Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2015

Μ. Τρίτη: Πότε θα έλθει ο Νυμφίος σύμφωνα με την παραβολή των 10 Παρθένων;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ:
ΠΟΙΑ ΩΡΑ ΘΑ ΕΛΘΕΙ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η Β΄ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

 





Κατά την Αγία και Μεγάλη Τρίτη, ως γνωστόν, η Εκκλησία μας επιτελεί την ανάμνηση της παραβολής των Δέκα Παρθένων εκ των οποίων οι πέντε ήταν φρόνιμες και οι πέντε μωρές, ανόητες.
Οι φρόνιμες παρθένες όσο ζούσαν, κοντά στις άλλες αρετές και μάλιστα της παρθενίας, φρόντισαν να έχουν άφθονο και το λάδι της ελεημοσύνης. Έτσι όταν ήλθε ο Νυμφίος μπήκαν μέσα μαζί Του, όταν ανοίχθηκαν οι πύλες.

Αντίθετα οι άλλες πέντε παρθένες, όσο ζούσαν δεν φρόντισαν να έχουν αρκετό λάδι στις λαμπάδες τους. Ετσι όταν ξύπνησαν ζητούσαν λίγο από τις φρόνιμες, αλλά μετά θάνατο δεν είναι πλέον δυνατόν να αγοράσεις λάδι από αυτούς που το πουλούν, δηλαδή τους φτωχούς. Γι΄αυτό και τις Παρθένες αυτές, η παραβολή, τις ονομάζει μωρές, γιατί ενώ κατόρθωσαν το δυσκολώτερο, δηλαδή την "παρθενία", παραμέλησαν το ευκολώτερο, που ήταν η ελεημοσύνη, προφανώς επειδή δεν είχαν αληθινή αγάπη μέσα στην καρδιά τους.

 
Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε, ότι οι πέντε φρόνιμες και οι πέντε μωρές Παρθένες, δεν είναι άλλες από τις ΠΕΝΤΕ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος εκ φύσεως. 
Και άλλοι μεν από τους ανθρώπους χρησιμοποιούν τις πέντε αισθήσεις τους, σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, για το καλό, σωστά και φρόνιμα (οι πέντε φρόνιμες Παρθένες)  ενώ άλλοι δε από τους ανθρώπους, δυστυχώς, χρησιμοποιούν τις πέντε αυτές αισθήσεις τους αντίθετα με το θέλημα του Θεού, για το κακό, την αμαρτία και ανόητα (οι πέντε μωρές Παρθένες).

Επειδή δε, ουδείς γνωρίζει το πότε θα φύγει απ΄αυτήν εδώ την ζωή, μας καλεί να είμεθα πάντοτε έτοιμοι, έχοντας πάντα γεμάτες από έλαιο (=ελεημοσύνη) τις λαμπάδες των αρετών μας, για να υποδεχθούμε τον ουράνιον Νυμφίο, τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος έρχεται ξαφνικά, στο μέσο της νυκτός, για να αποδώσει στον καθένα αυτό που του αξίζει και του αναλογεί.


 γιος Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος ρμηνεύοντας τήν Παραβολή αὐτή το Κυρίου μας γιά τίς δέκα Παρθένες, λέγει γιά τήν ρα τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Νυμφίου, δηλαδή  τς Δευτέρας Παρουσίας:

«Ἐπειδή δέ  νυμφίος βράδυνεν, λες (ο 10 Παρθένες) εχαν νυστάξει καί "κοιμῶντο". Μέ ατά δείχνει πάλιν τι δέν θά εναι λίγος  χρόνος πού θά μεσολαβήσ, διά νά ποτρέψ τούς μαθητάς πό το νά ναμένουν νά μφανισθ βασιλεία Του πολύ σύντομα. Διότι ατό λπιζαν. Διά ατό καί συνεχς τούς συγκρατεπό ατήν τήν λπίδα. Μετά δέ πό ατό, φανερώνει καί τοτο, τι πνος εναι θάνατος... "Κατά τά μεσάνυκτα μως κούσθη μία φωνή· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ". 
δ πάλιν θέλει νά δείξ τι  νάστασις θά γίν κατά τήν διάρκειαν τς νυκτός». 

(Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου ΕΠΕ 12, 82)


Τό ίδιο ακριβῶς μᾶς λέγει και ὁ  πολυγραφέστατος καί σοφώτατος σύγχρονος γιος Νικόδημος  γιορείτης, φέρνοντας μάλιστα καί μαρτυρίες λλων μεγάλων γίων, πως το Μ. Βασιλείου, το Γρηγορίου Θεολόγου, το ωάννου Χρυσοστόμου, τοΓρηγορίου Νύσσης, το Γρηγορίου Παλαμ, σχετικά μέ τό ποιά μέρα καί ρα θά έλθει ὁ Νυμφίος καί θά γίνει  Δευτέρα Παρουσία.
Λέγει λοιπόν  γιος Νικόδημος:


«Κατά τό μεσονύκτιον τς Κυριακς χει νά γίνει  δευτέρα παρουσία καί νά λθ δυτος λιος τς δικαιοσύνης Χριστός, καθώς τοτο ο θεοφόροι Πατέρες λέγουσι...».

(Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου «Πνευματικά γυμνάσματα», σελ. 273)




Ἀλλά καί  γιος Μητροπολίτης ρτης, Δαμασκηνός  Στουδίτης μας λέγει σχετικά:


«στε κατά τήν κτην ραν τς νυκτός, δηλαδή κατά τό μεσονύκτιον, νέστη Κύριος...».

(Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, «ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ» 
Λόγος «Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα» σελ. 132)



"Ἐν τ μέσ τς νυκτός", λοιπόν, "κατά τό μεσονύκτιον",  ρχεται  Νυμφίος Χριστός, κυριολεκτικά καί μεταφορικά, πού σημαίνει τι πρέπει πάντοτε νά εμαστε τοιμοι καί νά γρυπνομε, λλά καί τι θά «πιάσει» πολλούς στόν «πνο» ταν θά ξαναέλθει.

Γι΄αὐτό καί ὄχι τυχαῖα ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας ψάλλει τις ἅγιες αὐτές ἡμέρες:


«δού  Νυμφίος ρχεται ν τ μέσ τς νυκτός. Καί μακάριος  δολος ν ερήσει γρηγοροντα. νάξιος δέ πάλιν ν ερήσει ραθυμοντα. Βλέπε ον ψυχή μου μή τ πνκατενεχθς να μή τ θανάτ παραδοθς καί τς βασιλείας ξω κλεισθες. λλάνάνηψον κράζουσα, γιος γιος γιος ε  Θεός μν διά τς Θεοτόκου λέησον μς». 

  


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ
 (ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΕΦ. ΚΕ)

«Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου. 2 πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί. 3 αἵτινες μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔλαιον· 4 αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν. 5 χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον. 6 μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. 7 τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. 8 αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπον· δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. 9 ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι λέγουσαι· μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἡμῖν καὶ ὑμῖν· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. 10 ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. 11 ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. 12 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. 13 γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται».
(Ματθαίου ΚΕ΄1-13)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Τότε θα ομοιωθεί η βασιλεία των ουρανών με δέκα παρθένες που, αφού έλαβαν τις δικές τους λαμπάδες, εξήλθαν σε προϋπάντηση του νυμφίου.  Πέντε λοιπόν από αυτές ήταν μωρές και πέντε φρόνιμες. Γιατί οι μωρές, ενώ έλαβαν τις λαμπάδες τους, δεν έλαβαν μαζί τους λάδι. Οι φρόνιμες, όμως, έλαβαν λάδι μέσα στα αγγεία μαζί με τις δικές τους λαμπάδες. Επειδή λοιπόν αργούσε ο Νυμφίος, νύσταξαν όλες και εκοιμήθησαν. Αλλά στο μέσο της νύχτας έγινε μια κραυγή: “Ιδού ο νυμφίος έρχεται, εξέρχεστε προς συνάντησή του”. Τότε σηκώθηκαν όλες οι παρθένες εκείνες και κόσμησαν τις δικές τους λαμπάδες. Και οι μωρές είπαν στις φρόνιμες: “Δώστε σ’ εμάς από το λάδι σας, γιατί οι λαμπάδες μας σβήνουν”.  Αποκρίθηκαν τότε οι φρόνιμες λέγοντας: “Όχι, μήπως δεν αρκέσει για μας και για σας. Πηγαίνετε μάλλον προς αυτούς που πουλούν και αγοράστε για τους εαυτούς σας”. Ενώ όμως αυτές έφευγαν, για να αγοράσουν, ήρθε ο Νυμφίος, και οι έτοιμες εισήλθαν μαζί του στους γάμους και κλείστηκε η θύρα. Ύστερα, λοιπόν, έρχονται και οι υπόλοιπες παρθένες λέγοντας: “Κύριε, Κύριε, άνοιξέ μας”. Εκείνος δε αποκρίθηκε και είπε: “Αλήθεια σας λέω, δεν σας ξέρω”. Αγρυπνείτε και γρηγορείτε λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα κατά την οποία θα έλθει ο Υιός του Ανθρώπου». 

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ



ΚΑΤΆ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΕ 1 – 13. 
1 Τότε, η βασιλεία των ουρανών θα είναι όμοια με δέκα παρθένες, οι οποίες, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, βγήκαν σε συνάντηση του νυμφίου.
2 Όμως, απ' αυτές πέντε ήσαν φρόνιμες, και πέντε μωρές.
3 Οι οποίες μωρές, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, δεν πήραν μαζί τους λάδι•
4 οι φρόνιμες, όμως, πήραν λάδι στα δοχεία τους μαζί με τα λυχνάρια τους.
5 Και επειδή ο νυμφίος καθυστερούσε, νύσταξαν όλες και κοιμόνταν.
6 Στο μέσον, όμως, της νύχτας έγινε μια κραυγή: Να! ο νυμφίος έρχεται• βγείτε έξω σε συνάντησή του.
7 Τότε, σηκώθηκαν όλες εκείνες οι παρθένες, και ετοίμασαν τα λυχνάρια τους.
8 Και οι μωρές είπαν στις φρόνιμες: Δώστε μας από το λάδι σας• επειδή, τα λυχνάρια μας σβήνουν.
9 Και οι φρόνιμες απάντησαν, λέγοντας: Μήπως και δεν φτάσει για μας και για σας• γι' αυτό, καλύτερα πηγαίνετε σ' αυτούς που πουλάνε, κι αγοράστε για τον εαυτό σας.
10 Και ενώ έφευγαν για να αγοράσουν, ήρθε ο νυμφίος• και οι έτοιμες μπήκαν μαζί του μέσα στους γάμους, και η θύρα κλείστηκε.
11 Και ύστερα, έρχονται και οι υπόλοιπες παρθένες, λέγοντας: Κύριε, Κύριε, άνοιξέ μας.
12 Και εκείνος απαντώντας είπε: Σας διαβεβαιώνω, δεν σας γνωρίζω.
13 Αγρυπνείτε, λοιπόν, επειδή δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα, κατά την οποία έρχεται ο Υιός τού ανθρώπου.


Πλούσια σε πνευματικά μηνύματα η σημερινή μας παραβολή. Την ονομάζουμε η παραβολή των 10 παρθένων, θα μπορούσαμε όμως να την ονομάσουμε και η παραβολή της κλειστής πόρτας. 
Ο σκοπός της ιδιαίτερα σοβαρός, αλλά και ιδιαίτερα επίκαιρος. Θέλει να τονίσει το πνεύμα του Θεού την εγρήγορση, την ετοιμότητα, την προετοιμασία και γενικότερα την κατάσταση στην οποία θα πρέπει να βρίσκεται ο χριστιανός, ιδιαίτερα στις έσχατες μέρες που διανύουμε.
Ημέρες που δείχνουν πόσο κοντά είναι η ημέρα του Κυρίου. Καθώς παρατηρούμε τα σημεία γύρω μας, μία σκέψη μέσα από το λόγο του Θεού θα πρέπει να διακατέχει όλους μας : «Καταβήσεται εξ’ ουρανού, με κέλευσμα, με φωνή αρχαγγέλου, με σάλπισμα Θεού» (Α΄ Θεσσαλ Δ. 16).
Η παραβολή μας μιλάει για 10 παρθένες που είχαν σκοπό να προϋπαντήσουν τον ερχόμενο νυμφίο που θα ερχόταν μέσα στη νύκτα για να λάβει τη νύφη του και να ζήσει μαζί της. Ήταν όλες λευκές, απαστράπτουσες, εκλεκτές, κρατούσαν ωραίες, στολισμένες λαμπάδες, όλα γιορταστικά.
Μεγάλος ο ενθουσιασμός, η χαρά, όμως καθώς η ώρα περνούσε διαπίστωναν, όλο και πιο πολύ, ότι ο νυμφίος αργούσε να έρθει. Για να μην σπεύσουμε να βρούμε δικαιολογίες και να ρίξουμε αλλού τις ευθύνες, ο Λόγος του Θεού μας δίνει μια πολύτιμη πληροφορία. (Β΄Πέτρου Γ 8,9). «Εν δε τούτο ας μη σας λανθάνει αγαπητοί, ότι παρά Κυρίω μια ημέρα είναι ως χίλια έτη, και χίλια έτη ως ημέρα μία. Δεν βραδύνει ο Κύριος την υπόσχεσιν αυτού, ως τινές λογίζονται τούτο βραδύτητα, αλλά μακροθυμεί εις ημάς, μη θέλων να απολεσθώσιν τινές, αλλά πάντες να έλθωσιν εις μετάνοιαν».
Δεν βραδύνει, μακροθυμεί ο Κύριος…… Δεν ήρθε εδώ και 2011 χρόνια, τώρα θα έρθει;;….. λένε οι αρνητές. Δεν καθυστερούσε ο Κύριος τον κατακλυσμό για 130 χρόνια, που κατασκευάζετο η κιβωτός, περίμενε ο Κύριος, δεν βιαζόταν, περίμενε κάποιες, κάποια ψυχή να μπει μέσα στην κιβωτό. Έχει μια αρχή ο Κύριος, θέλει «πάντες να σωθούν και να έρθουν σε μετάνοια». (Β΄ Πέτρου Γ : 9).
Μια ωραία ομάδα από 10 αγνές, παρθένες. Καμία διαφορά μεταξύ τους. Η μία καλύτερη από την άλλη και το κυριότερο ήσαν μέσα από την ίδια εκκλησία, είχαν τα ίδια πιστεύω, την ίδια θεολογία, έψελναν τους ίδιους ψαλμούς, λάτρευαν μαζί τον Κύριο και περίμεναν και οι 10 να έρθει ο νυμφίος για να τον προϋπαντήσουν, ήταν έτοιμες, με αναμμένες τις λαμπάδες περίμεναν μέσα σ’ ένα κλίμα γιορταστικό. Κάποια στιγμή, η μία μετά την άλλη, και οι δέκα νύσταξαν και αποκοιμήθηκαν. 
Καμία απολύτως διαφορά δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν τα ανθρώπινα μάτια, γιατί οι άνθρωποι αποβλέπουν στο φαινόμενο, όμως η κρίση του Θεού ήταν άλλη. Ο Κύριος, που αποβλέπει στην καρδιά έρχεται να μας δώσει μια άλλη πληροφορία. Οι πέντε από αυτές ήταν φρόνιμες, οι άλλες πέντε ήταν μωρές (εδ. 2). 
Ξαφνικά μέσα στην νύκτα (καθ’ ήν ώραν δεν στοχάζεστε Ματθ. ΚΔ : 44) ακούστηκαν, πολύ κοντά, δυνατές φωνές : «Ιδού ο νυμφίος έρχεται». 
Τότε φρόνιμες και μωρές ξύπνησαν μέσα από τον ύπνο και έτρεξαν να ετοιμασθούν για να συναντήσουν τον νυμφίο. Εδώ ακριβώς συνέβη και η τραγωδία. Μόνον οι 5 μπήκαν μέσα στους γάμους, οι άλλες 5 έμειναν απ’ έξω. Τι έφταιξε, τι είχε συμβεί. Καθώς και οι 10 ξύπνησαν και βγήκαν έξω να προϋπαντήσουν τον νυμφίο, οι πέντε απ’ αυτές δεν πήραν μαζί τους λάδι για τις λαμπάδες τους. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ τους. 
Φαίνεται εδώ ο λάδι να είναι κάτι πολύ σημαντικό. Να είναι κάτι καθοριστικό για τη δικαίωση του ανθρώπου. Θα λέγαμε ότι είναι το πιο σημαντικό στη σχέση μας με το Θεό, το οποίο δεν είναι από μας, αλλά χρειάζεται να το λάβουμε απ’ αλλού και είναι αυτό που μας δίνει φως.
Άραγε τι να συμβολίζει εδώ το λάδι. Μήπως την πίστη. Όχι. Και οι 10 παρθένες πίστευαν ότι θα έρθει ο νυμφίος. Την αγάπη. Όχι. Είχαν αγάπη. Το λάδι συμβολίζει το Πνεύμα το Άγιο του Θεού. Μονάχα το πνεύμα του Θεού μπορεί να δώσει είναι ικανό να δώσει μια ζωή γεμάτη με το φως του Χριστού και να διαλύσει το πνευματικό σκοτάδι, που όλο και πιο πολύ απλώνεται γύρω μας. 
Υπάρχουν μέλη των εκκλησιών που αρκούνται σε μια γενική, ακαθόριστη πίστη. Αρκούνται σε μια πίστη που διακρίνεται από εξωτερικούς τύπους (λυχνάρι), χωρίς εσωτερικό περιεχόμενο (πίστη). 
Προσέχουν πάρα πολύ το λυχνάρι, αλλά εσωτερικά μέσα στη ζωή τους, δεν υπάρχει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Κρατούν το λυχνάρι, αλλά δεν έχουν φροντίσει για το περιεχόμενο του λυχναριού που είναι το λάδι, το οποίο θα δώσει το φως στον άνθρωπο. Έτσι το ωραίο και καλλωπισμένο λυχνάρι μένει σβηστό. Πρόκειται για μία τυπολατρική πίστη, αληθινά νεκρή. 
Τούτες οι 10 παρθένες, μπορεί να είχαν την ίδια θρησκεία, όμως δεν είχαν το ίδιο πνευματικό περιεχόμενο. Οι πέντε απ’ αυτές ήταν θρησκευόμενες, αλλά δεν ήταν πνευματικές. Δεν είχαν εκείνη τη στενή σχέση ζωής και καθοδήγησης από το Θεό. Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ θρησκευόμενου και πνευματικού ανθρώπου. Το πρώτο είναι φυσικό και το έχουν όλοι οι άνθρωποι. Το δεύτερο είναι αποτέλεσμα προσωπικής πείρας με το θεό. Είναι μια ζωή συνέχειας και συνέπειας μέσα στο θέλημα Εκείνου, καθοδηγούμενη από το Πνεύμα το Άγιο. 
Αυτή η θρησκευτικότητα έκανε τις 5 μωρές να ζητήσουν τη συντροφιά με τις φρόνιμες. Όμως εκείνη την κρίσιμη ώρα αυτό δεν τις βοήθησε ώστε να έρθουν κοντά στο νυμφίο. Ικανοποιούσαν τη σχέση τους με το Θεό, ώστε να μείνουν θρησκευόμενες. Δεν προχώρησαν σε μια εσωτερική αναγέννηση, σε μία ζωντανή επικοινωνία με τον ζωντανό και αναστημένο και δοξασμένο Ιησού Χριστό. Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν μέσα στις εκκλησίες. Χριστιανοί, χωρίς το Πνεύμα του Χριστού. 
Πρόκειται ασφαλώς για τραγωδία. Είναι πολύ καλύτερα να είναι κανείς του κόσμου. Αρνητής του Χριστού, παρά να είναι Χριστιανός, χωρίς το Πνεύμα του Χριστού. Των 5 μωρών παρθένων είχε αλλάξει η ζωή τους, αλλά δεν είχαν αναγεννηθεί. Αλλαγή σημαίνει. Ο αμαρτωλός καθώς ακούει το λόγο του Θεού, αλλάζει κατεύθυνση ως προς την αμαρτία. Ο μέθυσος δεν μεθάει, ο κλέπτης δεν κλέβει, και ο κλέπτης δεν κλέβει πλέον. Όλα αυτά είναι καλά και απαραίτητα. Όμως δεν θα πρέπει να στεκόμαστε εκεί. Όλα τούτα τα τηρούσε απαρέγκλιτα ένας μεγάλος θεολόγος που υπήρχε στον Ισραήλ την εποχή του Χριστού και που άκουγε στο όνομα, Νικόδημος. Καλά όλα αυτά, αλλά Νικόδημε, του είπε ο Κύριος, αλλά αν δεν γεννηθείς άνωθεν (αναγεννηθείς) δεν μπορείς να μπεις στη βασιλεία των ουρανών. (Ιωάνν. Γ : 3). 
Αργούσε ο Νυμφίος, σύμφωνα με τους ανθρώπινους υπολογισμούς. Η νύχτα απλώθηκε παντού. Αλήθεια πόσο σκοτάδι έχει απλωθεί γύρω μας. Σκοτάδι πνευματικό. Νομίζει ο άνθρωπος ότι έχει προοδεύσει, στηριζόμενος στην τεχνολογική του πρόοδο, όμως έχει βαθύ σκοτάδι για τα πράγματα του Θεού. Παντού σκοτάδι. Μέσα σε τούτο το σκοτάδι καθώς βρέθηκαν οι 10 παρθένες, άρχισε τη μία μετά την άλλη να τις παίρνει ο ύπνος. 
Κοιμήθηκαν τις τελευταίες στιγμές, την ώρα που θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα θερμές, ζωντανές, ξάγρυπνες. Το είχαν ανάγκη οι ίδιες, το είχαν ανάγκη οι γύρω τους να τις βλέπουν ξάγρυπνες να διαλαλούν εκείνο το «καταβήσεται εξ’ ουρανού και οι αποθανώντες εν χριστώ, αναστήσονται πρώτον. Οι ζώντες οι περιληπόμενοι αρπαγησόμενθα εν νεφέλαις, εις απάντησιν του Κυρίου, και μετά του Κυρίου εσώμεθα. (Α΄ Θεσσαλ. Δ : 16).
Είχαν το μεγάλο προνόμιο να γνωρίζουν, για τον ερχομό του Κυρίου και δεν έμειναν ξάγρυπνες για να το διακηρύξουν, να το ακούσουν και άλλες ψυχές και να σωθούν, έστω και την τελευταία ώρα. Μέρες έσχατες, πονηρές, πόσο ο καθένας από μας κοιμάται πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Και τι συνέπειες έχει τούτος ο ύπνος για μας, για τους αδελφούς μας, για τους ανθρώπους γύρω μας. 
Πότε ένας πιστός, μία εκκλησία έχει κοιμηθεί. Όταν δεν μιλάει για τον Κύριο. Μπορεί σε άλλους τομείς να υπάρχει πλούσια δραστηριότητα, ωραία κηρύγματα, φυλλάδια, εκδηλώσεις κλπ. Όμως όλα τούτα δεν αρκούν. Υπάρχει μέσα στην καρδιά μας ο πόθος και το πάθος για τον ερχομό του Κυρίου Ιησού Χριστού. Υπάρχει άσβεστη αγάπη για Εκείνον, που τόσο πολύ μας αγάπησε; (Ιωάννης Γ: 16). Τούτο το διακηρύττουμε ή ντρεπόμαστε να το πούμε για να ξυπνήσουν και άλλες ψυχές. 
Πράγματι στην εποχή μας είναι δύσκολο να συναντήσεις έναν ξάγρυπνο Χριστιανό. Να έχει την καρδιά του αφιερωμένη στον Κύριο και να κράζει : «Ναι έρχου Κύριε» (Αποκαλ. ΚΒ : 20). Να μένει ξάγρυπνος για να ξυπνάει και τους άλλους γύρω του. 
Φρόνιμες και μωρές κοιμήθηκαν. Ξαφνικά μέσα στο βαθύ ύπνο και μέσα στο πυκνό σκοτάδι, ακούστηκαν τα όργανα, οι φωνές: «Ιδού, ο νυμφίος έρχεται, εν τω μέσω της νυκτός….». Είχαν αρχίσει από πολύ μακριά να ακούγονται οι χαρούμενες κραυγές, αλλά λόγω του ύπνου δεν κατάλαβαν τίποτα. Τα σημεία των καιρών βοούν στις ημέρες μας ότι ο Κύριος έρχεται, όμως ο πνευματικός ύπνος δεν μας αφήνει να το κατανοήσουμε. Την τελευταία στιγμή, φρόνιμες και μωρές ξύπνησαν. 
Ξύπνησαν και έτρεξαν να ανάψουν τις λαμπάδες τους. Όμως τι κρίμα, οι μισές απ’ αυτές άναψαν. Οι άλλες μισές έμειναν σβηστές γιατί δεν είχαν λάδι. Τρέξανε εκείνη την ώρα να αγοράσουν αλλά δεν πρόλαβαν. 
Και όταν ο Θεός έκλεισε την πόρτα της κιβωτού και άρχισε ο κατακλυσμός, οι άνθρωποι ξύπνησαν, όμως ήταν αργά πλέον. Όταν ο Θεός άρχισε να βρέχει πυρ και θείον στα Σόδομα και τα Γόμορρα, οι άνθρωποι ξύπνησαν, όμως ήταν πολύ αργά πλέον. 
Τούτη η αρνησίθεη ανθρωπότητα, που χλευάζει το Θεό, που αρνείται τον Ιησού Χριστό, ως κεχρησμένο από το Θεό Σωτήρα, που απορρίπτει τον αιώνιο Λόγο του Θεού, που διώκει εκείνους που έμειναν ξάγρυπνοι και κηρύττουν Εκείνον, θα έρθει η ώρα που θα ξυπνήσουν, όμως θα είναι πολύ αργά. 
Οι λαμπάδες τους έμειναν σβηστές γιατί δεν είχαν λάδι. Πόσες ευκαιρίες τους είχε δώσει ο Κύριος να συλλογιστούν τα πράγματα τα δικά Του. Να αγοράσουν λάδι, να πληρωθούν με το Πνεύμα το Άγιο και τις αμέλησαν. Πόσες ευκαιρίες τους έδωσε για να γνωρίσουν πνευματικά το Θεό να συνδεθούν μαζί του και να λατρεύσουν αυτόν «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάνν. Δ. 24), και όχι τυπικά, τυπολατρικά. Αλήθεια πόσες ευκαιρίες δίνει και σήμερα ο Θεός στον καθένα από μας για να αποκτήσουμε μια στενή πνευματική σύνδεση μαζί του και πόσο εμείς αμελούμε. Τούτες οι μωρές παρθένες διακήρυτταν ότι θα έλθει ο νυμφίος, όμως στο βάθος της καρδιάς τους δεν το πίστευαν, γι’ αυτό άλλωστε και κοιμήθηκαν, χωρίς να είναι προετοιμασμένες.
Οι φρόνιμες πίστευαν πραγματικά ότι θα έρθει ο νυμφίος και είχαν προετοιμαστεί για το σκοπό αυτό, όμως καθώς και αυτές ατόνησαν, καθώς και αυτές κοιμήθηκαν, έχασαν τη μεγάλη ευκαιρία να ξυπνήσουν και τις μωρές, την τελευταία ώρα. Έπαψαν τις έσχατες ώρες να φέγγουν μέσα στο σκοτάδι. Να φέγγουν για να ξυπνήσουν και άλλες ψυχές που το είχαν ανάγκη. 
Ξαφνικά, φρόνιμες και μωρές, ξύπνησαν.
Τι τραγωδία οι μισές λαμπάδες δεν άναβαν. 
Εκείνη την ημέρα μπροστά στον Κύριο θα παρουσιαστούν ψυχές κρατώντας διάφορες λαμπάδες. Τις λαμπάδες των καλών έργων και της αυτοσωτηρίας τους. Της προσπάθειάς τους να σωθούν με μόνοι τους με τα έργα τους, όμως τούτες οι λαμπάδες, εκείνη την κρίσιμη ώρα θα μένουν σβηστές, δεν θα ανάβουν, δεν θα έχουν λάδι, γιατί όλη τούτη η προσπάθεια δεν ήταν από το Πνεύμα το Άγιο. 
Δεν θα ανάβουν τούτες οι λαμπάδες γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί από μόνος του, όσα έργα, όσους τύπους και αν ακολουθήσει. Ο Παύλος διακηρύττει : «Εάν ο άνθρωπος σωζώταν με τα έργα του Νόμου, τότε ο Χριστός, εις μάτην απέθανε» (Γαλάτ. Β: 21). Η Βίβλος διακηρύττει: «Η σωτηρία είναι του Θεού ημών και του Αρνίου» (Αποκ. Ζ : 10).
Η αυτοσωτηρία (η προσπάθεια του ανθρώπου να σωθεί από μόνος του), εκείνη την ημέρα είναι καταδικασμένη να σβήσει γιατί είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα. Πίστη, ύμνος, κήρυγμα, αγάπη, που δεν είναι από το Πνεύμα του Θεού, αλλά είναι, χωρίς πίστη, φτιαχτά και ανθρώπινα, εκείνη την ημέρα μπροστά στο αιώνιο βήμα θα καταρρεύσουν.
Μια άλλη λαμπάδα που δεν θα ανάβει στην παρουσία Εκείνου είναι η «άδεια ομολογία». «Κύριε εμείς δεν μιλήσαμε στις πλατείες για το όνομά σου, δεν κάναμε θαύματα», (Λουκ. ΙΓ : 26). Αλήθεια σας λέω, δεν σας γνωρίζω. Ομολογία που θα είναι ένα ωραίο χρυσό, γυαλισμένο λυχνάρι, χωρίς λάδι. 
Μια άλλη λαμπάδα που θα μένει σβηστή είναι η «Ψεύτικη ελπίδα». Νόμιζαν ότι ήταν εντάξει με τον Κύριο, ότι ήταν πιστές και αφιερωμένες σ’ αυτόν, αλλά δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Πόσες φορές τούτη η ψεύτικη ελπίδα εξαπατά τον άνθρωπο και τον εμποδίζει στο να διακρίνει την πραγματική του θέση απέναντι στο Θεό και να τακτοποιηθεί. Χρειάζεται ταπεινότητα, μελέτη, προσευχή. Ο Κύριος να αποκαλύψει στον καθένα από μας που πραγματικά βρισκόμαστε στη σχέση μας με Εκείνον. 
Υπάρχει και μια άλλη λαμπάδα που δεν θα ανάβει. Λέγεται «θρησκευτική συναναστροφή». Φρόνιμες και μωρές ήταν μαζί. Κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι, (δύο θα κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, ο ένας θα αρπάζεται, ο άλλος θα αφήνεται Λουκ. ΙΖ : 35), είχαν στενή θρησκευτική συναναστροφή. Μαζί στην πίστη, στις συναθροίσεις, στη διδασκαλία, στις διάφορες εργασίες, όμως δεν είχαν όλες την ίδια συναναστροφή με το Πνεύμα το Αγιο. Ταύτα εγράφησαν για τη διδαχή μας. 
Οι 5 μωρές παρθένες δεν είχαν συναντήσει οι ίδιες το Θεό. Μπορούσαν να λένε για το Θεό, αλλά δεν μπορούσαν να πουν εκείνο το θαυμαστό : «ο Θεός μου». Δεν είχαν, δια Ιησού Χριστού, συμφιλιωθεί μαζί του, γνώριζαν εξ’ ακοής για το Θεό, αλλά η καρδιά τους δεν είχε αφεθεί σ’ αυτόν. Στην καλύτερη περίπτωση, κάπου σε μια γωνία της καρδιάς τους, προσπαθούσαν να βάλουν και τον Κύριο. 
Όλες τούτες οι λαμπάδες δεν ανάβουν εκείνη την ημέρα μπροστά στην παρουσία του Κυρίου. Δεν θα ανάβουν γιατί είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα. Είναι υποκατάστατα τα οποία έφτιαξε ο άνθρωπος μέσα στην αμαρτία του και μέσα στην κενή πνευματική του ζωή. 
Οι μωρές παρθένες δεν είχαν ζωντανή επαφή με τον αληθινό Θεό, είχαν μάθει να στηρίζονται στην πίστη των άλλων και γι’ αυτό όταν κατάλαβαν ότι δεν είχαν λάδι, φώναξαν στις άλλες, «Δότε εις ημάς εκ του ελαίου σας, διότι αι λαμπάδαι ημών σβήνονται». Τι δύσκολη εκείνη ώρα αντί να ταπεινωθούν και να ζητήσουν συγνώμη, έτρεξαν στους ανθρώπους για να λάβουν βοήθεια. Πόσοι άνθρωποι καθημερινά ενεργούν κατά τον ίδιο τρόπο. 
Η απάντηση των φρονίμων. «Υπάγετε αγοράσατε εις εαυτάς». Πρέπει να συναντηθείς ο ίδιος με το Θεό, να αναγνωρίσεις την αμαρτωλότητά σου, να δεχθείς το έλεος και την αγάπη του, να ζητήσεις να σε πλύνει με το αίμα του Ιησού Χριστό και να σωθείς. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για σωθεί ο άνθρωπος από την αμαρτία του
Ο νυμφίος μπήκε στο σπίτι και οι «έτοιμοι εισήλθον μετ’ αυτού εις τους γάμους». Ϋστερον δε έρχονται και αι λοιπαί παρθένοι λέγουσαι. Κύριε άνοιξον εις ημάς. Ο δε αποκριθείς είπε: Αληθώς σας λέγω, δεν σας γνωρίζω».
Τραγωδία. Ναυάγιο, όλεθρος, καταστροφή, ίσως και αυτές οι λέξεις να μην αρκούν για να χαρακτηρίσουν το μέγεθος του κακού. Να είσαι άφρων και να λες καθημερινά. Δεν υπάρχει Θεός. Είναι κάτι που επέλεξες και θα δεχθείς τα αποτελέσματα μέσα στη ζωή. Όμως να είσαι μέσα στην εκκλησία, να περιμένεις μια ζωή το Χριστό και Αυτός έλθει να μείνεις απ’ έξω από την πόρτα. Να διακηρύττεις ότι είσαι μέλος της Εκκλησίας του Χριστού και να μοιραστείς τη μοίρα του κόσμου, να είσαι η νύμφη του Χριστού και να μην παραβρεθείς στους γάμους, αυτό δεν μπορεί με ανθρώπινα λόγια να χαρακτηριστεί. 
Είναι τώρα που οι μουσικές ακούγονται από μακριά. Τα βήματα του ερχόμενου νυμφίου πλησιάζουν. Ο Κύριος έρχεται. Ας κοιτάξουμε τις λαμπάδες μας, ας εξετάσουμε την πνευματική μας ζωή μας. Είναι πληρωμένη με το Πνεύμα το Άγιο. Ας αναλογισθούμε την κλειστή πόρτα. Ας αναλογιστούμε την φωνή Εκείνου. «Αληθώς σας λέγω, δεν σας γνωρίζω».
Ας παραμείνουμε μέσα στο σκοτάδι που απλώνεται γύρω μας, φώτα αναμμένα, για μας και για τους γύρω μας και ας περιμένουμε Εκείνον που θα έρθει για να παραλάβει τους δικούς Του. 
Ας θυμόμαστε πάντοτε το παράπονο του Ιησού προς τους μαθητές του, μετά την προσευχή του στη Γεσθημανή. (Ματθ. ΚΣ 40 – 45) Και έρχεται προς τους μαθητάς και ευρίσκει αυτούς κοιμωμένους, και λέγει προς τον Πέτρον• Ούτω δεν ηδυνήθητε μίαν ώραν να αγρυπνήσητε μετ' εμού;
41 αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής.
42 Πάλιν εκ δευτέρου υπήγε και προσευχήθη, λέγων• Πάτερ μου, εάν δεν ήναι δυνατόν τούτο το ποτήριον να παρέλθη απ' εμού χωρίς να πίω αυτό, γενηθήτω το θέλημά σου.
43 Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν κοιμωμένους• διότι οι οφθαλμοί αυτών ήσαν βεβαρημένοι.
44 Και αφήσας αυτούς υπήγε πάλιν και προσευχήθη εκ τρίτου, ειπών τον αυτόν λόγον.
45 Τότε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και λέγει προς αυτούς• Κοιμάσθε το λοιπόν και αναπαύεσθε• ιδού, επλησίασεν η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών.
Το παράπονο του Κυρίου. Λίγο χρειάστηκε να μείνετε ξάγρυπνοι….. και δεν μπορέσατε. 
Εύχομαι όλοι εκείνη την ημέρα να μπούμε πλούσια στη βασιλεία του Θεού. Να ακούσουμε από τον ίδιο το Θεό, εκείνα τα ευλογημένα λόγια : «Εύγε δούλε αγαθέ και πιστέ, εις τα ολίγα εστάθεις σωστός, σε πολλά θέλω σε καταστήσει». (Ματθ. ΚΕ : 21).
Μακάριος ο Δούλος ων ευρίσκει γρηγορούντα. (Αποκ. ΙΣ : 15). Ο Κύριος έρχεται και μετ’ Αυτού φέρει τον μισθόν Αυτού ….. 

Εἰς τὴν παραβολὴν τῶν δέκα παρθένων, καὶ περὶ ἐλεημοσύνης. Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Τρίτη


Παραβολή Δέκα Παρθένων
Ὅταν τὸ εὐδαπάνητον τῆς ζωῆς ἐννοήσω,
καὶ τοῦ ἐνιαυτοῦ τὸν ἐπινεύοντα κύκλον,
καὶ τὴν πολύσκυλτον τῶν ἀνθρώπων διαγωγὴν,
καὶ τὰς βιωτικὰς περιστάσεις,
τό τε παρατρέχον τοῦ παρόντος αἰῶνος,
καὶ τὴν σκιὰν τῶν πραγμάτων,
τῆς δόξης τὸ πρόσκαιρον,
τῆς δυναστείας τὸ εὐδιάλυτον,
τῆς εὐημερίας τὴν φαντασίαν,
καὶ τοῦ πλούτου τὸ ὄναρ·
εἶτα σκοπήσω τὴν τοῦ τέλους ἡμέραν,
καὶ τῆς συντελείας ἐκεῖνο τὸ ἀπαραίτητον τάχος,
τόν τε τοῦ λογοθεσίου καιρὸν,
καὶ τὸν ἀκολάκευτον δικαστὴν,
καὶ τὴν γέμουσαν φρίκης κατάστασιν,
πῶς ἀστράπτων ὁ κριτὴς παραγίνεται ἐξ οὐρανῶν,
πῶς ταραττόμεναι αἱ δυνάμεις προτρέχουσι,
πῶς ὁ φοβερὸς ἑτοιμάζεται θρόνος,
πῶς ὁ οὐρανὸς ὡς βιβλίον εἱλίσσεται,
πῶς καυσοῦνται τὰ στοιχεῖα τῷ φόβῳ λυόμενα,
πῶς κλονεῖται τὸ ἔδαφος προσδεχόμενον τὴν τοῦ κριτοῦ ἐπίβασιν,
πῶς φοβερῶς ἀλαλάζουσι σάλπιγγες,
πῶς ἀνοίγονται τὰ μνήματα,
πῶς ἐκτινάσσονται τάφοι,
πῶς ὡς ἐξ ὕπνου ἀποπηδῶσιν οἱ νεκροὶ,
πῶς ὁ χοῦς ὡς ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ πρὸς τὴν οἰκείαν ἐπανέρχεται τάξιν,
πῶς παλινδρομοῦσιν αἱ ψυχαὶ πρὸς τὰ σώματα,
πῶς εἰς ἀπάντησιν οἱ δίκαιοι τρέχουσι,
πῶς ἐφίσταται ὁ νυμφίος μεσονυκτίῳ,
πῶς ἀξιοῦνται τῆς εἰσόδου οἱ δίκαιοι,
πῶς τοῖς ῥᾳθύμοις ἀποκέκλεισται ἡ θύρα τοῦ νυμφῶνος·
ὅταν ταῦτα πάντα ἐν τῇ ψυχῇ μου μεριμνήσω,
μακαρίζω τὰς φρονίμους ἐκείνας παρθένους,
ἃς ἡμῖν ἀρτίως ἡ τῶν Εὐαγγελίων παρήγαγε βίβλος,
ὅτι πρὸς τοῦ ὕπνου κατηγωνίσαντο τοῦ πάθους,
ὅτι τὸ εὐόλισθον καὶ ἐμπαθὲς τῆς ἐπικήρου ζωῆς βδελυξάμεναι,
τῆς ἀκηράτου καὶ θείας ζωῆς ἀξίως ἐφρόντισαν,
ὅτι τὸ ἀπαραίτητον τοῦ χρόνου σκοπήσασαι,
τὴν ὥραν τῆς παρουσίας ἐτήρησαν,
καὶ τῆς ἐπιστασίας ἐκείνου τοῦ ἀφθάρτου νυμφίου τὸν φόβον ἐνεθυμήθησαν,
καὶ τὸ νυκτερινὸν δοκιμάσασαι σκότος,
ἀκριβῶς τῶν λαμπάδων ἐφρόντισαν.
Οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ αὐτὰς τὰς θείας τοῦ Εὐαγγελίου διεξελθεῖν συλλαβάς.
Ὡμοιώθη γὰρ, φησὶν, ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις,
αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν,
ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου.
Πότε ἐξῆλθον;
ἆρα μὴ ὅτε κατέλαβεν αὐτὰς τῆς ζωῆς τὸ ἐμπρόθεσμον;
ὅτε ἔφθασε τὸ πρόσταγμα;
ὅτε ἐπέστη τοῦ θανάτου ἡ ἀπόφασις;
ὅτε ἀπεστάλησαν οἱ κατεπείγοντες τοῦ τέλους ἄγγελοι,
τότε ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου;
Οὐδαμῶς.
Ἀλλὰ πότε ἐξῆλθον;
Ὅτε τοῖς βιωτικοῖς περισπασμοῖς ἀπετάξαντο,
ὅτε τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν βαδίζειν προείλοντο,
ὅτε τὴν ἑκούσιον σκληραγωγίαν ἠγάπησαν,
ὅτε τοῖς γάμου οὐχ ὑπετάγησαν νόμοις,
ὅτε τῶν τοῦ βίου ἡδονῶν κατεφρόνησαν,
ὅτε τὴν ἀγαθὴν μερίδα τῆς ἀφθαρσίας ἐξελέξαντο,
ὅτε τῆς εὐφροσύνης τὸν τρόπον ἠγάπησαν,
ὅτε τὸν τῆς ἁμαρτίας ἐβδελύξαντο ῥύπον,
ὅτε τὰ τῆς σωφροσύνης συνέθεντο,
ὅτε τοῦ καθαροῦ νυμφίου ἠράσθησαν,
ὅτε τοῦ τῆς βασιλείας ἐπεθύμησαν κάλλους,
ὅτε πᾶσαν βιωτικὴν ἀπεδύσαντο φροντίδα,
τότε ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου.
Ἦσαν δὲ, φησὶν, αἱ πέντε φρόνιμοι, καὶ αἱ πέντε μωραί.
Καὶ τί τῶν φρονίμων τὸ γνώρισμα;
Ὅτι συνῆψαν τῇ σωφροσύνῃ τὴν ἐλεημοσύνην,
ἐκόσμησαν τὴν παρθενίαν τῇ εὐποιίᾳ,
ἔγνωσαν ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν,
ἐδοκίμασαν ὅτι τὸ ἓν οὐκ ἐπαρκεῖ πρὸς σωτηρίαν κατόρθωμα·
ἑνὶ γὰρ πτερῷ ἀετὸς εἰς ὕψος οὐκ ἐφικνεῖται·
Ἐμνημόνευσαν τῆς τοῦ νυμφίου φωνῆς τῆς λεγούσης.
Ἔλεον θέλω, καὶ οὐ θυσίαν·
καὶ πάλιν, ὅτι κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως.
Ταῦτα καλῶς βουλευόμεναι,
ἐπλήρωσαν τὰ ἀγγεῖα αὐτῶν ἐλαίου.
Ποῖα ἄρα ἀγγεῖα;
Τὰς τῶν πεινώντων κοιλίας.
Μεσίτας γὰρ τοῦ πνευματικοῦ γάμου τοὺς πτωχοὺς ἐπορίσαντο, ἐσκεύασαν μεθ' ἑαυτῶν τῶν οἰκτιρμῶν τὰ ἐφόδια·
οἱ πεινῶντες ἐτρέφοντο, καὶ αἱ λαμπάδες ἐφαιδρύνοντο·
οἱ πτωχοὶ ηὐχαρίστουν, καὶ ὁ νυμφίος ἐτέρπετο·
ἡ ἐλεημοσύνη ἐσπείρετο, καὶ ὁ προσδοκώμενος μισθὸς ηὐτρεπίζετο.
Καὶ αἱ φρόνιμοι τὰ τοῦ ∆αυῒδ ἐβόων·
Ἡτοιμάσθημεν, καὶ οὐκ ἐταράχθημεν·
αἱ δὲ μωραὶ τὰς λαμπάδας κρατοῦσαι χωρὶς ἐλαίου πόῤῥωθεν ἀπὸ τοῦ νυμφίου ἐβλέποντο.
Πῶς εἴχοντο ἑνὶ κατορθώματι;
πῶς τὴν μὲν ἁγνείαν ἐκτήσαντο,
τὴν δὲ φιλανθρωπίαν ἀπώσαντο;
πῶς ἀπάθειαν μὲν τῷ σώματι περιεποιήσαντο,
συμπάθειαν δὲ περὶ τοὺς δεομένους οὐκ ἐπεδείξαντο;
πῶς τὴν μὲν σωφροσύνην ἠγάπησαν,
τὴν δὲ φιλοξενίαν ἀπεστράφησαν;
Τί οὖν τὸ πέρας;
Χρονίζοντος γοῦν τοῦ νυμφίου, φησὶν,
ἐνύσταξαν πᾶσαι, καὶ ἐκάθευδον.
Ἀλλ' αἱ μὲν προαποθέμεναι τὸ ἔλαιον,
εἶχον τὸ ἀσφαλὲς, ὅτι αἱ λαμπάδες αὐτῶν οὐ σβεσθήσονται·
αἱ δὲ μωραὶ τὸν τῆς ἀνάγκης καιρὸν ἐξεδέχοντο.
Τί οὖν συντόμως οὐ λέγω;
Ἐπέστη ἡ ὥρα,
ἔφθασεν ὁ καιρὸς,
οἱ κτύποι κατήρξαντο,
ἤχουν αἱ σάλπιγγες,
ἐδονοῦντο τὰ στοιχεῖα,
ὁ ἀνὴρ ἐκλονεῖτο,
ἐκλίνετο ὁ οὐρανὸς,
ἔτρεμε τὸ στερέωμα,
ἀστέρες ἐλύοντο,
ἐταράττοντο αἱ δυνάμεις,
προέτρεχον ἄγγελοι,
ἀστραπαὶ προεβάδιζον,
μέγαν εἶχεν ἡ κτίσις τὸν θόρυβον.
Οὐ γὰρ ἐν ἡμέρᾳ,
ἀλλ' ἐν μεσονυκτίῳ ὁ δικαστὴς παραγίνεται.
Εἶτα τί;
Γίνεται κραυγὴ καλοῦσα πρὸς τὴν ἀπάντησιν·
Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέλθετε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ.
Τί οὖν τὸ γινόμενον;
Ἐξανέστησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι,
ἀπετινάξαντο τὸν ὕπνον,
ἐπελάβοντο τῶν λαμπάδων·
ἀλλ' αἱ μὲν ἐκαίοντο, αἱ δὲ οὐκ ἔφαινον.
Αἱ τῶν φρονίμων τῷ ἐλαίῳ τῆς εὐποιίας ἠρδεύοντο,
αἱ δὲ τῶν μωρῶν ἀπεσβέννυντο.
Ὄντως ἐλεεινὸν ἦν τὸ πρᾶγμα.
Ἄφευκτος ἐκύκλωσεν ἀνάγκη τὰ γύναια·
οὐκ εἶχεν ἡ ἀποτυχία ἀφορμὴν παρακλήσεως.
Τότε οὖν προσελθοῦσαι ταῖς φρονίμοις ἐπεζήτουν,
ὅπερ λαβεῖν οὐκ ἠδύναντο.
∆ότε γὰρ ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν,
ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται.
Ἔδει οὖν πάλαι αὐτὰς μιμήσασθαι, καὶ μὴ νῦν ἱκετεύειν·
ἔδει γὰρ παρὰ τῶν πωλούντων ἀγοράσαι τὸ ἔλαιον.
∆ότε ὑμεῖς ἔλαιον, φασὶν, ἡμῖν.
Μάτην παρακαλεῖτε τὰς φρονίμους, ὦ ῥᾴθυμοι·
ἔφθασε λυθῆναι τῆς ζωῆς ἡ πανήγυρις,
παρῆλθε τοῦ βίου τὸ θέατρον·
οὐκ ἔστι νῦν συναλλαγμάτων καιρός·
νῦν ἡ τῶν ἔργων ἐπιζητεῖται ἐπίδειξις.
Ἔδει προθεωρεῖν τὸν κίνδυνον τοῦ παρόντος αἰῶνος·
ἔδει ταύτης φροντίσαι τῆς ἀπαντήσεως·
ἔδει ἐνθυμηθῆναι, ὅτι αἱ λαμπάδες χωρὶς ἐλαίου φωτίζειν οὐ δύνανται.
Λέγετε, ∆ότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν.
Οὐδεὶς ἀλλοτρίοις ἐγκαλλωπίζεται ἔργοις·
ἕκαστος θερίζει ὅπερ ἔσπειρε.
«∆ότε ὑμεῖς ἡμῖν ἔλαιον.»
Τί οὖν πρὸς αὐτὰς αἱ φρόνιμοι;
Μήποτε οὐκ ἀρκέσῃ ἡμῖν καὶ ὑμῖν·
πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας, καὶ ἀγοράσατε.
Ἔτι κἂν μικρά τις ὑπολέλειπται ὥρα, δράμετε, κάμετε·
οὔπω ἐφέστηκεν ὁ νυμφίος·
σπεύσατε πρὸ τοῦ κλεισθῆναι τὰς θύρας,
πρὸς τοὺς πωλοῦντας ἀπέλθετε.
Καὶ τίνες, ὦ φρόνιμοι, οἱ πωλοῦντες; εἴπατε·
ἀγνοοῦσι γὰρ αὗται μὴ κτησάμεναι συναλλάγματος τοιούτου συνήθειαν.
Τίνες οἱ πωλοῦντες;
Οἱ ταῖς θύραις τῶν ἐκκλησιῶν παρακαθήμενοι πένητες,
αἱ λογικαὶ χελιδόνες,
αἱ τῶν ψυχῶν εὐαγγελιζόμεναι λογικὸν ἔαρ,
οἱ αἰδέσιμοι πρὸς τὸν ∆εσπότην μεσῖται,
οἱ ἀήττητοι ῥήτορες ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς διαγνώσεως.
Ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι τὸ ἔλαιον,
ἦλθεν ὁ νυμφίος, καὶ ἐκλείσθησαν αἱ θύραι.
Ὢ τῆς ἐπιβλαβοῦς ῥᾳθυμίας·
ὢ τῆς ἀθεραπεύτου ὀδύνης·
ὢ τῆς ἀπαραμυθήτου ζημίας·
ὢ πένθους ἀπαρακλήτου.
Ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι,
ἦλθεν ὁ νυμφίος.
Ἦλθεν ἡ προσδοκωμένη χαρὰ,
ἦλθε τῶν δικαίων τὸ καύχημα,
ἦλθε μεσονυκτίῳ τὸ φῶς.
Ἀπήντησαν αἱ φρόνιμοι,
συνεισῆλθον τῷ νυμφίῳ, καὶ ἐκλείσθησαν αἱ θύραι.
Φρίττω, τὸ γενόμενον ἐνθυμούμενος·
τρέμω, τὸ συμβὰν τοῖς γυναίοις ἀστόχημα διηγούμενος.
Τὴν παστάδα τὴν φοβερὰν ἰδεῖν ἐπεθύμουν·
δι' αὐτὴν γὰρ τοῖς τοῦ κόσμου τερπνοῖς ἀπετάξαντο,
τρυφῆς κατεφρόνησαν,
δόξης ὑπερεῖδον,
ὁδοὺς σκληρὰς ἐφυλάξαντο,
παθῶν κατεκράτησαν,
ἡδονῶν κατηγωνίσαντο·
καὶ ἐπειδὴ ἔλαιον οὐκ εἶχον,
εὗρον ἀπαράνοικτα τῆς βασιλείας τὰ κλεῖθρα.
Ἐλθοῦσαι γὰρ ἔκρουον, λέγουσαι·
Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν·
ἔνδοθεν τοῦ Κριτοῦ φοβερῶς κεκραγότος·
Ἀμὴν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς.
Ὢ τῆς ἐσχάτης ἀποφάσεως·
κἂν οὔτε δι' ἀγγέλου,
ἀλλὰ δι' ἑαυτοῦ τὴν ὀδυνηρὰν ἀπόκρισιν δέδωκεν·
ἵνα τῆς φωνῆς ἀκούσασαι,
καὶ τὸ πρόσωπον ἰδεῖν μὴ δυνάμεναι,
μείζονα τὴν βάσανον ὑπομείνωσιν.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς.
Οὐκ οἶδας ἡμᾶς, ∆έσποτα;
ἐκ μήτρας ἐπὶ σὲ ἐπεῤῥίφημεν,
ἠκολουθήσαμεν ὀπίσω σου ἐκ νεότητος ἡμῶν,
τὴν ἁγνείαν διεφυλάξαμεν, ὅπερ ἔπλασας ἡμῖν σῶμα, ἄφθαρτον διετηρήσαμεν,
οὐ προυδώκαμεν τὰ μέλη τοῖς πάθεσι,
στεφάνους παρὰ τῆς σῆς δεξιᾶς προσεδοκήσαμεν δέξασθαι·
καὶ νῦν τὰς θύρας ἐπέκλεισας καὶ λέγεις, «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς;» Ναὶ, ὄντως οὐκ οἶδα ὑμᾶς.
∆ιὰ τί, ὦ ∆έσποτα;
Ὁ ∆εσπότης· ∆ιὰ τί;
Ἐπειδὴ ἐπείνασα, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν·
ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με·
ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με·
γυμνὸς, καὶ οὐ περιεβάλλετέ με·
ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἤλθετε πρός με.
Ἐγγράφως διεστειλάμην ὑμῖν, λέγων·
Ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων καὶ μικρῶν, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.
Αἱ δὲ εἶπον·
Μάτην οὖν, ∆έσποτα,
τὸν πόνον καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τῆς σαρκὸς ὑπεμείναμεν;
μάτην ἀγρυπνίαις καὶ νηστείαις ἑαυτὰς κατετήξαμεν;
μάτην τὸν οὐράνιον νυμφίον μέχρι τέλους ποθήσασαι,
τὴν παρθενίαν ἄτρωτον διεφυλάξαμεν;
Ναὶ, φησὶ, παρθένοι μέν ἐστε, ἀλλὰ προῖκας οὐκ ἔχετε·
παρθένοι μὲν, ἀλλὰ νυμφικὸν οὐ περίκεισθε κόσμον·
τὴν τῆς σαρκὸς ἠσκήσατε ἁγνείαν,
ἀλλὰ ἀπανθρωπίᾳ τὴν ἁγνείαν ἐτρώσατε·
ἀμόλυντον ὑμῶν τὸ σῶμα,
ἀλλ' ὁ τρόπος ἀνελεὴς, οὐ φύσεως, ἀλλ' ἀπανθρωπίας.
Ὁ ἐμός ἐστι νυμφὼν κτησαμένων τῆς εὐποιίας τὸ ἔλαιον.
∆εῖ τοίνυν τὰς ἐμοὶ νυμφευομένας κατάλληλον τῷ κόσμῳ περικεῖσθαι καὶ τρόπον.
Οὐ δύναμαι τοῖς ἐμοῖς θαλάμοις μαχομένην νύμφην λαβεῖν·
οὐκ εἰσάγω πόλεμον εἰς παστάδας εἰρηνικάς.
Λοιπὸν ἀπέλθετε ἀπ' ἐμοῦ, μή μου μάτην ταῖς θύραις ἐνοχλεῖτε·
τῶν ἐλεημόνων ἐστὶν οἰκητήριον ἡ ἐμὴ βασιλεία.
Ἐκεῖνος ἐμοὶ εὐκόλως συνεισέρχεται,
ὁ τὴν ἐμὴν μιμησάμενος περὶ τοὺς πτωχοὺς εὐσπλαγχνίαν,
ὁ πτωχεύσας τῷ πνεύματι,
ὁ τοῖς δεομένοις τὴν ἀκοὴν ὑποκλίνας,
ὁ τὰ τοῦ πλησίον οἰκειωσάμενος πάθη,
ὁ δακρύσας ἐπὶ συμφοραῖς ἀλλοτρίαις,
ὁ ἐμπλήσας ἀγαθῶν τὴν ψυχὴν τοῦ πεινῶντος,
ὁ τῶν γυμνῶν διαθερμάνας τοὺς ὤμους,
ὁ μὴ παρακούσας τῆς φωνῆς τοῦ νοσοῦντος,
ὁ δανείσας ὀλιγοψύχῳ παρακλήσεως λόγον,
ὁ τὸν ξένον ὑπὸ τὴν στέγην δεξάμενος,
ὁ τῷ σπόγγῳ τῆς συμπαθείας τῶν χηρῶν ἀποσμήξας τὸ δάκρυον,
ὁ ἐλαφρύνας τῇ προστασίᾳ τῆς ὀρφανίας τὸ βάρος.
Ταῦτα εἰδότες, ἀδελφοὶ, μὴ τῇ γλώσσῃ θαυμάζετε,
ἀλλὰ τοῖς ἔργοις μιμήσασθε.
Σφραγὶς γὰρ γλώσσης ἡ χεὶρ,
καὶ ταύτην ἑρμηνεύει τῆς δεξιᾶς ἡ ἐπίδοσις,
ζηλοῦσα τὰ ῥήματα.
Τὴν φιλοπτωχίαν περὶ πολλοῦ ποιησώμεθα,
σκορπίζειν τοῖς πένησι τοὺς ὀβολοὺς μὴ φεισώμεθα, παρακαλῶ·
τῶν δεσποτικῶν φωνῶν ἐπακούσωμεν·
τοῦ φόβου μαθόντες τὴν πεῖραν ἐκκλίνωμεν·
ἑαυτῶν διὰ τῶν πενήτων φροντίσωμεν.
Αἱ γὰρ παρθένοι φιλανθρωπίαν μὴ τιμήσασαι,
τοῦ νυμφῶνος ἐκβάλλονται.
Ποία λοιπὸν τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἐλπὶς περιλείπεται ἀπανθρωπίᾳ ὑβρίσασι;
Ταῦτα πρὸς τὸ πλῆθος λέγων,
τῶν ῥᾳθυμοτέρων τὸ συνειδὸς ἀσφαλίζομαι,
βλάπτων οὐδὲν τοὺς εὐγνώμονας,
ἀλλὰ καὶ θερμοτέρους πρὸς τὴν εὐσέβειαν ἐργαζόμενος.
Οὐκοῦν σκόρπισον, ἀδελφὲ,
ἕως ἔτι συνέστηκεν ἡ τοῦ βίου πανήγυρις.
Τὰ τῆς ἀπολογίας πραγμάτευσαι·
πρὸ τοῦ τεθῶσιν οἱ θρόνοι, θρῆνον ἐπίδειξαι·
φθάσον τοῦ νυμφίου τὴν παρουσίαν·
δράμε τῆς ἁμαρτίας ὀξύτερον·
πρόλαβε τὴν ἐμπρόθεσμον διάγνωσιν·
θεράπευσον τὸν κριτήν·
μὴ καταδέξῃ τῷ βήματι παραστῆναι γυμνός.
Νῦν σκόρπισον χρήματα,
ἵνα τότε διαλύσῃς ἐγκλήματα·
λάλησον τῷ δικαστῇ καταμόνας,
ἵνα μὴ ἐπὶ πάντων καταδικάσῃ σε·
λάβε μεσίτην πρὸς τὴν αὐτοῦ θεραπείαν τὸν πένητα·
δι' αὐτοῦ τὸν κριτὴν δωροδόκησον·
αὐτῷ μόνῳ θάῤῥει τὸ τοιοῦτον μυστήριον·
δι' αὐτοῦ πώλει τοῖς καταδίκοις τὸ δίκαιον.
Ὁ πτωχὸς λαμβάνει,
καὶ ὁ κριτὴς ὑπογράφει συγχώρησιν·
ἀγράφως δέχεται, καὶ προσφέρει χειρόγραφα.
Ὁ γὰρ ἐλεῶν πτωχὸν, δανείζει Θεῷ.
Ὅπερ ἂν νῦν βάλλῃς ἐν τῇ χειρὶ τοῦ πτωχοῦ,
γνωρίσεις ἐν τῇ παλάμῃ τοῦ δικαστοῦ.
Εἰ διαδράσαι τὴν κρίσιν τοίνυν σπουδάσωμεν,
ἐντεῦθεν ἤδη τὸν δικαστὴν διὰ τῶν πτωχῶν δυσωπήσωμεν.
Εἰ καὶ ὁπηνίκα τελευταῖα διατυποῖς, γράψον μετὰ τῶν συγγενῶν ἢ φίλων τὴν ἀποδημοῦσαν τοῦ βίου ψυχήν·
δὸς αὐτῇ κἂν μικρὰ τῆς ἀνάγκης ἐφόδια·
ἐχέτω τοῦ δικαστοῦ τὸ ὄνομα τῆς διαθήκης τὰ γράμματα·
μνήμης πτωχοῦ μὴ ἀμοιρείτω ὁ χάρτης.
Χαρᾶς πρόξενον, καὶ μὴ θρήνων ἄξιον ἔργασαι τὸν θάνατον·
συνηγόρων ἐκτὸς μὴ παραστῇς τῷ φοβερῷ κριτηρίῳ·
χόρτασον τὰς κοιλίας τῶν ὀφειλόντων ταῖς γλώσσαις ὑπὲρ σοῦ ῥητορεῦσαι πρὸς τὸν Κύριον.
Κτησώμεθα δι' αὐτῶν χρεώστην τὸν κτίσαντα,
τοῦ μὴ δοῦναι δίκην κατ' ἐκείνην τὴν ἡμέραν·
ὠνησώμεθα χρήμασι τῆς τοιαύτης ἐπιτυχίας ῥήτορας.
Ἔχεις γὰρ, φησὶ, μάρτυρα τῆς περὶ ἐμὲ φιλίας τὸν πένητα·
οἶδάς με τὰ τῶν πτωχῶν οἰκειούμενον.
Ἐξανατέλλω χόρτον τοῖς κτήνεσι,
καὶ πᾶσι τὴν τροφὴν χορηγῶ·
καὶ ὅμως σοῦ ποιοῦντος τὴν ἐλεημοσύνην,
ἐγὼ τῷ πένητι συγκλίνω τὴν χεῖρα,
καὶ τὸν ὀβολὸν ὑποδέχομαι.
Ἀναβάλλομαι τὸ φῶς ὡς ἱμάτιον·
κἂν μόνον σὺ τὸν πτωχὸν περιβάλῃς,
ἐγὼ τῆς θέρμης αἰσθάνομαι.
Οἶδάς με ἐν οὐρανῷ τῷ Πατρὶ συγκαθήμενον·
κἂν μόνον ὁρμήσῃς τοὺς ἐν φυλακῇ ἐπισκέψασθαι,
εὑρήσεις με τοῖς δεσμοῖς συγκαθήμενον·
κἂν δράμῃς πρὸς νοσοῦντας, τῆς κλίνης οὐκ ἀπολιμπάνομαι.
Πανταχοῦ γάρ εἰμι, καὶ τοῖς ἐν ἀνάγκῃ προΐσταμαι.
Ὅπερ ἂν δώσῃς τῷ πένητι, ὄψει τοῦτο παρ' ἐμοῦ πληθυνόμενον.
Ἐὰν εἰσάγῃς εἰς τὴν οἰκίαν σου τὸν ἄστεγον,
καὶ δι' αὐτοῦ λάβῃς με ἐν οἴκῳ σου,
τρία ταῦτα παρέξω σοι·
καὶ τὸ κέρδος αὐξήσω,
καὶ τὸν οἶκόν σου φυλάξω,
καὶ μονὴν ἐν οὐρανοῖς ἑτοιμάσω σοι·
ἐν ᾗ ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμὸς, ἐν Θεῷ Πατρὶ, ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...