Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 05, 2014

Ὁμιλία Τελώνου καὶ Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14) + Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος

 
 





Μή λησμονοῦμε τόν ἑαυτό μας

Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα του καί ὁμοίωσή του», πού σημαίνει ὅτι: δέν εἴμαστε οὔτε πέτρες, οὔτε σπουργίτια, οὔτε πρόβατα. Ἀλλά εἴμαστε αἰώνιοι, καί ἔχομε τήν δυνατότητα νά διακρίνομε ἀνάμεσα στό καλό καί στό κακό.

Νά ζοῦμε -καί πρέπει νά ζοῦμε- ποθώντας τό καλό.

Νά ἀγωνιζόμαστε νά φεύγομε ἀπό τό κακό καί νά ἀγαπᾶμε ὅσο περισσότερο μποροῦμε τό καλό.

Γιά νά μᾶς βοηθήσει, μᾶς ἔδωσε νόμο, ὁδηγίες.

Οἱ ὁδηγίες καί οἱ ἐντολές Του, προέρχονται ἀπό ἀγάπη καί στοργή. Ὅπως ὁ κάθε πατέρας ἀπό ἀγάπη καί στοργή συμβουλεύει τά παιδιά του, νά μή καοῦν, νά μή πέσουν, νά μή χτυπήσουν· οὔτε σωματικά, οὔτε ψυχικά, οὔτε κοινωνικά.

Ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας, μᾶς συμβουλεύει συνεχῶς, νά μή πέσομε οὔτε ψυχικά, οὔτε πνευματικά. Καί ποτέ νά μή γίνει κάτι ἀφορμή, νά χάσομε τήν ὁμοιότητα μας μέ Αὐτόν καί τήν αἰώνια ζωή.

Γιατί ἡ χειρότερη ζημία εἶναι νά χάσει κανείς τήν αἰώνια ζωή.

Τί νά τό κάνεις, νά περάσεις ὅσο τό δυνατόν καλύτερα ἐδῶ στή γῆ, ἔστω ἑκατό χρόνια, διασκεδάζοντας, τρώγοντας καί πίνοντας, ἄν πρόκειται νά ζημιωθεῖς τήν ψυχή σου;

Γι’ αὐτό ὁ Θεός, ὁ πατέρας μας, μᾶς λέγει μέ ἀγάπη ὅτι πρέπει συνεχῶς νά ψάχνομε τόν ἑαυτό μας, νά βλέπομε, ὅσο πιό πολλές φορές, τόσο πιό καλά, πῶς πᾶμε καί νά γυρίζομε κοντά Του...

Μά εἴμαστε πολυάσχολοι.

Ἔχομε δουλειές, ἐπικοινωνίες μέ τούς ἄλλους. Θέλομε νά κουβεντιάσομε, νά φλυαρίσομε.

Ἀκόμη, ἔχομε σωματικές ἀνάγκες. Νά φᾶμε, νά κοιμηθοῦμε.

Μᾶς ἀπασχολοῦν τόσες κοινωνικές ὑποχρεώσεις· καί ὅλα αὐτά μᾶς κάνουν νά λησμονοῦμε τόν ἑαυτό μας. Νά ἀφήνομε στήν ἄκρη τίς οὐσιαστικές μας ἀνάγκες. Ἀποτέλεσμα;

Ἀλλοιωνόμαστε ἐσωτερικά. Ζημιωνόμαστε βαθειά. Ξεχνᾶμε τήν ψυχή μας. Ξεχνᾶμε τήν αἰώνια ζωή.

Γι’ αὐτό ὁ Θεός μᾶς εἶπε:

Κάθε μέρα, πρωί καί βράδυ, νά κάνεις προσευχή. Γιατί; Γιά νά ψάχνεις λίγο τόν ἑαυτό σου. Νά τόν βλέπεις πῶς στέκει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Καί κάθε ἑβδομάδα, μακάρι περισσότερες φορές, νά βρίσκεις τήν εὐκαιρία νά πηγαίνεις στήν Ἐκκλησία, νά προσεύχεσαι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Νά Τόν παρακαλεῖς νά σέ φωτίζει, νά μή ξεφύγεις ἀπό τό ἅγιο θέλημά Του. Καί μέσα στήν Ἐκκλησία νά κάνεις βαθύτερο αὐτοέλεγχο, γιά νά βλέπεις πῶς βαδίζεις καί ποῦ στέκεις.

Εἶσαι στό δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς;

Ἤ μήπως βαδίζεις γιά τήν ἀπώλεια.


 
Ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη

Σ’ αὐτό, μᾶς σπρώχνουν ὅλα ὅσα ἔχουν ὁρισθεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία. Οἱ μεγάλες γιορτές, καί οἱ προπαρακευαστικές περίοδοι, ὅπως εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσαρακοστή. Πού μᾶς λένε: «πῶς θά πᾶς κοντά στόν Χριστό καί στήν ἀνάστασή Του; ἄν δέν προετοιμαστεῖς καί σύ γιά τήν ἀνάσταση»;

Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη, μεγαλύτερη ἀπό τό νά φάω, νά πιῶ, νά περπατήσω, νά κοιμηθῶ. Μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς ἀνάγκες, εἶναι νά στρέφομαι πρός τόν Θεό καί νά ἀναζητῶ νά ἔχω καλή ἐπικοινωνία μαζί Του.

Δηλαδή; Νά εἴμαστε ἄνθρωποι...

Εὔκολα ἐγώ, ἀπρόσεκτος ἄνθρωπος, κάνω ἕνα λάθος καί πικραίνω τόν συνάνθρωπό μου. Ἄς ποῦμε τόν προσβάλω. Τοῦ λέω λόγια πού ἡ ἀγάπη καί ἡ τιμή, πού πρέπει νά ἔχω σέ ὅλους, δέν θά τά ἐπέτρεπαν. Ἀλλά, τό λάθος ἔγινε... Ἅμα μείνω στή διαπίστωση, πάει ἡ φιλία. Μέ τί μοῦτρα νά παρουσιαστῶ μπροστά του;

Τόν βρίσκω λοιπόν καί τοῦ λέω ταπεινά: «Ἀδελφέ μου, εἶναι ἀλήθεια, δέν φέρθηκα καλά. Εἶπα κάτι, εἰς βάρος σου. Σέ καταλαβαίνω. Πληγώθηκες. Ὅμως, ἄν θέλεις, πίστευσέ με, μετάνοιωσα. Σέ ἀγαπάω. Σέ θέλω κοντά μου».

Διορθώνεται ἔτσι τό κακό;

Ναί, σέ κάποιο βαθμό βέβαια.

Γιατί κάτι μένει ὑπόλοιπο. Ἴσως μιά μικρή πικρία. Μά ὅσο περισσότερη ταπείνωση δείχνεις, τόσο πιό πολύ φεύγει ἡ πικρία ἀπό τόν ἄλλο. Καί καμιά φορά φτάνει νά πεῖ:

«Χαλάλι ὅτι ἔγινε. Τώρα ἔχομε καλύτερη ἐπικοινωνία ἀπό πρίν».

Θέλοντας νά μᾶς τά διδάξει ὅλα αὐτά ὁ Σωτήρας μας, εἶπε τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί τοῦ φαρισαίου. Μέ ἁπλᾶ λόγια, μᾶς παρουσιάζει τά πρόσωπά τους καί τό θέμα. Μᾶς λέει:

Πῆγαν στήν Ἐκκλησία, νά προσευχηθοῦν, δυό ἄνθρωποι ἐντελῶς διαφορετικοί. Ἕνας Φαρισαῖος καί ἕνας τελώνης. Ὁ ἕνας τοῦ κόσμου καί τῆς πιάτσας. Ὁ ἄλλος τῆς εὐσέβειας. Γιά τόν ἴδιο σκοπό πῆγαν. Νά προσευχηθοῦν. Μπῆκαν στήν Ἐκκλησία μέ τήν ἴδια διάθεση. Ἔμειναν ἐκεῖ κάποια ὥρα. Μετά ἔφυγαν.

Ἀλλά τί διαφορά! Ὁ ἕνας δικαιωμένος, ὁ ἄλλος κατάκριτος. Τό τραγικό καί παράξενο εἶναι, ὅτι ἔφυγε δικαιωμένος ἀπό τήν Ἐκκλησία, εὐάρεστος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος τῆς πιάτσας.

Καί ἐκεῖνος πού φαινόταν τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, ἔφυγε κατάκριτος. Γιατί;


 
Ἡ προσευχή τοῦ φαρισαίου

Ἐρώτημα πού ἀσφαλῶς ἀπασχολεῖ ὅλους μας καί μάλιστα πολύ ἔντονα. Εἴτε εἴμαστε ἀπό ἐκείνους πού ἐρχόμαστε συχνά στήν Ἐκκλησία, εἴτε εἴμαστε –πολύ περισσότερο- ἀπό ἐκείνους πού προτιμᾶμε ἄλλες ἀπασχολήσεις.

Ὁ Χριστός ἀπαντᾶ καθαρά στό ἐρώτημά μας.

Ὁ Φαρισαῖος, μπῆκε στό ναό, στάθηκε μέ καμάρι - ἐπειδή ἦταν τῆς Ἐκκλησίας ἄνθρωπος - καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Τί ἔλεγε; Ἔχει σημασία. Αὐτά τά πράγματα εἶναι ζωή μας. Καί μάλιστα ἡ ἀρχή τῆς ζωῆς μας. Γιατί ἡ ἀληθινή ζωή μας εἶναι μόνο κοντά στό Θεό. Στήν Βασιλεία Του.

Ἀρχίζει λοιπόν ὁ φαρισαῖος:

«Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι». Τί ὡραία ἀρχή!

Τήν ἀκοῦς καί εὐφραίνεται ἡ καρδιά σου. Καί περιμένεις νά δεῖς, γιατί εὐχαριστεῖ τόν Θεό.

Συνεχίζει. «Οὐκ εἰμι ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων. Δέν εἶμαι ἁμαρτωλός καί παληάνθρωπος σάν τούς ἄλλους, πού εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί. Μά προπαντός δέν εἶμαι σάν αὐτό τό ἀπόβρασμα, πού στέκεται δίπλα μου, δῆθεν νά προσευχηθεῖ. Ἐγώ νηστεύω, δυό φορές τήν ἑβδομάδα. Κάνω ἐλεημοσύνες. Κάνω δωρεές. Καί γενικά, ζῶ καλά».

Παρότι ὅλα αὐτά εἶναι κατωρθώματα δικά του, καλές πράξεις δικές του, πάλι λέμε μέσα μας: Ἀφοῦ εἶπε: «ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι», γιατί ὅλα αὐτά δέν τά συνδέει μέ τόν Θεό; Ποῦ τά ὀφείλει; Γιατί δέν λέει «σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, πού μοῦ ἔδωσες χάρη, φωτισμό, ἔλεος νά καταλάβω ποιός εἶναι ο σκοπός τῆς ζωῆς καί νά ἀγωνίζομαι νά κάνω ἔργα εὐάρεστα, ἐνώπιόν Σου»;

Γιατί λέει ἁπλῶς «εὐχαριστῶ, γιατί δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους. Ἐγώ εἶμαι καλός. Δέν εἶμαι ἅρπαγας, οὔτε λωποδύτης, οὔτε παληάνθρωπος, οὔτε μοιχός».

Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτό πού κάνει ὁ φαρισαῖος. Δηλαδή τό ὅτι δέν σχετίζει τίς ἀρετές του μέ τόν Θεό.

Τί ἔπρεπε νά πεῖ;

«Ὅλα Κύριε, εἶναι δῶρα Σου! Χαρίσματά Σου. Δύναμή Σου. Ἔλεός Σου. Ἄν δέν ἤσουν δίπλα μου, στό πλευρό μου, νά μέ φωτίζεις, νά ξεσηκώνεις τήν συνείδησή μου, πόσα κακά ἔργα δέν θά ἔκανα»;

Μά ὁ φαρισαῖος ἐπιμένει:

«Ἐγώ ἔκοψα τή ζωή μου ὄμορφα. Καί τήν ἔφτειαξα ὄμορφα. Κάτι ἄλλοι, δέν τήν ἔχουν φτειάξει ἔτσι. Αὐτοί δέν μοιάζουν μέ μένα. Δέν εἶναι καλοί ἄνθρωποι».

Φαντασθεῖτε κάποιον, νά εἶναι ὅτι εἶναι, νά φτειάχνει μόνος τό ποτραῖτο του καί νά ἰσχυρίζεται: «Ὅποιος δέν μου μοιάζει, δέν εἶναι ὄμορφος. Οὔτε εἶναι καλά· εἶναι ἄρρωστος. Πῶς πρέπει νά εἶναι;

Ὅπως ἐγώ!

Πάνω-κάτω αὐτό λέει ὁ φαρισαῖος. Γιατί βλέπει τόν ἑαυτό του τέλειο.


 
Ἄς ταπεινωθοῦμε μπροστά στό Θεό

Ὁ τελώνης, τί ἔκανε;

Δέν θεώρησε τόν ἑαυτό του ἄξιο νά σταθεῖ κάπου μπροστά νά τόν βλέπουν. Κρύφτηκε πίσω ἀπό μιά κολώνα. Καί ψέλλιζε: «Θεέ μου, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Συγχώρησέ με. Εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός. Ξέφυγα ἀπό τόν νόμο Σου. Λυπήσου με, Θεέ μου.

Μᾶς λέγει ὁ Χριστός, ὅτι γι’ αὐτό του τό φρόνημα, ἔφυγε δικαιωμένος πιό πολύ ἀπό τόν φαρισαῖο, πού ὄχι μόνο εἶχε ἀποφύγει τίς χονδρές ἁμαρτίες, μά εἶχε καί καλά ἔργα. Γιατί;

Γιατί ὁ ἕνας, ὁ τελώνης εἶχε σωστή τοποθέτηση, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Σκέφτηκε πηγαίνοντας στήν Ἐκκλησία:

Πῶς θά φτειάξω τήν σχέση μου με τόν Θεό;

Σέ τί κατάσταση βρίσκομαι μέχρι τώρα;

Τί πρέπει νά κάνω;

Καί πῆγε καί προσευχήθηκε «τύπτων τό στῆθος του», πού σημαίνει: «Ἐγώ φταίω. Τούτη ἡ καρδιά φταίει καί αὐτό τό ξεροκέφαλο». Γιατί τό λέμε ἔτσι;

Ὁ Θεός, μᾶς ἔδωσε τήν καρδιά, νά ἀγαπᾶμε τό καλό. Ὄχι νά τήν ἀφήνομε νά κολλάει σέ ἀρρωστημένα πάθη καί συναισθήματα.

Ἤ μήπως δέν εἶναι ἀρρωστημένο τό μῖσος;

Οἱ πόθοι τῆς ἁμαρτίας;

Ἡ κακία; Ὁ ἐγωισμός;

Δέν εἶναι ἀρρωστημένο νά πιστεύω, ὅτι ἐγώ ἔχω τήν σωστότερη κρίση στόν κόσμο καί τήν μεγαλύτερη ἀξία;

Δέν εἶναι ἀρρωστημένο πράγμα νά πιστεύω, ὅτι θά ρυθμίσω ἐγώ τή ζωή μου, καλύτερα ἀπό ὅτι μοῦ τήν ρυθμίζει ὁ Θεός, ὁ Πατέρας μας ὁ ἐπουράνιος μέ τόν λόγο Του;

Δέν εἶναι ἀρρωστημένο, νά μήν ἐνδιαφέρεσαι νά κάνεις τόν ἑαυτό σου ὄμορφο, γιά νά βρεθεῖς στό σαλόνι τοῦ Θεοῦ στήν αἰώνια ζωή; Ἀλλά νά προτιμᾶς νά βρεθεῖς στό σκουπιδοντενεκέ τῆς αἰωνιότητας, μέ τά σκουπίδια ἀπό τόν ὄμορφο κόσμο τοῦ Θεοῦ, μέ τό νά ἐμμένεις στήν ἁμαρτία;

Ὁ φαρισαῖος δέν εἶχε οὔτε τοποθέτηση σωστή ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, οὔτε σχέση σωστή μέ τόν Θεό.


 
Ποιά ἡ σωστή σχέση μέ τόν Θεό;

Ποιά εἶναι ἡ σωστή σχέση μέ τόν Θεό;

Ξέρω ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Δημιουργός μας· ὁ Εὐεργέτης μας.

Ὅτι καλό ἔχομε στό σῶμα, στήν καρδιά, στήν ψυχή μας, δωρεές Του εἶναι. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι δική Του προσφορά σ’ ἐμᾶς.

Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: Ἔφτειαξε τόν κόσμο ὁ Θεός καί ἔβαλε τόν ἄνθρωπο σάν βασιλιά τῆς κτίσεως. Καί ὅλοι μας λίγο-πολύ, ἔχομε τήν δυνατότητα, νά βλέπομε τήν ὀμορφιά τῆς φύσεως καί νά τήν ἀπολαμβάνομε.

Καί κάτι ἀκόμη ἔχομε τήν δυνατότητα νά κάνομε. Νά ἐρχόμαστε σέ μιά ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία μεταξύ μας καί μέ τόν Θεό. Ποιός εἶναι ὁ νόμος πού ρυθμίζει αὐτή τήν καλή ἐπικοινωνία μεταξύ μας καί μέ τόν Θεό; Ἡ ἀγάπη!

Ἅμα θέλω νά εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ἔχω καλή ἐπικοινωνία -καί νά φροντίζω νά ἔχω- μέ ὅλους, γιατί εἶναι καί αὐτοί τοῦ Θεοῦ καί ἀδέλφια μου. Πρέπει λοιπόν νά τούς ἀγαπάω. Νά ἀγωνίζομαι νά ἔχω ἀπέναντί τους, καλά αἰσθήματα.

Δηλαδή; Νά θέλω νά τούς κάνω καλό. Νά τούς τιμῶ. Νά τούς σέβομαι. Ὅταν κάποιος κακολογεῖ τούς ἄλλους, δέν τούς ἀγαπάει.

Τό λάθος τοῦ φαρισαίου ἦταν:

Κακολογοῦσε τούς ἄλλους. Ξεχώριζε τόν ἑαυτό του ἀπό αὐτούς.

-Ἄλλο ἐκείνη ἡ παληοφάρα. Ἄλλο ἐγώ! Ὁ καλός ἄνθρωπος...

Ἀκόμη δέν εἶχε σωστή σχέση οὔτε μέ τόν Θεό.

Ὅποιος ἔχει σωστή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγαπᾶ τό θέλημά Του. Θέλει νά βρίσκεται εὐθυγραμμισμένος μαζί Του. Κοντά Του. Καί ὅτι ὁ Θεός θέλει, ἐκεῖνο καί αὐτός ἀγαπᾶ.

Ὁ Θεός θέλει νά ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους;

Τούς ἀγαπᾶμε!

Νά τούς τιμᾶμε;

Τούς σεβόμαστε.

Ὁ φαρισαῖος, δέν τά ἔκανε αὐτά. Γι’ αὐτό, δέν ἔφυγε ἀπό τήν Ἐκκλησία δικαιωμένος, ἀλλά ζημιωμένος.

Ὁ τελώνης, ὅταν μπῆκε στήν Ἐκκλησία, ξέχασε τόν παλαιό του ἑαυτό, καί μίλησε μέ τόν Θεό εἰλικρινά: «Θεέ μου, εἶμαι στή ζωή μου λάθος. Ἐλέησέ με. Δεῖξε καί σέ μένα τήν εὐσπλαγχνία Σου».

Νά ἡ σωστή σχέση μέ τόν Θεό.


 
Ὅταν ὁ τελώνης γίνεται φαρισαῖος

Μιά ἀκόμη παρατήρηση:

Θά ἦταν γιά μᾶς εὐκταῖο, νά εἴμαστε στήν πιάτσα, στήν καθημερινή ζωή δηλαδή, σάν τόν φαρισαῖο.

Δηλαδή, οὔτε ἅρπαγες, οὔτε ἄδικοι, οὔτε μοιχοί, οὔτε λωποδύτες, οὔτε βλάσφημοι, οὔτε ὑβριστές.

Μακάρι στήν ἐπικοινωνία μας μέ τούς ἄλλους νά εἴχαμε αὐτές τίς καλές ἀρχές.

Ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία, νά εἴμαστε σάν τόν τελώνη...

Νά λέγαμε στό Θεό: «Κύριε, ἀγωνίζομαι ἔξω στήν κοινωνία νά ἀποφεύγω ὅτι τό ἀντίθετο στό θέλημά Σου. Ὅμως πόσα εἶναι ἐκεῖνα στά ὁποῖα σφάλλω. Καί προπαντός, πόσο ἡ καρδιά μου, ἀπέχει ἀπό αὐτό πού Σύ θέλεις:

Νά ἔχω πολλή ἀγάπη καί βαθύ σεβασμό. Σέ Σένα, στόν ἑαυτό μου, στό σῶμα καί τήν ψυχή μου καί στούς ἄλλους. Πόσες φορές σφάλλω. Συγχώρησέ με!».

Ἄν ρίξομε μέσα μας μιά ματιά, λίγο-πολύ, μοιάζομε συγχρόνως στόν φαρισαῖο καί στόν τελώνη. Γιατί, ἐνῶ κάνομε τά ἔργα τοῦ τελώνη –παληανθρωπιές δηλαδή- ἐπιμένομε νά συγκρίνομε τόν ἑαυτό μας μέ τούς ἄλλους. Ἐπειδή τούς βρίσκομε λίγο κατώτερους ἀπό ἐμᾶς. Καί τούς κατακρίνομε καί τούς κακολογοῦμε. Γιατί;

Γιατί ξεχνᾶμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί τήν κατάστασή μας.

Ὅταν κανείς ξεχνᾶ σταθερά καί μόνιμα τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ξεφεύγει ἐντελῶς. Πόσοι ἀπό μᾶς ξεφεύγομε πολύ βαθειά καί γιά πολύ, ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ;

Καί ὅταν θυμηθοῦμε ὅτι πρέπει νά γυρίσομε, ἀντί νά πάρομε τό φρόνημα τοῦ τελώνη καί τά μυαλά του, ὅταν πῆγε νά προσευχηθεῖ, βλέπομε τόν ἑαυτό μας, μέ τά μάτια τοῦ φαρισαίου ἀπό τήν ἀνάποδη. Καί τί λέμε;

«Ἐγώ, μπορεῖ νά κάνω ὅτι κάνω στήν πιάτσα. Ἀλλά ἡ καρδιά μου εἶναι καλύτερη ἀπό ἐκείνους τούς παληοφαρισαίους πού πηγαίνουν στήν Ἐκκλησία».

Δηλαδή κάνομε τήν κατάκριση τοῦ φαρισαίου καί τίς βρωμοδουλειές τοῦ τελώνη μαζί. Ὅλα στραβά.


 
Νά ζηλέψομε τό ἄριστο

Ποιό εἶναι τό σωστό;

Τό σωστό εἶναι: Στήν Ἐκκλησία σάν τόν τελώνη. Ἔξω, στόν κόσμο, νά φερόμαστε ὅσο τό δυνατόν πιό καλά. Αὐτό εἶναι τό καλύτερο.

Τό ἀκόμη πιό καλό εἶναι:

Νά ἔχομε τήν ταπείνωση τοῦ τελώνη.

Νά κάνομε ὅλα τά καλά ἔργα πού ἀπαιτεῖ ὁ Θεός· καί ἐπιπλέον,

στή σχέση μας τήν καθημερινή μέ τούς ἀνθρώπους, νά τούς ἀντιμετωπίζομε μέ ἀπέραντη ἀγάπη καί καλωσύνη καί

νά εὐγνωμονοῦμε γιά κάθε καλό τόν Θεό.

Λέει ἕνας σοφός:

Ἡ προσευχή τοῦ τελώνη «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», εἶναι ὅλη κι ὅλη ἕξη λέξεις. Μά εἶναι τόσο χαριτωμένα λόγια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ὅταν ὁ ἄνθρωπος τά λέει, τά αἰσθάνεται καί τά ἔχει στήν καρδιά του, τά λόγια αὐτά, ἀνοίγουν τήν καρδιά τοῦ Θεοῦ. Καί τά αὐτιά Του.

Ἀπό κεῖ καί πέρα ὁ Θεός μᾶς ἀκούει. Γιατί ὁ Θεός εἶναι τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεως.

Ἀρχίζοντας τήν προπαρασκευή γιά τό Πάσχα, μᾶς λέει ὁ Χριστός:

-Κάνετε σωστές τίς σχέσεις σας μέ τόν Θεό. Ἑτοιμασθεῖτε. Ἀνασκουμπωθεῖτε. Ψάξετε τόν ἑαυτό σας. Ἀποφασίστε νά βαδίσετε καλύτερα. Σταθεῖτε μέ ταπείνωση καί συντριβή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀρχή καί ξεκίνημα «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά ἔχομε αὐτή τήν σωστή νοοτροπία, πού κυβερνᾶ καλά τή ζωή, τά ἔργα, καί τά αἰσθήματά μας. Ἀμήν.


(Διασκευασμένες ὁμιλίες πού ἔγιναν τήν 1/2/2004 ἄγνωστο ποῦ· καί στίς 16/2/2003 στό Νικολίτσι.



Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου Anthony Bloom





Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Δύο εβδομάδες πρὶν ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο τὴν ἱστορία τοῦ Βαρτίμαιου καὶ τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα τὴν ἱστορία τοῦ Ζακχαίου.

Ὁ Βαρτίμαιος ἦταν τυφλός, ἴσως ὅλη του τὴ ζωή, ἤ ἴσως κάποια συγκεκριμένη στιγμὴ εἶχε εἰκόνα ὅλης τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ κόσμου, τῶν ἀνθρώπινων προσώπων, τὴν ὀμορφιὰ ἀπὸ κάθε τι ποὺ τὸν συνέδεε κατευθείαν μέσω τῆς κτίσης μὲ τὸν Θεὸ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα. Ἦταν ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος.

Μιὰν ἡμέρα ἕνα πλῆθος πέρασε δίπλα του, ἕνα παράξενο πλῆθος - ὄχι ἁπλὰ ἕνα θορυβῶδες πλῆθος περαστικῶν, ἀλλὰ ἕνα πλῆθος ποὺ εἶχε ἕναν πυρήνα, καὶ ὁ πυρήνας αὐτὸς ἦταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Βαρτίμαιος ἀντιλήφθηκε τὴν ἰδιαιτερότητα αὐτοῦ τοῦ πλήθους καὶ ρώτησε ποιὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἕνωνε σὲ ἕνα σύνολο· καὶ τότε ἄρχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν τυφλότητά του.

Πόσες φορὲς δὲν εἴμασταν τυφλοί, ἤ πόσα πολλὰ χρόνια δὲν ζήσαμε ὅλοι σὰν τυφλοί; Τυφλοὶ στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ κόσμος· τυφλοὶ στὴν ὀμορφιά, ὄχι στὴν ἐξωτερική της ποιότητα ἀλλὰ στὴν λάμψη τῆς θεϊκῆς λάμψης καὶ ὀμορφιᾶς ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτεται. Πόσο συχνὰ δὲν κοιτάξαμε πρόσωπα δίχως ποτὲ νὰ δοῦμε ὅτι εἶναι είκόνες τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς φέρνουν σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, καὶ νὰ μὴν στέκουν ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ τὸν Θεὸ σὰν πειρασμός. Πόσο συχνὰ πέρασε ὁ Χριστὸς δίπλα μας καὶ ποτὲ δὲν προσέξαμε τὴν παρουσία Του;

Ἄς προβληματιστοῦμε καὶ ἄς ἀναρωτηθοῦμε ὄχι μόνο πόσο συχνὰ εἴμασταν τυφλοὶ στὸ παρελθόν, ἀλλὰ πόσο εἴμαστε τὴν παροῦσα στιγμὴ. Ό Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα μας. Τὸ ἀντιλαμβανόμαστε; Ἕνας Πατέρας τῆς Ἐρήμου εἶχε πεῖ : «Ὅποιος εἶδε τὸν πλησίον του ἔχει δεῖ τὸν Θεό». Ναὶ μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἀληθινὴ εἰκόνα. Κατεστραμμένη στὴν πραγματικότητα, ὅπως τόσες πολλὲς εἰκόνες εἶναι βεβηλωμένες ἤ κατεστραμμένες· κατεστραμμένες σὲ βαθμό ποὺ, κάποιες φορὲς δὲν ἀναγνωρίζονται, καὶ ὅμως εἶναι μιὰ θεία εἰκόνα.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομαδα ἀκούσαμε γιὰ τὸν Ζακχαῖο. Ὁ Ζακχαῖος ξεπέρασε ἕναν ἄλλον πειρασμὸ ποὺ μᾶς εἶναι πολὺ γνωστός, αὐτὸν τῆς ματαιότητας· ἡ ματαιότητα ποὺ σημαίνει τὴν προσκόλλησή μας σὲ πράγματα ἀσήμαντα καὶ ἡ προσπάθειά μας νὰ προκαλέσουμε μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὸν θαυμασμὸ ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ κρίνουν, ἐπειδὴ εἶναι ἐπίσης δέσμιοι στὴν ἴδια μικρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ἡ ματαιότητα, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας, εἶναι ὑπερηφάνεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ δειλία ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων· μιὰ ἐπιθυμία νὰ μὴν κριθοῦμε, νὰ μὴν καταδικαστοῦμε, ἀλλὰ νὰ μᾶς θαυμάζουν, νὰ μᾶς ἐπαινοῦν, νὰ μᾶς ἐπιδοκιμάζουν ἀκόμα γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ἔχουν κάποια ἀξία, ἁπλὰ καὶ μόνο νὰ μᾶς ἐπιδοκιμάζουν.

Πρότεινα τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα ὅτι πρέπει να ἑστιάσουμε τὴν προσοχή μας σὲ αὐτὴν τὴν ἰδιαίτερη γιὰ μᾶς ἁμαρτία καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε πόσο εἴμαστε ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, πόσο εἴμαστε ἀδιάφοροι στὴν κρίση τῆς δικῆς μας συνείδησης καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν, στὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ;

Σήμερα ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ τρίτη εἰκόνα· μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ Τελώνη. Ὁ Τελώνης εἶχε συναίσθηση τῆς ἀναξιότητάς του, ὅτι ἦταν ἀνάξιος νὰ παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης ὅτι ἦταν εὐπρόσδεκτος στὴν συντροφιὰ ἀξιοσέβαστων ἀνθρώπων, ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ἀποδεχόταν. Ἦλθε στὴν πόρτα τοῦ Ναοῦ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ διασχίσει τὸ κατώφλι γιατὶ γνώριζε ὅτι σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο τὸν ἀκάθαρτο, τὸν μολυσμένο, τὸν βεβηλωμένο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτία, ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸ κακό σὲ ὅλες του τὶς μορφὲς, ὁ Ναὸς ἦταν ἕνας τόπος ἀφιερωμένος μόνο στὸν Θεό. Ὅλος ὁ ὑπόλοιπος κόσμος, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ φράση τοῦ Σατανᾶ ποὺ πείραξε τον Κύριο, ὅλο τὸν ὑπόλοιπο κόσμο «τὸν παρέδωσε ὁ ἄνθρωπος σ’ ἐμένα». Ἀλλὰ ὁ ναὸς εἶναι ἕνας χῶρος ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστης, ἀδύναμοι ἀλλὰ μὲ πίστη στὸν Θεὀ, εἶναι ἀποκομμένοι ἀπὸ τοῦτο τὸ βασίλειο τοῦ τρόμου ποὺ εἶναι τὸ δράμα τῆς Θεϊκῆς ὀμορφιᾶς, τῆς κατοικίας τοῦ Ἑνὸς ποὺ δὲν ἔχει τόπο νὰ «κλίνει τὴν κεφαλή», σ’ ἕναν κόσμο ποὺ τὸν ἔκλεψαν ἀπ’ Αὐτὸν καὶ παραδόθηκε στὰ χέρια τοῦ ἀντιπάλου.

Ὁ Τελώνης στάθηκε στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ, γνώριζε ὅτι ἀνῆκε στὸ βασίλειο τοῦ κακοῦ, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Θεοῦ· καὶ ὅμως, ἔνοιωσε τὴ διαφορά, ὁ τρόμος τὸν συνεῖχε καὶ μιὰ αἴσθηση λατρείας γιὰ τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Χτυποῦσε τὸ στῆθος του ζητώντας ἔλεος γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἐλπίζει καὶ νὰ ὑπολογίζει σὲ τίποτα ἄλλο.

Καὶ ὁ Φαρισαῖος στάθηκε στὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας· εἶχε μπεῖ στὸ ναὸ καὶ εἶχε πάρει τὴ θέση του ἐκεῖ σὰν κάποιος ποὺ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ βρίσκεται ἐκεῖ. Γιατί; Ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ ἁγνὴ καρδιά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν πιστὸς στὸν κάθε τυπικὸ κανόνα ποὺ εἶχε καθιερωθεῖ ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ὄπως ἕνας ἀριθμὸς ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι πιστὸς στοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τῆς ζωῆς ποὺ δὲν μᾶς ἀγγίζουν κἄν, ποὺ δὲν φτάνουν στὴν καρδιά μας, ποὺ δὲν δίνουν νέο σχῆμα καὶ νόημα στὶς σκέψεις μας.

Ἔτσι πάλι, βρισκόμαστε ἐνώπιον δύο ἀνδρῶν καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ρωτᾶ: ποιὸς εἶσαι; Εἶσαι κάποιος ποὺ συναισθάνεται τόσο βαθιὰ τῆν ἱερότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ γνωρίζει ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν Θεὸ ποὺ θὰ κατέβαινε στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει καὶ νὰ μᾶς σώσει, δὲν θὰ ὑπῆρχε τρόπος νὰ Τὸν προσεγγίσουμε. Ἤ εἴμαστε σὰν τὸν Φαρισαῖο ποὺ θὰ ἔλεγε στὸν Θεό, ποὺ θὰ Τοῦ ἔλεγε κατάμουτρα: Ἔκανα ὅ,τι ἦταν γραμμένο νὰ γίνει. Δὲν ἔχεις κάτι νὰ μοῦ ζητήσεις! … Δὲν εἴμαστε τόσο ὑπερήφανοι ὅπως ὁ Φαρισαῖος, οὔτε ἔχουμε τὸ σταθερὸ θάρρος νὰ εἴμαστε τόσο πιστοὶ ὅσο ἦταν ἐκεῖνος στὴν πλήρη τήρηση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου.

Ἄς ἀναρωτηθοῦμε λοιπὸν: μιμούμαστε τὸν Φαρισαῖο στὰ ἔργα του, ἐξωτερικὰ πιστοὶ στὰ δόγματα τῆς Χριστιανικῆς μας πίστης; Καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὸ, ἐπιτρέπουμε στὴν πίστη μας νὰ μεταστρέψει τὴν καρδιά μας, νὰ κυβερνᾶ τὴν θέληση μας, καὶ νὰ φωτίζει τὸ νοῦ μας;

Αὐτὴν τὴν ἐργασία μᾶς προσφέρει τὸ σημερινό Εὐαγγέλιο. Σκεφτεῖτε το. Θὰ εἶναι ἕνα ἀκόμα βῆμα γιὰ νὰ πάρουμε μιὰν ἀπόφαση ὥστε νὰ μὴν καταδικαστοῦμε. Ἀμήν.

Ἡ παραβολή Τελώνου καί Φαρισαίου (Λουκ.18, 9-14)




Αὐτή ἔχει ὡς ἑξῆς: « Εἶπεν ὁ Κύριος πρός τινας τούς πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς, ὅτι εἰσί δίκαιοι καί ἐξουθενοῦντας τούς λοιπούς τήν παραβολήν ταύτην ». Ὑπῆρχον ἄνθρωποι, ἄν ὄχι oἱ Φαρισαῖοι ὁμόφρονες των ὃμως, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦντες τήν συνοδείαν τοῦ Ἰησοῦ εἶχον μεγάλην ἰδέαν διά τόν ἑαυτόν των, διά τήν ἀρετήν των, ἐθεώρουν τόν Θεόν ὀφειλέτην των καί περιεφρόνουν τούς ἄλλους ἁμαρτωλούς. Πρός αὐτούς ὁ Κύριος εἶπε τήν παραβολήν ταύτην. «Ἄνθρωποι δύο ἄνεβησαν» ἐκ τῆς κάτω πόλεως «εἰς τό ἱερόν» χῶρον τοῦ ναοῦ, ὃπου ἦτο τό θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων « προσεύξασθαι » νά προσευχηθῶσιν. «Ὁ εἷς» ἦτο « Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος Τελώνης». Φαρισαῖοι ἦσαν οἱ θεωρούμενοι ὡς εὐλαβεῖς Ἑβραῖοι, οἱ ζηλωταί τοῦ Ἑβραϊκοῦ Νόμου. Τελῶναι δέ ἦσαν οἱ εἰσπράκτορες τῶν δημοσίων φόρων, οἱ ὁποῖοι ἠδίκουν τούς φορολογουμένους Ἑβραίους. Ἑπομένως ἔχομεν δύο τύπους ἀνθρώπων, τούς δικαίους καί ἁμαρτωλούς.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθείς» ὁ Φαρισαῖος ὄρθιος «πρός ἑαυτόν» ἤτοι ἐνδομύχως, ἰδιωτικῶς οὐχί λειτουργικῶς «ταῦτα προσηύχετο. Ὁ Θεός, εὐχαριοτῶ σοι, ὃτι οὐκ εἰμί ὧσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων» δέν εἶμαι ὃπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἤτοι «ἃρπαγες, ἂδικοι, μοιχοί ἢ καί ὡς οὗτος ὁ Τελώνης∙ νηστεύω δίς τοῦ Σαββάτου». Δίς τοῦ Σαββάτου σημαίνει δίς τῆς ἑβδομάδος. Οἱ Εβραῖοι ἐνήστευον Δευτέραν καί Πέμπτην ὂχι ὑπό τοῦ νόμου ὑποχρεούμενοι ,ἀλλά κάμνοντες ἔργον περισσευούσης ἀξιομισθίας. «Ἀποδεκατῶ πάντα ὃσα κτῶμαι» δίδω τό 1)10 κατά τόν νόμον εἰς τόν Ναόν, καί εἰς τά ἐλάχιστα, ὃπου ὁ νόμος δέν ἐπέβαλλε, συνεχίζει ὁ Φαρισαῖος. Δία τοῦτο ἐθεώρει τόν Θεόν ὀφειλέτην του !

« Ὁ δέ Τελώνης, μακρόθεν ἑστώς » μακράν τοῦ θυσιαστηρίου τῶν ὁλοκαυτωμάτων ἱστάμενος « οὐκ ἤθελε οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν Οὐρανόν ἐπᾶραι » δέν ἐτόλμα οὐδέ τά μάτια του νά σηκώσῃ εἰς τόν Οὐρανόν «ἄλλ’ ἒτυπτεν εἰς τό στῆθός του » ἐκτύπα τό στῆθός του «λέγων ὁ Θεός ἱλάσθητί μοί τῶ ἁμαρτωλῶ» λυπήσουμε τόν ἁμαρτωλόν. Ὁ Κύριος προσθέτει: «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἢ ἐκεῖνος ; » Κατῆλθεν τοῦ Ναοῦ εἰς τόν οἶκόν του συγχωρημένος, ὠφελημένος ὁ Φαρισαῖος ἢ ὁ Τελώνης » Ἀσφαλῶς ὁ Τελώνης, διότι « πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται ». Ὁ ὑπερήφανος ταπεινώνεται, ὁ ταπεινός ὑψώνεται. Ὁποία ἀντίθεσις αὐτῶν! Ὁ μέν Τελώνης μακράν, σκυμμένος, τύπτων τό στῆθος αὐτοῦ, βραχύλογος καί συναισθανόμενος τό βάρος τοῦ κακοῦ του ζητεῖ χάριν, ὁ δέ Φαρισαῖος ὄρθιος καί καμαρωτός, ἔχων ἐγωϊσμόν καί κατάκρισιν, σκεπάζων διά τῆς εὐχαριστίας πρός τόν Θεόν τήν περιαυτολογίαν ζητεῖ ἀπό τόν Θεόν ὂχι χάριν, ἀλλά ὀφειλήν τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν.


θέμα : Ὑπερηφάνεια –Ταπείνωσις

Πᾶσα κακία εἶναι νόσος καί πᾶσα ἀρετή ὑγεία. Ἡ μεγαλύτερα ὃμως νόσος εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ καλλιτέρα ὑγεία εἶναι ἡ ταπείνωσις. Πρότυπα καί τῶν δύο τούτων, νοσηρᾶς καί ὑγιοῦς τοῦ ἀνθρώπου καταστάσεως, εἶναι οἱ δύο της παραβολῆς, Τελώνης καί Φαρισαῖος.

Τελῶναι ἔλεγοντο οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ἐκ τοῦ Δημοσίου τήν ἄδειαν νά εἰσπράττουν τούς φόρους τῶν διοδίων ἀντί ὡρισμένης χρηματικῆς πρός τό Δημόσιον καταβολῆς. Δία νά δυνηθοῦν ὃμως νά ἐπαρκέσουν εἰς τήν καταβολήν τοῦ ποσοῦ καί πλουτίσουν αὐτοί οἱ ἲδιοι προέβαινον εἰς αὐθαιρεσίας, κλοπάς, βαρεῖς φόρους. Ἐντεῦθεν αἱ ἀδικίαι καί ἡ συνταύτισις τοῦ Τελώνου μέ τόν Ἁμαρτωλόν. Ἰδού ὁ πρῶτος τύπος τῆς παραβολῆς. Φαρισαῖοι ἦσαν ἰδιαιτέρα μερίς λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἔργον των εἶχον τήν πιστήν τήρησιν τοῦ Ἑβραϊκοῦ νόμου, ἦσαν οἱ ἰδιαιτέρως ζηλωταί. Καί ἡ λέξις Φαρισαῖος ἐκ τοῦ «Φαρέσ»=ἀποκεκομμένος ἐσήμαινε τόν ἀποκεκομμένον, ξεχωρισμένον τοῦ κόσμου τόν ἅγιον. Ἐκ τῶν δύο τούτων ὁ μέν Φαρισαῖος ὑπερηφανεύεται διά τάς ἀρετάς του, διά τήν τάξιν εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει καί ἑπομένως ἀποτελεῖ τήν νοσηράν κατάστασιν, ὁ δέ Τελώνης ἔχει συναίσθησιν τῶν ἁμαρτιῶν του καί ἀποτελεῖ τήν ὑγιᾶ κατάστασιν. Ἄς μελετήσωμεν τάς δύο ταύτας νόσον καί ὑγείαν ἐκτενέστερον.

Α.' Ἡ Νόσος -Ὑπερηφάνεια. Ὁ Φαρισαῖος βλέπει τάς ἰδικάς του ἀρετάς καί τάς κακίας τῶν ἄλλων. Καί διά τάς ἀρετάς του λέγει: « Νηστεύω δίς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὃσα κτῶμαι ». Ἦτο ὁλόκληρος ἀπερροφημένος ἀπό τόν ἑαυτόν του. Τίποτ' ἄλλο δέν ἔβλεπε παρά μόνον τό εἲδωλον τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐάν ἔρριπτε βλέμμα εἰς τούς ἄλλους, ἒπραττε τοῦτο διά νά καταστήσῃ τό βάθρον τοῦ εἰδώλου του ὑψηλότερον ἐξευτελίζων τούς ἄλλους. Φαινομενικῶς εὐχαριστεῖ τόν Θεόν, κατά βάθος συγχαίρει ἑαυτόν, διότι εἶναι ὁ μόνος καλός. Οἰκτίρει τόν Θεόν, διότι δέν ἔχει πιστούς δούλους, ἀφοῦ ὃλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι οἳους περιγράφει. Δέν ζητεῖ τίποτε ἀπό τόν Θεόν, εἶναι αὐτάρκης. Νηστεύει δίς τῆς ἑβδομάδος καί ἀποδεκατεῖ καί τά ἐλάχιστα. Κάμνει ἔργα περισσευούσης ἀξιομισθίας. Ἔχει τόν Θεόν ὀφειλέτην του ! Ἔπρεπε να προσευχηθῆ ὑπέρ τῶν κακῶν ἀνθρώπων καί τοῦ Τελώνου, ἳνα μετανοή-σωσι. Τοὐναντίον! Περιφρονεῖ! Δία δέ τάς κακίας τῶν ἄλλων: λέγει οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων ἃρπαξ, κλέπτης κ.λ.π καί ὡς οὗτος ὁ Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος δέν βλέπει τά καλά τῶν ἄλλων καί τάς ἰδικάς του ἐλλείψεις. Ὁμιλεῖ περί ἁμαρτωλοῦ Τελώνου καί τόν καταδικάζει, καθ’ ἣν στιγμήν ἀθωώνεται ὑπό του Θεοῦ λόγῳ μετανοίας. Ὑπερυψώνει τόν ἑαυτόν τοῦ τήν στιγμήν, καθ’ ἣν κατακρίνεται ὑπό τοῦ Θεοῦ.

Καί ἡμεῖς ὑπερηφανευόμεθα, διότι βλέπομεν τάς κακίας τῶν ἄλλων καί τάς ἰδικάς μας ἀρετάς, δέν βλέπομεν δέ τά καλά τῶν ἄλλων καί τάς ἰδικάς μας ἐλλείψεις. Μάλιστα ! Ο Α κύριος, ἡ Α κυρία ἔχουν πλοῦτον ὑλικόν, πλοῦτον πνευματικόν, ὂνομα σημαῖνον, εἶναι ἐμφανίσιμοι κατά τήν μορφήν καί τό σῶμα, ἔχουν φυσικά ταλέντα φωνῆς, ὁμιλίας, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι πτωχοί, ἀμόρφωτοι, ἄσημοι, μή ἐμφανίσιμοι, ἄνευ ταλέντων. Συγκρίνοντες τώρα οἱ πρῶτοι τά χαρίσματα των πρός τάς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καυχῶνται λέγοντες ἐνδομύχως καί ἐκφώνως : « Οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων » πτωχός, ἄσημος, μή ἐμφανίσιμος, κακόφωνος, κακόμιλος;
Αὐτό εἶναι νόσος, διότι τά φυσικά αὐτά ταλέντα εἶναι δῶρα ξένα, τοῦ Θεοῦ, διά τά ὁποῖα οὐδόλως ἐκοπίασες. Ἑπομένως διατί καυχᾶσαι; Ὁ Ἀποστ. Παῦλος λέγει: « τί ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες ; εἰ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβῶν; » ὃ,τι ἒχεις εἶναι τοῦ Θεοῦ. Διατί καυχᾶσαι, ὡς ἐάν ὃ,τι ἔχεις δέν τό ἔλαβες ἀπό τόν Θεόν ; Ἡ τοιαύτη καύχησις εἶναι ἰδιοποίησις ξένων ἀξιῶν, εἶναι κλοπή. Πλήν αὐτοῦ τά φυσικά αὐτά ταλέντα εἰς πόσους δέν ἔγιναν τάφος ; Ἡ ὡραία φωνή καί μορφή, τό πολύ χρῆμα πόσους δέν ὡδήγησαν λόγω κακῆς χρήσεως εἰς τήν καταστροφήν; Καυχᾶσαι λοιπόν διά πράγματα, τά ὁποῖα εἶναι δυνατόν νά σοῦ γίνουν τάφος;

Ἄλλοι ὃμως καυχῶνται δι’ ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησαν διά τῆς ἐπιμελείας των. Ἦσο πτωχό παιδί καί διά τῆς ἐπιμελείας σου ἀνεπτύχθης, κατέλαβες κοινωνικήν θέσιν. Ἦσο κόρη ἀσημάντου οἰκογενείας καί διά τῆς ἀρετῆς σου, καλωσύνης σου, ἔγινες σύζυγος, σύντροφος ἑνός κατέχοντος καλήν κοινωνικήν θέσιν. Ὑπερηφανεύεσαι διά τοῦτο ; Ἀγνοεῖς ὃμως, ὃτι εἰς τήν ἀνάδειξίν σου συνετέλεσαν πλήν τῆς θελήσεώς σου καί ἄλλοι παράγοντες ἤτοι οἱ γονεῖς, οἱ διδάσκαλοι, οἱ φίλοι, οἱ Πνευματικοί, κατ’ ἐξοχήν δέ ὁ Θεός ; Σέ ἐβοήθησαν δέ οἱ γονεῖς μέ τήν τροφήν, οἱ διδάσκαλοι μέ τήν διδασκαλίαν, οἱ φίλοι μέ τήν νουθεσίαν, οἱ πνευματικοί μέ τήν στοργήν. Ἄλλα, ἐάν τόσοι ἂλλοι παράγοντες συνετέλεσαν, ὥστε νά διορθώνῃς τάς ἐλλείψεις σου, εἶναι δίκαιον μή βλέπων τάς καλωσύνας τῶν ἄλλων καί τάς ἐλλείψεις σου, τάς ὁποίας ἐκεῖνοι σου διώρθωσαν, νά καυχᾶσαι διά τήν ἀνάδειξίν σου ὡς ἐπιτελέσας ἔργον ἀποκλειστικῶς ἰδικόν σου ;

Ἄλλοι καυχῶνται δι’ ἀρετάς τάς ὁποίας δέν ἔχουν. Αὐτοί ὁμοιάζουν σάν τόν ἀρχαῖον παράφρονα Θράσυλλον, ὁ ὁποῖος περιπατῶν εἰς τήν παραλίαν τοῦ Πειραιῶς ἔλεγεν, ὃτι ὃλα τά πλοῖα εἶναι ἰδικά του.Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διά ἀρετάς γονέων καί προγόνων. Ποσάκις δέ αὐτοί οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διά χαρίσματα ξένα, ὁμοιάζουν μέ τά μικρά παιδιά, τά ὁποῖα βάζουν τά παπούτσια, ἐνδύματα, καπέλλα τῶν πατέρων των, διά νά φανοῦν μεγάλοι, ἀλλά γίνονται γελοῖοι !

Ἄν εἶναι κακόν νά ὑπερηφανεύεται τις διά τά φυσικά καί ἐπίκτητα ἀγαθά καί διά ξένας ἀρετάς, φαντασθῆτε πόσον ἀποτρόπαιον καί βρωμερόν εἶναι νά καυχᾶται τίς διά τάς κακίας του ! Κατώρθωσε ὁ Α νά ἀπατήσῃ, ἡ Α νά ἀπατηθῆ. Ἀντί νά ἐντραποῦν, καυχῶνται ! Ἐπέτυχε τίς νά κερδοσκοπήση, νά πίῃ τόν ἱδρῶτα τοῦ πτωχοῦ. Καυχᾶται, διότι ἐθεωρήθη ἔξυπνος, καταφερτζῆς, ἐνῶ οἱ ἄλλοι κουτοί, ἀνόητοι. Καυχᾶται ὁ πατέρας, διότι τό παιδί του γνωρίζει νά συνδυάζῃ τό ψέμμα κατ' αὐτόν τόν τρόπον, ὥστε νά τό παρουσιάζῃ ὡς ἀλήθειαν. Καυχώμενοι καί χαίροντες πατήρ καί υἱός ὁμοιάζουν σάν τά σαλιγκάρια, τά ὁποῖα, ἐν ὧ ψήνονται, τραγουδοῦν. Ψήσιμο ἡ καύχησις, τραγούδι ἡ χαρά διά τήν καταστρεπτικήν καύχησιν. Γενικῶς εἰπεῖν ὁ ἐγωϊσμός δηλητηριάζει τάς σχέσεις μας, ὥστε νά εἴμεθα πρός τούς ἀνωτέρους κόλακες, εἰς τούς ἴσους ζηλότυποι, εἰς τούς ὑποδεεστέρους τύραννοι καί ὃπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος « κύνες τοῖς κρατοῦσι, λέοντες τοῖς ἀδυνάτοις ». Ἰδού ἡ νόσος !

Β.' θεραπεία Ἡ ταπείνωσις. Αὐτή συνίσταται εἰς τό νά βλέπωμεν τάς ἰδικάς μας ἐλλείψεις καί τάς ἀρετάς τῶν ἄλλων. Νά μή βλέπωμεν δέ τάς ἀρετάς μας καί τάς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων. Καί ἰδού. Ὁ Τελώνης ἔχει βαθεῖαν συναίσθησιν τῶν ἁμαρτιῶν του. Δείγματα τῆς βαθείας συναισθήσεως εἶναι ἡ στάσις του, ἡ θέσις του, ἡ ὁμιλία του. Ἡ θέσις του « μακρόθεν ἑστώς ». Ἡ στάσις του « οὐκ ἤθελε τούς ὀφθαλμούς ἆραι » ἔτυπτε τό στῆθος του. Ἡ ὁμιλία του « ἱλάσθητί μοί τῷ ἁμαρτωλῶ ». Ψυχολογικῶς ὁ Τελώνης δέν ἔβλεπε τήν ὥραν αὐτήν καμμίαν ἀρετήν του, οὔτε κακίας τῶν ἄλλων. Ἦτο βυθισμένος εἰς τό ἁμαρτωλόν βάθος του. Δέν ἀγανακτεῖ, διότι ἀκούει τόν Φαρισαῖον νά περιφρονῆ αὐτόν. Ταπεινώνεται περισσότερον. Οὗτος εἶχε βίον ἁμαρτωλόν καί λόγια προσευχῆς ταπεινόφρονα. Τά λόγια του, ἐξήλειψαν τά πονηρά ἔργα του. Ὁ Φαρισαῖος εἶχε βίον δίκαιον. Λόγια ὃμως προσευχῆς ὑπερήφανα. Τά λόγια του κατέστρεψαν τά δίκαια ἔργα του !

Πρέπει καί ἡμεῖς νά βλέπωμεν τάς ἐλλείψεις μας. Ὁσονδήποτε προνομιοῦχοι κι’ ἄν εἴμεθα, δέν εἴμεθα ἀκηλίδωτοι, ἂνφελοι, ἀναμάρτητοι. Ἄν δέν εἴμεθα φονεῖς, θά εἲμεθα θυμώδεις, ὥστε νά εἴμεθα ὑπεύθυνοι, ἄν ὂχι εἰς τόν καρπόν, εἰς τήν ῥίζαν ὃμως τοῦ κακοῦ. Ἄν δέν εἴμεθα ἀσελγεῖς, θά ἒχωμεν ἐπιθυμίας ἀκαθάρτους, αἱ ὁποῖαι, ἄν δέν μολύνουν τά σώματα, μολύνουν τάς ψυχάς. Ἄν δέν κατεστρέψαμεν ἄλλους ἰδίαις χερσί, χαιρόμεθα ὃμως διά τό κακόν τοῦ ἄλλου. Δέν εἴμεθα δηλαδή κακοποιοί, εἴμεθα ὃμως ἐνίοτε χαιρέκακοι. Ὁσασδήποτε ἐπιτυχίας καί ἄν ἒχωμεν εἰς τήν ζωήν, εἰς πόσας ὃμως ἀποτυχίας δέν ὑπεπέσαμεν! Ὁ στρατηγός Τυρρένας εἶχε πολλᾶς νίκας καταγάγῃ. Ἅπαξ ὃμως ἡττήθη ἐν Μαριανδάλλῃ; . Διά τοῦτο, ὁσάκις ἐπῃνεῖτο διά τάς πολλάς του νίκας, ἀπήντα : Λησμονεῖτε, ὃτι κἂποτε ἡττήθην ἐν Μαριανδάλλη; Ὁ βλέπων τάς ἐλλείψεις του ἔχει ἐλπίδας προόδου. Ὁ δέ μή βλέπων ταύτας μένει στάσιμος.

Ὡς πρός τάς ἀρετάς μας πρέπει νά σκεπτώμεθα τά ἑξῆς : Πόσον ὀλίγαι εἶναι συγκρινόμενοι μέ ἀρετάς ἄλλων ἀνωτέρων μας ! Πόσαι ἐξ αὐτῶν εἶναι δωρεαί θεῖαι ! Δία πόσας ἐξ αὐτῶν δέν ἐκοπίασαν ἄλλοι ! Ἡ προσκόλλησις εἰς τήν μαγικήν θεωρίαν των δέν ἀφαιρεῖ τήν ἐλπίδα τῆς προόδου; Ὥστε κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον « τοῖς μέν ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενοι τοῖς δέ ὄπισθεν ἐπιλανθανόμενοι ». Δέν πρέπει δηλαδή νά βλέπωμεν ποίας ἀρετάς κατωρθώσαμεν, ἀλλά ποίας ὑπολείπεται νά πράξωμεν. Καί ἄν ἒχωμεν τί καλόν, ἄς λέγωμεν τό τοῦ Παύλου « Χάριτι θεοῦ εἰμι, ὃ εἰμι». Ἔγώ « δέ ἔκτρωμα καί οὐκ ἄνθρωπος ». Ἀφοῦ αὐτά τά λέγει ἕνα σκεῦος ἐκλογῆς, ἠμεῖς τί εἴμεθα, τί δυνάμεθα νά εἲπωμεν ; Οὒτε αἵ ἐλλείψεις τῶν ἂλλων πρέπει νά μᾶς δίδωσι τροφήν ἐγωϊσμοῦ διά τόν ἑξῆς λόγον∙ Ἄν εὑρισκώμεθα καί ἡμεῖς ὑπό τάς περιστάσεις, ὑπό τάς ὁποίας εὑρέθη ὁ ἁμαρτήσας, γνωρίζομεν, ὃτι δέν θά εἲχομεν ὑποπέσει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν πτώσεως ; Συμπαθητικούς, περιφόβους αἵ πτώσεις τῶν ἄλλων πρέπει νά μᾶς κάμνουν καί ὂχι ὑπερηφάνους !
Ὡς ὑλικόν ταπεινώσεως εἶναι καί ἡ ματαιότης τοῦ κόσμου. Παράδειγμα τούτου εἶναι ὁ σοφός Διογένης. Ἡμέραν τινά, ὁ Διογένης εὑρίσκετο εἰς τήν ὀστεοθήκην τοῦ νεκροταφείου καί ἔψαχνε νά εὓρῃ μερικά κόκκαλα. Κατά τήν στιγμήν αὐτήν διήρχετο ἐκεῖθεν ὁ Μ. Ἀλέξανδρος. Τί κάνεις αὐτοῦ ; ἠρώτησε τόν Διογένη. Ὁ Διογένης ἀπαντᾶ : Ψάχνω νά εὓρω τήν κεφαλήν τοῦ πατρός σου καί τοῦ πατρός μου, ἀλλά δέν δύναμαι. Ἑπομένως οὐδεμία διαφορά ὑπάρχει μεταξύ τοῦ πατρός τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, τοῦ Φιλίππου, καί τοῦ ἀσήμου πατρός τοῦ Διογένους. Ἰδού ἡ νόσος τῆς ὑπερηφάνειας, ἰδού καί ἡ ὑγεία τῆς ταπεινώσεως.
 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟY Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης κ.κ. Παντελεήμονος


            Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός καλούσε τον λαό του Ισραήλ σε μετάνοια. «Μετανοείτε», έλεγε, διότι έφθασε ανάμεσά σας η Βασιλεία του Θεού.  Το κήρυγμά Του αποσκοπούσε την διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου.  Ο Θεός της αγάπης θέλησε να οδηγήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο στην επίγνωση της αμαρτωλότητός του, στη συναίσθηση της ενοχής του και να τον οδηγήσει στη σωτηρία του.  Ο Θεός θέλει να σώσει όλους τους ανθρώπους.

            Γι’ αυτό στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Κύριος παρουσιάζει δύο τύπους ανθρώπων.  Ο ένας θεωρείται σαν τον πιο αμαρτωλό τύπο της εποχής του.  Παίρνει το παράδειγμα του Τελώνου, τον πιο διαβεβλημένο άνθρωπο της ιουδαϊκής κοινωνίας και τον συγκρίνει μ’ έναν άλλο τύπο, τον Φαρισαίο.  Ο Κύριος θέλει να μας διδάξει το πόσο σημαντικό είναι το να έχουμε ειλικρινή μετάνοια και να προσευχόμαστε με τον σωστό τρόπο.  Και πράγματι, ο Τελώνης με ειλικρινή μετάνοια και συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, με βαθιά ταπείνωση στάθηκε σε κάποια γωνιά, σε κάποια απόσταση από τα άγια και με ταπεινό φρόνημα απευθύνει στον Κύριο έξι μόνον λέξεις, που ήσαν αρκετές για να του χαρίσουν την δικαίωσή του.

            Οι Τελώνες ήταν για τους Εβραίους αντιπαθητικοί, επειδή συνεργάζονταν με τους κατακτητές Ρωμαίους.  Εισέπρατταν τους φόρους και ζητούσαν όλο και περισσότερα από τους υπόδουλους συμπατριώτες των.  Επειδή είχαν πάντοτε μαζί τους Ρωμαίους στρατιώτες εκβίαζαν με σύλληψη όσους δεν ήθελαν να πληρώσουν. 

Γι’ αυτούς τους λόγους οι Τελώνες εθεωρούντο άδικοι, άρπαγες, εκβιαστές και ληστές.  Εθεωρούντο αμετανόητοι, αδιόρθωτοι, η οικογένειά τους ανέντιμη και η κάθε προσφορά τους προς τον Ναό ή η κάθε ελεημοσύνη τους απαράδεκτη.

Ο Τελώνης της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής είχε ειλικρινή μετάνοια.  Είχε βαθιά λύπη και συντριβή για τα αμαρτήματά του, ταπείνωση και αυτό-εξουθένωση μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους.  Αυτά τον οδηγούν να σταθεί σε κάποια απόσταση από το θυσιαστήριο.  Αντίθετα, ο Φαρισαίος, που εθεωρείτο δίκαιος και ενάρετος, με καύχηση στάθηκε σε σημείο απ’ όπου όλοι θα μπορούσαν να τον δουν και ακούσουν.  Στάθηκε μπροστά στον εαυτό του, προσεύχεται όχι για να ακουστεί από το Θεό, αλλά για επιδειχθεί στους ανθρώπους.  Απέβλεπε να ελκύσει όχι το έλεος του Θεού, αλλά τον έπαινο των ανθρώπων.  Γι’ αυτό αντί να αισθανθεί μετάνοια για τα προσωπικά του λάθη, κυριεύεται από την αυτοδικαίωση και κατακρίνει τον συνάνθρωπό του.

Ο Τελώνης πλησιάζει με υπερβολική ταπείνωση, η οποία εκφράζεται όχι μόνον με τα λόγια, «ο Θεός ιλάσθητί μοι τον αμαρτωλόν», αλλά και με εξωτερικές κινήσεις και στάσεις του σώματός του.  Στέκεται μακριά απ’ όλους.  Κρατεί τα μάτια του χαμηλά. Χτυπάει το στήθος, σαν να κτυπούσε την καρδιά του.  Θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό. Ακούει και τις κατηγορίες του Φαρισαίου και σκύβει περισσότερο το κεφάλι.  Δέχεται τις κατηγορίες σιωπηλά και συντρίβει την καρδιά του από ταπείνωση.

Η προσευχή του Τελώνη, γεμάτη από τα δάκρυα της μετανοίας, παρακαλεί τον Θεό του ελέους:  «Ο Θεός ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ»!  Πολυεύσπλαχνε Κύριε και Θεέ μου, δείξε και σε μένα το έλεός Σου.  Συγχώρησε τα πολλά αμαρτήματά μου.

Το αποτέλεσμα. Ο Φαρισαίος από την υπεροψία του καταδικάζεται για την αυτοδικαίωσή του, ενώ ο Τελώνης δικαιώνεται για την ευλάβεια και τη συναίσθηση των αμαρτιών του.

Στη σημερινή μας κοινωνία το παράδειγμα αυτών των δύο ευαγγελικών τύπων βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση στους χαρακτήρες των χριστιανών.  Διότι, πόσες φορές δεν σταθήκαμε με υπεροψία την ώρα της προσευχής πιστεύοντας ότι είμεθα οι καλύτεροι χριστιανοί;  Πόσες φορές αποφεύγαμε να πηγαίνουμε στην Εκκλησία, παρά μόνον Πάσχα και Χριστούγεννα;  Πόσες φορές προσπαθήσαμε να αυτοδικαιώσουμε τον εαυτό μας;  Πόσες φορές δεν αμαρτήσαμε και κατακρίναμε τον συνάνθρωπό μας;  Εάν όμως θέλομε να δικαιωθούμε από τον Θεό πρέπει να κατακρίνομε τον εαυτό μας.

Από σήμερα αρχίζει η εκκλησιαστική περίοδος του Τριωδίου.  Ας παραδειγματιστούμε από τη σωτήρια μετάνοια του Τελώνου και ας μάθουμε να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό με ευλάβεια και συντριβή καρδίας.  Ας μετανοήσουμε για τα πολλά μας σφάλματα.  Ας μάθουμε να συγχωράμε τον συνάνθρωπό μας.  Ας μη κρατάμε κακίες, αλλά, ας μιμηθούμε την ευσπλαγχνία του Θεού.  Ο Κύριος είναι ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και ευσπλαγχνίζεται όλους όσους καταφεύγουν σ’ Αυτόν.  Ας αποφύγουμε την κατάκριση για να βρούμε τη δικαίωση.

Η περίοδος αυτή είναι περίοδος μετανοίας.  Ας εκμεταλλευτούμε τις περιστάσεις για τη πνευματική μας ωφέλεια, ώστε να επιτύχουμε την εν Χριστώ σωτηρία μας προς δόξα του Αγίου μας Θεού.  Αμήν.

Ὁ Τελώνης καὶ ὁ Φαρισαῖος Anthony Bloom




Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στὸ ταξίδι μας πρὸς τὴν Τεσσαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, συναντοῦμε ἕναν ἀριθμὸ παραβολῶν ποὺ πρέπει νὰ μᾶς προετοιμάσουν στὸ ταξίδι μας. Καὶ ἡ σημερινὴ παραβολὴ μᾶς μιλάει γιὰ τὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο.

Ὁ Τελώνης εἰσῆλθε στὴν ἐκκλησία γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ βρίσκεται ἐκεῖ. Μὲ ποιὰ ἔννοια; Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα μικρὸ μέρος στὴ γῆ ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένο στὸν Θεό, ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ, ἐκεῖ ὅπου ἔχει δικαίωμα νὰ ζεῖ, ἐκεῖ ὅπου ἐρχόμαστε νὰ συναντήσουμε Αὐτὸν καὶ κανέναν ἄλλο. Ὦ, φυσικὰ, ὅλους τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ μαζί μ’ Ἐκεῖνον. Καὶ ὁ Τελώνης στάθηκε στὴν πόρτα γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἕνας ξένος καὶ ὅτι ἡ μόνη του ἐλπίδα βρισκόταν στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ. Εἶχε πεῖ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, « Παιδί μου, δῶσε μου τὴν καρδιά σου - ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι δικά μου».

Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἔλθουμε καὶ νὰ προσφέρουμε τὴν καρδιά μας στὸν Θεὸ καὶ μόνο τότε μποροῦμε νὰ βαδίσουμε σ’ αὐτὸν τὸν ἱερὸ τόπο.

Ὁ Φαρισαῖος ζοῦσε σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες· σκέφτηκε, ἔνοιωσε ὅτι ἔκανε τὸ κάθε τι ποὺ περίμεναν ἀπὸ αὐτὸν σύμφωνα μὲ τὸν νόμο, εἶχε δικαιώματα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· εἶχε δικαίωμα νὰ βρίσκεται στὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἕνας ἀπὸ τὸν δικὸ Του λαό. Καὶ γι’ αὐτὸ, κοιτάζοντας γύρω του, μποροῦσε νὰ συγκρίνει τὸν ἑαυτό του μὲ ἄλλους ποὺ δὲν ἄξιζαν στὰ μάτια του τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνον.

Ἄς προβληματιστοῦμε σχετικὰ μὲ τοὺς ἑαυτοὺς μας· ὅταν ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία, συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἶναι ἕνα βασίλειο ὅπου μποροῦμε νὰ εἰσέλθοῦμε μόνο ἄν ἡ καρδιὰ μας ἔχει δοθεῖ στὸν Θεό, καὶ μόνο ἄν ἡ καρδιὰ μας ἔχει γίνει ὁ τόπος κατοικίας Του; Καὶ ἐπίσης ἄν ἔχουμε προσπαθήσει, ἐντούτοις σκληρά, τίμια νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι «ἀξίζω», μπορῶ νὰ πῶ «ἔχω δικαίωμα νὰ εἶμαι ἐδῶ»; Ὄχι, μόνο ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὸ δικαίωμα· μοναχὰ ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ εἰσέλθουμε σὲ τοῦτο τὸ ἱερὸ βασίλειο. Καὶ ὅταν ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία, ἄς σταματήσουμε γιὰ ἔνα λεπτὸ στὴν πόρτα, καὶ ἄς σκεφτοῦμε, «Τοῦτο τὸ βασίλειο εἶναι ἱερό, εἶναι ὁ ἱερὸς τόπος τοῦ Θεοῦ· ἄς εἰσέλθω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ· «ἄς στραφοῦμε στὸν Θεό καὶ ἄς ποῦμε. «Κύριε, Εἶμαι ἀνάξιος, καὶ ὅμως ἔχω ἀγαπηθεῖ ἀπὸ ἐσένα· εἶμαι μολυσμένος, καὶ ὅμως μπορῶ νὰ ἀγαπῶ ἐσένα, Ὦ Κύριε, καὶ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μου. Μὲ ἀτέλειες, ὅμως εἶναι τὸ μόνο ἔδαφος ὅπου μπορῶ νὰ σταθῶ ἐδῶ».

Ἀμήν. 

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ

   
Δὲν ξέρω ἂν τὸ ἔχετε παρατηρήσει, καλοί μου φίλοι. Ἡ ψυχή μας εἶναι πλασμένη νὰ λαχταρᾶ τὸ νέο, τὸ καλύτερο, τὸ ὡραιότερο, τὸ ἀνώτερο, τὸ ἅγιο. Αὐτὰ ἀναζητᾶ συνέχεια, ὅλο γι᾽ αὐτὰ πασχίζει, γι᾽ αὐτὰ ἀγωνίζεται καὶ δαπανᾶται, ἀκόμη καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει καὶ πολύ!


Τὴν ἀναζήτηση αὐτῶν τὴν βλέπουμε ποικιλοτρόπως στὴν καθημερινότητά μας. Γιὰ παράδειγμα ὑπάρχει σήμερα ἡ λεγόμενη «κουλτούρα τῆς καινοτομίας» στὰ πάντα. Στὴν τεχνολογία, στὴν ἐπιστήμη, στὴν κοινωνία, στὶς ἰδέες, στὴν ἀγορά. Ὅλοι προσ παθοῦν νὰ δημιουργήσουν κάτι νέο, κάτι πρωτό τυπο, κάτι πιὸ ἑλκυστικὸ καὶ σαφῶς καλύτερο ἀπ’ ὅ,τι ὑπάρχει. Τί ἀποκάλυψη!

Ἔπειτα ὁ πόθος μας γι᾽ αὐτὸ τὸ νέο, φαίνεται καὶ ἀπ᾽ τὶς εὐχές, ποὺ δίνουμε καὶ παίρνουμε κάθε φορὰ γιὰ τὴ «νέα χρονιά», τὸν «νέο μήνα», τὴν «νέα ἑβδομάδα» ἢ καὶ τὴ «νέα ἡμέρα» ἀκόμη. Ἀλλὰ τί θὰ πεῖ νέος χρόνος καὶ παλιός, νέα ἡμέρα καὶ παλιά; Ὁ χρόνος ἕνας εἶναι, οὔτε νέος οὔτε καὶ παλιός, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ὑποδιαιρέσεις του βέβαια. Ἡ ἀνάγκη βρίσκεται σαφῶς ἀλλοῦ, ἀκριβῶς σ᾽ αὐτό: Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ πετύχουμε αὐτὸ τὸ «νέο» στὴ ζωή μας!

Ἀλλὰ καὶ πόσα δὲν κάνουμε καὶ γιὰ τὴν λεγόμενη «ἀνανέωση» (ἢ θὰ τὴν λέγαμε «ἀναπαλαίωση»;)! Μία ἀνανέωση, ποὺ τὴν ψάχνουμε στὶς διασκεδάσεις, στὶς ἐκδρομές, στὶς συναντήσεις, στὶς ἀγορές, στὴν ἐνδυμασία, στὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιά, στοὺς («νέους») φίλους καὶ τὶς παρέες, στὶς ἐρωτικὲς σχέσεις, στὰ ὅποια (τεχνολογικὰ ἢ ἄλλα) ἐρεθίσματα καὶ καινοτομίες κ.λπ.

Κι ἂν αὐτὸ τὸ νέο, ἂν ἡ κάθε καινοτομία καὶ ἡ κάθε ἀνανέωση ἀναζητεῖται στὸ χῶρο τοῦ ὡραίου, τοῦ ἀνωτέρου καὶ τοῦ ἁγίου, τότε τί εὐλογία! Ὅλα μεταβάλλονται σὲ παράδεισο, μέσα μας καὶ γύρω μας. Τότε ἀληθινὰ προοδεύουμε, τότε στ᾽ ἀλήθεια εἴμαστε προοδευτικοί. Γιατί «πρόοδος», σύμφωνα μὲ τὸ λεξικό, σημαίνει «πηγαίνω μπροστά». Πρὸς τὸν Θεό…

Ἂν τώρα οἱ καινοτομίες μας εἶναι πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση, δηλαδὴ πρὸς τὸ κακό, πρὸς τὸ αἰσχρό, πρὸς τὴν ἁμαρτία, τότε γίνεται κόλαση ἡ ζωή μας, ἀπέχουμε πλέον πολὺ ἀπὸ τὴν πρόοδο κι ὅλο ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτήν.

Ἂς τὸ δοῦμε αὐτὸ καὶ μὲ ἕνα πολὺ ἁπλὸ παράδειγμα. Κάποιος ἐγκαθίσταται σ’ ἕνα σπίτι. Ἂν πρὶν ἐγκατασταθεῖ τὸ περιποιηθεῖ, βάλει καλύτερη διακόσμιση, τὸ καθαρίσει κ.λπ. τότε καινοτόμησε πρὸς τὸ καλύτερο καὶ θὰ ζεῖ σαφῶς σὲ ὡραιότερο περιβάλλον. Ἄν, ἀντίθετα, ἐκεῖ ποὺ εἶναι πανέμορφο καὶ λάμπει ἀπὸ καθαριότητα, τὸ μεταβάλλει σέ… στάβλο, τότε καινοτόμησε μέν, ἀλλὰ πρὸς ποιὰ κατεύθυνση;

Ἔχει λοιπὸν πολὺ σημασία πρὸς ποιὰ κατεύθυνση εἶναι οἱ ἀλλαγές, ποὺ ἐπιδιώκουμε στὴ ζωή μας, δηλαδὴ πρὸς τὰ ποῦ διοχετεύουμε αὐτὴ τὴν ἔμφυτη τάση, ποὺ ἔχουμε ὅλοι, γιὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ καινούργιου.

Ἔπειτα ἡ ἀναζήτηση τοῦ νέου, εἶναι καὶ ἀνάγκη. Καὶ μάλιστα ἐπιτακτική! Γιατί κι αὐτὸ ἀκόμη τὸ νέο, ποὺ κατακτήσαμε, ποὺ δημιουργήσαμε ἢ καὶ ἀγοράσαμε, μὲ τὸν καιρὸ παλιώνει, γερνάει καὶ πεθαίνει. Γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ὅλα, μὰ ὅλα, εἶναι φθαρτὰ καὶ μάταια! Πρόσωπα, πράγματα, ἰδέες, ἀντιλήψεις… Μὰ ὅλα!

Τὸ βλέπουμε πολὺ καθαρὰ αὐτὸ καὶ στὰ διάφορα καταναλωτικὰ προϊόντα καὶ μάλιστα τὰ τεχνολογικά. Ἐκεῖ ποὺ ἀνανεώσαμε τὸν ὅποιο ἐξοπλισμὸ εἴχαμε μὲ κάτι ἐντελῶς νέο καὶ ἐπαναστατικό, σὲ λίγο, σὲ χρόνο ποὺ ὅλο καὶ λιγοστεύει, αὐτὰ τὰ προϊόντα εἶναι ἤδη ξεπερασμένα, γιατί κάτι ἄλλο, ἐντελῶς νέο κι ἀκόμη πιὸ ἐπαναστατικὸ ἐμφανίστηκε στὴν ἀγορά!

Κι ἐνῶ ὅλο γιὰ τὸ νέο πασχίζουμε, τὴν καινοτομία καὶ τὴν ἀνανέωση, στὸ τέλος τί διαπιστώνουμε; Πὼς πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ μὲ πάθος ἐπιδιώξαμε μᾶς κούρασαν, μᾶς ξόδεψαν, μᾶς ἀπογοήτευσαν! Καὶ μᾶς γέρασαν ἀκόμη πιὸ πολύ, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά! Ἁπλῶς στὴν ἀρχὴ μᾶς ἔφεραν μία ψευδαίσθηση εὐτυχίας, καὶ τίποτα περισσότερο, τίποτα τὸ μεγάλο, τίποτα τὸ οὐσιαστικό. Ἐξ ἄλλου αὐτὸς δὲν εἶναι καὶ ὁ λόγος, ποὺ μᾶς ἀναγκάζει καὶ πάλι νὰ ἀναζητοῦμε τὸ νέο, τὴν καινοτομία, τὴν ἀνανέωση;

Ὁπότε τί κάνουμε; Μὲ τί ἄλλο θὰ ἀνανεωθοῦμε πλέον; Στ’ ἀλήθεια ποῦ βρίσκεται ἡ λύση; Μοῦ ἔκανε πολὺ ἐντύπωση μία φράση ἑνὸς γνωστοῦ Ψαλμοῦ. Προσέξτε τί λέει: «Ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου» (Ψαλμ. 102,5). Δηλαδὴ ἡ νεότητά σου θὰ ἀνανεωθεῖ σὰν τοῦ ἀετοῦ. Πῶς; Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ πῶς, πρέπει πρῶτα νὰ δοῦμε τί ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸν ἀετό.

Ὁ ἀετὸς λένε πὼς εἶναι τὸ μακροβιότερο ἁρπακτικὸ πουλί. Μπορεῖ νὰ φθάσει καὶ στὴν ἡλικία τῶν 70 ἐτῶν ἀκόμη, ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅρο. Ἐκεῖ στὰ 40 του, νὰ πάρει μία πολὺ σκληρὴ ἀπόφαση. Τὴν ἀπόφαση τῆς ἀνανέωσης! Γιατί, λόγῳ τοῦ γήρατος, τὰ μακριά του νύχια δὲν μποροῦν πλέον νὰ ἁρπάξουν τὴ λεία του. Τὸ μακρὺ καὶ κοφτερό του ράμφος κυρτώνει τόσο πολύ, ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τεμαχίσει τὸ θήραμά του. Τὰ δὲ φτερά του γίνονται πολὺ βαριά, ἐπειδὴ τὰ πούπουλα ἔχουν γίνει πολὺ πυκνὰ καὶ τὸν δυσκολεύουν νὰ πετάξει. Ὁπότε ἔχει δύο ἐπιλογές. Ἢ νὰ πεθάνει ἐκεῖ στὰ 40 του ἢ νὰ περάσει μία ἐπώδυνη διαδικασία ἀλλαγῆς, ποὺ διαρκεῖ 5 μῆνες!

Καὶ τί πρέπει νὰ κάνει ἀκριβῶς; Ἀφοῦ ἀνέβη ὅσο ψηλὰ γίνεται, στὴ συνέχεια νὰ πέσει μὲ ὁρμὴ καὶ νὰ χτυπήσει τὸ ράμφος του πάνω σ᾽ ἕνα βράχο, ἔτσι ὥστε νὰ τὸ ἀποκόψει! Κατόπιν θὰ περιμένει νὰ φυτρώσει τὸ καινούργιο. Στὴ συνέχεια θὰ πρέπει νὰ ἀποκόψει καὶ τὰ γερασμένα νύχια του. Ὅταν κι αὐτὰ ἀνανεωθοῦν, τότε ἀρχίζει νὰ μαδάει τὰ ἐπιπλέον πούπουλα ἀπ’ τὰ φτερά του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀνανεώνεται τόσο πολύ, ποὺ μπορεῖ νὰ ζήσει ἄλλα 30 χρόνια! Ἔτσι ὁ ἀετός, μέσα ἀπ’ τὴ συντριβὴ τοῦ παλαιοῦ, γίνεται πλέον τὸ σύμβολο τῆς ἀνανέωσης. Τί πρότυπο!

Κι ἐμεῖς πῶς μποροῦμε ἆραγε νὰ κατορθώσουμε κάτι τέτοιο; Μὰ κοντὰ στὸν Θεό. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέει καὶ ὁ ἐν λόγῳ Ψαλμός. Καὶ μὲ μία πρὸς τὰ κάτω κίνηση, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία –τί παράξενο– μᾶς φέρνει πάλι πολὺ ψηλά, στ’ οὐρανοῦ τὰ πλάτη. Γι᾽ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς «ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18,14). Ναί!

Δηλαδὴ αὐτὴ ἡ πολυπόθητη ἀνανέωση βρίσκεται στὸ νὰ πέσουμε ἀπ’ τὸ ὅποιο «μεγαλεῖο» μας στὸ βράχο τῆς μετανοίας καὶ νὰ συντρίψουμε κάθε ἁμαρτία, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν θάνατο! Βρίσκεται σαφῶς στὴν ἀποφασιστικὴ ἐπιστροφή μας στὸν Θεό!

Κι ὅταν μετανοοῦμε ἀδιάκοπα, ὅπως μᾶς ζητοῦν νὰ κάνουμε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τότε καὶ ἀδιάκοπα ἀνανεωνόμαστε, τότε δὲν ζοῦμε ἄλλα 30 χρόνια μόνο, ὅπως ὁ ἀετός, ἀλλὰ αἰώνια. Μπορεῖ νὰ σῶμα μας νὰ γερνάει, ὡς φθαρτὸ ποὺ εἶναι, ὄχι ὅμως καὶ ἡ ψυχή μας, ἡ ὁποία συνεχῶς καινοτομεῖ μὲ τὶς κάθετες κινήσεις τῆς μετανοίας, ποὺ τὴν ὁδηγοῦν στὰ οὐράνια, δηλαδὴ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἐξάλλου αὐτὴ ἡ συνεχὴς τάση ἀναζήτησης τοῦ καινούργιου, τί ἄλλο ἀποκαλύπτει παρὰ τὸ ὅτι αὐτὸ βρίσκεται τελικὰ ἔξω ἀπ’ ὅ,τι φθαρτό; Πὼς καὶ τὸ καινούργιο εἶναι κι αὐτὸ μέγα προνόμιο Ἐκείνου, ποὺ εἶναι ἄφθαρτος καὶ αἰώνιος; Κι Αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ αἰώνιος νέος. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πάντοτε μάταιη καὶ φθαρτή, γι᾽ αὐτὸ καὶ μᾶς παλαιώνει, μᾶς γερνάει καὶ μᾶς πεθαίνει!

Γράφει ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης πὼς ὁ Χριστὸς «εἶναι ἀναλλοίωτος καὶ πάντοτε ἴδιος καὶ ἀπαράλλακτος, χωρὶς νὰ ἐπιδέχεται πρόοδο πρὸς τὸ καλύτερο (γιατί εἶναι ἡ ὑψηλοτάτη ἀρετή), οὔτε καὶ μεταβολὴ πρὸς τὸ χειρότερο (γιατί δὲν εἶναι δυνατόν). Ἀντίθετα, μεταβάλλει καὶ ἀλλοιώνει αὐτά, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη βελτίωσης… Δὲν μεταβάλλεται, γιατί εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ κάθε μεταβολή. Ὅμως ἀλλοιώνει καὶ μεταβάλλει καὶ βελτιώνει καὶ ὁδηγεῖ σὲ καλύτερη κατάσταση αὐτούς, ποὺ χρειάζονται μεταβολή».

Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς ζητᾶ νὰ ἀποβάλλουμε καὶ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ» (Κολ. 3,10). Καὶ τότε, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος, γινόμαστε «νέο δημιούργημα». Μὴ ξεχνοῦμε πὼς ἅγιος εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος. Καὶ ὁ Χριστὸς κοντά Του θέλει μόνο νέους, δηλαδὴ ἁγίους.

Δὲν θὰ πρέπει δὲ νὰ μᾶς διαφεύγει, παιδιά, καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, στὴν ἐποχή μας ἰδιαίτερα, ἀντὶ οἱ γέροι νὰ γίνονται παιδιά, ἡ προσπάθεια πλέον εἶναι νὰ γίνουν τὰ παιδιὰ γέροι! Γι᾽ αὐτὸ καὶ μᾶς μπουχτίζουν ὅλο καὶ πιὸ νωρὶς μὲ κάθε ἁμαρτία. Δηλαδὴ μὲ κάθε ματαιότητα, παλαιότητα καὶ φθορά. Καὶ τὸ πετυχαίνουν αὐτὸ σὲ ποιούς; Μὰ σὲ ὅσους ἀπὸ μᾶς πείσουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπ᾽ τὸν Αἰώνιο Νέο, τὸν Χριστό....

Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος

πηγή : ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

πηγή

Ταπείνωση (Κυριακή τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου) π. Alexander Schmemann Alexander




Ἡ ἑπόμενη Κυριακὴ ὀνομάζεται «Κυριακή τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου». Τὴν παραμονὴ τῆς ἡμέρας αὐτῆς, δηλαδὴ στὸν Ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ λειτουργικὸ βιβλίο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ποὺ λέγεται Τριώδιο. Ἀπ’ αὐτὰ διαβάζονται διάφορα κείμενα ποὺ τὰ προσθέτουμε στοὺς συνηθισμένους ὕμνους καὶ τὶς εὐχὲς τῆς ἑβδομαδιαίας ἀναστάσιμης ἀκολουθίας. Ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα παρουσιάζουν τὴν ἑπόμενη μεγάλη πλευρὰ τῆς μετάνοιας: τὴν ταπείνωση.

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα (Λουκ. 18, 10-14) περιγράφει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι πάντα εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ ποὺ νομίζει ὅτι συμμορφώνεται μὲ ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τῆς θρησκείας. Εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ πολὺ περήφανος γι’ αὐτόν. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἔχει παραποιήσει τὸ νόημα τῆς θρησκείας. Τὴν ἔχει περιορίσει σὲ ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ μετράει τὴν εὐσέβειά του μὲ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων ποὺ συνεισφέρει στὸ ναό. Ὅσο γιὰ τὸν Τελώνη, αὐτὸς ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του καὶ αὐτὴ ἡ ταπείνωση τὸν δικαιώνει μπροστὰ στὸ Θεό.

Ἂν ὑπάρχει μία ἠθικὴ ἀξία ποὺ σχεδὸν ἀπόλυτα παραθεωρεῖται ἢ ἀγνοεῖται σήμερα εἶναι πραγματικὰ ἡ ταπείνωση. Ὁ πολιτισμὸς στὸν ὁποῖο ζοῦμε διαρκῶς ἐνσταλάζει μέσα μας τὴν ἔννοια τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς αὐτοεξύμνησης καὶ τῆς αὐτοδικαίωσης. Εἶναι οἰκοδομημένος πάνω στὴν ἀλαζονικὴ ὑπόθεση ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πετύχει ὁτιδήποτε μόνος του, καὶ φτάνει στὸ νὰ περιγράφει τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ἕνα ποὺ πάντοτε ἀμείβει τὶς ἐπιτυχίες καὶ τὰ καλὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ταπείνωση — εἴτε ἀτομική, εἴτε ὁμαδική, εἴτε ἐθνικὴ εἶναι — θεωρεῖται δεῖγμα ἀδυναμίας, κάτι ἀνάρμοστο γιὰ ἕναν ἀληθινὰ ἄνθρωπο. Ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ χριστιανοὶ σήμερα δὲν εἶναι ποτισμένοι μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ φαρισαίου; Μήπως καὶ μεῖς δὲ θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλὴ πράξη» μας, καθετὶ ποὺ κάνουμε «γιὰ τὴν Ἐκκλησία» νὰ ἀναγνωρίζεται, νὰ ἐπαινεῖται, νὰ δημοσιεύεται;

Ἀλλὰ τί εἶναι ταπείνωση; Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση μπορεῖ νὰ φανεῖ παράδοξη γιατί εἶναι ριζωμένη σὲ μία περίεργη διαβεβαίωση: Ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινός! Γιὰ κεῖνον ποὺ γνωρίζει τὸ Θεό, ποὺ Τὸν ἀτενίζει μέσα στὴ δημιουργία Του καὶ στὶς σωτήριες ἐνέργειές Του, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι πραγματικὰ μία Θεία ποιότητα, εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ περιεχόμενο καὶ ἡ λάμψη τῆς δόξας ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅπως ψέλνουμε στὴ Θεία Λειτουργία, εἶναι «πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ». Μέσα στὴν ἀνθρώπινη διανοητικότητά μας ἔχουμε τὴν τάση νὰ μὴ μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε τὴ «δόξα» μὲ τὴν «ταπείνωση» — ἀφοῦ μάλιστα ἡ ταπείνωση θεωρεῖται ψεγάδι ἢ ἐλάττωμα. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ ἄγνοιά μας καὶ ἡ ἀδεξιότητά μας εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μᾶς κάνουν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάνουν νὰ νιώθουμε ταπεινοί.

Εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ μεταφέρεις στὸ σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ τρέφεται μὲ τὴ δημοσιότητα, τὴν αὐτοπροβολὴ καὶ τὴν ἀτελείωτη αὐτοεξύμνηση, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνο ποὺ εἶναι αὐθεντικὰ τέλειο, ὄμορφο καὶ καλὸ εἶναι τὴν ἴδια στιγμὴ γνήσια ταπεινό. Ἀκριβῶς γιατί ἡ τελειότητα δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ «δημοσιότητα», τὴν ἐξωτερικὴ δόξα ἢ ἀπὸ τὴν κάθε εἴδους ἐπίδειξη. Ὁ Θεὸς εἶναι ταπεινὸς γιατί εἶναι τέλειος. Ἡ ταπείνωσή Του εἶναι ἡ δόξα Του καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀληθινῆς ὀμορφιᾶς, τελειότητας καὶ καλοσύνης: Καθένας ποὺ προσεγγίζει τὸ Θεὸ καὶ Τὸν γνωρίζει αὐτόματα μοιράζεται τὴ Θεία ταπείνωση καὶ ὡραΐζεται μέσα σ’ αὐτή. Αὐτὸ συνέβηκε μὲ τὴν Παναγία, τὴ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἡ ταπείνωση τὴν ἔκανε χαρὰ ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ τρανὴ ἀποκάλυψη τῆς ὡραιότητας πάνω στὴ γῆ· αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους· τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη στὶς σπάνιες στιγμὲς τῆς ἐπαφῆς της μὲ τὰ Θεό.

Πῶς κανεὶς γίνεται ταπεινός; Ἡ ἀπάντηση γιὰ ἕνα χριστιανὸ εἶναι ἁπλή: μὲ τὴν ἐνατένιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ὁ Ἕνας, μέσα στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε, μιὰ γιὰ πάντα, τὴ δόξα Του σὰν ταπείνωση καὶ τὴν ταπείνωσή Του σὰν δόξα. «Νῦν» εἶπε ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα τῆς ἄκρας ταπείνωσής Του, «ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ». Ἡ ταπείνωση μαθαίνεται ἐνατενίζοντας τὸ Χριστὸ ὁ ὁποῖος εἶπε: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Τελικὰ γινόμαστε ταπεινοὶ μὲ τὸ νὰ μετρᾶμε τὸ καθετὶ μὲ μέτρο τὰ Χριστὸ καὶ νὰ ἀναφερόμαστε γιὰ ὅλα σ’ Αὐτόν. Χωρὶς τὸ Χριστὸ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση εἶναι ἀδύνατη, ἐνῶ στὴν περίπτωση τοῦ φαρισαίου, ἀκόμα καὶ ἡ θρησκεία, γίνεται ὑπερηφάνεια γιὰ τὰ ἐπιτεύγματά του· ἔχουμε δηλαδὴ ἕνα ἄλλο εἶδος φαρισαϊκῆς αὐτοδοξολογίας.

Ἡ περίοδος λοιπὸν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀρχίζει μὲ μία ἀναζήτηση, μία προσευχὴ γιὰ ταπείνωση ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο, εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴ γνήσια τάξη τῶν πραγμάτων, ἡ «ἀναμόρφωση τοῦ ἀρχαίου κάλλους». Ἡ μετάνοια ἑπομένως εἶναι θεμελιωμένη στὴν ταπείνωση καὶ ἡ ταπείνωση — ἡ Θεία καὶ θαυμαστὴ ταπείνωση — εἶναι καρπός της καὶ τέρμα της. «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν», λέει τὸ Κοντάκιον τῆς ἡμέρας, «καὶ Τελώνου μάθωμεν τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς». Βρισκόμαστε μπροστὰ στὶς «πύλες τῆς μετανοίας» καὶ στὴν πιὸ ἐπιβλητικὴ στιγμὴ τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς· ἀφοῦ διαβαστεῖ τὸ Ἀναστάσιμο Εὐαγγέλιο καὶ ἀναγγελθεῖ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…», ψάλλουμε γιὰ πρώτη φορὰ τὰ τροπάρια ποὺ θὰ μᾶς συνοδεύουν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς:

Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα· ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ' ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει.

Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε· αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.

Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννόων ὁ τάλας, τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας σου, ὡς ὁ Δαυὶδ βοῶ σοι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ, ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΟΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΕΣ ΜΟΝΑΧΟΙ

1Γέροντας Βαρνάβας Χαραλαμπίδης (1864 – 1948)

Ένας άλλος Σταυροβουνιώτης ηγούμενος – μοναχός, που είχε τη μεγάλη ευλογία, να πρωτογνωρίσει το μοναχισμό στο Άγιον Όρος, ήταν ο μακαριστός Γέροντας Βαρνάβας. Ο κατά κόσμον Σταύρος Χαραλαμπίδης γεννήθηκε στο προάστιο της Λευκωσίας, Καϊμακλί, το 1864. Με την αποφοίτηση του από το Δημοτικό Σχολείο της γενέτειρας του, ακολούθησε μαζί με τα αδέρφια του (τους μετέπειτα Καλλίνικο μοναχό και Γρηγόριο ιερομόναχο) το επάγγελμα του οικοδόμου. Στα περασμένα χρόνια όσοι ασχολούνταν με το οικοδομικό επάγγελμα, δεν έκτιζαν μόνο πέτρες η πλιθάρια, αλλά έκαναν και ξυλουργικές η άλλες εργασίες που απαιτούνταν σε μια οικοδομή. Αυτό το επάγγελμα το άσκησαν για λίγο μόνο καιρό, αφού ο δρόμος της ζωής, τους έδειχνε διαφορετική πορεία.Μια πορεία που θα τους οδηγούσε σε φιδόστριφτα, ανηφορικά μονοπάτια, σε άγνωστες και στενές ατραπούς, μέχρι να αξιωθούν, να φτάσουν αισίως στις ψηλές βουνοκορφές για να συναντήσουν το Νυμφίο Χριστό. 

Έτσι ο νεαρός Σταύρος και τ’ αδέρφια του, έφυγαν κρυφά μάλιστα από τους γονείς τους, για τον ποθητό Άθωνα. Η κρυφή φυγή δεν πρέπει να ξενίζει, γιατί με αυτή, οι νέοι αθλητές του Χριστού, παρέκαμπταν τα πρώτα εμπόδια, που πιθανόν να παρουσιάζονταν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Μερικοί γονείς ήθελαν τα παιδιά κοντά τους, είτε για να τους βοηθούν στις δουλειές, είτε για να τα οδηγήσουν εκεί που οι ίδιοι αποφάσιζαν, στερώντας τους έτσι, το αναφαίρετο δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας. Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού (Ματθαίου ι, 36.)

Υπάρχουν όμως και γονείς που σέβονται πλήρως την ελευθερία των παιδιών τους. Αυτοί, όχι μόνο δεν αντιδρούν στις σκέψεις και αποφάσεις τους, αλλά τους συμπαραστέκονται και στην πρέπουσα ώρα βοηθούν στην πραγματοποίηση τους. Παράδειγμα, ο πατέρας των αξιομακάριστων Σταυροβουνιωτών μοναχών Παΐσιου και Δαμασκηνού, ιερέας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην κωμόπολη Αραδίππου. Βλέποντας ο πατέρας, τον διακαή πόθο του γιου του Δαμασκηνού για μοναχική ζωή, τον παρακίνησε να επισκεφθεί τον αδερφό του Παΐσιο στο Σταυροβούνι όπου μόναζε και να ακολουθήσει και αυτός το μοναχικό βίο.

Ο Δαμασκηνός άκουσε τον πατέρα του, μετάβηκε στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, φόρεσε το καλογερικό ράσο και παρέμεινε ‘είς τάς αύλάς του Κυρίου, μέχρι την αναχώρηση του «εις τάς αιωνίους μονάς, του Ύψιστου». Και μια ενάρετη, θεοσεβής κυρία από την Αθήνα, ονομαζόμενη Θεοδώρα, όταν ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης, της είπε πως ο γιος της θα θεραπευθεί και να τον χαρίσει στον Όσιο Δαυίδ (Ιερά Μονή Οσίου Δαυίδ του Γέροντος στη Λίμνη Εύβοιας) να τον υπηρετεί, απάντησε:

– Μακάρι Γέροντα, να έχω τέτοια ευλογία.

Στο Άγιο Όρος τα τρία αδέρφια ντύθηκαν το τιμημένο καλογερικό ράσο και υποτάχθηκαν σε έμπειρους Γέροντες. Ο Βαρνάβας κοινοβίασε στη Μονή των Αγίων Αποστόλων, την καλούμενη του Καρακάλλου, ως υποτακτικός του αυστηρού Γέροντα Κοδράτου. Στην ίδια Μονή κοινοβίαζε και ένας πρώτος τους ξάδερφος, ο οποίος τελειώθηκε εκεί ως προϊστάμενος με το όνομα Πέτρος. Η εγκαταβίωση του αθλητή του Χριστού Βαρνάβα, στον καθαγιασμένο Άθωνα, χρονολογικά τοποθετείται τη δεκαετία του 1880, αφού δέκα χρόνια αργότερα, βρίσκεται στην αναπαλαιωμένη Μονή Σταυροβουνίου, η οποία εκείνη την περίοδο,είχε περιέλθει στα στιβαρά χέρια του στυλοβάτη του κυπριακού κοινοβιακού μοναχισμού, Γέροντα Διονυσίου.

Οι έμπειροι Αγιορείτες μοναχοί, εφοδιασμένοι με τα κατάλληλα πνευματικά εφόδια που πλούσια κέρδισαν στον Άθωνα, επέστρεψαν έτοιμοι στην πατρίδα τους, για να μεταλαμπαδέψουν σ’ αυτή, τον γνήσιο αγιορείτικο μοναχισμό–ασκητισμό. (Τα βιογραφικά των Γερόντων Διονυσίου και Βαρνάβα, είναι γραμμένα στο βιβλίο «Η Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, Ιστορία–Αρχιτεκτονική–Κειμήλια», από το οποίο αντλήσαμε τα σημαντικότερα).

Γέροντες Καλλίνικος και Γρηγόριος
Οι κατά σάρκα αδερφοί του ηγούμενου Σταυροβουνίου Βαρνάβα Χαραλαμπίδη, γεννήθηκαν στο Καϊμακλί, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Όπως γράφηκε και στο κείμενο για το μακαριστό Σταυροβουνιώτη Ηγούμενο Γέροντα Βαρνάβα, τα τρία αδέρφια αναχώρησαν την ίδια περίοδο από την Κύπρο για το Άγιον Όρος (περίοδος δεκαετίας 1880). Από πληροφορία του Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού, την οποία συναντούμε στο βιβλίο του «Οσίων Μορφών Αναμνήσεις», οι Γέροντες Καλλίνικος και Γρηγόριος, προτίμησαν να εγκαταβιώσουν στη Σκήτη της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννας, στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου, η οποία στις μέρες μας είναι γνωστή ως Καλύβη των Καρτσωναίων, ένεκα της εκεί εγκατάστασης, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, της εκλεκτής συνοδείας των Καρτσωναίων.

Στο Όρος, ο μοναχός Καλλίνικος ασχολήθηκε με τη ξυλουργική και άλλες χειρωνακτικές εργασίες. Και οι δυο αυταδελφοι μοναχοί υπήρξαν παράδειγμα υπακοής και αυταπάρνησης. Το 1890 οι μοναχοί Καλλίνικος και Γρηγόριος επέστρεψαν από το Άγιο Όρος και ανέβηκαν στην κορφή του Σταυροβουνίου για να διακονήσουν το μοναστήρι του Θεοκρέμμαστου (Ιερά Μονή Σταυροβουνίου). Λίγες μέρες μετά την κοίμηση του μοναχού Καλλίνικου, ο αδελφός του Ηγούμενος της Μονής Σταυροβουνίου, Γέροντας Βαρνάβας, έδειξε στα μέλη της ιεράς Αδελφότητας, το μοναδικό υλικό πλούτο του μακαριστού Καλλίνικου. Ένα παλιό, φθαρμένο κρεββάτι, στ’ οποίο φώλιαζαν αμέτρητοι κοριοί. Είχε ο Γέροντας Καλλίνικος το μεγαλύτερο πλούτο που έπρεπε να έχει ως μοναχός. Τον πλούτο της ακτημοσύνης του.

Κώστα Παπαγεωργίου, Κύπριον Πατερικόν Αγίου Όρους, Εκδόσεις Παλέττα, Κύπρος 2011.
πηγή

Τελώνου καὶ Φαρισαίου Anthony Bloom





Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Πόσο μικρὴ καὶ γνωστὴ εἶναι ἡ σημερινὴ παραβολὴ καὶ πόσο δυνατὸ καὶ προκλητικὸ εἶναι τὸ μήνυμά της.

Εἶναι δυνατὸ καὶ φαίνεται μέσα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ κειμένου. Δύο ἄνδρες ἦλθαν στὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, σ’ ἕναν χῶρο ἱερό, στὸ Βασίλειό Του, ποὺ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ χάνεται μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, Τοῦ ἀνήκει ἀνεπιφύλακτα. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄνδρες περπατᾶ ὑπερήφανα πρὸς τὸν ναὸ καὶ παίρνει θέση μπροστὰ στὸν Θεό. Ὁ ἄλλος ἔρχεται καὶ οὔτε κἄν τολμᾶ νὰ διασχίσει τὸ κατώφλι τοῦ ναοῦ: εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ χῶρος εἶναι ἱερός, ὅπως ὁ χῶρος γύρω ἀπὸ τὴν Φλεγόμενη Βάτο στὴν ἔρημο ὅπου ὁ Μωυσῆς δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει χωρὶς νὰ λύσει τὰ ὑποδήματά του, παρὰ μόνο μὲ λατρεία καὶ φόβο Θεοῦ.

Καὶ πόσο διαφορετικὰ εἶναι τὰ λόγια ποὺ εἰπώθηκαν! Προφανῶς ὁ Φαρισαῖος προσεύχεται στὸν Θεό, Τὸν δοξάζει - ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο; Ἐπειδὴ εἶχε δημιουργήσει ἕνα ἄνθρωπο σὰν αὐτόν, ἕναν ἄνθρωπο τόσο ἅγιο, τόσο ἄξιο γιὰ τὸν Θεὸ· ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ὄχι μόνο δὲν τηρεῖ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου, ἀλλὰ πηγαίνει πέρα ἀπὸ ὅ,τι ἔχει προστάξει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ περιμένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πραγματικὰ στέκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δοξολογώντας Τον, ποὺ αὐτός, εἶναι τόσο ὑπέροχος ποὺ εἶναι δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἁγιότητάς Του.

Ὁ Τελώνης δὲν τολμᾶ κἄν νὰ εἰσέλθει στὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ἡ παραβολὴ εἶναι ξεκάθαρη: ὁ ἄνδρας ποὺ ἦλθε καὶ στάθηκε μὲ συντετριμμένη καρδιά, μὲ ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ εἰσέλθει στὸν ναό, ἐπιστρέφει σπίτι του συγχωρεμένος, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: συντροφευμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ποὺ παραστέκεται σ’ ὅποιον Τὸν χρειάζεται καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκη του γιὰ σωτηρία.

Ὁ Φαρισαῖος πηγαίνει σπίτι του, ἀλλὰ ἔχει συγχωρεθεῖ λιγότερο· ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἡ ἴδια· στὴ σχέση αὐτὴ αὐτὸς βρίσκεται στὸ κέντρο, ὁ Θεὸς στὴν περιφέρεια· ἐκεῖνος βρίσκεται στὸ κέντρο τῶν πραγμάτων, ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχείριό Του. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὅ,τι ἔκανε ἦταν χωρὶς ἀξία· ἁπλῶς σημαίνει ὅτι ὅσο τὸν ἀφορᾶ, δὲν ὑπῆρξε σ’ ἐκεῖνον καρπὸς ἁγιότητας. Οἱ πράξεις του ἦταν καλὲς ἀλλὰ ἦταν ἀλλοιωμένες, δηλητηριασμένες ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια· ἡ ὀμορφιὰ σ’ ὅ,τι ἔκανε εἶχε ἐντελῶς ἀμαυρωθεῖ ἐπειδὴ δὲν ἀπευθυνόταν οὔτε στὸν Θεό, οὔτε στὸν πλησίον του· στρεφόταν στὸν ἑαυτό του. Καὶ λέγεται ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια ἀπογύμνωσε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ἀφαίρεσε τοὺς καρποὺς τῶν καλῶν του ἔργων, τὸν καρπὸ τῆς ἐξωτερικῆς πίστης του στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόνο ἡ ταπείνωση θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρει στὶς πράξεις του νόημα, ποὺ μόνο ἡ ταπείνωση θὰ μεταμόρφωνε σὲ ζωὴ τὶς πράξεις του, στὸ νερὸ τῆς ζωῆς ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα.

Ὅμως μία ἐρώτηση στέκει μπροστά μας: πῶς μποροῦμε νὰ μάθουμε κάτι γιὰ τὴν ταπείνωση ἐὰν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητη προϋπόθεση νὰ μὴν εἴμαστε ὅπως ἡ ἄκαρπη συκιά, ἀλλὰ γόνιμοι, νὰ γίνουμε ἡ πλούσια σοδειὰ ποὺ θὰ τρέφει τοὺς ἀνθρώπους;

Δὲν πιστεύω ὅτι μποροῦμε νὰ κινηθοῦμε πρὸς τὴν ταπείνωση ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ἀπὸ ματαιότητα, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς συμβεῖ κάτι τόσο τραγικὸ ποὺ νὰ δοῦμε, ν’ ἀνακαλύψουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εἶναι ἐντελῶς στερημένοι ἀπὸ τὸ κάθε τι ποὺ στήριζε τὴν ἁμαρτωλή, καταστροφική, ἄκαρπη κατάστασή μας. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα πράγμα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε: ὅσο πιστεύουμε ὅτι κατέχουμε κάθε εἴδους χάρισμα τῆς καρδιᾶς, τοῦ νοῦ, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ὅσο καρποφόρα μπορεῖ νὰ εἶναι τὰ ἔργα μας, μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: Ὦ ἄνθρωπε, τί ἔχεις ποὺ δὲν σοῦ ἔχει δοθεῖ;!...Καὶ πράγματι, ἠχοῦν σὰν ἀντίλαλος στ’ αὐτιά μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου στὸν πρῶτο Μακαρισμό, στὸν Μακαρισμὸ ποὺ ἀνοίγει τὴν πόρτα σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους : «Εὐλογημένοι εἶναι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα… Εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ γνωρίζουν ὄχι μόνο μὲ τὴ λογικὴ - ἀλλὰ τουλάχιστον μὲ τὴ λογική!- ὅτι εἶναι ἕνα τίποτα, ὅτι δὲν κατέχουν τίποτα ποὺ δὲν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς μᾶς κάλεσε νὰ ὑπάρξουμε ἀπὸ τὸ μηδέν, δίχως τὴ συμμετοχή μας: ἡ ὕπαρξή μας εἶναι ἕνα δῶρο! Μᾶς δόθηκε ζωὴ ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ δημιουργήσουμε. Μᾶς δόθηκε ἡ γνώση τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, καὶ πράγματι μᾶς δόθηκε μία βαθύτερη, πιὸ οἰκεία γνώση τοῦ Θεοῦ- ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνα δῶρο! Καὶ τότε, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ: τὸ σῶμα, ἡ καρδιά, ὁ νοῦς, ἡ ψυχὴ μας - ποιὰ δύναμη ἔχουμε σ’ αὐτὰ τὰ δῶρα ὅταν ὁ Θεὸς δὲν τὰ στηρίζει..; Ἡ μεγαλύτερη εὐφυία μπορεῖ ξαφνικὰ ἀπὸ ἕνα ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο νὰ χαθεῖ στὸ σκοτάδι· ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ ἀντιμετωπίζουμε μία ἀνάγκη ποὺ χρειάζεται ὅλη μας τὴ συμπάθεια, τὴν ἀγάπη - καὶ ἀνακαλύπτουμε ὅτι ἡ καρδιὰ μας εἶναι καμωμένη ἀπὸ πέτρα καὶ πάγο… Καὶ θέλουμε νὰ κάνουμε τὸ καλὸ - καὶ δὲν μποροῦμε καὶ ἤδη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ γνώριζε ὅταν εἶπε: Δὲν κάνω αὐτὸ ποὺ ἀγαπῶ, καὶ πράττω συνεχῶς τὸ κακὸ ποὺ μισῶ… Καὶ τὸ σῶμα μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τόσα πολλὰ πράγματα!

Καὶ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν φιλία ποὺ μᾶς προσφέρεται, τὶς σχέσεις μας, τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς στηρίζει, τὴν συντροφικότητα· ὅ,τι εἴμαστε καὶ ὅ,τι ἔχουμε εἶναι ἕνα δῶρο: καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἑπόμενο βῆμα: δὲν εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη; Δὲν μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεό, ὄχι σὰν τὸν φαρισαῖο, μὲ ὑπερηφάνεια γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ξεχνώντας ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι δικά Του, ἀλλὰ νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ποῦμε: Θεέ μου, ὅλα αὐτὰ εἶναι δικό σου δῶρο! Ὅλη αὐτὴ ἡ ὀμορφιά, ἡ ἐξυπνάδα, ἡ εὐαίσθητη καρδιά, ὅλες ἐκεῖνες οἱ καταστάσεις τῆς ζωῆς εἶναι ἕνα δῶρο! Πράγματι ὅλες αὐτὲς οἱ καταστάσεις, ἀκόμα κι ἐκεῖνες ποὺ μᾶς φοβίζουν εἶναι ἕνα δῶρο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς λέει: Σᾶς ἐμπιστεύομαι ἀρκετὰ γιὰ νὰ σᾶς στείλω νὰ φέρετε τὸ φῶς στὸ σκοτάδι! Σᾶς στέλνω ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀποσύνθεση νὰ γίνεται τὸ ἁλάτι ποὺ θὰ τὴν σταματήσει! Σᾶς στέλνω ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ φέρετε τὴν ἐλπίδα, νὰ φέρετε τὴν χαρά, νὰ φέρετε τὴν ἀγάπη ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς στὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ γίνουμε ἡ παρουσία καὶ ἡ ζωή Του, αὐτὸ σημαίνει ὅτι μᾶς ἐμπιστεύεται- μᾶς ἐμπιστεύεται, μᾶς πιστεύει, ἐλπίζει τὰ πάντα σέ μᾶς: δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ μᾶς κάνει εὐγνώμονες;

Ἀλλὰ ἡ εὐγνωμοσύνη δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ παγωμένη λέξη εὐχαριστίας· εὐγνωμοσύνη σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμε νὰ Τὸν κάνουμε νὰ δεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν μᾶς δόθηκαν μάταια, ὅτι δὲν ἔγινε μάταια ἄνθρωπος, δὲν ἔζησε, δὲν πέθανε μάταια· εὐγνωμοσύνη σημαίνει μιὰ ζωὴ ποὺ θὰ ἔδινε χαρὰ στὸν Θεό: αὐτὴ εἶναι ἡ πρόκληση αὐτῆς τῆς ἰδιαίτερης παραβολῆς.

Ναί, τὸ ἰδανικὸ γιὰ μᾶς θὰ ἦταν νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ- ἀλλὰ τί εἶναι ταπείνωση; Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς γνωρίζει, καὶ ἐὰν κάποιος γνωρίζει, ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ μεταφέρει στὸν καθένα ποὺ δὲν γνωρίζει; Ἀλλὰ τὴν εὐγνωμοσύνη τὴν γνωρίζουμε ὅλοι· ὅλοι γνωρίζουμε μικρὲς πτυχὲς καὶ τρόπους γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουμε. Ἂς τὸ συλλογιστοῦμε αὐτό, καί, ἂς ἀναγνωρίσουμε, μὲ μία πράξη εὐγνωμοσύνης ὅτι δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ βρισκόμαστε στὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ- καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ βρισκόμαστε ἐκεῖ. Δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ κοινωνοῦμε μαζί Του εἴτε στὴν προσευχὴ ἢ στὰ μυστήρια- καὶ μᾶς καλεῖ σὲ κοινωνία μαζί Του! Δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ εἴμαστε παιδιά Του, νὰ εἴμαστε τὰ ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, νὰ εἴμαστε ἡ κατοικία τοῦ πνεύματος- καὶ μᾶς τὰ δωρίζει ὅλα μέσα ἀπὸ μία πράξη ἀγάπης!

Ἂς συλλογιστεῖ ὁ καθένας μας καὶ ἂς ρωτήσει τὸν ἑαυτό του: μὲ ποιὸ τρόπο μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο εὐγνώμων ἔτσι ὥστε ὁ Θεὸς νὰ μποροῦσε νὰ χαρεῖ στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν προσφέρθηκε μάταια, δὲν ὑπῆρξε μάταια, δὲν ἔζησε, δὲν πέθανε μάταια, ὅτι ἔχουμε λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Καὶ ἂν ἀναπτυχθεῖ βαθιὰ μέσα μας ἡ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη θὰ λατρεύσουμε τὸν Θεὸ καὶ θὰ μάθουμε ὅτι ταπείνωση δὲν εἶναι ξεπεσμός, ἀλλὰ λατρεία, ἡ ἐπίγνωση ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὅ,τι ἔχουμε, ὅ,τι εἴμαστε, καὶ ὅτι εἴμαστε ἀνοιχτοὶ ὅπως ἡ γῆ, ἡ πλούσια γῆ εἶναι ἀνοιχτὴ στὸ ὄργωμα, στὴ σπορά, στὸν σπόρο, στὴ λιακάδα, στὴ βροχή, στὸ κάθε τι προκειμένου νὰ καρποφορήσει. Ἀμήν.

Ἡ σημασία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἧλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλά μάχαιραν» (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Επιστολή στο σιδερά Κώστα

Μα ένας τόσο αληθινός και ελεήμων άνθρωπος να μην ξέρει τη βαθιά σημασία αυτών των λόγων; Νομίζω, ότι ξέρεις αλλά μόνο ζητάς επιβεβαίωση. Στους αληθινούς και ελεήμονες ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστικά. Με το Πνεύμα Του. Εάν ήσουν εσύ ο μόνος σιδεράς στα Ιεροσόλυμα όταν οι Εβραίοι σταύρωναν τον Κύριο, δεν θα υπήρχε κανείς να τους σφυρηλατήσει τα καρφιά.


«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην΄ ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34). Έτσι είπε ο Κύριος. Διάβαζε σαν να είναι ειπωμένο: δεν ήρθα να συμφιλιώσω την αλήθεια και το ψέμα, την σοφία και την βλακεία, το καλό και το κακό, το δίκαιο και την βία, την κτηνωδία και την ανθρωπιά, την αγνότητα και την ασωτία, τον Θεό και τον μαμωνά αλλά έφερα το ξίφος για να κόψω το ένα από το άλλο, για να μην ανακατεύονται.

Με τί να κόψεις, Κύριε; Με το ξίφος της αληθείας. Ή με το ξίφος τού λόγου τού Θεού, που είναι ίδιο. Αφού η αλήθεια είναι ο λόγος τού Θεού, και ο λόγος τού Θεού είναι η αλήθεια. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει: πάρετε «την μάχαιραν του Πνεύματος, ό εστι ρήμα Θεού» (Εφ. 6 ,17). Ενώ ο άγιος Ιωάννης στο όραμα για τον Υιό τού Ανθρώπου Τον έβλεπε «εν τω μέσω των επτά λυχνιών όμοιον υιώ ανθρώπου... και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» (Αποκ. 1, 13-16). Το ξίφος που βγαίνει από το στόμα τί άλλο μπορεί να είναι παρά ο λόγος τού Θεού, ο λόγος τής αλήθειας; Τούτο το ξίφος έφερε ο Ιησούς Χριστός στη γη.

Τούτο το ξίφος είναι σωτήριο για τον κόσμο, και όχι η ειρήνη τού καλού με το κακό. Και τότε και τώρα και πάντα και για πάντα.

Το ότι αυτή η αντίληψη είναι σωστή φαίνεται από τα παρακάτω λόγια τού Χριστού:«ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. 10, 35). Πράγματι, εάν ακολουθήσει ο γιός τον Χριστό και ο πατέρας παραμείνει στο σκοτάδι τού ψεύδους, το ξίφος της αλήθειας τού Χριστού θα τους χωρίσειΗ αλήθεια είναι πιο αγαπητή από τον πατέρα. Και εάν η κόρη ακολουθήσει τον Χριστό ενώ η μητέρα παραμείνει επίμονα στην απάρνηση του Χριστού, τί κοινωνία μπορεί να υπάρξει εκεί; Δεν είναι ο Χριστός πιο γλυκός από τη μητέρα; Κατά τον ίδιο τρόπο και με τη νύφη και την πεθερά της.

Όμως μην καταλάβεις λανθασμένα, ότι πρέπει εκείνος που γνώρισε και αγάπησε τον Χριστό αμέσως να αποχωριστεί σωματικά από τους συγγενείς του. Τούτο δεν το γράφει. Αρκεί με την ψυχή να είναι χωριστά, και στην ψυχή του να μην δέχεται τίποτα από τις άπιστες σκέψεις και πράξεις. Εφόσον εάν οι πιστοί αμέσως και σωματικά χώριζαν από τους απίστους, θα είχαν δημιουργηθεί στον κόσμο δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Ποιός τότε θα μάθαινε τους απίστους και θα τούς διόρθωνε; Και ο ίδιος ο Κύριος υπέμενε τον άπιστο Ιούδα δίπλα Του τρία ολόκληρα χρόνια. Ο σοφός Παύλος γράφει: «Ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί» (Α' Κορ. 7, 14).

Τελειώνοντας μπορώ να σου αναφέρω πώς αυτά τα λόγια τού Χριστού τα ερμηνεύει πνευματικά ο δοξασμένος Θεοφύλακτος της Αχρίδας ως εξής: «για τον πατέρα και τη μητέρα και την πεθερά εννόησε όλα τα παλιά, ενώ για τον υιό και την κόρη όλα τα νέα. Ο Κύριος λοιπόν θέλει οι νέες Του θεϊκές εντολές και διδαχές να νικήσουν όλες τις παλιές μας αμαρτωλές συνήθειες και έθιμα».

Έτσι τα λόγια για το ξίφος που φέρνει στη γη, εξολοκλήρου αντιστοιχούν στον Χριστό τον ειρηνοποιό και ειρηνοδότη. Ο Χριστός φέρνει την ουράνια ειρήνη του, σαν κάποιο ουράνιο βάλσαμο, σ’ εκείνους που ειλικρινά πιστεύουν σ’ Αυτόν. Αλλά δεν ήρθε να δημιουργήσει ειρήνη μεταξύ των υιών τού φωτός και των υιών τού σκότους.

Χαιρετισμούς σ' εσένα και στα παιδιά.

Ειρήνη Θεού και ευλογία.




(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, "Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…", Ιεραποστολικές Επιστολές Α’, Εκδ. "Εν Πλω", σελ.36)

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...