Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 25, 2015

+ Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης: Εν μέσω σκορπίων είμεθα

π. Αυγουστίνος Καντιώτης: Εν μέσω σκορπίων είμεθα 
 
 Διάβασα προχθές στον Ιεζεκιήλ, ότι τον έστειλε ο Θεός «εν μέσω σκορπίων»
      
Τώρα η κοινωνία μας έχει φοβερούς «σκορπιούς» που σε κεντούν, με συκοφαντίες και διαβολές. Πράγματα φοβερά και απαίσια προσπαθούν να θλίψουν την ψυχήν σου. «Εν μέσω σκορπίων» είμεθα. Και αυτός που σήμερα φαίνεται ότι τάχατες σ’ ακούει, αν δεν κάνεις το θέλημα του που ζητά δεν το’ χει σε τίποτε αύριο να γίνει σκορπιός και να σε κεντά.

        Προχθές στη μητρόπολη σε ένα δικηγόρο δεν του έδινα διαζύγιο. Έφυγε, και τι υβρεολόγιο είπε στα σκαλιά της μητροπόλεως δεν περιγράφεται. Πατάμε σε «σκορπιούς» και «φίδια» μέσα σ’ αυτή την κοινωνία στην οποία ζούμε. Είναι επώδυνος ο βίος τον οποίον διάγει κανείς, γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή μεγάλη στον κόσμον αυτόν. Είναι μία προφητεία αρχαία μου την υπενθύμισε ένας Αγιορείτης μοναχός όταν έγινα επίσκοπος.
        «Γίνεσαι επίσκοπος», μου είπε, «σε μία εποχή, που οι ποιμένες, οι επίσκοποι, οι εφημέριοι, οι παπάδες και όλοι αυτοί, θα γίνουν λύκοι και θα κατασπαράξουν το ποίμνιο, και τα πρόβατα θα γίνουν κι αυτά λύκοι και θα φάνε τους ποιμένας».
        Σ’ αυτή την εποχή βρισκόμεθα. Και σε όλη την Ελλάδα παρατηρείται το εξής φαινόμενο. Έναν κακόν επίσκοπο, αδιάφορο τελείως που ούτε κηρύττει ούτε διδάσκει ούτε νουθετεί, δεν τον πειράζουν είναι φίλος των. Έχουν βάλει στο πρόγραμμα τους, σ’ όλη την Ελλάδα, να ρίξουν τους καλούς επισκόπους, τους δραστήριους, αυτούς που κάπως κινούνται, κάπως εργάζονται, όχι βέβαια στα ύψη των πατέρων της Εκκλησίας, αλλά κάπως παρουσιάζουν μία εργασία, είτε κατηχητικά σχολεία είτε κήρυγμα είτε τίποτε άλλο. Το σύνθημα τους είναι, να γκρεμίσουν την Εκκλησία. Και βάλλονται αυτοί τρομερά βάλλονται.
        Μεταξύ των άλλων όπλων τα οποία μεταχειρίζονται είναι η συκοφαντία και η διαβολή, άνευ προηγουμένου. Το φοβερότερο είναι, ότι και μέσα από τους κύκλους των ιεραποστολών υπάρχουν συκοφάντες και διαβολείς. Εάν σήμερα διαλυθούν οι ιεραποστολές, δεν θα διαλυθούν από τους εξωτερικούς εχθρούς – να το θυμηθείτε αυτό, μετά δακρύων σας το λέω – θα διαλυθούν από πρόσωπα τα οποία έχεις δέκα χρόνια, είκοσι χρόνια, τριάντα χρόνια κοντά σου. Τα πήρες μικρά παιδιά, τα κατήχησες, τα δίδαξες, τα εγαλούχησες, εκοπίασες, εμόχθησες γι’ αυτά κ.λπ. και αυτά τώρα γίνονται «σκορπιοί».
        Διερχόμεθα μία κρίση μεγάλη. «Πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα της ποίμνης»
        Και το άλλο, Θα έρθει εποχή που οι άνθρωποι θα ποιμαίνουν τον εαυτό τους.
        Ψιθυρισταί
        Εγώ θέλω να σηκωθώ να φύγω, να πάω στο Άγιο Όρος, να βρω ένα δωματιάκι, να καθίσω εκεί πέρα, να παύσω να ενθυμούμαι. Έχω καμφθεί. Παρακαλώ το Θεό, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, να μη γίνω «μισάνθρωπος».
       Βλέπεις ένα λεγόμενο πνευματικόν σου τέκνο να σε κατηγορά, να σε κατηγορά. Πνευματικό σου τέκνον, δήθεν. Πνευματικό σου τέκνο, το οποίο αγάπησες και υποστήριξες. Που είναι εκείνη η αγία εποχή των πατέρων της Εκκλησίας που οι πατέρες λέγανε τα σκληρότερα λόγια και τους υπήκουαν τα πνευματικά τους τέκνα; Τώρα πλέον οι πατέρες είναι τίποτα.
        Ψιθυρισταί, φοβερό κύμα ψιθυριστών. Ψι…ψι…ψι… Να κατηγορούν, να διαβάλλουν, να συκοφαντούν, κατά τρόπον που δεν μπορείς να καταλάβεις από πόθεν έρχονται τα πλήγματα και οι βολές. «Πριονίζουν το δένδρο επάνω στο οποίο κάθονται». Αλλά η μέρα εκείνη του Κυρίου θα αποκαλύψει πολλά πράγματα.
        Αλλά γιατί να απορούμε, γιατί να εξανιστάμεθα; Εδώ ο Χριστός είχε δώδεκα μαθητές και βγήκε ένας προδότης, ένας Ιούδας. Πρέπει να περάσουμε και εμείς από την δοκιμασία αυτή, των θλίψεων και των περιπετειών…
        Εάν σας διαβάσω τους πατέρας της Εκκλησίας, τα μεγαλύτερα φαρμάκια τα έπιναν από τα δήθεν πνευματικά τους τέκνα.
        Καντιώτης Αυγουστίνος. Εν μέσω συκοφαντών και κακών Επισκόπων
Aπο το βιβλίο Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
«ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ», Έκδοση Β΄, 2008, σελ 57-58.

Ἡ κρίση ἡ μεγάλη, ἡ μέγιστη τῶν συμφορῶν, δὲν εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν δανείων. Εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν δακρύων... Ἔτσι παραγράφονται ὅλα τὰ χρεή: μὲ δάκρυα!



Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ἐν μέσω κρίσης" τῆς Μαρίας Μουρζά τῶν Ἐκδόσεων "Ἄθως"

  Διατελοῦμεν ἐν μέσω κρίσης! 
Ἐκεί πού πρὸς στιγμὴν μένουμε ἐνεοὶ καὶ ἀποσβολωμένοι. 
Ἐκεί πού κόβουμε ταχύτητα, χαμηλώνουμε τοὺς τόνους καὶ ρωτᾶμε:
 Γιατί; 
Πῶς ἔγινε καὶ φτάσαμε στοῦ γκρεμοῦ τὸ χεῖλος; 
Ποιὸς εὐθύνεται γιὰ τὴ στραβοτημονιά;
 Ποιὸς θὰ χρεωθεῖ τὸ ἀτύχημα;
 Ποιὸς θὰ χρεωθεῖ τὴν ἐθνικὴ συμφορά; 
Κοιτᾶς καὶ λές: Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλλάδα μας;
 Ποῦ εἶναι οἱ Ἕλληνες; 
Ποῦ μᾶς πούλησαν; 
Ποιοὶ μᾶς ἀγόρασαν;
 Ποιοὶ θὰ δώσουν λόγο γιὰ τὴν ἀγοραπωλησία; 
Χιλιάδες ἀπελπισμένες κραυγὲς σὰ σεισμικὲς δονήσεις... 
Προεόρτια μεγάλου σεισμοῦ; 
 Διατελοῦμε ἐν μέσω κρίσης, βιώνοντας ἕνα σκληρὸ παιχνίδι, πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη μας καὶ πάντα σὲ βάρος μας.
 Εἰσπράττουμε τὴν προδοσία σὰ γεύση ἀπὸ χῶμα, σὰν ὀργὴ καὶ σὰν ἀπελπιστικὴ διαπίστωση: βρισκόμαστε ὑπὸ ζυγόν!
 Καὶ ὁ πόνος τοῦ ζυγοῦ εἶναι τόσο δυνατὸς ὥστε ἄλλος γρήγορα καὶ ἄλλος ἀργὰ ξυπνᾶμε! Ξυπνᾶμε σὰν ἀπὸ βαρὺ ὕπνο. 
Μᾶς ξυπνάει ὁ ἥλιος τῆς νύχτας... 
Τὸ φῶς ποὺ γεννιέται ἀμέσως μετὰ ἀπ' τὸ πυκνότερο σκοτάδι. Μᾶς ξυπνάει καὶ βλέπουμε πὼς δὲν εἴμαστε ἄμοιροί της τύχης μας, πὼς σαφῶς ἔχουμε κι ἐμεῖς, ὁ καθένας τὴ δική του εὐθύνη. Ἔχουμε κι ἐμεῖς, ὁ καθένας τὸ δικό του μερίδιο στὴ συμφορά. Καὶ φωτίζεται ὁ νοῦς μας καὶ μᾶς γίνεται ὁρατὸ πὼς δὲν φταίνει μόνον οἱ ἐχθροὶ ποὺ μπῆκαν ἀπ' τὴν κερκόπορτα. 
Φταῖμε καὶ ἐμεῖς ποὺ ἀπαξιώσαμε τὴν κερκόπορτα καὶ.... 
ἐν γνώσει μας τὴν ἀφήσαμε ἀφύλαχτη. 
Φταῖμε ὅλοι... 
καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς Πολιτείας καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ λαός. Διαπράξαμε ὅλοι τὸ ἴδιο λάθος τῆς ὕβρης: 
Καταργήσαμε τὸν Θεό! Εἴτε θέλουμε νὰ τὸ παραδεχτοῦμε εἴτε δὲ θέλουμε, ἀπὸ κεῖ μπῆκαν οἱ ἐχθροί: ἀπὸ τὴν κερκόπορτα τῆς ὑπεροψίας μας..., 
πού στὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἔβαλε τὶς στοές, ποὺ ἀντικατέστησε τὸν γάμο μὲ συμβολαιογραφικὴ πράξη, ποὺ ἀντικατέστησε τὴ μάνα μὲ τὴν τηλεόραση, ποὺ ἀντικατέστησε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ σκυλιά. Ἀπὸ κεῖ μπῆκαν οἱ ἐχθροί: ἀπὸ τὴν κερκόπορτα τῆς ὑπεροψίας μας, πού ἀντικατέστησε τὸν Πνευματικὸ μὲ τὰ μέντιουμ, ποὺ ἀντικατέστησε τὴν Λειτουργία μὲ κολυμβητήρια, μὲ φροντιστήρια καὶ ἐκδρομές, ποὺ ἀντικατέστησε τὴν προσευχὴ μὲ γιόγκα, τὴ νηστεία μὲ δίαιτες, καὶ τὸν Χριστὸ μὲ τὸν χρυσό!...

 Ἀδελφοί μου, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ὀδυνηρὴ δὲν εἶναι ποὺ ἀδείασαν τὰ ταμεῖα μας. Εἶναι ποὺ ἀδείασε ἡ ψυχή μας! Ἀδείασαν τὰ σπίτια μας. Ξεκρεμάσαμε τὶς εἰκόνες, σβήσαμε τὸ καντήλι κι ἀνοίξαμε τὶς πόρτες. Τώρα μπορεῖ ἐλεύθερα νὰ μπαινοβγαίνει ὅποιο θέλει, ὅ,τι ὥρα θέλει γιὰ ὅποια σχέση θέλει. 

Ἀδελφοί μου, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἡ ὀδυνηρὴ εἶναι τὸ κλάμα τῶν παιδιῶν ποὺ δὲν ἀφήσαμε νὰ γεννηθοῦν!...
 καὶ τὸ κλάμα τῶν παιδιῶν ποὺ ἐγκαταλείψαμε. 
Ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἡ ὀδυνηρὴ εἶναι ποὺ γεμίσαμε παιδιὰ ποὺ δὲν ἔχουν κατὰ ποὺ νὰ κοιτάξουν. Γεμίσαμε παιδιὰ-τορπίλες! Ἕτοιμα νὰ ἐκραγοῦν. Παιδιὰ γνωστῆς ἢ ἀγνώστου πατρότητας ποὺ δὲν τὰ θέλει κανείς, παρὰ μόνον αὐτοὶ ποὺ θὰ τὰ ἐμπορευτοῦν. 

 Ἀδελφοί μου, γεμίσαμε ἐμπόρους ποῦ μαζεύουν ἀργύρια τριάκοντα, ἀλίμονο γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὸν ἀγρὸ τοῦ Κεραμέως;
 Κρύο...
 Τόσο πολὺ κρύο... 
Κι αὐτὴ ἡ κρίση... 
ἡ βαθιὰ καὶ ἐπώδυνή μας μαζεύει ἀπ' τοὺς δρόμους καὶ γυρίζουμε μέσα μας. Ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει νὰ πάλλεται ἡ καρδιά μας ἡ πέτρινη καὶ νὰ δίνει ξανὰ σημεῖα ζωῆς, ζωῆς ἄλλης, ζωῆς ἀληθινῆς. Ἐκεῖ ποὺ δυναμώνει λίγο-λίγο ἡ φωνὴ τῆς χαμένης συνείδησης κι ἀρχίζεις νὰ διακρίνεις ἀνάμεσα στὶς χιλιάδες φωνὲς τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
 Κι ἀρχίζει ἡ ψυχή μας νὰ ψάχνει τρόπους ἀποκατάστασης:
 ποιὰ "αὐθαίρετα" νὰ γκρεμίσουμε καὶ ποιὰ "νόμιμα" νὰ ξαναχτίσουμε... 
Ἀρχίζει ἡ ψυχή μας καὶ διψάει τὴν ἄφεση. 
Ἀφήνει τὶς χῶρες τῶν ἀλλοφύλων τὶς ἀλλότριες συμπεριφορὲς καὶ ξαναπαίρνει ἡ πολύπαθη ψυχή μας τοὺς πατροπαράδοτους δρόμους... γιὰ τὸ πετραχήλι τὸ ἅγιο γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.'
 Ἀδελφοί μου, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἐπώδυνη εἶναι καὶ σωτήρια καὶ ἰαματική. Ἀρχίζεις καὶ νοιάζεσαι καὶ μοιράζεσαι τὸ τριμμένο παλτό σου μ' αὐτὸν ποὺ κρυώνει!
 Ἀρχίζεις καὶ πονᾶς καὶ συμπονᾶς... 
Καὶ ὁ ἄλλος ἄνθρωπος γίνεται συνάνθρωπος, ὁ κάτοικος συγκάτοικος, ὁ πατριώτης συμπατριώτης, καὶ ὁ ἄλλος Ἕλληνας γίνεται συνέλληνας, ἐγγενὴς καὶ συγγενὴς καὶ ὄμαιμος καὶ ἀδελφός!! 
 Ἀδελφοί μου, ὁμοιοπαθεῖς καὶ συμπένητες, ἡ κρίση ἡ βαθιὰ καὶ ἡ ὀδυνηρὴ εἶναι γι' αὐτοὺς ἡ ἀσωτία καὶ γι' ἄλλους ἡ ὑποκρισία. Ἡ στείρα θρησκευτικότητά μας. Ἡ ἠθική μας αὐτάρκεια.... Κανεὶς δὲν κλαίει... Καὶ ἡ κρίση ἐντείνεται καὶ κάνει κρύο, πολὺ κρύο! Χωρὶς μετάνοια, πῶς νὰ τὸ διαχειριστεῖς; Χωρὶς ἐλπίδα στὸ ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ ἀγαπῶντος Θεοῦ, χωρὶς τὴν ἐμπειρία τῆς Παρουσίας Του, πῶς νὰ βγοῦν οἱ χειμῶνες; 
Πῶς νὰ βγοῦμε ἀπ' τ' ἀδιέξοδο χωρὶς θύρα ἐξόδου; 
 Ἀδελφοί μου, ὁμοιπαθεῖς καὶ συμπένητες, ἡ κρίση ἡ μεγάλη δὲν εἶναι ποὺ δὲν εὐημεροῦμε. Εἶναι ποὺ δὲν μετανοοῦμε. Ἡ κρίση ἡ μεγάλη δὲν εἶναι ποὺ ἀλώσαμε τὴν ψυχή μας. Εἶναι ποὺ τὴν παραδώσαμε μόνοι μας. Πρέπει νὰ περάσει καλὰ καὶ γιὰ πάντα στὸν πυρήνα τοῦ εἶναι μας: ἡ κρίση ἡ μεγάλη, ἡ μέγιστη τῶν συμφορῶν, δὲν εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν δανείων .
 Εἶναι ἡ ὀφειλὴ τῶν δακρύων...
 Ἀδελφοί μου, ἔτσι παραγράφονται ὅλα τὰ χρεή: μὲ δάκρυα!
 Καὶ θὰ δοῦμε τὴν ἄνοιξη νὰ πετάγεται κάτω ἀπ' τὰ μάρμαρα... 
Καὶ τὰ δένδρα νὰ ἀνθίζουν...
 Καὶ θὰ 'ρθεῖ ἡ Ἀνάσταση!  
πηγή
Το είδαμε εδώ

Γιατί διαλύονται οἱ οἰκογένειες; του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σισανίου & Σιατίστης κ. Παύλου

 politikos_gamos
Γιατί διαλύονται οἱ οἰκογένειες;
Σεβ. Μητροπολίτου Σισανίου & Σιατίστης κ. Παύλου
Η οἰκογένεια εἶναι τό ἀληθινό, τό γνήσιο, τό θεοΐδρυτο, τό εὐλογημένο κύτταρο τῆς κοινωνίας καί τῆς ᾿Εκκλησίας, στό ὁποῖο βλέπει τό φῶς τοῦ ἥλιου, ἀνατρέφεται, μεγαλώνει, μορφοποιεῖται, ὡριμάζει, ὁλοκληρώνεται ὁ ἄνθρωπος.
Μιά ἑνωμένη, ἀγαπημένη, φυσιολογική, χαρούμενη καί εὐλογημένη οἰκογένεια εἶναι ὁ πνευματικός χῶρος μέσα στόν ὁποῖο ὅλα τά μέλη – γονεῖς καί παιδιά – θά καλλιεργήσουν μέ τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀρετές. Μιά τέτοια οἰκογένεια προσφέρει στόν κόσμο ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες, προσφέρει ῾Αγίους. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς οἰκογένειας· νά ἁγιάζει καί τούς γονεῖς καί τά παιδιά.
Στό μυστήριο τοῦ γάμου ἀπό τήν ἀρχή δηλώνουμε ὅτι ὁ γάμος εἶναι κοινή πορεία καί τῶν δύο στήν ἀρχή, τῶν ὑπολοίπων μετά, τῶν παιδιῶν δηλαδή, πρός τήν εὐλογημένη βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί προσευχόμεθα γιά τήν σωτηρία τους. ῞Ολα τά ὑπόλοιπα ἐντάσσονται μέσα σέ αὐτή τήν προοπτική. Τό μυστήριο τοῦ γάμου ἐντάσσει ὅλη τήν οἰκογένεια σέ αὐτό τό πλαίσιο ζωῆς.
Πρότυπο τῆς σχέσης μέσα στό γάμο εἶναι ἡ σχέση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ᾿Εκκλησίας. Σέ αὐτό τό πρότυπο καλοῦνται νά μαθητεύσουν καί ἐπί τῇ βάσει αὐτοῦ νά πορευθοῦν. Σέ αὐτόν τόν πνευματικό χῶρο θά βιώσουν τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπο, δηλαδή γεγονός σχέσης.
Τό μυστήριο τοῦ γάμου προσφέρει τήν ποιότητα αὐτῆς τῆς σχέσης. ῾Ο Θεός εἶναι ἀγάπη. ῾Ο ἄνθρωπος «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτόν ὁ Θεός» καλεῖται νά εἶναι ἀγάπη. ῾Ο γάμος εἶναι μυστήριο ἀγάπης. Καί ἡ οἰκογένεια ὁ χῶρος τῆς ἄσκησης τῆς ἀγάπης καί γιά τήν ἀγάπη.
῎Ας προβληματιστοῦμε, ὅμως, σύντομα γύρω ἀπό τήν σημερινή οἰκογένεια. Κάποιες διαπιστώσεις γιά τήν κατάστασή της. Βλέπουμε σέ πάρα πολλές περιπτώσεις τήν ἀπουσία ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν συζύγων. Καί μάλιστα πολλές φορές αὐτή ἡ δυσκολία τῆς ἐπικοινωνίας ἔρχεται πάρα πολύ νωρίς μέσα στήν πορεία τοῦ γάμου.
Καί ἐνῶ δύο ἄνθρωποι φαίνονται στήν ἀρχή νά ἔχουν νά ποῦν πολλά, στό τέλος φτάνουν στό σημεῖο νά βάζουν τήν τηλεόραση στή μέση, γιατί δέν ἔχουν πιά τίποτα νά ποῦν μεταξύ τους. Καί ἀρχίζουν οἱ ἐντάσεις καί οἱ δυσκολίες, γιατί φαίνεται κανείς νά μήν ἔχει τήν διάθεση – ἤ τουλάχιστον καί οἱ δύο-, νά κατανοήσει τόν ἄλλον, νά ἀκούσει τόν ἄλλον, νά προσέξει τόν ἄλλον.
Πίσω ἀπό αὐτήν τήν συμπεριφορά ὑπάρχει ἕνα βασικό πρόβλημα. Τό καίριο πρόβλημα· Εἶναι τό κενό τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο γάμος εἶναι μυστήριο ἀγάπης γιά τήν ᾿Εκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι πού παντρεύονται ὑποτίθεται ὅτι ἀγαπιῶνται, ἀλλά ἡ ἀγάπη τους δέν εἶναι σαρκωμένη, ἡ ἀγάπη τους δέν περνάει μέσα στήν καθημερινότητά τους, ἄρα οὐσιαστικά εἶναι ἀνύπαρκτη!
Αὐτό πού οἱ ἄνθρωποι συνήθως ὀνομάζουν ἀγάπη γιά τόν ἄλλον εἶναι ἡ ἐπιθυμία νά ἔχουν κάποιον πού νά τούς ἐξυπηρετεῖ καί ἀπό τόν ὁποῖο νά παίρνουν ὁτιδήποτε. ῾Η δυσκολία εἶναι στό νά μετέχουν, στό νά εἶναι κοινή πραγματικά ἡ ζωή τους.
᾿Ακόμα, διαπιστώνει κανείς, πιστεύω ὅτι εἶναι συμπέρασμα καί συνέχεια τοῦ πρώτου, τό πρόβλημα τῆς ἐπικοινωνίας μέ τά παιδιά τά ἴδια. Θά μπορούσαμε ἐδώ νά ἀναφέρουμε ἐκεῖνο τό περιστατικό πού ἀναρτήθηκε καί στό διαδίκτυο. Εἶναι πραγματικό περιστατικό, μέ τήν δασκάλα πού διορθώνει τήν ἔκθεση τοῦ μαθητῆ της πού ἔχει σάν τίτλο· «Μιά προσευχή στόν Θεό» καί ζητάει ἀπό τόν Θεό· «Θεέ μου, κάνε με τηλεόραση, γιατί ἄν μέ κάνεις τηλεόραση θά μέ προσέχουν οἱ γονεῖς μου, θά μέ προσέχουν τ’ ἀδέρφια μου, θά μοῦ δίνουν σημασία… ῞Οταν ὁ πατέρας μου γυρίζει στό σπίτι θά προσέχει ἐμένα, ἐνῶ τώρα μέ παραμελεῖ». Καί ὅταν ἡ δασκάλα διαβάζει τήν ἔκθεση καί κλαίει καί μπαίνει λέει στό δωμάτιο ὁ σύζυγός της καί τήν βλέπει νά κλαίει καί τήν ρωτάει, τοῦ δίνει τήν ἔκθεση. ῾Ο πατέρας πού διαβάζει αὐτή τήν ἔκθεση βγάζει ἕνα πάρα πολύ σωστό συμπέρασμα καί λέει· «Ποιός ξέρει ἀπό ποιά διαλυμένη οἰκογένεια προέρχεται αὐτό τό παιδί». Καί ἡ δασκάλα καί σύζυγος τοῦ τήν ξαναδείχνει τήν ἔκθεση γιά νά προσέξει ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἔκθεση τοῦ γιοῦ τους!
Εἴδατε ὡραῖα πού ἔκανε τήν διάγνωση ὁ πατέρας ὄντας ἀπό ἀπέναντι; «᾿Από ποιά διαλυμένη οἰκογένεια»! Τέτοιου εἴδους διαλυμένες οἰκογένειες πού νομίζουν ὅμως ὅτι εἶναι καλές, ὑπάρχουν δυστυχῶς πάρα πολλές. Τό πόσες εἶναι τό ξέρουν τά παιδιά, τά ὁποῖα ἀκριβῶς θά μποροῦσαν νά κάνουν πολλές τέτοιες προσευχές καί νά κάνουν καί ἄλλα αἰτήματα.
Εἶναι πάρα πολύ φυσιολογικό μέ αὐτό τό πλαίσιο ζωῆς νά ἔρχονται πολύ γρήγορα οἱ ἐντάσεις καί οἱ συγκρούσεις μέσα σέ ἕνα σπίτι. Καί εἶναι γνωστές οἱ ἐντάσεις καί οἱ συγκρούσεις ἀπ’ τίς πιό ἁπλές μέχρι τίς πιό δύσκολες.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στά ζευγάρια… ἴσως θά ἔρθει ἡ στιγμή πού θά διαφωνήσουν, πού θά ὑψώσουν τήν ἔνταση τῆς φωνῆς τους… δέν εἶναι ἐκεῖ τό πρόβλημα. Τό πρόβλημα εἶναι στήν ποιότητα αὐτῶν τῶν συγκρούσεων πού βλέπει κανείς τήν τάση νά ἐκμηδενιστεῖ ὁ ἄλλος, τήν τάση νά γίνει τό θέλημα τοῦ καθενός πού τό ἐπιζητεῖ. Μέ ἄλλα λόγια εἶναι μιά σύγκρουση τέτοια πού δείχνει τήν ἀπουσία τῆς ἀγάπης στό ζευγάρι καί κατά συνέπεια τά προβλήματα πού σέ ἕνα τέτοιο σπίτι εἶναι λογικό νά ἔχουν τά παιδιά, ἀφοῦ τά παιδιά βλέπουν καί καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα ἀπό ὅσα ἐμεῖς νομίζουμε.
Καί δυστυχῶς εἶναι ἕνα μεγάλο μέρος αὐτῶν τῶν οἰκογενειῶν πού πρίν καλά – καλά προχωρήσουν, φτάνουν στό διαζύγιο, στή σύγκρουση τήν τελική. Γιά νά ἐπιβεβαιώσουν στήν πράξη αὐτό πού ἤδη εἴπαμε, γιατί αὐτή εἶναι ἡ βασικότερη αἰτία τοῦ διαζυγίου· ῾Η ἀπουσία τῆς ἀγάπης! ῾Απλά ἔρχεται νά συνειδητοποιηθεῖ μέσα στό χρόνο, μέσα στήν κοινή ζωή, ὅτι τελικά δέν τούς δένει ἡ ἀγάπη αὐτούς τούς ἀνθρώπους· τούς ἔδεσαν ἴσως ἕνας ἐνθουσιασμός, τούς ὁδήγησε νά εἶναι μαζί, τούς ἔδεσαν ἴσως κάποιες ἄλλες συνθῆκες χωρίς ὅμως νά ἔχουν ποτέ ὑπολογίσει αὐτό πού πραγματικά συμβαίνει.
Καί γεννιέται ἕνα ἐρώτημα· Καλά, γιατί; Καθώς μάλιστα ὁ ἀριθμός αὐτῶν τῶν ζευγαριῶν αὐξάνεται – καί ὄχι μόνο τῶν νέων ἀλλά καί τῶν μεγαλύτερων. Καί ἐκεῖ ὅμως ὑπάρχει ἡ ἴδια κατ’ οὐσίαν προϋπόθεση, τί συμβαίνει καί γιατί δυό νέοι ἄνθρωποι πού ὑποτίθεται ὅτι εἶναι μορφωμένοι πολλές φορές, πού ὑποτίθεται ὅτι ξέρουν τί θέλουν, πού ὑποτίθεται ὅτι ἀγαποῦν τά παιδιά πού ἔφεραν στόν κόσμο, γιατί καταλήγουν ἐκεῖ;
Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι πάρα πολύ ἁπλή· Φρονῶ ὅτι εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς οὐσιαστικῆς προετοιμασίας γιά τή συγκρότηση τῆς οἰκογένειας. Στίς περισσότερες περιπτώσεις λειτουργοῦν τά πράγματα πάρα πολύ ἐρασιτεχνικά.
῾Υπάρχουν μερικά ἐρωτήματα πού βγαίνουν μέσα ἀπό τήν ζωή· «Πόσο ἕτοιμοι εἶναι οἱ νέοι γιά τόν γάμο;», «Πόσο ξέρουν τί εἶναι ὁ γάμος;», «Πόσο ἑτοιμάζονται ἀπό νωρίς γιά ἕνα τέτοιο σημαντικό καί μεγάλο ἔργο;». Δέν μπορεῖς νά κάνεις ἕνα τέτοιο σημαντικό ἔργο τόσο ἐπιπόλαια, μέ τόσο ἐξωτερικά καί ἐπιδερμικά κριτήρια.
Θυμᾶμαι, ὅταν κάποτε ἤμουνα καθηγητής στό σχολεῖο, στήν Α´ κιόλας Λυκείου, εἶπα στά παιδιά· «Σήμερα θά μιλήσουμε γιά ἕνα θέμα. Θά σᾶς πῶ τό θέμα καί ἐσεῖς θά γελάσετε, ἀλλά θά τό συζητήσουμε». «Ποιό θέμα;», μέ ρώτησε ἕνας μαθητής. Τοῦ εἶπα· «Σήμερα θά μιλήσουμε γιά τόν γάμο». Γέλασαν ὅλοι. Λέω· «Γιατί γελάσατε;». Καί μοῦ λέει ὁ μαθητής· «Δέν νομίζετε ὅτι εἶναι νωρίς;». Καί ἐγώ τοῦ ἀπάντησα πάρα πολύ σοβαρά· «Φοβᾶμαι, παιδί μου, ὅτι εἶναι ἤδη πολύ ἀργά». Κι ὅταν ξαφνιάστηκε γι’ αὐτό πού εἶπα – καί τά ἄλλα τά παιδιά – τοῦ εἶπα· «᾿Εσύ, παιδί μου, σέ δέκα χρόνια ἀπό σήμερα θά ἔχεις τελειώσει αὐτό τό σχολεῖο, πιθανῶς τό Πανεπιστήμιο, πιθανῶς νά ἔχεις τελειώσει καί τόν στρατό, ἄν ὅλα πᾶνε καλά, δέν θά ψάξεις νά βρεῖς μιά κοπέλα νά κάνετε χωριό;». «Ναί», μοῦ λέει. Λέω σέ μία μαθήτρια· «Καί ἐσύ τό ἴδιο δέν θά ἐπιδιώξεις;» «Ναί». «Γιά ἀπαντῆστε μου σέ ἕνα μου ἐρώτημα· ῾Ο τύπος τοῦ χαρακτήρα, τοῦ ἄνδρα ἤ τῆς γυναίκας, ὅπως τόν ὀνειρεύεστε ὁ καθένας καί ἡ καθεμιά σας, ἀπό πότε θά ἀρχίσει νά διαμορφώνεται;». Καί ἔπεσε νεκρική σιγή στήν τάξη!
῎Επειτα ἀπό λίγη ὥρα, κάποιος μοῦ εἶπε· «Μήπως ἀπό τώρα;». Καί τοῦ εἶπα· «Φοβᾶμαι ὅτι ἔχουμε ἀργήσει. Καί θά σᾶς πῶ, λέω, τό πιό ἀνώδυνο ἀπό ὅλα· ᾿Εάν κάποιος ἤ κάποια ἀπό ἐδῶ μέσα ἔχει μάθει στό σπίτι του νά τοῦ τά φέρνουν ὅλα ἕτοιμα καί στό χέρι, εἶναι ὑποψήφιος ἀποτυχημένος οἰκογενειάρχης».
῎Ετσι λοιπόν βασική αἰτία εἶναι ὅτι ἔρχονται ἀπροετοίμαστοι γιά ἕνα γεγονός τόσο σημαντικό καί τόσο μεγάλο ὅσο εἶναι τό μυστήριο τοῦ γάμου καί ἡ συγκρότηση τῆς οἰκογένειας. Σέ αὐτό βέβαια πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἔχει μιά τεράστια εὐθύνη καί ἡ πατρική οἰκογένεια. Διότι ἡ πατρική οἰκογένεια δέν προετοιμάζει τά παιδιά γιά τόν γάμο.
Θυμᾶμαι ἕνα νέο παιδί τοῦ ὁποίου, δυστυχῶς, ἔπειτα ἀπό δεκατέσσερα χρόνια ὁ γάμος διαλύθηκε, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε ἐξομολογητικά· «᾿Επί δεκατέσσερα χρόνια γκρέμιζα ὅ,τι ἡ γυναίκα μου προσπαθοῦσε νά φτιάξει… Δυστυχῶς ἔτσι ἔμαθα ἀπό τό σπίτι μου».
῎Ετσι, αὐτή ἦταν ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ σπιτιοῦ καί παρόλο πού ἦταν νέο παιδί καί παρόλο πού εἶναι λογικό νά μήν τοῦ ἄρεσε ὁ τρόπος πού φερόταν ὁ πατέρας του στή μάνα του, ὅμως τόν συνέχισε! Καί ὅταν πλέον γκρεμίστηκε αὐτό πού τόσα χρόνια γκρέμιζε, τότε δέν εἶχε τό θάρρος νά πάρει τίς εὐθύνες καί μέ δόλιο τρόπο τίς ἔρριξε τίς εὐθύνες στή μητέρα καί τό παιδί του πρός τό παρόν τόν πίστεψε, χωρίς νά μπορεῖ νά ὑπολογίσει τί θά συμβεῖ ὅταν τό παιδί ξυπνήσει!
῎Ετσι, λοιπόν, ἡ πατρική οἰκογένεια ἔχει τεράστια σημασία, γιατί θεωρεῖ ὅτι ἡ μοναδική προετοιμασία γιά τόν γάμο τῶν παιδιῶν εἶναι νά τούς φτιάξει τό σπίτι ἤ νά τούς ἐξασφαλίσει μιά περιουσία. Γιά τήν ἀληθινή πνευματική περιουσία, πού πρέπει νά τούς ἐξασφαλίσει καί νά τούς τήν προσφέρει ἀπό πολύ μικρή ἡλικία, δέν ἀσχολεῖται.
Καί ἕνα ἀκόμα σημεῖο, εἶναι ὁ τρόπος τῆς παρέμβασης τῆς πατρικῆς οἰκογένειας καί πρίν ἀπό τόν γάμο καί μετά τόν γάμο. Πρίν, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐκλογή, τόν τρόπο καί οὕτω καθεξῆς… Καί ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά μετά, μέ τίς παρεμβάσεις οἱ ὁποῖες οὐσιαστικά δείχνουν τόν λαθεμένο τρόπο πού μεγάλωσαν τά παιδιά καί τόν λαθεμένο τρόπο πού συνεχίζουν νά εἶναι κοντά τους.
Αὐτή εἶναι μιά πραγματικότητα πού τή ζοῦμε λίγο ἤ πολύ ὅλοι. ῎Αλλοτε εἶναι πιό τραγική, ἄλλοτε πιό ἤπια ἀλλά ὅμως, δυστυχῶς, ἀρκετά διαδεδομένη.
Θά τολμοῦσα νά πῶ καί κάτι ἄλλο· Σήμερα, ἐάν λίγο παρατηρήσεις τά παιδιά πού ἔρχονται νά παντρευτοῦν, εἶσαι σχεδόν βέβαιος γιά τό ἐάν θά ἐπιτύχουν ἤ ὄχι. Γιατί ὁ καθένας, ὅπως λέει καί ἡ παροιμία, «αὐτό πού ἔχει δίνει». Καί ὅταν βλέπεις κάποιον καί δέν ἔχει τίποτα, τί θά δώσει αὐτός ὁ ἄνθρωπος; Καί ἔτσι γνωρίζεις ἐκ τῶν προτέρων ὅτι εἶναι θέμα χρόνου ἡ διάλυση μιᾶς τέτοιας οἰκογένειας.
Πῶς βλέπει τώρα ἡ ᾿Εκκλησία τόν γάμο; Σάν μυστήριο ἀγάπης καί ἀλληλοπεριχώρησης. Μέσα στήν ᾿Ακολουθία τοῦ Γάμου, πού εἶναι θαυμασιώτατη καί θεολογικώτατη καί καλύπτει ὅλες τίς πλευρές τῆς ζωῆς, ἀπό τήν ἀρχή μαθαίνουμε ὅτι ὁ γάμος εἶναι ὁδός σωτηρίας, «ὑπέρ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ τάδε καί τάδε καί τῆς σωτηρίας αὐτῶν». Εἶναι ὁ κεντρικός λόγος ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁλοκλήρωσή του μέσα ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἄνθρωπο.
Εἴπαμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνδρόγυνη φύση. ῎Ετσι λοιπόν μέσα ἀπό τήν κοινωνία τοῦ γάμου ὁλοκληρώνεται. Αὐτό σημαίνει σώζεται, γίνεται ἀκέραιη, σώζεται ἡ ἀνθρώπινη φύση. Καί μέ τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, πλέον αὐτή ἡ ἀνθρώπινη πραγματικότητα γίνεται Θεανθρώπινη.
Τό ἀρχέτυπο τοῦ γάμου εἶναι γνωστό, τό τονίζει θαυμάσια τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα· Εἶναι ἡ σχέση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ᾿Εκκλησίας, μιά σχέση θυσιαστική, γιατί εἶναι ἀγαπητική, καί ἐπειδή εἶναι ἀγαπητική εἶναι θυσιαστική. Εἶναι ὁ εὐλογημένος συναγωνισμός ποιός θά τιμήσει πρῶτος τόν ἄλλον, ποιός θά ἀναπαύσει πρῶτος τόν ἄλλον.
᾿Αλλά αὐτό τό μυστήριο, μᾶς τονίζει ἡ ᾿Εκκλησία ἀπό τήν ἀρχή, δέν εἶναι ἁπλά ἕνα στοιχεῖο τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλά ἐντάσσεται μέσα στήν προοπτική τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γιατί οὐσιαστικά προετοιμάζει γι’ αὐτό τόν ἄλλον γάμο, τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Χριστό.
῾Η βάση καί τό θεμέλιο τῆς οἰκογένειας εἶναι τό μυστήριο τοῦ γάμου. Μυστήριο ἐκκλησιαστικό σημαίνει τή δομική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα σέ αὐτή τή σχέση. ῾Ο Θεός δέν ἔρχεται ἐξωτερικά γιά νά εὐλογήσει, ἔρχεται γιά νά θεμελιώσει αὐτή τή σχέση στό δικό Του πρόσωπο. Δέν ὑπάρχει ἄλλο θεμέλιο. Τό μυστήριο δέν εἶναι νομιμοποίηση τῆς σχέσης· εἶναι θεμελίωση αὐτῆς τῆς σχέσης πάνω στό ἀτράνταχτο θεμέλιο «ὅς ἐστίν ᾿Ιησοῦς Χριστός».
Καί τώρα τό ἐρώτημα· «Πόσο τό καταλαβαίνουμε;». Καί ἐμεῖς, οἱ κληρικοί, πού τό τελοῦμε ἀλλά καί τό ζευγάρι πού ἔρχεται νά παντρευτεῖ. Πόσο τό θέλουμε; Πόσο τό θέλουνε πραγματικά νά εἶναι ἔτσι ὁ γάμος τους; Καί βέβαια πόσο τό προσπαθοῦμε; Πόσο προσπαθοῦν νά βιώσουν αὐτό πού συνέβη, νά κρατήσουν ζωντανή αὐτή τήν Θεανθρώπινη πλέον διάσταση τοῦ γάμου; Πόσο ἐπιδιώκει τό ζευγάρι νά ζήσει αὐτή τήν ἀλήθεια. Ποιά; Τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή σχέση τους!
Στά παλαιότερα χρόνια, τότε πού ἴσως οἱ ἄνθρωποι παντρευόντουσαν μέσα ἀπό γνωριμίες, αὐτό πού ἔδενε τό γάμο ἦταν μιά αἴσθηση πού ὑπῆρχε· ἡ αἴσθηση τοῦ ἱεροῦ· «Αὐτή εἶναι ἡ γυναίκα μου πλέον», «αὐτός εἶναι ὁ ἄνδρας μου». Ξεκινώντας ἀπό αὐτό, πού σήμαινε στό βάθος ὅτι ἀποδεχόντουσαν τόν ἄλλον σάν τό στέφανο καί τήν δόξα μέ τήν ὁποία τούς στεφανώνει ὁ Θεός, τούς ἔκανε νά ἀγωνίζονται καί τελικά ἡ σχέση τους αὐτή νά λειτουργεῖ ἔτσι.
᾿Εδῶ θέλω νά κάνω μιά σύντομη ἀναφορά στίς προγαμιαῖες σχέσεις καί νά πῶ πάρα πολύ ἁπλά ὅτι αὐτές οἱ σχέσεις ὑπονομεύουν τό μυστήριο τοῦ γάμου. Γιατί; Γιατί αὐτές οἱ σχέσεις δηλώνουν ὅτι «δέν ἔχω ἀνάγκη τόν Θεό γιά νά εἶναι ὁ ἄλλος δικός μου» καί αὐτή εἶναι ἡ βάση τῆς ἀποτυχίας.
῎Ετσι θά λειτουργήσει στή συνέχεια, μέ αὐτό τό κριτήριο δέν εἶναι πλέον ὁ ἄλλος τό πρόσωπο μέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός μέ στεφανώνει καί μέ δοξάζει. Δέν εἶναι ὁ στέφανος καί ἡ δόξα πλέον τοῦ ἄλλου ὁ καθένας καί ὁ ἀγώνας γιά νά τόν βλέπουν ἔτσι, ἀλλά εἶναι μιά ἐγωιστική ἐπιλογή. ῾Η νάρκη στά θεμέλια τῆς οἰκογένειας ἔχει μπεῖ, εἶναι αὐτή ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ κατ’ ἀρχήν στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου.
Καί εἶναι σημαντικό νά βοηθήσουμε τούς νέους ἀνθρώπους νά καταλάβουν αὐτή τήν οὐσιώδη κατάσταση πού δημιουργεῖ αὐτή ἡ σχέση, τήν ὁποία τήν διεκδικοῦν, χωρίς νά καταλαβαίνουν ὅτι διεκδικοῦν τήν ἀποτυχία τους.
῎Ετσι, λοιπόν, ὅταν κανείς ἐπιλέγει ἔτσι, δέν ἐπιλέγει γιατί ἀγαπᾶ, ἐπιλέγει γιατί ἔχει ἐγωισμό, γιατί θέλει καί ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἄλλον ὅ,τι τοῦ ἀρέσει, ὅ,τι τόν ἐνδιαφέρει. ῎Αλλωστε ἡ πραγματική ἀγάπη δέν εἶναι τά ἀνθρώπινα συναισθήματα, πού τόσο εὔκολα πολλές φορές ἐξατμίζονται, ἀλλά εἶναι καρπός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
Μέ τόν γάμο θεμελιώνεται λοιπόν ἡ οἰκογένεια. ῾Η ἀγάπη εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη τοῦ γάμου. Τά παιδιά εἶναι καρπός αὐτῆς τῆς ἀγάπης. Καί ὁ γάμος καί ἡ οἰκογένεια καί τά παιδιά εἶναι ἡ κατάφαση τῆς ᾿Εκκλησίας στή σεξουαλικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Καί εἶναι σημαντικό νά τό κατανοήσουμε καί αὐτό στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τά ζευγάρια.
῎Αλλωστε σέ αὐτή τήν ἱερώτερη ὥρα τοῦ γάμου, τί προσευχόμεθα; Νά χαρίσει ὁ Θεός στό ζευγάρι ὁμόνοια ψυχῶν καί σωμάτων. ᾿Αλλά εἶναι πάρα πολύ σημαντική ἡ σειρά μέ τήν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία παραθέτει τά πράγματα. ῾Η ὁμόνοια τῶν ψυχῶν εἶναι ἡ βάση καί τό θεμέλιο· αὐτή θά ὁδηγήσει στήν ὁμόνοια καί τῶν σωμάτων.
῞Ολοι μας ξέρουμε ὅτι τά ζευγάρια σήμερα δέν διαλύονται γιατί δέν ἔχουν σχέσεις ἐρωτικές, ἀλλά διαλύονται γιατί δέν ἔχουν ἀγάπη. ῾Η οἰκογένεια, λοιπόν, στήν προοπτική τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ καί ἡ οἰκογένεια καλεῖται νά εἶναι «κατ’ οἶκον» ᾿Εκκλησία.
᾿Εφόσον, λοιπόν, ἡ οἰκογένεια καλεῖται νά εἶναι «κατ’ οἶκον» ᾿Εκκλησία, τί εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία; Εἶναι ὁ τόπος τῆς συνάντησης καί κοινωνίας μέ τόν Θεό, ὁ τόπος τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. ῎Αρα λοιπόν ἡ οἰκογένεια στήν προοπτική τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τόπος ἁγιασμοῦ καί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
῾Η ᾿Εκκλησία μιλάει καί γιά τήν παιδοποιία καί γιά τήν καλλιτεκνία. Τήν παιδοποιία, ὡς καρπό τῆς ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων, καί ὅτι παράλληλα δέν εἶναι θέμα ποσότητας παιδιῶν· εἶναι θέμα καλλιτεκνίας, σωστῆς ἀγωγῆς καί σωστοῦ μεγαλώματος, δηλαδή προετοιμασίας τῶν ἁγίων. Καί εἶναι πάρα πολύ σημαντικό τό νά καταλάβει ἡ οἰκογένεια ὅτι ἀπό ἐκεῖ ξεκινάει ἡ ἀγωγή τῶν παιδιῶν. Ξεκινάει ἀπό τό ὅτι ἑτοιμάζουμε τά παιδιά γιά νά γίνουνε μέλη τῆς βασιλείας του Θεοῦ, γιά νά ἁγιασθοῦν. Γιατί χωρίς αὐτή τήν προϋπόθεση, χωρίς αὐτή τή βάση στήν ζωή τους, ὅ,τι καί νά κτίσουν θά εἶναι ἀποτυχημένο.
Σήμερα τό βλέπουμε πάρα πολύ ἔντονα· Τά παιδιά μας δυσκολεύονται, γιατί δέν ἔχουν θεμέλιο καί γι’ αὐτό ταλανίζονται διαρκῶς δεξιά καί ἀριστερά.
Πρωτογενής φορέας τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν εἶναι τό εὐλογημένο σπίτι. Τά παιδιά πού ζοῦν σέ ἕνα εὐλογημένο σπίτι ἔχουν πραγματικά γερά θεμέλια. ᾿Αληθινά εὐλογημένο. Διότι, προσέξτε, τό σπίτι μπορεῖ νά εἶναι καί θρησκόληπτο καί τότε πλέον καταστρέφει καί γκρεμίζει.
Ποιός εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τῆς οἰκογένειας; Εἶναι ὁ τριαδικός τρόπος. ῾Η ἀλληλοπεριχώρηση τῶν προσώπων. Λέμε ὅτι στήν ῾Αγία Τριάδα τά πρόσωπα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀλληλοπεριχωροῦνται καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι ᾿Αγάπη. Χωρᾶνε τό ἕνα δίπλα στό ἄλλο χωρίς τό ἕνα νά εἶναι ἀπειλή τοῦ ἄλλου. Καί τό πλήρωμα τῆς σχέσης αὐτῆς εἶναι ἡ ἀγάπη. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, λοιπόν, αὐτό εἶναι τό πρότυπο μιᾶς οἰκογένειας. Εἶναι ἡ ζωή τῆς ἀλληλοκενώσεως, αὐτῆς τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως, ὅπου ὁ ἕνας δέν εἶναι ἀπειλή τοῦ ἄλλου. ᾿Εάν κάποιος ἀπό τούς συζύγους εἶναι ἀπειλή γιά τόν ἄλλον, ἄν νοιώθουμε τά παιδιά ἀπειλή μας, ἐάν τά παιδιά νοιώθουν τούς γονεῖς ὅτι εἶναι ἀπειλή, αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι θεμελιωμένα σέ λάθος θεμέλιο. Εἶναι λάθος ἡ ἀγωγή τήν ὁποία προσφέρουμε, γιατί εἶναι λάθος τά βιώματα τά ὁποῖα καί τά παιδιά ζοῦν στή δική μας στάση.
Στήν ᾿Εκκλησία ἔχουμε τίς εἰκόνες· στήν «κατ’ οἶκον» ᾿Εκκλησία οἱ γονεῖς εἶναι οἱ πρῶτες, οἱ ζωντανές εἰκόνες στό εἰκονοστάσι τῆς «κατ’ οἶκον» ᾿Εκκλησίας καί περιμένουμε νά συμπληρωθεῖ μέ τά παιδιά, πού θά εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων καί ζωντανές εἰκόνες τοῦ Θεοῦ.
῞Ενα βασικό πρόβλημα τοῦ γάμου, ξέρουμε πάρα πολύ καλά ὅτι εἶναι ὁ ἐγωισμός τῶν συζύγων. Τί λέει ἡ ᾿Εκκλησία στούς συζύγους; «Πρέπει νά δώσεις αἷμα γιά νά λάβεις πνεῦμα». ῞Οτι αὐτό πού ὀνομάζουν οἱ ἄνθρωποι εὐτυχία δέν εἶναι περίπατος, δέν εἶναι καλοπέραση· εἶναι ἄσκηση, εἶναι ἀγώνας. ῎Ασκηση παραίτησης καί ἐκκοπῆς τοῦ δικοῦ μας θελήματος προκειμένου νά γίνει τοῦ Θεοῦ τό θέλημα. Καί τοῦ Θεοῦ τό θέλημα εἶναι ἡ ᾿Αγάπη.
῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι «κύριος σκοπός τοῦ γάμου εἶναι ἡ ἀδιάσπαστη ἑνότητα καί κοινωνία τῶν συζύγων, ἡ ἐν Χριστῷ συμβίωση, ἡ ὁλοκλήρωση τῶν δύο φύλων, ἡ συσταύρωση καί συνανάσταση τῶν συζύγων, ἡ φιλόθεη, φιλάνθρωπη, φιλότεκνη καί ἐνάρετη ζωή. Τίποτα δέν συγκροτεῖ τόν βίο ὅσο ἡ ἀγάπη τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας. Πρότυπο καί μέτρο τῆς ὑλικῆς ἀγάπης, ἡ ᾿Αγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ᾿Εκκλησίας».
Μένει ἕνα ἐρώτημα καίριο· «Μπορεῖ μιά οἰκογένεια νά εἶναι ὑγιής ἔξω ἀπό τήν ᾿Εκκλησία;» Στό ἐρώτημα αὐτό ἀπαντᾶ ἡ σύγχρονη ἐποχή μας. Βλέπουμε γύρω μας τούς καρπούς τῆς αὐτονομίας τῆς οἰκογένειας ἀπό τήν ᾿Εκκλησία καί ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν τριαδικό Θεό.
Στό σημεῖο αὐτό, ἐπίσης, μιά σύντομη ἀναφορά στή δική μας εὐθύνη, στήν εὐθύνη τῶν κληρικῶν. Εἴμαστε ποιμένες. Τί κάνουμε γιά τόν γάμο καί τήν οἰκογένεια; Τελοῦμε τό μυστήριο. Πόσο συνείδηση ἔχουμε αὐτοῦ πού τελοῦμε; Αὐτό τό φανερώνει ὁ τρόπος πού τό τελοῦμε. ῎Οχι μόνο τήν ὥρα τῆς ἱεροτελεστίας ἀλλά καί ὁ τρόπος τῆς προετοιμασίας, ὁ τρόπος πού ὑποδεχόμαστε τό ζευγάρι πού ἔρχεται νά βγάλει τήν ἄδεια, τό πῶς τούς βλέπουμε, τό πῶς τούς ἀντιμετωπίζουμε, τό πόσο τούς προετοιμάζουμε καί γιατί ὄχι, τούς κατηχοῦμε.
Εἶναι σημαντικό νά καταλάβουμε, καί ἡ οἰκογένεια ἀλλά καί ἐμεῖς, ὅτι ἡ οἰκογένεια δέν ἔχει ἄλλο στήριγμα ἀπ’ τήν ᾿Εκκλησία στήν πορεία της γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων της. ῎Αρα, λοιπόν, ἡ ἐκκλησιαστική ζωή τῆς οἰκογένειας εἶναι τό μόνο οὐσιαστικό ἀντίδοτο.
᾿Εμεῖς εἴμαστε οἱ κύριοι παράγοντες στήν ἐκκλησιαστική ζωή τῆς οἰκογένειας, ὄχι μόνο διότι τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία καί τά μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας ἀλλά καί μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἑτοιμάζουμε τούς ἐνορίτες μας καί μέσα σέ αὐτούς βέβαια εἶναι καί οἱ οἰκογένειες.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι μιά ἐνορία συγκροτεῖται ἀπό ἕνα συγκεκριμένο ἀριθμό οἰκογενειῶν. ῎Αρα δηλαδή μικρῶν «κατ’ οἶκον» ᾿Εκκλησιῶν, πού συγκροτοῦν τή μεγάλη ᾿Εκκλησία, τήν ἐνορία, πού εἶναι ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ πού κατοικεῖ σέ ἕναν συγκεκριμένο τόπο. ῎Αρα, λοιπόν, πρέπει νά μετρήσουμε τίς εὐθύνες μας σ’ αὐτό. ῾Ο Θεός θά ζητήσει καί ἀπό ἐμᾶς λόγο γιά τήν κατάσταση πολλῶν οἰκογενειῶν καί ἀκόμα γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ὑποδεχτήκαμε αὐτά τά ζευγάρια καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον τελέσαμε τό μυστήριό τους!
῾Η ἐκκλησιαστική ζωή, πού ἀναφέρθηκε πιό πάνω ὅτι εἶναι τό μοναδικό ἀντίδοτο, τί σημαίνει; Σημαίνει τήν πίστη τήν σωστή, τήν προσευχή, τήν λειτουργική ζωή, τόν ἀγώνα γιά κάθαρση καί ἁγιασμό. Χρειάζεται ἡ πνευματική τροφοδοσία, πού εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἄλλων βιβλίων, ἡ νηστεία. Τελικά καί οὐσιαστικά ἡ πνευματική τροφοδοσία δίδεται στή ζωή τῆς ἐνορίας!
᾿Εμεῖς ἔχουμε κάνει τήν ἐνορία μας τόπο φιλόξενο; Τόπο πού ἀναπαύονται οἱ ἄνθρωποι πού ἔρχονται; Καί ἡ θεραπεία στίς πληγές τῆς οἰκογένειας εἶναι ὁ ἀγώνας γιά τήν βίωση τῶν ἀρετῶν, εἶναι ὁ ἀγώνας γιά τήν φανέρωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. ῾Η ζωή μέσα στήν ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ πηγή τῆς ἔμπνευσης σέ δύσκολες ὧρες.
Θεωρῶ λοιπόν, καταλήγοντας, ὅτι ἐμεῖς, ὡς ποιμένες, ἔχουμε μιά μεγάλη εὐθύνη· Νά ἀνοίγουμε τόν δρόμο στούς ἀνθρώπους πού ὁδηγεῖ στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, στήν ἐνορία, στήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καί τό δεύτερο· Νά ἑτοιμάσουμε τή μεγάλη οἰκογένεια, τήν ἐνορία, γιά νά ὑποδεχτεῖ τήν μικρή οἰκογένεια, τήν «κατ’ οἶκον» ᾿Εκκλησία.
῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά ἑρμηνεύει τά πράγματα, εἶναι ἡ μόνη πού ξέρει ἐπί τῆς οὐσίας γιατί διαλύονται οἱ οἰκογένειες. Δέν ψάχνουμε· ξέρουμε ἐκ τῶν προτέρων. ῞Οταν ἕνα σπίτι δέν ἔχει οἰκοδομηθεῖ σέ σωστό θεμέλιο, εἶναι θέμα χρόνου τό νά γκρεμιστεῖ.
᾿Εμεῖς εἴμαστε συνεργοί στήν οἰκοδομή. Πολλές φορές ὅταν πέσει μιά πολυκατοικία κατακυρώνουμε τήν εὐθύνη στόν μηχανικό πού τήν ἔφτιαξε. ῎Ας εὐχηθοῦμε νά μήν μᾶς κατακυρώσει ὁ Θεός τήν εὐθύνη γιά «κα
πηγή

Ὁ Ἀδάμ, ἡ πτώση του καί ὁ νέος Ἀδάμ

τοῦ ἀρχιμ. Ἰακώβου Κανάκη

Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ἕνα σύνολο θεόπνευστων βιβλίων τά ὁποία ὅσο καί νά τά μελετᾶς κάτι καινούργιο ἔχουν νά σοῦ ποῦν. Τόσο ἡ Παλαιά ὅσο καί ἡ Καινή Διαθήκη μιλοῦν γιά τόν Χριστό, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέσα στά μέρη αὐτά τῆς θείας ἀποκαλύψεως, μιά λέξη, μιά πρόταση, μιά περικοπή κρύβει πολλά καί σημαντικά νοήματα πού ἀφοροῦν ὅλους τούς χριστιανούς. Μέ ἀφορμή τήν ἀνάμνηση τῆς ἐκδίωξης τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο θά προσεγγίσουμε τά πρόσωπα τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ὅπως καί τίς φοβερές συνέπειες τῆς πτώσης τους.
Στήν Γένεση, τό πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπαντᾶ τό ὄνομα τοῦ Ἀδάμ[1] καί τῆς Εὔας[2] ὅπως καί τό γεγονός τῆς πτώσης τους[3]. Σύμφωνα μέ τό βιβλικό κείμενο ὁ Θεός δημιούργησε πρώτα τόν Ἀδάμ[4]. Πῶς τόν δημιούργησε; «Καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς»[5]. Πράγματι, ἡ ἑβραϊκή λέξη «αντάμ» πού σημαίνει ἄνθρωπος, προέρχεται ἀπό τήν λέξη «ἀνταμά» πού μεταφράζεται ὡς ἔδαφος, γῆ[6]. Ἔτσι, πράγματι, ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού προέρχεται ἀπό τήν γῆ[7]. Στό Γεν. 1,26 βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο, χωρίς νά ἐννοεῖτε ὅτι πρόκειται γιά ἄνδρα. Μέ τήν ἔννοια τοῦ ἀνδρός ὁ Ἀδάμ ἀπαντᾶ στό Γεν.3,17[8]. Παρατηροῦμε λοιπόν ὅτι στήν Γένεση ἀναφέρεται μέ σαφήνεια ποιός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, ὅπως καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλαστεῖ ἀπό τά στοιχεῖα τῆς γῆς. Ὡς πρός τήν Εὔα, τό ὄνομα αὐτό σημαίνει “χορηγός ζωῆς” ἤ “ζωή”.
Ὅπως γνωρίζουμε ἡ Εὔα πλάστηκε, κατά την ἔκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ[9]. Γιά τόν λόγο αὐτό, στό πρωτότυπο ἑβραϊκό κείμενο, ἀναφέρεται ὡς “Χαββά” δηλαδή “ἀνδρίς”, ὅπου δηλώνεται ὅτι προῆλθε ἀπό τόν ἄνδρα. Οἱ πρώτοι αὐτοί ἄνθρωποι τοποθετήθηκαν στόν παράδεισο καί ἀπολάμβαναν μιά τέλεια ἐπικοινωνία μέ τόν Δημιουργό τους, μεταξύ τους, καί μέ ὁλόκληρη τήν κτίση. Ὁ Ἀδάμ πραγματικά ἦταν ὁ «ἄρχοντας» τοῦ τόπου. Ὅλα ἦταν «καλά λίαν»[10]. Ἄς σταθοῦμε ὅμως σέ μερικά σημεία τῆς Βιβλικῆς περικοπῆς πού ἔχουν μιά ἰδιαίτερη δυναμική. Παρατηροῦμε ὅτι ἐνῶ στίς πρῶτες δημιουργικές ἡμέρες ὁ Θεός ἔλεγε καί γίνονταν, «εἶπε καί ἐγεννήθησαν»[11], κατά τήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου δέν λέει ἀλλά πλάθει. Μά πῶς πλάθει ὁ Θεός, ἀφοῦ δέν ἔχει χέρια; Τό κείμενο θέλει νά τονίσει τήν ἰδιαίτερη μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο σημεῖο πού πρέπει νά σταθοῦμε. Τό δεύτερο ἀφορᾶ στόν χρόνο τῆς δημιουργίας. Δημιούργησε ὁ Θεός τόν «οὐρανόν καί τήν γῆν» σέ ἕξι ἡμέρες καί τήν ἐβδόμη ἀναπαύτηκε. Μά ὁ Θεός δέν εἶναι δυνατόν νά κουράζεται! Πῶς ἑρμηνεύεται αὐτό; Ὁ συνθέτης τῆς Γενέσεως[12] ἀναφέρει λίγο παρακάτω, ὅτι ἡ δημιουργία ἔγινε ἀμέσως[13]. Ὁ Θεός δέν ὑπόκειται στό χρόνο, εἶναι ἄχρονος, ἀλλά γιά τήν κατανόηση ἀπό τούς ἀνθρώπους τῶν μεγάλων αὐτῶν γεγονότων χρησιμοποιεῖ ἀνθρώπινα μέτρα καί σταθμά καί ἀνθρωπομορφικές ἐκφράσεις γιά νά γίνονται κατανοητά τά ἔργα Του.
Ἕνα ἄλλο ζήτημα, σχετικό μέ τήν δημιουργία τοῦ Ἀδάμ εἶναι τό «κατ᾽ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση»[14]. Ἔτσι λέει τό κείμενο ὅτι τόν δημιούργησε ὁ Θεός. Ὅμως τίθεται ἕνα εὔλογο καί συνάμα σημαντικό ἐρώτημα; Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά ἔπλασε τόν Ἀδάμ μέ σῶμα ἐνῶ ὁ Ἴδιος εἶναι ἀσώματος; Ἡ πιό σωστή ἔκφραση πού μποροῦμε νά χρησιμοποιοῦμε γιά νά ἀναφερόμαστε στό θέμα εἶναι: «Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νά σαρκωθεῖ καί ἅρα νά λάβει σῶμα». Βεβαίως τό κατ᾽εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωση ἀφορᾶ στήν δημιουργία προσώπου ὅπως καί ὁ Ἴδιος εἶναι Πρόσωπο ὅπως ἐπίσης τήν δωρεᾶ τῆς λογικῆς, τῆς θελήσης, τῆς δύναμης, τῆς ἐλευθερίας καί κυρίως τήν δυνατότητα θεώσεως.
Ὅμως ἐνῶ ὅλα ἦταν τέλεια στόν παράδεισο ἦρθε μιά τραγική στιγμή κατά τήν ὁποία ὅλα ἀνατράπηκαν καί ὁδηγήθηκαν στήν φθορά καί στόν θάνατο. Πτώση τό ὀνομάζουμε αὐτό. Τό πιό τραγικό τῆς πτώσης αὐτῆς εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς οἰκειότητας τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό. Μιλοῦσε πρίν ἀπό αὐτήν ὁ Ἀδάμ μέ τόν Θεό πρόσωπο μέ πρόσωπο ἐνῶ μετά ἀνατρέπεται ἡ ἀρμονία ἀνάμεσα στόν Θεό, στούς ἀνθρώπους, τά ζῶα καί τήν φύση. Τώρα γνωρίζουμε ὅτι ὅταν ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα νεκροφιλοῦν τό παιδί τους δέν μποροῦν νά λένε γιατί Θεέ ἀλλά γιατί ἄνθρωπε. Οὔτε πάλι μποροῦν νά ἰσχυρίζονται «τί φταίω ἐγώ νά ὑφίσταμαι τά λάθη τοῦ Ἀδάμ». Ὁ Ἀδάμ ἐκπροσωπεῖ τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἄρα ἁμάρτησε ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γενικά.
Ὅμως ποιό εἶναι τό πρωπατορικό ἁμάρτημα;

Μύριες ὅσες οἱ ἀπαντήσεις τῶν ἀνθρώπων πού ὅμως δέν μελετοῦν τά κείμενα τῶν Πατέρων μας. Πολλές φορές σχεδόν ἀνυπόστατες οἱ ἀπαντήσεις αὐτές μέ συνέπεια νά ὁδηγοῦν στόν ἀποπροσανατολισμό καί στήν μή ὀρθή προσέγγιση τοῦ ζητήματος. Ἄς δοῦμε πιά εἶνα ἡ ἀλήθεια. Τό περιβάλλον πού ὁδήγησε στήν πτώση εἶχε στηθεῖ ἄριστα ἀπό τόν διάβολο. Χρησιμοποίησε κάτι πολύ δυνατό. Ἄς τό ἐξηγήσουμε. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ τήν διάθεση νά βρίσκεται σέ κοινωνία ἤ καλύτερα σέ ἔνωση μαζί Του. Αὐτό πράγματι ἦταν κάτι θεϊκό, φυσικό καί θεϊκό γιά τόν ἄνθρωπο. Ἤθελε τό πλᾶσμα νά ἐνωθεῖ μέ τόν Πλάστη του. Σέ αὐτήν τήν φυσική ἐπιθυμία «πάτησε» ὁ διάβολος καί εἶπε στήν Εὔα πρώτα νά φάει ἀπό τόν καρπό γιά νά θεωθεῖ. Νά γίνει θεά χωρίς τόν Θεό ὅμως. Καί ἔφαγε καί πέθανε[15]. Ἡ αὐτοθέωση λοιπόν ἦταν τό ἁμάρτημα, ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπινου ἐγωισμοῦ.

Πῶς ὁ Θεός συμπεριφέρεται στούς πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση;
Ὅπως πάντα, μέ ἄπειρη ἀγάπη καί ἀμέριστη μέριμνα. Καταρχήν ὁδηγεῖ τούς πταίσαντας πρωτοπλάστους ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο ἀλλά καί ἔναντι τοῦ Παραδείσου[16]. Γιατί ἔναντι τοῦ παραδείσου; Γιά νά βλέπουν τίς χαρές πού ἔχασαν καί νά ποθήσουν καί πάλι νά τόν ἀποκτήσουν.


Γι’ αὐτό καί τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς στήν Ἐκκλησια ἔχουμε ἀνάμνηση τῆς ἐξόδου τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τόν παράδεισο.[17] Γιά νά θυμάται θυμᾶται ὁ Ἀδάμ, πού ὁ καθένας κρύβει μέσα του, τίς πτώσεις του καί μέ τόν πνευματικό ἀγώνα τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νά ξαναζήσει στόν παράδεισο. Ὅμως ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιά τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα ἐκδηλώνεται καί μέ τήν προσφορά τῶν δερματίνων χιτώνων. Αὐτή ἡ χειρονομία τοῦ Θεοῦ μαρτυρεῖ καί τήν φροντίδα Του γιά τούς ἐνόχους. Ἡ ἔκφραση δερμάτινοι χιτῶνες κατά τήν πατερική ἑρμηνεία, δηλώνει ὅλον τόν μεταπτωτικό τρόπο τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη μπορεῖ νά δηλώνει τήν συνεχῆ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο[18].
Ἡ κορυφαία κίνηση φροντίδας τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἀκριβῶς στόν στίχο Γεν. 3,15 πού ἀναφέρεται ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Σέ αὐτό ακριβῶς τό χωρίο ὅμως ὁ Θεός δηλώνει ὅτι θά ὑπάρξει κάποιος πού θά συντρίψει τήν κεφαλή τοῦ ὄφεως καί συνεπῶς θά διορθώσει τά δεινά τῆς ἁμαρτίας. Πρόκειται γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος θά ἐνανθρωπήσει καί διά τοῦ Σταυροῦ θά συντρίψει τήν κεφαλή τοῦ ὄφεως[19]. Πρόκειται γιά τόν νέο Ἀδάμ ὁ ὁποῖος θά ἀναδημιουργήσει τό ἀνθρώπινο γένος. Σέ ἀντίθεση με τήν ἀνυπακοή τοῦ πρώτου, Ἐκεῖνος θά δείξει τέλεια ὑπακοή στή βούληση τοῦ Θεοῦ Πατέρα[20]. Τόν συσχετισμό τοῦ παλαιοῦ καί νέου Ἀδάμ, ἀλλά καί τῆς παλαιᾶς καί νέας Εὔας (Παναγίας) ἀποδίδει ἄριστα ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος λέγοντας:
«Ἡ Παναγία ἔδωσε στό νέο Ἀδάμ τή σάρκα της ὅπως καί ὁ Ἀδάμ ἔδωσε στήν Εὔα τήν πλευρά του. Ὁ Ἀδάμ δέν ἔνοιωσε πόνο ὅταν τοῦ πῆρε ὁ Θεός τήν πλευρά οὕτε βέβαια ἡδονή. Καί ἡ Παναγία δέν ἔνοιωσε τόν πόνο τῆς γεννήσεως καί τήν ἡδονή τῆς συνουσίας. Σῶος ἔμεινε ὁ Ἀδάμ μετά τήν λήψη τῆς πλευρᾶς, ἄφθορος ἔμεινε ἡ Παρθένος πρό καί μετά τῆς γεννήσεως. Τήν Εὔα τήν ἀπάτησε ὁ ὄφις, ὁ πονηρός ἄγγελος· τήν Παναγία εὐαγγελίσθηκε ὁ ἄγγελος Γαβριήλ. Ἡ Εὔα ἀπατηθεῖσα μᾶς προσέφερε θάνατο, ἡ Παναγία ὑπακούουσα στόν ἄγγελο Γαβριήλ μᾶς χάρισε ζωή. Ἡ Εὔα μᾶς προσέφερε τόν καρπό τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως· τόν θάνατο. Ἡ Παναγία μᾶς προσέφερε τόν καρπό τοῦ ξύλου τοῦ σταυροῦ· τήν ζωήν τήν αἰώνιον».
Μέ τό σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί ἐμεῖς μποροῦμε νά ζήσουμε μία νέα ζωή, γιατί γνωρίζουμε πλέον ὅτι ὁ παλαιός ἁμαρτωλός ἑαυτός μας πέθανε στό σταυρό μαζί μέ τόν Χριστό, ἔτσι ἔπαψε νά ζεῖ ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος. Δέν εἴμαστε πιά ὑπόδουλοι στό ζυγό τῆς ἁμαρτίας. Ἄν κάποιος πεθάνει μαζί μέ τόν Χριστό εἶναι βέβαιο πώς θά ζήσει μαζί με τόν Χριστό. Αὐτό θα γίνει γιατί ὁ ἀναστημένος Χριστός δέν εἶναι ὑπόδουλος στό θάνατο ὅπως συμβαίνει καί μέ ὅποιον πιστεύει στό Χριστό[21].
Τέλος, ἄς ἀκούσουμε τώρα πού ξεκινᾶμε καί πάλι τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή τόν ἀπόστολο Παῦλο νά μᾶς λέει: «Μήν ἀφήνετε, λοιπόν, τήν ἁμαρτία νά κυριαρχεῖ στό φθαρτό σας σῶμα, καί μήν ὑπακούετε σ᾽ αὐτήν ὑποκύπτοντας στίς ἐπιθυμίες αὐτοῦ τοῦ σώματος. Κί ἀκόμα, μήν ἀφήνεται τίποτε ἀπό τόν ἐαυτό σας στή διάθεση τῆς ἁμαρτίας ὥστε αὐτή νά τό χρησιμοποιήσει ἐναντίον σας σάν ὄργανο γιά τό κακό. Ἀντίθετα, νά προσφέρετε τόν ἐαυτό σας στό Θεό, ὅπως ταιριάζει σέ ἀνθρώπους πού πέθαναν κί ἀναστήθηκαν γιά μία νέα ζωή. Νά κάνετε κάθε μέλος σας ὄπλο στά χέρια τοῦ Θεοῦ γιά τό καλό»[22].

[1] Γεν. 2,16.
[2] Γεν. 3,20.
[3] Γεν. 3,15.
[4] Ὅπως κατά τό Ἰερ.18,6 ὁ ἀγγειοπλάστης πλάθει τόν πηλό.
[5] Γεν. 2,7.
[6] Ἐδώ ὁ ἄνθρωπος νοεῖται ὡς κοινός ἄνθρωπος, ἄνδρας καί γυναίκα μαζί. Βλ. Φοῦντα Ἰερεμίου, (μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως), Γένεσις, Ἑρμηνεία Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἀθήνα 2004, σ. 375.
[7] Γεν. 3,23.
[8] Ὡστόσο, ἡ ἀκριβής ἑβραϊκή λέξη πού σημαίνει ἄνδρας εἶναι τό «ἴσ» ἐνῶ τῆς γυναίκας τό «ἰσσά». Λέξεις που δηλώνουν τήν ἄμεση σχέση πού ἔχουν μεταξύ τους τά δύο φύλα.
[9] Γεν. 2,21
[10] Γεν. 1,31.
[11] Ψλμ. 148,5.
[12] Γεν. 2,4.
[13] πρβλ. καί Σοφ.Σειρ. 18,1.
[14] Γεν. 1,26.
[15] πρβλ. Γεν. 2,17.
[16] Γεν. 3,24.
[17] Φοῦντα Ἰερεμίου (νῦν μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως), Κυριακοδρόμιο Εὐαγγελίων, Μάνδρα Ἀττικῆς 1995, σ. 138.
[18] Τοῦ ἰδίου, Γένεσις, Ἑρμηνεία Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἀθήνα 2004, σ. 388.
[19] πρβλ. Γεν. 3,15.
[20] Ρωμ. 5,15.
[21] Ρωμ. 6,7-9.
[22] Ρωμ. 6,12-13.
πηγή

Η ρητορική του Φαναρίου, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Μητροπολίτης Αργολίδος και ο… Σαίξπηρ

Θέμα της ανάρτησης: τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά στη ρητορική του Φαναρίου.
Παραθέτουμε στη συνέχεια, το δημοσίευμα που υπογράφει ο Μ. πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης, με μερικά "οπτικά βοηθήματα" που θα διευκολύνουν την ανάγνωση του άρθρου του και θα μας βοηθήσουν να καταδείξουμε την “καθεστηκυία” ρητορική των οικουμενιστών Πατριαρχών, αρχιερέων, κληρικών, καθηγητών Θεολογικών σχολών και λαϊκών.

Ο αρθρογράφος ενώ επιδίδεται σε μια αυτάρεσκη διατύπωση γλωσσικών φληναφημάτων και ευκόλων χαρακτηρισμών κατά των αντιοικουμενιστών, μπλέκει τρία ή τέσσερα σοβαρά ζητήματα καθώς αλλάζει επιδέξια το κέντρο βάρους της κουβέντας, προκαλώντας σύγχυση στον καλοπροαίρετο αναγνώστη. Εννοείται πως δε φείδεται κολακειών στους “ημετέρους”.
Κουνώντας προκλητικά το δάκτυλο, αφήνει υπονοούμενα και προβαίνει σε υποδείξεις. Δυστυχώς μάλλον δεν έχει την ευθύτητα και την απλότητα, να μιλήσει με ονόματα και με στοιχεία.
Για να διευκολύνουμε τους αναγνώστες μας, επισημάναμε με κόκκινο χρώμα τις απόψεις του και όσα υπερασπίζεται ο αρθρογράφος και με κίτρινο χρώμα τα σημεία με τα οποία διαφωνεί και επιτίθεται στους υπεναντίους.
Χαρακτηριστικός ο (μεταπατερικής εμπνέυσεως) ακροβατισμός, της αμφισβήτησης των λόγων του Αγίου πατρο-Κοσμά του Αιτωλού, επί τη βάσει μιας “εξ’απαλών ονύχων” αποστολικής-υμνολογικής, μα σίγουρα θεατρικής  τεκμηριώσεως.
Χαρακτηριστικότερη ασφαλώς η τιμητική ακροτελεύτια θέση για τον...Σαίξπηρ!
Το είπε ή όχι; Και αν το είπε, πώς το είπε;
Του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση
Ιδού, λοιπόν, τα ερωτήματα που τίθενται επ΄εσχάτων σχετικά με ένα  απόφθεγμα που αποδίδεται στον λαοφιλή ιεραπόστολο και αφυπνιστή του υπόδουλου Γένους, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Το περιβόητο εκείνο «Tον Πάπα να καταράσθε» ! Και το οποίο αναμασάται διαρκώς σε κηρύγματα, ομιλίες, βιντεοσκοπημένα σχόλια, βιβλία και αντιρρητικά άρθρα «Λατινοφάγων» Ιεραρχών, Πρεσβυτέρων, Μοναχών, Πανεπιστημιακών και παντός είδους κληρικών και λαϊκών ιστολόγων, στα πλαίσια της αντιπαπικής φρενίτιδας που μαίνεται, εδώ και πολύ καιρό, στους θεμελιοκρατικούς κύκλους του Ελλαδικού Εκκλησιαστικού χώρου.
Ήρκεσε ένας νουνεχής, προσγειωμένος και άνευ παρωπίδων Ιεράρχης, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος, να ισχυρισθεί ότι το κέλευσμα αυτό δεν είχε αρθρωθεί από τον Πατροκοσμά, αλλά από τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος Ιωάννη Κωλέττη, για να αρχίσει πάραυτα μία οξεία αντιπαράθεση περί του αν είναι γνήσια ή νόθα η επίμαχη αυτή φράση που απαντά στα διδάγματα Κοσμά του Αιτωλού!
Τοιουτοτρόπως είδαμε, άλλους μεν να ομνύουν μανιωδώς ότι ο αφορισμός αυτός είναι γνήσιος, σωζόμενος μάλιστα σε δύο εκδοχές, στην ελληνική και στην αλβανική (με μερικές παραλλαγές η δεύτερη), έτερους δε, να ισχυρίζονται με επιστημοσύνη και βεβαιότητα πως η φράση είναι νόθα και ότι αποτελεί πονηρό επινόημα του Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη, ο οποίος σ΄ένα σύγγραμμά του περί Αγίου Κοσμά, θεώρησε σκόπιμο να ενσφηνώσει σε ένα κείμενο του Αγίου την αρά του Κωλέττη. Kαι τούτο, προκειμένου όπως προσδώσει κάποιο «πατερικό έρεισμα» στον αντιπαπικό του αγώνα! 
Τελικά, εξεστόμισε ο Πατροκοσμάς το περίφημο αυτό «να καταράσθε τον Πάπα» ή όχι; Και αν το είπε, σε ποιάν εκδοχή το είπε; Την ελληνική ή την αλβανική; Προσωπικά τείνω να συνταχθώ με όσους φρονούν ότι η προτροπή αυτή είναι εμβόλιμη. Από ποίον, Κύριος οίδε! Διότι είναι αδιανόητο να φαντασθεί κανείς ότι ο πεπαιδευμένος στην περιώνυμη Αθωνιάδα Σχολή (της εποχής εκείνης!), και μαθητής Ευγενίου του Βουλγάρεως, Κοσμάς ο Αιτωλός, να μην είχε ποτέ αναγνώσει την προς Ρωμαίους Επιστολή και να αγνοούσε την ρητή επιταγή του Αποστόλου των εθνών Παύλου «Ευλογείτε και μή καταράσθε» (Ρωμ. 12,14). Ή, ακόμη, να μην γνώριζε την μακρόθυμη εκείνη ευχή του Μεγάλου Αποδείπνου, με την οποία ικετεύουμε τον Θεό να συγχωρεί «τους μισούντας και αδικούντας ημάς»!  
Εκείνο, όμως, το οποίο ενοχλεί στην διελκυστίνδα αυτή, δεν είναι το τι είπε ή δεν είπε Κοσμάς ο Αιτωλός περί του Πάπα...
… αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίσθηκε ένας σώφρων Ορθόδοξος Ιεράρχης, επειδή είχε το θάρρος να εκφράσει μια γνώμη. Και ναι μεν, μπορεί κατά τινα τρόπον να ερμηνευθούν οι αγενείς και χυδαίες κατά του Μητροπολίτου Αργολίδος επιθέσεις που αναρτήθηκαν σε ιστολόγια αποκομμένων από το σώμα της Εκκλησίας παρασυναγωγών, οργανώσεων ή ελευθέρων σκοπευτών. Διότι, στο κάτω-κάτω,  υπερασπίζονταν τα «χωράφια» τους!
Αλλά, ακατάληπτη και λίαν προβληματική παραμένει η οποιαδήποτε εκ των ένδον και από το περιβάλλον ενός Ιεράρχου προερχόμενη κατά μέτωπο επίθεση, εναντίον κάποιου άλλου Ιεράρχου της Εκκλησίας.  
Μια από τις πλέον βάναυσες επιθέσεις κατά του Μητροπολίτου Αργολίδος, ήταν εκείνη η οποία προήλθε από τον κάλαμο κληρικού, στενού συνεργάτου ενός Επισκόπου, που θεωρείται σημαιοφόρος του αντιαιρετικού αγώνος.  Σε μια φλύαρη δεκαεξασέλιδη φύρδην μίγδην «απανταχούσα» του, εν λόγω κληρικός δεν δίστασε να χαρακτηρίσει, με ουκ ολίγη έπαρση, τον Μητροπολίτη Νεκτάριο «αδιάβαστο», «αθεολόγητο», «ακριβές αντίγραφο και υπόδειγμα Οικουμενιστή Επισκόπου», που προβάλλει «σαθρά» επιχειρήματα προκειμένου να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του, και δεν διστάζει να προβαίνει στην «νόθευση της (περί Πάπα) προφητείας του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού», ή στην «κολόβωση» ρημάτων του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού.
Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής… 
Πώς, δεκαπέντε, μόλις, μέρες μετά την εξαπόλυση μιας εγκυκλίου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της κατά Ελλάδα Εκκλησίας περί συνετής χρήσεως ιστοσελίδων εκ μέρους «παντός βαθμού» κληρικών και μοναχών, (εγκυκλίου που δεν αποτελούσε ποσώς «φίμωτρο», ως ελέχθη, αλλά μάλλον πρόσκληση σε κοσμιότητα και αυτοσυγκράτηση), πώς, λοιπόν, ένας Ιεράρχης ανέχεται (αν δεν ευλογεί) μιαν απρεπέστατη και ταπεινωτική συμπεριφορά κληρικού του, έναντι ενός συνεπισκόπου του;
Παρόμοια φαινόμενα, αν μη τι άλλο, δηλώνουν πως «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας» (Σαίξπηρ, «Άμλετ»).

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ:Προφητεία Aγίου Ταρασίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.



Αυτός ο άγιος διέπρεψε στον θρόνον της Κωνσταντι­νουπόλεως το 784 και συνεκάλεσε      
    την 7ην Οικουμενικήν Σύνοδον κατά το έτος 787. Έκοιμήθη το 806.
Κείμενο.
«...Τούτου γενομένου εγερθήσεται πόλεμος εμφύ­λιος, και απολεσθήσεται πας ο λαός ο άπιστος. Και τότε εξυπνήσει ο ‘Αγιος Βασιλεύς ο εν αρχή του  ονόματος αυ­τού Ι και εν τω τέλει Σ,..».
Εδώ επισημαίνεται η αγριότητα του εμφυλίου πολέ­μου, όπως και οι προγενέστεροι πατέρες είπαν, καθώς και ο μέλλων να βασιλεύση προκεχειρισμένος από τον Θεό, του οποίου το όνομα θα είναι Ιωάννης.
Χρησμοί Λέοντος του Σοφού         .
Ο Λέων ο Σοφός ήτο Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, υιός του Βασιλείου του Μακεδόνος  (886-912). Ασχολήθη­κε με ποιητικά και ηθοπλαστικά συγγράμματα και θεο­λογικάς μελετάς, έγραψε δε και προφητικά διάφορα, λε­γόμενα χρησμούς.         
Κείμενο.
Περί του θρυλουμένου πτωχού και εκλεκτού βασι­λέως, του γνωστού και άγνωστου, του κατοικούντος εν τη άκρα της Βυζαντίδος. Ο αληθινός βασιλεύς, ον εδίωξαν της οικίας αυτού οι άνθρωποι... εις το τέλος των  Ισμαηλιτών αποκαλυφθήσεται... εν ημέρα Παρασκευή, ώρα τρίτη... αποκαλυφθήσεται... Ο μέλλων Αποκαλυφθήναι διά τόξων καΙ σημείων φανήσεται. ενηχηθή παρά του ορωμένου αγγέλου του Αποκαλυφθέντος, ως ανθρώπου λευκοφόρου ευνούχου, καΙ εις το ους αυτού είπη, αυτού καθεύδοντος, και της δεξιάς αυτού λαβόμενος είπη.                                      


 ‘Εγειραι ο καθεύδων και ανάστα... και επιφαύσει σοι οΧριστός. Προσκαλείται γάρ σε του ποιμαίνειν λαόνπεριούσιον· και εκ δευτέρου αυτώ είπη· έξελθε ο κεκρυμμένος, μηκέτι κρυπτού, πολλοί σε ζητούσι... και εκ τρί­του δώσει αυτώ πλάκας λιθίνας, εν αις εγκεχάρακται εντολαί δύο· εκδικήσαι και εθνοποιήσαι χρηστά· και ασέβειαν εκδιώξαι και τους σοδομιτικά έργα ποιούντας πυρικαύστους ποιήσαι· ωσαύτως και τους κακούς ιερείς εκ του ιερού εκδιώξαι και τους άξιους εις το θείον αποκαταστήσαι. ‘Εχει δε ούτος σημεία. Ο όνυξ του μεγάλου δα­κτύλου του δεξιού ποδός τήλωμα έχων... και σταυρούς πορφυρούς έχων επί τας δύο ωμοπλάτας... το δε όνομα του βασιλέως κεκρυμμένον εν τοι έθνεσι... Επιθήσει Κύ­ριος την χείρα αυτού επί την κορυφήν αυτού... Εν ταις ημέραις εκείναις θλιβήσονται οι άνθρωποι και δώσουσι τα πρόσωπα αυτών επί της γης, και χουν πάσουσιν επί τας κεφαλάς αυτών, και βοήσουσι προς Κύριον τον Θεόν του ουρανού και της γης, και τότε εισακούσεται Κύριος τας δεήσεις αυτών και θήσει τα ώτα επί τους κατοικούντας την γην, και αποστελεί τον αρχάγγελον αυτού σχήματι ανθρώπου και αυλισθήσεται εν ταις νήσοις. Και ευρήσει τον άγιον αυτού, τον ειλημμένον παρ' ουδενός βλεπόμενον και παρά μηδενός γνωριζόμενον... ο τοις πάσι σκο­τεινός καί αφανής, τω δε Θεώ και εαυτώ φανερός· εκ μοί­ρας δουκικής και εκ γένους βασιλικού καταγόμενος... και άγιος τω Κυρίω... Αποκαλύψει ο Θεός και εμφανίσει και χρίσει αυτόν έλαιον εις τα τέλη των ημερών... Αποκαλυφθήσεται δε ούτως· φανήσεται γαρ αστήρ ημέρας τρείς, και νυκτός ώρας γ' μέσον της πόλεως έως (χαραυ­γή) της μητρός του Υψίστου, ο δε αστήρ ουκ έστιν εκ των πλανητών, αλλ' ή ως εμφαίνει εις την σωτήριον γέννησιν του Χριστού. Και κήρυξ βοών τρανώς εν ταις τρισίν ημέραις ανακαλών και   ανακαλύπτων τον ελπιζόμενον. Τότε ο δήμος ορών και ακούων την του κηρύγματος βροντώδη φωνήν εκπλαγήσονται. Και εξεστηκότες άμα τη χαρά και τω φόβω  βοήσωσιν αγνοείν τον ελπιζόμενον. Τότε δρώντων πάντων και το Κύριε ελέησον θερμώς ε­κτενώς βοώντων και τα μέτωπα αυτών εις γην κρούσαντες και χουν εις τας κεφαλάς αυτών πάσαντες και στενάξαντες και δάκρυα χύσαντες διά την επιούσαν αυτοίς θλίψιν, παρακληθήσεται το Θείον και ευμενώς δέξεται τηνδέησιν αυτών, και ιλέω όμματι επιβλέψει επί τους κατοικούντας την γην διά τους καταλειφθέντας τότε εκλε­κτούς γνωσθήσεται ο εκλεκτός. Οραθήσεται εν τω ουρανώ νεφώδες στερέωμα του ηλίου έχον μέγεθος ώσπερ άλωνος θερινής αλωόντων βοών εξ· κάτωθεν κρεμασθήσεται σταυρός, ευωνύμως δε του σταυρού του πορφυρού, εκτεταμένον τόξον, οίον διέθετο τοις πατράσιν ημών εις διαθήκην αιώνιον, αγνοούντων δε πάντων τον ελπιζόμε­νον, ανακλασθήσεται το τόξον διά του νοτιαίου μέρους ό εστίν ευτελούμενον εν τω ειλήματι του ουρανού και δειχθήσεται τη θέσει της καλιάς του αληθινού βασιλέως. Τό­τε οι λαοί δόντες δόξαν τω Θεώ  δρομαίως σπεύσουσι επί το άκρον του τόξου· καί λαβόντες τον πολύτιμον και γηραιόν  ανακτορίδην  μετά  λαμπάδων  και  βαΐων  και ωφραδών ότι ποικίλως φέρουσι αν αυτόν εν τη μεγάλη Σιών... Και κήρυξ βροντοφωνών και μη φαινόμενος, από του ουρανού προς τον λαόν είπη· αρεστός υμίν ούτος έστι; Τότε λήψεται πάντας φόβος και τρόμος και έκστασις εις την του κηρύγματος, βροντιαίαν φωνήν. Και είθ' ούτως τύπτοντες τα στήθη μετά δακρύων και στεναγμών τας χείρας εις τον ουρανόν άραντες είπωσι; Ναι Κύριε, ό­τι συ έδωκας αυτόν, αρεστός ημίν, και προσκυνήσαντες αυτόν ανάξουσιν αυτόν εις την μεγάλην Σιών. Και προσευξάμενος και σφραγίσας τας Πύλας ανοιχθήσονται... οι δε εκείσε όντες φύγωσι μετά πολλού φόβου, και προσευξάμενοι αναβιβάσαντες εφ' υψηλού τόπου καλέσουσιν αυτών βασιλέα... Και ούτως άξουσιν εν τω παλατίω νυκτός και αλλοιωθήσονται τα σημεία. Οδηγήσουσι δε αυ­τόν δύο άγγελοι εν ομοιώματι ανθρώπου λευκοφόρου ευνούχου· και εις τα ώτα  αυτού λαλήσουσι  τι  μέλλειν πράττειν»
 «Ουαί σοι πόλις επτάλοφε, όταν το εικοστόν στοιχείον ευφημίζεται εις τα τείχη σου.
 Τότε ήγγικεν η πτώσις και η απώλεια των δυναστών σου, και των εν αδικία κρινόντων, ος έχει τους δακτύλους αυτού δρεπανωτούς ο έστι δρέπανον της ερημώσεως καί έν τω Ύψίστω βλασφημία».
     Και αυτή η προφητεία είναι συνέχεια των προγενε­στέρων. Αν και εγράφη σε διάφορον χρόνον και υπό άλ­λου, περιέχει όμως λεπτομερέστερα την θείαν παρέμβασι στην κατάπαυσι του πολέμου και στην ανακάλυψι και προβολή του μεγάλου αναμορφωτού της βυθισμένης τότε κοινωνίας. Ο μέγας τούτος άρχων πιστεύεται ότι δεν θα είναι γέννημα της δικής μας γενεάς, αλλά ευρίσκεται κρυμμένος υπό της κρείττονος του Θεού προνοίας, γιά να φανερωθή στην ώρα και στον καιρόν αυτό, και αυτόν δεν θα είναι παράξενο, επεί και «τω Θεώ πρέπει των θαυμά­των τα παράδοξα». Στο πρόσωπο του μυστηριώδους αυ­τού αρχοντος δεν θα υπάρχουν, όπως φαίνεται, μόνον αν­θρώπινες ικανότητες διοικητικές, αλλά και υπερφυσικές,  όπως στούς παλαιούς εθνάρχες και προφήτες, όπως στον Μωϋσή, διότι μόνον έτσι θα μπορέση να αναμορφώση την χαώδη παγκόσμια κατάστασι.
Δεν έρχεται ο προκεχειρισμένος αυτός χρηστός του Κυρίου ως ένας απλός άνθρωπος «άρχων» ή ως ένας απότους παλαιούς προφήτας, γιά να υποστή την ανθρώπινη κριτική και καταδίκη, αλλά σαν πρόδρομος του μέλλον­τος να έλθη «μετά δόξης κρίναι ζώντας καί νεκρούς».‘Ερχεται μετά παρρησίας, ως απεσταλμένος υπό του έχοντος επί πάντων την εξουσία, γιά να επιβάλη την θείαβουλή, να εφαρμόση το θείον θέλημα και να κάμη την εκδίκησι των υιών του πονηρού, που επί τόσον κατατυράν­νησαν τους πιστούς. Σαν τα ζιζάνια της παραβολής απέπνιγαν αυτοί τον σίτον, του Θεού μακροθυμούντος έως της ημέρας του θερισμού, που ο καθένας θα πάρη την κα­τάλληλη θέσι κατά τα έργα του.

Πρέπει νά φοβόμαστε τόν Χριστό;






«Ἡ τέλεια ἀγάπη βγάζει ἔξω τόν φόβο• ἐπειδή, ὁ φόβος ἔχει κόλαση• καί ἐκεῖνος πού φοβᾶται δέν ἔχει τελειωθεῖ στήν ἀγάπη» (Α΄ Ἰωάννου 4, 18)

Ὅταν ἀγαπᾶς τόν Χριστό, παρόλες τίς ἀδυναμίες καί τή συναίσθηση πού ἔχεις γι’ αὐτές ἔχεις τή βεβαιότητα ὅτι ξεπέρασες τόν θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

Τόν Χριστό νά τόν αἰσθανόμαστε σάν φίλο μας. Εἶναι φίλος μας. Τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: «Ἐσεῖς εἶστε φίλοι μου…» (Ἰω. 15,14). Σάν φίλο νά τόν ἀτενίζομε καί νά τόν πλησιάζομε. Πέφτομε; Ἁμαρτάνομε; Μέ οἰκειότητα, μέ ἀγάπη κι ἐμπιστοσύνη νά τρέχομε κοντά του· ὄχι μέ φόβο ὅτι θά μᾶς τιμωρήσει ἀλλά μέ θάρρος, πού θά μᾶς τό δίδει ἡ αἴσθηση τοῦ φίλου. Νά τοῦ ποῦμε: «Κύριε, τό ἔκανα, ἔπεσα, συγχώρεσέ με». Ἀλλά συγχρόνως νά αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς ἀγαπάει, ὅτι μᾶς δέχεται τρυφερά, μέ ἀγάπη καί μᾶς συγχωρεῖ. Νά μή μᾶς χωρίζει ἀπ’ τόν Χριστό ἡ ἁμαρτία. Ὅταν πιστεύουμε ὅτι μᾶς ἀγαπάει καί τόν ἀγαπᾶμε, δέν θά αἰσθανόμαστε ξένοι καί χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, οὔτε ὅταν ἁμαρτάνουμε. Ἔχουμε ἐξασφαλίσει τήν ἀγάπη Του κι ὅπως καί νά φερθοῦμε, ξέρομε ὅτι μᾶς ἀγαπάει.

Τό Εὐαγγέλιο, βέβαια, λέει μέ συμβολικές λέξεις γιά τόν ἄδικο ὅτι θά βρεθεῖ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει «ὁ τριγμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων», διότι μακράν τοῦ Θεοῦ ἔτσι εἶναι. Καί ἀπό τούς νηπτικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πολλοί ὁμιλοῦν γιά φόβο θανάτου καί κολάσεως. Λένε: «Ἔχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αὐτές οἱ λέξεις, ἄν τίς ἐξετάσομε βαθιά, δημιουργοῦν τόν φόβο τῆς κολάσεως. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθώντας ν’ ἀποφύγει τήν ἁμαρτία, κάνει αὐτές τίς σκέψεις, γιά νά κυριευθεῖ ἡ ψυχή του ἀπ’ τό φόβο τοῦ θανάτου, τῆς κολάσεως καί τοῦ διαβόλου.

Ὅλα ἔχουν τή σημασία τους, τό χρόνο καί τήν περίστασή τους. Ἡ ἔννοια τοῦ φόβου εἶναι καλή γιά τά πρῶτα στάδια. Εἶναι γιά τούς ἀρχάριους, γι’ αὐτούς πού ζεῖ μέσα τους ὁ παλαιός ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀρχάριος, πού δέν ἔχει ἀκόμη λεπτυνθεῖ, συγκρατεῖται ἀπ’ τό κακό μέ τό φόβο. Καί ὁ φόβος εἶναι ἀπαραίτητος, ἐφόσον εἴμαστε ὑλικοί καί χαμερπεῖς. Ἀλλ’ αὐτό εἶναι ἕνα στάδιο, ἕνας χαμηλός βαθμός σχέσεως μέ τό θεῖον. Τό πᾶμε στή συναλλαγή, προκειμένου νά κερδίσομε τόν Παράδεισο ἤ νά γλιτώσομε τήν κόλαση. Αὐτό, ἄν τό καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ἰδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Ἐμένα δέ μοῦ ἀρέσει αὐτός ὁ τρόπος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προχωρήσει καί μπεῖ στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τί τοῦ χρειάζεται ὁ φόβος; Ὅ,τι κάνει, τό κάνει ἀπό ἀγάπη κι ἔχει πολύ μεγαλύτερη ἀξία αὐτό. Τό νά γίνει καλός κάποιος ἀπό φόβο στόν Θεό κι ὄχι ἀπό ἀγάπη δέν ἔχει τόση ἀξία.

Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Ἄν στραπατσαρισθεῖ ἡ ψυχή καί γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστός τίς σχέσεις, διότι ὁ Χριστός «χοντρές» ψυχές δέν θέλει κοντά Του.

Κανείς νά μή σᾶς βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό θεῖον. Ὅλ’ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές. Θυμᾶστε ποὺ σᾶς ἔχω πεῖ γιά τ’ ἀηδονάκι; Μές στό δάσος κελαϊδάει. Στή σιγή. Νά πεῖ πὼς κάποιος τ’ ἀκούει, πὼς κάποιος τό ἐπαινεῖ; Πόσο ὡραῖο κελάηδημα στήν ἐρημιά! Ἔχετε δεῖ πῶς φουσκώνει ὁ λάρυγγάς του; Ἔτσι γίνεται καί μ’ αὐτόν πού ἐρωτεύεται τόν Χριστό. Ἄμα ἀγαπάει, «φουσκώνει ὁ λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει ἡ γλώσσα». Πιάνει μιὰ σπηλιά, ἕνα λαγκάδι καί ζεῖ τόν Θεό μυστικά, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις». Περιφρονῆστε τά πάθη, μήν ἀσχολεῖσθε μέ τόν διάβολο. Στραφεῖτε στόν Χριστό.

Ἡ θεία χάρις μᾶς διδάσκει τό δικό μας χρέος. Γιά νά τήν προσελκύσουμε, θέλει ἀγάπη, λαχτάρα. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θέλει θεῖο ἔρωτα. Ἡ ἀγάπη ἀρκεῖ, γιά νά μᾶς φέρει σέ κατάλληλη «φόρμα» γιά προσευχή. Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν· ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη. Χωρίς αὐτά δέν μποροῦμε νά ποῦμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» Ὁ παραμικρός γογγυσμός κατά τοῦ πλησίον ἐπηρεάζει τήν ψυχή σας καί δέν μπορεῖτε νά προσευχηθεῖτε. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὅταν βρίσκει ἔτσι τήν ψυχή, δέν τολμάει νά πλησιάσει.

Νά ζητᾶμε νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. αὐτό εἶναι τό πιό συμφέρον, τό πιό ἀσφαλές γιά μᾶς καί γιά ὅσους προσευχόμαστε. Ὁ Χριστός θά μᾶς τά δώσει ὅλα πλούσια. Ὅταν ὑπάρχει ἔστω καί λίγος ἐγωισμός, δέν γίνεται τίποτα. Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίδει κάτι πού ἐπίμονα ζητᾶμε, ἔχει τό λόγο Του. Ἔχει κι ὁ Θεός τά «μυστικά» Του. Ἄν δέν κάνετε ὑπακοή (σέ ἱερέα-πνευματικό) καί δέν ἔχετε ταπείνωση, ἡ εὐχή (δηλ. τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησὸν με) δέν ἔρχεται καί ὑπάρχει καί φόβος πλάνης.

Νά μήν γίνεται ἡ εὐχή ἀγγαρεία. Ἡ πίεση μπορεῖ νά φέρει μία ἀντίδραση μέσα μας, νά κάνει κακό. Ἔχουν ἀρρωστήσει πολλοί μέ τήν εὐχή, γιατί τήν ἔκαναν μέ πίεση. Καί γίνεται, βέβαια, κι ὅταν τό κάνεις ἀγγαρεία. ἀλλά δέν εἶναι ὑγιές.

Δέν εἶναι ἀνάγκη νά συγκεντρωθεῖτε ἰδιαίτερα γιά νά πεῖτε τήν εὐχή. Δέν χρειάζεται καμιά προσπάθεια ὅταν ἔχεις θεῖο ἔρωτα. Ὅπου βρίσκεσθε, σέ σκαμνί, σέ καρέκλα, σέ αὐτοκίνητο, παντοῦ, στόν δρόμο, στό σχολεῖο, στό γραφεῖο, στή δουλειά μπορεῖτε νά λέτε τήν εὐχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησὸν με», ἁπαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.

Σημασία στήν προσευχή ἔχει ὄχι ἡ χρονική διάρκεια ἀλλά ἡ ἔνταση. Νά προσεύχεσθε ἔστω καί πέντε λεπτά, ἀλλά δοσμένα στό Θεό μέ ἀγάπη καί λαχτάρα. Μπορεῖ ἕνας μία ὁλόκληρη νύχτα νά προσεύχεται κι αὐτή ἡ προσευχή τῶν πέντε λεπτῶν νά εἶναι ἀνώτερη. Μυστήριο εἶναι αὐτό βέβαια, ἀλλά ἔτσι εἶναι.
πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...