Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Απριλίου 26, 2015

Ο πνευματικός αγώνας μέσα στην οικογένεια ( Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος )


(Αθανασίου, Μητροπολίτου Λεμεσού)
Σας ευχαριστώ για την τιμητική σας πρόσκληση να μιλήσω στη σημερινή σύναξη, που είναι τόσο σημαντική και για μάς, αλλά και για την ’Εκκλησία του Χριστού τη στρατευομένη στο μαρτυρικό νησί μας.
Κάθε έργο που τελείται στο χώρο της αγίας Εκκλησίας εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού, “τελειούται Πνεύματι Αγίω” και γι’ αυτό το λόγο η επιτυχία του σκοπού της όλης δραστηριότητάς σας είναι βεβαία ενώπιον του Κυρίου.
Πέρα από τους προσωπικούς δισταγμούς για την καταλληλότητά μου ως ομιλητού περί οικογενείας, η μικρή πείρα στο έργο της εξομολογήσεως και πνευματικής καθοδηγήσεως των αδελφών μας, που αγωνίζονται στον κόσμο, στον ευλογημένο χώρο και τρόπο της οικογενειακής ζωής, με έπεισε να περιοριστώ στην απάντηση του ερωτήματος και της απορίας, που συχνά ακούμε από τους αδελφούς μας, που μας λέγουν ότι “Πάτερ μου, εμείς είμαστε μέσα στον κόσμο, βρισκόμαστε στην κοινωνία, έχουμε οικογένεια, είναι δυνατό να σωθούμε; Είναι δυνατό να φθάσουμε στα μέτρα αυτών των αγίων, που δια­βάζουμε τους βίους τους στα βιβλία;”
Νομίζω πάνω σ’ αυτό το θέμα μπορούμε για λίγο να σταθούμε, να δούμε πώς εκτυλίσσεται ο αγώνας της πνευματικής ζωής μέσα στην οικογένεια, πώς πολεμούν εκεί τα πάθη και πώς θεραπεύονται και αγιάζεται ο άνθρωπος.
Γνωρίζουμε από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας, που διαφυλάττουν ανόθευτο το γνήσιο ήθος της Ορθοδοξίας, ότι “ει τις τον γάμον μέμφοιτο, και την καθεύδουσαν μετά του ανδρός αυτής, ουσαν πιστήν και ευλαβή βδελύσσοιτο ή μέμφοιτο, ως αν μη δυναμένην εις βασιλείαν Θεού εισελθείν, ανάθεμα έστω” (Α’ Κανών της εν Γάγγρα Συνόδου). Η άνευ συμβιβασμού αποτομία και αυστηρότητα του κανόνος, που έχει και άλλους πολλούς συμφώνους του, μας δίδει την ορθή βάση και λύση του θέματος και έτσι σε μας απομένει τώρα να δούμε πρακτικά τον πόλεμο τον πνευματικό μέσα στην οικογένεια.
Η χριστιανική ζωή, και ειδικά στο προκείμενο θέμα η οικογένεια, είναι εικόνα της ζωής του τρισυποστάτου της θεότητος. Η οικογένεια, ως κοινωνία προσώπων, εικονίζει την εν πλήρει αγάπη ενότητα της Αγίας Τριάδος, όπου τα τρία πρόσωπα διατηρούν τις υποστάσεις τους χωρίς να διαλύονται στην ένωσή τους, αλλά ζουν ως μία φύσις τριών προσώπων. Ο κλασσικός όρος “μονάς εν τριάδι και τριάς εν μονάδι” εκφράζει σαφώς τη λεπτότητα και ακρίβεια της τρια­δικής θεϊκής σχέσεως και ταυτόχρονα το αρχέτυπο κάθε πραγματικής οικογένειας.
Εφ’ όσον το ήθος διαμορφώνεται από το δόγμα, άρα η ορθόδοξη θέση του ανθρώπου μέσα στην οικογένεια είναι η διάσωση, αλλά και η ολοκλήρωση του προσώπου του μέσα στην ένωση της αγαπητικής οικογενειακής ενότητας, όπου τα πολλά μέλη αποτελούν ένα σώμα αδιάσπαστο και αδιαίρετο.
Είναι κοινή θέση των αγίων Πατέρων ότι η διαίρεση και ο διχασμός οφείλεται στην προσωπική του κάθε ενός ανθρώπου διάσπαση και διαστροφή της “κατ’ εικόνα Θεού” δημιουργίας και φυσικής ωραιότητάς του, με αποτέλεσμα τον ατομισμό και την αποξένωση με όλα τα θλιβερά επόμενά τους. Σαν επακόλουθο της πτώσης έρχονται τα πάθη, που αποτελούν έκτοτε την αρρώστια της φύσης μας, τον μόνιμο και ύπουλο εχθρό της σωτηρίας μας.
Γι’ αυτό και κάθε ένας, όπου κι αν βρίσκεται, έχει μπροστά του αυτό το σκληρό τείχος των παθών, που πρέπει να υπερβεί, για να μπορέσει να κοινωνήσει εν αγάπη με το ζώντα αληθινό Θεό και δημιουργό του και με τους ανθρώπους, ως εικόνες Θεού και αδελφούς του. Πολύ δε περισσότερο μέσα στην οικογένειά του, όπου η σχέση πρέπει να είναι τόσο στενή, σαν ένα συμπαγές και αδιάλυτο σώμα, που βαστάζει όλα τα βάρη σαν ένας άνθρωπος.
Οι Άγιοί μας μέσα από τη δική τους πείρα και την εν Θεώ σοφία, κυρίως όμως από τον πανάρετο και αρχέτυπο βίο του Κυρίου μας, διαιρούν τα πάθη σε τρία γενικά, όπως τα ονομάζουν γίγαντες των παθών, και από αυτά σαν πηγή ξεχύνονται τα υπόλοιπα, που αποτελούν τον πολυποίκιλο δαίδαλο των εναντίων μας μηχανημάτων του εχθρού της σωτηρίας μας.
Και αυτά δεν είναι άλλα, απ’ εκείνα με τα οποία σαν όπλα “επείρασεν” ο σατανάς τον Κύριο, όταν ενήστευε στην έρημο, και γι’ αυτό δικαίως θεωρούνται τα κυριότερα, γιατί εάν αυτά δεν συμπλήρωναν όλο τον κύκλο της διαβολικής πανουργίας, δεν θα αφοπλίζετο κατά κράτος καθολικά ο διάβολος.
Αυτά λοιπόν είναι η κενοδοξία, η φιλαυτία και η φιληδονία, και εφόσον κτυπούν και μπαίνουν ως εμπόδια στην εν Χριστώ πορεία του κάθε ανθρώπου, ας εξετάσουμε τί γίνεται και μ’ αυτά μέσα στο χώρο της οικογένειας και πώς αντιμετωπίζονται, προκειμένου να μην επιτύχουν το σκοπό τους, που είναι η διάλυση των πάντων, που αρχίζει από τον εαυτό μας, προχωρεί στους γύρω μας, στην οικογένειά μας και καταλήγει στο Θεό Σωτήρα μας.
Το πρώτο λοιπόν πάθος, η κενοδοξία ή καλύτερα ο εγωισμός, είναι η πηγή και ρίζα όλης της μεταπτωτικής διαστροφής και αμαρτίας. Η κενοδοξία τυφλώνει το νου και εκδιώκει το φωτισμό του Θεού, με αποτέλεσμα να ρίχνει τον άνθρωπο σε φοβερά λάθη, γιατί λειτουργεί μέσα μας σαν θανατηφόρα μέθη, που σπρώχνει στο βάραθρο της αποτυχίας. Η κενοδοξία αγνοεί και αδυνατεί να συλλάβει την πραγματικότητα και ζει σε κόσμους ψεύτικους, φτιαγμένους με την αρρωστημένη εγωπαθή φαντασία.
Αυτό το ολέθριο πάθος θεραπεύεται μέσα στο χώρο της οικογένειας και της ανοχής, υπομονής και συμβολής του άλλου ανθρώπου. Όταν δεν αρκείται κανείς στις δικές του κρίσεις και αποφάσεις, αλλά ταπεινώνεται και δέχεται τις απόψεις των άλλων και υπακούει κόβοντας και θυσιάζοντας το δικό του θέλημα, τότε αρχίζει έτσι να βγαίνει από τα στενά και ασφυκτικά δεσμά του εγωισμού και να πλανιέται μέσα στον ελεύθερο χώρο της ταπεινώσεως.
Η ταπείνωση είναι το περιεχόμενο της καρδιάς του Χριστού μας, που συμβαδίζει πάντοτε με μόνιμο σύντροφο την πραότητα. Αυτές οι δύο αρετές , η τα­πείνωση και η πραότητα είναι οι απαραίτητοι στύλοι που συγκρατούν ολόκληρο το οικοδόμημα της οικογένειας, που πρέπει να αντέξει στις εσωτερικές και εξωτερικές θύελλες και πιέσεις. Μέσα στον κύκλο της οικογένειας, όπου οι σω­ματικές και οι πνευματικές ηλικίες είναι ποικίλες και διέρχονται ιδιόμορφες αλλοιώσεις, η πραότητα αποτελεί τη συνδετική υλη που συγκροτεί και συνέχει τα μέλη της οικογένειας και τα οδηγεί ήρεμα και σταθερά στην καθολική και τε­λείωση και ωριμότητα.
Δεύτερο πάθος καταστρεπτικό, που γεννάται από το προηγούμενο και το ακολουθεί όπως η σκιά το σώμα, είναι η φιλαυτία. Η άλογη φιλία του εαυτού μας, η λατρεία του εγώ, που απαιτεί να περιστρέφει τα πάντα γύρω από τη δική μας αρέσκεια και προτίμηση. Η φιλαυτία είναι ο άκρατος ατομισμός σε όλη την έκτασή του, που διαλύει κάθε κοινωνικότητα και δεσμό λόγω της αδυναμίας να αρνηθεί κανείς τον εαυτό του.
Η φιλαυτία γεννά την ανταρσία και την ιδιορρυθμία και γινόμαστε δυστυχώς μάρτυρες καθημερινών οικογενειακών ναυαγίων, που, εάν θελήσουμε να δούμε τις αιτίες, θα διαπιστώσουμε ότι αυτές δεν είναι άλλες από τον ατομισμό, τη φι­λαυτία και την ιδιορρυθμία, είτε των συζύγων μεταξύ τους, είτε των παιδιών στις σχέσεις μαζί τους. Όταν “μέτρον πάντων” των κινήσεων και των αισθημάτων μας είναι το άτομό μας, η αρέσκεια και η ανάπαυσή μας, τότε καταλαβαίνουμε πολύ καλά το λόγο των πολλών διαζυγίων που δημιουργεί ερείπια και τραύματα με μόνες τις καθιερωμένες πλέον προφάσεις “αυτό δεν μου αρέσει, δεν με εκφράζει, δεν με καταλαβαίνει, δεν ταιριάζουμε”. Η φιλαυτία μάς κάνει σκλη­ρούς και ανάλγητους ουσιαστικά τυφλούς και αναίσθητους, γιατί προκειμένου να ικανοποιήσει τον εαυτό της αδιαφορεί για οτιδήποτε άλλο ήθελε συμβεί, για οιαδήποτε τραύματα και ερείπια και αν δημιουργηθούν στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και κυρίως στα παιδιά.
Φάρμακο κατά της φιλαυτίας ορίζουν οι άγιοι πατέρες την ανιδιοτελή αγάπη. Αγάπη που δίδει τη ζωογόνο δύναμη να αποθάνει το “εγώ” για να ζήσει το “εσύ” μέσα στην κοινωνία του “εμείς”. Η αγάπη “ου λογίζεται τα εαυτής” και έχει διδάσκαλό της το Χριστό, που παρέδωσε “εαυτόν υπέρ της κόσμου ζωής” και έτσι ανέστησε την ’Εκκλησία.
Η αγάπη είναι η κένωση του εαυτού μας και η ανασυγκρότηση του προσώπου μας, γιατί αυτή είναι η κατ’ εξοχήν υγιής κίνηση της ψυχής. Για να μπο­ρέσομε όμως να “κενώσωμεν εαυτούς” και να γίνομε πλήρεις ζωής, τότε η αγάπη πρέπει να στραφεί πρώτα προς το Θεό και δι’ Αυτού στον άνθρωπο και την κτίση ολόκληρη. Γι’ αυτό επιβάλλεται η εν Χριστώ ζωή στα μέλη της οικογενείας, ώστε να καταλάβουν καλά ποιό το αληθινό νόημα της αγάπης, πώς ξεκινά και πού καταλήγει, ποιά είναι η σωστή τροχιά και πορεία της, ώστε να είναι αγνή και απαλλαγμένη αρρωστημένων συναισθημάτων και ατομικών κρι­τηρίων.
Το τρίτο πάθος, που σαν ισχυρός κρίκος ενώνεται με την προηγούμενη αλυσίδα, είναι κατά τους Πατέρες η φιληδονία.
Η φιληδονία στη γενική της μορφή σαν άρνηση κάθε είδους φιλοπονίας, κόπου και στερήσεως για το καλό των άλλων, αλλά και σαν απολυτοποίηση και θεοποίηση της ηδονής. Οι ρίζες της βρίσκονται στην ψυχική ασθένεια της πτώ­σεως και το σκοτισμό του μακράν του Θεού νου, με προεκτάσεις και επιδράσεις στο σώμα του ανθρώπου που είναι “ναός του Αγίου Πνεύματος” και “μέλος Χριστού”.
Η φιληδονία έχει σαν πρωταρχικό σκοπό και νόημα του γάμου και της ζωής ολόκληρης την ηδονή και βάσει αυτής ρυθμίζει την όλη συμπεριφορά. Στερεί την προσωπική κοινωνία και σχέση και κατεβάζει τον άνθρωπο από πρόσωπο σε αντικείμενο, γιατί στέκεται στην εξωτερική όψη και όχι στο βάθος, γι’ αυτό και έχει έντονο το στοιχείο του ανικανοποίητου και της παροδικότητας. Εάν η φιληδονία κυριαρχήσει στον άνθρωπο, τότε πραγματικά τον κάνει δούλο και αιχμάλωτό της και τον σπρώχνει σε δρόμους έξω από την ελευθερία της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα να κτυπά θανάσιμα τον οικογενειακό δεσμό της πραγματικής αγάπης και να διαλύει ό,τι καλό και ευγενές υπάρχει.
Αντίδοτο σ’ αυτή την ασθένεια είναι η φιλοπονία. Η προθυμία προς κάθε αγώνα και αρετή, εφ’ όσον πλέον είναι κανόνας ότι “τα καλά κόπω κτώνται και πόνω κατορθούνται”. Η ίδια η Εκκλησία μας, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για “την ορθήν κρίσιν των νοημάτων”, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
Η φιλοπονία, η άσκηση, αλλά προ πάντων η αγάπη και ο θείος έρωτας μεταμορφώνει τον εμπαθή άνθρωπο, αγιάζει τις ψυχικές και σωματικές κινήσεις και έτσι ελευθερώνεται ο ηγεμόνας νους, ώστε να κρίνει ορθά τα πράγματα, να οδηγεί το σώμα στον αγιασμό και στη σωφροσύνη και να κρατά τον άνθρωπο στο ύψος της “κατ’ εικόνα Θεού” δημιουργίας του και της “καθ’ ομοίωσιν” πο­ρείας και σκοπού.
Αυτοί λοιπόν οι τρείς γίγαντες των παθών πολεμούν κάθε άνθρωπο τόσο μέσα στο χώρο του μοναχισμού όσο και μέσα στο χώρο του γάμου και της οικογενείας, με διαφορετικά όπλα και μεθόδους, αλλά με ένα και μοναδικό σκοπό, την αποτυχία του ανθρώπου να βρει μέσα από τον τρόπο και τόπο της ζωής του τον αγιασμό και τη σωτηρία του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτρέπει: “Εκκλησίαν ποίησόν σου την οικίαν”. Εκκλησία σαν τόπο και ναό της λατρείας του Θεού , διά του καθημερινού προγράμματος της οικογενειακής προσευχής, όπου όλοι μαζί ενώπιον του ουρανίου Πατρός στέκονται και εκζητούν το θείον έλεος και τη συνεκτική και θεοποιό αγάπη, μετανοούντες για τα καθημερινά ανθρώπινα λάθη και δε­χόμενοι τις ευεργετικές επιδράσεις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Εκκλησία ακόμη και σαν τόπο πνευματικής θεραπείας εκ των παθών, όπως ακριβώς λειτουργεί μέσα στην Ορθοδοξία ένα αληθινό κοινόβιο μοναστήρι. Η συμβίωση, η συγκατοίκηση, η συζυγία και η εν γένει κοινωνία της κατ’ οίκον εκκλησίας, δηλαδή της οικογενείας λειαίνει τις προεξοχές του χαρακτήρα, πλα­ταίνει το στενό της καρδιάς και διδάσκει ότι χωρίς την εν Χριστώ αγάπη και προκοπή και η οικογενειακή ζωή εύκολα κινδυνεύει να διαλυθεί από στιγμή σε στιγμή.
“Παλαίστρα και στάδιον και γυμναστήριον” ακόμη, υπό του ιδίου Πατρός, χαρακτηρίζεται η οικογένεια, γιατί πράγματι είναι πολύς και μακρύς ο δρόμος και τα εμπόδια, οι πειρασμοί και οι θλίψεις δυσβάστακτες στην πορεία της οικογενείας, γι’ αυτό και είναι αναγκαίο να στηρίζονται επί την ασάλευτον πέτραν του Χριστού και της Εκκλησίας Του, ώστε να μην την καταποντίσουν τα κύματα.
“Το μυστήριον τούτο μέγα εστί, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την εκκλησίαν”. Ο Κύριος εκένωσε εαυτόν και έγινε άνθρωπος και προσέλαβε την Εκκλησία και έκτοτε “τρέφει και θάλπει αυτήν” ως νυμφίος ουράνιος και παραμένει κεφαλή της Εκκλησίας. Ούτε Εκκλησία άνευ Χριστού είναι δυνατόν να υπάρξει, αλλά ούτε και ο Χριστός άνευ της Εκκλησίας δίδει τα θεουργικά μυ­στήριά Του στον άνθρωπο. Έτσι και στην οικογένεια κανένας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον άλλο, ούτε σαν σώμα μπορεί να συγκροτηθεί, εάν κεφαλή της οικογενείας δεν είναι ο Χριστός.
Πρέπει να τονισθεί επίσης ότι το κατ’ ευδοκίαν θέλημα του Κυρίου για κάθε ένα ξεχωριστά, είναι η σωτηρία και θέωσή μας. Αυτός είναι και ο σκοπός και το τέρμα όλης της ζωής μας. Επομένως και η οικογένεια και ο μοναχισμός δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσα σωτηρίας. Η οικογένεια είναι ένας τρόπος σω­τηρίας, που δεν πρέπει να απολυτοποιήσει τον εαυτόν της, αλλά να μας οδηγήσει στον Κύριο. Όλα τα σχήματα της ζωής είναι εφήμερα και παροδικά και αξιολογούνται με το κατά πόσον μας οδηγούν ή όχι στην αιώνια βασιλεία του Θεού. Εάν η οικογένεια δεν οδηγεί στο Χριστό, τότε τα αποτελέσματά της είναι πρόσκαιρα, είναι αδύνατα και καταδικασμένα σε θάνατο, όπως και η ίδια σαν τρόπος ζωής του παρόντος αιώνος.
Η οικογένεια τότε θεωρείται ότι και επέτυχε το σκοπό της, όχι με τις κοσμικές επιτυχίες των μελών της, όχι με τη μέχρι τέλους διατήρηση της συνοχής της έστω, αλλά με τον αγιασμό και τη θέωση των μελών της.
Κάθε άλλη αξιολόγηση της οικογένειας με κριτήρια ανθρώπινα και ενδοκοσμικά αδικεί και περιορίζει ασφυκτικά τις δυνάμεις και δυνατότητές της.
Τελειώνω με ένα λόγο ενός συγχρόνου οσίου αγιορείτου ασκητού: “Όταν μάθωμε να υπερβαίνουμε το εγώ μας, γινόμαστε αληθινά μέλη της οικογένειας μας. Όταν γίνομε αληθινά μέλη της οικογένειάς μας με την υπέρβαση του εγώ μας, τότε θα γίνωμε πραγματικά μέλη της οικογένειας ολοκλήρου της ανθρωπότητος, του Αδάμ, και τότε θα μπορούμε να προσευχώμαστε στον Θεόν υπέρ όλου του κόσμου. Αυτό όμως δεν είναι άλλο παρά η ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά μας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πίσω από τους τρεις μεγίστους Ιεράρχες της ’Εκκλησίας μας υπάρχουν αγίες μητέρες, άγιοι πα­τέρες και αγίες οικογένειες. Εάν θέλωμε να διορθωθεί ο κόσμος, ας διορθώσωμε τον εαυτό μας και τις οικογένειές μας”.
Μ’ αυτά τα πτωχά, ευχόμεθα ο πα­νάγαθος Κύριος να ευλογεί όλους και να συνέχει και συγκροτεί τις οικογένειές μας με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Αμήν.
πηγή

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΛΑΤΡΕΥΟΥΣΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

                                                   



                                              ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
(‘Ομιλία τοῦ ἐφημερίου μας π.Φιλοθέου Νικολάκη ποὺ ἐκφωνήθηκε στὸν Ναό μας στὰ πλαίσια τῶν ἑβδομαδιαίων συνάξεων νέων τῆς Ἐνορίας μας τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2011)
Τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο στὴν ἀποψινή μας σύναξη θὰ ἀσχοληθοῦμε, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι ἡ Ἐκκλησία ὡς λατρεύουσα κοινότητα. Θὰ προσπαθήσουμε χωρὶς νὰ εἰσέλθουμε σὲ λεπτομέρειες νὰ ἀναδείξουμε ὁρισμένες πτυχὲς τοῦ θέματος αὐτοῦ, καθ’ ὅσον αὐτὸ ἅπτεται πολλῶν ἄλλων, ποὺ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δύναται νὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο γιὰ νὰ γραφοῦν χιλιάδες σελίδες πολλῶν μάλιστα μελετῶν. Κι αὐτὸ θὰ καταφανεῖ ἀπὸ ὅσα θὰ λεχθοῦν.
Ἔχει προσφυῶς λεχθεῖ ὄτι ἡ Θεία Ευχαριστία, ὡς ἡ πεμπτουσία τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, πραγματώνει καὶ οἰκοδομεῖ ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ τὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Διότι ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἐκ νεκρῶν ἀναστάντος Κυρίου, τὸ αἷμα τοῦ ὁποίου ἐχύθη «ἐφάπαξ» (Ἑβρ.7,27) ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας· εἶναι τὸ ἐσχατολογικὸ δεῖπνο τῆς αἰώνιας βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο γεύεται ὁ πιστὸς μὲ τὴ συμμετοχή του στὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο παλαιότερα ὅλα τὰ ἐπιμέρους μυστήρια ἐτελοῦντο στὰ πλαίσια τῆς Θείας Λειτουργίας, ὡς φανερώσεις τοῦ ἑνὸς καὶ ἀδιαιρέτου μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων (Ἐφεσ.3,9). Ἀλλ’ ἀκόμη καὶ σήμερα ὁλόκληρος ὁ βίος τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας ἀρδεύεται πνευματικὰ ἀπὸ τῆ Θεία Λατρεία, ὡς τὸ σημεῖο ποὺ νὰ ἀναγνωρίζεται διομολογιακὰ ὡς ἡ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὴ Ἐκκλησία[1].
Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι σ’ ἐμᾶς δύο τεράστια πνευματικὰ μεγέθη, δηλαδὴ Ἐκκλησία καὶ Θεία Λατρεία μᾶλλον ταυτίζονται. Ἡ λατρεία μας καὶ δὴ ἡ τέλεση τῆς ἀναίμακτης θυσίας εἶναι ὁ πυρήνας, τὸ κέντρο καὶ συνάμα τὸ ἀποκορύφωμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο τελεσιουργῶντας τὸ μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπὸ τὸ νὰ συνερχόμαστε ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐπιτελῶντας ἕνα ἔργο θεῖο, τὸ ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (λεῖτος = λαός).
Μάλιστα κατ’ αὐτὴν, χωρὶς νὰ ξεχνοῦμε ἢ νὰ παραβλέπουμε τὴν ἀρχὴ καὶ τὶς ρίζες τῆς Ἐκκλησίας, τὰ θεμέλιά της, τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Ἱδρυτοῦ της καὶ τὸ κήρυγμα ἢ τὰ θαύματά Του, προσβλέπουμε κυρίως στὸ μέλλον. Ζοῦμε στὸ παρὸν ἀλλὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ μέλλον. Ποιό ἄλλο νόημα μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ἔναρξή της διὰ τῆς πανηγυρικῆς διακηρύξεως ὅτι εἶναι «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»; Διὰ τῆς Λειτουργίας ἡ Ἐκκλησία προεικονίζει τὰ ὅσα πρόκειται νὰ συμβοῦν κατὰ τὴν ἀρραγῆ καὶ ἀκλόνητη πίστη της. Προγεύεται καὶ προσδοκᾶ τὴν ἔλευση τῶν ἐσχάτων, κάτι ποὺ ἄλλωστε διακηρύσσει διὰ τοῦ Συμβόλου της, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε ἐνσυνείδητα πρὸ τῆς Ἀναφορᾶς, δηλαδὴ πρὸ τῆς ἱερώτερης στιγμῆς τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅταν διὰ τῆς χάριτος τοῦ τελεταρχικοῦ καὶ παναγίου Πνεύματος τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τοῦτο διότι ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν συμμετοχὴ σὲ αὐτὴν ἡ κοινωνία τῆς πίστεως. Χωρὶς αὐτὴν δὲν νοεῖται κοινωνία πιστῶν. Διαιρέσεις, σχίσματα, αἰρέσεις κ.λ.π. παρόμοια δὲν χωροῦν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν διακηρύσσεται ἐν ὀμονοίᾳ ἡ πίστη ὅλων[2] καὶ ἔχει δοθεῖ ὁ ἀσπασμὸς τῆς ἀγάπης, ἀμέσως μετὰ τονίζεται ὅτι ἡ προσφορά μας δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιεῖται χωρὶς τὴν εἰρήνη.
Δύο λοιπὸν πολὺ σημαντικὰ στοιχεῖα, συστατικὰ τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ κοινότητα τῶν πιστῶν ποὺ συνέρχεται ἐπὶ τὸ αὐτὸ νὰ διακατέχεται ἀπὸ εἰρήνη καὶ τὰ μέλη της νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐκφράζουν τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμόνοιας.
Ἡ συμμετοχή μας ἐπίσης στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς ἔχει διαφόρους καρπούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι – ὅπως ἀναφέρεται ἀμέσως μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν τιμίων Δώρων – ὁ «ἀρραβὼν τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ Βασιλείας». Ζοῦμε λοιπὸν στὸ παρὸν, ἐνθυμούμενοι τὸ παρελθὸν, δηλαδὴ τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ ἀναπνέουμε ἐλπίζοντας στὸ μέλλον δηλαδὴ τὴν συμμετοχή μας στὴν ἐρχόμενη μέλλουσα ζωὴ καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ θέματος ἀκούστηκε ὁ ὅρος «κοινότητα» καὶ δὴ «λατρεύουσα». Στὴν Ἐκκλησία μας ποτὲ δὲν χρησιμοποιήθηκε ὁ ὅρος «ἄτομο». Λειτουργοῦμε ὡς πιστοὶ καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὡς πρόσωπα. Στὴν Ἐκκλησία δὲν πηγαίνουμε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ συναντήσουμε καὶ νὰ ἐνωθοῦμε μὲ τὸν πατέρα μας καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἡ σύναξη τῶν πιστῶν στὴν Ἐκκλησία φανερώνει αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἴμαστε καὶ ἀποκτήσαμε διὰ τοῦ Βαπτίσματος: τέκνα Θεοῦ, μέλη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἑνωνόμαστε μὲ τοὺς πιστούς, συναπαρτίζουμε τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν εἴμαστε πιὰ μακρυὰ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, χωρισμένοι καὶ διασκορπισμένοι ἀπὸ τὸν διάβολο. Τώρα πιὰ ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τῆς Χάριτός Του ἀποτελοῦμε αὐτὸν τὸν ἕνα Λαό, τὸν Λαό Του. Ἦλθε λοιπὸν ἤδη καὶ πραγματοποιεῖται τὸ κήρυγμα τοῦ Βαπτιστοῦ καὶ προδρόμου Ἰωάννη· «ἥγγικεν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.3,2).
Δὲν ὑπάρχει ἀντιπροσωπευτικότερη εἰκόνα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἄρα καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ αὐτὴν ποὺ βλέπουμε στὴν Θεία Λειτουργία. Ἡ ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς φανερώνει αὐτὴν τὴν πανέμορφη εἰκόνα μὲ τὸν πιὸ παραστατικὸ τρόπο: ἐπάνω στὸ ἄγιο δισκάριο καὶ στὸ κέντρο του βρίσκεται τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου ποὺ εἰκονίζει τὸν Βασιλέα τοῦ σύμπαντος (ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ), στὰ δεξιά του ἡ Παναγία Μητέρα καὶ μεσίτρια τῶν ἀνθρώπων, ἀριστερὰ τοποθετοῦνται ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι, οἱ Θεοπάτορες καὶ ὁ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς τελέσεώς της ἑορταζόμενος Ἅγιος. Μπροστὰ καὶ κάτω ἀπὸ ὅλους βρίσκονται οἱ πιστοὶ μὲ προεξάρχοντα τὸν Ἐπίσκοπο, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὸν Θεὸ Πατέρα, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγ.Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος. Στοὺς πιστοὺς συγκαταλέγονται καὶ ὅσοι ἔχουν πιὰ κοιμηθεῖ τὸν αἰώνιο ὕπνο καὶ περιμένουν «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν», ὅλοι δηλαδὴ οἱ κεκοιμημένοι μας. Ὅλοι αὐτοὶ γίνονται ἕνα καὶ λαμβάνουν – κατὰ τὸ δυνατὸν – ἀπὸ τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Παναγίου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου.
Στὸ δισκάριο ἐπάνω λοιπὸν «Θεὸς ἐν ἀνθρώποις καὶ Θεὸς ἐν μέσῳ θεῶν, θεουμένων ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν ὄντως Θεοῦ σαρκωθέντος ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ τοῦτο ἡ μέλλουσα Βασιλεία καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς τὸ πολίτευμα· Θεὸς μεθ’ ἡμῶν ὁρώμενός τε καὶ μεταλαμβανόμενος».[3]
Ἡ Ἐκκλησία μὲ ἄλλα λόγια δὲν εἶναι φιλανθρωπικὸς ὀργανισμὸς οὔτε βεβαίως κάποια δημόσια ὑπηρεσία, ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὶς «ἀνάγκες» τῶν πιστῶν. Ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται γιὰ νὰ κάνει μὲ τὴν λατρεία της τὸν κόσμο Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φέρει ἐπὶ γῆς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἐκτὸς τῶν μυστηρίων στὴν Ἐκκλησία μας ὑφίστανται καὶ πολλὲς ἀκολουθίες καὶ ἁγιαστικὲς πράξεις. Ὅλες αὐτὲς οἱ λειτουργικὲς πράξεις καὶ ἀκολουθίες ἀποτελοῦν ἕνα ὅλο, στοχεύουν σὲ ἕναν σκοπὸ – τὸν συνεχῆ καὶ καθολικὸ ἁγιασμὸ τοῦ σώματος – καὶ συγκλίνουν πρὸς τὴν Θεία Εὐχαριστία, τὸ ἀπόλυτο κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος. Δὲν ὑπάρχουν, ἔτσι, αὐτόνομες καὶ ἀνεξάρτητες λατρευτικὲς πράξεις στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλες μαζὶ συνιστοῦν μιὰ ἀρραγὴ ἐνότητα, τὸ κέντρο τῆς ὁποίας κατέχει τὸ «μυστήριο τῶν μυστηρίων», ἡ Θεία Εὐχαριστία. Κάθε δημόσια προσευχὴ – ἀκολουθία, νοεῖται ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν συμμετοχὴ στὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Λειτουργίας, στὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία πραγματώνεται ὠς «καινὴ κτίσις», νέα δημιουργία, ποὺ ξεπερνᾶ τὶς διαστάσεις τοῦ ἱδρύματος καὶ γίνεται Σῶμα Χριστοῦ[4].
Εἶναι ἴσως γνωστὴ ἡ κατηγοριοποίηση κάποιων λατρευτικῶν πράξεων τῆς Ἐκκλησίας σὲ μυστήρια (τὰ λεγόμενα ἑπτὰ) καὶ τελετές. Δυστυχῶς σήμερα ἔχει πιὰ ἐπικρατήσει νὰ θεωροῦμε τὴν Θεία Λειτουργία ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ μυστήρια, τὸ πρῶτο ἴσως ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτά. Αὐτὸ ὅμως εἶναι λάθος. Στὴν Ἐκκλησία μας καὶ μάλιστα στὴν ἀρχαία δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ μεταγενέστερη ἀντίληψη. Μιλοῦσε γιὰ ἕνα καὶ μόνο μυστήριο, τὸ «μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» ὅπως ὀνομάζεται στὴ Γραφή[5]. Ἆρα διὰ τῆς Λειτουργίας, κυρίως δι’ αὐτῆς, γινόμαστε μέλη τοῦ Χριστοῦ.
Ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ καθενὸς βαπτισμένου καὶ μέλους αὐτῆς τῆς κοινότητος τῶν πιστῶν ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ τὸ μυστήριο τῆς σταυρικῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὴ Θεία Εὐχαριστία. Γι’ αὐτὸ – ὅπως ἔγραψε καὶ ἕνας σύγχρονος θεολόγος – ἡ Θεία Εὐχαριστία οὔτε εἶναι, οὔτε πρέπει νὰ νοεῖται, ὤς ἕνα ἀπὸ τὰ λοιπὰ μυστήρια, ἀλλὰ ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωὴ καὶ ἡ πνευματικὴ τροφή της, τὸ «μυστήριο τῆς σύναξης»[6].
Παλαιότερα ὅλα τὰ μυστήρια τελοῦνταν συνηρμοσμένα μὲ τὴν Θεία Λειτουργία. Τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα τελούνταν κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας κατάλοιπο τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ ἡ ψαλμώδηση τοῦ ἀποστολικοῦ ὕμνου «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε», ὅπως τὸ Πάσχα καὶ τὰ Θεοφάνεια, ὅταν βεβαίως ἀποτελοῦσαν μία ἑορτὴ μετὰ τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Γάμος καὶ τὸ Εὐχέλαιο ἐπίσης προϋπέθεταν τὴν Θεία Εὐχαριστία. Μόνον οἱ χειροτονίες σὲ ὅλους τοὺς βαθμοὺς παρέμειναν μέχρι σήμερα ἀναπόσπαστα συνδεδεμένες μὲ τὴν Λειτουργία. Ἀκόμη τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας πραγματοποιούνταν δημοσίως κατὰ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη τῶν πιστῶν καὶ προηγεῖτο τῆς μεταλήψεως.
Ὁ νεοφώτιστος λοιπὸν καὶ ἄρτι χρισθεὶς μετελάμβανε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Εἶναι ἀδιανότητο βαπτισμένος πιστὸς νὰ μὴν μετάσχει τοῦ Σώματος καὶ Αἷματος τοῦ Κυρίου ποτέ! Ἡ ἕνωση τῶν δύο ἀνθρώπων «εἰς σάρκαν μίαν» κατὰ τὸν Γάμο σφραγίζεται καὶ τελειοῦται διὰ τῶν Ἀχράντων μυστηρίων. Ὁ ἀσθενὴς πιστὸς μεταλαμβάνει «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον» καὶ χρίεται διὰ τοῦ ἁγιασμένου ἐλαίου, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀσθένεια ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Εὐχελαίου, ποὺ ὀφείλει νὰ τὴν ἀξιοποιήσει καὶ ἔκφραση τῆς παιδαγωγίας Του[7] πρὸς τὸν ἁμαρτήσαντα ἄνθρωπο[8]. Ὁ νεοχειροτονούμενος καλεῖται νὰ διακονήσει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ἔχοντας τὸ ἰδιαίτερό του χάρισμα ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης. Ὁ ἐπίσκοπος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν προφήτης χειροτονεῖται πρὸ τῶν ἀναγνωσμάτων τοῦ ἀποστόλου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ νὰ κηρύξει, ὁ πρεσβύτερος, ἱερουργὸς κυρίως τῶν μυστηρίων πρὸ τῆς Ἀναφορᾶς, γιὰ νὰ συμμετάσχει στὸν καθαγιασμὸ τῶν Δώρων καὶ ὁ διάκονος πρὸ τῆς μεταδόσεως τῶν Δώρων στοὺς πιστοὺς ὑπηρετῶντας τὰ μυστήρια καὶ βοηθώντας στὴν μετάδοσή τους. Παλαιότερα πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς μυστικῆς ἐξομολογήσεως ὁ πιστὸς λάμβανε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐὰν κρινόταν ἀπαραίτητο ἐξήρχετο τοῦ Ναοῦ καὶ δὲν συμμετεῖχε τῶν τιμίων Δώρων, κατατασσόμενος γιὰ κάποιο διάστημα στὴν τάξη τῶν προσκλαιόντων, ἐκείνων δηλαδὴ ποὺ παρέμεναν στὸν Νάρθηκα τοῦ Ναοῦ, ἀφοῦ δὲν μποροῦσαν – παρ’ ὅλον ὅτι ἦσαν πιστοὶ – λόγῳ βαρέων ἁμαρτιῶν νὰ μεταλάβουν. Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, ὅσοι δηλαδὴ παρίσταντο στὴν Θεία Λειτουργία μετελάμβαναν. Δὲν νοεῖται διαχωρισμὸς σὲ μεταλαμβάνοντες καὶ μὴ μεταλαμβάνοντες γιὰ ὅσους παρευρίσκονται στὴν Θεία Λειτουργία. Τὰ κείμενά της, οἱ εὐχὲς, οἱ δεήσεις καὶ οἱ ὕμνοι της δὲν κάνουν τέτοιου εἴδους διακρίσεις. Θὰ ἦταν ἀδιανόητο γιὰ ἕναν πιστὸ τῶν πρώτων αἰώνων κάτι τέτοιο. Θὰ ἦταν ὅμως καὶ σήμερα ἀδιανόητο, ἐν καιρῷ χαλαρώσεως τῶν ἠθῶν καὶ κυρίως ἀμβλύνσεως τοῦ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος τῶν πιστῶν μας νὰ προτρέπονται, ὅπως σὲ ἀρχαῖες Θεῖες Λειτουργίες, οἱ ἐν μετανοίᾳ καὶ μὴ κοινωνήσοντες νὰ ἐξέλθουν τοῦ Ναοῦ, ὅπως καὶ οἱ μὴ πιστοί[9].
Στὶς σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἡ ἐξομολόγηση, ὅπου αὐτὸ εἶναι δυνατόν, τελεῖται κατά τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας ἢ τῶν πρὸ αὐτῆς ἀκολουθιῶν. Ἐὰν ὑπάρχει δηλαδὴ πνευματικὸς ποὺ δὲν λειτουργεῖ, αὐτὸς ἐξομολογεῖ καὶ οἱ πιστοὶ προσέρχονται τότε στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐν συνεχείᾳ κοινωνοῦν. Καὶ σήμερα ἀκόμη ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας, μυστηριοειδεὶς τελετὲς ὀνομάζονται ἀπὸ κάποιους, τελοῦνται συναπτῶς μὲ τὴν Θεία Λειτουργία, ὅπως τὰ ἐγκαίνια ναοῦ, ἡ κουρὰ τῶν μοναχῶν, ὁ ἁγιασμός, ἡ κηδεία κλπ.
Δυστυχῶς ἐδῶ καὶ ἀρκετοὺς αἰῶνες πρὶν τὰ περισσότερα τῶν μυστηρίων ἔχουν γίνει πλέον ἰδιωτικὴ ὑπόθεση καὶ τελοῦνται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία κεχωρισμένα δηλαδὴ τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως. Ἡ ἀτομικὴ αὐτὴ προσέγγιση πρὸς τὰ μυστήρια εἶναι ἄγνωστο φαινόμενο στὴν ἀρχαῖα Ἐκκλησία καὶ ἀνάρμοστη στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ὅπου τὰ πάντα ἐκκλησιάζονται, γίνονται δηλαδὴ κοινὰ καὶ οἱ πάντες, ὅλα τὰ μέλη τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως μετέχουν σ’ αὐτά[10].
Πρέπει σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ ἔχουμε καὶ κατὰ νοῦν κάτι πολὺ σημαντικό, τὸ ὁποῖο μᾶς κάνει πραγματικὰ λατρεύουσα κοινότητα καὶ μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπὸ τοὺς ἐτεροδόξους καὶ κυρίως αὐτοὺς ποὺ ἀναγνωρίζουν καὶ «τελοῦν» κάποια ἔστω «μυστήρια». Ὅλες οἱ εὐχὲς τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῶν μυστηρίων εἶναι σὲ πληθυντικὸ ἀριθμό. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι  προσωπικὴ ὑπόθεση τοῦ λειτουργοῦ ἡ Θεία Λειτουργία, οὔτε φυσικὰ ὁρισμένων. Προσωπικὰ τὸν ἱερέα ἀφοροῦν μόνον ὁρισμένες εὐχές, προπαρασκευαστικὲς γιὰ τὴν Εὐχαριστία καὶ αὐτὲς μόνον πρέπει νὰ λέγονται μυστικῶς, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ εὐχὴ τοῦ χερουβικοῦ· οἱ ὑπόλοιπες πρέπει νὰ ἀναγινώσκονται «εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ» ὅπως στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Δυστυχῶς καὶ ἐδῶ ἡ ἀρχαία λατρευτική μας πράξη ἀλλοιώθηκε καὶ τὸ πρόβλημα αὐτὸ δημιουργήθηκε ἐξαιτίας διαφόρων αἰτίων: ἡ κακῶς νοουμένη οἰκονομία τοῦ χρόνου, ἡ ἀνάπτυξη μετὰ τὸν 19ο αἰ. μὴ παραδοσιακῶν μελῶν στὴν Θεία Λειτουργία, τὰ «σκοτεινὰ» χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ἡ ἀνύψωση παλαιότερα τοῦ Τέμπλου, ἡ κακομεταχείριση τοῦ κειμένου τῶν εὐχῶν (π.χ.λυρισμός), ἡ ψαλμωδία «ἐπάνω» στὶς εὐχὲς κ.ο.κ.[11].
Σύμφωνα μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο τὸ λαϊκὸ στοιχεῖο στὴν Ἐκκλησία μας εἶναι «πλήρωμα ἱερατικόν»[12]. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας συμμετέχει καὶ οὐδέποτε παρακολουθεῖ τὰ τελούμενα[13]. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ἐδῶ οἱ ὅροι ἔχουν ἀναστραφεῖ. Ὁ λαός μας ἐν πολλοῖς δὲν γνωρίζει ποῦ νὰ σταθεῖ καὶ πῶς νὰ σταθεῖ στὴ Θεία Λειτουργία. Παρακολουθεῖ μᾶλλον παρὰ λειτουργεῖται[14]. Ὁ πολὺς π.Ἀλέξανδρος Σμέμαν ἔγραψε εὔστοχα ὅτι «στὶς μέρες μας οἱ θύρες τοῦ ναοῦ εἶναι ἀνοικτὲς σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς λειτουργίας καὶ ὅποιος ἐπιθυμεῖ καὶ ὅταν ἐπιθυμεῖ μπορεῖ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ. Κι αὐτὸ συμβαίνει γιατί, κατὰ τὴ σύγχρονη ἀντίληψη, «ἱερουργεῖ μόνο ὁ ἱερέας καὶ ἡ Λειτουργία τελεῖται στὸ ἱερὸ γιὰ ἢ ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν, ποὺ εἶναι παρόντες σ’ αὐτὴν «ἀτομικὰ» – μὲ τὴν προσευχή, τὴν προσοχὴ και, καμιὰ φορά, μὲ τὴ θεία κοινωνία. Καὶ ὄχι μόνο οἱ λαϊκοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰερεῖς ξεχνᾶνε ὅτι ἡ εὐχαριστία ἀπὸ τὴ φύση της εἶναι κλειστὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι σ’αὐτὴ τὴ σύναξη ὅλοι μέχρι τὸν τελευταῖο εἶναι ἀφιερωμένοι καὶ ὅλοι λειτουργοῦν – καθένας στὴ θέση του – στὴ μοναδικὴ ἱερουργία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς ποὺ λειτουργεῖ δὲν εἶναι, μὲ ἄλλα λόγια, οὔτε ὁ ἱερέας, κι οὔτε ἀκόμα ὁ ἱερέας μὲ τοὺς λαϊκούς, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὁποία ὅλοι μαζὶ συγκροτοῦν καὶ φανερώνουν σ’ ὅλο της τὸ πλήρωμα»[15]. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ Λειτουργία ὑπόθεση κάποιων, ἔστω καὶ κληρικῶν, ἀλλὰ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζεται ὁλόκληρη ἀκόμη καὶ στὸ κύτταρό της, ποὺ εἶναι ἡ Ἐνορία. Κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη εἶναι σύναξη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ[16], ὅπως προείπαμε. Ἰδοῦ γιατὶ δὲν εἶναι σωστὸς ἐπὶ παραδείγματι ὁ χαρακτηρισμὸς ἑνὸς κληρικοῦ ὡς «ἀντιπροσώπου τοῦ Θεοῦ». Δὲν ἀντιπροσωπεύουν κανέναν, οὔτε ὁμιλοῦν καὶ λατρεύουν ἐκ μέρους κανενός. Διακονοῦν ἁπλῶς τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ εἰδικὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Εἶναι λάθος καὶ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ τὴν Δύση αὐτὴ ἡ κακῶς νοούμενη ἐξύψωση τοῦ κλήρου, ποὺ τελικὰ κατήντησε κληρικαλισμὸς καὶ στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή.
Ἡ Ἐκκλησία μας λοιπὸν εἶναι μία λατρεύουσα Ἐκκλησία καὶ αὐτὸ ἐκφράστηκε ἔντονα κατ’ἐξοχὴν διὰ τοῦ μοναχισμοῦ της. Ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ αὐθεντικὴ μορφὴ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ γι’ αὐτὸ δὲν γεννήθηκε ἁπλῶς στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι καὶ συνιστᾶ Ἐκκλησία, ὅπως καὶ ἡ Ἐνορία, περισσότερο βεβαίως στὴν κοινοβιακή του μορφή. Τὸ πρῶτο κοινόβιο ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Ὅσ.Παχώμιο, ὀνομάσθηκε χαρακτηριστικὰ «Κοινωνία». Ἦταν ἕνα θαυμαστὸ δημιούργημα ὅπου τὰ πάντα ἦταν γιὰ ὅλους κοινά: προσευχή, λειτουργικὴ ζωή, ἐργασία, φαγητό ἐνδυμασία. Ἐκεῖ γινόταν πραγματικότητα ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ἀδελφούς καὶ συμμοναστὲς ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφοὺς[17] γιὰ τοὺς ὁποίους ἔντονα προσεύχεται ὁ μοναχός, ἄσχετα ἐὰν κατηγορεῖται – ἀδίκως βέβαια – ὅτι ἀποξενώνεται ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν προσφέρει σ’ αὐτόν.
Ὁ μοναχὸς ἀφιερώνει τὸ ἕνα τρίτο τοῦ ἡμερονυκτίου στὴν κατ’ ἰδίαν προσευχὴ καὶ στὴν ξεκούραση τοῦ σαρκίου του, ἕνα τρίτο στὴν μετὰ προσευχῆς ἐργασία καὶ ἄλλο ἕνα τρίτο στὴν κοινὴ λατρεία, ἡ ὁποία πραγματικὰ γνώρισε ἄνθηση καὶ τρομακτικὴ ἐξέλιξη ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Μονῶν σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ἀρχικὰ ἐπηρρέασε καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐκτόπισε τὶς ἐνοριακὲς ἀκολουθίες.
Κατὰ τὰ πρώτα χρόνια ὑπάρξεως τοῦ ὀργανωμένου μοναχισμοῦ – κοινοβιακοῦ καὶ ἀναχωρητικοῦ – ἡ λατρεία περιοριζόταν στὴν χρήση τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων καὶ τὴν ἔντονη παρουσία τοῦ Ψαλτηρίου. Προϊόντος τοῦ χρόνου ἄρχισαν, ὄχι χωρὶς ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν αὐστηρῶν μοναχῶν, νὰ εἰσέρχονται πρὸς χρήση στὴ λατρεία ὕμνοι, κανόνες, τροπάρια κ.λπ., τὰ ὁποῖα ἅρμοζαν σὲ κοσμικοὺς ἱερεῖς καὶ στοὺς λαϊκούς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ δὲν ἔψαλλαν, ἀλλὰ κυρίως ἀνεγίνωσκαν. Τέλος πάντων ἐπικράτησαν καὶ ἐξελίχθηκαν ὡς μελίσματα. Μάλιστα οἱ μεγαλύτεροι σήμερα ὑμνογράφοι μας, μερικοὶ τῶν ὁποίων κοσμοῦν ὡς ἅγιοι τοὺς τοίχους τῶν Ναῶν μας, προέρχονται ἀπὸ τοὺς μοναστικοὺς κύκλους. Αὐτὸς σὲ γενικὲς γραμμὲς ἦταν ὁ τρόπος ποὺ τελοῦσαν τὶς ἀκολουθίες καὶ προσευχές τους οἱ μοναχοί. Ὅμως τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ ἐξελίχθηκε ἀκόμη περισσότερο καὶ νέες ἀκολουθίες δημιουργήθηκαν. Ἡ ἀρχικὴ διαμόρφωσή του ἔγινε στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγ.Σάββα στὰ Ἱεροσόλυμα, ἕνα τεραστίας σημασίας μοναχικὸ κέντρο τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἔγινε παντοῦ γνωστὸ ὡς Τυπικὸ τοῦ Ἁγ.Σάββα. Ἀργότερα αὐτὸ ἐπεξεργάσθηκε ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Στουδίου στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔλαβε στοὺς ἑπομένους αἰῶνες τὴν τελική του μορφὴ στὶς Ἱερὲς Μονὲς τοῦ Ἁγ.Ὄρους.
Στὶς Ἐνορίες ὑπῆρχε τὸ λεγόμενο Ἀσματικὸ Τυπικὸ. Ἡ ἴδια ἡ ὀνομασία του ὑπογραμμίζει ὅτι τὰ περισσότερα στοιχεῖα τῆς λατρείας ἦταν ψαλλόμενα, ἀντίθετα μὲ τὸ μοναχικό. Οἱ πιστοὶ συνάζονταν στοὺς Ναοὺς καὶ ἔψαλλαν ψαλμοὺς καὶ ὕμνους ὅλοι μαζὶ ὑμνοῦντες τὸν Θεό. Ὅμως ἦταν τέτοια ἡ ἕλξη τοῦ μοναχικοῦ Τυπικοῦ, σ’ αὐτὸ συνετέλεσε καὶ ὁ θρίαμβος τῶν μοναχῶν μετὰ τὴν Εἰκονομαχία τὸν 9ο αἰ., ποὺ σιγὰ σιγὰ αὐτὸ ἐκτόπισε τὸ Ἐνοριακὸ καὶ τελικὰ τὸ ἐξαφάνισε. Ὁ τρόπος ζωῆς καὶ ὁ τρόπος ποὺ προσεύχονται οἱ μοναχοὶ στὰ Μοναστήρια ἦταν καὶ θὰ παραμείνει ἰδανικὸς γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς. Πρέπει νὰ ποῦμε πάντως ὅτι αὐτοὶ ποὺ τὸ εἰσήγαγαν στὶς ἐνορίες ἦταν λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ τῶν πόλεων (ποὺ τότε ἦταν μόνον ἔγγαμοι) καὶ ὄχι οἱ ἴδιοι οἱ μοναχοί. Πολλὰ μάλιστα στοιχεῖα του διασώθηκαν μέσα στὶς ἀκολουθίες τῶν μοναχῶν[18]. Ἔτσι λοιπὸν σήμερα ἡ λατρεία μας γενικότερα τελεῖται κατὰ τὰ μοναχικὰ πρότυπα, προσαρμοσμένη ὅμως στὶς ἀνάγκες κοσμικῶν ἀνθρώπων μὲ πολλὲς μέριμνες. Προσπαθοῦν καὶ οἱ λαϊκοὶ νὰ ἀφιερώσουν μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τους στὸ νὰ ὑμνοῦν τὸν Τριαδικὸ Θεό, κατὰ τὸ δυνατὸν ὅμως.
Πολλοὶ – μεταξὺ αὐτῶν καὶ πιστοί μας – θέτουν τὸ ἐρώτημα: γιατί οἱ τόσες ἀκολουθίες καὶ προσευχές; Χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία νὰ καλεῖ τόσο συχνὰ σὲ κοινὴ προσευχὴ τοὺς πιστούς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλὴ καὶ δὲν χωράει ἀμφιβολία ἐπ’ αὐτοῦ. Οἱ ἱερές ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν ἔντονο ἐκκλησιαστικό, ἐσχατολογικὸ καὶ χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Τονίζουν ἰδιαιτέρως τὴν σημασία τῆς ἔνταξης τῶν πιστῶν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, ὅπου «ὁμοθυμαδόν» καὶ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνάζονται γιὰ νὰ ὑμνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ θὰ ξαναέλθει, Αὐτόν ποὺ εἶναι τὸ ἐπίκεντρο τῆς ζωής τῶν χριστιανῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ προτρέπονται οἱ πιστοὶ νὰ συμμετέχουν σ’ αὐτὲς τὶς ἀκολουθίες. Καλεῖται ὁ πιστὸς νὰ ἔχει ἄξονα τῆς ζωῆς του τὸν Κύριο καὶ νὰ συμμετέχει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο στὶς ἀκολουθίες γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο του καὶ κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴ ζωή του. Τοῦτο θὰ συμβάλλει στὴν ἀνακαίνισή του, στὴν σωτηρία του, ἀφοῦ κάθε στιγμὴ λατρείας εἶναι εὐκαιρία μετανοίας καὶ ἀλλαγῆς τοῦ νοῦ. Ἡ ἀκατάπαυστη – κατὰ τὸ δυνατὸν – λατρεία τοῦ Θεοῦ μᾶς κάνει μιμητὲς τῶν ἀγγέλων καὶ σιγὰ σιγὰ ἀγγέλους. Ἄλλωστε «ἔργον ἀσίγητόν τε καὶ ἄληκτον ἠ προσευχὴ καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ αἶνος» κατὰ τὸν Ἅγ.Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης[19].
Καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νὰ ἐκκλησιοποιήσει, νὰ κάνει Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο, τὴν κτίση ὁλόκληρη – ἐξ οὗ καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ πολλὲς εὐχὲς τοῦ Εὐχολογίου μας γιὰ κάθε πτυχὴ καὶ ἔκφανση τοῦ παρόντος βίου μας. Δὲν φτιάχθηκαν γιὰ νὰ παρεμβαίνει ἡ Ἐκκλησία στὸ κοινωνικὸ γίγνεσθαι ἢ στὸν προσωπικὸ βίο κανενὸς ἔχοντας μάλιστα ἀλλότριους πρὸς αὐτὴν σκοπούς. Δίνει στὴν κτίση ἕνα ἄλλο, νέο νόημα καὶ τὴν ἁγιάζει. Προσλαμβάνει τὴν κτίση στὸ σύνολό της, τὴν ἱστορία καὶ τὸν χρόνο γιὰ νὰ μεταβάλει κάθετί θνητὸ σὲ ἀθάνατο καὶ τὸ φθαρτὸ σὲ ἄφθαρτο. Στὴν ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς ὁ ἱερέας θύοντας τὸν Ἀμνὸ – Χριστὸ λέγει: «θύεται ὀ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἔτσι προδιαγράφεται καθημερινὰ ὁ σκοπὸς κάθε Λειτουργίας. Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Ἀνάστασή Του, μυστήρια συνεχῶς παροντοποιούμενα καὶ βιούμενα στὴ λατρεία, σώζουν διηνεκῶς τὸν κόσμο[20].
Ἔτσι ἑρμηνεύεται αὐτὸ τὸ συνεχῶς χρησιμοποιούμενο «σήμερον» σὲ διάφορα τροπάρια πολλῶν ἑορτῶν μας[21]. Καὶ γι’ αὐτὸ καὶ στὰ μοναστήρια, εἰδικὰ τὰ ἀνδρώα ὅπου ὑπᾶρχουν ἱερεῖς γίνεται προσπάθεια νὰ τελεῖται καθημερινὰ ἡ Θεία Λειτουργία.
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας προσαρμόσθηκε σὲ ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ δεδομένα καὶ πολλὲς φορὲς κατὰ τὸ παρελθὸν προέβη σὲ μεταρρυθμίσεις, περικοπὲς, συντμήσεις, ἐξ ὁλοκλήρου ἀλλαγὲς σὲ ὁρισμένα θέματα ποὺ ἀφοροῦν στὴ λατρεία, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἱστορία τῆς λατρείας. Ἐνῶ γιὰ παράδειγμα ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγ.Βασιλείου ἦταν ἡ Θεία Λειτουργία ποὺ παντοῦ καὶ καθημερινὰ χρησιμοποῦνταν, ἡ μεγάλη ἔκταση τῶν εὐχῶν της ὀδήγησε στὴν ἀρχικὴ ἐπικράτηση τῆς τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου – ποὺ συμπεριλαμβάνει συντομότερες εὐχὲς – γιὰ τὶς καθημερινὲς καὶ ἡ τοῦ Βασιλείου γιὰ τὶς Κυριακὲς καὶ ἐπίσημες ἡμέρες, ἀργότερα ὅμως περιορίσθηκε ἡ τέλεσή της ἀκόμη περισσότερο σὲ 10 φορὲς τὸν χρόνο. Ὅμως ὁ σκοπὸς τῆς λατρείας της ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει ἴδιος: ἡ ἐκκλησιοποίηση τοῦ κόσμου.
Τὰ τελευταῖα χρόνια γίνεται ἀρκετὸς λόγος καὶ ἔχουν γραφεῖ πολλὰ γιὰ τὴν λατρεία μας, κυρίως γιὰ τὴν γλῶσσα της, γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τελοῦμε τὶς ἀκολουθίες, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔχουν ὑποστεῖ ἀρκετὴ φθορά. Ζητεῖται ἡ «ἀποκάθαρσή» της ἀπὸ στοιχεῖα, ξένα πρὸς αὐτὴν καὶ ἡ ἐπιστροφὴ σὲ πιὸ ἁπλοὺς τύπους. Εἶναι ζητούμενα ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν ἔχει κλείσει ὁ διάλογος ἐπ’ αὐτῶν. Ἔχουμε ὅμως μεγάλη δυσκολία σ’ αὐτὰ τὰ θέματα καὶ δὲν θὰ πάρουμε εὔκολα ἀποφάσεις γιὰ πολλοὺς λόγους. Ἴσως γιατὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν γλῶσσα μας, ἴσως γιατὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ εὐτελισμοῦ τῶν πάντων καὶ στὸν αἰῶνα τῶν πανταχοῦ ἀγγελλομένων καὶ πραγματοποιουμένων «ἐκπτώσεων» δὲν θέλουμε νὰ ἐκπέσουμε καὶ ἐμεῖς. Ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ περισσότερα προβλήματα ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀργοὺς ρυθμοὺς καὶ εἶναι πράγματι δυσεπίλυτα. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀναφερθοῦμε σ’ αὐτά, ἴσως ἡ συζήτηση ποὺ θὰ ἐπακολουθήσει νὰ ἀναδείξει κάποιες πτυχὲς ὁρισμένων ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ ἀπαντηθοῦν τυχὸν ἀπορίες.
Δὲν πρέπει ὅμως νὰ κλείσουμε τὴν ὁμιλία μας χωρὶς δυὸ λόγια γιὰ τὴν κατηγορία ποὺ ἀπευθύνεται στὴν Ἐκκλησία μας καὶ στὴν περιρρέουσα σήμερα ἀτμόσφαιρα, χωρὶς μάλιστα νὰ ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸ θέμα μας. Καὶ δὲν ἐννοοῦμε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴν φράση ποὺ κατὰ κόρον χρησιμοποιεῖται ἀπὸ «εἰδικούς», ποὺ μόνον ἀδαεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ τοὺς χαρακτηρίσουμε. Δηλαδὴ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ περιορισθεῖ στὰ τοῦ οἴκου της καὶ νὰ κάνει περισσότερο κοινωνικὸ ἔργο». Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται «δασκάλους» καὶ τέτοιου εἴδους ὑποδείξεις. Κάνει πράξη τὴν «καινὴ ἐντολὴ» τοῦ Κυρίου μας ἤδη ἀπὸ τῆς γεννήσεώς της, δηλαδὴ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσφορᾶς πρὸς τὸν ἀδελφό. Μόλις χθὲς ἀκούσαμε στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω (Ματθ.κε΄, 31-46) τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ κρίνει ὁ Κύριος τοὺς ἀνθρώπους: δηλαδὴ ἐὰν φρόντισαν τὸν πτωχὸ, τὸν γυμνὸ, τὸν ξένο, τὸν πεινασμένο, τὸν διψασμένο, τὸν κατατρεγμένο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Διδαχθήκαμε μὲ ἄλλα λόγια τὸ πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε στὸν πλησίον καὶ πῶς νὰ φροντίζουμε τὸν ἀδελφό μας, μακρυὰ ἀπὸ προϋποθέσεις ποὺ ἀφοροῦν στὸ χρῶμα του, στὴν προέλευσή του, στὴν πίστη του καὶ τὰ παρόμοια. Προσφέρουν στὸν πάσχοντα πλησίον τους τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας (κληρικοὶ καὶ λαϊκοί), καὶ ὄχι ἕνας ἀπρόσωπος ὀργανισμός, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχή της μὲ τὴν λογία ἢ τὰ κοινὰ δεῖπνα γιὰ παράδειγμα, δηλαδὴ τὶς ἀγάπες. Σήμερα προσφέρουν φαγητό, στέγη, χρήματα, συντηροῦν γηροκομεῖα, βρεφονηπιακοὺς  σταθμοὺς καὶ ἱδρύματα γιὰ ἄτομα μὲ εἰδικὲς ἀνάγκες, κυρίως ὅμως καὶ κατ’ ἐξοχὴν προσεύχονται γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἐμπεριστάτους ἀπανταχοῦ τῆς γῆς ἀδελφούς τους.
Μία εὐχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου λέγει πὼς: «ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης».
Ἡ Λειτουργία, ὡς ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐμπεριέχει αὐτομάτως τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴ συμπαράσταση πρὸς τοὺς ἐν ἀνάγκαις. Παρεμπιπτόντως μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ ἐξηγοῦνται καὶ οἱ μέχρι σήμερα διατηρηθεῖσες πρακτικὲς προσφορῶν ἐντὸς τοῦ λειτουργικοῦ πλαισίου τῆς ἐνορίας, ὅπως οἱ προσφορὲς γιὰ τὸ φιλόπτωχο ταμεῖο, οἱ συλλογὲς χρημάτων γιὰ διαφόρους πάσχοντες ἀδελφοὺς ἢ ἀκόμη ὁ πολὺ γνωστὸς πιὰ καὶ καθιερωμένος «Δίσκος», ποὺ περιάγεται στὸ ναὸ συνήθως μετὰ τὴν Ἀναφορὰ καὶ πρὶν τὴ Θεία Κοινωνία. Κάθε δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ὑλικῶν – πνευματικῶν ἀγαθῶν στὸν συνάνθρωπο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴ ζωντανὴ λατρευτικὴ ζωὴ καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητα μία λειτουργικὴ προσφορά, τὴν ὁποία θὰ βρεῖ ὅποιος ἀνατρέξει στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, στοὺς ἀποστολικοὺς πατέρες ὴ τοὺς ἀπολογητὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων[22] δηλαδὴ στὶς πηγὲς τῆς πίστεώς μας.
Συνοψίζοντας τὰ ὅσα εἰπώθηκαν ἀπόψε ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δικαίως χαρακτηρίζεται ταμιοῦχος τῆς Θείας Χάριτος, ἀφοῦ πάντοτε τελεῖ τὰ μυστήρια – καὶ κυρίως τὸ κορυφαῖο, τὴν Θεία Λειτουργία – προσφέροντας αὐτὴν τὴν Χάρη πρὸς ὅλους ὅσοι τὴν ἐπιθυμοῦν, τὴν ἀναζητοῦν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου – συνεπῶς καὶ τῆς Ἐκκλησίας – εἶναι ἡ ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ διακονία τῶν μυστηρίων, δηλαδὴ οἱ ποιμένες της μὲ τὸ εἰδικὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, ἔχουν ταχθεῖ νὰ βοηθοῦν τοὺς ἀδελφοὺς τους στὴν πορεία τους πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἆρα ἡ Ἐκκλησία μας καλῶς ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς λατρεύουσα κοινότητα καὶ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὴ Ἐκκλησία καὶ σ’ αὐτὴν – τὴν λατρεία – εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁρᾶται διὰ τῶν μυστηρίων στὸν ὑλικὸ καὶ πνευματικό μας κόσμο καὶ μᾶς παρέχει τὴν ἐμπειρία τῆς Βασιλείας Του, προτρέποντάς μας νὰ γίνουμε μέτοχοί της.

[1] Τὸ Ἐνοριακὸ ποιμαντικὸ ἔργο στὴ σύγχρονη κοινωνία (Ἐγχειρίδιο ὀργάνωσης καὶ δράσης). Σειρὰ Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη – 13, Κλάδος ἐκδόσεων τῆς ἐπικοινωνιακῆς καὶ μορφωτικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ.30.
[2] Κλήμεντος Ρώμης, MPG 1, 277Α.
[3] Γερμανὸς Κων/λεως MPG 98, 412D.
[4] Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου, Ἡ θεία Λειτουργία ἐπίκεντρον τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας, Ἱερὰ Μητρόπολις Δράμας, Ἡ Θεία Λειτουργία, Εἰσηγήσεις, Πορίσματα Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας ἔτους 1998, Δράμα 1998, σ. 8-9.
[5] Ἰω.Ζηζιούλα (Μητρ.Περγάμου), Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία, ἐκδ.Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1992, σ.20.
[6] Γ.Μεταλληνοῦ (Πρωτοπρ.), Ἡ Θεολογικὴ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 21996, σ.262.
[7] Διαδόχου Φωτικῆς, MPG 65, 1167.
[8] Π.Δημητρίου Τζέρπου, Δρ.Θ., Ἐφόδιον ζωῆς, Ἡ μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας στοὺς ἀσθενεῖς ποὺ ἀντιμετωπίζουν κίνδυνο θανάτου, Συμβολὴ στὴν Ποιμαντικὴ Λειτουργική, ἐκδ.Τῆνος, Ἀθήνα 2001, σ.20-21.
[9] Ὁ Διάκονος: «Εὔξασθε οἱ ἐν μετανοίᾳ, …Ὅπως ὁ φιλοικτίρμων Θεὸς ὑποδείξῃ αὐτοῖς ὁδὸν μετανοίας… Προσδέξητε αὐτῶν τὴν παλινῳδίαν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν…, Ἀπολύεσθε οἱ ἐν μετανοίᾳ», Θεία Λειτουργία τῶν «Ἀποστολικῶν Διαταγῶν».
[10] Ν.Μιλόσεβιτςμ Ἡ Θεία Εὐχαριστία ὡς κέντρον τῆς Θείας Λατρείας, Ἡ σύνδεσις τῶν μυστηρίων μετὰ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐκδ.Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2001, σ.20.
[11] Ἀρχιμ.Φιλοθέου Νικολάκη, Ἡ ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, Εἰς ἐπήκοον ἢ μυστικῶς; Ἐργασία στὸ μάθημα τῆς Λειτουργικῆς Μ.Π.Σ. στὸ Α.Π.Θ., 1998, σ.11-15.
[12] MPG 62, 204.
[13] Γρηγορίου Ἱερομονάχου, Ὁ Ἐκκλησιασμός, Ἱ.Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἅγ.Ἰωάννης Θεολόγος, Ἅγ.Ὄρος, ἐκδ.Δόμος, Ἀθήνα 1991, σ.33-39.
[14] Παναγιώτη Σκαλτςῆ, Λειτουργικὲς Μελέτες, Τὰ διακονικὰ παραγγέλματα καὶ ἠ στάση τῶν πιστῶν στὴ θεία Λειτουργία, ἐκδ.Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2006, σ.156.
[15] Ὅπ.π. σ.156 ἀπ’ ὅπου καὶ ἡ παραπομπή: Ἀλ.Σμέμαν, Εὐχαριστία, σ.95.
[16] Γρηγορίου Ἱερομονάχου, Ἡ Θεία Λειτουργία, Ἱ.Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἅγ.Ἰωάννης Θεολόγος, Ἅγ.Ὄρος, ἐκδ.Δόμος, Ἀθήνα 1998, σ.40.
[17] Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου, Ὁ Μοναχισμός, «Ὄρος Δυσανάβατον», ἐκδ.Ἀποστ. Διακονίας, Σειρά Θεωρία καὶ πράξη, Ἀθήνα 1999, σ.11-12 καὶ 40-41.
[18] Βλ. Ἀλ.Σμέμαν, Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη, Εἰσαγωγὴ στὴ Λειτουργικὴ Θεολογία, Σειρὰ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, ἀριθ.36, σ.229 κ.ἑ.
[19] Ἀρχιμ.Φιλοθέου Νικολάκη, Ἡ Λατρεία τῆς Ἐκκλησία, Ἡμερολόγιον Ἱ.Ναοῦ Ἁγ.Γεωργίου Κυψέλης ἔτους 2008,
[20] Βλ. Γ.Μεταλληνοῦ (Πρωτοπρ.), ὅπ.π., σ.398-399.
[21] Προεόρτιο Κοντάκιον Χριστουγένων, Ἀπολυτίκιο ἑορτῆς Εἰσοδίων, Ἀναστάσιμο τροπάριο τοῦ τέλους τῆς Μεγ.Δοξολογίας τῶν Κυριακῶν κ.λπ.
[22] Κων.Νικολακοπούλου, Ζητήματα λογικῆς λατρείας καὶ λειτουργικῆς ἀγωγῆς, ἐκδ.Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2001, σ.89-92.
πηγή

Ανίκητο όπλο- Η λαμπάδα της Αναστάσεως (αληθινή ιστορία)




 Χαλασμός έξω! Αν όμως κατορθώσει να βγει μ΄αναμμένη τη λαμπάδα της Αναστάσεως, θα σβήσει το κακό! Έτσι είχε ακουστά από γιαγιάδες του παλιού καιρού”.
****
Μπάααμ!… Κράαατς!!!!
Πετάγεται όρθια άπ’ τό γλυκό καλοκαιριάτικο ύπνο πού τήν νανούριζε.
Αλαφιασμένη παρατηρεί τήν κληματαριά του μπαλκονιού της νά δέρνεται άλύπητα κατά κύματα, έτοιμη νά σωριασθεί μαζί μέ τίς ξύλινες πέργκολες πού τή συγκρατούν στα κάγκελα.Ή μεταλλική τέντα προδίδει σποραδικό χαλάζι. Βροχή οριζόντια, λες, στην πτώση της εισχωρεί παντού. Χαλασμός!…



Κολλάει τη μύτη της στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Πέρα άπ’ τό μπαλκόνι της δεν ξεχωρίζει τίποτε… Όρατότης μηδέν! «Θεέ μου, λυπήσου μας!», ψιθυρίζει. Στρέφεται στις άγιες εικόνες. Ακοίμητο καντήλι τίς φωτίζει ήσυχα στό ασυνήθιστο ήμίφωτο που καλύπτει την πλάση. Καί τώρα, τί κάνουμε; Ποιος μπορεί νά σταματήσει το κακό;
“Θεέ μου, λυπήσου μας, τους ανθρώπους!…».
Σταυρώνει με έκδηληαγωνία τα χέρια ή Δέσποινα, Ξαφνικά αναπηδάει. Όρμάει στην ντουλάπα. “Τη λαμπάδα! … Τη λαμπάδα της Αναστάσεως!…”, μονολογεί καθώς ψαχουλεύει τα ράφια. Αρπάζει τοκηροπήγιο με το μισοκαμμένο μελισσοκέρι. Του δίνει φως από το καντηλάκι. Κοντοστέκεται. Η φλόγα ιλαρή φουντώνει στη δακρυσμένη λαμπάδα. Και η καταιγίδα έξω μαίεται… Παίρνει βαθειά νάσα η κοπέλα. Προχωρεί προς τη μπαλκονόπορτα. Πώς να ξεμυτίσει στο μπαλκόνι; Αδύνατον!Χαλασμός έξω! Αν όμως κατορθώσει να βγει μ΄αναμμένη τη λαμπάδα της Αναστάσεως, θα σβήσει το κακό! Έτσι είχε ακουστά από γιαγιάδες του παλιού καιρού.
.
Άλλα πώς ν’ αναμετρηθεί μιά φλογίτσα μέ τό σίφουνα πού σαρώνει τά πά­ντα έξω; «Θεέ μου, λυπήσου μας!», ψιθυρίζει.
Πρέπει νά βγει! Αγκαλιάζει μέ τήν αριστερή παλάμη τή φλόγα. Δοκιμάζει νά βγει. «’Άααχ, άχαχάχ!, Θεέ μου! Παναγίτσα μου, μή σβήσει!!». Δυσκολεύεται πολύ! Περνούν δευτερόλεπτα. Κολλάει σε μιά μεταλλική ντουλάπα πού αναχαιτίζει κά­πως τόν άνεμο. Ή φλόγα γέρνει προς όλες τίς κατευθύνσεις ακανόνιστα. Κλαίει μέ μαύρο δάκρυ τό κερί. Κι ή Δέσποινα αργά, σταθερά, προσεκτικά κινεί τή λαμπάδα καί σχηματίζει σταυρό μεγάλο στον αέρα. «Ιησούς Χριστός νικάει, κι όλα τά κακά σκορπάει!», λέει δυνατά. Ξανά καί ξανά. Ξεθαρρεύει λίγο. Σταυρώνει όλα τά ση­μεία του ορίζοντα. Ή φλόγα σιγά-σιγά ήρεμε! «Χριστόος άνέεστηη έεκ νεεκρώω-ων!…», ψάλλει τώρα μέ μάτια βουρκωμένα. Νιώθει πώς κάτι γίνεται γύρω. «Χρι­στόος ά-νέεστηη..!». Ή ορατότητα βελτιώνεται αισθητά. Κι ή Δέσποινα, πίσω άπ’ τήν κληματαριά, αθέατη, διασχίζει τή βεράντα σταυρώνοντας τόν ορίζοντα μέ τήν αναστάσιμη λαμπάδα της.
Τό χαλάζι πέρασε ξυστά κι έφυγε. Ό άνεμος έσβησε! Σάν ν’ απλώθηκε πάνω άπ’ τή γειτονιά της μιά τεράστια ομπρέλα πού προστάτευε τό χώρο, μέ κέντρο τό… μπαλκόνι της! Ναι, ξανακοίταξε γιά νά τό επιβεβαιώσει: γύρω άπ’ τή γειτονιά της εξακολουθεί χαλασμός…
********
Ακούμπησε σεβαστικά τό κηροπήγιο δίπλα στή μεταλλική ντουλάπα, καί μπήκε σιωπηλή μέσα. Στάθηκε λίγα λεπτά μπροστά στίς εικόνες, ρίχνοντας ματιές στή λαμπάδα, πού άναβε ήσυχη λικνίζοντας ελαφρά τή φλόγα της μέσα στον απόη­χο μιας πλούσιας δυνατής βροχής πλέον… «Θεέ μου, λυπήσου όλους τους ανθρώ­πους!», ψιθύριζε.
Μετά μιά-δυό ώρες άκουγε τόν απέναντι γείτονα πού διεκτραγωδούσε δυνατά τί μετέδιδε σε έκτακτο δελτίο μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι γιά τήν καταστρο­φή πού έπληξε τή μικρή τους πόλη. «Ευτυχώς, εμάς εδώ δεν μας έκανε τίποτε! Παρακάτω όμως…!», έλε­γε ό άνθρωπος.
Μά ή Δέσποινα ήξερε. Καί κράτησε τό μυστικό μέσα της: πώς μιά αναστάσιμη λαμπάδα, αναμμένη μέ πί­στη, ώς όπλο ακαταμάχητο, εΐχε λυτρώσει τή μικρή τους γιιτονιά άπό μεγάλη συμφορά,
Δωρόθεος
.
από το περιοδικό Προς τη Νίκη, Απρίλιος 2015 
για την αντιγραφή: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”
το είδαμε εδώ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΡΠΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


15Γέροντος Κλεόπα Ηλίε

«Όλες οι αρετές βοηθούν τον νου να αποκτήση την θεία αγάπη, αλλά περισσότερο από όλα η καθαρά προσευχή. Διότι με αυτήν πετώντας στον Θεό, εξερχόμεθα από όλα τα αισθητά του κόσμου πράγματα». (Από τα κεφάλαια περί Αγάπης, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού).

Αδελφοί και Πατέρες,
Κάποιος από τους Αγίους Πατέρες μας συμβουλεύει τα εξής: «Σιώπησε εσύ και θα μιλήσουν τα έργα σου». Εγώ όμως ο τεμπέλης και αμαρτωλός τολμώ από την αναισθησία μου και κάνω το τελείως αντίθετο και... αρχίζω να μιλώ προς εσάς τους αγίους αδελφούς μου και πατέρας για εκείνα στα οποία ποτέ δεν ειδικεύθηκα με τα έργα και την ζωή μου. Αλλά πάλι μου φαίνεται ότι δεν είναι καλό να σιωπώ και να μη φανερώνω τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων περί της σωτηρίας της ψυχής, επειδή είμαι φίλαυτος και άεργος σ’ αυτά τα πνευματικά έργα. 

Διότι, κατά τον λόγο του Ευαγγελίου, αυτά τα ωφέλιμα για την ψυχή έργα πολλοί φιλόπονοι και βιαστές επιδιώκουν να τα αποκτήσουν με κάθε τρόπο, για να αρπάξουν την Βασιλεία των Ουρανών (Ματθ. 11, 12). Και βέβαια όχι με λόγια κενά σαν τα δικά μου, αλλά με ιδρώτες και ημερονυκτίους κόπους αγωνίζονται αυτοί οι πιστοί για την εφαρμογή των εντολών του Θεού. Γι’ αυτό, αφού κλείσω τα μάτια μου και παραβλέψω τις αδυναμίες και την οκνηρία μου για τις αρετές, ας αρχίσω λέγοντας τα παρακάτω:

Κατά τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων και των μεγάλων εργατών της προσευχής, ο πρώτος καρπός αυτής είναι η προσοχή και μετά η σεμνότης. Αυτοί οι δύο καρποί, αν και φαίνονται πολύ μικροί, όμως εκδηλώνονται πριν από τους άλλους στον αγωνιστή της ιεράς προσευχής. Αποκτούνται με την επίμονη εξάσκησι σε οποιοδήποτε είδος προσευχής, αλλά ιδιαίτερα και εμφανέστερα στην εξάσκησι της νοεράς μνήμης του Ιησού, το οποίον έργο είναι ανώτερο από την ανάγνωσι των ψαλμών, την ψαλμωδία και τις άλλες προφορικές προσευχές.

Ο τρίτος καρπός αυτής της νοεράς προσευχής που γεννάται κατά σειράν με την βοήθεια των άλλων δύο καρπών, είναι η ταπείνωσις. Όλοι αυτοί οι καρποί, καθώς και η αληθινή προσευχή, είναι δώρα του Θεού. Ο τέταρτος καρπός είναι η συγκέντρωσις των σκέψεων μας. Ο πέμπτος είναι η ευλάβεια. Ο έκτος είναι ο φόβος του Θεού, ο έβδομος η μνήμη του θανάτου, ο όγδοος η ειρήνη των λογισμών, ο ένατος η θερμότης της καρδιάς, ο δέκατος η συγκέντρωσις της προσοχής στην καρδιά, ο ενδέκατος καρπός είναι η συνεχής παρακολούθησις στα σφάλματα και τις αμαρτίες μας, από την μνήμη των οποίων αυξάνεται μέσα μας η ταπείνωσις και μετατρέπεται σε πένθος. 

Ο δωδέκατος καρπός είναι
η αίσθησις της παρουσίας του Θεού, του θανάτου, της μελλούσης κρίσεως και οι σκέψεις για τα βάσανα της κολάσεως. Ο δέκατος τρίτος καρπός είναι η απομάκρυνσις και το μίσος του νου μας για καθετί απολαυστικό αυτού του κόσμου και η παραμονή του στην καρδιά μας. Διότι με αυτή την συνήθεια της βυθίσεως και παραμονής του νου στην καρδιά μας, αυτή η ίδια η καρδιά αποκρούει και μισεί όλες τις αισθητές απολαύσεις και τα έργα των εμπαθών ανθρώπων. Αυτό το γεγονός το επιβεβαιώνει και ο άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής, όταν λέγη: «Αυτός που εισέρχεται πάντοτε στην καρδιά του, περιφρονεί όλες τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Και τούτο διότι επισκιάζεται από το Πνεύμα του Θεού και δεν μπορεί πλέον να αγαπά τις σωματικές απολαύσεις» (Από τα γνωστικά του κεφάλαια).

Επίσης απαλλάσσεται από την πλάνη των φαντασιών, από την εισβολή των κακών λογισμών και μισεί κάθε τι το φανταστικό και ψεύτικο. ΄Ετσι λοιπόν, αφού κατέβη ο νους με εσωτερική ησυχία και χωρίς κακές σκέψεις στην καρδιά για να ενωθή με τον ενδιάθετο λόγο, αποβάλλει όλας τας παραστάσεις και αμαρτωλές μορφές και φανταστικές εικόνες η καρδιά, όπου είναι η κατοικία τους, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του, όταν περάση μέσα από ένα στενό τόπο.

Ο άνθρωπος που θα συνηθίση να κρατά τον νου του στην καρδιά, θα επιθυμή πάντοτε να κλείνη την πόρτα του κελλιού του και να ήσυχάζη? να κλείνη την πόρτα του στόματός του και να σιωπά, και την εσωτερική πόρτα του ενδιαθέτου λόγου της καρδιάς, για να εμποδίζη τους διαφόρους κακούς λογισμούς, με τους οποίους ο άνθρωπος γίνεται ακάθαρτος ενώπιον του Θεού που εξετάζει «νεφρούς και καρδίαν» (Άποκ. 2, 23). Γι’ αυτό μας συμβουλεύει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τα εξής: «Κλείσε την θύρα του κελλιού σου για το σώμα, την θύρα του στόματός σου για να μη συνομιλής με άλλους ανθρώπους και την εσωτερική θύρα για την απόκρουσι των κακών πνευμάτων».

Ο δέκατος τέταρτος καρπός που γεννάται από την εργασία της προσευχής του Ιησού συνίσταται στο ότι, όταν βυθίζεται ο νους στην καρδιά και βλέπει με τα νοερά μάτια την φοβερή μορφή της αμαρτίας, η οποία εκδηλώνεται με αηδιαστικές παραστάσεις που φέρνει μέσα του με την επιρροή των αισθήσεων και του κόσμου, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης, τότε αρχίζει η καρδιά και αποκτά ταπείνωσι, πένθος και δάκρυα. Και πως να μην ταπεινωθή μια αμαρτωλή ψυχή, όταν βλέπη την άθλια καρδιά του να κυριεύεται από ένα βαθύ σκοτάδι που προήλθε από τις αμαρτίες της, τις οποίες έκανε με την σκέψι, τον λόγο και το έργο; 

Διότι, οπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, «αυτός που έχει λογισμούς κακίας, πως να ιδή τις αμαρτίες του; Επειδή αυτός που καλύπτεται από διάφορες σκέψεις, σκεπάζει την θύρα της ψυχής. Και αυτό το σκοτάδι έχει την αρχή του στις πονηρές έννοιες και τα έργα». Πως να μην κλαύση και να μην λυπηθή, όταν βλέπη ο χριστιανός το νοερό μέρος της ψυχής γεμάτο από λογισμούς αλαζονείας, από ασεβείς επιθυμίας, από σκέψεις βλασφημίας και διαβολικές προτροπές; Πως να μη θρηνήση μια πονεμένη ψυχή, όταν βλέπη το επιθυμητικό μέρος της ψυχής να είναι αιχμαλωτισμένο από θεομισήτους λογισμούς και την ψυχή κυριευμένη από πονηρές σκέψεις να καταφέρεται επαναστατικά κατά του πλησίον;

Με ένα λόγο, πως να μην ταπεινωθή και χύση ματωμένα δάκρυα η πως να μην κραυγάση προς τον Ιησού με ψυχική οδύνη, για να σωθή και να θεραπευθή, όταν βλέπη την καρδιά του δεμένη με τόσα αναρίθμητα πάθη, τυφλή από αναισθησία, σκληρή και τραυματισμένη από τόσες πληγές; Κατόπιν, όταν ο άνθρωπος ιδή ότι μέσα του δεν είναι πλέον ναός του Θεού και του Πνεύματός Του, αλλά σπήλαιο ληστών και άβυσσος αμαρτίας και κατοικία δαιμόνων, τότε μπορεί με ταπείνωσι, πένθος και δάκρυα να ελεηθή από τον Θεό,να ελευθερωθή από τα πάθη και να λυτρωθή από τις εφόδους των πονηρών λογισμών με τη θεία συνεργεία.

Ο δέκατος πέμπτος καρπός που γεννάται από την νοερά προσευχή συνίσταται στο γεγονός ότι με την επιστροφή του νου στην καρδιά, την επίμονη παραμονή του σ’ αυτήν, την νήψι και παρακολούθησι των νοημάτων, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου γίνεται σαν ένας καθαρός καθρέπτης, κατά τον άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, στον οποίον ο νους βλέπει πολύ καθαρά τις πονηρές διαθέσεις της καρδιάς του, τις προσβολές και τις παγίδες των ακαθάρτων πνευμάτων.

Συνοπτικά λέγομε ότι ο νους αρχίζει να βλέπη καθαρά όλα τα παραπτώματα του, ακόμη και το πιο τελευταίο, για το οποίο καλεί με μεγάλο πόνο τον Ιησού σε βοήθεια, ζητά να τον συγχωρήση, να μετανοήση, να κλαύση, πέφτει κάτω ενώπιον του Κυρίου και προσθέτει δάκρυα επάνω στα δάκρυα, ταπείνωσι επάνω στην ταπείνωσι και κάνει οτι μπορεί για να διορθωθή και να μην αμαρτήση πλέον. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης της altΚλίμακος είπε για την προσευχή ότι αυτή θα σου δείξη σε ποιά κατάστασι ευρίσκεσαι, διότι αυτή είναι το κάτοπτρο του θεολόγου μονάχου, το οποίο δείχνει καθαρά την εσωτερική σου κατάστασι (Λόγος 28ος).

Ο δέκατος έκτος καρπός που είναι και καρπός της επιστροφής του νου στην καρδιά, είναι η εξομοίωσις της φύσεως μας με την καθαρότητα του Θεού που γίνεται με την υπέρ φύσιν ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Διότι, όπως οι θείοι Πατέρες ευρήκαν μερικούς τρόπους και φυσικές μεθόδους για να καθαρίσουν την ανθρώπινη φύσι από τα παρά φύσιν πάθη, τα οποία εισήλθαν σ’ αυτήν, όπως την νηστεία, αγρυπνία, χαμευνία, κλίσι των γονάτων, εδαφιαίες μετάνοιες, εγκράτεια και άλλες ασκήσεις του σώματος, κατά τον ίδιο τρόπο ευρήκαν και αυτή την τέχνη της επιστροφής του νου στην καρδιά, για να καθαρίζονται πληρέστερα και γρηγορώτερα, τόσο ο νους όσο και η καρδιά.

Αυτά τα δύο μέρη της ανθρωπίνης υπάρξεως είναι πολύ λεπτά και ευάλωτα στο κακό και με την είσοδο της αμαρτίας μέσα σ’ αυτά επηρεάζονται ταυτόχρονα και τα άλλα μέρη και μέλη του σώματος? διότι πρώτα προσβάλλονται τα λεπτότερα μέρη και κατόπιν τα μεγαλύτερα. 

Γι’ αυτό, εάν καθαρισθούμε από τα πρώτα, καθαρίζεται ολοκληρωτικά η φύσις μας από τα πάθη και έτσι διευκολύνουμε τον εαυτό μας να δεχθή την χάρι και ενέργεια του Θείου Πνεύματος. Αυτή η τέχνη μας καθαρίζει ευκολώτερα από οποιαδήποτε άλλη εργασία, επειδή έχει σαν έργο και απασχόλησι την μεγαλύτερη, καθολικώτερη και περιεκτικώτερη από όλες τις άλλες αρετή, δηλ. το να αγαπά ο άνθρωπος τον Θεό με όλη του την ψυχή, την καρδιά, την δύναμι και την διάνοια του (πρβλ. Ματθ. 22, 37). Για την εκπλήρωσι ιδιαίτερα αυτής της εντολής αλλά και για ολες τις άλλες, προσφέρεται στον άνθρωπο η υπέρ φύσιν χάρις του Θεού για την υπέρ φύσιν ζωή.

Ο δέκατος έβδομος καρπός της νοεράς και καρδιακής προσευχής είναι: Όταν ο νους συνηθίση να μπαίνη στην καρδιά και να ομιλή με τον ενδιάθετο λόγο, βλέπει τον εαυτό του και όλες τις δυνάμεις του• και αυτή η βύθισις του νου στην καρδιά δεν μένει χωρίς ευτυχία και πνευματική χαρά. Όπως ακριβώς οταν κάποιος απουσιάση για λίγο από το σπίτι του και πάλι επιστρέψη, χαίρεται και ευθυμεί, διότι αξιώθηκε να ιδή την σύζυγό του και τα παιδιά του, έτσι συμβαίνει και με τον νου, καθώς λέγει ο όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων.

Με αυτή την νοερά εκ καρδίας προσευχή μπορεί ο άνθρωπος να φυλάγη τον νου και την καρδιά του, εάν δεν έφθασε ακόμη στην τελεία καθαρότητα και απάθεια, δεδομένου ότι αυτό το έργο είναι πολύ δύσκολο στον κόσμο, μάλιστα ακόμη και στην έρημο και ησυχία λόγω της φιλαυτίας και πλάνης του γένους μας,όπως λέγει ο θείος πατήρ Ιωάννης της Κλίμακος. Πλην όμως μπορούμε να αγωνιζώμεθα όσο είναι δυνατόν για την κάθαρσι από τα πάθη μας, διότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την εντολή να φυλάγη την καρδιά του από τα πάθη και τις κακές σκέψεις, λέγοντας:

«Πρόσεχε σεαυτώ, μη γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου και ανόμημα» (Δευτ. 15, 9). Σ’ αυτή την εντολή έγραψε μια ολόκληρη ερμηνευτική πραγματεία ο Μέγας Βασίλειος. Παράλληλα και ο Σολομών λέγει τα εξής: «Πάση φυλακή τήρει την καρδίαν, εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής» (Παροιμ. 4, 23).

Ο δέκατος όγδοος και μεγαλύτερος καρπός της προσευχής είναι η απόκτησις της αγάπης του Θεού, η οποία είναι μητέρα όλων των αρετών, επειδή είναι το πλήρωμα όλων των αγαθών έργων και μέσα στην αγάπη του Θεού περιέχεται και η αγάπη προς τον πλησίον, κατά την μαρτυρία του Ευαγγελιστού Ιωάννου που λέγει: «Ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον πλησίον αυτού» (Α’ Ιωάν. 4, 21). Και σ’ αυτές τις δύο εντολές, δηλ. στην αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον, περιέχεται όλος ο νόμος και οι προφήτες (Ματθ. 22, 40).Με παρόμοιο τρόπο και ο μέγας απόστολος Παύλος λέγει ότι η αγάπη είναι το πλήρωμα του νόμου, όταν γράφη στους Ρωμαίους (13, 8) «Ο γάρ αγαπών τον έτερον νόμον πεπλήρωκε».

Αυτοί λοιπόν και άλλοι πολλοί είναι οι καρποί της καρδιακής προσευχής. Οπότε, μακάρια και τρισμακάρια είναι η ψυχή εκείνη που εργάζεται μυστικά αυτή την αγία προσευχή. Αυτός που προσεύχεται μυστικά και αληθινά στο ταμιείον της καρδιάς του και συνομιλεί εκεί με τον Νυμφίο Χριστό, επειδή εργάσθηκε μυστικά εδώ στη γη, θα αμειφθή στα φανερά από τον επουράνιο Πατέρα μας κατά την ημέρα της μελλούσης κρίσεως, όπου θα αποκαλυφθούν όλα τα μυστικά έργα των ανθρώπων.

Πιστεύω ότι και στις ημέρες μας στα άγια μοναστήρια αλλά και σε χριστιανούς που ζουν μέσα στον κόσμο θα είναι πολλοί που απασχολούνται με αυτή την αγία προσευχή, από την οποία έχουν τον φόβο του Θεού, την ταπείνωσι και τη σιωπή στην ιερά αυτή εργασία τους. Αρκετοί απ’ αυτούς εξαγνίζουν τον εαυτό τους με ανεξίτηλα δάκρυα που πηγάζουν από την καρδιά τους από τον θείο φόβο και προπαντός από την αγάπη του Θεού. 

Δεν είναι λίγοι αυτοί που αγωνίζονται να καθαρίσουν τις καρδιές τους από τα πάθη και τους αισχρούς λογισμούς, έχοντας υπ’ όψιν αυτό που λέγει η Γραφή: «Πας πόρνος η ακάθαρτος η πλεονέκτης ουκ έχει κληρονομίαν εν τη βασιλεία του Θεού» (Έφεσ. 5, 5). Αυτούς παρακαλώ και εγώ να προσεύχωνται για μένα τον αμαρτωλό.

Το έλεος και η ευσπλαχνία του Ελεήμονος Θεού και η χάρις της Παναγίας Μητρός Του να βοηθούν όλους αυτούς που αγαπούν με την καρδιά τους και όλη τους την διάνοια και δύναμι τον Θεό, επικαλούνται σε βοήθεια το Πανάγιο Όνομά Του και τον μνημονεύουν πάντοτε. Αμήν!

Πηγή: «Ο Όσιος Γρηγόριος» Ετήσια έκδοση της ιεράς κοινοβιακής μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους, Περίοδος Β΄, έτος 1984, αριθμ. 9 

το είδαμε εδώ

Ἡ Κλήση καὶ Ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνα -Τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου



 
 
Ἴσως ποτὲ ἄλλοτε ὅπως σήμερα δὲν παίρνουν τόσο δραματικὴ ἐπικαιρότητα τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τὴν κλήση καὶ ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνα. Ἐπικαιρότητα, γιατί ἐδῶ καὶ λίγο καιρὸ οἱ τύχες τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους διακυβεύονται στὴν παγκόσμια πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ σκακιέρα· καὶ δραματική, γιατί μᾶλλον οἱ Νεοέλληνες λησμονήσαμε τὴν ταυτότητά μας, τὴν ἰδιαίτερη ἱστορική, θρησκευτικὴ καὶ πολιτιστικὴ φυσιογνωμία μας, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, καὶ θελήσαμε ν᾿ ἀκολουθήσουμε πρότυπα ξενικά, ἦθος ἀλλότριο πρὸς τὴ δική μας Παράδοση καὶ ἐθνικὴ φυσιογνωμία.

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὄντας ὁ ἴδιος Οἰκουμενικὸς μὲ τὰ θαύματα καὶ τὰ συγγράμματά του, δὲν παύει νὰ διδάσκει ἐμᾶς τοὺς συμπα-τριῶτες ἐπιγόνους του γιὰ τὸ οἰκουμενικὸ χρέος ποὺ ἔχουμε νὰ ἐπιτελέσουμε μέσα σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ παραπαίει ζητώντας πνευματικὰ ἐρείσματα προκειμένου νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἁγίου εἶναι διαυγής, κρυστάλλινη, καθὼς τὰ λόγια του συνιστοῦν τὸ ἀπαύγασμα τῆς κατὰ Θεὸν σοφίας του καὶ τῆς καθαρῆς ἀπὸ κάθε ἰδιοτελῆ προσκόλληση καρδιᾶς του. Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἰκουμενικοὶ ἄνθρωποι, πέρα ἀπὸ ἀρρωστημένους ἐθνικισμοὺς καὶ σωβινισμούς. Τὰ ὅσα παρατίθενται στὶς παρακάτω γραμμὲς προέρ-χονται ἀπὸ δύο μικρὲς μελέτες τοῦ Ἁγίου: «Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ὡς προπαιδείας εἰς τὸν Χριστιανισμὸν» καὶ «Περὶ τῆς κλήσεως καὶ ἀποστολῆς τοῦ Ἕλληνος».

Ἀπερίφραστα διακηρύττει ὁ Ἅγιος ὅτι ὁ Ἕλληνας, μὲ τὴν ἀνέκαθεν ροπὴ καὶ ἀγάπη του πρὸς τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία, ἔχει ὡς σκοπὸ καὶ ἀποστολή του νὰ εἶναι διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος. Λέγει χαρακτηριστικά, μὲ τόνο διαχρονικό:...

«Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀληθῶς ἀναφαίρετο κτῆμα τοῦ Ἕλληνος· διαδιδομένη ἀνὰ τὰ Ἔθνη προσηλυτίζει αὐτὰ καὶ καθιστᾶ αὐτὰ Ἑλληνικά, οὐδέποτε δὲ παύεται οὖσα Ἑλληνική… Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία προώρισται ἵνα καταστήσῃ τοὺς πάντας Ἕλληνας· ἐγεννήθη ὑπὲρ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ συνεταυτίσθη μετ᾿ αὐτοῦ, ὅπως ἐργασθῇ πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπότητος…


Ὁ Ἕλλην ἀληθῶς ἐγεννήθη, ἵνα φιλοσοφῇ· διότι ἐγεννήθη διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν, ἕπεται ὅτι ὁ Ἕλλην, πλασθείς φιλόσοφος, ἐπλάσθη Χριστιανός, ἐπλάσθη ἵνα γνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ διαδῶ (=νὰ τὴν διαδώσει) τοῖς ἔθνεσιν. Ναὶ· ὁ Ἕλλην ἐγεννήθη κατὰ θείαν πρόνοιαν διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος· τοῦτο τὸ ἔργον ἐκληρώθη αὐτῷ· αὕτη ἦν ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ· αὕτη ἡ κλῆσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν».

Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνα καὶ προτοῦ ἀκόμη γνωρίσει τὸ Χριστιανισμό. Πολὺ περισσότερο ἀφότου τὸν γνώρισε, ὅποτε ὁ Ἕλληνας, παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος, βρῆκε σ᾿ αὐτὸν τὸ τέλειο, τὸ ἰδανικό, βρῆκε στὸ Χριστιανισμὸ ὅ,τι ὁ ἴδιος ποθοῦσε νὰ μάθει καὶ ἀναζητοῦσε νὰ βρεῖ. Ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε ὁ διερμηνέας τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἕλληνα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἕλληνας τὸν ἐγκολπώθηκε καὶ τὸν περιέθαλψε μέσα του. «Ὁ Χριστιανισμὸς ὡς πρῶτον δῶρον αὐτοῦ ἐδωρήσατο αὐτῷ νέαν ζωὴν· ὁ δὲ Ἕλλην ὑπεστήριξεν αὐτὸν διὰ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν αἱμάτων του». Τόσο στενὰ μάλιστα συνδέθηκε ὁ Ἑλληνισμὸς μὲ τὸν Χριστιανισμό, ὥστε «αἱ ἔννοιαι τῶν λέξεων Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμὸς ἐγένοντο συνώνυμοι. Ἕλλην σημαίνει Χριστιανός, καὶ Χριστιανὸς σημαίνει Ἕλλην», διότι ὅποιος ἐνστερνίσθηκε τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο μὲ νεύση καὶ δύναμη Θεοῦ διαδόθηκε στὸν κόσμο κυρίως ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, αὐτὸς «φρονεῖ Ἑλληνικά».

Καὶ ἐξηγεῖ ποιά εἶναι ἡ οὐσία τοῦ «φρονεῖν Ἑλληνικά»: «…ἡ τελείωσις, ἡ ἀνύψωσις ἀπὸ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου πρὸς τὸν πνευματικὸν· ὅτι ὁ πνευματικὸς κόσμος δέον ἐστί νὰ ζωογονῇ τὸν ὑλικὸν κόσμον, ὅτι τὸ πνεῦμα ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήσῃ τῆς ὕλης, ὅτι οἱ πνευματικοὶ νόμοι δέον ἐστί νὰ ὦσιν ἰσχυρότεροι τῶν φυσικῶν νόμων»…

Ἐδῶ τώρα ἂς καθρεφτίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας. Ἄραγε σήμερα τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος ἔχει ὡς ὕψιστη ἀρχὴ του «τὸ πνεῦμα νὰ ἐπικρατήση τῆς ὕλης;». Αὐτὴ τὴ διάβρωση νὰ φοβηθοῦμε. Αὐτὴ ποὺ γίνεται διὰ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ὅταν ὅλη ἡ σκέψη καὶ οἱ προσπάθειές μας ὡς ἀτόμων καὶ ὡς ἔθνους κατατείνουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴ διασφάλιση ὑψηλῶν χρηματοοικονομικῶν δεικτῶν, καὶ τὴν ἐθνική μας εὐημερία τὴν ταυτίζουμε στὴ συνείδησή μας μὲ τὴν ἐξασφάλιση καταναλωτικῶν ἀγαθῶν καὶ ὑλικῆς καὶ μόνο περιουσίας, τότε κατὰ πόσο, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, φρονοῦμε ἑλληνικά; Ἐδῶ ἀκριβῶς διαγράφεται τὸ χρέος μας. Χρέος νὰ ἀναζητήσουμε ἄλλους δεῖκτες στὴν πορεία μας, ἂν θέλουμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν πολυειδῆ κρίση ποὺ μᾶς μαστίζει ὡς ἔθνος καὶ ποὺ μᾶς τὴν παρουσιάζουν ὡς οἰκονομικὴ καὶ μόνο. Δεῖκτες πνευματικοὺς καὶ ὄχι ὑλικούς. Νὰ ἐπενδύσουμε στὴν τράπεζα τοῦ πνεύματος, νὰ διατηρήσουμε τὴν ἠθική μας ἐλευθερία ἀπὸ κάθε πνευματικὸ ἐξανδραποδισμό, ἀπὸ κάθε ὑποδούλωση τοῦ ἐσωτερικοῦ φρονήματος, τῆς ἀρετῆς μας.

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἶναι ἀπόλυτος στὸ σημεῖο αὐτό:

Τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος, τονίζει, ὀφείλει, ἔχοντας συναίσθηση τῆς κλήσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς του, νὰ ἐργασθεῖ «πρῶτον ὅπως τελειωθῇ αὐτὸ ἐν τῇ σοφίᾳ καὶ ἀρετή… καὶ δεύτερον… ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν πλησίον αὐτοῦ», συνεχίζοντας ἔτσι τὸ ἔργο τῶν προγόνων του τῶν ἀναγνωρισμένων εὐεργετῶν τῆς ἀνθρωπότητος. «Ἡ κλῆσις καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ὑποχρεοὶ πάντα Ἕλληνα ἔχοντα συναίσθησιν τῶν ἑαυτοῦ ἠθικῶν καθηκόντων νὰ ἐργασθῇ ἐκθύμως εἰς πλήρωσιν αὐτῶν».

Καὶ ἐπιλέγει ὁ Ἅγιος: «Ἡ πατρὶς καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει σήμερον ὑπὲρ ποτέ ἀνάγκην ἀνδρῶν ἀφωσιωμένων εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ σταυροῦ, ἀνδρῶν ἀκαταπονήτων, ἀνδρῶν ζώντων οὐχὶ δι᾿ ἑαυτοὺς, ἀλλὰ διὰ τὸ Γένος καὶ τὴν Ἐκκλησίαν».

«Ζώντων οὐχὶ δι᾿ ἑαυτοὺς, ἀλλὰ διὰ τὸ Γένος καὶ τὴν Ἐκκλησίαν!». Εὐτυχῶς ὑπάρχουν ἀκόμα Ἕλληνες ποὺ καταλαβαίνουν καὶ σήμερα τὴν ἔννοια τῶν λέξεων αὐτῶν…

Ἀνάρτηση ἀπό τὴν ΕΝΩΜΕΝΗΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, στὶς 7-12-13

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...