δίνουν τήν ψυχή καί τό σῶμα τους γιά νά γίνουν ῾τόπος ἐν τῷ καταλύματι ᾽Εκείνου᾽ (Λουκ. 2,7).
῾Υπάρχει ὅμως κι ἐδῶ ὁ κίνδυνος: νά πιστέψει κανείς ὅτι ἀρκεῖ καί μόνον νά ἔλθει στήν ᾽Εκκλησία καί νά κοινωνήσει τῶν ᾽Αχράντων Μυστηρίων, γιά νά γιορτάσει ἀληθινά Χριστούγεννα. Κι εἶναι κίνδυνος, γιατί τά μυστήρια τῆς πίστης μας, καί μάλιστα ἡ Θεία Εὐχαριστία, δέν ἐπενεργοῦν κατά τρόπο μαγικό στόν ἄνθρωπο. ᾽Απαιτοῦν ταυτοχρόνως κατάλληλη προετοιμασία, δηλαδή μετάνοια, πίστη, ἄσκηση, τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Διαφορετικά, τά ἴδια τά μυστήρια πού φέρνουν σωτηρία στόν πιστό καί ἐν μετανοίᾳ προσερχόμενο, γίνονται ἀφορμή καταδίκης καί κατάκρισης στόν ἀμετανοήτως προσερχόμενο. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μᾶς προτρέπει, στηριγμένη στόν θεόπνευστο λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Βλ. Α´ Κορ. 11, 28), νά δοκιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, νά τόν ἐξετάζουμε δηλαδή καί νά τόν ἐλέγχουμε μέ μετάνοια, κι ἔπειτα νά προσερχόμαστε στό ἅγιο Ποτήριο. Γιά νά μή γίνει ἡ θεία Κοινωνία καί γιά μᾶς ῾εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα᾽.
Κι ἐκεῖνο πού θά ἀποκαλύπτει κατά πόσο σωστά ἔχουμε προετοιμαστεῖ κι ἄν ἀληθινά ἐπέδρασε ἡ χάρη τῶν μυστηρίων πάνω μας, θά ᾽ναι ἡ γνησιότητα τῆς ἀγάπης μας πρός τόν συνάνθρωπό μας. ῞Οσο πιό πολύ θά ἀγαπᾶμε τόν συνάνθρωπό μας καί θά τόν θεωροῦμε ἐν ταπεινώσει ἀνώτερό μας, τόσο καί πιό αὐθεντικά θά μποροῦμε νά κατανοοῦμε τή χάρη πού μᾶς ἔχει προσφέρει ὁ Θεός.

῎Ας κρίνουμε λοιπόν τόν ἑαυτό μας κι ἐμεῖς, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, σέ ποιά ἀπό τίς τέσσερις κατηγορίες προσέγγισης ἀνήκουμε. ῎Ας ἀπορρίψουμε τούς τρεῖς πρώτους. Κι ἄς ἀκολουθήσουμε τόν τέταρτο. Θά ᾽ναι μιά μοναδική εὐκαιρία νά ἀνανεώσουμε τή σχέση μας μέ τόν Θεό. Νά ζήσουμε ἀληθινά Χριστούγεννα. Κι ὄχι μόνο γιά τίς συγκεκριμένες ἑορταστικές ἡμέρες, ἀλλά καί γιά πάντα.

Φώτης Κόντογλου: οἱ ἑλληνικές γιορτές καί τά ἁγνά ἔθιμά μας


Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά. Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;
Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!
Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες, και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο. Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους που ξέρουνε τον κόσμο». Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»! Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;
Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.
Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».
Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου! Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».
Δεκέμβριος 1958
(Φώτης Κόντογλου, “ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”)
πηγή

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

MHTROPOLH EDESSHS
ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΕΔΕΣΣΗΣ, ΠΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΜΩΠΙΑΣ
 Προς τον Ιερόν Κλήρον
και τον ευσεβή λαόν της καθ᾿ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία. (Λουκ. 2,14)

Ο αγγελικός ύμνος τη νύκτα της γεννήσεως του Χριστού μας μιλάει για την ειρήνη που έφερε πάνω στη γη η γέννηση του Θεανθρώπου. Σύμφωνα με τη θεολογία της Εκκλησίας μας, η ειρήνη δεν είναι ιδεολόγημα, ούτε φανταστική υπόθεση, αλλά το πρόσωπο του Κυρίου Ιησού. Ο ίδιος άλλωστε είχε πει· «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιω. 14,27). Επίσης, ο απόστολος Παύλος θα το φωνάξει· «αυτός γαρ εστιν η ειρήνη υμών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότειχον του φραγμού λύσας την έχθραν εν τη σαρκί αυτού…» (Εφ. 2,14), δηλαδή ο Χριστός είναι η ειρήνη που συνήνωσε τα δύο μέρη και κατέρριψε το μεσότοιχο της έχθρας μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Ο άνθρωπος μετά την πτώση μισούσε τον Θεό και είχε γίνει εχθρός Του. Τώρα ο Χριστός στο πρόσωπό Του συνήνωσε τον Θεό και τον άνθρωπο. Έγινε Θεάνθρωπος και συμφιλίωσε το πλάσμα με τον Πλαστουργό. Ο ιερός Χρυσόστομος θα σχολιάσει ως εξής την καταλλαγή μας με τον Θεό· «και γαρ του μονογενούς έργον εγένετο τούτο, συναγαγείν τα διεστώτα και καταλλάξαι τα εκπεπολεμένα», δηλαδή το έργο του Χριστού είναι να συνενώσει τα χωρισμένα και να ειρηνεύσει αυτά που είχαν πόλεμο μεταξύ τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν πως ο Χριστός μας έφερε τριών ειδών ειρήνη. Ειρήνη με τον Θεό, ειρήνη με τον εαυτό μας, ειρήνη με τους ανθρώπους. Πιο αναλυτικά: Ειρήνη με τον Θεό, όταν φυλάττουμε τις εντολές Του και εφαρμόζουμε τα θελήματά Του. Ειρήνη με τον εαυτό μας, όταν διώχνουμε τα πάθη και τους λογισμούς από την ψυχή μας, και ειρήνη με τους άλλους, όταν κάνουμε τα πάντα για να ειρηνεύσει ο αδελφός μας και δεν του προξενούμε σκάνδαλο. Η ειρήνη είναι ενέργεια του αγίου Πνεύματος· «εκτός ενεργείας του αγίου Πνεύματος ουχ ευρίσκεται», λέγει ένας εκ των Πατέρων. Ο Ειρηνοποιός είναι ο πρεσβευτής του Θεού.
    Όσο εμείς αγιαζόμαστε, τόσο περισσότερο ζούμε την ειρήνη του Θεού και μπορούμε να την μεταδώσουμε και στους άλλους. Ο ακατάστατος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ειρηνικός. Άλλωστε ο Θεός είναι Θεός ειρήνης κι όχι ακαταστασίας (Α΄  Κορ. 14,33). Αυτός που βάζει σκάνδαλα και προκαλεί πολέμους δεν μπορεί να είναι άνθρωπος της ειρήνης. Πόσο αποκαρδιωτικό ήταν το φαινόμενο οι λεγόμενοι ισχυροί της γης να βάζουν τους ανθρώπους να σκοτώνονται, και μάλιστα για την επιτυχία τους αυτή να προτρέπουν την οικουμένη να προσεύχεται, ώστε να πάει καλά η επιχείρηση του πολέμου! Μια φοβερή δαιμονική κατάσταση κι ένας παραλογισμός. Οι Πατέρες έναν πόλεμο αναγνωρίζουν κι αυτός είναι εναντίον του αντιδίκου της σωτηρίας μας, του πονηρού. Όποιος ειρηνεύσει με τον εαυτό του, θα ειρηνεύσει μαζί του ο ουρανός και η γη, λέει ο αββάς Ισαάκ. Να γίνουμε ειρηνικοί και ειρηνοποιοί με την προσευχή, με τη συμμετοχή μας στη θεία Ευχαριστία, με την υποχώρηση, με την καλοσύνη, με συγκεκριμένες πράξεις. Να αποδείξουμε με την ζωή μας πως είμαστε παιδιά του άρχοντα της ειρήνης και της καταλλαγής, δηλαδή του Ιησού Χριστού. Αυτό που λέγει η Εκκλησία μας να το λέμε συχνά· «Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου… του Κυρίου δεηθώμεν».
Σήμερα  που διάφοροι παράγοντες, όπως ένας από αυτούς είναι η πολυποίκιλη κρίση των ημερών μας, μας κάνουν να είμαστε νευρικοί, βιαστικοί στις δουλειές μας και ανυπόμονοι στις απαιτήσεις μας, βίαιοι στις ενέργειές μας και ταραγμένοι στους λογισμούς μας, η γέννηση του Χριστού, του ειρηνοποιού και άρχοντος της ειρήνης, μας κάνει να προβληματισθούμε και μας παρακινεί να αγωνισθούμε να επικρατήσει η ειρήνη παντού, δηλαδή στον κόσμο, στον εαυτό μας και με τον Θεό. Όλα τα αγαθά, η υγεία και ο πλούτος βιώνονται σωστά με το αγαθό της ειρήνης.

Ως Επίσκοπος της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας εύχομαι στον κλήρο και στον λαό, στους άρχοντες και στους εργαζομένους, στους επιφανείς και ασήμους για τις εορτές των Χριστουγέννων χρόνια πολλά, ειρηνικά και ευλογημένα.

Αδελφοί μου,
Χαίρετε, Ειρηνεύετε και Υγιαίνετε.

Χριστούγεννα 2013

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας ΙΩΗΛ
Ευχέτης όλων ημών

Κάλαντα Χριστουγέννων

Καλήν εσπέραν άρχοντες (Πανελλήνια)

Καλήν εσπέραν άρχοντες.
Κι αν εί- κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού την θεία γέννηση
να πω- να πω στ΄ αρχοντικό σας,

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βη- εν Βηθλεέμ τη πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται,
χαίρε- χαίρετ΄ η φύσις όλη,

εν τω σπηλαίω τίκτεται ,
εν φα- εν φάτνη των αλόγων,
ο βασιλεύς των ουρανών
και ποι- και ποιητής των όλων.

Καλήν ημέραν άρχοντες
αν είναι ο ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση
να πω στ' αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η φύσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των ουρανών
και ποιητής των όλων.

Μες στο σχολείο μας αυτό
πέτρες να μη ραγίσουν
κι οι δάσκαλοι κι οι μαθητές
χρόνια πολλά να ζήσουν.

Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι
το δο- το δόξα εν υψίστοις
και τούτο άξιον εστί
η των η των ποιμένων πίστις.

Εκ της Περσίας έρχονται
τρεις μά- τρεις μάγοι με τα δώρα
άστρο λαμπρό τους οδηγεί
χωρίς χωρίς να λείψει ώρα

Έφτασαν εις Ιερουσαλήμ
με πο- με πόθον ερωτώσι
που εγεννήθει ο Χριστός
να πα- να παν' να τον ευρώσι

Δια χριστόν ως ήκουσεν
ο βα- ο βασιλεύς Ηρώδης
αμέσως εταράχθηκε
κι εγι- κι έγινε θηριώδης

Ότι πολλά φοβήθηκε
δια την, δια την βασιλείαν
μην του την πάρει ο Χριστός
και χα- και χάσει την αξίαν.


Χριστούγεννα , Πρωτούγεννα , πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγάτε , δέτε , μάθετε , πως ο Χριστός γεννάται .
Γεννάται κι αναθρέφεται με μέλι και με γάλα ,
το μέλι τρων οι άρχοντες , το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο να νίβοντ' οι κυράδες!
Κυρά ψηλή ,κυρά λιγνή , κυρά γαϊτανοφρύδα ,
κυρά μου οτάν στολίζεσαι να πας στην εκκλησιά σου ,
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αγκάλη
και τον καθάριο αυγερινό τον βάζεις δακτυλίδι .
Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,
παρά σας αγαπούσαμε κι ηρθαμε να σας δούμε !
Δώστε μας και τον κόκκορα , δώστε μας και την κότα !
Δώστε μας και πέντ' έξι αυγά , να πάμε σ΄ άλλη πόρτα!

ΚΑΛΑΝΤΑ ΘΡΑΚΗΣ

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο,
χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια.
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε,
τους αρχαγγέλους , τους ιεράρχες.
-Σεις αρχαγγέλοι και ιεράρχες,
στη Σμύρνη πηγαίν΄τε , μαμμές να φέρ΄τε.
Άγια Μαρίνα, άγια Κατερίνα,
στη Σμύρνη πάνε , μαμμές να φέρουν.
Όσο να πάνε κι όσο να έρθουν,
η Παναγιά μας ηληυτηρώθη.
Στην κούνια τό ΄βαλαν και το κουνούσαν,
και το κουνούσαν , το τραγουδούσαν.
Σαν ήλιος λάμπει ,σα νιο φεγγάρι,
σα νιο φεγγάρι, το παλληκάρι.
Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη,
με τα καλά του, με τα παιδιά του,
με την καλή τη νοικοκυρά του...

ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ( ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ)
Αυτή είναι η ημέρα όπου ήλθ' ο Λυτρωτής
από Μαριάμ Μητέρα εκ Παρθένου γεννηθείς. (2)

Άναρχος αρχήν λαμβάνει και σαρκούται ο θεός
Αγέννητος γεννάται εις την φάτνην ταπεινός. (2)

Άγγελοι το νέο λέγουν εις ποιμένας και βοσκούς
ο Αστήρ το θαύμα δείχνει εις τους μάγους και σοφούς. (2)

Οι τρεις μάγοι ξεκινάνε τ" άστρο έχουν βοηθό
τη σπηλιά ψάχνουν να βρούνε με τον άγιο θεό. (2)

Λίβανο χρυσό και σμύρνα να του παν' επιθυμούν
τη μικρή γλυκιά μορφή του σκύβουν και την προσκυνούν. (2)

Όσοι έχετε στα ξένα να δεχτείτε με καλό ευτυχία να σας δίνει το Θεό παρακαλώ. (2)

ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (ΚΡΗΤΗΣ)
Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας.
Χριστού τη Θεία Γέννηση να πω στ'αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρετ' η φύσις όλη.
Κερά καμαροτράχηλη και φεγγαρο μαγούλα
όπου τον έχεις τον υγιό το μόσχο κανακάρη,
λούζεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολειό τον πέμπει*:
κι ο δάσκαλος τον έδειρε μ' ένα χρυσό βεργάλι.
Και η κυρά δασκάλισσα με το μαργαριτάρι
είπαμε δα για την κερά ας πούμε για τη βάγια.
Άψε βαγίτσα το κερί, άψε και το λυχνάρι
και κάτσε και ντουχιούντιζε ίντα θα μας εβγάλεις
για απάκι για λουκάνικο για χοιρινό κομμάτι
κι από τον πύρο του βουτσιού να πιούμε μια γεμάτη.
Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι
κι αν το' κάνε η γαλανή ας είναι ζευγαράκι.
Κι από το πιθαράκι σου ένα κουρούπι λάδι
κι αν είναι κι ακροπλιάτερο βαστούμε και τ' ασκάκι.
Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.
Κι αν είναι με το θέλημα άσπρη μου περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε «καλησπέρα».


ΚΑΛΑΝΤΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ

Ελάτε εδώ γειτόνισσες
Και εσείς γειτονοπούλες,
Τα σπάργανα να φτιάξουμε
και το Χριστό ν΄ αλλάξουμε.

Τα σπάργανα για το Χριστό,
Ελάτε όλες σας εδώ.(δις)

Να πάμε να γυρίσουμε
Και βάγια να σκορπίσουμε .
Να βρούμε και την Παναγιά
οπού μας φέρνει τη χαρά.

Τα σπάργανα για το Χριστό,
ελάτε όλες σας εδώ.(δις)

Κοιμάται στα τριαντάφυλλα,
γεννιέται μες στα λούλουδα.
Γεννιέται μες στα λούλουδα ,
κοιμάται στα τριαντάφυλλα.

Τα σπάργανα για το Χριστό,
ελάτε όλες σας εδώ.
Τα σπάργανα να φτιάξουμε
και το Χριστό ν΄ αλλάξουμε.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΓΕΝΙΑ (24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)



       «Ως ευσεβής κλάδος ευγενούς ρίζας βγήκε η Ευγενία, η δόξα του γένους της. Γεννήθηκε στην παλαιά πόλη της Ρώμης και ο πατέρας της έλαβε την τιμή από τον βασιλιά να γίνει έπαρχος της Αλεξανδρείας, οπότε πήγε εκεί μαζί με την Ευγενία και τη σύζυγό του. Η Ευγενία κάποια στιγμή έφυγε κρυφά νύκτα μαζί με δύο υπηρέτες και πήγε σε κάποιον από τους επισκόπους, με εμφάνιση άνδρα, κι αφού βαπτίστηκε και έγινε χριστιανή, κάρηκε μοναχή, παίρνοντας το όνομα Ευγένιος. Πήγε λοιπόν γρήγορα το πρωί σε μοναστήρι και εξάσκησε εκεί κάθε αρετή με ασκητικούς κόπους και αγώνες και με αγρυπνίες. Τόσο πολύ έλαμψε στη Μονή, σαν μεγάλος ήλιος, ώστε όταν ο προεστώς της Μονής έφυγε από τη ζωή αυτή, οι αδελφοί τον παρακαλούσαν να αναλάβει αυτός την ευθύνη και την προστασία της. Η αγία, που φαινόταν ως μοναχός Ευγένιος, συμφώνησε, χωρίς να το θέλει, από τη βία του πόθου και των παρακλήσεων των μοναχών, και έτσι ο Ευγένιος αναδείχτηκε σε όλους λαμπρότατος και μέγας στην πράξη και όχι στα λόγια. Η ασκητική αυτή πράξη του, που είναι ο δρόμος για τη μοναδική θεωρία του Θεού, τράβηξε όλους κατά παράδοξο τρόπο, όπως τραβάει ο μαγνήτης το σίδερο, ώστε όλοι να απολαμβάνουν στο πρόσωπό του την ιδέα του καλού. Μία μοναχή όμως, Μελανθία στο όνομα και στην ψυχή, που ζούσε με κοσμικό φρόνημα – αλλοίμονο για την ακαθαρσία της ψυχής – καθώς είδε τον Ευγένιο όμορφο από φυσικού του, καταλήφθηκε από φοβερό σαρκικό έρωτα γι’ αυτόν, και τον πίεζε, με πονηρή πρόφαση μία τάχα ανίατη αρρώστια που είχε, να του μιλήσει κρυφά και κατά μόνας, διότι διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την αρρώστια. Ο Ευγένιος, με συντριμμένη την καρδιά και απονήρευτη διάθεση, υποχώρησε, όπως αγαπά ο Θεός, στα απατηλά λόγια της Μελανθίας, αγνοώντας τον δόλο της. Όταν λοιπόν ο ακόλαστος οίστρος της Μελανθίας της άναψε σαν φωτιά τον έρωτα της καρδιάς, τυφλωμένη και καιομένη από το πάθος της, επεχείρησε να του επιτεθεί αμαρτωλά. Ο Ευγένιος αμέσως αντέδρασε και την έκανε πέρα, χωρίς έτσι αυτή να πετύχει τους σκοπούς της. Οπότε αυτή συκοφάντησε τον θεωρούμενο Ευγένιο. Ότι δηλαδή ο θείος προστάτης της τάδε Μονής, θρασύς πόρνος στην πραγματικότητα, απατώντας με δόλια λόγια αγνές γυναίκες, ήλθε και σε εμένα. Ο έπαρχος λοιπόν και πατέρας της κόρης Ευγενίας, όταν άκουσε τις κατηγορίες, εξοργίστηκε και κάλεσε, ως κατηγορούμενους και δέσμιους, τον ηγούμενο Ευγένιο και τους μοναχούς της Μονής – ψευδολάτρες ή καλύτερα κακεργάτες κατ’ αυτόν – να παρουσιαστούν  γρήγορα ενώπιόν του και να απολογηθούν. Καθώς λοιπόν παρέστησαν τα δύο μέρη στη δίκη, άρχισε αμέσως να ομιλεί η Μελανθία, υβρίζοντας τον θείο προστάτη της Μονής, κοροϊδεύοντας και διακωμωδώντας τον Ευγένιο και τους μοναχούς του με σκληρά λόγια, δείχνοντας και στους φίλους ότι είναι εργάτης της αμαρτίας. Με μεγάλη φωνή μάλιστα έλεγε περίπου τα εξής: Ακούστε με όλοι, λέω την αλήθεια – ω, για την ανοχή σου, Δέσποτα παντοκράτορ! Τότε ο Ευγένιος σηκώθηκε και έσκισε τον χιτώνα του και αμέσως έδειξε ότι ήταν γυναίκα – θαύμα φρικτό και παράξενο! Και μίλησε με θάρρος στους παρευρισκομένους: «Έπρεπε να ευχαριστούμε τον Θεό και να υποφέρουμε τις ύβρεις, τις κοροϊδίες και τα κτυπήματα των σωμάτων. Αλλά για να μη γίνεται αντικείμενο γέλωτος το σχήμα του μοναχού, εγώ είμαι γυναίκα κατά τη φύση, είμαι θυγατέρα του δικαστή πατέρα μου και κριτή δικού μου. Έχω δε μητέρα τη σύζυγό του που με γέννησε. Όλοι αυτοί δε που κατηγορούνται είναι αδελφοί και δεν τους ονομάζω δούλους». Ενώ έλεγε αυτά η καλή Ευγενία, όλοι έπεσαν σε έκπληξη, ενώ η θεία δίκη τιμώρησε  τη Μελανθία, με  τρόπο που αν το ακούσει κανείς, θα θαυμάσει.  Ο πατέρας της λοιπόν, που ήταν ειδωλολάτρης, αμέσως δέχεται τη χάρη του Θεού και αναγεννάται πνευματικά, εγκαταλείποντας την ανθρώπινη δόξα, τον πλούτο και τον φαντασμένο τρόπο ζωής. Γίνεται δε πιστός ποιμένας των ανθρώπων της πόλεως, γεγονός που έκανε τους ειδωλολάτρες να αντιδράσουν και να τον οδηγήσουν σε μαρτύριο, οπότε από τα σκληρά κτυπήματά τους απήλθε στις ουράνιες μονές. Η μητέρα όμως της Ευγενίας, μαζί με αυτήν, εγκατέλειψαν γρήγορα την Αλεξάνδρεια και κατέφυγαν πάλι στην αγαπημένη τους πόλη, τη Ρώμη. Κι όταν βγήκε διαταγή  του βασιλιά οι χριστιανοί να θυσιάζουν στα είδωλα, διαφορετικά θα πεθαίνουν με πολύ κακό τρόπο, έλαμψε σε όλους η πίστη της Ευγενίας. Διότι από τον πόθο του Χριστού ομολόγησε την πίστη της, γι’ αυτό και προσδέθηκε σε πολύ βαρύ λίθο και ρίχτηκε στο νερό. Κι επειδή κατά παράδοξο τρόπο δεν έπαθε τίποτε, της απέκοψαν το κεφάλι, οπότε με χαρά πορεύτηκε στον αγαπημένο της Νυμφίο Χριστό».

      
Η αγία Ευγενία υπήρξε όχι μόνον ευγενής ως προς την καταγωγή της, αλλά ευγενής και από χαρακτήρος. Αυτήν τη φυσική της ευγένεια προβάλλει καταρχάς μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος της, άγιος Θεοφάνης, ο οποίος όμως σχετίζει αυτήν με τον πόθο και την αγάπη του Χριστού, προκειμένου να παραμείνει η ευγένειά της σταθερή και ολόκληρη. «Την του κόσμου πρόσκαιρον φυγούσα δόξαν, τον Χριστόν επόθησας, το ευγενές σου της ψυχής αδιαλώβητον σώζουσα, μάρτυς θεόφρον, Ευγενία πανεύφημε». (Απέφυγες την πρόσκαιρη κοσμική δόξα, Ευγενία πανεύφημε, γι’ αυτό και πόθησες τον Χριστό, κρατώντας έτσι χωρίς πληγές την ευγένεια της ψυχής σου). Κι ακόμη: όχι μόνο να παραμείνει η ευγένεια αυτή σταθερή, αλλά να προχωρήσει στην υψηλή της κατάσταση. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν» (Άκουσες θεϊκή υμνωδία, νύμφη του Χριστού, κι απέκτησες φτερά για την υψηλή ευγένεια).  Ο υμνογράφος με απέριττο και σαφή λόγο εκφράζει στα τροπάρια αυτά μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες: η πίστη και η αγάπη του Χριστού, η στροφή προς Εκείνον κάνει τον άνθρωπο να οδηγείται στην αληθινή ευγένεια, δηλαδή να ζει με υγεία ψυχής. Και αντιθέτως: όταν ο άνθρωπος στρέφεται εμπαθώς προς τον κόσμο, εκζητώντας τη δόξα του κόσμου, τότε δυστυχώς πληγώνεται στην ψυχή, χάνεται η ομορφιά αυτής και ο άνθρωπος γίνεται δύσμορφος. Αιτία γι’ αυτό βεβαίως είναι ότι η σχέση με τον Θεό, τον αληθινό εν Χριστώ Θεό, συνιστά τη φυσιολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει με τον Θεό και να κατατείνει προς Εκείνον. «Ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», που σημειώνει και ο απόστολος Παύλος. Η ευγενής αγία Ευγενία λοιπόν προβάλλεται καταρχάς ως τύπος του αληθινού και φυσιολογικού ανθρώπου.

       
Η διαφύλαξη της ευγένειάς της με τον θερμό πόθο που είχε για τον Χριστό ήταν ευνόητο ότι πέρασε και από πειρασμούς. Δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος του Θεού να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού χωρίς να υφίσταται δαιμονικές επιθέσεις. Αν ο ίδιος ο Κύριος δέχτηκε την επήρεια των πειρασμών, πολύ περισσότερο ο κάθε άνθρωπος, μάλιστα ο πιστός. Κι ένας από τους πειρασμούς της αγίας ήταν βεβαίως ο αναφερόμενος στο συναξάρι με την ταλαίπωρη Μελανθία. Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα θεωρεί τη Μελανθία ως όργανο του διαβόλου. Εκείνος ως ο αρχαίος όφις κρυβόταν πίσω από τις κακές ενέργειές της. «Δρόμον τον σον ευθυνούμενον βλέπων προς σωτηρίαν όφις ο ψυχόλεθρος, αθληφόρε, αναρριπίζει πειρασμούς σοι ποικίλους, τον σον τόνον λύειν πειρώμενος, τούτον δε, θεόφρον αγνή, κατεπάτησας» (Ο καταστροφέας των ψυχών, ο όφις διάβολος, βλέποντας τον δρόμο της ζωής σου να βρίσκεται στην κατεύθυνση της σωτηρίας, σου δημιουργεί ποικίλους πειρασμούς, προσπαθώντας να χαλαρώσει τη δύναμη της ψυχής σου. Αυτόν όμως, θεόφρον αγνή, τον κατεπάτησες). Ο διάβολος λοιπόν κάνει τη «δουλειά» του: να γίνεται εμπόδιο στην πορεία μας προς τον Θεό. Μπορούμε όμως και τον καταπατάμε, σαν την αγία, αν μένουμε σταθεροί στο θέλημα Εκείνου. Στη σταθερότητα αυτή διαπιστώνουμε την αδυναμία τελικώς του διαβόλου.

       
Ο άγιος Θεοφάνης επιμένει πολύ βεβαίως στην ομορφιά και την ωραιότητα του βίου της αγίας, καθώς διαπιστώνει τη σκληρή πνευματική της άσκηση, η οποία επιστεγάστηκε και με τη δοξασμένη άθλησή της («Κοσμίως σου και ωραίως τον βίον εφαίδρυνας, ασκήσει το πρότερον σαρκός τα πάθη μαράνασα∙ ύστερον αθλήσει δε περιφανώς, Ευγενία, διαλάμψασα» (Λάμπρυνες τον βίο σου με κόσμιο και ωραίο τρόπο, αφού μάρανες τα αμαρτωλά πάθη προηγουμένως με την άσκησή σου, κι ύστερα έλαμψες  με τη δοξασμένη άθλησή σου, Ευγενία). Αναφέρεται όμως και στην αρχή της μεταστροφής της στον Θεό, τότε που κινούμενη από τη χάρη του Θεού εγκατέλειψε τα εγκόσμια, για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον. Και κάνει εντύπωση η επισήμανσή του ότι η μεταστροφή της αυτή – πέραν της μελέτης των θεοπνεύστων επιστολών του αποστόλου Παύλου, οι οποίες την σαγήνευσαν – σχετίστηκε με την υμνολογία της Εκκλησίας μας, το θεολογικό περιεχόμενό της. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν∙ ως γαρ φως ενήστραψε τη καρδία σου των ασμάτων του Πνεύματος η θεολογία, πάσαν αθεότητα διώκουσα» (Η θεϊκή υμνωδία που άκουσες, νύμφη του Χριστού, σου έδωσε φτερά για να ανέβεις στην υψηλή ευγένεια. Διότι σαν φως άστραψε στην καρδιά σου η θεολογία των ασμάτων του Πνεύματος, διώχνοντας έτσι κάθε αθεότητα).

       
Το τροπάριο  αυτό του αγίου Θεοφάνους συνιστά ύμνο κυριολεκτικά στην υμνολογία. Διότι αφενός τονίζει ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας περιέχουν όλη τη θεολογία της, κατ’  έμπνευση του αγίου Πνεύματος, αφετέρου η ίδια η υμνωδία, ως τρόπος ασματικός, γίνεται όργανο αναγωγής προς τον Θεό, κατανύξεως της καρδίας. Πόση μεγάλη είναι η ευθύνη των ψαλτών της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έχουν τον κλήρο και το χάρισμα να μεταφέρουν με ασματικό τρόπο την πίστη της Εκκλησίας. Γίνονται πραγματικά τα όργανα του Θεού για να ανεβάζουν τις ανθρώπινες ψυχές, να δημιουργούν κατάνυξη με τη σωστή εκφορά των ύμνων και με την προσευχητική διάθεσή τους. Μακάρι όλοι οι ψάλτες μας να είχαν την επίγνωση και τη συναίσθηση αυτή.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...