Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2025

ΥΠΟΔΕΞΑΙ ΒΗΘΛΕΕΜ

 

Προεόρτιο ἰδιόμελο. Ἦχος πλ. δ΄.

«Ὑπόδεξαι Βηθλεέμ, τήν τοῦ Θεοῦ Μητρόπολιν. Φῶς γάρ τό ἄδυτον ἐπί σέ γεννῆσαι ἥκει. Ἄγγελοι θαυμάσατε ἐν οὐρανῶ, ἄνθρωποι δοξάσατε ἐπί τῆς γῆς, Μάγοι ἐκ Περσίδος, τό τρισόκλεον δῶρον προσκομίσατε. Ποιμένες ἀγραυλοῦντες, τόν τρισάγιον ὕμνον μελῳδήσατε. Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Παντουργέτην».

(Υποδέξου Βηθλεέμ τη Μητέρα του Θεού. Διότι έχει έλθει να γεννήσει το αιώνιο φως πάνω στα χώματά σου. Άγγελοι θαυμάστε στον Ουρανό, άνθρωποι δοξάστε πάνω στη γη, Μάγοι από την Περσία φέρτε το τρισένδοξο δώρο. Ποιμένες που είστε στους αγρούς μελωδήστε τον τρισάγιο ύμνο. Κάθε τι που ανασαίνει ας αινέσει τον Δημιουργό του παντός).

Ο υμνογράφος επέχει θέση προφήτη. Όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης σταλμένοι από τον Θεό με φωτισμό Εκείνου καλούσαν τον λαό του Θεού να μετανοήσει κάθε φορά που απομακρυνόταν από το άγιο θέλημά Του και να είναι έτοιμος προκειμένου να υποδεχτεί τον Μεσσία που θα έστελνε ο Θεός, έτσι και ο άγιος υμνογράφος στο χώρο της Εκκλησίας, του ζωντανού σώματος του Χριστού. Λειτουργεί ως στόμα αυτής, που εξαγγέλλει το χαρμόσυνο μήνυμα της ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο, της σάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Η σωτηρία ως εύρεση του Θεού μετά την απώλειά Του λόγω της πτώσεως στην αμαρτία και ζωντανή σχέση με Εκείνον είναι πια γεγονός και απτή πραγματικότητα. Δεν προσδοκούμε κάτι άλλο πέρα από την πίστη στον Χριστό και την εν μετανοία ένταξή μας στο σώμα Του την Εκκλησία. Τα έσχατα δηλαδή είναι ήδη παρόντα. Κι αυτό, καταλαβαίνουμε, συνιστά το μεγαλύτερο μυστήριο που ακούστηκε και υπήρξε ποτέ στον κόσμο. «Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον˙ Θεός εφανερώθη εν σαρκί».

Με επίγνωση ο υμνογράφος του προφητικού έργου του ως στόμα της Εκκλησίας κινείται λοιπόν σε υπέρ τα απλά αισθητά και γήινα επίπεδα. Σαν να ευρίσκεται στην κορυφή του κόσμου, απευθυνόμενος σε κάθε κτίσμα του Θεού, πνευματικό και υλικό, έμψυχο και άψυχο, με αίσθηση του βάρους ευθύνης του - κατά το αντίστοιχο μεγαλειώδες της Παλαιάς Διαθήκης: «Άκουε ουρανέ και ενωτίζου η γη» - καλεί την πόλη της Βηθλεέμ να συνειδητοποιήσει το τι συνέβη με τη Γέννηση του μικρού βρέφους Ιησού. Μπορεί τότε οι άνθρωποι να μην είχαν καμία επίγνωση, αφού «ουκ ευρέθη αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι», όμως η «τύφλωση» αυτή πρέπει πια να ξεπεραστεί. Διότι ήλθε στα χώματα της περιοχής αυτής η Μάνα του Θεού που γέννησε Αυτόν που είναι το φως του κόσμου. Ένα φως που δεν έχει καμία σχέση με τα ουράνια αστέρια ή με τα τεχνητά φώτα των ανθρώπων. Γιατί είναι το φως του Θεού, ο ίδιος ο Θεός που είναι Φως «ανέσπερον και άδυτον». «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». «Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα».

 Η ανθρώπινη λογική σιγά και ιλιγγιά. «Ου φέρει το μυστήριον έρευναν. Πίστει μόνη (με μόνη την πίστη) τούτο πάντες δοξάζομεν».

Αλλά ο προφήτης-υμνογράφος επιτελώντας το υπερφυές έργο του απευθύνεται και στον αγγελικό κόσμο: «Άγγελοι, κι εσείς, θαυμάστε». Γιατί ό,τι συνέβη υπερέβη και εκείνων τον νου. Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως ήταν κρυμμένο και στους νοερούς νόες.

Για να στραφεί και στους έκπληκτους μετόχους του μοναδικού Γεγονότος: τους ποιμένες και τους μάγους εκ Περσίδος. Ελάτε λοιπόν μάγοι: φέρτε τα δώρα σας. Ελάτε λοιπόν ποιμένες: μελωδήστε κι εσείς τον τρισάγιο ύμνο ενώνοντας τις φωνές σας με τις αγγελικές φωνές.

 Για ν’ απλωθεί τέλος η ματιά του σε ολόκληρη την πλάση, γιατί η πλάση είναι του Θεού και κάθε τι που αναπνέει δεν μπορεί να μένει αδιάφορο στην κίνηση του Δημιουργού του˙ αφορά ουσιαστικά κι εκείνο: όλοι μαζί αινέσατε τον Δημιουργό. 

Η Βηθλεέμ άπαξ διαπαντός έγινε το κέντρο διαχρονικά του σύμπαντος κόσμου. Γεννήθηκε εκεί ο Δημιουργός ως άνθρωπος κι ανοίχτηκε η κλεισμένη θύρα του Παραδείσου – «ετοιμάζου Βηθλεέμ, ήνοικται πάσι η Εδέμ». Κι ένας άλλος προεόρτιος ύμνος αιτιολογεί με μοναδικό τρόπο την αλήθεια αυτή: «Εκύκλουν ως θρόνον χερουβικόν Άγγελοι την φάτνην˙ το γαρ Σπήλαιον ουρανόν εώρων, κειμένου εν Αυτώ του Δεσπότου, και Δόξα εν υψίστοις Θεώ εκραύγαζον» (ωδή θ΄ Τριωδίου Αποδείπνου). (Κύκλωναν Άγγελοι τη φάτνη σαν να ήταν θρόνος χερουβικός. Διότι έβλεπαν το Σπήλαιο ως Ουρανό, αφού μέσα σ’ αυτό έκειτο ο Δεσπότης Κύριος. Γι’ αυτό και Δόξα στον Ύψιστο Θεό κραυγάζανε).

πηγή

Περιμένοντας τα Χριστούγεννα

 




του Αρχιμ. Γεωργίου Γρηγοριάτη

Αυτές τις ημέρες ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος καλείται να γιορτάσει ή μάλλον να ζήσει αληθινά το μεγάλο γεγονός της σωτηρίας και της λυτρώσεως των ανθρώπων και του κόσμου από τα δεινά των κακών και του διαβόλου. Καλείται να δεχθεί το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας και να γεμίσει Θεία Χάρη και Ευλογία.

Οι άγιοι Πατέρες, μας καλούν να ανοίξουμε τα μάτια της καρδιάς και να μελετήσουμε το μεγάλο αυτό μυστήριο, που κυριολεκτικά άλλαξε τη μορφή του κόσμου.

Ποιός είναι ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Κυρίου; Όλη η διδασκαλία των Πατέρων για την ενανθρώπηση του Κυρίου, περιέχεται στη φράση του Μέγα Αθανασίου: «Ο Λόγος σάρξ εγένετο, ίνα τον άνθρωπον δεκτικόν θεότητος ποιήση». Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη, για να μας φέρει απλά μια νέα διδασκαλία, αλλά να μεταδώσει σε μας τη Θεία ζωή, τη ζωή του Θεού. Να μας κάνει μετόχους Θείας Ζωής κατά χάρη. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάρη. Αυτό είναι το κεντρικό και ουσιώδες νόημα της μεγάλης αυτής και σημαντικής γιορτής.

Πριν από τη γέννηση του Κυρίου Ιησού, ο κόσμος ζούσε στο σκοτάδι της απιστίας και της ειδωλολατρίας με φωτεινές εξαιρέσεις.

Η απομάκρυνση των ανθρώπων από τον Δημιουργό του, είχε δυσάρεστες συνέπειες στη ζωή του. Όμως ο Θεός δεν εγκατέλειψε το πλάσμα Του. Στον κατάλληλο χρόνο στέλνει στη γη τον μονογενή του Υιό, για να σώσει τον κόσμο και τον άνθρωπο. «Ο Θεός επί γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ, γ’ 38). Ο αόρατος γίνεται ορατός, ο απρόσιτος προσιτός, ο Θεός μαζί με τους άνθρωπους. Μέγα και παράδοξο το μυστήριο. Ήλθε στη γη όχι όπως αυτός μπορούσε αλλά όπως εμείς μπορούσαμε να τον δούμε και να τον καταλάβουμε. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος με σάρκα για να επικοινωνήσει καλύτερα με μας. Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικά: «Πως έγινε τούτο το καταπληκτικό και αξιοθαύμαστο; Ένεκα της δικής Του αγαθότητας και όπως ένας βασιλέας βγάζει τη βασιλική στολή και σαν απλός στρατιώτης ρίχνεται στη μάχη, για να μη αναγνωρισθεί από τον εχθρό και έτσι και ο Χριστός ήρθε με ανθρώπινη μορφή, για να μην αναγνωρισθεί και αποφύγει ο εχθρός τη σύγκρουση μαζί του, αλλά και για να μη φοβίσει τους ανθρώπους, γιατί ήρθε για να τους σώσει και λυτρώσει».

Τελικά μια είναι η ουσιαστική εξήγηση της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, η αγάπη του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει πολύ καθαρά αυτή την εξήγηση, «Διά την πολλήν αγάπην, ην ηγάπησεν ημάς», «έκλινεν ουρανούς και κατέβη». Μαζί με τον μεγάλο Απόστολο, κάθε πιστός βλέπει πίσω από το ιστορικό και κοσμοσωτήριο γεγονός της γεννήσεως του Κυρίου την μεγάλη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αγάπη που έφθασε μέχρι το Σταυρό.

Περιμένουμε τη μεγάλη γιορτή της γεννήσεως. Και ο Υιός του Θεού αναμένει την ανταπόκριση της δικής μας αγάπης. Μας αγάπησε, να τον αγαπήσουμε και εμείς. Να του ανοίξουμε την καρδιά και τη ζωή μας. Να συνδεθούμε μαζί του. Είναι ασφαλώς η μεγαλύτερη δωρεά του Κυρίου Ιησού. Τα φετινά Χριστούγεννα ας είναι η απαρχή μιας νέας ζωής γεμάτη από τη Χάρη και Ευλογία του Θεού.

Καταβασίες Χριστουγέννων Αργές Ψάλλει ο +Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς


 Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ο Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς (1915-2008), στο μεγάλο πρόγραμμα ηχογραφήσεων εκκλησιαστικής μουσικής του Μανόλη Χατζηγιακουμή, πραγματοποίησε και μία πολύ σημαντική ηχογράφηση: όλες τις αργές Καταβασίες Πέτρου Πελοποννησίου (Σύνθεση περ. 1764-1770). 
Ένα δείγμα αυτού του έργου πήραμε με την «Ανθολογία Όγδοη» που εκδόθηκε στη σειρά «Ανθολογίες» των «Μνημείων Εκκλησιαστικής Μουσικής» στα 1999, από το «Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων» που ίδρυσε και διευθύνει ο Μανόλης Χατζηγιακουμής. Ολόκληρο το έργο εκδόθηκε αργότερα, το 2012, ως «Σώμα Τέταρτο».  
Παραθέτουμε εδώ τις περίφημες Καταβασίες Χριστός γεννάται ηχ α´ Πέτρου Πελοποννησίου (Ωδές α´-θ´) του Α´ Κανόνα των Χριστουγέννων (Ειρμολόγιο, σ. 9-22. Διάρκεια 14´.25´´).\
Τις Καταβασίες αυτές τις θυμάμαι από τον Δεσπότη να τις ψάλλει στο αργό μέλος, όταν ήμουν παιδί, από του Θρόνου και από μνήμης, στον ιστορικό Ναό του Παντοκράτορος Πατρών, κατά την πανήγυρι του Αγίου Ιερομάρτυρος Ελευθερίου (15 Δεκεμβρίου). 
Αυτό, φυσικά, το έκανε και σε άλλους ναούς που πανηγύριζαν την προεόρτιο των Χριστουγέννων περίοδο, οπότε και ψάλλονται στον Όρθρο οι Καταβασίες "Χριστός γεννάται". 
Μιλάμε, δηλαδή, για μια μακρόχρονη λειτουργική βίωση και πράξη που αποτυπώνεται στην συγκεκριμένη ηχογράφηση. 
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος έψαλε τις αργές Καταβασίες "Χριστός γεννάται", με τρόπο μεγαλοπρεπή, αλλά και ενθουσιαστικό! 
Ήταν πραγματικά ανεπανάληπτος, όπως και η λειτουργική εμπειρία την οποία ζήσαμε στην Πάτρα κατά την αρχιερατεία του.

«ΠΗΡΑΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ!»

 

 «Έτυχε λίγο πριν από τον θάνατο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, να βρεθώ παρέα με τον Αναστάσιο και μου λέει:

 “Πάρε τηλέφωνο τον Χρήστο (Γιανναρά)”.

Τον παίρνω και του λέω: “κ. Χρήστο, είναι στο τηλέφωνο ο μακαριώτατος και θέλει να σας μιλήσει”.

Βουτάει το τηλέφωνο και λέει: “Χρήστο, δεν είμαι ο μακαριώτατος, είμαι ο Τάσος”.

 Και είπανε δυο λόγια. Και στο τέλος λέει:

“Τουλάχιστον, Χρήστο μου, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά”.

 Και νομίζω η καθημερινότητα του μακαριστού Αναστασίου κάπως έτσι ήτανε». 

(π. Σπυρίδων Τσιμούρης, πρωτοπρεσβύτερος, θεολόγος – σε εκπομπή «Ενορία εν δράσει», αφιέρωμα στον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Τυράννων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, 21-12-2025).

 Για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κυρό Αναστάσιο (Γιαννουλάτο) έχουν πει, λέγονται και θα λέγονται πάρα πολλά, τόσο για το μεγάλο επιστημονικό έργο του, όσο βεβαίως και για την ιεραποστολική και ποιμαντική διακονία του όπου βρέθηκε και εργάστηκε είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε τέλος στην Αλβανία. Άνθρωπος διεθνούς εμβέλειας, καταξιωμένος από κάθε είδους επίσημο φορέα: επιστημονικό, εκκλησιαστικό, διαθρησκειακό, μία προσωπικότητα πράγματι χαρισματική, κι όχι μόνο με την έννοια την πνευματικά ορθόδοξη, που «ανάγκασε» και ανθρώπους που τον γνώρισαν αλλά δεν ήταν της ίδιας «συχνότητας» με αυτόν να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο του και να ομολογήσουν την ανυπέρβλητη ανθρωπίνως μεγαλοσύνη του. Και δεν θα ήθελα να προσθέσω κι εγώ κάτι άλλο, μολονότι ευλογήθηκα, όπως και πάμπολλοι μαζί με εμένα, να τον έχω καθηγητή στο Πανεπιστήμιο επί διετία, να βρεθώ κοντά του στο σπίτι του παρέα με μικρή ομάδα συμφοιτητών μου, να συμφάγουμε, να συζητήσουμε, να μας μοιράσει έπειτα στις στάσεις των λεωφορείων για την επιστροφή στο σπίτι μας με το δικό του παλιό αυτοκίνητο – μία μικρή μετοχή στην ακτινοβολία της χάρης που εξέπεμπε το φωτεινό του πρόσωπο και ο εμπνευσμένος κατά πάντα λόγος του.

Δεν θα ήθελα λοιπόν να προσθέσω κάτι άλλο, άλλωστε καθένας που τον γνώρισε και τον έζησε, θα είχε πολλά να πει και να διηγηθεί. Ακόμα και για τις περιπτώσεις που δεχόταν την αρνητική κριτική, την εμπαθή δυστυχώς τις περισσότερες φορές, (γιατί κατανοεί κανείς ότι δεν είναι εύκολο να μην αναπτυχθεί η ζήλεια, το τόσο περιεκτικό αυτό πάθος, όταν γίνεται σύγκριση με τέτοιου είδους προσωπικότητα – νιώθεις τόσο νάνος μπροστά σ’ έναν γίγαντα), θα άκουγες την απάντηση: «Δεν πειράζει, είναι αναμενόμενο. Ο Θεός να τους ελεήσει. Εμείς θα κάνουμε αυτό που νομίζουμε σωστό». Θυμίζει – ας επιτραπεί η παρέκβαση – το περιστατικό όπου μία ομάδα προσκυνητών, προ αρκετών ετών, είχαμε βρεθεί στο Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης μάς κράτησε για φαγητό στη δική του τράπεζα. Και σε κάποια στιγμή κάποιος από τους συνδαιτυμόνες του έθεσε το ερώτημα: «Παναγιώτατε, κάποιοι σας αμφισβητούν και λένε διάφορα εναντίον σας. Τι λέτε γι’ αυτό;». Και θαυμάσαμε όλοι τη στάση και την απάντηση του Πατριάρχη μας. Χωρίς καμία έκπληξη, χωρίς να χάσει την ηρεμία του, με γαλήνιο τρόπο απάντησε: «Δουλειά τους αυτοί, δουλειά μας εμείς». Η απάντηση δηλαδή του ανθρώπου που έχει πλήρη αυτοσυνειδησία για το τι είναι και τι κάνει και η πορεία του καθορίζεται από το όραμα που τρέφεται από τον Ουρανό!

Στο προκείμενο τώρα, τη συνομιλία του μακαριστού Αναστασίου με τον εξίσου μακαριστό Χρήστο Γιανναρά. Έχουμε την εντύπωση πως αυτό που απεκάλυψε ο γνωστός, συμπαθής και λίαν αξιόλογος και αξιοσέβαστος πρωτοπρεσβύτερος π. Σπυρίδων για το περιεχόμενο της συνομιλίας των δύο σπουδαίων αυτών ανδρών, αποτελεί το «στίγμα» της ζωής και της όλης βιοτής του μακαριστού αρχιεπισκόπου. Αν δηλαδή ήθελε κανείς με έναν λόγο να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο, τον μεγάλο κατά πάντα Αναστάσιο, και να ερμηνεύσει την όλη πορεία του, είναι ακριβώς η φράση του – μία ομολογία πίστεως και αυτοσυνειδησίας: «Τουλάχιστον, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»

Τον Χριστό δηλαδή πίστευε ο μακαριστός, Αυτόν εμπιστευότανε σε κάθε επιμέρους διάσταση της ζωής του, Αυτός ήταν το κέντρο της ύπαρξής του, κάτω από το βλέμμα Του λειτουργούσε και δραστηριοποιείτο πάντοτε, Εκείνος νοηματοδοτούσε το οτιδήποτε, μικρό ή μεγάλο, έκανε. Ο Χριστός δεν ήταν το «περιθώριο» της ζωής του, δεν ήταν το διακοσμητικό στοιχείο του, έτσι να λέει ότι είναι χριστιανός – η πιο βροντερή φανέρωση της εκκοσμίκευσης ενός θεωρούμενου χριστιανού, δηλαδή της πρακτικής αθεΐας του! Η ομολογία του αυτή: «πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»  συνιστά υπομνηματισμό της προτροπής του αποστόλου Παύλου «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι η προτεραιότητά του δεν ήταν απλώς να κάνει έργα, δεν ήταν να κηρύσσει κατά περίπτωση το Ευαγγέλιο, δεν ήταν να κτίζει Εκκλησιές, δεν ήταν να οικοδομεί φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν ήταν να πηγαίνει από δω κι από κει κάνοντας τον ιεραπόστολο˙ αλλά να βρίσκεται στο πιο οριακό σημείο που υπάρχει στον κόσμο: εκεί που είναι το θέλημα του Χριστού προκειμένου Αυτόν να διακρατεί στη ζωή του. «Εμοί το ζην Χριστός» δηλαδή θα έλεγε κανείς και για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο. Τον Χριστό «αεί ανέπνεε» κατά το πατερικό λόγιο, Εκείνον ήθελε στη ζωή του, γι’ αυτό και με το «κυνηγητό» αυτό «μετανάστευε» όπου έβλεπε ότι Τον καλεί Εκείνος – είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε στην Αλβανία. Οπότε χωρίς την επισήμανση αυτή, την πιο καίρια και σημαντική όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του θα έμεναν μετέωρα. Γιατί έργο μπορεί να αφήσει κανείς, το ζητούμενο όμως πάντα είναι το κίνητρο, το ποιητικό αίτιο της κάθε ενέργειάς του – αυτό που θα ζητηθεί από τον Κύριο την ημέρα της κρίσεως.

Ο μακαριστός Αναστάσιος – το πιστεύουμε βαθύτατα – επειδή τον Χριστό είχε κέντρο της ζωής του, όπως είπαμε, είναι από εκείνους που αγάλλονται τώρα στη Βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος που ήταν ο έρωτας της ζωής του όσο βρισκόταν στον κόσμο τούτο, ο Ίδιος πολλαπλασίως πιστεύουμε ότι είναι και τώρα και πάντα. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, βεβαιωμένα από τα στοιχεία της ζωής του, ζούσε έχοντας ξεπεράσει και τον ίδιο τον θάνατο. Θα ήταν παντελώς ακατανόητη η ζωή και η δράση του χωρίς την παράμετρο αυτή, η οποία συνιστά το πιο δομικό στοιχείο της ύπαρξης ενός χριστιανού. Διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Και «εις τον θάνατον Αυτού εβαπτίσθημεν». Ο Αναστάσιος ήταν και είναι ένας από τους «συγγενείς» του Κυρίου μας. 

Χριστούγεννα και φιλανθρωπία

 

Χριστούγεννα και φιλανθρωπία

Βρισκόμαστε σε περίοδο Χριστουγέννων.
Σύνηθες φαινόμενο των καιρών αυτών, είναι να ξεπροβάλλουν άπειρες «φιλανθρωπικές» οργανώσεις για να ζητήσουν την οικονομική ενίσχυσή τους από εμάς, λόγω των εορταστικών ημερών.
Δυστυχώς ζούμε σε εποχές άκρατης ελευθεριότητας και παραπλανητικής πληθώρας επιλογών, που αποπροσανατολίζουν και οδηγούν πολλές φορές σε λάθος επιλογές στην ζωή μας.
Ως παραδοσιοκράτης που είμαι, θυμάμαι ότι τα παλαιότερα χρόνια, η μοναδική αυθεντική πηγή συγκέντρωσης όλων των φιλανθρωπικών πόρων -καθώς είχε και την απόλυτη ευθύνη της σωστής κατανομής τους μετά- ήταν η Εκκλησία μας.
Δεν υπήρχαν τότε οργανώσεις οι οποίες συγκέντρωναν χρήματα και ήταν μακριά από τον χριστιανισμό, και αν υφίστανται, ήταν υπό τον έλεγχο και την υψηλή εποπτεία των Ιεραρχών μας.
Ένας μηχανισμός φιλανθρωπίας ο οποίος λειτουργεί για δύο χιλιάδες χρόνια, με ιδιαίτερα ρυθμισμένο τρόπο απονομής βοήθειας στους φτωχούς και τους αναξιοπαθούντες.
Ο τρόπος λειτουργίας του, είναι ιδιαίτερα απλός:
ο κάθε Χριστιανός, αφήνει ανώνυμα την βοήθεια που αντέχει η οικονομική του κατάσταση, στο παγκάρι της Εκκλησίας που βρίσκεται στην Ενορία του.
Ο Ιερέας του Ναού ύστερα, συγκεντρώνει όλα τα χρήματα που μαζεύτηκαν από τις φιλανθρωπίες, και γνωρίζοντας καλά τους συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη στην περιοχή του (χήρες, ορφανά, αναξιοπαθούντες, ανάπηροι, μονογονεϊκές οικογένειες σε ανέχεια, μοναχικοί υπερήλικοι, άνεργοι) μοιράζει αναλογικά με το πρόβλημα του καθενός, το συνολικό ποσό που συλλέχθηκε από την χριστιανική κοινότητα.
Ο βομβαρδισμός για επίκληση οικονομικής βοήθειας από οργανώσεις που ζητάνε τα χρήματά μας για «φιλανθρωπίες» τις επόμενες ημέρες, θα αυξηθεί κατακόρυφα.
Οι σκοποί της κάθε οργάνωσης μπορεί να μην είναι καν φιλανθρωπικοί, δηλαδή να μην είναι προσανατολισμένοι προς το όφελος του συνανθρώπου μας.
Θα ακούσουμε για σκοπούς διάσωσης ενός εκλιπόντος ζώου στα βάθη κάποιας μακρινής ηπείρου, για την προάσπιση των δικαιωμάτων κάποιας ακτιβιστικής μειονότητας με ιδιαίτερη πολιτική ατζέντα, για την συντήρηση κάποιου κτιρίου ιστορικής σημασίας σε αλλοδαπή χώρα, για την διατήρηση των παραδόσεων και της γλώσσας ενός μακρινού λαού που συρρικνώνεται.
Σκεφτείτε πολύ προσεχτικά πριν προσφέρετε τον όβολό σας:
γιατί να εμπιστευθείτε κάποιον εξωεκκλησιαστικό οργανισμό με αμφίβολους ελεγκτικούς εσωτερικούς μηχανισμούς, όταν υπάρχει η Ορθοδοξία μας;
Αν έχετε υστέρημα και επιθυμείτε να το προσφέρετε στο κοινωνικό σύνολο σε αγαθό σκοπό σε αυτές τις εορτές, κάντε το καλό και επισκεφτείτε τον Ιερό Ναό της γειτονιάς σας. Αφήστε το βοήθημα στο παγκάρι της Εκκλησίας, και να είστε σίγουροι ότι έχετε κάνει το σωστό.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους τους αναγνώστες.

Απόστολος Κρητικόπουλος

πηγή

Τρίτη, Οκτωβρίου 21, 2025

Η Εκκλησία δεν με ξεχνά ποτέ...

 

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
Με παρρησία (Ιερά Μητρόπολη Βεροίας) - εικ.

Μέσα στην ησυχία του Αγίου Βήματος 
αρχίζει το αόρατο μυστήριο· 
ο ιερέας, λειτουργός της θείας οικονομίας, 
κρατά στα χέρια του τον άρτο της ζωής, 
και τον μεταποιεί σε ένσαρκο σύμβολο 
του Αμνού του Θεού. 


Ο άρτος 
γίνεται κέντρο της κτίσης, 
και γύρω του συναθροίζονται 
ουρανός και γη, 
ζώντες και κεκοιμημένοι, 
άγγελοι και άγιοι.

Κάθε όνομα που ψιθυρίζεται 
ενδύεται αιωνιότητα· 
οι ζώντες λαμβάνουν δωρεά χάριτος, 
ως αόρατη μετάληψη πριν από τη Μετάληψη, 
ενδυνάμωση για τον αγώνα, 
ανάπαυση για την ψυχή που αγωνίζεται, 
δροσιά για την δίψα της ζωής.

Οι κεκοιμημένοι δεν μένουν έξω, 
αλλά εντάσσονται στον κύκλο της Εκκλησίας· 
η μνημόνευση ενώνει την προσευχή της γης 
με την προσδοκία του Ουρανού. 
Σαν δρόσος επάνω στους τάφους, 
η θεία ευσπλαχνία κατέρχεται 
και φωτίζει τα σκοτεινά περάσματα του Άδη.

Εδώ, στην ταπεινή Πρόθεση, 
ξεδιπλώνεται η μυστική κοινωνία των Αγίων. 
Και έπειτα κατά την διάρκεια 
της Θείας Λειτουργίας, 
η Εκκλησία η θριαμβεύουσα 
και η Εκκλησία η στρατευομένη 
συμμετέχουν αόρατα στο ένα ποτήρι. 
«Ἵνα ὦσιν ἕν». 
Όλοι γίνονται ένα. 
Όλα ενώνονται, όλοι συγχωρούνται, 
σε μια κοινωνία μυστική, 
σε ένα Σώμα, 
εκείνου του Χριστού. 


Όταν ο ιερέας λέει 
«Μνήσθητι, Κύριε των δούλων σου…», 
δεν είναι απλή επίκληση· 
είναι ανάβαση ψυχών, 
είναι αποκατάσταση μνήμης, 
μέσα στην αγάπη και στο έλεος του Θεού.

Έτσι, η Πρόθεση 
γίνεται μικρό προσκήνιο 
της αιώνιας Λειτουργίας, 
όπου ο Χριστός είναι 
ο δωρητής και το δώρο, 
και όλοι εμείς —ζώντες και τεθνεώτες— 
γινόμαστε μέτοχοι 
της μίας ανάστασης.

…η Εκκλησία δεν με ξεχνά, 
γιατί με κρατά στην προσευχή της, 
μέσα στο σώμα του Χριστού.

Η βοήθεια είναι αόρατη 
μα αληθινή· 
είναι παρηγοριά, 
είναι ενίσχυση, 
είναι συγχώρηση, 
που κατακλύζει την ζωή μου, 
είτε βρίσκομαι στη γη 
είτε έχω περάσει 
από το μυστήριο του θανάτου, 
στην όντως ζωή, 
όπου εκεί όλα βιώνονται αλλιώς 
και όλα κατανοούνται αληθινά.

Η Αγία Πρόθεση 
είναι ο τόπος όπου το όνομά μου 
δεν χάνεται, 



αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Με παρρησία (Ιερά Μητρόπολη Βεροίας) - εικ.


Μέσα στην ησυχία του Αγίου Βήματος 

αρχίζει το αόρατο μυστήριο· 

ο ιερέας, λειτουργός της θείας οικονομίας, 

κρατά στα χέρια του τον άρτο της ζωής, 

και τον μεταποιεί σε ένσαρκο σύμβολο 

του Αμνού του Θεού. 


Ο άρτος 

γίνεται κέντρο της κτίσης, 

και γύρω του συναθροίζονται 

ουρανός και γη, 

ζώντες και κεκοιμημένοι, 

άγγελοι και άγιοι.


Κάθε όνομα που ψιθυρίζεται 

ενδύεται αιωνιότητα· 

οι ζώντες λαμβάνουν δωρεά χάριτος, 

ως αόρατη μετάληψη πριν από τη Μετάληψη, 

ενδυνάμωση για τον αγώνα, 

ανάπαυση για την ψυχή που αγωνίζεται, 

δροσιά για την δίψα της ζωής.


Οι κεκοιμημένοι δεν μένουν έξω, 

αλλά εντάσσονται στον κύκλο της Εκκλησίας· 

η μνημόνευση ενώνει την προσευχή της γης 

με την προσδοκία του Ουρανού. 

Σαν δρόσος επάνω στους τάφους, 

η θεία ευσπλαχνία κατέρχεται 

και φωτίζει τα σκοτεινά περάσματα του Άδη.


Εδώ, στην ταπεινή Πρόθεση, 

ξεδιπλώνεται η μυστική κοινωνία των Αγίων. 

Και έπειτα κατά την διάρκεια 

της Θείας Λειτουργίας, 

η Εκκλησία η θριαμβεύουσα 

και η Εκκλησία η στρατευομένη 

συμμετέχουν αόρατα στο ένα ποτήρι. 

«Ἵνα ὦσιν ἕν». 

Όλοι γίνονται ένα. 

Όλα ενώνονται, όλοι συγχωρούνται, 

σε μια κοινωνία μυστική, 

σε ένα Σώμα, 

εκείνου του Χριστού. 


Όταν ο ιερέας λέει 

«Μνήσθητι, Κύριε των δούλων σου…», 

δεν είναι απλή επίκληση· 

είναι ανάβαση ψυχών, 

είναι αποκατάσταση μνήμης, 

μέσα στην αγάπη και στο έλεος του Θεού.


Έτσι, η Πρόθεση 

γίνεται μικρό προσκήνιο 

της αιώνιας Λειτουργίας, 

όπου ο Χριστός είναι 

ο δωρητής και το δώρο, 

και όλοι εμείς —ζώντες και τεθνεώτες— 

γινόμαστε μέτοχοι 

της μίας ανάστασης.


…η Εκκλησία δεν με ξεχνά, 

γιατί με κρατά στην προσευχή της, 

μέσα στο σώμα του Χριστού.


Η βοήθεια είναι αόρατη 

μα αληθινή· 

είναι παρηγοριά, 

είναι ενίσχυση, 

είναι συγχώρηση, 

που κατακλύζει την ζωή μου, 

είτε βρίσκομαι στη γη 

είτε έχω περάσει 

από το μυστήριο του θανάτου, 

στην όντως ζωή, 

όπου εκεί όλα βιώνονται αλλιώς 

και όλα κατανοούνται αληθινά.


Η Αγία Πρόθεση 

είναι ο τόπος όπου το όνομά μου 

δεν χάνεται, 

τα βάσανα μου, οι αγωνίες μου, 

τα λάθη και τα πάθη μου, 

οι ελπίδες και τα δάκρυα 

στέκονται ενώπιον του Αμνού· 

κι εκεί, στη θυσία Του, 

στην αυτοπροσφορά Του, 

βρίσκω βοήθεια, 

φωτισμό, 

αποδοχή, 

συγχώρεση, 

βρίσκω σωτηρία. 


τα βάσανα μου, οι αγωνίες μου, 
τα λάθη και τα πάθη μου, 
οι ελπίδες και τα δάκρυα 
στέκονται ενώπιον του Αμνού· 
κι εκεί, στη θυσία Του, 
στην αυτοπροσφορά Του, 
βρίσκω βοήθεια, 
φωτισμό, 
αποδοχή, 
συγχώρεση, 
βρίσκω σωτηρία.

Πηγή

Τρίτη, Απριλίου 22, 2025

Διάλογος Active Member + Ιησού

 

Φωτο από: Φωνή βοώντος αμαρτωλού ιερέως

Καλώς ήρθες, παράξενε, στον τόπο μου

Στίχοι: Active Member
Μουσική: Active Member
Πρώτη εκτέλεση: Active Member

Βάζω λίγο σκοτάδι και λιγάκι βροχή
για να σου φτιάξω μια παράξενη αρχή
και να σε ξεμακρύνω λίγο από τη σκέψη σου,
που έτσι κι αλλιώς ξεσυνερίζεται το κέφι σου.
Σε πάω σε δρόμο μικρό, σε σοκάκι παλιό,
σ' ένα αιώνια ποτισμένο απ' το κρασί καπηλειό,
μέρος κακόφημο, ακόμα και για το στοχασμό μου
που ούτε κι ο φόβος δε με φέρνει στ' όνειρό μου.
Εδώ λοιπόν, θα μοιραστώ μια ιστορία μαζί σου
που 'ναι σα να συνέβη χθες και ορκίσου
αν σε πειράξει τόσο που ντραπείς
πουθενά να μην την πεις.

«Καλώς ήρθες, ξένε, στο τόπο μου
άραξε δίπλα να σου βάλω ένα κρασί να πιεις.
Συγχώρεσέ με λιγάκι για τον τρόπο μου,
μα με βρήκες στην αγκαλιά της ντροπής.
Ξέμεινα μόνος μου, πάρε και κάτσε όπου θες,
κουρασμένο σε βλέπω, πρέπει καιρό να γυρίζεις,
όμως μέσα στη ζαλάδα μου και πίσω απ' τις σκιές
σα να μου φαίνεται πως κάτι μου θυμίζεις».

«Γεια σου και σένα, έλειπα χρόνια, ήμουνα κάπου μακριά,
με φέραν πίσω δυνατές φωνές
και κάποιες τύψεις, που μου είπαν πως εδώ κοντά
έχω γεννηθεί κι έχω πεθάνει δυο χιλιάδες φορές».

«Ω, να τα μας, καλά είπα όταν σε είδα
πως σίγουρα παράξενα θα πρέπει να μιλάς,
από άλλο κόσμο έχεις απάνω σου σφραγίδα
αυτά τα αγκάθια στο κεφάλι και τα ρούχα που φοράς».

«Κάποτε κάποιοι μου το φόρεσαν για στέμμα
και με χλευάζανε μεγάλο βασιλιά,
ακόμα τρέχει από τότε φρέσκο αίμα
σ' αυτά που ανέβηκαν του χρόνου τα σκαλιά.
Γι' αυτό με βλέπεις μέσα στις σκιές,
σαν να φοβάμαι και να θέλω να γλιτώσω,
μια προσευχή σ' ένα περβόλι με ελιές
δε με αφήσανε ποτέ να την τελειώσω».

«Κι όμως μυρίζεις ουρανό και χώματα
κι αυτή την όμορφη δροσιά της σιωπής».
«Είναι που μ' έφεραν εδώ αλλόκοτα μαλώματα
άκου, λοιπόν, τι θα τους πεις:
Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί
κι αφού σκοτώνουν στ' όνομά μου,
πες αναβάλλεται η γιορτή,
πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου.
Πες τους ο χρόνος πως τρελάθηκε,
δε κάνει στάση Γολγοθά,
πες ο παράξενος πως χάθηκε
κι έφυγε οριστικά».

«Μπερδεμένα μου τα λες, αλλά γουστάρω,
πρέπει να σπούδασες την τέχνη του μυαλού
ή σαν κι μένα όταν με πιάνει και σαλτάρω
και πίνω εδώ, με πιάνει αλλού».

«Γι' αυτό και εγώ ήρθα εδώ και σε διάλεξα πιωμένο,
για να μπορέσεις την αλήθεια να τους πεις.
Κάτω από το φως το μέτωπο έχεις ιδρωμένο,
μα το προσέχεις καθαρό, δε θα ντραπείς.
Οι άλλοι παίξανε μαζί μου στους αιώνες
αυτοκράτορα με χρίσανε, με κάναν στρατηγό,
τα απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες
και δεν ήξερα τίποτα εγώ».

«Που με βρήκες εδώ κάτω τι με θες;
Το μυαλό μου δε σαλεύει από κούνια.
Σα να γεννήθηκα μου φαίνεται χτες
ενώ έξω υπάρχουν έξυπνοι μιλιούνια».

«Αυτούς τους είδα, τους άκουσα, τους νιώθει το πετσί μου,
προτιμώ τα καρφιά που με κρατάνε στο σταυρό.
Αυτοί πουλήσαν ακριβά τη γέννησή μου,
αυτοί φυλάνε το σκοτάδι θησαυρό.
Πες στους εχθρούς μου ότι είχαν λόγο καλό
και θα τους σέβομαι γιατί πιο τίμια σταθήκαν.
Όταν με σκοτώναν, κοιτούσαν ουρανό
κι έτσι πρόλαβαν, από εκεί συγχωρεθήκαν».

«Ωραίος, παράξενε φίλε μου, απόψε
για την ανημποριά μου βρήκες σκοπό.
Πάρε μια κούπα, πάρε ψωμί και κόψε,
να τελειώσω το κρασί μου και θα πάω να τους πω:
Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί
κι αφού σκοτώνουν στ' όνομά σου,
θα πω αναβάλλεται η γιορτή,
πας να ξαπλώσεις στα καρφιά σου.
Θα πω ο χρόνος πως τρελάθηκε
δε κάνει στάση Γολγοθά,
θα πω ο παράξενος πως χάθηκε
κι έφυγε οριστικά».

Πηγή: stixoi.info



Και τώρα τα σχόλιά μας

Το τραγούδι αυτό (το πρωτοείδα σε ορθόδοξο blog εδώ), όπως φαίνεται και στο ΥΤ, είναι πια κάτι σαν προσευχή -κραυγή;- μιας μεγάλης μερίδας νέων, διαφόρων πεποιθήσεων.
Οι στίχοι του διαβάστηκαν αρχές της Σαρακοστής 2011 σε μια απογευματινή συγκέντρωση χριστιανών, σε κάποια ενορία. Το κοινό (αποτελούμενο κυρίως από ηλικιωμένες κυρίες) ένιωσε πολύ έντονα τη δίψα που εκφράζουν και κάποιες κυρίες (εντελώς παραδοσιακές χριστιανές, αυθεντικές όμως, όχι υποκρίτριες - και ποιος είμ' εγώ που θα κρίνω αν ο άλλος "είναι υποκριτής" ή όχι; μήπως μπορώ να κρίνω έγκυρα την αφεντιά μου;) ζήτησαν κι ένα αντίγραφο των στίχων.
Φυσικά, δε χρειάζονται σχόλια, για να καταλάβει κάθε υποψιασμένος χριστιανός (ή μη) πόση ΔΙΨΑ για Χριστό, για αλήθεια και ειλικρίνεια εκφράζει! Βλέποντας τα σχόλια κάτω απ' το βίντεο (στο παραπάνω link), καταλαβαίνεις πόσο απογοητευμένος είναι ο νέος απ' αυτό που νομίζει ότι βλέπει (ή στ' αλήθεια βλέπει) στις εκκλησίες, παπά μου.
Βέβαια, ο blogger που γράφει μέσα σε άλλα πως, τη Μ. Εβδομάδα, "οι παπάδες θα τα πάρουν χοντρά", κάνει λάθος, γιατί ειδικά τη Μ. Εβδομάδα δεν υπάρχει τίποτα που να δίνει ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ οικονομικά οφέλη στους παπάδες. Δεν τα παίρνουν λοιπόν ούτε χοντρά, ούτε... λιανά. Εκτός αν εννοεί ότι "λεφτά στο παγκάρι = ο παπάς κονομάει", πράγμα εντελώς λάθος. Υπάρχουν πολλοί παπάδες που "λένε" - πάντως, παπά μου, ξύπνα, σε σένα μιλάνε.
Μαμά, γιαγιά, γι' αυτό το Χριστό διψάνε τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου, τα παιδιά της γειτονιάς σου. Μπορείς να τους τον προσφέρεις; Με αγάπη, όχι με κηρύγματα... Αν όχι, πάντως να το θυμάσαι όταν θα κάνεις την προσευχή σου και, σε παρακαλώ, να Του πεις κάτι γι' αυτή τη δίψα.
Από μας εδώ, παραπέμπουμε σ' αυτό το post μας και σε μερικούς άλλους "παράξενους" (δηλ. τελείως διαφορετικούς από εμάς τους δήθεν "φυσιολογικούς"), έτσι, σα μια πρόσκληση σε αλήθεια και ειλικρίνεια.

Άλλο παράξενο: Ο "Μπαγάσας" του Νικόλα του Άσιμου (ανάλυση από κάτι παράξενους τύπους).
Ας κοτσάρω και το δικό μας το Νυμφίο (στην αρχή είναι ένας πιο ροκ, αλλά καλός - κι από blog παπά), για να καταλάβει κάθε blogger (ροκάς ή μη, άθεος ή όχι, όποιος νά 'ναι, δε με νοιάζει, καλοδεχούμενος είναι) σε Ποιον Θεό πιστεύουμε και τι αναγνωρίζουμε ως "δόξα" για το Βασιλιά μας και τον εαυτό μας:



Δευτέρα, Απριλίου 21, 2025

Μαρτύριο των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων

 Μαρτύριο των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης  και των συν αυτώ μαρτυρησάντων

Στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή του Αγίου Ραφαήλ, στη Θερμή της Λέσβου, ήταν κτισμένη παλαιότερα η Μονή των Καρυών που καταστράφηκε από τους πειρατές το 1235μ.Χ., όταν Ηγουμένη ήταν η Οσιομάρτυς Ολυμπία. Το μοναστήρι αυτό κτίσθηκε ξανά το 1433 και ως Ηγούμενος ήρθε ο Άγιος Ραφαήλ το 1454. Όμως, τον Σεπτέμβριο του 1462 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Μυτιλήνη και το νησί ολόκληρο. Τον Μάρτιο του 1463, ήρθαν στη Θερμή Τούρκοι φοροσυλλέκτες για το χαράτσι...


 

Σε όσους δεν έβρισκαν πολλά γρόσια, έπαιρναν μικρά παιδιά μέχρι 14 ετών, καθώς και κοπέλες παρθένες, που όμως η απαγωγή μιας εξ αυτών, δυσαρέστησε πολύ ένα παλικάρι που την αγαπούσε και για το λόγο αυτό φόνευσε τον Τούρκο τσοχατζάρη. Ως αντίποινα τότε οι Τούρκοι σκότωναν ασκαρδαμυκτί, γι’ αυτό και πολλοί Θερμιώτες αρνήθηκαν να πληρώσουν οποιονδήποτε φόρο και κατέφυγαν στα γύρω βουνά του Παλαμά και της Παντέρας για να μην φονευθούν, μπλέκοντας όμως αδίκως το μοναστήρι που ήταν εκεί, καθώς και τον Άγιο Ραφαήλ. Την Μεγάλη Τρίτη, 3 Απριλίου του 1463, ο Άγιος Ραφαήλ διατάσσεται να παραδώσει στους Τούρκους, τους Θερμιώτες «αντάρτες», αλλιώς θα κατέστρεφαν την Μονή. Την Μεγάλη Πέμπτη, διηγείται ο Ακίνδυνος που ήταν επιστάτης της Μονής, ότι μετά την Ακολουθία των Παθών και τα Δώδεκα Ευαγγέλια, ο Ηγούμενος (Αγ. Ραφαήλ) μας ανακοίνωσε πως έπρεπε να ανοίξουμε την Κρύπτη της Μονής. Ήταν μία στενόμακρη γαλαρία που ξεκινούσε από την καταπακτή του Ιερού και σε λίγο διακλαδιζόταν σε μια μικρή ψευτοκρύπτη για να συνεχίσει με μυστική πρόσβαση στην κυρία Κρύπτη. «Εδώ θα κρύψουμε απόψε τους πνευματικούς μας θησαυρούς, θα ακολουθήσουν, Αδερφοί μου, ώρες χαλεπές. Γρηγορείτε και προσεύχεσθε. Υλικά αγαθά δεν έχουμε. Ας κοιτάξουμε όμως να περισώσουμε τους θησαυρούς της άμωμης Πίστης μας για τους μεταγενέστερους. Εμείς δώσαμε τη Διακονία μας, τώρα έρχεται η στιγμή να δώσουμε και τη Μαρτυρία μας για το Χριστό και για την Ελλάδα. Πολλοί στεναγμοί θ' ακουστούν σε τούτα τα χώματα. Κι από πολλές γενιές. Μα θα 'ρθει κάποτε μια νέα γενιά ελεύθερη που θ' αξιωθεί να συνεχίσει την ίδια Διακονία. Γι' αυτούς ας κρύψουμε τους πνευματικούς μας θησαυρούς, να δυναμώσουμε και να διευκολύνουμε τη δική τους Διακονία»…

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε. Κουβαλήσαμε ό,τι μπορούσαμε, τα ιερά βιβλία, τα άμφια και τα Αγια Σκεύη του Ιερού, τις εικόνες, όλα στην κρύπτη. Σε ειδικό δέμα περιτυλιγμένο με κατραμωμένο πανί η Πικραμένη Παναγιά. Την ασπαστήκαμε όλοι με δάκρυα και βαθιά προσευχή αφού την κάναμε πρόχειρη λιτανεία... Πρωί πρωί ο Ηγούμενος μ' έστειλε μαζί με τον Αδερφό Σταύρο (μοναχός της Μονής) στο βουνό. Η φωνή του δεν σήκωνε κουβέντες καθώς ο Σταύρος προσπάθησε να φέρει αντίρρηση. «Μα Γέροντα θα χρειαστούμε εδώ. Έχει εδώ σήμερα τόσην χρείαν...». «Στην Παντέρα και οι δυο σας, στη Σπηλιά του Γέροντα. Και θα έρθετε για την Ανάσταση...»

Καταλαβαίναμε πως κάτι το ασυνήθιστο γινόταν στο μοναστήρι. Μα τα φίδια μας φάγανε σαν το δειλινό του Μεγάλου Σαββάτου πλησιάσαμε προς τις Καρυές. Μπροστά μας ο βοσκός της στάνης μας. «Μακριά, μην πλησιάζετε στο μοναστήρι, γίνεται χαλασμός, χαλασμός. Έλεος ο Κύριος...». Μείναμε εκεί κρυμμένοι προσπαθώντας ν' αγναντεύουμε χωρίς να μπορούμε να δούμε τίποτα. Έτσι αδιόρατα έφταναν στα αυτιά μας βογγητά και στεναγμοί πόνου. «Πάμε ρε Ακίνδυνε, μέσα στο χαλασμό κι εμείς...», έκανε ο Σταύρος. «Εδώ, Σταύρο, υπομονή μέχρι το τέλος, αν γίνει ο χαλασμός εμείς θα πρέπει να πάμε και να τον κλάψουμε, και να τον συμμαζέψουμε, υπομονή...». Και μείναμε περιμένοντας Λαμπρές ημέρες άυπνοι, ατάϊστοι, λιγωμένοι από τον πόνο. Τη Λαμπροτρίτη κονταυγές σαν είδαμε τα τούρκικα μπαϊράκια να φεύγουν πλησιάσαμε δειλά δειλά στο μοναστήρι. Με το που αντικρίσαμε το κακό, η ψυχή μας πιάστηκε σα να ξυπνούσε από άγριο όνειρο, γινήκαμε αγέρας και βρεθήκαμε αγέρας πάνω στα πετσοκομμένα κουφάρια των αγαπημένων μας. Πιάστηκε η ψυχή μας. «Για το Θεό, θα λιγοθυμήσω», έκανε ο Σταύρος και παραπάτησε. Έσφιξα την καρδιά μου και τον έπιασα από το μπράτσο. «Κουράγιο». Δίπλα σ' ένα σωρό ξεσκισμένες σάρκες ήταν γονατισμένη η Αγγελική η Μαραγκίνα μαζί με τη δεκάχρονη κόρη της τη Βασιλικούλα. Στεγνές, βουβές, και με κουρελιασμένα ρούχα να κοιτάζουν αποχαυνωμένες τα ουράνια και να μαγουλοτραβιώνται πάνω στα ερείπια και τα πετσοκομμένα πτώματα. «Μα πώς έγινε, κυρα-Αγγέλα, τούτη η τρομερή καταστροφή; Τόσο μίσος, τόση βαρβαρότητα;...» Η κυρα-Αγγέλα στύλωσε τα στεγνά της μάτια επάνω μου κι έδειξε κατά τους νεκρούς. Σηκωθήκαμε απαλά και πήγαμε στην άκρη. «Για το θεό, κάτι πρέπει να κάνουμε, τι θα κάνουμε, Θεέ μου;», έκραξεν ο Σταύρος σηκώνοντας ψηλά, σε στάση απελπισμένης ικεσίας, τα χέρια του.

«Αχ να σας τα ειπώ, να σας τα ειπώ εγώ, τα είδα όλα με τα μάτια μου, τα μαρτύρια και τα τούραγνα εδώ, ούτε στον εχθρό σου. Δόξα να 'χει ο Θεός...». Θεομαχιόταν και σταυροκοπιόταν η κυρα-Αγγέλα. Σε λίγο ηρέμησε και καθίσαμε στην απόμερη πεζούλα, τα μάτια μας γεμάτα τρόμο προς τον δρόμο μη ξανάρθουν οι αγριότουρκοι. Η απλή Μυτιληνιώτισσα με την αγριεμένη ματιά χάιδεψε τη Βασιλικούλα στην αγκαλιά της να την ηρεμήσει και βούτηξε τη γλώσσα της στις σκληρές μνήμες των ημερών εκείνου του Πάσχα: «Όλα αρχίσανε μ' αυτόνε τον αντίχριστο, το ζαβό-Αλαμανό, που μισούσε το μοναστήρι (ήταν ο Δρ. Σβάιτσερ, ένας Εβραιογερμανός πλανεμένος «ιατροφιλόσοφος» που πήγαινε στη Μονή, κουβέντιασε δήθεν και ύστερα σπιούνευε το τι γινόταν στο μοναστήρι). Κατάδωσε λοιπόν στους Τούρκους ότι οι αντάρτες είχαν καταφύγει εκεί. Τη Μεγάλη Παρασκευή οι αγριότουρκοι βρίσκονταν έξω από το μοναστήρι ζητώντας να μιλήσουν στον Ηγούμενο. Ο Ραφαήλ, όπως το ξέρετε κι εσείς, από την προηγούμενη αντιλήφθηκε πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Λοιπόν βγήκε και διαβεβαίωσε τους εισβολείς ότι δεν έκρυβε αντάρτες, αλλά αθώους και φιλήσυχους Χριστιανούς. Άρχισαν οι έρευνες. Τελικά σαν ύποπτοι θεωρήθηκαν ο προεστός της Θερμής Βασίλειος, ο Ιεροδιάκονος Νικόλαος και ο Θεόδωρος Διδάσκαλος της Θερμής. Όλοι δέθηκαν κι άρχισαν οι ανακρίσεις μέσα στη νύχτα. Ο Άγιος Ηγούμενος σήκωσε τη φωνή και διαμαρτυρόταν για την άδικη ιεροσυλία τέτοιες μέρες, αλλά δέθηκε στη μεγάλη καρυδιά και χτυπήθηκε άγρια. Οι διαμαρτυρίες του διακόνου Νικολάου έγιναν αιτία να δεθεί κι αυτός στη μικρή καρυδιά, ενώ ο προεστός με το Διδάσκαλο δέθηκαν στο αγκωνάρι της πόρτας. Και να ιδείς τη συμφορά, η Ντόνα Μαρία, η γυναίκα του προεστού κρατώντας το εντεκάμηνο μωρό της Ραφαήλ (το είχε βαπτίσει ο Άγιος Ραφαήλ) να παρακαλεί τους κακούργους για έλεος. Αυτοί κατακλωτσώντας τη γυναίκα της πήραν το μωρό και το ποδοπάτησαν κάνοντας το λιώμα, δεν βλέπετε ούτε έμεινε τίποτα από το δόλιο. Το μαρτύριο της κορυφώθηκε όταν ανακρίθηκε η κόρη της, η Ρηνούλα μας. Το κορίτσι, κοιτάζοντας μια τον Ηγούμενο μια τον μπαμπά της, αρνήθηκε να παραδεχθεί την ύπαρξη ανταρτών. Οι κακούργοι άρχισαν το βασανισμό. Οι βασανιστές ήταν πέντε: δυο Οθωμανοί, ένας Λαζός, ένας Τσερκέζος κι ένας Τουρκαλβανός, φίδια μαύρα και οι πέντε. Καθώς που λέτε στην αυλή έβραζε εδώ στο μεγάλο καζάνι το νερό για τη λάτρα, πήραν ένα χωνί κι άρχισαν να ρίχνουν βραστό νερό στο στόμα της κοπέλας, ενώ οι γονείς της πέσανε χάμω από τον πόνο. Ήτανε να σπαράζει η ψυχή σου, τέτοια τούραγνα. Εκείνο το κακόμοιρο να υποφέρει χωρίς να δίνει κατάθεση. Ο Λαζός απλώνει το χατζάρι του και χραπ, ο ασεβής, της κόβει το δεξί χέρι, κατόπιν το πόδι της. Το κοριτσάκι να πέσει ξερό. Τελικά παίρνει το αθώο σωματάκι της ένα ξεσκλίδι και το πετά στο πιθάρι που άναβε η φωτιά. Η Ειρήνη μαρτύρησε με φρικτούς πόνους στη θράκα. Πέσαμε στα γόνατα, έλεος, έλεος Θεέ μου τέτοιες μέρες. Και κλείναμε με φρίκη τα μάτια μας. Η άτυχη μάνα, η Μαρία, δεν πρόφθασε ούτε και να λιποθυμήσει. Βέλαξε σα δαμάλα που τη σφάζουνε και παραδόθηκε στο βαθύ της πόνο. Πέθανε από καρδιακή προσβολή. Ξερή στον τόπο, Θεέ μ' συγχώραμε, δεν τουραγνίστηκε παραπάνω.

Ο Διδάσκαλος Θεόδωρος κλαίγοντας γοερά δέχτηκε την επόμενη επίθεση. Μη έχοντας να μαρτυρήσει τίποτα εξαγρίωσε τους Τούρκους περισσότερο. Σε μια στιγμή απελπισίας, δεν άντεξε, τους εξεμπρόστιασε: "Ασεβείς, άκαρδα θεριά, εγώ σαν Έλληνας Δάσκαλος δεν μπορεί παρά να διδάσκω τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Και πεθαμένος αυτά θα διδάσκω..." Οι βασανιστές έγιναν θηρία. Δεν αρκέστηκαν με τρόπο φοβερό να του κόψουν τα χέρια και το κεφάλι. Καθώς το ακέφαλο πτώμα του κατρακυλούσε στη γη, συμφορά, άλλο να βλέπεις κι άλλο ν' ακούς, πήραν το κεφάλι που ακόμα σπαρταρούσε σαν το ψάρι και το σφήνωσαν ανάμεσα στα σκέλη του, ντροπής πράγματα τον άνθρωπο, δε βλέπετε τα χάλια. Να, και τα λιανισμένα χέρια τα έβαλαν στη θέση του κεφαλιού οι αντίχριστοι γιατί ήταν βλέπεις Δάσκαλος, περιφρόνηση, εξευτελισμός μέχρι 'κει που δεν παίρνει άλλο.

Ο διάκονος Νικόλαος διαμαρτυρήθηκε για τον εξευτελισμό του Δασκάλου. Είχε κι αυτός υποστεί ένα γερό ξυλοδαρμό μα μπορούσε να μιλήσει. Ο Τσερκέζος, ένα πανύψηλο ντερέκι με άγρια μαλλιά, γυρίζει προς το μέρος του κι αρχίζει να γελά δυνατά και σαρκαστικά. Μ' αυτό το γέλιο σταμάτησε κι η καρδιά του Νικολάου. Βλέπεις κι άλλη καρδιακή συγκοπή. Πάει το διακάκι μας, η χρυσή καρδιά.

Η Λαμπρή που λέτε βρήκε τον προεστό και τον Ραφαήλ να υπομένουν μονάχοι και σιωπηλοί το πολλαπλό τους μαρτύριο. Η ανάκριση τώρα στράφηκε στον Ηγούμενο χωρίς όμως καρπούς. Αφού τον έσυραν από τα μαλλιά και τα γένια πολλές φορές πέρα δώθε στον αυλόγυρο, τον κρέμασαν σου λέει ανάποδα στην μεγάλη καρυδιά. Τα ίδια έπαθε και η ανεψιά του προεστού Ελένη, άστην αυτή την έρμη, τουραγνίστηκε και κακοποιήθηκε σκληρά. Ξεψύχησε κι αυτή μέσα στα μαρτύρια. Κατά το ηλιοβασίλεμα του Πάσχα και αφού τουραγνίστηκε σκληρά, αποκεφαλίστηκε και ο προεστός Βασίλειος και δυο-τρεις άλλοι.

Την άλλη μέρα βρέθηκε στο μοναστήρι ο Αλέξανδρος, ο γιατρός ντε (ήταν φίλος του μοναστηριού)! Έφριξε ο άνθρωπος καθώς είδε τη σφαγή και τον Ηγούμενο σ' αυτά τα χάλια. Έκλαψε, παρακάλεσε για έλεος. "Μη θέλεις να πάρεις τη θέση του;" κορόιδεψε ο αγριότουρκος. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να δώσει στον Άγιο ένα ποτήρι νερό. Μα τα μαρτύρια ξανάρχισαν σκληρότερα. Κατά τα μεσάνυχτα της Λαμπροδευτέρας προς Τρίτη ο Τουρκαλβανός έφερε ένα πελώριο πριόνι "Να τον κόψουμε από το στόμα" συμφώνησαν όλοι. Το σαγόνι του Άγιου ανθρώπου, δεν το βλέπετε είναι κομμένο, αποκολλήθηκε ξεσκλίδι και πετάχτηκε. Ο Αλέξανδρος μη αντέχοντας την καταστροφή πήρε κάποιο πεταμένο χατζάρι και αυτοκτόνησε. Τέτοια απελπισία το 'πιασε το παιδί, έλεος Κύριε. Εμείς τα φτωχά Θεός γνωρίζει πώς αντέξαμε κι αντέχουμε να κρατούμε την ανάσα ακόμη στο στόμα μας...». Δεν ήταν ανάγκη, δεν αντέχαμε στο ύστερο, που ν' αντέξουμε στην τόση καταστροφή, δεν ήταν πια λόγια, ήταν η ανάγκη, τόσα κορμιά σφαγμένα κι ελεεινά, κάτι να τα θάψουμε, ο ήλιος κιόλας έτσουζε, οι χρυσόμυγες ζουζούνιζαν πάνω στα αίματα, Χριστέ μου τι συμφορά που μας μελλότανε να δούνε τα μάτια μας...»

Και συνεχίζει ο Ακίνδυνος: «Ο μοναχός Σταύρος λοιπόν κίνησε να πάει στο χωριό και να φέρει στραβά κουτσά τον παπα-Σάββα (Ιερέας της Θερμής), εκατό τόσο χρονών άνθρωπο για την κηδεία. Εγώ με τον τσοπάνο μείναμε για τους τάφους, η κυρα-Αγγέλα με το παιδί πήραν να μαζεύουν τους νεκρούς και να τους τακτοποιήσουν, κοψίδια κρέας δηλαδή τι να ταχτοποιήσεις, ας είναι... Τα χέρια μου κούτσουρο, πώς ανοίχτηκαν αυτοί οι τάφοι ένα θαύμα ήτανε. Για τον Ηγούμενο, την άγια ψυχή, ετοίμασα μέσα στην εκκλησιά, τρομάξαμε να βρούμε ένα χώρο μέσα στα αποκαΐδια που κάπνιζαν ακόμη. Τον προεστό με τη Ντόνα Μαρία μαζί, δίπλα ό,τι μαζέψαμε από τη Ρηνούλα και το μωρό, τι να μαζέψεις ένα λιώμα. Και πιο πέρα το διάκονο και δίπλα τον Διδάσκαλο. Τι πόνος, Θεέ μου, πόσες φορές την ημέρα εκείνης της αλησμόνητης πίκρας δεν εμακάρισα να ήμουν κι εγώ ένας από τους σφαγμένους....

Κατά το απομεσήμερο έφτασε κι ο Σταύρος με τον παπα-Σάββα, ένα ερείπιο γεμάτο συντριβή. Είναι βλέπεις και τυφλός «Παιδιά μου, δεν έχω μάτια, θέλω να ιδώ τους Μάρτυρες, να ιδώ τον Ηγούμενό μας». Μοιρολόγησε η κυρα-Αγγέλα «σπολάτι παπα-Σάββα, είσαι τυχερός, ρώτα κι εμάς που τους είδαμε, πόνος παπα-Σάββα, πόνος αβάσταχτος...». Ο παπα-Σάββας είχε τυλιχτεί σ' ένα σιγανό κλάμα. Σύρθηκε κατά το αγίασμα κι έτριψε τα θαμπά του μάτια σε βαθιά προσευχή. Σα σηκώθηκε μόνος του, βαδίζοντας κατά τα λείψανα φωτοβολώντας Άγιο Φως, η Βασιλικούλα εσπάραζε: «Βλέπει, ο παππούλης βλέπει». Όλοι μείναμε ξεροί κοιτάζοντας το θαύμα. Ο παπα-Σάββας ατάραχος φόρεσε πετραχήλι κι έβαλε μπρος για την ακολουθία της κηδείας... «Ψυχαί Δικαιων εν χειρί Θεού. Και ου μη άψηται αυτών βάσανος...»

Από τότε ο μοναχός Σταύρος και ο Ακίνδυνος, κρυβόντουσαν στις σπηλιές των γύρω βουνών. Την ίδια χρονιά (1463), την ημέρα της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου), ο πατήρ Σταύρος κατέβηκε στη Θερμή να μιλήσει, να αγιάσει και να εμψυχώσει τους Χριστιανούς. Τον είδε όμως, ο δόκτωρ Σβάιτσερ και τον «κάρφωσε» στον αγά. Τρεις μέρες μαρτύρια. Του κόψανε το αυτί και την άλλη μέρα τη μύτη. Παραμονή της Παναγίας του κόψανε το λαιμό και τον ενταφίασαν οι Θερμιώτες ύστερα από τρεις μέρες. Τα παλικάρια της Θερμής ορκιστήκανε να εκδικηθούν τους Τούρκους. Τον Απρίλιο του 1464, συνελήφθη ο Ακίνδυνος και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

Μετά από πεντακόσια χρόνια, στις Καρυές της Θερμής, άρχισε να κτίζεται το 1962 η Μονή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, μετά από σειρά θαυμαστών σημείων (1959-1962) που απεκάλυψαν τον μαρτυρικό βίο των Νεομαρτύρων. Ο Φώτης Κόντογλου λέγει: «Τοιαύτα θαύματα δεν έγιναν σε κανένα μέρος της Οικουμένης όπου κατοικούν Χριστιανοί…». Το μοναστήρι σήμερα είναι τόπος προσευχής και άσκησης για 45 μοναχές και την Γερόντισσά τους Ευγενία. Από όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας, αλλά και του υπολοίπου Ορθοδόξου κόσμου, συρρέουν χιλιάδες προσκυνητές για να προσκυνήσουν τους Θαυματουργούς Αγίους, εις δόξαν του Τριαδικού Θεού, και να ενδυναμωθούν πνευματικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς που διανύει το Γένος μας.

Βιβλιογραφία: «Άγραφον – Η Αποκάλυψη του Αγίου Ραφαήλ» του Φωτίου Λίτσα

                                                              Πηγή: http://stratisandriotis.blogspot.com/2012/04/blog-

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...