Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 31, 2013

ΕΙΔΩΛΑ ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

ΕΙΔΩΛΑ  ΚΑΙ  ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ
ΣΤΟΥΣ  ΠΑΤΕΡΕΣ  ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
Πρωτοπρεσβτερος Θεδωρος Ζσης
Καθηγητ
ς Θεολογικς Σχολς Α.Π.Θ.

       Ἡ σχετικὴ μὲ τὰ εἴδωλα καὶ τὴν εἰδωλολατρία πατερικὴ γραμμα­τεία εἶναι ἐκτενὴς καὶ πολὺ ἐνδιαφέρουσα. Κατὰ τὸ μέγιστο μέρος της ἢ σχεδὸν στὸ σύνολό της προέρχεται ἀπὸ τὴν γραφίδα κορυφαίων διδασκάλων καὶ θεολόγων, αὐτῶν ποὺ κατὰ τοὺς πέντε πρώτους αἰώνας ἔθεσαν τὶς βάσεις τῆς θεολογίας καὶ διεμόρφωσαν τὴν ἁπλοϊ­κὴ πίστη τῶν Χριστιανῶν, «τὸ ἁπλοῦν σέβας», σὲ δόγματα, σὲ διδασκα­λία, ἄριστα διαρθρωμένη καὶ συγκροτημένη, μὲ τὸν Ἕλληνα λόγο, ὥστε νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ ὅλους, ἐγγραμμάτους καὶ ἀγράμμα­τους, ὑψηλὴ καὶ ἀπρόσβλητη ἀπὸ παρερμηνεῖες καὶ καταδολιεύσεις τῶν ἀντιπάλων της. Ὁ Θεὸς οἰκονόμησε ὥστε κατὰ τὴν πρώτη αὐτὴ περίοδο τῆς διαδόσεως καὶ θαυμαστῆς αὐξήσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τὴν σκληρὴ περίοδο τῶν διωγμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν μετὰ ταῦτα πρώτη περίοδο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνέσεως, νὰ ἐμφανισθοῦν ἄν­δρες κάτοχοι καὶ τῆς θύραθεν καὶ τῆς χριστιανικῆς παιδείας, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν μὲ ἐπιτυχὶα τὸ ἔργο τῆς ὑποστηρίξεως καὶ ὑπερασπίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ μπροστὰ στὶς κακόβουλες καὶ ἐμπαθεῖς συκοφαν­τίες καὶ ἐπιθέσεις τῶν κρατικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν λογίων τῆς παλαιᾶς θρησκείας τῶν εἰδώλων, τοῦ συνεχιζομένου μίσους τῶν Ἰουδαίων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐσωτερικῆς διαβρώσεως ἀπὸ ποικίλες αἱρέσεις, ἰουδαΐζουσες ἢ ἑλληνίζουσες.
        Ἀναφερθήκαμε περιοριστικὰ στοὺς πέντε πρώτους αἰῶνες, ὄχι διότι σ' αὐτοὺς περιορίζεται ἡ ἐμφάνιση Πατέρων, ἀφοῦ κατὰ τὴν ὀρθόδοξη πατρολογικὴ θέση Πατέρες καὶ Ἁγίους ἀναδεικνύουν ὅλες οἱ ἐποχές, ἀλλὰ διότι τὸ θέμα τῶν εἰδώλων, ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων, ἔπαυσε μετὰ ταῦτα στοὺς ἐπομένους δεκαπέντε αἰῶνες νὰ ἀπασχο­λεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν θεολογία, λόγω τῆς παντελοῦς ἐπικρατήσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἐθνισμοῦ νὰ ἐπι­βιώσει, ἔστω καὶ παραδειγματικὰ σὲ κάποιες περιοχές, σὲ κάποιες κοινότητες, ἐπαληθευθέντος πλήρως τοῦ χρησμοῦ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν:
Οκτι Φοβος χει καλβην,
ο
 μντιδα Δφνην
ο
 παγν λαλουσαν.
πσβετο κα λλον δωρ1.
       Ἠμποροῦμε κάλλιστα τὴν ὕπαρξη τῆς εἰδωλολατρίας γενικῶς νὰ τὴν περιορίσουμε μέχρι τοῦ τέλους τοῦ τετάρτου αἰῶνος, ἀφοῦ τὸ ἀπο­νενοημένο καὶ οὐτοπικὸ διάβημα τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ τὴν ἐπαναφέρει, μᾶλλον ἐπέσπευσε τὸ τέλος της, λόγω τῆς τυραννίας καὶ τῆς φυγαδεύσεως τῆς εἰρήνης ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία εἶχε βρεῖ τὴν ἐσωτε­ρική της ἑνότητα καὶ εὐστάθεια κάτω ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ὁ ἰδιόρρυθμος χαρακτήρας τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ ὁ θολωμένος ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ μισαλλοδοξία νοῦς του δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν οὔτε στοιχειώδη πολιτικὴ εὐθυκρισία, ἀφοῦ ἐστράφη μὲ σκληροὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως τώρα δὲν ἦσαν μειονότητα, ὅπως κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν, ἀλλὰ πλειονότητα μέσα σὲ ἕνα ἐκχρι­στιανισμένο ἀκόμη καὶ στοὺς θεσμοὺς καὶ στὴν ὀργάνωση κράτος. Τὶς ἀρνητικὲς αὐτὲς προϋποθέσεις τοῦ ἐγχειρήματος ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ὁ ὁποῖος στοὺς δύο στηλιτευτικούς του λόγους μᾶς διαζωγραφεῖ ἄριστα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἰουλια­νοῦ, τὸν ὁποῖο προσωπικὰ εἶχαν γνωρίσει στὴν Ἀθήνα αὐτὸς καὶ ὁ Μ. Βασίλειος κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν τους. Εἶχε διαβλέψει τὴν κακὴ πορεία του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἀνώμαλη, ἄτακτη καὶ νευρωτικὴ συμπεριφορά του, καὶ εἶχε πεῖ φωναχτὰ «οον κακν  Ρωμαων τρφει»2πόσο μεγάλο κακὸ τρέφει τὸ κράτος τῶν Ρωμαίων. Θὰ ἦταν καλύτερα, γράφει, νὰ μὴν  ἐπαληθευθεῖ ἡ πρόβλεψή του παρὰ νὰ ἐμφανισθεῖ τέτοιο τέρας, ποὺ δὲν ἐμφανίσθηκε ποτὲ προηγουμένως, καὶ νὰ γεμίσει μὲ συμφορὲς τὴν οἰκουμένη. Ἦταν ὁ πρῶτος Χριστιανὸς ποὺ διενοήθη νὰ επαναστατήσει ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.
       Τὸ ἐγχείρημα πάντως τοῦ Ἰουλιανοῦ ἀπέβη εὐεργετικὸ τελικὰ γιὰ τὸν Χριστιανισμό. Οἱ διῶκτες τῶν Χριστιανῶν ἐπέσυραν τὴν ὀργὴ τοῦ πλήθους καὶ τὴν κατακραυγή· πολλοὶ καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς διῶκτες ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ κατεκρήμνισαν τὰ εἴδωλα τῶν θεῶν, τῶν ὁποίων ἀντελήφθησαν τὴν ἀπάτη. «κα  χθς προσκυνητς σμερονβριστς»3Αὐτὸ ἀνάμεσα σὲ μερικὰ ἄλλα εξη­γεῖ καὶ τὶς καταστροφὲς τῶν μνημείων ποὺ ἀποδίδουν μόνον στοὺς Χριστιανοὺς οἱ νεοπαγανιστές. Ὅταν πέσει μία τυραννία, οἱ λεηλα­σίες καὶ οἱ καταστροφὲς γίνονται καὶ ἀπὸ τοὺς πρώην προσκυνητές. Αὐτὲς μάλιστα ταιριάζουν περισσότερο στοὺς εἰδωλολάτρες, γιατὶ αὐτὸ τὸ ἦθος διδάσκονται ἀπὸ τοὺς πολεμοχαρεῖς καὶ ὀργίλους θεούς τους, ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ κατηγοροῦνται ἀπὸ τοὺς ἴδιους γιὰ τὴν πραότη­τα καὶ φιλανθρωπία τους, ὁ δὲ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ μοναδικὸ καὶ ὕψιστο σημεῖο ἀγάπης, ἀνοχῆς καὶ ἀνεκτικότητας, θεωρεῖται στοιχεῖο αδυναμίας καὶ προκαλεῖ τὸν χλευασμό τους.
       Σὲ μερικὰ βέβαια μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ὅπου ὑπῆρχαν φιλοσοφι­κὲς σχολές, ὅπως ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀντιόχεια, ἡ Ἀθήνα, ἐξακολούθη­σε νὰ προβάλλεται καὶ νὰ ἐνισχύεται καὶ κατὰ τὸν πέμπτο αἰώνα, χωρὶς πάντως ἐπίδραση στὸν λαό, ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων. Οἱ ἴδιοι ἄλλωστε οἱ φιλόσοφοι ἔπαιρναν ἀποστάσεις, ὑποκαθιστώντας τὴν εἰδωλολατρία μὲ τὸ φιλοσοφικὸ σύστημα τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ, ποὺ εἶχε καὶ θρησκευτικὸ χαρακτήρα. Ἤδη ὁ Θεοδώρητος στὸ ἔργο του«λληνικν θεραπευτικ παθημτων», ποὺ γράφτηκε τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ πέμπτου αἰῶνος (πρὸ τοῦ 423) διαπιστώνει ὅτι ἔχουν απομείνει πολὺ ὁλίγοι εἰδωλολάτρες· μοιάζουν σὰν τὸ κατακάθι ποὺ δὲν περνᾶ ἀπὸ τὶς τρύπες τοῦ διυλιστῆρος λόγω παχύτητος, πρέπει ὅμως καὶ αὐτοὶ νἀ τύχουν τῆς ποιμαντικῆς φροντῖδος τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ διαλυθεῖ ἡ θολούρα, ἡ ὁμίχλη ποὺ τοὺς περιβάλλει, γιὰ νὰ δοῦν τὴν λαμπρότητα τοῦ θεϊκοῦ φωτός: «Ε  γρ κα λγοι λαν εσν ο τ πθει δεδουλωμνοικα οκασιν ποστθμη τινπαχεατν το διυλιστρος ο διικνουμνη πρων δι παχτηταλλον οκ μελητονατνοδ παροπτον φθειρομνους π το πθουςλλ πντα προν ξευρητονστετν πικειμνην ατος μχλην ποσκεδσαι κα το νοερο φωτς πιδεξαι τν αγλην»4.
       Καθ' ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ πέμπτου αἰῶνος οἱ φιλοσοφικὲς σχο­λές, συνδεδεμένες μὲ τὴν ἀρχαία θρησκεία, φυτοζωον κα παρακμζουν. Ἤδη ἀπὸ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ δευτέρου αἰῶνος ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἀπορροφήσει εὔκολα καὶ γρήγορα τὰ περισσότερα στελέχη τῆς Στοᾶς, τοῦ Νεοπυθαγορισμοῦ, τοῦ Περιπάτου, τῆς Ἀκαδημίας. Τὸν τέταρτο αἰώνα ὑπῆρχαν ἀκόμη ἐπαγγελματίες ἐκλεκτικοὶ φιλόσοφοι, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχαν πλέον μέλη τῶν ὥς ἄνω σχολῶν. Ἐπέζησε ἐπὶ δύο ἀκόμη αἰῶνες ὁ Νεοπλατωνισμός, ποὺ ἐνδιαφερόταν νὰ συγκρατήσει ὄχι τόσο τὴν ἑλληνικὴ σκέψη ὅσο τὴν καταρρέουσα εἰδωλολατρία. Μετὰ ταῦτα τὰ φιλοσοφικὰ συστήματα ἐμελετῶντο καὶ στὶς χριστια­νικὲς σχολὲς ὄχι ὡς ζωντανὸς λόγος, ἀλλὰ ἀπὸ ἱστορικὸ ἐνδιαφέρον καὶ ὡς ἀντικείμενο σπουδῆς. Τὸ κλείσιμο τῆς φιλοσοφικῆς νεοπλα­τωνικῆς σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν τὸ 529 ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό, ποὺ κρίνε­ται συχνὰ ὡς ἐχθρικὴ ἐνέργεια τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τοῦ Ἑλληνι­σμοῦ, δὲν ἔχει τὴν σημασία ποὺ τοῦ ἀποδίδεταιἤδη, ὅπως ἐλέχθη, οἱ σχολὲς αὐτοῦ τοῦ εἶδους εἶχαν ἀρχίσει νὰ φυτοζωοῦν καὶ θὰ ἔκλειναν μόνες τους, χωρὶς ἐξωτερικὴ ἐπέμβαση. Ἡ φιλοσοφία ἐξακολούθη­σε νὰ διδάσκεται στὸ Βυζάντιο, ἀποκομμένη ἁπλῶς ἀπὸ τὸν παγανι­στικὸ ἱστό της. Ἔχει λεχθῆ προσφυῶς ὅτι ὁ Ἰουστινιανὸς δὲν ὑπέγρα­ψε τὴν θανατικὴ καταδίκη τῆς σχολῆς, ἀλλὰ τὴν ληξιαρχικὴ πράξη τοῦ φυσιολογικοῦ της θανάτου5.
       Εἶναι λοιπὸν σαφὲς ἀπὸ τὰ λεχθέντα ὅτι ἡ πατερικὴ γραμματεία ποὺ ἀναφέρεται στὰ εἴδωλα περιορίζεται στοὺς πέντε πρώτους αἰῶνες, γιατὶ μετὰ ταῦτα ἔπαυσε καὶ στοιχειωδῶς νὰ ὑπάρχει ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων,  ποαπως ποδεχθηκεδν ντχει σ δσκολεςστορικς συνθκες, εἶναι ξένα πρὸς τὴ φύση της ὁ σταυρὸς καὶ τὸ μαρτύριο. κμζεισυνδεδεμνη μ τν δναμη τς ξουσαςμ τν νεσητ συμπσιατπανηγριαπως εναι κα τ θος τν θεν της. Ἡ γραμματεία αὐτὴ τῶν Πατέρων δὲν εἶναι ἐπιθετική, ἀλλὰ ἀμυντική· τὴν προκάλεσαν οἱ σκληροὶ διωγμοὶ τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν καὶ οἱ ἀστήρικτες καὶ συκοφαντικὲς κατηγο­ρίες ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ευαγγελίου εἰδωλολατρῶν λογίων, ὅπως ὁ Κέλσος, ὁ Ἱεροκλῆς καὶ ὁ Πορφύριος. Ὁ τελευταῖος μάλιστα, μαθητὴς τοῦ Πλωτίνου, ἀσκητικὸς ὅπως ὁ διδάσκαλός του, ἀλλὰ λιγώτερο ἀνεκτικὸς καὶ οἰκουμενικός, εἰσήγαγε στὸ νεοπλατωνικὸ σύστη­μα τοὺς ἀποθνήσκοντες θεοὺς τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος· μετέβαλε τὸν Νεοπλατωνισμὸ σὲ θρησκεία καὶ ἤλπιζε ὅτι θὰ ἀνακόψει τὴν θριαμβευτικὴ πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως ἐπεχείρησε μισὸ αἰώνα ἀργότερα μὲ δυναμικὰ μέσα ὁ Ἰουλιανός. Ἔχει ἐκφρασθῆ ἡ γνώμη ὅτι ἴσως ὁ Πορφύριος νὰ μὴν εἶναι ξένος πρὸς τὴν ἔκρηξη τοῦ τελευ­ταίου τρομεροῦ ἀντιχριστιανικοῦ διωγμοῦ τοῦ Διοκλητιανοῦ τὸ 3036.
       Μπορεῖ ἔτσι κανεὶς εὔκολα νὰ διακρίνει τὴν γραμματεία αὐτὴ σὲ δύο περιόδους· στὴν γραμματεία τῆς περιόδου τῶν διωγμῶν, ὅπου βασικῶς ἐντάσσονται τὰ μαρτυρολόγια, οἱ ἀπολογηταὶ συγγραφεῖς τοῦ δευτέρου αἰῶνος καὶ οἱ ἀλεξανδρινοὶ συγγραφεῖς Κλήμης καὶ Ὠριγένης. Στὴν δεύτερη μετὰ τὴν κατάπαυση τῶν διωγμῶν περίοδο, τοὺς ὁποίους ἀνανέωσε γιὰ λίγα χρόνια ὁ Ἰουλιανός, ἐντάσσονται σχε­τικὰ συγγράμματα μεγάλων Πατέρων καὶ διδασκάλων, ὅπως τοῦ Μ. Αθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου Θεολόγου, τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου, τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας, ὡς καὶ ἡ ἔξοχη πραγματεία τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου ποὺ μνημονεύσαμε. Οἱ μεγάλοι Γαζαῖοι φιλόσοφοι καὶ θεολόγοι τοῦ ἕκτου αἰῶνος Αἰνείας ὁ Σοφιστής, Ζαχαρίας Σχολαστικὸς καὶ Προκόπιος Σοφιστής, τὰ ἀποδιδόμενα στὸν Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη συγγράμματα, ὁ Ἰωάννης Φιλόπονος καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς, ποὺ χαρακτηρίζονται ὡς ἀπολογηταί, ἀσχολοῦνται μὲ τὸν φιλοσοφικὸ προβληματισμὸ ποὺ προκάλεσε ὁ Νεοπλατωνισμὸς καὶ ὄχι μὲ τὴν θρησκεία τῶν εἰδώλων. Μικρὸ κεφάλαιο, ὅπου συμπυκνωμένα ἀπορ­ρίπτεται ἡ πολυθεΐα, ἔχει περιλάβει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὸ γνωστὸ δογματικό του ἔργο «κδοσις κριβς τς ρθοδξου πστεως» μὲ τίτλο «Ἀπόδειξις, ὅτι εἰς ἔστι Θεὸς καὶ οὐ πολλοί»7. Δέέκα αίῶνες μετὰ τὸν Ἰουλιανὸ τὸ οὐτοπικό του ὅραμα γιὰ τὴν ἀναβίωση τοῦ δωδεκαθέου ἐπανέλαβε ὁ γνωστὸς φιλόσοφος τοῦ Μυστρᾶ Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν διέθετε κρατικὴ ἐξου­σία γιὰ νὰ ἐπιβάλει μὲ διωγμοὺς τὴν ἀρχαία θρησκεία, πράγμα ποὺ θὰ ἔπραττε, ἀφοῦ, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου του «Νμων συγγραφ»προέβλεπε τὴν θανατικὴ ποινὴ γιὰ ὅσους θὰ ἠρνοῦντο νὰ προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα. Δὲν προ­κάλεσε πάντως μεγάλη γραμματειακὴ κίνηση καὶ ἀντιπαράθεση, ἐκτὸς τῶν σχετικῶν ἔργων τοῦ πατριάρχου Γενναδίου Σχολαρίου8. Γιὰ τὸν Πλήθωνα Γεμιστὸ ὑπάρχει εἰδικὴ εἰσήγηση, ὅπως ἐπίσης ὑπάρ­χουν εἰδικὲς εἰσηγήσεις γιὰ ὁρισμένα συγγράμματα τῆς παλαιᾶς γραμ­ματείας τῶν πέντε πρώτων αἰώνων, ὅπως γιὰ τὰ μαρτυρολόγια, γιὰ τοὺς ἀπολογητὰς καὶ γιὰ τοὺς ἁγίους Γρηγόριο Θεολόγο καὶ Κύριλ­λο Ἀλεξανδρείας.
       Στὰ μαρτυρολόγια ποὺ ἔχουν διασωθῆ, ὅπου κατὰ κάποιο τρόπο διασώζονται τὰ πρακτικὰ τῆς δίκης τῶν μαρτύρων ἢ σχετικὲς διηγήήσεις καὶ περιγραφές, διατυπώνεται ἔξοχη ἐπιχειρηματολογία ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους μάρτυρες ἐναντίον τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων καὶ προ­βάλλεται ἡ πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό.
       Οἱ ἀπολογηταὶ τοῦ β' αἰῶνος, εἰδωλολάτρες φιλόσοφοι προηγουμένως, γνωρίζουν πολὺ καλὰ τὴν ἀρχαία γραμματεία, τὰ θετικὰ καὶ ἀρ­νητικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου. Ὑποχρεωμένοι νὰ ἀμυνθοῦν γιὰ ἀσύστατες κατηγορίες ἀναιροῦν ὅσα ἀποδίδονται στὸν Χριστιανισμὸ καὶ συγχρόνως προβάλλουν τὰ αρνητικὰ στοιχεῖα ἰδιαίτερα τῆς ἀρχαίας μυθολογίας καὶ εἰδωλολατρίας. Ἡ αὐστηρότητά τους ἔναντι τοῦ ἀρχαίου κόσμου ποικίλλει. εἶναι ὅμως κοινὴ καὶ ἀστασίαστη ἡ ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία, τνποα λλωστε πρριψαν σχεδν λοι ο ρχαοι σοφοτν ποων παραθτουν τςμαρτυρες. Συνέβαλαν πάντως πολὺ στὴν ἐνίσχυση τῶν δεσμῶν Χριστιανισμοῦ καὶ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸ κῦρος τῶν ὡς φιλοσόφων καὶ μὲ τὸν ἐντοπισμὸ θετικῶν στοιχείων στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη. Τοῦ ἀπολογητοῦ Ἀριστείδη τοῦ Ἀθηναίου σώζεται ἡ «πολογα»9 ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ μὲ ἐνδιαφέρουσες ἐκτι­μήσεις γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ τοὺς διακρίνει σὲ τρεῖς ὁμάδες, στοὺς Χαλδαίους, στοὺς Ἕλληνες καὶ στοὺς Αἰγυπτίους. Ὁ Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς στὶς δύο «πολογες» του10, ποὺ τὶς ἀπευθύνει στοὺς αὐτοκράτορες Ἀντωνῖνο τὸν Εὐσεβῆ καὶ Μάρκο Αὐρήλιο, ἀναφέρεται σὺν τοῖς ἄλλοις στὴν ἀνωτερότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔναντι τῆς εἰδωλολατρίας. Μὲ τὴν θεωρία του γιὰ τὸν σπερματικὸ λόγο καὶ τὴν θετικὴ ἀντιμετώπιση τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, ὅπως τοῦ Πλάτωνος, ἐνίσχυσε τὴν προσέγγιση Χριστιανισμοῦ καὶ Ἑλληνισμοῦ. Ὑπάρχουν καὶ ἀπολεσθέντα συγγράμματά του ἀπευθυνόμενα «Πρὸς Ἕλληνας». Ἐνδιαφέροντα εἶναι καὶ ἀρκετὰ ψευδοϊουστίνια κείμενα τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν ὁλίγα χρόνια μετὰ τὸν Ἰουστῖνο ἢ ἀργότερα ἀπὸ ἀπολογητὰς ποὺ ἐκράτησαν τὴν ἀνωνυμία τους μὲ χαρακτηριστικοὺς τίτλους: «Λγοςπρς λληνας»11«Λγος παραινετικς πρς λληνας»12, «ρωτσεις χριστιανικα πρςλληνας»13, «ρωτσεις λληνικα πρς Χριστιανος»14 κ.ά. Ὁ Ἀθηναγόρας στὸ ἔργο του «Πρεσβεα περ Χριστιανν»15ποὺ τὸ ἀπευθύνει στοὺς αὐτοκράτορες Μάρκο Αὐρήλιο καὶ Κόμμοδο, ἀναιρεῖ τὶς τρεῖς βασικὲς κατηγορίες ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν γιὰ ἀθεότητα, ἀνηθικότητα καὶ ἀνθρωπο­φαγία, τὶς ὁποῖες ἐπιστρέφει ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρῶν. Ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας στὸ ἔργο του «Πρς Ατλυκον»16 παρουσιάζει τὸν Χριστιανισμὸ ὡς τὴν μόνη ἀσφαλὴ ὁδὸ πρὸς τὴν θεογνωσία, παραβάλλει τοὺς ψευδεῖς θεοὺς τῶν εἰδώλων μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὑπερασπίζεται τὸ ὄνομα Χριστιανός, τὸ ὁποῖο ἐχλεύαζαν οἱ εἰδωλολάτρες. Ὁ Τατιανὸς στὸ ἔργο του «Λγος πρς λληνας»17 εἶναι αὐστηρὸς ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενικῶς. συγκρίνει τὴν ἀλήθεια τῆς χριστια­νικῆς πίστεως μὲ τὶς δοξασὶες καὶ τὸν βίο τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ προ­βάλλει τὴν ἀρχαιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔναντι τῶν φιλοσοφικῶν διδαγμάτων, θεωρώντας τὴν Π. Διαθήκη ὡς χριστιανικὴ βίβλο, ὅπως πράγματι εἶναι. Ἡ «ΠρςΔιγνητον»18 ἐπιστολὴ ἔχει ἐλάχιστα στοι­χεῖα γιὰ τὰ εἴδωλα. Τὸ σκληρότερο καὶ αὐστηρότερο κείμενο γιὰ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο καὶ γιὰ τὴν εἰδωλολατρία εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἑρμεία μὲ τίτλο «Διασυρμς τν ξω φιλοσφων»19Τοῦ ἀπολογητοῦ Κοδράτου20 τὸ σχετικὸ ἔργο μνημονεύεται, ἀλλὰ δὲν σώζεται.
       Οἱ δύο μεγάλοι Ἀλεξανδρινοὶ Θεολόγοι Κλήμης καὶ Ὠριγένης ἐνι­σχύουν τὸ ἄνοιγμα πρὸς τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο, ἀκολουθώντας τοὺς ἀπολογητὰς Ἰουστῖνο καὶ Ἀθηναγόρα καὶ προοδοποιώντας τὸ ἔργο τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν θεολόγων καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, εἶναι ὅμως αὐστηροὶ καὶ ἀπόλυτοι στὴν ἀπόρριψη τῆς θρησκείας τῶν εἰδώλων. Τὸ σχετικὸ ὑλικὸ ὁ Κλήμης τὸ ἔχει συγκεν­τρώσει στὸ ἔργο του «Προτρεπτικς πρςλληνας»21ὅπου ἐλέγχει τὴν ἀσέβεια καὶ τὸν βίο τῶν Ἐθνικῶν προβάλλοντας ἀντίστοιχα τὴν θεοσέβεια καὶ τὸ ἦθος τῶν Χριστιανῶν, μὲ ἐντυπωσιακὸ πλοῦτο παρα­θέσεων ἀπὸ τὴν ἀρχαία γραμματεία. Σχετικὸ ὑλικὸ ὑπάρχει καὶ στὸ ἔργο του «Στρωματες»22Στὸν Κλήμεντα ὀφείλουμε τὴν βασικὴ θέση γιὰ τὴν ἑνιαία πορεία, σὲ διαφορετικοὺς δρόμους, τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸν Χριστό. ἡ φιλοσοφία παιδαγωγοῦσε τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὸν Χριστό, ὅπως ὁ νόμος τοὺς Ἑβραίους. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν πολυποίκιλων συγγραμμάτων τοῦ Ὠριγένη σώζεται καὶ τὸ ἔργο «Κατ Κλσου»23Σ' αυτὸ ἀναιρεῖ ὁ με­γάλος θεολόγος τὸ πολεμικὸ ἔργο ποὺ ἔγραψε ὁ εἰδωλολάτρης λόγιος Κέλσος μὲ τίτλο «Ἀληθὴς Λόγος» ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ, στὸ ὁποῖο θέλει νὰ ἀποκρούσει τὴν ἄποψη τοῦ Ἰουστίνου καὶ τῶν ἀπο­λογητῶνπερὶ τοῦ Χριστοῦ ὡς θείου Λόγου καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ ἀληθὴς λόγος εἶναι ὁ ἰδικός του, ὁ φιλοσοφικός. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀναίρεση τῶν θέσεων τοῦ Κέλσου τὸ ἔργο θεωρεῖται σημαντικό, γιατὶ μᾶς διέσωσε τὸ κείμενο τοῦ «Λόγου Ἀληθοῦς», τὸ ὁποῖο ἀκολουθεῖ κατὰ πόδας.διαφορετικὰ δὲν θὰ τὸ γνωρίζαμε, ἀφοῦ δὲν σώθηκε σὲ ἄλλες ἐκδόσεις. Ὁ «Λόγος Ἀληθὴς» τοῦ Κέλσου εἶναι τὸ πρῶτο συστηματι­κὸ ἀντιχριστιανικὸ ἔργο ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ Ἐθνισμοῦ, γι' αυτὸ καὶ ὁ Ὠριγένης αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσει, χαρίζοντας στὸν Χριστιανισμὸ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἀπολογητικὰ ἔργα τῆς ἀρχαιότητος.
       Τὴν μετὰ τοὺς διωγμοὺς δεύτερη περίοδο τῆς ἀντιειδωλολατρικῆς γραμματείας ἐγκαινιάζει ὁ Μ. Ἀθανάσιος μὲ τὸ ἔργο του «Κατ λλνων» ἢ «Κατ εδλων»24 σύμφωνα μὲ ἄλλη γραφή. Ξαναδιαβάσα­με τὸ ἔργο αὐτὸ αὐτὲς τὶς ἡμέρες καὶ ἐντυπωσιασθήκαμε ἀπὸ τὴν κα­θαρότητα τῆς σκέψης, τὴν συστηματικότητα τῆς ἀνάπτυξης, τὴν δύύναμη τῶν ἐπιχειρημάτων, τὴν θεολογικὴ συνέπεια καὶ ἀκρίβεια τοῦ νεαροῦ θεολόγου καὶ συγγραφέως, ὁ ὁποῖος, ὅταν τὸ ἔγραφε πρὸ τῆς ἀρειανικῆς ἔριδος (πρὸ τοῦ 318), βρισκόταν στὴν ἡλικία τῶν εἴκοσι ἐτῶν. Ἀνήκει στὰ καλύτερα ἢ ἴσως εἶναι τὸ καλύτερο σχετικὸ ἔργο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχαιότητος, ἀφοῦ τὰ ἐπίσης ἄριστα ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου ἔχουν διαφορετικὴ δομὴ καὶ σύνθεση, πολύτι­μα πάντως καὶ αὐτά, ἐφάμιλλα καὶ ἰσάξια. Περιγράφει κατ' ἀρχὴν πῶς ἔφθασε τὸ ἀνθρώπινο γένος στὴν εἰδωλολατρία, ποὺ θεωρεῖται προϊὸν καὶ συνήγορος τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐλέγχει κατόπιν τὶς ἠθικὲς παρεκτροπὲς τῶν θεῶν ποὺ ἐπηρεάζουν καὶ τὴν ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων, στηριζόμενος σὲ ὅσα οἱ ποιηταὶ καὶ οἱ λογογράφοι παραδίδουν. Εἶναι αὐστηρὸς ἀλλά ἀληθινὸς ὁ ἰσχυρισμός του κατὰ τὸν ὁποῖο,«ε γρ τις τν παραυτοςλεγομνων θεν λβοι τς πρξειςερσει μ μνον οκ εναι ατος θεοςλλ κα τνν­θρπων τος ασχστους γεγοντας»25 Στὴ συνέχεια δείχνει ὅτι ὁ Θεὸς «νελν τν τνθνν  εδλων θετητα»26 μὲ τὴν πολλαχοῦ τῆς Π. Διαθήκης ἀπόρριψη καὶ καταδίκη της, δὲν ἄφησε τὸ ἀνθρώπι­νο γένος νὰ φέρεται ἄμοιρο τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας. Σ' αὐτὴν ὁδη­γοῦν μὲ ἀσφάλεια, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ἔχει μέσα της καὶ ὄχι ἔξω ἢ μακρυὰ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ,ἀλλὰ καὶ ὁ θαυμαστὸς κόσμος τῆς δημιουργίας, ἡ παναρμόνια κτίση, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει καμμία πρόφαση καὶ δικαιολογία γιὰ τοὺς εἰδω­λολάτρες, διότι καὶ γι' αὐτοὺς ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχή τους καὶ ἔξω στὸν κόσμο τῆς δημιουργίας  ὁ δρόμος τῆς γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
   Πρὶν ἀναφερθοῦμε στοὺς τρεῖς Καππαδόκες θεολόγους, ποὺ συνε­χίζουν τὴν παράδοση τῶν Ἀλεξανδρινῶν, πρέπει νὰ μνημονεύσουμε τὸν πολυμαθὴ ἐκκλησιαστικὸ ἱστορικὸ Εὐσέβιο Καισαρείας, στενὸ φίλο καὶ σύμβουλο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, στὸν ὁποῖο (Μ. Κωνσταν­τῖνο) ὀφείλεται ἡ νίκη καὶ ὁ θρίαμβος τοῦ σταυροῦ ἐναντίον τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων. Τὸ θείας ὄντως ἐμπνεύσεως καὶ παρακινήσεως ἀπο­στολικὸ ἔργο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἄλλαξε τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ἐδημιούργησε τὴν ἀληθινή, τὴν χριστιανικὴ Νέα Ἐποχή, τὴν χριστιανικὴ οἰκουμένη, τὴν ὁποία τώρα προσπαθοῦν νὰ παραμε­ρίσουν ἄλλες δυνάμεις μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὄχι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τοῦ Ἀντίχριστου, στὴν ὁποία ὑπάγονται καὶ οἱ θορυβώδεις σύλλογοι καὶ κινήσεις τῶν πάσης φύσεως νεοειδωλολατρῶν. Ἔτσι δικαιολογεῖται τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀπέχθειά τους ἐναντίον τοῦ μεγάλου ἁγίου βασιλέως καὶ ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς βασιλεῖς ὑπέταξε τὴν βασιλικὴ ἀλουργίδα, τὸ κράτος, στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔκανε πραγματικότητα τὴν ἐπὶ γῆς βασιλεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν βυζαντινὴ χιλιετία. Μία σοβαρὴ παράλειψη τοῦ συνεδρίου μας είναι ὅτι ἀπουσιάζει μία σχετικὴ εἰσήγηση γιὰ τὸ κοσμοϊστορικὸ ἔργο τῶν ἁγίων θεοστέπτων καὶ ἰσαποστόλων βασιλέων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης.
       Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας λοιπὸν ἑτοίμασε περὶ τὸ 303 ὀγκῶδες σύγγραμμα «ΚατΠορφυρου»ἀποτελούμενο ἀπό 25 βιβλία, γιὰ νὰ ἀπαντήσει στὶς κατηγορίες καὶ συκοφαντίες τοῦ ἐθνικοῦ λογίου. Δυσ­τυχῶς τὸ ἔργο χάθηκε, ὅπως χάθηκε καὶ τὸ ἔργο τοῦ Πορφυρίου, καὶ ἐλάχιστα μόνο παραθέματα σώζονται στὰ κείμενα τοῦ Ἱερωνύμου. Μὲ ἄλλο ἔργο τοῦ ἀπάντησε ἐπίσης στὸν Ἱεροκλῆ, ἔπαρχο τῆς Βι­θυνίας κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ 303, ὁ ὁποῖος μιμούμενος τὸν «Λόγο Ἀληθὴ» τοῦ Κέλσου συνέταξε ἔργο μὲ τίτλο «Λόγος Φιλαλήθης», ὅπου προέβαλλε κυρίως τὸν Ἀπολλώνιο Τυανέα στὴ θέση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Εὐσέβιος ἀπήντησε μὲ τὸ μικρὸ δοκίμιό του «Πρς τ το εροκλους ες πολλνιον τνΤυανα»27Σὲ ἀπολεσθὲν ἐπίσης ἔργο του μὲ τίτλο «λεγχος κα πολογα»ποὺ ὑπενθυμίζει πα­λαιότερο ἔργο τοῦ Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, ἀνεσκεύαζε κατηγορίες ἐθνικῶν ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τὸ σπουδαιότερο ὅμως ἀπολο­γητικὸ ἔργο του εἶναι ἡ διλογία θὰ λέγαμε ποὺ φέρει τοὺς τίτλους «Εαγγελικ Προπαρασκευ»28 καὶ «Εαγγελικ πδειξις»29Στὸ πρῶτο ἐξετάζονται ὅλα τὰ τῆς πολυθεΐας τῶν Ἑλλήνων καὶ προ­βάλλεται ἡ ἀρχαιότης καὶ ἡ ἀνωτερότης τῆς θρησκείας τῆς Π. Δια­θήκης, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ὀρθῶς οἱ Ἕλληνες ἐγκα­τέλειψαν τὴν πολυθεΐα καὶ ἀποδέχθηκαν τὸν Χριστιανισμό. Ἀπάντηση στὶς κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ κατηγορίες δίνει ὁ Εὐσέβιος χρησιμοποιώντας τοὺς ἴδιους τοὺς φιλοσόφους τῆς ἕλληνικῆς ἀρχαιότη­τος. Τὸ δεύτερο βιβλίο, ἡ «Εαγγελικπδειξις»ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, ἔχει ὅμως σχέση καὶ μὲ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ τὴν ἀπαντώμενη σ' αὐτοὺς ὑποτίμηση τῆς Π. Διαθήκης, ἡ ὁποία καὶ σήμερα ἔντονα ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοὺς νεοειδωλολάτρες. Ὁ Εὐσέβιος ὑπο­στηρίζει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἐντάσσονται στὸν Ἰουδαϊσμό, ἀλλὰ στὴν θρησκεία τῶν πατριαρχῶν καὶ τῶν προφητῶν, ὅπου φωτίζεται καὶ προαναγγέλλεται τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.
       Τοῦ Μ. Βασιλείου τὸ πιὸ γνωστὸ ἔργο εἶναι ὁ «Λγος πρς τος νους πως ν ξλληνικν φελοντο λγων»30ὅπου συνιστᾶ ἐπι­λεκτικὴ χρήση τῆς ἀρχαίας γραμματείας καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἀπόρρι­ψη τῶν ὅσων παρουσιάζει περὶ τῶν θεῶν. Σημαντικὲς ἀναφορὲς στὰ εἴδωλα ὑπάρχουν καὶ σὲ ἄλλα του ἔργα. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεο­λόγου ὑπάρχουν οἱ δύο «Στηλιτευτικο λγοι κατ ουλιανο βασιλως»31στοὺς ὁποίους ἀναφερθήκαμε. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ὁ «Λγος Κατηχητικς Μγας»32 συχνὰ ἀναφέρεται μὲ ἀπολογητι­κὴ τάση στὶς δοξασίες τῶν Ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων. Τὸ μικρὸ ἔργο του ἐπίσης «Πρς λληναςκ τν κοινν ννοιν»33 ἀποσκοπεῖ νὰ δείξει ὅτι ἡ περὶ Ἁγίας Τριάδος χριστιανικὴ διδασκαλία δὲν καταλήγει σὲ πολυθεΐα, ποὺ εἶναι ἀσέβεια. Καὶ εἰς ἄλλα ἔργα τοῦ ὑπάρ­χουν σχετικὲς ἀναφορές. Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου σχετικὲς εἶναι οἱ ἀπολογητικὲς πραγματεῖες «Κατ ουδαων κα λλνων»34 καὶ«Ες Βαβλαν κατ ουλιανο καλλνων»35ἐνῶ σχετικὲς ἀναφορὲς ὑπάρχουν καὶ εἰς ἄλλα ἔργα. Τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλε­ξανδρείας ὑπάρχει τὸ ἔργο «πρ τς τν Χριστιανν εαγος θρη­σκεας πρς τ το νθοις ουλιανο»36γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ ἀκουσθεῖ εἰδικὴ εἰσήγηση. Ὁ Θεοδώρητος τέλος, ὅπως ἤδη μνημονεύσαμε, συν­έγραψε τὸ ἔργο «λληνικν παθημτων θεραπευτικ»37ποὺ θεω­ρεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα καὶ ἴσως τὸ καλύτερο ἀπολογητικὸ ἔργο τῆς ἀρχαιότητος, μολονότι ἐμεῖς θεωροῦμε τὴν ἐκτίμηση αὐτὴ ὅτι ται­ριάζει περισσότερο στὸ ἔργο τοῦ Μ. Ἀθανασίου «Κατ λλνων» ἢ «Κατ εδλων». μακάρι νὰ μὴν εἶχε ἐπιβληθῆ ἡ συνταγματική του ἀλλαγή, ὥστε οἱ μὲν Χριστιανοὶ νὰ ἦσαν ἀπηλλαγμένοι τῶν ἐνοχλήσεων, τὸ δὲ κράτος ἀπηλλαγμένο τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ νὰ ζῆ μέσα στὴν παλαιὰ εὐδαιμονία καὶ ἑνότητα.
Επλογος
        Σ' αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἔργο ἐκτιμᾶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅτι ἡ θεοσέβεια καὶ ἡ γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ δὲν χρειάζεται τόσο πολὺ τὴν διδασκα­λία τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ ἀποκτᾶται μόνη της. Τὴν εὑρίσκει κανεὶς καὶ μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ὅπως καὶ στὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων, μὲ τὰ ὁποῖα καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου δέν εἶναι οὔτε εὐτελὴς οὔτε παράλογη, ὅπως χλευαστικὰ ἰσχυρίζονται οἱ εἰδωλολάτρες, στρεφόμενοι ἰδιαίτερα μὲ μεγάλη πώρωση καὶ ἀναισθησία ἐναντίον τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Δυστυχῶς ἡ χλεύη αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται καὶ στὶς ἡμέρες μας ἀπὸ τοὺς ποικίλους κύκλους τῶν νεοειδωλολατρῶν. Στὰ σχετικὰ συγγράμματά τους οἱ Πατέρες ἐλέγχουν τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν προκατάληψή τους, ὥστε νὰ μὴ κλονισθεῖ ἡ πίστη τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ὅσοι ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν στὴν πλάνη τῶν εἰδώλων ἢ νὰ ἐπιστρέψουν ὅσοι καὶ στὶς ἡμέρες μας παρασύρον­ται ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τὴν μόδα τῆς πολυθεΐας καὶ πολυπολιτισμικότητας. Ἡ εἰδωλολατρία εἶναι ἀνοησία καὶ παραφροσύνη, γιατὶ ἀντὶ τοῦ κτίστη θεοποιεῖ τὰ κτίσματα, καὶ ὁδηγεῖ μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια στὴν ἔκλυση τῶν ἠθῶν καὶ σὲ πάθη ἀτιμίας, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος θεόπνευστα διεκήρυξε στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς «Πρς Ρωμαους» ἐπιστολῆς. Ὁ Ἀντίχριστος ἐπιχειρεῖ, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀκυρώσει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.


  • 1. Γεωργίου Κεδρηνοῦ, Σνοψις στορινΡG 121, 580Β.
  • 2. Γρηγορίου Θεολόγου, Κατ ουλιανο βασιλως στηλιτευτικς δετερος 24, ΡG 35, 693Α. ΒΕΠΕΣ 58, 344. ΕΠΕ 3, 216.
  • 3. Αὐτόθι, 37, ΡG 35, 713Α. ΒΕΠΕΣ 58, 352. ΕΠΕ 3, 242.
  • 4. Θεοδωρήτου Κύρου, λληνικν θεραπευτικ παθημτωντοι εαγγε­λικς ληθεας ξλληνικς φιλοσοφας πγνωσιςΡG 83,789D-792Α.
  • 5. Π. Χρήστου, λληνικ Πατρολογατόμ. Ε', Θεσσαλονίκη 1992, σ. 61.
  • 6. Π. Χρήστου, λληνικ Πατρολογατόμ. Α', Θεσσαλονίκη 1976, σ. 65.
  • 7. Ἰωάννου Δαμάσκηνου, κδοσις κριβς τς ρθοδξου πστεωςκεφ. Ε', Ἀπόδειξις ὅτι εἵς ἐστι θεὸς καὶ οὐ πολλοί, ΡG 94, 800-801. ΕΠΕ 1, 70-72.
  • 8. Γεννάδιου Σχολάριου, Κατ τν Πλθωνος ποριν πριστοτλεικα κατ λλνων,τοι πολυθωνΓενναδίου τοῦ Σχολαρίου ἄπαντα τἀ εὐρισκόμενα, ἐκδ. L. Petit, τόμ. 4, σσ. 1-116. Περ το νς ν Τριδι Θεο μν κα πντων τν ντων δημιουργοκακατ θων τοι ατοματιστν κα κατ πολυθων, L. Ρetit, τόμ. 4, σσ. 172-189. Στὰ πλαίσια τῆς πολεμικῆς τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου κατὰ τοῦ Πλήθωνος εἶναι ἐκδεδομένες καὶ οἱ κάτωθι ἐπιστολές: 1. Τ φσου Γε­ργιοςL. Petit, τόμ. 4, σσ. 116-118. 2. ΠρςΠλθωνα π τ πρς τ πρ Λατνων βιβλον ατο παντσει  κατ λλνωνL. Petit, τόμ. 4, σσ. 118-151. 3. Τ βασιλσση περ το βιβλου το ΓεμιστοL. Petit, τόμ. 4, σσ. 151-155. 4. Περ το βιβλου το Γεμιστοκα κατ τς λληνικς πολυθεαςL. Petit, τόμ. 4, σσ. 155-172. Σχετικῶς βλ. Θεοδώρου Ζήση, Γεννδιος ΒΣχολριοςΒος -Συγγρμματα - ΔιδασκαλαΘεσσαλονίκη 1988, σ. 221 ε., 298 ε.
  • 9. Ἀριστείδου, πολογαΒΕΠΕΣ 3, 133-153.
  • 10. Ἰουστίνου, πολογα πρτη πρ χριστιανν πρς ντωννον τν εσεβΡG 6,328-440. ΒΕΠΕΣ 3, 162-199. ΕΠΕ 1, 74-197. πολογα δευτρα  πρ χριστιανν πρς τνΡωμαων ΣγκλητονΡG 6,441-469. ΒΕΠΕΣ 3, 200-208. ΕΠΕ 1,200-229.
  • 11. Λγος πρς λληναςΡG 6,229-240. ΒΕΠΕΣ 4, 11-13.
  • 12. Λγος παραινετικς πρς λληνας, ΡG 6,241-312. ΒΕΠΕΣ 4,14-43.
  • 13. ρωτσεις χριστιανικα πρς τος λληναςΡG 6, 1401-1464. ΒΕΠΕΣ 4, 146-175.
  • 14. ρωτσεις λληνικα πρς τος ΧριστιανοςΡG 6, 1464-1489. ΒΕΠΕΣ 4, 176-188.
  • 15. Ἀθηναγόρου, Πρεσβεα περ ΧριστιαννΡG 6,889-972. ΒΕΠΕΣ 4,282-310. ΕΠΕ 2, 124-227.
  • 16. Θεόφιλου Ἀντιόχειας, Πρς ΑτλυκονΡG 6,1024-1168. ΒΕΠΕΣ 5,13-68. ΕΠΕ 2, 324-515.
  • 17. Τατιανοῦ, Λγος πρς λληναςΡG 6,804-888. ΒΕΠΕΣ 4,242-267. ΕΠΕ 2, 28-103.
  • 18. Πρς ΔιγνητονΡG 2, 1168-1185. ΒΕΠΕΣ 2, 251-257. ΕΠΕ 2, 530-557.
  • 19. Ἑρμείου, Διασυρμς τν ξω φιλοσφωνΡG 6,1169-1180. ΒΕΠΕΣ 5,73-77.
  • 20. Κοδράτου, Περικοπα τς πρ τν χριστιανν πολογαςΡG 5,1265.
  • 21. Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Λγος προτρεπτικς πρς λληναςΡG 8, 49-245. ΒΕΠΕΣ 7, 17-79.
  • 22. Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, ΣτρωματεςΡG 8,685-1381 και ΡG 9,9-601. ΒΕΠΕΣ 7, 234-361 και ΒΕΠΕΣ 8, 11-316.
  • 23. Ὠριγένους, Κατ ΚλσουΡG 11,641-1632. ΒΕΠΕΣ 9,68-305 και ΒΕΠΕΣ 10, 11-231.
  • 24. Ἀθανασίου Μεγάλου, Κατ λλνων ἢ Κατ εδλωνΡG 25, 4-96. ΒΕΠΕΣ 30, 31-73. ΕΠΕ 1, 72-225.
  • 25. Αὐτόθι, ΡG 25.25Α. ΒΕΠΕΣ 30, 41. ΕΠΕ 1, 110-112.
  • 26. Αὐτόθι, ΡG 25,92Α. ΒΕΠΕΣ 30, 71. ΕΠΕ 1, 218.
  • 27. Εὐσεβίου Καισαρείας, Πρς τ το Φιλοστρτου ες πολλνιον τν Τυανα δι τνεροκλε παραληφθεσαν ατο τε κα το Χριστο σγκρισινΡG 22,796-868. ΒΕΠΕΣ 28, 109-133.
  • 28. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εαγγελικ ΠροπαρασκευΡG 21,21-1408. ΒΕΠΕΣ 25, 11-397 και ΒΕΠΕΣ 26, 11-281.
  • 29. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εαγγελικ πδειξιςΡG 22,13-789. ΒΕΠΕΣ 27, 11-356 και ΒΕΠΕΣ 28, 11-92.
  • 30. Βασίλειου Μεγάλου, Λγος πρς τος νους πως ν ξ λληνικν φε­λοντολγωνΡG 31, 564-589. ΒΕΠΕΣ 54, 199-211. ΕΠΕ 7, 316-359.
  • 31. Γρηγορίου Θεολόγου, Κατ ουλιανο βασιλως στηλιτευτικς πρτοςΡG 35, 532-664. ΒΕΠΕΣ 58, 288-334. ΕΠΕ 3, 18-181. Κατ ουλιανο βασιλως στηλιτευτικςδετεροςΡG 35,664-720. ΒΕΠΕΣ 58, 335-354. ΕΠΕ 3, 182-249.
  • 32. Γρηγορίου Νύσσης, Λγος Κατηχητικς  ΜγαςΡG 45,9-105. ΕΠΕ 1, 386-543.
  • 33. Γρηγορίου Νύσσης, Πρς λληνας κ τν κοινν ννοινΡG 45, 175-185.
  • 34. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρς τ ουδαους κα λληνας πδειξιςτι στι Θες Χριστςκ τν παρ τος προφταις πολλαχο περ ατο ερημνωνΡG 48, 813-838. ΕΠΕ 34, 12-95.
  • 35. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Λγος ες τν μακριον Βαβλαν κα κατ ου­λιανοκαπρς λληναςΡG 50, 533-572. ΕΠΕ 34, 416-541.
  • 36. Κυρίλλου Ἀλεξάνδρειας, πρ τς τν χριστιανν εαγος θρησκεας πρς τ το νθοις ουλιανο ΡG 76, 1057-1064.
  • 37. Θεοδώρητου Κύρου, λληνικν θεραπευτικ παθημτωντοι εαγγε­λικς ληθεαςξ λληνικς φιλοσοφας πγνωσιςΡG 83,784-1152.

ΠΗΓΗ: Περιοδικὸν Θεοδρομία
ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ  
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  2004

ΕΙΣΑΙ ΠΤΩΧΟΣ; ΕΧΕΙΣ ΕΞΑΠΑΝΤΟΣ ΑΛΛΟΝ ΠΤΩΧΟΤΕΡΟΝ ΑΠΟ ΕΣΕ.

altΕίσαι πτωχός; έχεις εξάπαντος άλλον πτωχότερον από εσέ.

Έχεις δια δέκα ημέρας τρόφιμα εσύ; εκεί­νος έχει δια μίαν. 

Σαν καλός και ευγνώμων να εξισώσης το περίσσευμά σου με τον ενδεή. Μη διστάσης να δώσης από το ολίγον. Μη προτιμήσης το συμφέρον σου εμπρός εις την κοινήν συμφοράν.

Και αν ο άρτος σου περισσεύη κατά ένα ψωμί και σου κτυπήση την πόρταν ο ζητιάνος, πάρε από την αποθήκην το ένα ψωμί και αφού το βάλης εις τα χέρια του ύψωσε το βλέμ­μα σου εις τον ουρανόν και είπε λόγον θλιβερόν μαζί και ευ­γνώμονα ένα ψωμί, όπως βλέπεις, Κύριε, και ο κίνδυνος είναι ολοφάνερος.

Αλλ’ εγώ θέτω την εντολήν σου επάνω από εμέ και από το ολίγον δίδω εις τον αδελφόν μου που λιμοκτονεί.

Δώσε λοιπόν και συ εις τον δούλον σου, που κινδυνεύει. Γνω­ρίζω καλά την αγαθότητά σου και ελπίζω εις την δύναμίν σου. Δεν αναβάλλεις επί πολύ τας δωρεάς, αλλά τας σκορπάς, όταν θέλης…. 
πηγή

Αποχαιρετώντας ένα φτωχό ιεραπόστολο (π. Αθανάσιος Manalu, † Χριστούγεννα 2013)


Η Μαρτυρία του Χριστού στα Σύγχρονα Έθνη

"Ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ, καὶ ἐλπίδι, καὶ πραότητι, καὶ ἀγνείᾳ, καὶ ἐν τῷ Ἱερατικῷ ἀξιώματι, εὐσεβῶς διέπρεψας, ἀείμνηστε· διὸ σε ὁ προαιώνιος Θεός, ὧ καὶ ἐδούλευσας, αὐτὸς κατατάξει τὸ πνεῦμά σου, ἐν τὀπῳ φωτεινῷ, καὶ τερπνῷ ἔνθα οἱ Δίκαιοι ἀναπαύονται· ἐντεύξῃ δὲ καὶ παρὰ Χριστοῦ τῇ κρίσει τὴν ἄφεσιν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος" (από τη νεκρώσιμο ακολουθία σε ιερείς).


Σε κλίμα οδύνης τελέστηκε στο χωριό Siparbue στην εκκλησία της Ανάστασης του Χριστού της ομώνυμης ορθόδοξης κοινότητας της Σουμάτρας, η εξόδιος ακολουθία [=κηδεία] του π. Αθανασίου Manalu (αδελφού του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ινδονησίας π.Χρυσοστόμου Manalu), ο οποίος κοιμήθηκε τα ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου 2013. Η Στρατευομένη Εκκλησία [δηλ. η Εκκλησία της Γης, με τους ζωντανούς ανθρώπους] έχασε ένα εκλεκτό της μέλος, κέρδισε όμως η Θριαμβεύουσα Εκκλησία [η Εκκλησία του ουρανού, με τις ψυχές, τους αγγέλους και το Χριστό]ένα άξιο Λειτουργό στο Υπερουράνιο Θυσιαστήριο για να προσεύχεται και να πρεσβεύει για τους αδελφούς του στην μακρυνή Ινδονησία.
Ο π. Αθανάσιος ήταν βασικό στέλεχος του Ορθόδοξου Ιεραποστολικού κλιμακίου της Μητρόπολης Σιγκαπούρης στην Σουμάτρα της Ινδονησίας. Αφανής και πρόθυμος εργάτης της Ιεραποστολής αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στονιεραποστολικό αγρό της Ινδονησίας. Ήταν έγγαμος και πατέρας πέντε παιδιών. 
Αντιγράφουμε από το φιλικό ιστολόγιο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής τα παρακάτω: 

“Η κοίμηση του π. Αθανασίου Μανάλου, ανήμερα των Χριστουγέννων, δημιουργεί μέσα μας αισθήματα χαρμολύπης. Χαρά γιατί γνωρίζουμε ότι ευρίσκεται πλησίον του Τριαδικού Θεού και θλίψη γιατί δεν βρέθηκαν έγκαιρα τα 4.000 ευρώ για την εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στην οποία έπρεπε να υποβληθεί ούτε τα 200 δολάρια μηνιαίως για τη φαρμακευτική του αγωγή, την οποία είχε σταματήσει για να προσφέρει στα 5 παιδιά του και την οικογένειά του. Εμείς, ως μπλογκ της Ορθόδοξης Ιεραποστολής, εκφράζουμε τη βαθιά μας θλίψη που δεν καταφέραμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί σε Ελλάδα, Κύπρο, εξωτερικό, ως Πατριαρχεία, Μητροπόλεις, ενορίες, μοναστήρια, ιεραποστολικοί σύλλογοι κλπ να βρούμε το ποσό, έστω των 200 δολαρίων, για τα φάρμακα του μακαριστού αδελφού μας, τη στιγμή -μάλιστα- που δόθηκαν μεγάλα ποσά για υπό κατασκευή γήπεδο ποδοσφαιρικής ομάδας, αλλά ούτε τα λεφτά για την άμεση χειρουργική επέμβαση στο εξωτερικό. Λυπούμαστε που η έλλειψη έγκαιρης ενημέρωσης από τους αρμοδίους δεν βοήθησε να γνωστοποιηθεί έγκαιρα το μέγεθος του ιατρικού προβλήματος και να μπορέσουν οι φίλοι της Ορθόδοξης Ιεραποστολής να προσφέρουν έγκαιρα για τον αδελφό μας, μακαριστό π. Αθανάσιο Μανάλου. 
Καλό Παράδεισο, Καλή Ανάσταση, π. Αθανάσιε Μανάλου, και συγγνώμη εκ μέρους όλων μας. Θεωρούμε και πιστεύουμε ότι η Αποστολική Διακονία και άλλοι ιεραποστολικοί σύλλογοι θα φροντίσουν τη σύζυγο και τα 5 παιδιά του εκλιπόντος ορθόδοξου ιεραποστόλου. Είναι ηθικό χρέος για να ξεπληρώσουμε το βαρύ ατόπημα της αδράνειάς μας στο θέμα της υγείας του π. Αθανασίου Μανάλου.”
π. Αθανάσιος Μανάλου. Αιωνία η μνήμη του.
Η Ομάδα της Ορθόδοξης Ιεραποστολής ξεκινάει από σήμερα μία προσπάθεια για την οικονομική στήριξη της οικογένειας του π. Αθανασίου. Όσοι ενδιαφέρονται να συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια μπορούν να καταθέσουν τις δωρεές τους στον παρακάτω λογαριασμό.
.ALFA BANK (πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ) /66046796ΙBAN : GR 66 0120 5450 0000 0006 6046 796BIC :EMPOGRAA. (Δικαιούχος π. Δημήτριος Αθανασίου). 

Τα χρήματα αποστέλλονται δια μέσου Ιεραποστολικού Συλλόγου, ο οποίος εκδίδει και τις σχετικές αποδείξεις. Ως εκ τούτου παρακαλούμε τους δωρητές να μας γνωστοποιούν τα απαραίτητα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση διαμονής) προκειμένου να τους αποσταλούν αποδείξεις των δωρεών τους και να γράφουν στο καταθετήριο της Τράπεζας ότι τα χρήματα προορίζονται για την οικογένεια του π.Αθανασίου Manalu.
Όσοι επιθυμούν να στείλουν απευθείας χρήματα στην οικογένεια ας επικοινωνήσουν μαζί μας στο e-mail fdathanasiou@gmail.com, για να να τους δώσουμε τον τραπεζικό λογαριασμό της οικογένειας στην Σουμάτρα.

Για την ΟΜΑΔΑ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 


Δημοσιεύουμε στην συνέχεια φωτογραφίες από την εξόδιο ακολουθία του π. Αθανασίου. Εκφράζουμε τα θερμά συλλυπητήρια στην πρεσβυτέρα Θεοδώρα και στα πέντε παιδιά του και παρακαλούμε τον Δικαιοκρίτη Κύριο: "δέξαι ἐν ταῖς χερσί σου, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ Σῶτερ· τάξον αὐτὸν ἐν ταῖς αὐλαῖς σου καὶ Ἀγγέλων χορείαις, καὶ ἀνάπαυσον ὃν προσελάβου, τῇ προστάξει σου Κύριε, διὰ τὸ μέγα ἔλεος" (ακολουθία Νεκρώσιμος εις Ιερείς, στιχηρό των αίνων, Μέγα Ευχολόγιο 461). 






 

"Πολιτευμένος ἐν εὐσεβεία, καὶ κεκοσμηκευμένος ὁ Ἱερεύς σου, ὁ θύτης καὶ πρόπολος τῶν θείων Μυστηρίων, θείᾳ προστάξει σου μετῆλθε, τῶν τοῦ βίου θορύβων· ὃν περ ὥς Ἱερέα Σῶτερ προσδεξάμενος σῶσον, καὶ ἀνάπαυσον μετὰ Δικαίων, ὁν προσελάβου τῇ προστάξει σου, Κύριε, διὰ τὶ μέγα σου ἔλεος" (από την νεκρώσιμο ακολουθία σε ιερείς).

πηγή

Όλοι στόν αγώνα προστασίας τού Ορθοδόξου λαού μας

ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ, ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ,
ΠΡΩΗΝ ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΩΣ Ι. ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
Πρός τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ.κ. Ιερώνυμο Β΄
και την Αγία και Ιερά Σύνοδο 
Μετά τη δημοσίευση στο Ιστολόγιο Κατάνυξις, των δύο πρώτων, υπ΄ αριθμ. 39 και 41 επιστολών του οσιολογιωτάτου Ιερομονάχου Δαμασκηνού Αγιορείτου, πρώην Αρχιγραμματέως της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους (1977-78 και 1982-1992) προς τον Προκαθήμενο της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος και την Αγία και Ιερά της Σύνοδο, δημοσιεύουμε και την τρίτη, πλέον πρόσφατη επιστολή του.
Αυτή αποτελεί απάντηση στην απαντητική επιστολή 2937/2013 του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο οσιολογιώτατος π. Δαμασκηνός επισημαίνει στην τρίτη αυτή επιστολή του, αφ΄ ενός την εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου παράκαμψη της ΙΣΙ και της ΔΙΣ στην απάντηση του υπομνήματός του, αφ’ ετέρου δε τη μεγίστη προσωπική ευθύνη του Αρχιεπισκόπου τόσο για την κάλυψη, υποστήριξη και εκκλησιαστική ενσωμάτωση των καινοτόμων θεολόγων του θρησκειολογικής κατεύθυνσης Μαθήματος των Θρησκευτικών (της «εναγούς συμμορίας» κατά τον Γέροντα Δαμασκηνόν), όσο και για τη συμπόρευση με τους πολιτικούς που καταστρέφουν την Ελλάδα, αρχής γενομένης από τον προ-προηγούμενο Πρωθυπουργό.

Έναντι της μομφής του Αρχιεπισκόπου κατά του π. Δαμασκηνού (στην επιστολή 2937/2013), ότι ο π. Δαμασκηνός ως απαρνησάμενος τον κόσμον δεν πρέπει να ασχολείται με τα θέματα αυτά, ο Γέρων Δαμασκηνός επικαλείται το παράδειγμα των μεγίστων Ομολογητών της Πίστεως, οι οποίοι υπήρξαν Μοναχοί, με τους οποίους συμπαρατάσσει ταπεινώς τον εαυτό του, ως άλλος εκ δεξιών ληστής και Ιωσήφ από Αριμαθαίας. 
Ἐν Ἁγίῳ ὄρει τῇ 12.12.2013
Ἀριθμὸς πρωτ. 43
1. Τῷ Μακαριωτάτῳ
Ἀρχιεπισκόπῳ Ἀθηνῶν
καὶ πάσης Ἑλλάδος
κ.κ. ἹΕΡΩΝΥΜΩι
2. Τῇ Ἁγίᾳ καὶ Ἱερᾷ Συνόδῳ
τῆς Ἱεραρχίας τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος



Μακαριώτατε, Σεπτὴ τῶν Ἱεραρχῶν χορεία, 
Βαθυσεβάστως ἀσπάζομαι τὰς Ὑμετέρας τιμίας Δεξιάς.
Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ΄ ἀρ. πρωτ. 2937/2013 καὶ ἀπὸ 7 Νοεμβρίου 2013 ἐγγράφου τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καὶ ἐν συνεχείᾳ τῶν ὑπ΄ ἀρ. 39/15-9-13 καὶ 41/20-10-2013 ἡμετέρων ἐγγράφων πρὸς τὴν σεπτὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὴν διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον ἀντιστοίχως, ἀναγκάζομαι μετὰ βαθυτάτης ὀδύνης νὰ ἐπανέλθω.
 Λυποῦμαι βαθύτατα, Μακαριώτατε, διότι παρεκάμψατε τὸν ἱερώτατον θεσμὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, εἰς ἃς ἀπηύθυνα τὰς ἐπιστολάς μου, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέροντο εἰς ἓν θέμα κεφαλαιώδους σημασίας, ζωῆς ἢ θανάτου, τῆς ἐν Ἑλλάδι στρατευομένης Ἐκκλησίας, ὡς εἶναι τὸ μάθημα τῆς ὀρθοδόξου Ἀγωγῆς τῶν Ἑλληνοπαίδων πασῶν τῶν βαθμίδων τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
 Ἡ παράκαμψις τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν προκειμένῳ, ἐπιβεβαιοῖ τὰς κατηγορίας Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν ὑψηλῆς περιωπῆς καὶ εὐθύνης, ὅτι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δὲν λειτουργεῖ ὀρθῶς τὸ Συνοδικὸν σύστημα διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ἔνθα λειτουργεῖ τυπικῶς, οὐσιαστικῶς ἐπιβάλλεται ἡ γνώμη τοῦ ἑκάστοτε Πρώτου, τῶν λοιπῶν Ἱεραρχῶν μὴ τολμώντων νὰ εἴπωσι τὰς γνώμας των, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀπὸ μίαν κακῶς νοουμένην εὐλάβειαν εἰς τὸν Πρῶτον. Τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου ἀποτελεῖ κατὰ κανόνα ἱστορικὴν ἀνάμνησιν. Ἐντεῦθεν καὶ τὰ τραγικὰ λάθη εἰς θέματα «ὑψίστης πνευματικῆς στρατηγικῆς», ἅτινα σκανδαλίζουν τὸ Ὀρθόδοξον Πλήρωμα.
 Ἡ Ἐκκλησία, ὡς εἰκὼν τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, καθ΄ ἣν «μηδὲν ἐποίησεν ὁ Πατὴρ ἄνευ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ Ἁγίου Οἰκουμενίου Τρίκκης, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν οὐσίαν Της ἐν τῇ διοικήσει, ἥτις καὶ διαφοροποιεῖ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἀπὸ τὸν αἱρετικὸν Παπικὸν ἀπολυταρχισμόν, ὅστις κατήργησε τὴν Συνοδικότητα καὶ «Τριαδικότητα» τῆς Ἐκκλησίας.
 Λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐπιστολήν μου μὲ ὕφος καὶ τρόπον, ποὺ ἀπᾴδει εἰς τὸν σεβασμόν, ποὺ τρέφω εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ Ἐπισκόπου.
 Ἀντελήφθητε, Μακαριώτατε, τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐπεσήμανα διὰ τῶν ἐπιστολῶν μου ἢ προσποιεῖσθε, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεσθε; Ἀντιλαμβάνεσθε, Μακαριώτατε, τὰς τραγικὰς ἱστορικὰς εὐθύνας, ἃς ἐπωμίζεσθε ἔναντι τῶν ἐπερχομένων γενεῶν;
 Εὐτυχῶς δὲν εἶμαι μόνος εἰς τὰς ἐπισημάνσεις μου. Καὶ ἄλλοι σεπτοὶ Ἁγιορεῖται καὶ Καθηγούμενοι, ὡς καὶ Πανεπιστημιακοὶ θεολόγοι, Σᾶς ἔγραψαν διὰ τὸ αὐτὸ θέμα καὶ ὅμως ἐξακολουθεῖτε νὰ περιβάλλετε μὲ τιμὴν καὶ ἐμπιστοσύνην, τὸν «στρατηγὸν καὶ ἀρχιτέκτονα» μεταλλαγῆς τοῦ μαθήματος τῆς ὀρθοδόξου ἀγωγῆς τῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος εἰς θρησκειολογίαν, τὸν νέον Ἰούδαν, τὸν ὑποκριτήν, τὸν προδότην τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅστις ἐξακολουθεῖ μὲ τὴν ἰδικήν Σας προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην νὰ διευθύνῃ τὸ περιοδικὸν «Θεολογία». Εἶναι προσωπικός Σας φίλος καὶ Ὑμετέρα ἐπιλογή, διὸ καὶ εἶσθε συνένοχος διὰ τὰ ἐπιχειρούμενα ἐγκλήματά του, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δώσητε λόγον εἰς τὸ ἀδέκαστον βῆμα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἡ συμπύκνωσις ἁπασῶν τῶν αἱρέσεων τῆς ἱστορίας τὸ ἐπιχειρούμενον Πιλοτικὸν πρόγραμμα.
 Οἱ αἱρετικοὶ ὅλων τῶν αἰώνων ἔσφαλλον εἰς θέματα κατανοήσεως τοῦ προσώπου τοῦ Θεανθρώπου καὶ τῶν σχέσεων τῶν δύο φύσεών Του. Ὁ εἰρημένος καὶ ἡ μετ΄ αὐτοῦ δαιμονιώδης ὁμήγυρις ἐξισώνουν τὸν ἀληθῆ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν, μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ψευδοθρησκειῶν. Ἆραγε σφάλλει καὶ ὁ τέως Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, κ. Κόκκινος, ὅστις πέρυσι τὸν Δεκέμβριον, διὰ περισπουδάστου ἄρθρου του εἰς τὴν Ἐφημερίδα «ΕΣΤΙΑ», ἐστηλίτευσε τὴν ὀλιγωρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι δὲν εἰσηγάγατε πρὸς ἐξέτασιν καταγγελίαν ὑγιοῦς Πανεπιστημιακοῦ Καθηγητοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφορῶσαν τὸ ἐλεεινὸν Πιλοτικὸν Πρόγραμμα θρησκειολογίας, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ φίλος Σας θρησκειολόγος καὶ ἡ μετ΄ αὐτοῦ ἐναγὴς συμμορία;
 Τὸ πλῆθος τῶν συνεργατῶν, οἱ ὁποῖοι Σᾶς περιβάλλουν, δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσουν τὸ πρόγραμμα καὶ τὰ διάφορα δημοσιεύματά των, διὰ νὰ Σᾶς ἐνημερώσουν;
 Ὑπάρχει, Μακαριώτατε, ἄλλη ὑψίστη προτεραιότης ἐν τῇ μερίμνῃ τῶν Ἁγίων Ἀρχιερέων, ἱερέων καὶ διακόνων, ἐκτὸς τῆς ὀρθοδόξου ἀγωγῆς τῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐκκλησίας;
 Ποῖα σκοτεινὰ κέντρα κατευθύνουν τὰ νήματα πνευματικῆς μεταλλάξεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀπόρρητος λόγος καὶ ἡ αἰτία, ποὺ Σᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸν ἀποπέμψητε καὶ νὰ ἀποκηρύξητε δημοσίως, καὶ ἀνταξίως τῶν ἁγίων, τὰ πιλοτικὰ προγράμματα θρησκειολογίας, εἰς ἃ ἀντιτίθενται οἱ ὑγιεῖς Θεολόγοι, Μοναχοὶ καὶ Ἀρχιερεῖς;
 Πρὸς τί αὕτη ἡ ἡττοπάθεια ἔναντι τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους;
 Ἀξίζει περισσότερον ἡ Ἀρχιεπισκοπικὴ καθέδρα ἀπὸ τὴν ὀρθοτόμησιν ἐν προκειμένῳ τῆς Ἀληθείας;
 Διατί δειλιᾶτε καὶ φοβεῖσθε νὰ συγκρουσθῆτε μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ κακοῦ;
 Τί ἄλλο ἔγκλημα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσουν οἱ ἀνάξιοι Πολιτικοί μας, τοὺς ὁποίους ἐστηρίξατε μὲ τὴν παρουσίαν Σας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς μέχρι σήμερον νὰ ζητήσητε συγγνώμην ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ τὸ πρωτάκουστον ἀτόπημά Σας, τὸ ὁποῖον προηγήθη τῆς παγιδεύσεως τῆς χώρας εἰς τὸ Δ.Ν.Τ. καὶ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ τοῦ ξεπουλήματος τῆς δημόσιας περιουσίας ὑπὸ τοῦ τότε φίλου Σας Πρωθυπουργοῦ; 
 Οἱ ἀξιοδάκρυτοι ὁμοφυλόφιλοι παρελαύνουν ἀνερυθριάστως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πρωτεύουσαν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας - ὁποία ἀποκτήνωσις τοῦ ἀνθρώπου τῶν ἡμερῶν μας! - καὶ Ὑμεῖς, Μακαριώτατε, δὲν τοὺς ἀντελήφθητε, ζῶντες ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ νὰ τοὺς στηλιτεύσητε, ὡς ἐστηλιτεύθησαν ὑπὸ πασῶν τῶν ὁμοδόξων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τοιαῦται παρελάσεις;
 Μὲ ὠνειδίσατε, Μακαριώτατε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ θέματα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐν τῷ κόσμῳ δρώσης Ἐκκλησίας, διότι «ἀπηρνήθην τὸν κόσμον». Ἔδει ὅμως νὰ γνωρίζητε, ὡς ὀρθόδοξος Ἱεράρχης, ὅτι «κόσμος», ὃν ἀπαρνεῖται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὀρθόδοξος χριστιανὸς καὶ μοναχός, δὲν εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία. «Κόσμος ἐν θεολογικῇ ἐννοίᾳ εἶναι τὸ κακόν», καὶ οὐχὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφῶν. Μήπως ἔπραξε λάθος ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἐκ τῆς ἐρήμου στηλιτεύων τὰς παρανομίας τοῦ Ἡρώδου; Πῶς τὰ ἔμαθε ἀφοῦ ἔζη ἐν τῇ ἐρήμῳ; Μήπως ἔπραξε λάθος ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ποὺ ἤλεγξε Πατριάρχας διὰ τὰς αἱρέσεις τοῦ Μονοθελητισμοῦ καὶ τοῦ Μονοενεργητισμοῦ; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, πρεσβύτερος καὶ μοναχὸς ὑπερασπίσας τὴν τιμητικὴν προσκύνησιν τῶν ἱερῶν εἰκόνων; Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὑπεραμυνθεὶς δογματικῶν καὶ ἠθικοκανονικῶν θεμάτων; Ὁ ἱερομόναχος τότε καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δογματίσας ὀρθῶς τὴν φύσιν τοῦ ἀκτίστου φωτός; Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅστις ἐξῆλθε τοῦ ἁγίου Ὀρους διὰ νὰ κηρύξῃ μετάνοιαν καὶ νὰ στηρίξῃ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ Ἐκκλησίαν κ.λπ.;
 Ἀσφαλῶς δὲν συμπαρατάσσω τὸν εὐτελῆ ἑαυτόν μου μὲ τοὺς εἰρημένους ἁγίους καὶ ὁμολογητὰς τῆς εὐσεβείας. Μοῦ ἀρκεῖ νὰ μιμηθῶ τὸν ἐκ δεξιῶν λῃστήν, ὅστις ὡμολόγησε Θεὸν ἀληθινὸν τὸν Χριστόν, ἐν τῷ Σταυρῷ, ὅτε Οὗτος ἐμυκτηρίζετο ὑπὸ πάντων, ὡς καὶ σήμερον.
 Πρότυπόν μου εἶναι ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὅστις ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Πιλᾶτον τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ πλέον περιφρονημένου ἐν Ἰερουσαλὴμ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
 Πῶς ἐγνώριζον οὗτοι τὰ τοῦ κόσμου, ποὺ καθ΄ Ὑμᾶς, ἀπηρνήθησαν; Ἀσφαλῶς, οὔτε τηλεόρασιν παρηκολούθουν, οὔτε ραδιόφωνον, οὔτε διαδίκτυον.
 Καὶ ὁ γράφων, καίτοι δὲν παρακολουθεῖ τὰ μέσα ἐνημερώσεως καὶ τὸ διαδίκτυον, τὰ γνωρίζει «ἐν ἑτέρῳ τρόπῳ». Ἐπειδὴ λοιπὸν γνωρίζω καλῶς τὸ προκείμενον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπηκριβωμένως καὶ διὰ συγκεκριμένων παραπομπῶν ἐνημέρωσα ὑπευθύνως, πρωτίστως ἅπασαν τὴν σεπτὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ Ὑμᾶς προσωπικῶς, καὶ Ὑμεῖς, Μακαριώτατε, ἀπηξιώσατε νὰ τὸ συμπεριλάβητε εἰς τὸν κατάλογον τῶν πρὸς συζήτησιν θεμάτων τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου ἐν συνεχείᾳ, ἀναγκάζομαι νὰ δώσω τὰς ἐπιστολάς μου εἰς τὸ διαδίκτυον καὶ τὸν Τύπον, διὰ νὰ τὰς κρίνῃ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, τὰ πρόβατα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦνται ἀπὸ τοὺς λύκους, χωρὶς οἱ ποιμένες, νὰ θύουν τὴν ψυχήν των ὑπὲρ τῶν προβάτων, ὡς ἐπιτάσσει ὁ εὐαγγελικὸς λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τὴν κρίσιν ἔχει πλέον ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
 Ὡσαύτως ἐν κατακλεῖδι δηλῶ, ὅτι εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ ὑποστῶ διωγμοὺς μέχρι θανάτου ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, ὅστις εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας», σοφίζων τοὺς μωροὺς καὶ ἐνισχύων τοὺς ἀδυνάτους εἰς τὸ μαρτύριον.
Δὲν θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς ὅσα μέχρι σήμερον Σᾶς ἐνημέρωσα, ἐν περιπτώσει ὀλιγωρίας. Ἀναλόγως τῶν ἐξελίξεων, ἐν συνεχείᾳ θὰ ἀπευθυνθῶ δι’ ἐμπεριστατωμένης ἐπιστολῆς εἰς τοὺς Προέδρους τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ ὑπόστασις τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὴν κοιτίδα τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τὰ κατ΄ Αὐτούς.
Μόνον τυφλοὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται τοὺς κινδύνους καταστροφῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τοὺς αἰωνίους ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι κίνδυνοι ἐπαυξάνονται, διότι οἱ Ποιμένες εἶναι δειλοί, δὲν ὁμολογοῦν μέχρι θανάτου, δὲν ἀφυπνίζουν τοὺς λαούς, τοὺς ὁποίους ἔχει ἀποκοιμίσει ἡ ἁμαρτία, ἡ διεφθαρμένη τηλεόρασις καὶ τὸ χρηματιστήριον. Τὸ πλοῖον κινδυνεύει νὰ βυθισθῇ καὶ οἱ «καπετάνιοι», ἀσχολοῦνται μόνον μὲ τὰς καμπίνας των.
«Οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου εἰσὶ φρονιμώτεροι τῶν υἱῶν τοῦ φωτός!»
Οἱ ἔνοχοι Πολιτικοὶ παραμερίζουν ἔριδας καὶ μίση δεκαετιῶν καὶ ἑνώνονται διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν φυλακὴν καὶ νὰ ὁλοκληρώσουν τὰ ἄνομα σχέδια τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς, καὶ ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι ἀπαγορεύουν εἰς ὀρθοδόξους κληρικοὺς καὶ θεολόγους νὰ χρησιμοποιήσουν τὸν ἱερὸν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ ὡμολογήσουν τὴν Ἀλήθειαν. Ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς ὕψωσε τὴν σημαίαν διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ οἱ διάδοχοί του εἰς τοὺς θρόνους, ποὺ ἐξησφάλισαν τὰ αἵματα καὶ αἱ θυσίες τῶν ἡρώων τῆς ἐλευθερίας, δειλιοῦν νὰ στηλιτεύσωσι τοὺς Πολιτικούς, ποὺ καταστρέφουν τὴν Ἑλλάδα, τοὺς ἐναγκαλίζονται, ἂν καὶ ξεπουλοῦν τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς ξένους καὶ καταστρέφουν τὴν ὀρθοδοξίαν. Αἱ ἐξαιρέσεις εἰσὶν ἐλάχισται. Ὁποία κρίσις!
Δὲν ζητοῦν σήμερον οἱ ἄνθρωποι τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, διὸ καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἀντὶ νὰ προστεθοῦν, ἀφῃρέθησαν.
Τί κάμνουν οἱ ποιμένες, ἐκτὸς ἐλαχίστων φωτεινῶν ἐξαιρέσεων, διὰ νὰ ἀφυπνίσουν τὸν λαόν; Ἂς ἐρωτήσῃ ἕκαστος τὴν συνείδησίν του.
Ταῦτα μετ΄ ὀδύνης ἀφάτου, ἀλλὰ καὶ μετὰ παρρησίας, ἀπευθύνω εἰς τὰς Ὑμετέρας Ἀρχιερατικὰς ἀξίας διὰ τὰ καθ΄ Ὑμᾶς. Ἐπὶ δὲ τούτοις διατελῶ μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ, ἐπικαλοῦμαι τὰς εὐχάς Σας καὶ ἀσπάζομαι τὰς Ὑμετέρας Τιμίας Δεξιάς. 
Ἱερομόναχος Δαμασκηνός
ὁ τοῦ Φιλαδέλφου

Βίος καί Πολιτεία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου




Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, γεννημένος τό 330μ.Χ. στή Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς μέ δυνατό χριστιανικό φρόνημα, ἔμελλε νά γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος καί κορυφαῖος θεολόγος καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ χριστιανική του ἀνατροφή καί ἡ πνευματική του πορεία τόν ὁδήγησαν στήν Θεία θεωρεία τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, καί στήν αὐστηρή ἀσκητική ζωή, παράλληλα μέ τό ποιμαντικό, παιδαγωγικό καί φιλανθρωπικό του ἔργο.

Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν καθηγητής ρητορικῆς στή Νεοκαισάρεια καί ἡ μητέρα του Ἐμμέλεια ἀπόγονος οἰκογένειας Ρωμαίων ἀξιωματούχων. Στήν οἰκογένεια ἐκτός ἀπό τό Βασίλειο ὑπῆρχαν ἄλλα ὀκτώ παιδιά. Μεταξύ αὐτῶν, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ἀσκητής καί θαυματουργός, ἡ Ὁσία Μακρίνα καί ὁ Ἅγιος Πέτρος, Ἐπίσκοπος Σεβαστείας.

Τά πρῶτα γράμματα, τοῦ τά δίδαξε ὁ πατέρας του. Συνέχισε τίς σπουδές του στήν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, στήν Κωνσταντινούπολη καί στήν Ἀθήνα. Ἐκεῖ σπούδασε γεωμετρία, ἀστρονομία, φιλοσοφία, ἰατρική, ρητορική καί γραμματική. Οἱ σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Ἡ ἀσκητική του ζωή ξεκίνησε ἤδη ἀπό τά χρόνια ὁποῦ φοιτοῦσε στήν Ἀθήνα. Ὁ σοφός δάσκαλός του Εὔβουλος ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν αὐστηρή νηστεία, τοῦ Ἁγίου, καί μετά τήν παραίνεσή του, λέγεται ὅτι ἔγινε Χριστιανός.

Συμφοιτητές του ἦταν καί δύο νέοι πού ἔμελλε νά διαδραματίσουν σπουδαῖο ρόλο στήν ἱστορία. Ὁ ἕνας, φωτεινό ὁ Ἅγιος καί Μέγας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεολόγος Γρηγόριος καί ὁ ἄλλος μελανό στόν ἀντίποδα, προδότης τοῦ Ἰησοῦ, εἰδωλολάτρης καί διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης. Κατά τήν διάρκεια αὐτῶν τῶν ἐτῶν, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀνέπτυξαν μεγάλη καί ἰσχυρή φιλία. Ταυτόχρονα μέ τίς σπουδές τους, εἶχαν ἱεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στίς ὁποῖες ἀνέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ἵδρυσαν ἐπίσης καί τόν πρῶτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.

Ἐπέστρεψε στήν Καισαρεία τό καλοκαίρι τοῦ 356μ.Χ. καί συνεχίζοντας τήν παράδοση τοῦ πατέρα του, ἔγινε καθηγητής τῆς ρητορικῆς. Τό 358 μ.Χ. ἐπηρεασμένος ἀπό τό θάνατο τοῦ ἀδερφοῦ του μοναχοῦ Ναυκρατίου, καθώς καί μέ τήν παρότρυνση τῆς ἀδερφῆς του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, καί ἀποφασίζει νά ἀφιερώσει τόν ἑαυτό του στήν ἀσκητική πολιτεία. Ἀποσύρθηκε λοιπόν σέ ἕνα κτῆμα τῆς οἰκογενείας του στόν Πόντο. Χαρακτηριστικό τῆς μεγαλοψυχίας του εἶναι, ὅτι μετά τήν βάπτισή του δώρισε στούς φτωχούς καί στήν ἐκκλησία τό μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. Τό φθινόπωρο τοῦ ἴδιου ἔτους ξεκινᾶ ἕνα ὁδοιπορικό σέ γνωστά κέντρα ἀσκητισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καί Μεσοποταμία, ἐπιθυμώντας νά συναντήσει πολλούς ἀσκητές καί μοναχούς γιά νά γνωρίσει τόν τρόπο ζωῆς τους. Ὅταν γύρισε στό Πόντο ἀπό τό ταξίδι αὐτό, μοίρασε καί τήν ὑπόλοιπη περιουσία του καί ἀποσύρθηκε στό κτῆμα του ἐπιθυμώντας νά ζήσει πλέον ὡς μοναχός. Ἐκεῖ ἔγραψε τούς: «Κανονισμούς διά τόν Μοναχικόν βίον», κανόνες πού ρυθμίζουν τήν ζωή στά μοναστήρια μέχρι τίς μέρες μας. Μέ τήν ὑψηλή του κατάρτιση στήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί τόν ἀσκητικό, θαυμαστό του βίο, ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἐξαπλώθηκε μέ τόν καιρό σέ ὅλη τήν Καππαδοκία. Ἔτσι καί ὁ Μητροπολίτης τῆς Καισαρείας Εὐσέβιος πραγματοποιώντας τήν Θεία Βούληση ἀλλά καί αὐτή τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς, χειροτόνησε τό 364 μ.Χ. τόν Ἅγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Τό 370 μ.Χ., μετά τόν θάνατο τοῦ Εὐσεβίου καί σέ ἡλικία 41 ἐτῶν, τόν διαδέχθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στήν ἐπισκοπική ἕδρα, μέ τή συνδρομή τοῦ Εὐσεβίου ἐπισκόπου Σαμοσάτων καί τοῦ Γρηγορίου ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ. Ἐπίσκοπος πλέον, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀντιμετώπισε τήν προσπάθεια τοῦ Αὐτοκράτορα Οὐάλη νά ἐπιβάλει τόν Ὁμοιανισμό (ρεῦμα τοῦ Ἀρειανισμοῦ), ἐπικοινωνώντας μέσω ἐπιστολῶν μέ τόν Μέγα Ἀθανάσιο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καί τόν Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στόν τόπο του, στήν περιφέρεια τῆς δικῆς του ποιμαντικῆς εὐθύνης εἶχε νά ἀντιμετωπίσει τήν ἔντονη παρουσία τοῦ ἀρειανικοῦ στοιχείου καί ἄλλων κακοδοξιῶν. Ἀπό τίς ἐπιστολές του φαίνονται οἱ προσπάθειες πού κατέβαλε γιά τήν καταπολέμηση τῆς σιμωνίας τῶν ἐπισκόπων, γιά τήν ἀνάδειξη ἄξιων κληρικῶν στό ἱερατεῖο, καθώς καί γιά τήν πιστή ἐφαρμογή τῶν ἱερῶν κανόνων ἀπό ὅλους τοὺς πιστούς καί φανερώνεται ἐπίσης ἡ ποιμαντική φροντίδα στά ἀποκομμένα καί περιθωριοποιημένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Στήν οἰκουμενική Ἐκκλησία ὁ Μέγας Βασίλειος οὐσιαστικά ἀναλαμβάνει τά πνευματικά ἡνία ἀπό τό Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος γηραιός πλέον, ἀποσύρεται ἀπό τήν ἐνεργό δράση. Ἐργάζεται συνεχῶς γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ὀρθόδοξων χριστιανικῶν ἀρχῶν καί ὑπερασπίζεται μέ σθένος τό δογματικό προσανατολισμό τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νίκαιας.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, βοηθοῦσε πάντοτε τούς ἀδικημένους καί κουρασμένους, τούς πεινασμένους καί τούς ἀρρώστους, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γένος, τή φυλή καί τό θρήσκευμα. Ἔτσι τό ὅραμά του τό ἔκανε πραγματικότητα ἱδρύοντας ἕνα πρότυπο καί γιά τίς μέρες μας κοινωνικό καί φιλανθρωπικό σύστημα, τή «Βασιλειάδα». Ἕνα ἵδρυμα πού λειτουργοῦσε νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, γηροκομεῖο καί ξενώνας γιά τήν φροντίδα καί ἰατρική περίθαλψη τῶν φτωχῶν ἀρρώστων καί ξένων. Τίς ὑπηρεσίες του τίς πρόσφερε τό ἵδρυμα δωρεάν σέ ὅποιον τίς εἶχε ἀνάγκη. Τό προσωπικό τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ ἦταν ἐθελοντές πού προσφέρανε τήν ἐργασία γιά τό καλό τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἦταν ἕνα πρότυπο καί σέ ἄλλες ἐπισκοπές καί στούς πλουσίους ἕνα μάθημα νά διαθέτουν τόν πλοῦτο τους μέ ἕνα ἀληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ ἡ ἔμπνευση πού εἶχε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. νά ἱδρύσει καί νά λειτουργήσει ἕνα τέτοιο ἵδρυμα - πρότυπο.

Καταπονημένος ἀπό τήν μεγάλη δράση πού ἀνέπτυξε σέ τόσους πολλούς τομεῖς, ἐναντίον τῶν διαφόρων κακοδοξιῶν καί εἰδικά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ, μή διστάζοντας πολλές φορές νά ἀντιταχθεῖ μέ τήν ἑκάστοτε πολιτική ἐξουσία, μέ ὅπλα του τήν πίστη καί τήν προσευχή, μέ τά κηρύγματα καί τούς λόγους του, μέ τά πολλά ἀσκητικά καί παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς καί τήν ἀσκητική ζωή του ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας παραδίδει τό πνεῦμα στό Θεό τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 379 μ.Χ. σέ ἡλικία 49 ἐτῶν. Ὁ θάνατός του βυθίζει στό πένθος ὄχι μόνο τό ποίμνιό του ἀλλά καί ὅλο τό χριστιανικό κόσμο τῆς Ἀνατολῆς. Στήν κηδεία του συμμετέχει καί ἕνα πλῆθος ἀνομοιογενές ἀπό ἄποψη θρησκευτικῆς καί ἐθνικῆς διαφοροποιήσεως. Τό ὑψηλῆς σημασίας θεολογικό καί δογματικό του ἔργο καθώς καί ἡ λειτουργική καί πρωτότυπη ἀνθρωπιστική του δράση, εἶναι ἡ μεγάλη παρακαταθήκη πού μᾶς ἄφησε. Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία τήν 1ην Ἰανουαρίου. Ἀπό τό 1081 μ.Χ. ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ἰωάννης Μαυρόπους (ὁ ἀπό Εὐχαϊτῶν) θέσπισε ἕναν κοινό ἑορτασμό τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου καί Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, στίς 30 Ἰανουαρίου, ὡς προστατῶν τῶν γραμμάτων καί τῆς παιδείας.

Μέ σοφία, στό ἀπολυτίκιο του ἀναφέρεται ἡ φράση «... τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας...». Καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στόν Ἐπιτάφιο γιά τόν καλό καί Μέγα φίλο του Ἅγιο Βασίλειο, ἀποδίδει σ' αὐτόν, μέ τήν ποιητική καί βαθιά στοχαστική ματιά του, τό χαρακτηρισμό «παιδαγωγός τῆς νεότητος»

Ὁ Μ. Βασίλειος, ἐκτός τῶν ἄλλων θαυμάσιων καί Θείας ἐμπνεύσεως ἔργων του, ἔγραψε καί τήν ἐκτενή καί κατανυκτική Θεία Λειτουργία, πού, μετά τήν ἐπικράτηση τῆς συντομότερης Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τελεῖται 10 φορές τό χρόνο:
τήν 1η Ἰανουαρίου (ὅπου γιορτάζεται καί ἡ μνήμη του),
τίς πρῶτες πέντε Κυριακές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς,
τίς παραμονές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων,
τήν Μ. Πέμπτη καί τό Μ. Σάββατο.


Λίγα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου
Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης

Ὅταν ὁ Ἰουλιανός ὁ παραβάτης, ὁ ἀσεβής καί διώκτης τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νά πάει στήν Περσία νά πολεμήσει πέρασε κοντά ἀπό τήν Καισαρεία. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γνωρίζοντάς τον ἀπό τήν Ἀθήνα ὅπου ἦταν συμφοιτητές πῆγε μαζί μέ τόν λαό νά τόν τιμήσει. Ὁ Ἰουλιανός ἀπαίτησε νά τοῦ δωρίσει, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος δέν εἶχε τίποτε ἄλλο, τρεῖς ἀπό τούς κριθαρένιους ἄρτους του. Ὁ Ἅγιος τό ἔκανε καί ὁ Ἰουλιανός διέταξε τούς ὑπηρέτες νά ἀνταμείψουν τή δωρεά καί νά δώσουν χόρτο ἀπό τό λειβάδι. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος βλέποντας τήν καταφρόνηση τοῦ βασιλιᾶ τοῦ εἶπε «ἐμεῖς, βασιλιᾶ ὅτι μᾶς ζήτησες ἀπό κεῖνο πού τρῶμε σοῦ τό προσφέραμε κι ἐσύ μᾶς ἀντάμειψες ἀπό κεῖνο πού τρῶς». Τότε ὁ Ἰουλιανός θύμωσε πάρα πολύ καί ἀπείλησε, ὅτι ὅταν θά ἐπιστρέψει ἀπό τήν Περσία νικητής, θά κάψει τήν πόλη καί τόν λαό θά τούς πάρει δούλους. Ὅσο γιά τόν ἴδιο τόν Ἅγιο Βασίλειο θά τόν ἀνταμείψει ὅπως πρέπει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὅταν πῆγε στήν πόλη ζήτησε ἀπό τό λαό νά μαζέψουν ὅτι πολύτιμο εἶχαν καί νά τό ἀποθηκεύσουν κάπου ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὁ φιλοχρήματος Ἰουλιανός γιά νά τοῦ τό προσφέρουν. Ἴσως κι ἔτσι κατευνάσουν τήν ὀργή του.

Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἐπιστρέφει ὁ ἄφρων βασιλιάς, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ζήτησε ἀπό τούς πολίτες νά προσευχηθοῦν καί νά νηστεύσουν τρεῖς μέρες. Μετά ὅλοι μαζί ἀνέβηκαν στό δίδυμον ὄρος τῆς Καισαρείας ὅπου στή μία ἀπό τίς δύο κορυφές ἦταν ὁ ναός τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐκεῖ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος εἶδε σέ ὀπτασία, μία μεγάλη οὐράνια στρατιά, νά κυκλώνει τό ὄρος καί στή μέση νά κάθεται σέ θρόνο μία γυναίκα (ἡ Παναγία) καί νά δοξάζεται, ἡ ὁποία γυναίκα εἶπε στούς ἀγγέλους νά τῆς φέρουν τόν Μερκούριο γιά νά φονεύσει τόν Ἰουλιανό, τόν ἐχθρό του υἱοῦ της. Ἔπειτα εἶδε τόν Μάρτυρα Μερκούριο νά φθάνει ὁπλισμένος μπροστά στήν βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων κι ὅταν ἐκείνη τόν πρόσταξε αὐτός νά φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τόν Ἅγιο Βασίλειο καί τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο πού ἦταν γραμμένη ὅλη ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως κι ἔπειτα τοῦ ἀνθρώπου. Στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου ἦταν ἡ ἐπιγραφή «Εἶπε» καί στό τέλος τοῦ βιβλίου ἐκεῖ πού ἔγραφε γιά τήν πλάση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ ἐπιγραφή «Τέλος». Μόλις εἶδε τήν ὀπτασία αὐτή ὁ Ἅγιος ξύπνησε.

Τό νόημα τῆς ὀπτασίας τοῦ βιβλίου, ἦταν ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔγραψε, ὄντως, ἑρμηνεία στήν Ἑξαήμερον τοῦ Μωϋσέως στήν ὁποία διηγεῖται, πῶς ὁ Θεός ἐποίησε τόν οὐρανό, τήν γῆ, τόν ἥλιο, τήν σελήνη, τή θάλασσα, τά ζῶα καί ὅλα τά αἰσθητά κτίσματα. Ὅταν ὅμως, ἔμελλε νά γράψει καί γιά τήν ἕβδομη ἡμέρα κατά τήν ὁποία ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, τότε ὁ Μέγας αὐτός Ἅγιος ἄφησε τήν τελευταία του πνοή στή γῆ καί πῆγε στούς οὐρανούς νά συναντήσει τόν Κύριόν του πού μέ δύναμη ἀγάπησε καί πού γι' Αὐτόν μέσα σέ πολύ σύντομο διάστημα πού ἔζησε ἔπραξε τόσα πολλά καί τόσο μεγάλα. Τό ἔργο του συμπλήρωσε κατόπιν ὁ ἀδελφός του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νύσσης, πού ἔγραψε γιά τήν ἕβδομη ἡμέρα τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν ὁ Ἅγιος εἶδε τήν ὀπτασία, πῆγε στήν πόλη μέ μερικούς κληρικούς, στό Ναό τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, ὅπου μή βρίσκοντας τό λείψανο τοῦ Ἁγίου καί τά ὅπλα του πού φυλάσσονταν στόν Ναό ἕναν αἰώνα ἀφότου μαρτύρησε ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Βαλεριανοῦ καί Βαλερίου, κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ κι ἔτρεξε ἀμέσως στό λαό νά τούς εἰδοποιήσει ὅτι ὁ ἄφρων Ἰουλιανός φονεύθηκε.

Βλέποντας τό θαῦμα οἱ Χριστιανοί καί τήν παρρησία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δέν θέλησαν νά πάρουν πίσω τήν περιουσία πού εἶχαν ἀποθηκεύσει γιά τόν τύραννο Ἰουλιανό. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ τούς ἐπαίνεσε γιά τήν πράξη τους, τό ἕνα τρίτο τοῦ ποσοῦ τούς τό ἔδωσε καί τά ὑπόλοιπο ποσό τό διέθεσε γιά νά κτίσουν πτωχοτροφεῖα, ξενοδοχεῖα, νοσοκομεῖα, γηροτροφεῖα καί ὀρφανοτροφεῖα.


Οὐάλης

Μετά τόν Ἰουλιανό τόν παραβάτη, βασίλευσε ὁ θεοσεβής Ἰοβιανός μόνο γιά ἕνα χρόνο καί κατόπιν τή βασιλεία παρέλαβαν ὁ Οὐαλεντιανός καί ὁ ἀδελφός του Οὐάλης πού ἦταν αἱρετικός, ὀπαδός τοῦ Ἀρειανισμοῦ καί διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Οὐάλης ἀφοῦ πῆρε μέ τό μέρος του ὅλους τοὺς ἐπισκόπους, θέλησε νά κάμψει καί τόν Μέγα Βασίλειο πού ἔμαθε ὅτι ἦταν ἀνένδοτος. Ἔστειλε δύο δικούς του ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μέ ἀπειλές προσπάθησαν νά ἀποδεχθεῖ ὁ Ἅγιος τίς αἱρετικές καί βλάσφημες δοξασίες τοῦ Ἀρείου. Ὁ ἕνας, μάλιστα ὁ ἄρχοντας Μόδεστος ἀφοῦ γύρισε ἄπραγος στόν βασιλιά τοῦ εἶπε ὅτι, εὐκολότερο εἶναι νά μαλακώσει κανείς τό σίδηρο παρά τήν γνώμη τοῦ Βασιλείου. Ἀκούγοντας αὐτά ὁ βασιλιάς Οὐάλης θέλησε νά πάει ὁ ἴδιος στόν Μέγα Βασίλειο. Αὐτό καί ἔκανε. Ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτή τῶν Θεοφανείων, ὅταν ἔφθασε ὁ βασιλιάς στόν Ναό. Ἐκεῖ εἶδε τήν τάξη καί τήν ἡσυχία τῶν Χριστιανῶν πού παρακολουθοῦσαν, τόν Ἅγιο Βασίλειο νά τούς διδάσκει, σεμνός, ἀπέριττος, μέ λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία καί χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ βασιλιάς ἔδειξε νά μετανιώνει κι ἀφοῦ μίλησε μέ τόν Ἅγιο, ἔφυγε.

Οἱ Ἀρειανοί Ἀρχιερεῖς, ὅμως καί πάλι μετέβαλαν τή γνώμη τοῦ βασιλιᾶ καί τόν ἔπεισαν νά ἐξορίσει τόν Ἅγιο. Ὅρισε τότε ὁ βασιλιάς νά συντάξουν ἕνα κείμενο μέ τήν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου. ‘Ομως, βλέποντας ὅτι τό χέρι ἐκείνου πού θά ἔγραφε τήν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας, ξεράθηκε καί τό ἴδιο του τό παιδί ἀρρώστησε βαριά, κάλεσε τόν Ἅγιο νά προσευχηθεῖ. Καί κεῖνος μόνο πού εἶδε τό παιδί τό ἴασε. Καί τόν Μόδεστο, ἀκόμη γιάτρευσε πού καί κεῖνος κινδύνευε νά πεθάνει. Αὐτά εἶδε ὁ βασιλιάς καί γύρισε στό θρόνο του.

Ὁ βασιλιάς Οὐάλης ἀργότερα, θέλησε νά χωρίσει τήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας σέ δύο ἐπαρχίες, μέ ἕδρα τήν Καισάρεια στή μία καί τά Τύανα στήν ἄλλη. Οἱ ἐπίσκοποι αἱρετικοί ὅπως ἦταν βρῆκαν εὐκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικοῦσαν μέ τόν Ἅγιο Βασίλειο νά χωρίσουν καί τίς Μητροπόλεις σέ δύο, ὁρίζοντας δική τους Μητροπολίτη στά Τύανα. Τότε ὁ Ἅγιος μέ ταπείνωση τούς εἶπε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ὑποχρέωση νά ἀκολουθεῖ τήν βασιλεία, ἀλλά ἡ βασιλεία τήν Ἐκκλησία, οὔτε εἶναι πρέπον νά χωρίζουν οἱ Μητροπολίτες, οἱ μιμητές τοῦ Χριστοῦ ἐπειδή χώρισαν οἱ ἔπαρχοι. Δέν τόν ἄκουσαν ὅμως οἱ ἐπίσκοποι καί ὅρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Ἄνθιμον. Κι ὄχι μόνο αὐτό ἀλλά ἔκλεψαν καί κάποια κτήματα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ὀρέστου πού ἦταν στή δικαιοδοσία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὁ Ἅγιος ὡς μιμητής Χριστοῦ, εἰρήνευσε καί ἀρκέσθηκε στήν ἐπαρχία τῆς Καισαρείας. Βλέποντας ὁ Θεός τήν ὑπομονή του, σύντομα τιμώρησε τόν Μητροπολίτη Τυάνων Ἄνθιμον καί ἑνώθηκαν καί πάλι οἱ ἐπαρχίες. Τότε εἶναι καθώς λένε ὅτι χειροτόνησε ὁ Ἅγιος Βασίλειος τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο Ἐπίσκοπο στά Σάσιμα.

Ἀργότερα πάλι, μέ περίσσιο θράσος οἱ Ἀρειανοί ἐπίσκοποι καί μέ τήν ἄδεια τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλη ἐκδίωξαν τόν Ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα τῆς Νίκαιας καί τούς Χριστιανούς τῆς πόλης καί κατέλαβαν τόν Μητροπολιτικό Ναό. Τότε ἔδρασε γι' ἄλλη μιὰ φορά ὁ Μέγας αὐτός Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἀφοῦ πῆρε τήν ἄδεια τοῦ βασιλιᾶ νά διευθετήσει ὅπως αὐτός ἤθελε μέ τόν τρόπο του, ἀρκεῖ νά εἶναι δίκαιος καί γιά τά δύο μέρη, ἔφθασε στή Νίκαια καί εἶπε νά σφραγίσουν τόν Ναό καί οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ἀρειανοί καί ἀφοῦ προσευχηθοῦν πρῶτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Ἀρείου, ἐάν ἀνοίξουν οἱ πύλες νά πάρουν αὐτοί τόν Ναό, ἐάν ὅμως ὄχι νά προσευχηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καί ἐάν ἀνοίξουν οἱ πύλες νά τούς δοθεῖ καί πάλι ὁ Ναός ἐάν ὄχι νά πάει στούς Ἀρειανούς. Συμφώνησαν ὅλοι καί περισσότερο οἱ Ἀρειανοί ἀφοῦ πλεονεκτοῦσαν στή περίπτωση πού δέν ἄνοιγαν οἱ πύλες. Ἔτσι κι ἔγινε. Προσευχήθηκαν πρῶτα οἱ Ἀρειανοί, γιά τρεῖς ἡμέρες. Πῶς νά τούς ἀκούσει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτοί τόν ὑβρίζουν; Οἱ πύλες καί βέβαια ἔμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι μέ τόν Ἅγιο Βασίλειο στό Ναό τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, πού ἦταν κοντά στόν Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος μέ ὅλο τό πλῆθος τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πῆγαν στό Μητροπολιτικό Ναό καί ὅταν ἀκούσθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος νά λέει «Εὐλογητός ὁ Θεός τῶν Χριστιανῶν εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων», ἔσπασαν οἱ μοχλοί καί οἱ κλειδαριές καί οἱ πύλες ἄνοιξαν. Μετά ἀπό αὐτό τό θαῦμα ὁ Ναός ἐπανῆλθε στούς Ὀρθοδόξους καί πολλοί ἀπό τούς πιστούς τοῦ Ἀρείου ἔγιναν Ὀρθόδοξοι.


Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος

Μαθαίνοντας ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τόν Θεό νά τοῦ ἀποκαλύψει ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος. Εἶδε τότε στήλη πυρός πού ἔφθανε μέχρι τόν οὐρανό καί ἄκουσε μία φωνή νά λέει «Ἐφραίμ, Ἐφραίμ, καθώς τήν πυρίνην ταύτην στήλην, τοιοῦτος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα ἔφυγε ἀπό τήν ἔρημο παίρνοντας μαζί του ἕνα διερμηνέα πού νά μιλάει τήν Ἑλληνική καί Συριακή γλώσσα καί πῆγε νά βρεῖ τόν Ἅγιο Βασίλειο. Ἔφθασε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ὅταν τήν ὥρα ἐκείνη λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος καί βλέποντας ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ τά λαμπρά καί πολύτιμα ἄμφια τά ὁποῖα φοροῦσε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, θέλησε νά φύγει γιατί νόμιζε ὅτι μάταια πῆγε. Τότε ἔστειλε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἕνα διάκονο νά βρεῖ στή δυτική πύλη τόν Ὅσιο Ἐφραίμ καί νά τόν φέρει στό ἱερό. Ὁ Ὅσιος δέν θέλησε νά πάει λέγοντας στόν διάκονο, ὅτι μᾶλλον πλανήθηκε ὁ Ἀρχιερέας, γιατί αὐτοί εἶναι ξένοι. Ἔστειλε πάλι τόν διάκονο ὁ Ἅγιος Βασίλειος λέγοντάς του νά τοῦ πεῖ «Κύριε Ἐφραίμ, ἐλθέ εἰς τό Ἅγιον Βῆμα, διότι σέ καλεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε ἔτσι ὁ Ὅσιος ὅτι στήλη πυρός ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος καί πῆγε στό Ἅγιο Βῆμα καί ἀφοῦ τόν ἀσπάσθηκε συνομίλησε μαζί του γιά πνευματικά θέματα καί θεία νοήματα.

Μία χάρη σοῦ ζητῶ, Ἅγιε Δέσποτα τοῦ εἶπε μέσω τοῦ διερμηνέα του ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ, νά προσευχηθεῖς στόν Κύριό μας νά μοῦ χαρίσει τό Πανάγιο Πνεῦμα τήν δύναμη νά μιλήσω Ἑλληνικά. Προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος μαζί μέ τόν Ὅσιο Ἐφραίμ καί νά τό θαῦμα. Ὁ Ὅσιος πραγματικά μίλησε Ἑλληνικά. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐχειροτόνησε τόν Ὅσιο Ἐφραίμ Ἱερέα καί τόν διερμηνέα του Διάκονο.


Μιμητής Χριστοῦ

Ὅταν κάποτε παρατήρησε τόν τοπικό ἄρχοντα γιά μία ἀδικία πού ἔκανε σέ μία χήρα γυναίκα, κι ἀφοῦ ὁ ἄρχοντας δέν συμμορφώθηκε, ἀναγκάσθηκε ὁ Ἅγιος νά τοῦ πεῖ, ὅτι ὅπως ἔμενε ἀσυγκίνητος στίς ἐκκλήσεις αὐτῆς τῆς ἀδικημένης γυναίκας ἔτσι κάποιοι θά μένουν ἀσυγκίνητοι ὅταν αὐτός ὁ ἴδιος θά ἔχει τήν ἀνάγκη τους. Ἔτσι ἔγινε ὅταν ὁ βασιλιάς τοῦ ἔδειξε τήν ὀργή του, ὁδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οἱ στρατιῶτες του στίς πόλεις γιά νά πληρώσει τίς ἀδικίες πού εἶχε κάνει. Τότε κατάλαβε τήν πρόρρηση τοῦ ἁγίου καί παρακάλεσε τόν Ἅγιο Βασίλειο καί τόν Θεό νά τόν λυπηθεῖ. Ὁ ἀμνησίκακος Ἅγιος προσευχόμενος στόν Θεό καί μόνο μέ τήν εὐχή του ἠρέμησε τό βασιλιᾶ καί μετά ἀπό ἕξι μέρες ἀφ' ὅτου ὁ δυστυχής ἄρχοντας παρακάλεσε τόν Ἅγιο Βασίλειο ἔφθασε γράμμα ἀπό τό βασιλιᾶ ὅπου τόν ἐλευθέρωνε. Μ' αὐτό τόν τρόπο συνετίσθηκε ὁ ἄρχοντας κι ἀναγνώρισε τήν καλωσύνη τοῦ Ἁγίου τόν ὁποῖο κι εὐχαρίσθησε. Καί στή γυναίκα πού εἶχε ἀδικήσει ἔδωσε διπλάσιο τό ποσό.

Πρός τό τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στήν Ἐκκλησία, μία ἁμαρτωλή γυναίκα ἔπεσε στά πόδια του ρίχνοντας ἕνα γράμμα στό ὁποῖο ἔγραψε τίς ἁμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν ἡ ἴδια νά τίς ξεστομίσει καί κλαίγοντας παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο νά τό διαβάσει καί νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες της. Ὁ Ἅγιος τήν παρηγόρησε, καί εἶπε ὅτι μόνο ὁ Κύριος συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, ὅπως ἦταν, κρατοῦσε τό γράμμα σ' ὅλη τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Στό τέλος κάλεσε τή γυναίκα καί τῆς ἐπέστρεψε τό γράμμα. Ἐκείνη μόλις τό ἄνοιξε δέν βρῆκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ἕνα σημεῖο ὅπου ἀναφέρει ἕνα θανάσιμο ἁμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τόν παρακαλοῦσε νά τήν λυπηθεῖ καί νά προσευχηθεῖ καί πάλι στό Θεό νά τή συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τότε τῆς εἶπε νά πάει ἀμέσως στήν ἔρημο νά βρεῖ τόν Ὅσιο Ἐφραίμ καί νά δεηθεῖ αὐτός, στόν Θεό γιά τό ἁμάρτημά της. Ἡ γυναίκα χωρίς νά χρονοτριβήσει μέ τήν εὐχή τοῦ Ἁγίου πῆγε ἀμέσως στήν ἔρημο. Ἐκεῖ βρῆκε τόν Ὅσιο Ἐφραίμ κι ἀφοῦ τοῦ διηγήθηκε τήν ἱστορία της, τόν παρακάλεσε θερμά.

Ὁ Ὅσιος ὅμως τῆς ἀρνήθηκε, λέγοντάς της νά πάει στόν Ἅγιο Βασίλειο ὅπου οἱ δικές του δεήσεις ἔσβησαν τίς ἁμαρτίες της ἔτσι αὐτός πάλι μπορεῖ νά δεηθεῖ στόν Κύριο καί γιά τή μία ἁμαρτία πού ἔμεινε. Νά τό κάνει σύντομα ὅμως γιατί ὁ Ἅγιος σέ λίγο πεθαίνει. Ἐκείνη μόλις τό ἄκουσε ἔφυγε τρέχοντας νά προλάβει ζωντανό τόν Ἅγιο. Ὅταν ἔφθασε, ὅμως ἡ δύστυχη βρῆκε τό φέρετρό του καί πλῆθος κόσμου πάνω του. Ἔκλαιγε καί φώναζε, ρίχνοντας τό γράμμα στά πόδια τοῦ Ἁγίου εἶπε σέ ὅλους τήν ἱστορία. Κλαίγοντας ἔλεγε ὅτι ὁ Ἅγιος μποροῦσε νά δεηθεῖ καί γι' αὐτή τήν ἁμαρτία ἀλλά τήν ἔστειλε σέ ἄλλον. Ἕνας Ἱερέας τότε θέλησε νά δεῖ στό γράμμα γιά ποιά ἁμαρτία μιλοῦσε ἡ γυναίκα. Καί τότε νά τό θαῦμα. Δέν ὑπῆρχε στό γράμμα τίποτε γραμμένο.

Κατά τήν τελευταία μέρα πάλι τῆς ζωῆς του ὁ Ἅγιος καί Μέγας Βασίλειος ἔκανε Χριστιανό τόν Ἑβραῖο γιατρό καί φίλο του Ἰωσήφ καθώς καί ὅλη του τήν οἰκογένεια μέ θαυμαστό τρόπο. Ἀφοῦ ὁ γιατρός τόν ἐπισκέφθηκε, ρώτησε ὁ Ἅγιος νά τοῦ πεῖ πόσες ὧρες τοῦ μένουν. Αὐτός πιάνοντας τόν σφυγμό του, τοῦ εἶπε ὅτι μένουν λίγες ὧρες, κι ὅτι στή δύση τοῦ ἡλίου θά πεθάνει. Ὁ Ἅγιος τότε τοῦ εἶπε ὅτι ἄν ζήσει μέχρι τήν ἑπόμενη ἡμέρα τί θά κάνει. Ὁ Ἰωσήφ τοῦ εἶπε ὅτι ἄν συμβεῖ κάτι τέτοιο νά πεθάνει ὁ ἴδιος. Καλά τό λές τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος νά πεθάνεις τήν ἁμαρτία καί νά ζήσεις ἐν Χριστῷ. Δέχθηκε ὁ Ἰωσήφ γιατί ἦταν ἀδύνατο μέ τούς φυσικούς νόμους νά συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἑβραῖος, προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στόν Θεό νά τοῦ παρατείνει τή ζωή καί γιά νά δώσει τήν πραγματική ζωή στό φίλο του Ἰωσήφ καί στήν οἰκογένειά του καί γιά νά προλάβει νά ἔρθει ἐκείνη ἡ δυστυχισμένη γυναίκα, πού ἔστειλε στήν ἔρημο στόν Ὅσιο Ἐφραίμ. Ὁ Θεός ἄκουσε τή δέηση τοῦ ἀγαπημένου δούλου του. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα τό πρωΐ ζήτησε νά τοῦ φέρουν τόν Ἑβραῖο γιατρό. Ἐκεῖνος ἀμέσως πῆγε στό σπίτι τοῦ Ἁγίου νομίζοντας ὅτι θά τόν βρεῖ νεκρό. Βλέποντας ὅμως ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ζωντανός χωρίς κἄν σφυγμό καί ζωή στίς φλέβες του ἔπεσε στά πόδια του κι ἀναγνώρισε τόν ἀληθινό Θεό καί Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστό. Σέ λίγο ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος βάπτισε τόν Ἰωσήφ μέ τό ὄνομα Ἰωάννη καί ὅλη του τήν οἰκογένεια.

Γύρω στίς δέκα ρώτησε πάλι ὁ Ἅγιος τόν φίλο του «Κύριε Ἰωάννη πότε θά πεθάνω;» κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε «ὅταν ὁρίσεις ἐσύ Δέσποτα»


Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

Κατανοώντας ὁ Ἅγιος Βασίλειος τά προβλήματα πού εἶχαν δημιουργηθεῖ καί στόν κλῆρο καί στό λαό, νά παρακολουθήσουν τήν μακρά Θεία Λειτουργία καί τίς εὐχές πρός τόν Θεό, στήν ὅλη ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, παρακάλεσε τόν Κύριο μέ νηστεία καί προσευχή νά τοῦ φανερώσει τόν τρόπο νά βοηθήσει τούς πιστούς. Ὁ τρόπος, θαυμαστός, ὅπως μόνο σέ ἕναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα καί Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας θά ταιρίαζε. Σέ ὀπτασία, λοιπόν, εἶδε ὁ Ἅγιος, ὁ σοφότατος Βασίλειος, τόν Κύριο μέ τούς Ἀποστόλους, νά τελεῖ τήν Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τίς εὐχές ὄχι ὅπως ἀκριβῶς εἶναι γραμμένες στή Θεία λειτουργία τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου, ἀλλά συντετμημένες μέ τέτοιο τρόπο, ὅπως τίς συνέθεσε κατόπιν ὁ Ἅγιος στή Θεία Λειτουργία του. 

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΕΣ του Αρχιμανδρίτη Εφραίμ Γ. Τριανταφυλλοπούλου


ΒΑΘΥΤΕΡΟΙ  ΛΟΓΟΙ  ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ
ΤΗΣ  ΠΑΛΑΙΑΣ  ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ:
ΠΑΛΑΙΑ  ΔΙΑΘΗΚΗ  ΚΑΙ  ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΕΣ
του Αρχιμανδρίτη Εφραίμ Γ. Τριανταφυλλοπούλου
Ιεροκήρυκα Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης
Εντεταλμένου επί θεμάτων αιρέσεων

Επεξεργασμένο κείμενο ομιλίας σε δύο μέρη που δόθηκαν στις Ιερατικές συνάξεις
 της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης κατά την περίοδο Μαρτίου - Μαΐου 2004.


Η Παλαιά Διαθήκη υποτιμάται και από χριστιανούς και από μη χριστιανούς. Το λάθος βρίσκεται στο ότι την ερμηνεύουμε ιστορικά και ηθικά και όχι θεολογικά με αποτέλεσμα να επέρχεται σύγχυση και σκανδαλισμός. Την υποτιμούμε λοιπόν διότι:
Δεν βλέπουμε σ' αυτήν τον άσαρκο -ακόμη- Ιησού Χριστό.
Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι ένα βιβλίο πού λέει την Ιστορία των Εβραίων, αλλά ένα Ιερότατο βιβλίο πού μιλάει για τον Ιησού Χριστό. Παρουσιάζει τον Χριστό, έχει θεοφάνειές Του, μιλάει για δικαίους, πατριάρχες, προφήτες, πού είχαν θεοπτίες του Ιησού Χριστού, του δευτέρου εκ των προσώπων της Αγίας Τριάδος και αναφέρει τις θεοπτίες τους αυτές. Το να την παρουσιάζουμε να μας μιλάει για ένα Θεό οργισμένο και κεραυνοβολούντα είναι αιρετική απόκλιση μάλιστα γνωστική, μαρκιωνιστική ακριβέστερα, διότι κυρίως οι γνωστικοί μιλούσαν για καλό και κακό Θεό.
Η Παλαιά Διαθήκη λοιπόν είναι βιβλίο δράσεως του Ιησού Χριστού πριν ακόμη σαρκωθεί, ο Όποιος εμφανιζόταν μεταξύ των ανθρώπων ως άσαρκος Υιός του Θεού, σαν να βιαζόταν να λάβει σάρκα και να μας συναντήσει. Καταχρηστικώς βέβαια μιλάμε για Ιησού Χριστό πριν τη σάρκωση Του γιατί «ότε γέγονεν σαρξ ο Λόγος, τότε και ωνομάσθαι λέγομεν αυτόν Χριστόν Ιησούν»10. Στην Παλαιά Διαθήκη εμφανίζεται με την έκφραση «ο άγγελος του Κυρίου» (MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ στο εβραϊκό) ένα μυστηριώδες πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται ως Θεός και ονομάζεται ενίοτε ρητώς «Γιαχβέ».
Στην παλαιά μελέτη του με τίτλο «MAL’ ΑΚ-JΑΗVΕ», ο καθηγητής Βασίλειος Βέλλας έχοντας υπόψη βασικά πατερικά κείμενα, αποδεικνύει ότι ο εμφανιζόμενος ως άγγελος Κυρίου είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Πατρός11. Αυτός στο (Ήσ. 9,6) ονομάζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», στο δε (Μαλ. 3,1) χαρακτηρίζεται ως ο «άγγελος της διαθήκης». «Άγγελος» επειδή μας ανήγγειλε την «πατρικήν βουλήν κατά την αυτού φωνήν» λέει ο Θεοδώρητος12.
Πρόκειται περί προσώπου της Θεότητας αφού το πρόσωπο αυτό ονομάζεται «Γιαχβέ». Ας δούμε το (Γεν. 22,11-12). Ο άγγελος του Κυρίου λέει στον Αβραάμ: «Αβραάμ, ... νυν έγνων ότι φόβη συ τον Θεόν και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι' εμέ». Δηλαδή εδώ ο άγγελος και διακρίνεται από το Θεό αλλά και ταυτίζεται. Μία η ουσία, διαφορετικές οι υποστάσεις. Ο Αβραάμ εδώ λοιπόν είχε θεοπτία! Είδε τον άσαρκο -ακόμη- Υιό του Θεού! Γι' αυτό και ο Κύριος είπε σχετικά μ' αυτό το γεγονός: «Αβραάμ ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν και εΐδε και εχάρη»! (Ιωάν. 8,56).
Ο Ιακώβ όταν ετοιμάζεται να φύγει από τη Μεσοποταμία είπε: «είπε μοι ο άγγελος του Θεού καθ' ύπνον, εγώ ειμί ο Θεός, ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού». (Γεν.31,11).
Άλλη θεοφάνεια του αγγέλου του Κυρίου έχουμε στο (Εξ. 3,2-21) οπού ο Μωυσής βρίσκεται ενώπιον της φλεγόμενης και μη καιομένης βάτου: «Ώφθη δε αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός και είπεν: εγώ ειμί ο Θεός του πατρός σου...». Άλλες θεοφάνειες βλ. Ίησ. Ν. 5,13-15, Κριτ. 2,1-5.
Άλλα ενώ οι άγιοι Πατέρες μας ομόφωνα συμφωνούν ότι ο άγγελος του Κυρίου πού εμφανίζεται είναι ο άκτιστος Λόγος του Θεού -άσαρκος- ο Ιερός Αυγουστίνος ερμηνεύει λανθασμένα ότι πρόκειται για κτιστό άγγελο. Το λάθος του είναι ότι δεν έκανε διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό κι επομένως αν ο άγγελος ήταν άκτιστος, αυτό θα σήμαινε για τον Ι. Αυγουστίνο φανέρωση της θείας ουσίας, όπερ άτοπον. Η ερμηνεία αυτή αποτελεί τη βάση της θεολογίας των φραγκολατίνων με συνακόλουθη υποτίμηση της Παλαιάς Διαθήκης, αφού αυτή πια ερμηνεύεται ηθικολογικά.
Εμείς οι Ορθόδοξοι την ερμηνεύουμε θεολογικά - χριστολογικά. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Α περί του Πατρός Μωυσής λέγει, Παύλος εις τον Υιόν εκλαμβάνει, πολλήν την ισότητα δεικνύς»13.
Η Παλαιά Διαθήκη στα α' και β' κεφάλαια της Γένεσης μιλάει για το Χριστό ως Δημιουργό του κόσμου, γιατί «πάντα δι' αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν». (Ίωάν. 1,3) και «εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα». (Κολ. 1,16). Ο προφήτης Βαρούχ πάλι, παρουσιάζοντας το Θεό ως νομοθέτη στο Σινά, λέει: «εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ» και στον επόμενο στίχο: «μετά ταύτα επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (3, 37-38), δηλαδή ο Θεός είναι ο Χριστός μας!
Σχολιάζοντας ο απ. Παύλος το (Εξ. 17,5-6) και (Αριθμ. 20,7-11) οπού ο Μωυσής χτυπάει με τη ράβδο του την πέτρα, τον βράχο και πίνει νερό ο λαός, κάμει χριστολογική ερμηνεία: «έπινον εκ της πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, ή δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α' Κορ. 10,1-4).
Ενώ η Παλαιά Διαθήκη λέει ότι οι Ισραηλίτες στην έρημο επείρασαν τον Γιαχβέ και περιέπεσαν σε ποικίλους πειρασμούς (Ταλ. 77,18-20), ο απ. Παύλος λέει ότι έπείρασαν τον Χριστό και «υπό των όφεων απώλοντο» (Α' Κορ. 10,1-4). Άρα ο Γιαχβέ είναι ο Χριστός.
Ο Χριστός μας λοιπόν ασάρκως φανερούται στην Παλαιά Διαθήκη και ενσάρκως στην Καινή. Όπως λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «και προ της παρουσίας της ενσάρκου πάντα αυτός (ο Χριστός) ωκονόμει και πάντα αυτός έπραττε, νομοθετών, προνόων, κηδόμενος, ευεργετών»14. Και άλλου: «δυο διαθήκαι και δυο παιδίσκαι και δυο άδελφαί τον ένα Δεσπότην δορυφορούσιν. Κύριος παρά προφήταις καταγγέλεται, Χριστός εν Καινή κηρύσσεται... ουκ εσβέσθη τα παλαιά, ηρμηνεύθη γαρ εν τη Καινή»15. Και άλλου πιο όμορφα: «...και εν τη Παλαιά προηγείται νόμος και ακολουθούσιν προφήται, και εν τη Καινή... προηγείται το Ευαγγέλιο και ακολουθούσιν απόστολοι»16.
Υποτιμούμε λοιπόν εν πρώτοις και οι εντός της Εκκλησίας την Παλαιά Διαθήκη γιατί δεν την ερμηνεύουμε χριστολογικά, κατ επίδραση αυγουστίνεια φραγκολατινική, εκτός πού ερμηνεύουμε νομικά το προπατορικό αμάρτημα όπως οι λατίνοι, σαν ένοχη δηλαδή του Αδάμ η οποία κληρονομείται στους απογόνους του. Συνακόλουθα υποτιμούμε και το λαό της Παλαιάς Διαθήκης.
Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας όμως, οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης ήταν φίλοι του Θεού ακόμη και πριν από την καταλλαγή της σταυρικής θυσίας του Χριστού στο Γολγοθά, γιατί το μυστήριο του Σταυρού ενεργείτο και σ' αυτούς. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει στην ΙΑ' ομιλία του «Εις τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν»17, ότι φίλοι του Θεού υπήρχαν και πριν το Σταυρό, την καταλλαγή επί του Γολγοθά δηλαδή. Αναφέρει για παράδειγμα ο Δαυίδ: «εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός». Πώς οι προ του Σταυρού είναι φίλοι του Θεού; Με τον ίδιο τρόπο πού ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ομιλεί περί του Αντίχριστου σαν να έχει ήδη έρθει: «και νυν αγαπητοί ο αντίχριστος εν τω κοσμώ εστίν ήδη» (Ιωάν. α' 4,3). Έτσι και ο Σταυρός υπήρχε προγενέστερα (πριν το Γολγοθά).
Η πατερική άποψη λοιπόν λέει ότι υπήρχε σωτηρία και στην Παλαιά Διαθήκη δια του αγγέλου του Θεού. Οι σύγχρονοι του αγίου Χρυσοστόμου πολεμώντας την Παλαιά Διαθήκη έλεγαν γι' αυτήν ότι «ουκ εισάγει εις την βασιλείαν». Ο άγιος ο όποιος δεχόταν τη σωτηρία του προ Χριστού κόσμου δια της Παλαιάς Διαθήκης τους άπαντα: «και ο Λάζαρος δε των μεγάλων επάθλων απολαύων, εν τοις εκείνου (Αβραάμ) κόλποις φαίνεται ενδιαιτώμενος. Και πάντες, όσοι μεθ' υπερβολής έλαμψαν εν τη Παλαιά, δια ταύτης έλαμψαν άπαντες»18. Η εις Άδου Κάθοδος βέβαια του Κυρίου μας, τακτοποίησε τα πάντα.
Άλλα και όσα έγιναν στην Παλαιά Διαθήκη, για χάρη του Χριστού έγιναν σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά19: «όταν λοιπόν ο Πατήρ είπε από πάνω για τον κατά σάρκα βαπτιζόμενο -ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα (Ματθ. 3,17)- έδειξε ότι όλα εκείνα πού είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες, ήταν ατελή και δεν ειπώθηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το κυρίως θέλημα του Θεού, αλλά απέβλεπαν στον παρόντα σκοπό, στον ίδιο τον Χριστό και με αυτά πού τώρα γίνονται τελειοπούνται και τα παλαιά εκείνα. Μα γιατί περιορίζομαι μόνο στις προφητείες, νομοθεσίες, επαγγελίες, υιοθεσίες; Και η ίδια η δημιουργία του κόσμου, στο Χριστό απέβλεπε, ο οποίος τώρα κάτω βαπτίζεται ως υιός ανθρώπου, από πάνω όμως μαρτυρείται ως μόνος αγαπητός Υιός Θεού από τον οποίο έγιναν τα πάντα και για τον οποίο έγιναν τα πάντα, όπως λέγει και ο Απόστολος (Εβρ. 2,10). Συνεπώς και η εξαρχής δημιουργία του ανθρώπου γι' Αυτόν έγινε, για το Χριστό, και γι' αυτό ο Αδάμ πλάστηκε κατ' εικόνα του Θεού, για να μπορέσει κάποτε να χωρέσει το αρχέτυπο. Άλλα και ο νόμος της υπακοής (με τον καρπό στον Παράδεισο), γι' Αυτόν δόθηκε, πού έκανε τέλεια υπακοή. Αλλιώς δε θα χρειαζόταν ο νόμος της υπακοής στον Παράδεισο, αν δεν επρόκειτο να εφαρμοσθεί ποτέ. Και όλα αυτά πού μετέπειτα ειπώθηκαν από το Θεό κι εκπληρώθηκαν όλα σχεδόν, γι' Αυτόν έγιναν, θα τολμήσω να πω και όλα τα υπερκόσμια, οι άγγελοι και τα αγγελικά τάγματα και οι ουράνιες θεσμοθεσίες έγιναν γι' αυτό το σκοπό, για την κατά σάρκα οικονομία του Θεού Λόγου την οποία υπηρέτησαν από την αρχή ως το τέλος». Δηλαδή με άλλα λόγια, ο άγιος μας λέγει ότι ο Χριστός ως Λόγος του Θεού, είναι η αιτία και ο σκοπός του σύμπαντος κόσμου.
Ο Θεός λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης είναι ένας Θεός αγάπης. [Ως Κύριος Παντοκράτωρ δεν ανέχεται προσκύνηση άλλου Θεού καθώς ρητά τονίζει στις πρώτες εντολές, εκλαμβάνει δε την απιστία και την ειδωλολατρία ως πορνεία: «αρχή πορνείας επίνοια ειδώλων» (Σοφ. Σολ. 14,12) και «επόρνευσαν οπίσω θεών» (Α' Παραλ. 5,25). Παραπονείται, παραπικραίνεται, θέλει μπροστά στην υπέρμετρη αγάπη Του προς τον λαό Του ν' ανταποκρίνονται και οι πιστοί με την ανάλογη προς Αυτόν αγάπη. Αυτό είναι το θέλημα Του, η αποκάλυψη του εαυτού Του και η αντίστοιχη ανταπόκριση του ανθρώπου με την τήρηση των εντολών Του, πράγμα πού μέχρι σήμερα ισχύει. Συνεπώς ο Νόμος Του, η Τορά, δεν είναι μία νομικίστικη δικανική αντίληψη οπού ο άνθρωπος υποχρεώνεται να πειθαρχήσει άβουλα και άνευ ορών, αλλά είναι σχέση αγάπης, ελευθερίας και κοινωνίας μαζί Του αφού ο Θεός είναι φύσει καλός. Ο Νόμος έστω και ατελής καθίσταται «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ. 3,24) και δεν παρερμηνεύεται. Ούτε απορρίπτεται όπως νομίζουν οι Προτεστάντες, ούτε τυποποιείται όπως νομίζουν οι Εβραίοι και οι Παπικοί. Εφαρμογή του Νόμου σημαίνει θεία ζωή και θεοκοινωνία]20.
Είναι γεμάτη σκάνδαλα.
Μερικά απ' αυτά είναι: η διήγηση του Αβραάμ και της Σάρας στην Αίγυπτο (Γεν. 12, 10-20), του Ισαάκ και της Ρεβέκκας στα Γέραρα (Γεν. 20,1-18. 26,1-14), η αιμομιξία του Λωτ με τις θυγατέρες του (Γεν. 19,30-38), η συνεύρεση του Ρουβήμ με τις παλλακίδες του πατέρα του Ιακώβ (Γεν. 35-21), το αίσχος των Σοδομιτών (Γεν. 19,1 κ.έξ.), η σκανδαλώδης συνεύρεση Ιούδα-Θάμαρ (Γεν. 38,1-30). Αναφέρονται επίσης πόλεμοι και φόνοι, η λατρεία δε συνήθως γίνεται με κνίσσα θυσιών.
Η Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο ρεαλιστικό. Ο Θεός μιλάει στον πεσμένο άνθρωπο με τη γλώσσα του: είναι τραχιά λόγια πού απευθύνονται σε ασθενείς και βαρέως αμαρτάνοντας. Οι τότε άνθρωποι είναι ατελείς πνευματικώς σε σχέση με μας. Ο Θεός δέχεται και τη λατρεία τους (με κνίσσες), πράγμα ανάξιο γι' Αυτόν, αλλά «συγκαταβαίνει στην ατέλεια των ανθρώπων των χρόνων εκείνων»21.
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, όταν ερευνούμε τα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, το περιβάλλον και τα δεδομένα της εποχής τους, όχι αυτά της εποχής μας. Η πολυγαμία και η αιμομιξία ήταν νόμιμα και αναπόφευκτα κάποια εποχή. Ισχύει το ανδρικό πολυγαμικό σύστημα και δεν υπάρχει απαγορευτικός νόμος γι' αυτό22. Την πολυγαμία συναντούμε στο γενεαλογικό δένδρο του Κάϊν, αν και συνήθως αποφεύγεται. Την εποχή των Κριτών, αλλάζει η παλιά νομοθεσία. Η διγαμία αναγνωρίζεται ως νομικά σωστό γεγονός, οι βασιλείς διαθέτουν χαρέμι, ενώ οι κοινοί θνητοί έπρεπε να αρκεστούν σε μία ή δυο γυναίκες23. Σε μεταγενέστερη εποχή έχουμε τη μονογαμία, υστέρα την εγκράτεια στο γάμο (Σοφ. Σειρ. 23,6) έπειτα δε, κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης, γίνεται λόγος για παρθενία, ως μία «υπέρ φύση κατάσταση»24.
Η σαρκολατρεία και η ειδωλολατρία όμως, ήταν παράνομες και τότε και σήμερα. Και οι Σοδομίτες καταδικάζονται λόγω παρά φύσιν σχέσεων, και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε (προ του κατακλυσμού) «δια το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6,3). Επομένως οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν θα κριθούν από το Θεό με τα σημερινά δεδομένα.
Ο Αβραάμ αποκρύπτει ότι η όμορφη Σάρα (πού είναι και ετεροθαλής αδελφή του) είναι σύζυγος του, στο Φαραώ και τον Αβιμέλεχ, όχι -φυσικά- για να γίνει... προαγωγός της(!), αλλά από φόβο μήπως τον σκοτώσουν για να του την αρπάξουν, όπως συχνά τότε συνηθιζόταν. Αίτιο λοιπόν είναι ο φόβος του θανάτου, αναφέρει και η Γραφή (Γεν. 20,11-12). Ασχέτως με τη δειλία του θανάτου πού δεν αρέσει στο Θεό, ο Αβραάμ εμφανίζει στον υπέρτατο βαθμό τις αρετές της ξενιτείας και της αμεριμνίας, υπακούοντας δίχως εσωτερικό αντίλογο στην εντολή του Θεού «έξελθε εκ της γης σου... και δεύρο εις γην ην αν σοί δείξω» (Γεν. 12,1). Φεύγει από τη Χαρράν με κατεύθυνση προς το άγνωστο, μαζί με την οικογένεια του (σύζυγο, περιουσία), περιμένοντας με υπομονή την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού περί πλήθους απογόνων -άτεκνος αυτός- προτιμώντας στο τέλος, βυθισμένος σε θεοπτία, να θυσιάσει το γιο του Ισαάκ, χάριν του Θεού.
Η Παλαιά Διαθήκη τα σκάνδαλα τα κατηγορεί, δεν τα επαινεί (Γέν. 19,11 εξ. 34,30), ούτε αποδίδει στο Θεό ασέλγειες και ακατονόμαστες πράξεις, όπως οι αρχαίοι "Έλληνες στους Ολύμπιους θεούς, κάνοντας τους κατόπιν δασκάλους στη μοιχεία, την πορνεία και την παιδεραστία.25 Ας μη όμως σχολιάσουμε τα τεκταινόμενα στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ονομαστά και ακατονόμαστα.


10.Ιω. Δαμασκηνού «Έκδοσις ακριβής περί της Ορθοδόξου Πίστεως» εκδ. ΕΠΕ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ.
11.Άρχιμ. Ιερεμίου Φούντα «Η Παλαιά Διαθήκη πολεμουμένη και απολογουμένη» περιοδ. ΘΥΜΙΑΜΑ, τεύχ. 34, Αθήνα 2003, σελ. 8 κ.ε.
12.Θεοδώρητος Κύρρου «Ερμηνεία κατ' εκλογήν εις τον Ησαΐαν» ΡG 81, 296.
13.Ιω. Χρυσοστόμου «Ομιλία εις τον Η' Ψαλμόν» ΡG 55, 120.
14.Ιω. Χρυσοστόμου « Προς τέ Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις ότι...» ΡG 48, 815.
15.Βλ. παραπ. 8.
16.Ιω. Χρυσοστόμου «Ομιλία Γ περί δημιουργίας του κόσμου» ΡG 56, 433.
17.Γρηγορίου του Παλαμά «ΙΑ' Ομιλία εις τον   Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν» ΕΠΕ 9,281 κ.ε.
18.Ιω. Χρυσοστόμου «Ομιλία XVI   δ'   εις   το κατά Ματθαίον». ΡG 57, 244.
19.Γρηγορίου του Παλαμά «Λόγος εις την εορτήν των Φώτων.» ΕΠΕ, 11,532-537.
20.Βλ. παραπ. 4.
21.Ιω. Χρυσοστόμου, «Ομιλία XVII εις το κατά Ματθαίον» ΡΟ 57,261.
22.Θεοδωρήτου Κύρρου, «Απορία εις την Α' Βασιλειών» έρωτ. β', ΡG 80, 532 ΑΒ.
23.Ι.Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μικροκάστρου «Η εν Χριστώ τελείωση της γυναίκας» σελ. 16.
24.Μεθοδίου Ολύμπου «Συμπόσιον ή περί αγνείας» Λόγος α Π, ΒΕΠ   18, 19.5 εξ.
25.Μέγ. Αθανασίου «Λόγος κατά Ελλήνων» ΒΕΠ 30,40 42.53- Γρηγορίου του θεολόγου «Λόγος προς τον Ιουλιανό περί του αίσχους των Ολυμπίων θεών» ΡG 35, 705.
26.Ιω· Χρυσοστόμου «Ομιλία εις την αποστολικήν ρήσιν» ΡG 51, 286.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...