Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 08, 2014

Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου:Οι δύο τύποι πιστών ανθρώπων. π. Στυλιανός Μακρής

«Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τν μαρτωλό». Σήμερα κομε π τ στόμα τομετανοημένου τελώνου τν πιό γλυκι κα ποτελεσματικότερη προσευχή. Λίγα λόγια μ πολλ οσία.  φλυαρία δν ταιριάζει σ νθρώπους ποσυναισθάνονται τ βάρος τν μαρτιν ν πιέζ τν ψυχή. Τί ν πολογηθ ὁ κατάδικος; τί παραπάνω ν π  νοχος; Ξέρει πς σφαλε, μολογε τι μάρτησε· πόσο ν ραιοποιήσ τ πράγματα; πόσο ν δικαιολογήσ τν δικαιολόγητο αυτό του;


Συντετριμμένος ν,  τελώνης το σημερινο εαγγελίου δν πιζητε κάτι παραπάνω π τ λεος το Θεο. Εναι γνώστης τς σωτερικς του καταστάσεως, συγκεντρωμένος στ βάθη τς ψυχς του κα πικεντρωμένος σὲ ατ πο χει νάγκη.
 φαρισαος δν χει ατ τ στοιχεα. Βλέπει τ φαίνεσθαι, χι τ εναι του. Δν ψάχνει βαθύτερα, γιατ τν τρομάζει  δέα πς θ νακαλύψ ντς του τὸ τέρας τς μαρτίας. Το ρκε ατ τ τέρας ν εναι κρυμμένο καλά. Φοβται ν τ προκαλέσ σ δημόσια μονομαχία, γιατ  δημοσιοποίηση ατο τοῦ τέρατος εναι τελικ δημοσιοποίηση το αυτο του, περ συνεπάγεται τν ξευτελισμ κα τν ντροπή.  μυνά του πέναντι στν τερατώδη μαρτωλὸ αυτό του εναι  ραιοποίηση τς φρικτς του εκόνος, πο κα  διος δνντέχει ν τν βλέπ ξωραϊσμς τς ξω πάρξεως. Γι’ ατ λλωστε χρειάζεται ν τ πιβεβαιώσσως, δελφοί μου,  φαρισαος ν μν πολυνοιάζεται γι τ τί θ π  κόσμος, πιθανν ν μν εχε κα κανένα στ ναὸ κτς π τν διο κα τν τελώνη. Οτε γι τν Θε πολυενδιαφέρεται κατβάθος, γιατ γαλουχήθηκε μ τν διδασκαλία τι κενος γνωρίζει τ πάντα. Τννδιαφέρει μως ν πείσ τν αυτό του τι εναι θικς κα κέραιος. νασύρει π τν μνήμη τς ρετές του π νάγκη ν παραμείν νάρετος, πο βεβαίως μπορε κα ν εναι. μως  οσία δν εναι ατή. Κανες δν πρέπει ν τν κατηγορ γι τν ρετή του. στόσο κάνει να λάθος, σως μόνο να, λλὰ ξάπαντος μεγάλο. Κρίνει κα συγκρίνει· συγκρίνει τν αυτό του μ τν τελώνη, τν ποον εναι βέβαιος τι ξεπερν. Κα ατ τ κάνει, πάλι μ σκοπ νὰ ποστηρίξ τν ατοδικαίωσή του, ν πιστηρίξ τν ατοεκτίμησή του.πολαμβάνει τ ξωθεν το ποτηρίου, θαυμάζει τν πέροχο κλειστ τάφο του κα τν δυσωδία τν ασθάνεται π τος νοικτος τάφους τν λλων.
 τελώνης μως δν περιμένει δικαίωση οτε π τν αυτό του, οτε κα πὸ τν Θεό. Περιμένει μόνον λεος, γι’ ατ κα ρχεται  δικαίωση. Λέει να μορφο τραγούδι, τι τ πιό ραα πράγματα, ρχοντ’ κε πο δν τ περιμένεις. Καὶ πράγματι,  τελώνης γίνεται ποδέκτης το πιό ραίου πράγματος, το θείου λέους. Κερδίζει τν συμπάθεια το Θεο, γιατ κενος «ταπεινος δίδωσι χάριν». Εναι ταπεινς  τελώνης, πειδ ξέρει τι εναι λα σα το ποδίδει ὁ φαρισαος, ρπαγας, δικος, μοιχός, κα δν μφιβάλλει γι’ ατό, παρότι προσέρχεται στ να μετανοημένος.
 σημεριν παραβολ παρουσιάζει τος δύο τύπους τν πιστν ν τος αἰῶνες. π τ μι σοι ασθάνονται κανοποιημένοι μ τν αυτό τους στὴ σχέση τους μ τν Θε κα τν αυτό τους, π τν λλη σοι ασθάνονται πολὺ μαρτωλο κα δν τολμον ν σηκώσουν τ βλέμμα τους στν ορανό  κα νὰ σχοληθον μ τ ποιν τν λλων νθρώπων. Κα ο δύο παραπάνω τύποι πιστν νήκουν σ κείνους πο εναι κα κοντά, λλ κα μακρυ π τνκκλησία, κα ντς κα κτς τς πνευματικς ζως. διαιτέρως μως τν σκόπελο τς φαρισαϊκς ατοδικαίωσης πρέπει ν προσέξουμε σοι χουμε στεν σχέση μ τν κκλησία  καὶ  γωνιζόμαστε ν νικήσουμε τ πάθη μας. Πολλς φορς ο νίκες κα ο πιτυχίες τς πνευματικς ζως μς καθηλώνουν στ βάθρο κα νομίζουμε πς εμαστε σπουδαοι νικητές. χι πς εναι κακ ννικς τ πάθη σου, πρς Θεοσα σα εναι τ σημαντικότερο στ πνευματικὸ στάδιο. Οτε εναι κακς ο ρετς το φαρισαίου. Κάθε λλο! μως  τελικς σκοπς λων τν ρετν εναι  ψιπετήεσσα μετάνοια. Ατ δικαιώνει κα τς ποιες ρετές. Κι ν  φαρισαος δν δικαιώθηκε, ταν πειδ κατ βάθος πεχθανόταν τν μετάνοια, γιατ τν καταλάβαινε ς λεγχο κι χι ς στεφάνι τς ρετς του. 
Πόσο ραος στ μάτια το Θεο φαίνεται κενος πο μπορε ν συνδυάσκα τ δύο, ρετς κα μετάνοια. λλ κι ν εναι ν προτιμήσουμε να π τδύο, ς εναι τ δεύτερο, ατ πο εχε  τελώνης. Γιατ τ πρτο μόνο του δν μς σζει. ν τ δεύτερο κα μόνο του στειλε νθρώπους στν παράδεισο κα τος κατέστησε φίλους το Θεο, κληρονόμους τς αώνιας ζως.

π. Στυλιανός Μακρής

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ ῾῎Ανθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος Τελώνης᾽ (Λουκ. 18, 9) π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ


῾῎Ανθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος Τελώνης᾽ (Λουκ. 18, 9)

α. Ένας θεωρούμενος άγιος και ένας θεωρούμενος αμαρτωλός βρίσκονται στον ίδιο χώρο του ναού, για να προσευχηθούν. Ο ένας, ο Φαρισαίος, γεμάτος αρετές που επιβεβαιώνονταν στην πράξη, καταδικάζεται: η προσευχή του απορρίπτεται. Ο άλλος, ο Τελώνης, γεμάτος από αμαρτίες και αδικίες, δικαιώνεται: η προσευχή του γίνεται αποδεκτή από τον Θεό. Στην αρχή του Τριωδίου, της ευλογημένης περιόδου που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, η Εκκλησία μας προβάλλει το ανατρεπτικό αυτό σκηνικό. Για να μας θυμίσει ότι ένας είναι ο δρόμος της περπατησιάς μας σ’ αυτόν τον κόσμο: ο δρόμος της τελωνικής κραυγής: «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Τι τελικά συμβαίνει;

 β. 1. Και οι δύο, και ο Φαρισαίος και ο τελώνης, επιτελούν κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται καλό: προσεύχονται. Παγκοσμίως και πανθρησκειακώς, η προσευχή θεωρείται ότι είναι μία από τις ανώτερες ενέργειες της ψυχής του ανθρώπου, αν όχι η ανώτερη, κατεξοχήν δε στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο ιουδαιοχριστιανισμός κατανοεί την προσευχή ως καρπό της πρώτης και μεγάλης εντολής του Θεού, της αγάπης προς Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Αναφέρεσαι στον Θεό και διαλέγεσαι με Εκείνον, τον Οποίον καλείσαι να αγαπάς καθ’ ολοκληρίαν, γιατί σε δημιούργησε, σε φροντίζει, σε διακυβερνά, είναι ο τελικός κριτής σου. Με το δεδομένο μάλιστα της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού» δημιουργίας σου. Κι ακόμη περισσότερο, εκεί που η προσευχή θεωρείται ό,τι πιο φυσικό και αναγκαίο μπορεί να υπάρξει στον άνθρωπο, κατά κυριολεξίαν θέμα ζωής και θανάτου, είναι στη χριστιανική πίστη. Διότι ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε τον άνθρωπο, τον ένωσε με τον Εαυτό Του, τον έκανε μέλος δικό Του, κάτι που ενεργοποιείται στην Εκκλησία με το μυστήριο του βαπτίσματος, του χρίσματος, της εν μετανοία μετοχής στη Θεία Ευχαριστία. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η προσευχή  είναι πιο αναγκαία και από την ίδια την αναπνοή, είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου. «Μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», σημειώνει συγκεκριμένα, δηλαδή: πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο από το να αναπνέουμε. Ούτε είναι επίσης τυχαίο που ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ορίζει την προσευχή ως «συνουσία του ανθρώπου με τον Θεό».

2. Κι όμως! Αυτό που θεωρείται ανάγκη και ζωή, μπορεί να γίνει οσμή θανάτου, καταστροφή και όνειδος για τον άνθρωπο. Που σημαίνει: μπορεί να προσεύχεσαι και η προσευχή σου να είναι αναποτελεσματική, να γίνεται απορριπτέα, να αποστρέφει ο Θεός το πρόσωπό Του από αυτήν. Κι αυτό γιατί; Διότι όχι η προσευχή καθ’ εαυτήν, αλλά ο τρόπος που την πραγματοποιεί κανείς είναι το ζητούμενο. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με οτιδήποτε θεωρείται καλό και ενάρετο: όχι το φαίνεσθαι, αλλ’ η ουσία, η «καρδιά» είναι εκείνο που δίνει τον θετικό χρωματισμό. Η ελεημοσύνη για παράδειγμα. Δεν αρκεί να δίνεις στους άλλους. Σημασία έχει με τι καρδιά το δίνεις, γιατί αυτό μετράει και βλέπει ο Θεός. «Άνθρωπος εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει». Ο Κύριος το δίλεπτο της πτωχής χήρας μακάρισε και όχι τα πολλά που έβαζαν στο γαζοφυλάκιο οι πλούσιοι Φαρισαίοι. Διότι η χήρα έδωσε από το υστέρημά της, όλο το βιος της, ενώ οι άλλοι από το περίσσευμά τους. Η νηστεία, το ίδιο. Και πάλι ο Κύριος κατέκρινε την υποκριτική νηστεία των Φαρισαίων, γιατί την έκαναν «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις».

3. Γιατί λοιπόν δεν δικαιώθηκε η προσευχή του Φαρισαίου; Πώς αυτό που φαινόταν θεάρεστο κατακρίθηκε;
(1) Διότι ο Φαρισαίος δεν στάθηκε ενώπιον του Θεού, αλλά ενώπιον του εαυτού του.«Σταθείς προς εαυτόν» λέει, και όχι «προς τον Θεόν». Η προσευχή του δηλαδή ήταν μία δοξολογική αναφορά στο είδωλο που είχε κατασκευάσει για τον εαυτό του. Τον εαυτό του «λιβάνιζε» με τα λόγια της προσευχής του, έχοντας ως θυμίαμα τις υποτιθέμενες αρετές του. Οι αρετές του Φαρισαίου δεν ήταν ο καρπός της παρουσίας του Θεού στη ζωή του – ό,τι τονίζει ο λόγος του Θεού – αλλά το αποτέλεσμα, καθώς νόμιζε, της δικής του αυτόνομης προσπάθειας: «νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Η καύχησή του λοιπόν ήταν μονόδρομος. Το εγώ του ήταν και ο Θεός του. Ποιος μπορούσε να παραβληθεί μαζί του; Κι ο Θεός ο Ίδιος ήταν υποχρεωμένος να υποκλιθεί στο «μεγαλείο» του. Η Βασιλεία του Θεού ήταν δεδομένη γι’ αυτόν κατάσταση.
Η περιγραφή της «προσευχής» του Φαρισαίου παραπέμπει ασφαλώς στη στάση του Εωσφόρου, του πρώτου αγγέλου που ξέπεσε, όπως καταγράφεται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Εωσφόρος παρουσιάζεται «μεθυσμένος» από το φως του – φως του Θεού στην πραγματικότητα που δεν το κατανοεί – και τις αρετές του. «Δεν μπορεί παρά να είμαι Θεός» είναι προφανώς η σκέψη του. «Θα στήσω τον θρόνο μου απέναντι στον Ύψιστο». Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από τραγικό:  «εθεώρουν τον σατανάν – λέγει ο ίδιος ο Κύριος – ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Η πτώση δηλαδή του Εωσφόρου και η μεταβολή του σε σατανά, σε αντίπαλο δηλαδή του Θεού, σε διάβολο. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με την «προσευχή» του Φαρισαίου; Ίδια αλαζονική και υπερήφανη συμπεριφορά, ίδιο και το αποτέλεσμα: η παταγώδης πτώση∙ η αποστροφή του Θεού∙ ο δαιμονισμός!
(2) Διότι ο Φαρισαίος «προσεύχεται», και από το ύψος των αρετών του, ως «θεός», καταδικάζει και κατακρίνει τον κόσμο όλο: «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Για να γίνει πιο συγκεκριμένος: «ή και ως ούτος ο τελώνης». Το βλέμμα του και τα λόγια του, «πύρινη ρομφαία» για τον ταλαίπωρο τελώνη, τον «αμαρτωλό». Πρέπει να ένιωσε μια γεύση στυφάδας στο στόμα του, καθώς τον ανέφερε. Η κατάκρισή του γίνεται εξουδένωση του αμαρτωλού. Ίσως και να απόρησε πώς μπορεί και ζουν τέτοιοι άνθρωποι, που μολύνουν τον κόσμο των «καθαρών» σαν κι αυτόν ανθρώπων, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με αυτούς. Η προσευχή του λοιπόν, γεμάτη υπερηφάνεια και καύχηση για τον εαυτό του, πλήρης αποτροπιασμού και κατάκρισης για τον αμαρτωλό.

4. Γιατί δικαιώθηκε όμως η προσευχή του τελώνη; Πώς η ενέργεια του αντικειμενικά αμαρτωλού κάμπτει τον Θεό και προσφέρει Αυτός πλούσια τη χάρη Του σ’ εκείνον; Διότι ακριβώς στάθηκε ενώπιον του Θεού εν μετανοία. Δηλαδή με επίγνωση των αμαρτιών του, η οποία τον έκανε να νιώθει ταπεινός και μηδαμινός, αλλά και με πίστη στο έλεος και την αγάπη Εκείνου. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η επίγνωση και η πίστη αυτή συνιστούν τις βάσεις της μετανοίας. Στο πρόσωπο του τελώνη της παραβολής ψαύουμε τα αληθινά σημάδια της, τα οποία δείχνουν ποια στάση ανθρώπου αποδέχεται ως στάση δικαίωσης από Εκείνον ο Ίδιος ο Θεός. Κι αυτήν τη στάση τη χαρακτηρίζει ο Κύριος ως ταπείνωση. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν».  
Σ’ αυτήν την προσευχητική στάση, εκεί δηλαδή που ο άνθρωπος είναι στραμμένος μόνο στον εαυτό του, θρηνώντας τις αμαρτίες του, δεν υπάρχει ίχνος κατάκρισης για τους άλλους. Το αντίθετο μάλιστα: στρέφοντας τα βέλη της κριτικής του ο τελώνης μόνο προς τον εαυτό του, απαλλάσσει από κάθε καταδίκη τους άλλους, υψώνοντάς τους υπεράνω του εαυτού του. Κι αυτό θα πει: όποιος κοιτά τον εαυτό του και τα δικά του αμαρτήματα, δεν έχει χρόνο για να βλέπει τα σφάλματα των άλλων, καλύτερα: βλέπει τους άλλους ανωτέρους από αυτόν. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών», που λέει κι ο απόστολος Παύλος: με την ταπείνωση να θεωρείτε τους άλλους ότι είναι ανώτεροί σας. Τι άλλο σημαίνει η διπλωμένη στα γόνατα στάση προσευχής του τελώνη, μακριά από τους άλλους – «μακρόθεν εστώς» - και μη τολμώντας ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει επάνω; - «Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι».

5. Έτσι η προσευχή του, που είναι ο τύπος της δικαιωμένης από τον Θεό προσευχής, έχει το χαρακτηριστικό της ταπείνωσης, ως βίωσης, καθώς είπαμε,  της αληθινής μετάνοιας, με επίγνωση της αμαρτίας, με πίστη στην αγάπη του Θεού, με έλλειψη οποιασδήποτε επικριτικής διάθεσης απέναντι στον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό βεβαίως έγινε και ο τύπος της προσευχής της Εκκλησίας. Το «Κύριε ελέησον», ή με την πιο ανεπτυγμένη του μορφή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», αποτελεί επακριβή μεταφορά της τελωνικής προσευχής «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ό,τι ο τελώνης εισέπραξε από την προσευχή του, τη δικαίωση που είπε ο Κύριος - «κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή εκείνος» - το ίδιο μας προσφέρει και η Εκκλησία με όλη την ατμόσφαιρά της, που κινείται ακριβώς σε αυτόν τον ρυθμό. Κι από την άποψη αυτή ο τελώνης για την Εκκλησία είναι ο τύπος του αγίου. Όχι βεβαίως για τις αμαρτίες του, αλλά για τη μετάνοιά του. Ξέρουμε πια και εμείς πώς να στεκόμαστε απέναντι στον Κύριο, ώστε να δικαιωνόμαστε.

 γ. Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ξεκινά το ευλογημένο Τριώδιο, που θα εκβάλει, όπως είπαμε, στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου. Η Εκκλησία μάς ανοίγει τα μάτια από την αρχή: ο δρόμος για την Ανάσταση είναι ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης. Και η προσευχή του δρόμου αυτού  είναι το «Κύριε ελέησον». Ας πάρουμε στα χέρια μας, κρυφά και όχι φανερά, το κομποσχοίνι, και ας γίνει η κάθε στιγμή μας ένας κόμπος από αυτό. Το «Κύριε ελέησον» ας γίνει ο ρυθμός της ζωής μας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η δικαίωσή μας και η χάρη του Θεού μας.

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου- «Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος


Ἀπόστολος: Β´ Τιμ. γ´ 10–15
Εὐαγγέλιον: Λουκ. ιη´ 10–14
Ἦχος πλ. δ. Ἑωθινόν: ΙΑ´
«Ο ΘΕΟΣ, ΙΛΑΣΘΗΤΙ ΜΟΙ Τῼ ΑΜΑΡΤΩΛῼ»
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς παρουσιάζει δύο διαφορετικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀνέβησαν στὸ ἱερὸ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ αὐτή, γιὰ νὰ τονίσει τὸν τρόπο, ποὺ πρέπει νὰ ἀπευθυνόμαστε στὸν Θεὸ διά τῆς προσευχῆς μέσῳ τῆς ταπεινώσεως καὶ αὐτομεμψίας.
Ἡ σκηνὴ εἶναι συγκλονιστικὴ καὶ ἡ ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δύο ἀνθρώπων εἶναι ἔντονη. Ὁ ἕνας, Φαρισαῖος, μὲ τὴν ἐπιδεικτικὴ θρησκευτικότητα καὶ τὴν ἀλαζονικὴ εὐσέβεια, ἐμφανίζεται μπροστὰ στὸν Θεὸ ὄχι, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, ἀλλὰ νὰ ἀπαριθμήσει φωναχτὰ «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» τὶς θρησκευτικές του ἀρετὲς καὶ τὰ καλά του ἔργα, ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι ἀξιέπαινα. Νήστευε δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ ἔδιδε τὴν δεκάτη (1/10) τῶν εἰσοδημάτων του σὲ δωρεὲς καὶ ἐλεημοσύνες.

 Κύριος δὲν καταδικάζει αὐτὲς τὶς ἀρετὲς τοῦ Φαρισαίουἀλλὰ τὸ κίνητρο αὐτῶντὴνἀπουσία ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίονκαὶ τὸν ἐγωϊσμότὴν αὐτοπροβολή,τὴν αὐτοδικαίωσηΤὰ τελευταῖα εἶναι, ποὺ καθιστοῦν τὰ καλὰ ἔργα τοῦ Φαρισαίου ἄκαρπα. Εἶναι μία πνευματικὴ παγίδα, ποὺ ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ ἀποφύγουμε. Πολλὲς φορὲς ἡ εὐλάβειά μας καὶ ἡ ἐλεημοσύνη δὲν φθάνει στὰ μέτρα τοῦ Φαρισαίου. Πολλοὶ χριστιανοὶ πλέον δὲν νηστεύουν, ἡ ἐλεημοσύνη τους εἶναι περιορισμένη, καὶ γίνεται μὲ τρόπο ἐπιδεικτικό, γιὰ αὐτοπροβολή, χωρὶς ἀγάπη, προσβλητικὴ γιὰ τὸν ἀποδέκτη τῆς ἐλεημοσύνης.
Ἐπὶ πλέον, ὁ Φαρισαῖος αὐτοδιορίζεται κριτὴς καὶ κατακρίνει τὸν ἁμαρτωλὸ τελώνη. Ἁμάρτημα, στὸ ὁποῖο πολλοὶ χριστιανοὶ πέφτουν, λένε εὔκολα λόγια, κατακρίνουν, καταδικάζουν τὸν ἄλλον, γιατί ἡ καρδιάτους εἶναι γεμάτη ἐγωϊσμὸ καὶ δὲν ἔχει γνήσια ἀγάπη. Ὁ πειρασμὸς τῆς κατακρίσεως καὶ τῆς αὐτοδικαιώσεως προσβάλλει τοὺς χριστιανούς, χωρὶς πολλὲς φορὲς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνονται.
Ὅμως ὁ Κύριος, ὁ «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», γινώσκει τὰ κρύφια τῆς καρδίας τοῦ καθενός. Μὴ θεωροῦμε ὅτι μὲ ὑποκριτικὴ συμπεριφορὰ ἢ ψευδοευσέβεια μποροῦμε νὰ ξεγελάσουμε τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ἐμπαίζεται, δὲν μυκτηρίζεται (Γαλ. στ´7). Ὁ Κύριος εὐλογεῖ τοὺς ταπεινούς: «ὁ Θεὸς ὑπερ ηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσιν χάριν» (Ἰακ. δ´6).
Ὁ τελώνης, μὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του, πλησιάζει τὸν Θεὸ μὲ πνεῦμα ταπεινώσεως καὶ προσεύχεται νὰ λάβει τὸ ἔλεος καὶ τὴν συγχώρηση τοῦ Θεοῦ: «ἀλλ᾽ ἔτυπτεν τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων, ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ἐνώπιον τοῦΘεοῦ, μᾶς λέγει ὁ Κύριος, ὁ τελώνης κατέβη δικαιωμένος ἀπὸ τὸν ναό. Ὅπως μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ «ὑψοποιὸς ἀρετή», ποὺ μᾶς ἀνυψώνει πνευματικῶς, ὅταν προτιμήσουμε νὰ ταπεινωθοῦμε καὶ νὰ πέσουμε χαμηλά, σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τοῦ κόσμου, ποὺ θεωρεῖ τὴν ταπείνωση ὡς ἀδυναμία, γιὰ νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ὁ τελώνης δὲν εἶχε τὸν ἐγωϊσμὸ τοῦ Φαρισαίου, ποὺ τὸν ἐμπόδιζε νὰ διακρίνει τὶς ἁμαρτίες του. Ὄντως, γιὰ νὰ κατορθώσει κάποιος νὰ ἀναγνωρίσει τὶς ἁμαρτίες του, ὀφείλει νὰ παραμερίσει τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ νὰ δεῖ ξεκάθαρα τὴν ἀσχήμια τῆς ἔσω ἁμαρτίας, νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ ἐκζητήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔπραξε ὁ τελώνης.
Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μὲ πολλὴ σοφία ὅρισε τὴν σημερινὴ περικοπὴ νὰ ἀναγιγνώσκεται μέσα στὴν πνευματικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου, γιὰ νὰ μᾶς τονίσει τὶς θεμελιώδεις ἀρετὲς τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς μετανοίας, προβάλλουσα τὸν ταπεινὸ τελώνη, νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ νὰ βρεθοῦμε δικαιωμένοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
Ορθόδοξος Τύπος, 31/01/2014

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου- Φαρισαῖοι, ταπεινωθῆτε +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

Φαρισαῖοι, ταπεινωθῆτε

Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ῥίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω στὴ φύσι, θὰ δοῦμε κάτι ἐκπληκτικό·ὅτι ὅλα τὰ δημιουργήματα προσεύχονται, καθένα μὲ τὸν τρόπο του. Ἡ θάλασσα εὐχαριστεῖ  τὸ Θεὸ μὲ τὸ φλοῖσβο τῶν κυμάτων της, τὸ ῥυάκι μὲ τὸ κελάρυσμά του, τὰ δέντρα μὲ τὸ θρόισμα τῶν φύλλων τους, τὰ πουλιὰ μὲ τὴ μελῳδία τους, τὰ ἄστρα μὲ τὸ φῶς τους ποὺ τρεμοσβήνει…  Εἴδατε καὶ τὴν ὄρνιθα ὅταν πίνῃ νερό; σὲ κάθε γουλιὰ σηκώνει τὸ κεφάλι ψηλά, σὰ νὰ λέῃ «Θεέ μου, σ᾿ εὐχαριστῶ».
Ἀπὸ τὸ ἱερὸ αὐτὸ προσκλητήριο μποροῦσε ν᾿ ἀπουσιάζῃ ὁ ἄνθρωπος; Καὶ ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται . Ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια ἡ καλὴ μητέρα μᾶς ἔμαθε νὰ σταυρώνουμε τὰ χεράκια μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγιᾶς καὶ νὰ ψελλίζουμε μιὰ ἁπλῆ προσευχὴ στὸν οὐράνιο Πατέρα – ἀλησμόνητες στιγμές. Ἀργότερα μάθαμε κοντὰ στ᾿ ἄλλα παιδιὰ νὰ ἀπαγγέλλουμε στὴν ἐκκλησία τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ τὸ «Πιστεύω» καὶ μαζὶ μὲ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριό μας.

Ἡ εὐγενέστερη ἐκδήλωση τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς εἶνε ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς . Τὸ κτίσμα ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ Δημιουργό του. Εἶνε ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστήσῃ γιὰ τὶς τόσες εὐεργεσίες, ἀλλὰ καὶ ἡ στιγμὴ πού, γεμᾶτος θλῖψι καὶ μὴ ἔχοντας ἐλπίδα βοηθείας, καταφεύγει στὴν παντοδυναμία του καὶ ζητάει βοήθεια καὶ προστασία.
Ἀλλά, ἀδελφοί μου, τί βλέπω, τί ἀκούω; Ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν ὥρα αὐτὴ τὴ βεβηλώνει τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἁμαρτάνει. Μὰ πῶς; Τὴν ἀπάντησι μᾶς δίνει ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου.
Ὁ Κύριος μᾶς μεταφέρει στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος ἐν ὥρᾳ προσευχῆς τῶν Ἰουδαίων .Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ ἔνιωθε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς κατεβαίνει σ᾿ αὐτὸν καὶ αὐτὸς ἀνυψώνεται στὸ Θεό. Πλήθη, λοιπόν,μπαίνουν στὸ ναὸ μὲ εὐλάβεια, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Οἱ κινήσεις καὶ ἡ στάσι τους εἶνε ἀθόρυβες.Τὴν ἱερότητα ὅμως αὐτὴ διαταράσσει κάποιος.
Εἶνε ὁ φαρισαῖος . Τί κάνει αὐτός; Ἀπο-φεύγει τοὺς ἄλλους, βαδίζει μόνος. Τὸ βάδι-σμά του ὑπερήφανο, τὸ παράστημά του ἀγέρωχο. Θεωρεῖ, ὅτι αὐτός εἶνε ἅγιος, δίκαιος, καθαρός· δὲν συμφύρεται μὲ ἄλλους, μὴ τυχὸν τὸν μολύνουν. Ἐπὶ τέλους εἰσέρχεται μὲ θόρυβο. Πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ σταματήσουν καὶνὰ στρέψουν τὸ βλέμμα σ᾿ αὐτόν. Μία προσ-ευχὴ πρέπει ν᾿ ἀκουσθῇ, ἡ δική του. Κατευθύνεται λοιπὸν στὸ μέσον τοῦ ναοῦ καὶ σηκώνει τὰ χέρια γιὰ ν᾿ ἀρχίσῃ νὰ προσεύχεταισὲ τόνο ὑψηλό.
Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν εἶνε προσευχή. Ἡ προσευχὴ τοῦ φαρισαίου εἶνε ἐμπαιγμὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲνσκέφθηκε, ὅτι ἀπέναντί του δὲν ἔχει κάποιον ἁπλοϊκὸ Ἰουδαῖο ἀλλ᾿ ἐκεῖνον ποὺ τρέμουν τὰ σύμπαντα. Φουσκωμένος ἀπὸ ἐγωισμό,δὲν ἐννοεῖ νὰ σκύψῃ τὸ κεφάλι, νὰ γονατίσῃκαὶ νὰ ζητήσῃ ἔλεος. Καὶ ἀρχίζει λοιπόν.
Ἀρχίζει μὲ τὸ «εὐχαριστῶ» (Λουκ. 18,11) . Γιὰ ποιό πρᾶγμα ἆραγε εὐχαριστεῖ τὸ Θεό; Γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὰ πλούσια ἀγαθὰ ποὺ σκόρπισε στὸ σπίτι του, γιατὶ τὸν φύλαξε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; γιὰ ποιο εὐχαριστεῖ; Ἀκοῦστε τον· «Εὐχαριστῶ σοι ὅτι  οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης·  νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι» (ἔ.ἀ. 18,11-12) . Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, για- τὶ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· δὲνἁρπάζω τὰ ξένα πράγματα καὶ χρήματα, δὲν εἶμαι ἄδικος, δὲν εἶμαι μοιχός, δὲν εἶμαι σὰν κι αὐτὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τελώνη· ἐπὶ πλέον νηστεύω δύο μέρες τὴ βδομάδα, κι ἀπὸ τὰ ἀγαθά μου δίνω τὸ ἕνα δέκατο… Τὴν προσευχὴ αὐτὴ τὴν ἔκανε στὸ Θεό; Τὴν ἔκανε γιὰ τοὺς ἀνθρώ-πους, ν᾿ ἀκούσουν τὶς ἀρετές του καὶ νὰ τὸν θαυμάσουν. Μετέτρεψε δηλαδὴ καὶ τὴ στάσι τῆς προσευχῆς σὲ βῆμα ἐπιδείξεως. Ποῦ ἡ συναίσθησι, ποῦ ἡ κατάνυξι, ποῦ ἡ ταπεινὴ στάσι, ποῦ ἡ συνείδησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ ἡ ἐκζήτησι τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ;
Αὐτὸς περιστρέφεται στὸν ἑαυτό του. «Δὲν εἶμαι ἅρπαγας, δὲν εἶμαι ἄδικος, δὲν εἶμαι μοιχός…».Δὲν εἶσαι αὐτά, ἀλλ᾿ εἶσαι ἐγωιστὴς καὶ ὑπερήφανος . Καὶ στὸ Θεὸ περισσότερο μισητὴἀπὸ κάθε ἄλλο πάθος καὶ κακία εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια. Μακάρι νὰ ἤσουν ἅρπαγας ἄδικος μοιχός, καὶ νὰ μὴν ἤσουν ὑπερήφανος. Διότι τότε ἡ ταπείνωσι θὰ σὲ ὡδηγοῦσε σὲ μετά-νοια καὶ ἔτσι θὰ εἵλκυες τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὦ φαρισαῖε· ἔφυγες φουσκωμένος ἀπὸ τὸναό, γιατὶ κατώρθωσες ν᾿ ἀποσπάσῃς τὸ θαυ-μασμὸ τῶν ἀνθρώπων· σὲ μακάρισαν καὶ σὲ ἔκριναν ὡς καλόν. Συμφώνησε ὅμως μὲ τὴνκρίσι αὐτὴ καὶ ὁ Θεός; σοῦ εἶπε μπράβο ὁ Θεός; δέχτηκε τὴν προσευχή σου; Τέτοια προσευχὴ δὲν φτάνει στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸὁ Χριστός, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν του αὐτὲς τὶς καταστάσεις, εἶπε πῶς πρέπει νὰ προσευχώμα-στε· Θέλεις, ἄνθρωπε, νὰ ἐπικοινωνήσῃς μὲ τὸν οὐρανό;
Κλείσου στὸ «ταμιεῖόν σου» , στὴν κάμαρά σου, κ᾿ ἐκεῖ ἐνώπιος ἐνωπίῳ πὲς στὸΘεὸ τὰ αἰτήματά σου (βλ. Ματθ. 6,6) . Προσευχὲς φαρισαϊκὲς πηγαίνουν χαμένες .Νά λοιπὸν πῶς, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, εἶνε δυνατὸν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος νὰ ἁμαρτήσῃ φοβερά.Μὰ γιατί νὰ μείνουμε μὲ τὴν θλιβερὴ εἰκόνα τοῦ φαρισαίου; Ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ μᾶς παρουσιάζει, στὸν ἴδιο ναό, καὶ τὴν ἰδανικὴεἰκόνα προσευχομένου ἀνθρώπου. Ἐκεῖ εἴχαμε ἕναν ἐγωιστὴ καὶ ὑπερήφανο, ἐδῶ ἔχουμε ἕνα ταπεινὸ καὶ συνετὸ ἄνθρωπο. Ποιός εἶν᾽ αὐτός;
Ὁ τελώνης . Ἐξετάζει κι αὐτὸς τὸν ἑαυτό του.Ὁ φαρισαῖος ἔβλεπε ὅλο ἀρετές· ὁ τελώνηςβλέπει ὅλο ἁμαρτίες. Ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ φαρισαίου ἔβγαινε ἕνα εὐχαριστῶ γεμᾶτο αὐταρέσκεια· ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ τελώνη βγαίνει ἕνα «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (ἔ.ἀ. 18,13) γεμᾶτο πόνο καρδιᾶς. Ἐκεῖνος ἐκόμπαζε, τοῦτος χτυπᾷ τὰ στήθη του. Ἐκεῖνος δὲν ἔνιωθε ποιόν ἔχει ἀπέναντί του, τοῦτος νιώθει ὅτι ἀπέναντί του εἶνε ὁ Θεός, ὁ μόνος ἅγιος καὶ τέλειος, ἐκεῖνος ποὺ ἡ ἀρετή του «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3) . Νιώθει πὼς εἶνε ἕνας ἄθλιος καὶ ἐλεεινὸς ἁμαρτωλός. Οὔτε κἂν τὰ μάτια του σηκώνει. Πῶς τὰ βλαμμένα μάτια ν᾿ ἀντικρύσουν τὸν ἥλιο; καὶ πῶς ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ν᾿ ἀντικρύσῃ τὸν ἅγιο Θεό; Πονεῖ, κλαίει, ὀδύρεται, χτυπᾷ τὰστήθη του καὶ φωνάζει· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» . Ὦ καρδιὰ ταπεινή , ποὺ κατάλαβες τὰ ὕψητοῦ Θεοῦ, καὶ τὴ δική σου ἀθλιότητα! ποὺ δὲν ἦρθες γιὰ ἐπίδειξι, οὔτε γιὰ ν᾿ ἀποσπάσῃς τὸ θαυμασμὸ ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἦρθες νὰ πῇς τὸν πόνο σου, νὰ ἐξομολογηθῇς τὴν κατάστασί σου, νὰ ζητήσῃς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπη του!Γι᾿ αὐτὸ ἡ προσευχὴ τοῦ τελώνη δὲν πῆγε χαμένη. Θὰ νόμιζε κανείς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, σὰν ἁμαρτωλός, δὲν θὰ εἰσακουότανἀπὸ τὸ Θεό, ἀφοῦ ὅλοι τὸν περιφρόνησαν καὶ περισσότερο ὁ φαρισαῖος. Ὤ, ἡ κρίσι τῶν ἀνθρώπων τὶς περισσότερες φορὲς εἶνε λανθασμένη. Δὲν ξέρουμε τί γίνεται στὸ ἐσωτερικὸτῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός. Ἡ κρίσι τῶν ἀνθρώπων ἦταν καταδίκη τοῦ τελώνη, ἡ κρίσι ὅμως τοῦ Θεοῦ δικαίωσις. Οἱ ἄνθρωποι τὸν περιφρόνησαν, μὰ ὁ Θεὸς δέχθηκε τὴν προσευχή του . Ἡ ταπείνωσι τοῦ τελώνη εἵλκυσε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Καὶ σήμερα , ἀγαπητοί μου, ὑπάρχουν φαρισαῖοι καὶ τελῶνες . Καὶ σήμερα ἄνθρωποι ἔρχονται στὴν ἐκκλησία νὰ προσευχηθοῦν.Πόσοι, ὅπως ὁ φαρισαῖος, δὲν ἔρχονται μὲ ὕφος ὑπερήφανο, μὲ παράστημα ἀγέρωχο! Πόσοι καὶ πόσες δὲν κάνουν μεγάλους σταυ-ροὺς γιὰ νὰ ἐπιδειχθοῦν. Πόσες δὲν ἔρχονταιὄχι γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιδείξουν τὸ φόρεμα, τὸ ἐπανωφόρι, τὰ βραχιόλια τους, μὲ σκοπὸ ν᾿ ἀποσπάσουν τὸ θαυμασμό,νὰ γίνουν θέμα συζητήσεως! Πόσοι δὲν λένε«Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, Θεέ, γιατὶ εἴμαστε καλύτεροι ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους»! Πόσοι δὲν λένε, ὅτι Ἐγὼ εἶμαι καλὸς χριστιανός! Ἀλλ᾿ ὑπάρχουνπάντοτε καὶ οἱ τελῶνες. Ἐκείνη ἡ γερόντισσα, ποὺ κάθεται στὴ γωνιὰ τῆς ἐκκλησίας καὶμὲ συντετριμμένη καρδιὰ λέει, Παναγία μουσῶσε με, στὸν τελώνη μοιάζει. Ὤ ἅγιες ψυχές!…Ἀπευθύνομαι στοὺς φαρισαίους.
Φαρισαῖοι τῆς ἐποχῆς μας , μὴν ἐπαναπαύεσθε στὸ τί λένε οἱ ἄνθρωποι γιὰ σᾶς. Ἐξετάστε τὸν ἑαυτό σας, μήπως ὁ ὄφις τῆς ὑπερηφανείας σᾶς δάγκασε καὶ νοσεῖτε. Ἐξετάστε νὰ δῆτε ἂν ὁ Θεὸςεἶνε μαζί σας. Καὶ ἂν ὄχι, κλάψτε, πενθῆστε καὶ πῆτε κ᾿ ἐσεῖς «Ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς», γιὰ νὰ δικαιωθῆτε. Διότι οὐδείς ἀναμάρτητος. Σὲ ὅσο ὕψος ἀρετῆς κι ἂν φθάσετε, σὲκάτι θὰ ὑστερῆτε. Γι᾿ αὐτὸ ταπεινωθῆτε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ σᾶς ὑψώσῃ (βλ. Ἰακ. 4,10. Α΄ Πέτρ. 5,6) .Διότι ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Παροιμ. 3,34. Ἰακ. 4,6. Α΄ Πέτρ. 5,5).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἱ. ναὸ πιθανὸν τῶν Ἀθηνῶν τὴν 2-2-1958. 

ΚΗΡΥΓΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ


Σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης᾽ (Β´ Τιμ. 3, 14)

α. ῾Η προβολή ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο στόν μαθητή καί συνεργάτη του Τιμόθεο τῆς ἐν δοκιμασίαις καί θλίψεσι προσωπικῆς του ζωῆς χάριν τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί ἡ προτροπή του νά παραμένει αὐτός σέ ὅ,τι ἔμαθε καί βεβαιώθηκε προσωπικά ἀπό τόν ἴδιο καί ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή προκειμένου νά ἐπιτύχει τή σωτηρία του τήν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, ἀποτελεῖ τό περιεχόμενο τοῦ μικροῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔχει θέσει κατά τήν ἔναρξη τοῦ εὐλογημένου Τριωδίου, τό ὁποῖο θά ἐκβάλει στό Πάθος καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου. Κι αὐτό γιατί σέ κάθε ἐποχή, πολύ περισσότερο στή δική μας, ἡ μόνη σωτήρια ὁδός σ᾽ ἕναν κόσμο διαρκῶς μεταβαλλόμενο καί ἀδιάκοπα πορευόμενο ἀπό τό κακό στό χειρότερο εἶναι νά μένουμε κι ἐμεῖς σταθεροί στήν παράδοση τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ᾽Αποστόλων, πού σημαίνει νά μένουμε πιστοί σέ ὅ,τι ἡ ᾽Εκκλησία μας ζεῖ καί διδάσκει μέ ὅλη τή ζωή της. ῾Σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης᾽: σύ δέ μένε ἀκλόνητος σ᾽ ἐκεῖνα πού ἔμαθες καί βεβαιώθηκες γιά τήν ἀλήθεια τους ἀπό τήν προσωπική σου πεῖρα.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἀπόλυτα ρεαλιστής. Καταγράφοντας τήν πορεία τοῦ ἴδιου, ὅπως καί κάθε ἄλλου χριστιανοῦ στόν κόσμο τοῦτο, ἐπισημαίνει ὅτι τό τίμημα γιά τή χριστιανοσύνη ἑνός πιστοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ διωγμοί καί τά παθήματα πού θά ὑποστεῖ χάριν ἀκριβῶς τῆς πίστεώς του. ῾Οἵους διωγμούς ὑπήνεγκα᾽ (τί φοβερούς διωγμούς ὑπέφερα), θά πεῖ μεταξύ ἄλλων, γιά νά γενικεύσει: ῾Καί πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ διωχθήσονται᾽ (Κι ὅλοι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, θά ἀντιμετωπίσουν διωγμούς). Ζητᾶς νά ἀκολουθήσεις τόν Χριστό; - εἶναι σά νά λέει στόν Τιμόθεο. ῾Ετοιμάσου νά βρεῖς τόν κόσμο ἐνάντιο σέ σένα. Θά σέ ἀπορρίψει καί θά σέ καταδιώξει. Κι αὐτό γιατί; Διότι ἀκολουθεῖς ᾽Εκεῖνον, ὁ ῾Οποῖος ῾εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον᾽. Κι ὄχι μόνον δέν Τόν ἀποδέχτηκαν, ἀλλά καί Τόν πολέμησαν καί Τόν σταύρωσαν καί Τόν θανάτωσαν. ῾῏Ην γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα᾽, κατά συνέπεια δέν ἄντεχαν τό φῶς Του πού ἀπεκάλυπτε τή σκοτεινιά τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων τους. ῎Ετσι ὅ,τι στάση κράτησε ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος ἀπέναντι στόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό ᾽Ιησοῦ Χριστό, τήν ἴδια στάση κρατάει κι ἀπέναντι στούς μαθητές καί ἀκολούθους Του. ῾Ο Κύριος δέν τό ἀπέκρυψε. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽ εἶπε. Καί: ῾διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν᾽.

2. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος στοιχώντας μέ συνέπεια στόν Χριστό προτείνει στόν Τιμόθεο μία ζωή πού ἀποτελεῖ πρόκληση γιά τή λογική τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, κυριολεκτικά ἀνατροπή ὅλων τῶν ῾σταθερῶν᾽ του, ὁ ὁποῖος ἔχοντας διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του ἐπιζητεῖ στόν κόσμο τοῦτο τήν ἄνεση, τήν ἀποδοχή ἀπό τούς ἄλλους, τή δύναμη τοῦ πλούτου, τήν κυριαρχία, ὅ,τι δηλαδή συνιστᾶ τήν ἴδια τήν ἁμαρτία καί τήν ὑποδούλωση στόν Πονηρό.  Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ ἁμαρτωλή αὐτή κατάστασή του ἐπιτείνεται χωρίς σταματημό, γιατί ῾πονηροί ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τό χεῖρον, πλανῶντες καί πλανώμενοι᾽ (οἱ πονηροί ἄνθρωποι καί οἱ ἀπατεῶνες θά προκόβουν στό χειρότερο, θά ἐξαπατοῦν τούς ἄλλους καί οἱ ἄλλοι θά τούς ἐξαπατοῦν). Καμμία μεσσιανικότητα ὡς προσδοκία καλλιτέρευσης τοῦ κόσμου ἀπό μόνου του δέν χαρακτηρίζει τά λόγια τοῦ ἀποστόλου. ῾Ο κόσμος θά χειροτερεύει ὁλοένα καί περισσότερο.
῾Ο ἀπόστολος λοιπόν μέ ἀπόλυτη σαφήνεια περιγράφει τόν κόσμο μέσα στόν ὁποῖο πορεύεται ὁ χριστιανός: εἶναι ἕνας κόσμος ὑπό τόν κοσμοκράτορα Διάβολο, μέσα στόν ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὁ πιστός δέν ἔχει θέση. ᾽Αλλ᾽ ἐνῶ ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας θά ἐπιθυμεῖ νά ἀφανίσει τούς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ, δέν θά τά καταφέρνει, γιατί τελικῶς Αὐτός πού προσδιορίζει τά σύμπαντα μέχρι κεραίας εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Παντοδύναμος Θεός. ῾Οἵους διωγμούς ὑπήνεγκα! Καί ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος᾽ (Καί ἀπ᾽ ὅλους τούς διωγμούς πού ὑπέφερα μέ γλύτωσε ὁ Κύριος). Νά λοιπόν ἡ πραγματικότητα τοῦ βάθους τῆς πίστεως, στήν ὁποία προσανατολίζει τή σκέψη τοῦ Τιμοθέου ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ἐκεῖ πού φαίνεται ὅτι ἡττᾶται ὁ πιστός ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, ἐκεῖ ἀκριβῶς ἀναδύεται τό φῶς τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τή συμμετοχή τοῦ πιστοῦ στή Σταύρωση καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Χριστός φάνηκε ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἀδύναμος καί ἡττημένος. ᾽Αλλ᾽ ἐκεῖ φάνηκε καί ἡ ἀπόλυτη παντοδυναμία Του: ἀναστήθηκε τριήμερος. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον: ἡ πίστις ἡμῶν!᾽

3. Μέ τά παραπάνω δεδομένα κατανοεῖ κανείς τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου στόν μαθητή του: ῾σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης᾽. Δηλαδή μέσα σ᾽ ἕναν κόσμο πού φαίνεται ὅτι κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία καί ὁ Πονηρός, πού οἱ διωγμοί πᾶνε νά ἐξαφανίσουν τούς πιστούς, ἐσύ, Τιμόθεε, (καί κάθε χριστιανέ συνεπῶς), μή παρασυρθεῖς, ἀλλά νά μένεις σταθερός. Σέ τί; Στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ πού διδάχθηκες ἀπό ἐμένα πού γνώρισα ἐμπειρικά τόν Κύριο καί εἶσαι βεβαιωμένος γιά τήν ἀλήθεια τῆς ἐμπειρίας μου αὐτῆς, καί στά ἱερά γράμματα τά δοσμένα ἀπό τόν Θεό, πού ᾽χουν τή δύναμη νά σέ κάνουν σοφό ὥστε νά κερδίσεις τή σωτηρία σου ἐν Χριστῷ. ῎Ετσι ἡ μαρτυρία καί ἡ πρόσκληση τοῦ ἀποστόλου γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς σχέση μέ τόν Χριστό καί ἔνταξη στή Βασιλεία Του εἶναι ἡ πιστότητα στήν παράδοση. Τήν παράδοση πού ἀναφέρεται στίς ῞Αγιες Γραφές καί τή ζωντανή βίωση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ἀπό τούς πραγματικά πιστούς Του. ῾Αγία Γραφή, ζωή τῶν ἁγίων. ᾽Αλλ᾽ αὐτό δέν εἶναι ἡ ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας; ῾Η ᾽Εκκλησία μας ὡς τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν πορεύεται ἐν Πνεύματι πάνω στό θεμέλιο τῆς κεφαλῆς της ὅπως τοῦτο καταγράφεται ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή κι ὅπως ἐξαγγέλλεται ἀπό ἐκείνους πού κατεξοχήν Τόν ἔζησαν καί Τόν κήρυξαν, τούς ἁγίους ἀποστόλους πρῶτα, τούς ἁγίους Πατέρες  ἔπειτα κι ὅλους τούς ἄλλους ἁγίους;

4. Κι εἶναι εὐνόητο ἑπομένως ὅτι μιλᾶμε γιά μία Παράδοση πού ἔχει τή ζωντάνια τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί τή φανέρωση ἔτσι τοῦ Χριστοῦ ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ σέ κάθε ἐποχή. Μιλᾶμε λοιπόν γιά μία πιστότητα πού ἐνῶ φαίνεται ὅτι στηρίζεται στό παρελθόν, ἐκβάλλει ἀδιάκοπα στό ἑκάστοτε παρόν. Μόνο ἄσχετοι πρός τήν πίστη ἤ ἐλλειμματικοί κατά τόν νοῦ μποροῦν νά ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας συνιστᾶ συντηρητισμό καί στεῖρα προσκόλληση πρός τό παρελθόν. Μόνον ὅσοι ἔχουν διαγράψει ἀπό τή ζωή τους τόν Χριστό καί ἡ ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας τούς εἶναι ἐντελῶς ξένη μποροῦν νά ὑποστηρίζουν τέτοια ἰδεολογήματα, ἀποκυήματα τῆς φαντασίας τους. ᾽Αλλά αὐτοί δυστυχῶς, ὅσο δέν θά μετανοοῦν, θά ἀνήκουν στούς πονηρούς καί τούς γόητες, ῾ὧν ὁ Θεός ἡ κοιλία καί τό τέλος ἡ ἀπώλεια᾽. Γιά τούς πιστούς ὁ Χριστός καί τό σῶμα Του ἡ ᾽Εκκλησία θά εἶναι καί θά παραμένει πάντοτε ἡ μόνη σωτηρία.

γ. Σ᾽ ἕναν κόσμο πού μοιάζει μέ φουσκωμένο ποτάμι καί στό διάβα του παρασύρει τά πάντα ὁδηγώντας τα στό βάραθρο, τό μόνο σταθερό σημεῖο πού μπορεῖ νά κρατήσει τόν ἄνθρωπο γιά νά ζήσει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὡς Σωτήρα εἶναι ἡ παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας. ῞Ο,τι λέει ὁ ἀπόστολος στόν μαθητή καί συνεργάτη του Τιμόθεο: νά μένει σταθερός σ᾽ ἐκείνου τή διδαχή καί τή ζωή καί στίς ἅγιες Γραφές, τό ἴδιο λέει καί σήμερα. ῎Εχουμε σημεῖο ἀναφορᾶς. ῎Ας τό κρατοῦμε χωρίς ταλαντεύσεις.

Η ΨΥΧΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΕΓΩΙΣΜΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (Λουκά ΙΗ΄ 10-14). ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΣ

Η  ΨΥΧΑΣΘΕΝΕΙΑ  ΤΗΣ  ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ  ΚΑΙ  Η  ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ  ΤΟΥ  ΕΓΩΙΣΜΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
(Λουκά   ΙΗ΄ 10-14).
Να λοιπόν που δίχως να το καταλάβουμε, φθάσαμε στις πύλες του Τριωδίου. Της χρονικής αυτής περιόδου κατά την οποία, ακόμα περισσότερο καλούμαστε να δούμε αντικειμενικά την κατάστασή μας την πνευματική και στη συνέχεια ν' αγωνιστούμε.
Και όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν ετέθη τυχαίως την Κυριακή αυτή το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα του “Τελώνου και του Φαρισαίου”.
Αλλά και μόνο στο άκουσμα της λέξεως «Φαρισαίος», αισθανόμαστε μια αντίδραση μέσα στην καρδιά μας. Και δικαίως, αφού εν αντιθέσει με τον Τελώνη, που δικαιώνεται από τον ίδιο τον Θεό, ο υπερήφανος “πιστός” Φαρισαίος, απορρίπτεται. Απορρίπτεται η παράλογη συμπεριφορά του και ταυτοχρόνως γίνεται άκρως αποκρουστικός απ' όλους τους ανθρώπους, είτε αυτοί πιστεύουν είτε βιώνουν άλλες αρνητικές καταστάσεις.
Πράγματι, δεν υπάρχει χειρότερη κατάσταση για τον άνθρωπο από αυτή της υπερηφάνειας για τον ίδιο, και δεν υφίσταται πιο ενοχλητική κατάσταση για το κοινωνικό σύνολο, από την υπερήφανη συμπεριφορά. Και τούτο, διότι ο παραλογισμός αυτός έχει και άλλα συνεπακόλουθα που τελικώς καταβαραθρώνουν τον υπερήφανο άνθρωπο.
Χρειάζονται αποδείξεις για του λόγου το αληθές;
Πρώτη και χειρότερη, η αποξένωσις του  ανθρώπου από τον ίδιο τον Θεό.
Ο εγωιστής αποξενώνεται και τελικώς αποκόπτει την ύπαρξη του από την χάρη του Θεού, διότι θεωρεί ότι δεν έχει ανάγκη τον Θεό, δεν χρειάζεται στη ζωή του την προστασία της Θεοτόκου και δεν επικαλείται την θαυμαστή βοήθεια των Αγίων της Εκκλησίας μας. Ο  εγωισμός του φθάνει σε τέτοιο σημείο, που όχι μόνο αρνείται, αλλά λοιδορεί την πίστη και τα μυστήρια και μάλιστα καυχάται για το ότι είναι άθεος. Καυχάται επί παραδείγματι για το ότι αρνείται το μυστήριο του Γάμου (υπογράφοντας σύμφωνο συμβιώσεως ή τελώντας “πολιτικό γάμο”). Διατυμπανίζει ότι δεν βαπτίζει τα τέκνα του, αλλ' απλώς τους δίνει μόνος του ένα όνομα (δίκην σκύλου και άλλων τετραπόδων) και γενικώς καταφρονεί την ύπαρξη και την δύναμη του Θεού.
Αλλά το να καυχάται κανείς για το ότι έχασε την πίστη του, είναι ωσάν να καυχάται κάποιος άρρωστος για το ότι έχασε την υγεία του. Όπως λοιπόν είναι παράλογο το να χαίρει ο ψωριασμένος για την ψώρα του και ο λεπρός για την λέπρα του, έτσι και πολύ περισσότερο καταντά αφύσικο να προβάλει ο εγωιστής και υπερήφανος την ταλαίπωρη αθεΐα του και την ψυχική του διαστροφή.
Θα πρέπει δε να γνωρίζει ο κάθε άνθρωπος πως τίποτε άλλο δεν απεχθάνεται ο Θεός τόσο, όσο τους “υψηλόφρονας λογισμούς” και τον παγιωμένο εγωισμό, που αποξενώνουν τον άνθρωπο από την αγάπη Του και τον καταντούν κτήνος και υποκτήνος, δοθέντος ότι μακράν της σωστικής χάριτος ο άνθρωπος φθάνει να διαπράττει τέτοια που και αυτή η φύσις των ζώων αποστρέφεται
Αν όμως η υπερηφάνεια της αθεΐα, οδηγεί σ' αυτή την υποκτηνώδη κατάσταση, ο εγωισμός που οικοδομείται επάνω σε ένα υπόστρωμα κίβδηλης πίστεως και κορυφώνεται με την υπερηφάνεια, έναντι των άλλων ανθρώπων και μάλιστα των πιστών, οδηγεί σε μια καθαρώς δαιμονική κατάσταση.
Ο “πιστός υψηλοκάρδιος”, δεν είναι παρά ένας ακάθαρτος ενώπιον του Θεού (Παροιμ. ΙΣΤ' 5). Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο ίδιος ο Κύριος μέσω της παραβολής ξεσκεπάζει την αρρωστημένη συμπεριφορά και τονίζει τον αποκρουστικό του χαρακτήρα. Τον χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου που μέσα στην κοινωνία και στην Εκκλησία παρουσιάζει τον φαρισαϊσμό, ο οποίος παγιώνεται πλέον ως “όρος τεχνικός”, για όλες τις εποχές, και χαρακτηρίζει αυτόν ο οποίος το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να αναδείξει μόνο και μόνο τον ίδιο τον εαυτό του (τον εγωισμό του), είτε πιστεύει είτε κινείται στον παράλογο και νοσηρό χώρο της αθεΐας.
Αλλά η κλίμακα της υπερηφάνειας, που με την θέλησή του κατέρχεται ο άνθρωπος, δεν σταματά μόνο στην απόρριψη των αδελφών. Δυστυχώς φθάνει σε έχθρα προς τον ίδιο τον Θεό. Ο Απόστολος Πέτρος το διακηρύσσει ξεκάθαρα : “Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται” (Α' Πετρ. ε' 5). Όχι πλέον ο άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός στέκεται σαν σε πόλεμο αντιμέτωπος προς τον ίδιο τον υπερήφανο. Βεβαίως, όπως όλοι κατανοούμε η έκφραση είναι ανθρωπομορφική και θέλει να δηλώσει με τούτο ότι η υπερηφάνεια έρχεται σε άμεση κόντρα με την Τριαδική Χάρη, και ότι ο άνθρωπος την δέχεται, εξ' αιτίας του, με άκρως αρνητικά τα αποτελέσματα.
Το δε κύριο χαρακτηριστικό των όσων φέρουν τον εγωισμό και την υπερηφάνεια με την μορφή της απιστίας και του αθεϊσμού, είναι το να αποκόπτουν τον εαυτό τους από την Εκκλησία και λυσσωδώς να την κτυπούν από τα έξω. Παραλλήλως δε το ιδιαίτερο γνώρισμα των όσων καλύπτουν την ασθένεια της υπερηφάνειας με ένα μανδύα “θρησκευτικότητας”, είναι το να ταλαιπωρούν το Σώμα του Χριστού εκ των ένδον.
Αλλά ο υπερήφανος, επόμενο είναι να δέχεται και τον αντίκτυπο της πνευματικής ανισορροπίας του, και μάλιστα με τον πιο σκληρό τρόπο. Ενώ δηλ. παρουσιάζει μια τέτοια συμπεριφορά, ώστε να τον θαυμάζουν οι “κατώτεροι” συνάνθρωποί του, τελικώς το “φυτόν της πονηρίας” όπως ονομάζει τον εγωισμό ο σοφός Σειράχ (Γ' 20), και που το ποτίζει με το φαρμάκι της καρδιάς του, αποπνέει τέτοια δυσοσμία, που κάνει το περιβάλλον του να τον αποστρέφεται.
Έτσι λοιπόν, τώρα ο υπερήφανος λαμβάνει ως πληρωμή της συμπεριφοράς του, την απομόνωση από τους ανθρώπους.
Ώστε λοιπόν, κύριε, δεν είσαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Είσαι κάτι το διαφορετικό. Πολύ καλά λοιπόν, σου πρέπει η μοναξιά και η απομόνωσις, διότι τα πρόσωπα έχουν ανάγκη των προσώπων των καταδεκτικών και των “ομοιοπαθών εν ταις ασθενείαις”. Αφού εσύ με τα “καθαρά σου χέρια” αγγίζεις και αυτά τα υψηλά άστρα του ουρανού, σε αφήνουμε στην “παγερή σου και απρόσωπη ησυχία” για να μην σου ταράζουμε την υψηλόφρονα ιδέα περί του εαυτού σου.
Ξεδίπλωσε το λοιπόν ακόμα περισσότερο τον “μετεωρισμό” του ανερμάτιστου νοός σου, κατρακύλησε έτι πλέον, αφού αυτό επιλέγεις στην αηδία του αυτοερωτισμού, χτίσε το είδωλο του εγωισμού σου και άφησε εμάς τους ταλαίπωρους στην συναίσθηση της αμαρτίας μας και της αστοχίας μας.
Όχι, δεν μπορούμε να συνοικοδομήσουμε τον “χάρτινο πύργο”, που στην πρώτη πνοή της χάριτος και στην έκφανση της δικαιοσύνης του Θεού, θα σωριαστεί. Εμείς, έχουμε τώρα ανάγκη, μετά την επίγνωση της καταστάσεώς μας, δηλ. μετά την προσβολή που τολμήσαμε στην Θεϊκή αγάπη του Ιησού, να εγκλείσουμε τον «φιλομάκελλον κύνα, τον νου», μέσα στον χώρο της καρδιάς και να παραμένει εκεί με συντριβή. Να ησυχάζει στη νίψη και στην προσευχή. Και τούτο, διότι έχει άμεση ανάγκη να θεραπευθεί και να εξισορροπήσει. Θλιβόμαστε βεβαίως γι΄ αυτό το κατάντημά σου και δεν σε κατηγορούμε, διότι κι εμείς θλίψαμε την χάρη. Είθε ο Θεός να σε ελεήσει, μάλλον εμάς πρώτα να ελεήσει, κι εσύ ο ίδιος να καλλιεργείς θετικά την ενέργεια του νοός, διότι στο τέλος θα χάσεις και την ολίγη λογική που σου έχει απομείνει. Αλλά, έργο τώρα δικό μας είναι το “ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ”. Και αυτό φυσικά εντός του “Ναού”. Μέσα δηλ. στον χώρο της “κιβωτού της Σωτηρίας” όπου λειτουργεί η χάρις δια των Ιερών Μυστηρίων, της προσευχής και του ιερού όντως αγώνος της ψυχοσωματικής καθάρσεως και του φωτισμού.
Πράγματι, φίλοι μου, “μισητή έναντι ανθρώπων υπερηφάνεια” (Σοφ. Σειραχ Ι' 7). Κανένας δεν αγαπά τον υπερήφανο. Ουδείς προστρέχει στην συντροφιά του. Η παρουσία του, κουράζει, αποσυντονίζει, ταράσσει και εκνευρίζει. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και ικανότητα αυτοκυριαρχίας κατά τη συναναστροφή και περισσότερο τη συνεργασία με έναν εγωιστή και υπερήφανο άνθρωπο, αφού είναι σχεδόν βέβαιο πως τις περισσότερες φορές, στο τέλος μεγαλύτερη θα είναι η πνευματική ζημιά και η ψυχική φθορά, παρά το οποιοδήποτε όφελος.
Αλλά το χειρότερο που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος από την υπερηφάνεια είναι η ανεπανόρθωτη ζημιά, ο απόλυτος σκοτισμός του νοός ,που δεν, είναι παρά αυτός ο παραλογισμός. Και άνευ αντιρρήσεως, η αθεΐα αποδεικνύει παραλογισμό και ασθένεια βαρύτατη έως και ανίατη. Η δε υπερηφάνεια στον χώρο της πίστεως, αποκαλύπτει καταστάσεις “ψυχασθένειας” και δαιμονισμού.
Αδελφοί μου, δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να ξεφύγει, στο να γεύεται το “γλυκόπικρο ποτό του «φαρισαϊσμού». Αντιθέτως η ισόβιος τελωνική κατάστασις αποδεικνύει αρχή θεραπείας. Αποκαλύπτει ισορροπημένες κατά το μάλλον ή ήττον τις ψυχικές δυνάμεις και “βίαν φύσεως διηνεκήν” στον χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Με αυτές τις προϋποθέσεις έρχεται και η δικαίωσις από τον ίδιο τον Κύριο ο οποίος τονίζει ότι μετά την αυτομεμψία του ο Τελώνης, “κατέβη δεδικαιωμένος”.
Είθε να αξιωθούμε αυτών των καταστάσεων της εκούσιας συντριβής, της αγάπης και της συμπάθειας προς τους αδελφούς και τέλος να βιώνουμε στο βάθος της υπάρξεώς μας την τελωνική καρδιακή προσευχή, «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Δηλ. «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Αμήν.





 Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ."Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, γιατί είναι αδελφός του Χριστού, και τον βλέπει ως ίσο με Αυτόν. Πρώτον είναι δούλος του Θεού, έπειτα παιδί Του και, τέλος, αδελφός Του".




Θα σας αναφέρω και κάτι ακόμη: Ένα χρόνο περίπου αργότερα, ο Γέροντας είχε τοποθετήσει δίπλα στα πόδια του Εσταυρωμένου τη φωτογραφία ενός λιονταριού. Τον ρώτησα τι σήμαινε αυτό. Τότε ο π. Γαβριήλ σηκώθηκε και κάνοντας το σταυρό του είπε:

—       Ο σωστός άνθρωπος μπροστά στον Χριστό στέκεται ατρόμητος σαν το λιοντάρι. Δεν φοβάται τον Θεό, αφού ξέρει ότι είναι δίκαιος. Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, γιατί είναι αδελφός του Χριστού, και τον βλέπει ως ίσο με Αυτόν. Πρώτον είναι δούλος του Θεού, έπειτα παιδί Του και, τέλος, αδελφός Του».



«Μια Κυριακή πήγα στον π. Γαβριήλ. Ήταν λίγο άρρωστος. Ήρθαν οι μοναχές και του είπαν πως έφεραν τα υφάσματα για να ράψουν τα ράσα τους. Ζήτησαν τις συμβουλές του. Ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:
—       Εσύ πότε θα ράψεις το δικό σου ράσο, αδελφή; Μείνε στο μοναστήρι.

Ξαφνιάστηκα!

 Του είπα ότι δεν μπορώ να μείνω. Η καρδιά μου όμως σκίρτησε και σκέφτηκα πως αν ο Θεός ήθελε να μείνω στο μοναστήρι, θα μου το έδειχνε με κάποιο θαύμα για να μου δυναμώσει την πίστη. Αμέσως στενοχωρήθηκα γι' αυτή μου τη σκέψη και ζήτησα συγχώρεση, καθώς ο Κύριος λέγει "ουκ έκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου".

Πήρα την ευλογία του Γέροντα κι έφυγα. Στο δρόμο κοίταζα το μοναστήρι του Σταυρού και είδα ένα ολοφάνερο θαύμα. Το μοναστήρι ήταν τυλιγμένο στις φλόγες και ο καπνός έφθανε στα ουράνια. Όμως, ο ναός του ήταν σαν να ανάπνεε. 

Με πλημμύρισε ευωδιά και αισθανόμουν μεγάλη γαλήνη. Θεέ μου! Έγινε τάχα τέτοιο θαύμα; Αισθάνθηκα σαν να βιώνω τη μακαριότητα της Θείας Λειτουργίας. Τι ευτυχία είναι που υπάρχει η Θεία Λειτουργία! Αν δεν υπήρχε, τότε θα έπαυε να υπάρχει και κόσμος. Μαζί μου ήταν και κάποιος άλλος συνοδοιπόρος, αλλά δεν έβλεπε τίποτα. 

Ήθελα να του μιλήσω για το καταπληκτικό θέαμα που αντίκριζα εκείνη την ώρα, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω καν από την ευδαιμονία που ένιωθα! Μήπως όμως ήμουν σε πλάνη; Μήπως με περιέπαιζε ο Πονηρός;
Επέστρεψα πάλι στον π. Γαβριήλ για να μου τα εξηγήσει όλα. Μπαίνοντας στο κελί του κι ενώ ήμουν έτοιμη να του περιγράψω ότι βίωσα, εκείνος με σταμάτησε. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα και μου είπε χαμηλόφωνα:

— Σιωπή! Ο Πονηρός εδώ δεν έχει καμία θέση. Αλλά άσκοπα μη λες το όνομα του Κυρίου. Αδελφή, εμείς πρέπει να μάθουμε να σωπαίνουμε. Κάθισε εδώ, μη μιλάς κι αν θέλεις κάτι να πεις, πάρε χαρτί και μολύβι, γράψ' το και δώσ' το μου να το διαβάσω. Όμως εσύ "ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω".
Κάθισα μια δυο ώρες.

 Πόσες φορές ήθελα να μιλήσω, να πω κάτι. Αλλά ο Γέροντας με κοιτούσε αυστηρά και με αποθάρρυνε. Ύστερα μου έγραψε σε ένα χαρτί: "Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω".


Έτσι πέρασαν τέσσερις ώρες. Στο κελί ακουγόταν μόνο ο ήχος του ρολογιού. Σ' αυτές τις τέσσερις ώρες πέρασε από το νου μου όλη μου η ζωή! Ξαναθυμήθηκα όλες τις αμαρτίες μου, κι αυτές ακόμη που είχα ξεχάσει εντελώς. Ένιωθα απερίγραπτη κατάνυξη και μετάνοια. Από τότε ηχεί στην καρδιά μου ο δυνατός λόγος: 

"Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω», και προσπαθώ να βάζω στη γλώσσα μου χαλινάρι».

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Α΄) «Εποίει...» Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωστάνταρος

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Α΄)
«Εποίει...»

Ενώ όλα ήταν λαμπερά και όμορφα, ενώ στα μάτια άστραφτε η χαρά, συνέβη το μεγάλο κακό.
Η αστοχία του Αδάμ και της Εύας, τη συνεργεία του εχθρού, κατέστρεψε την παραδεισένια ευτυχία και τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Όλα πλέον έχασαν την ομορφιά τους και αγρίεψαν.
Μα το πιο δραματικό ήταν ότι το βλέμμα του Αδάμ, έχασε τη λάμψη του και σκοτίστηκε.
Οι οφθαλμοί του θεότευκτου αυτού δημιουργήματος, δεν δακρύζουν πλέον στη θέα του «άσαρκου Λόγου», αλλά μεταβλήθηκαν σε κρουνούς για να ποτίζουν την αγριεμένη γη και για να συνοδεύουν τον «αδαμιαίον θρήνον»...
Πώς, αλήθεια να αισθανόταν το πρώτο ζευγάρι, τις δραματικές εκείνες στιγμές που ο Παντεπόπτης Δημιουργός «ερευνούσε» μέσα στον κήπο της Εδέμ, για να βρει το πλάσμα του, την κορωνίδα της όλης δημιουργίας; Ερευνούσε και «ανίχνευε» με το Θεϊκό του όμμα για να συναντήσει τη θλιμμένη και αμαυρωμένη του εικόνα. Να δεχθεί την μετάνοια, να συγχωρήσει και να επαναφέρει το πλάσμα του στο «πρώτον κάλλος».
Αυτό το τελευταίο του αγαπημένο δημιούργημα το ονόμασε «άνθρωπο», ακριβώς διότι είχε λάβει την Τριαδική ευλογία, ώστε να μπορεί να θωρεί ψηλά.
Να αισθάνεται την αποστολή του και να ατενίζει μέσα στο βλέμμα, Αυτού Του οποίου την εικόνα έλαβε.
Όλα πλέον είχαν τώρα αντιστραφεί. Δεινή η θέση του Αδάμ στη δραματική εκείνη συνάντηση. Το κεφάλι ήταν στραμμένο στη γη και το βλέμμα θολωμένο.
Και ενώ το όμμα του Θεού παρέμενε το ίδιο όπως και πριν, αναλλοίωτο, φωτεινό και ζεστό, ο πεσμένος άνθρωπος ήταν εντελώς αδύνατον να το ατενίσει.
Τώρα πλέον βίωνε την αποστασία του και την αρχή των βασάνων του, έως να έλθει η ημέρα εκείνη... Ζούσε την πίκρα της παρακοής και πότιζε το δένδρο της ελπίδας με το αίμα της καρδιάς του. Με τα αστείρευτα και καυτά δάκρυα, που, αλλοίμονο εάν δεν υπήρχαν κι αυτά...
Και οι αιώνες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και το γένος των ανθρώπων αυξανόταν μέσα στον πόνο αλλά και στην ελπίδα.
Δυο ρεύματα από την ίδια πηγή της ανθρωπότητας κυλούσαν αργά και τραγικά σαν τη λάβα του ηφαιστείου, μέσα στον ρου της ιστορίας. Το ένα, αυτό του «περιουσίου λαού», που ετοίμαζε ο Δημιουργός, ώστε μέσω αυτού να έρθει αργότερα ο Ίδιος στη γη και να συνεχίσει τον διάλογο που διακόπηκε μέσα στον κήπο, και το άλλο ρεύμα, όλου του άλλου κόσμου.
Το ένα, έκρυβε και διαφύλασσε την ελπίδα, ότι ο ταλαίπωρος άνθρωπος θα δει και πάλι στα μάτια τον Πλαστουργό του, το δεύτερο, γαλβάνιζε περισσότερο τον πόνο για την χαμένη ευτυχία.
Και όχι μόνο οι απλοϊκοί απόγονοι του Αδάμ που ζύμωναν το ψωμί τους «εν τω ιδρώτι του προσώπου τους» και οι θυγατέρες της Εύας που έφερναν στον κόσμο τα τέκνα τους, με ακόμα μεγαλύτερο πόνο απ' αυτόν που θα μπορούσαν να φανταστούν, αλλά και όσοι δέχονταν κάποιες εκλάμψεις, κάποια μεγάλα πνεύματα που γνώριζαν ότι όντως υπάρχει το κάτι άλλο, αυτό δηλ. που το είχαμε, το χάσαμε μα και πάλι το αναμένομε και το λαχταρούμε, ήταν αδύνατον να βιώσουν την προσωπική συνάντηση με τον προσωπικό Θεό.
Ήταν αδύνατον να συλλάβουν τώρα με τον εσκοτισμένο νου τι πραγματικά σημαίνει «η θεωρία του Θεού».
Μήπως γι' αυτό άραγε, ακόμα και οι πλέον χαρισματικοί καλλιτέχνες πρόγονοί μας, στην έκφραση των έργων τους (που σμίλευαν με τα εσώψυχά τους), δίχως να το συνειδητοποιούν και οι ίδιοι, αποτύπωναν μια έκφραση λύπης αλλά και αδημονίας στα πρόσωπα και κυρίως στους οφθαλμούς;
Δεν έχει κανείς, παρά να ρίξει διεισδυτικό το βλέμμα του στα καλλιτεχνικά αριστουργήματα που διασώζονται. Αισθάνεται ότι ο μορφωμένος καλλιτέχνης, ενώ έχει ερευνήσει τα πάντα στη χαμοζωή και όσο του είναι δυνατόν στη φύση, ενώ έχει φιλοσοφήσει και επίσης έχει μελετήσει  τέλεια τις σωματικές αναλογίες και τις έχει αποτυπώσει επάνω στο άψυχο μάρμαρο, τελικώς του διαφεύγει μέσα από τα χαρισματικά του χέρια, ό,τι πολυτιμότερο ζητά και λαχταρά ο άνθρωπος. «Η χαρά και η ευτυχία»...
Γι΄ αυτό και στα αποκαλυπτήρια των αριστουργημάτων του πεντελικού, και όχι μόνο μαρμάρου, ο ευαίσθητος καλλιτέχνης, στα μύχια της καρδιάς του βίωνε το ανολοκλήρωτο, αφού του ξέφυγε η λάμψη της χαράς στο κέντρο των ακίνητων ματιών. Το έργο κάτι ακόμα ανέμενε για την ολοκλήρωσή του...
Έτσι, στο «βλέμμα των γλυπτών», αντανακλούσε το κατά βάθος θλιμμένο και κουρασμένο από την αναζήτηση βλέμμα του ανθρώπου. Την αναζήτηση του απωλεσθέντος «κήπου» και της παραδεισένιας ευτυχίας...
Αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι μας δημιουργοί, όταν ολοκλήρωναν τα εμπνευσμένα τους έργα, στο βάθρο εχάρασσαν το «εποίει» και όχι το «εποίησε»;
Ναι, χωρίς πολλά λόγια, με δωρική λιτότητα στην υπογραφή, αλλά και μοναδική ευαισθησία στη λυπημένη έκφραση και στη λαχτάρα των ματιών, αποτύπωναν την πανανθρώπινη αναζήτηση του Θεϊκού βλέμματος. Αυτού του βλέμματος που ο δύστυχος άνθρωπος, τώρα πλέον είχε χάσει.
Αλλά και σε όλες τις εικαστικές τέχνες, στον πυθμένα του καλλιτεχνικού υποκειμενισμού, δεν καθρεπτίζεται, παρά ο πόνος και η κραυγή για την απώλεια αυτού του γλυκού  Θεϊκού βλέμματος. Του βλέμματος εκείνου που κάνει την ύπαρξη να αισθάνεται γιατί ζει και γιατί υπάρχει!
Μόνο τυχαίο δεν είναι, ότι όλοι οι λαοί και όλες οι παραδόσεις επικεντρώνουν τα χαρακτηριστικά τόσο των «θεών», όσο και των θνητών, κυρίως στο βλέμμα και στην έκφραση των οφθαλμών!
Οι Αθηναίοι, που η πολιτεία τους έλαβε το όνομα από την Αθηνά, χαρακτήριζαν την προστάτιδά τους ως «γλαυκήν» και «βοώπιν». Της πρόσφεραν δηλ. τους ομορφότερους και σοβαρότερους χαρακτηρισμούς για την μορφή των χαρισματικών της ματιών. Άλλωστε η Αθηνά ήταν αυτή που συνδύαζε τόσα προσόντα, όπως τη σοφία, τη σύνεση, τον σεβασμό και κυρίως την αγνότητα, μαζί με την σοβαρή έκφραση των μεγάλων της («βοώπις») οφθαλμών.
Αυτή είναι και η αιτία που στο βωμό της και στη λυχνία της, από τα βάθη των χρόνων, πλησίαζαν μόνο οι «κόρες». Μόνο οι αγνές και καθαρές νεαρές κοπέλες που φύλαγαν την ύπαρξή τους ανέγγιχτη και αμίαντη. Αυτές, που στα μάτια τους καθρέπτιζαν τις αρετές της μεγάλης τους «θεάς». Ουσιαστικά δηλ. αυτό που λαχταρά η κάθε ύπαρξη, αλλά που ίσως δεν γνωρίζει πού και πώς θα κατορθώσει να ανακαλύψει εκείνο που διψά... Γι' αυτό και ο αρχαϊκός τύπος των αγαλμάτων αυτών, με επιτύμβιο και αναθηματικό χαρακτήρα, που κατασκευαζόταν κυρίως από τον 7ο ως και τον 5ο αιώνα π.Χ. παρίστανε «κόρη», γυνακεία μορφή όρθια και πάντοτε ενδεδυμένη.
Αυτό το ύφος και αυτά τα σωματικά και κυρίως ψυχικά χαρακτηριστικά, δηλ. της αρετής, θα έπρεπε να διαθέτει η νεαρή κοπέλα για να πλησιάζει με συστολή, αλλά και χωρίς ενοχή, ώστε να προσφέρει στην «θεότητα».
Να είναι «κόρη»! Ειδάλλως, «ψαυέτω μηδαμώς...».
Και, αναντίρρητα, η ψυχική και σωματική αγνότητα, για να διατηρηθεί στην κάθε εποχή, πόσο μάλλον στη δική μας, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Μόνο όσες ψυχές αγωνίζονται τον όμορφο και ιδανικό αγώνα, του να πλησιάζουν δηλ. και να βλέπουν κατάματα την Θεότητα, γνωρίζουν τι θα πει προσοχή και φροντίδα στις «εισόδους της καρδιάς», που κυρίως και προπάντων είναι οι οφθαλμοί.
«Κόρες» λοιπόν, οι αγνές υπάρξεις που ανέρχονταν στα ύψη του βωμού, αλλά «κόρες» και οι οπές στο κέντρο της ίριδας των οφθαλμών. Από αυτές τις πρώτες περίμεναν οι Αθηναίοι την «αφή» της «θεάς» τους για να αισθάνονται την προστασία της και να δίνουν «νυσταγμόν τοις βλεφάροις» τους. Όσο για τις δεύτερες; Τις «κόρες των ματιών»; Μόνο όταν είναι υγιείς, διαπερνούν οι φωτεινές ακτίδες για να φθάσουν στον κρυσταλλοειδή φακό του οφθαλμού.
Και, θα συμφωνήσετε φίλοι μου ότι, όσο περισσότερο μια ψυχή αγωνίζεται για να διατηρήσει καθαρή τη θεοϋφαντη στολή της αγνότητας, τόσο και περισσότερο στις «κόρες» των ματιών αντιφέγγει ο ουρανός του ουρανού...
(Συνεχίζεται).


 Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...