Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2012

ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΖΩΩΝ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΥΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ





Σουλτάνα Λάμπρου  Λέκτωρ Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ

1. Άλογος [=μη λογική] φύση και ανάσταση.
 
       Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο στο τέλος της δημιουργίας, αφού πρώτα δημιούργησε ολόκληρο τον άλλον κόσμο, τον έπλασε όμως «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν» Του, «ουχ ως απόβλητος εν εσχάτοις απορριφθείς αλλ' ως άμα τη γενέσει βασιλεύς είναι των υποχειρίων προσήκων»1. Ο άνθρωπος αν και πολύ κατώτερος στη δύναμη από τα άλογα ζώα, ωστόσο είναι διορισμένος βασιλεύς των αλόγων [=μη λογικών] και των αψύχων και με το λογικό που κατέχει δύναται να υψωθεί μέχρι και τον ουρανό2. Η δημιουργία του κόσμου από τον Θεό προ της πλάσεως του ανθρώπου απέβλεπε στην ετοιμασία του βασιλείου, του οποίου ηγεμών επρόκειτο να εγκατασταθεί ο άνθρωπος3. Η άλογος κτίση αποκτά την αξία της μόνο ως έργο του Δημιουργού και αναφέρεται στον Θεό και στον άνθρωπο, που είναι η εικόνα Του στον κόσμο. Ο κόσμος δεν αποτελεί αυτοαξία και αυτοσκοπό, δημιουργήθηκε με σκοπό  να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον άνθρωπο στις ποικίλες ανάγκες του, στην διακονία του οποίου βρίσκεται το νόημα της υπάρξεώς του, διότι η ιστορία αυτού προσδιορίζει την ιστορία και την μοίρα του κόσμου4. Η κυριαρχία του ανθρώπου στην κτίση δεν έχει μόνο δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις, του δόθηκε η εντολή του «εργάζεσθαι αυτόν (κόσμον) και φυλάσσειν»5, να προστατεύει δηλαδή και να αγαπά την δημιουργία, να συμβιώνει αρμονικά μαζί της.
       
Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι ο άνθρωπος αποτελεί κρίκο μεταξύ του Θεού και του υλικού κόσμου, ενσωματώνοντας ως είδος «μικρόκοσμου» ολόκληρο την υλική δημιουργία, τον «μακρόκοσμο» και συνδέοντάς την με τον Θεό6. Η αρμονική όμως σχέση του ανθρώπου και της φύσεως διαταράχθηκε με την πτώση των πρωτοπλάστων. Έπαψε πλέον ο άνθρωπος να αποτελεί το κέντρο, όπου ενώνονται το φυσικό και το θεϊκό στοιχείο. Το «καλά λίαν»7 της δημιουργίας αλλοιώθηκε πρωτογενώς στον άνθρωπο και μέσω αυτού, ως κακό, φθορά, εξαχρείωση και θάνατος πέρασε και σ' ολόκληρο την κτίση. Οι συνέπειες της πτώσεως δεν περιορίσθηκαν μόνο στο ανθρώπινο γένος, αλλά επεκτάθηκαν και στην άλογο κτίση. Η κτίση υποτάχθηκε στην ματαιότητα, στην φθορά και αναμένει την απελευθέρωση από την δουλεία της φθοράς, συστενάζουσα και συνωδίνουσα μετά του πεπτωκότος και αμαρτάνοντος ανθρώπου8. Ο φυσικός κόσμος οδηγήθηκε σε κατάσταση πτώσεως και αποστασίας και τα ζώα άρχισαν να αρνούνται την υποταγή στον άνθρωπο9. Ο δε άνθρωπος εμμένοντας στην αμαρτία αντιμετωπίζει την κτίση ωφελιμιστικά με αποτέλεσμα να αυξάνεται επικίνδυνα η έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς τη φύση και να συμβάλλει στην εκμετάλλευση και τη φθορά της. Δεν την αντιμετωπίζει πλέον ως ιερέας που οφείλει να την αναφέρει στον Δημιουργό, αλλά ως δυνάστης και καταστροφέας10.
       
Η συμφιλίωση του ανθρώπου με την άλογο κτίση επανακτάται με την εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου και την αποκατάσταση της προς τον Θεόν κοινωνίας του. Ο Χριστός ενηνθρώπησε για να λυτρώσει τον άνθρωπο και να τον αποκαταστήσει στην αρχέγονο προπτωτική του κατάσταση11. Η σωτηρία του ανθρώπου βέβαια και όχι του κόσμου είναι ο τελικός στόχος της θείας οικονομίας. Ο κόσμος αποτελεί το αναγκαίο πλαίσιο για την πνευματική τελείωση και σωτηρία του ανθρώπου με τελικό σκοπό την δόξα του Θεού. Η μοίρα του κόσμου ακολουθεί την ιστορία του ανθρώπου και αν δεν υπάρξει πνευματική αναστροφή και διάσωση του ανθρώπου, η διάσωση της δημιουργίας καθίσταται αδύνατος. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, διότι διά του ανθρώπου μόνον η φύσις δύναται να αποκτήσει την ενότητα με το Θεό, και με την Ανάσταση του Σωτήρα φανερώνεται ότι η φύσις μπορεί να έχει την αιωνιότητα μόνο στην ένωση του Θεού με τον άνθρωπο12.
       
Κατά το σχέδιο του Θεού η παρούσα ζωή δεν αποτελεί τον αιώνιο του ανθρώπου κλήρον, αποτελεί προσωρινό στάδιο αγώνος με σκοπό την επικάρπωση των αγαθών της μελλούσης. Η σκοπιμότητα της υπάρξεως στον κόσμο των ζώων δεν υπερβαίνει τα όρια της παρούσης ζωής13. Είναι σαφές σύμφωνα με την Αγία Γραφή και την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι ο κόσμος θα οδηγηθεί εις το τέλος του. Η συντέλεια του κόσμου συμπίπτει με την ανάσταση των νεκρών και την καθολική κρίση και δεν πρόκειται περί εξαφανίσεώς του, αλλά περί ανακαινίσεως και ανανεώσεώς του. 
Ο άγιος Μαρτίνος σε συζήτηση που είχε με ειδωλολάτρη του είπε ότι μόνο οι άνθρωποι έρχονται σε κρίση και ανασταίνονται και όχι τα άλογα [=μη λογικά]ζώα14. Όμως επειδή η κτίση εξαιτίας του ανθρώπου έγινε φθαρτή εξαιτίας αυτού θα καταστεί άφθαρτη, θα ακολουθήσει την ευμορφία και την φύση των ανισταμένων ανθρωπίνων σωμάτων15. Αυτήν την τελική ανακαίνιση του κόσμου κατανοεί και προγεύεται ο άνθρωπος μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Με την ευχαριστιακή προσφορά και χρήση της ύλης μεταμορφώνεται η κτίση, αφού με δικά της στοιχεία ιερουργείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

2. Θαύματα ανάστασης ζώων.
 
       Ο άνθρωπος που πορεύεται στην κατά Χριστόν τελείωση, όταν δεχθεί την χάρη του Θεού, καθίσταται πηγή αγιασμού ολοκλήρου της φύσεως. Ο κόσμος επηρεάζεται από την συμπεριφορά του ανθρώπου και παρουσιάζεται γαληνεμένος και υπάκουος ενώπιον ισορροπημένων πνευματικών ανθρώπων. Η μελέτη των βίων των αγίων καθιστά ευδιάκριτη την σχέση σεβασμού των αγίων προς την φύση και αντίστροφα. Πολλές και ποικίλες αφηγήσεις είναι γνωστές περί των ζώων, αγρίων θηρίων μάλιστα, τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένα με τους αγίους και βρίσκονταν σε αρμονική και πιστή σχέση μαζί τους, τους υπάκουαν και τους υπηρετούσαν άγρια θηρία, όπως λιοντάρια, αρκούδες, κροκόδειλοι κ.α.  οι άγιοι αντιμετωπίζουν την κτίση σε σχέση με τον Θεό. Ζώντας την προπτωτική κατάσταση διατηρούν αρμονική σχέση με όλη την κτίση. Νοιώθουν τους στεναγμούς και τις οδύνες της κτίσεως.
       
Στους βίους των αγίων αναφέρονται αναστάσεις ζώων, που βέβαια ενεργούνται έχοντας συγκεκριμένο σκοπό πάντα υψηλό και ανώτερο. Οι άγιοι παρεμβαίνουν φυσικά θανατώνοντας τα ζώα, όταν αυτά στρέφονται εναντίον του ανθρώπου και του προξενούν καταστροφές, ή ανασταίνοντάς τα, όταν καθίστανται απαραίτητα προς ανακούφιση του πόνου και της ταλαιπωρίας των αφεντικών τους.
       
Στην φυλακή, όπου ευρίσκονταν φυλακισμένος ο άγιος Γεώργιος από τον συγκάθεδρο του Διοκλητιανού, τον Μαγνέντιο, προσήλθε ο γεωργός Γλυκέριος παρακαλώντας τον άγιο να αναστήσει τον βούν [=βόδι], που του ήταν απαραίτητος στην εργασία του. Η ανάσταση του ζώου που ενήργησε ο άγιος Γεώργιος οδήγησε τον ειδωλολάτρη Γλυκέριο σε άφοβη ομολογία πίστης στον Θεό των Χριστιανών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη και το μαρτύριό του16. Ο Γλυκέριος εγκατέλειψε την προτέρα πίστη του και κατέστη ουσιαστικά κληρονόμος της αιωνίου ζωής χάριν του θαύματος που ενεργήθη. 
Ο άγιος Μαρτίνος, επίσκοπος Φραγκίας, όδευε προς επίσκεψη χώρας που κατοικούσαν ειδωλολάτρες για να διδάξει τον Χριστιανισμό. Στον δρόμο συνάντησε έναν από τους κατοίκους της χώρας, ο οποίος καθόταν πάνω στο νεκρό ονάριό του και συλλογιζόταν το πόσο μάταια ήταν η διδασκαλία των Χριστιανών. Δεν μπορούσε να κατανοήσει το πώς του νεκρού ανθρώπου το σώμα, που θα φθαρεί στη γη, είναι δυνατόν να αναστηθεί άφθαρτο. Ο άγιος του μίλησε για την παντοδυναμία του Θεού και ο ειδωλολάτρης ζήτησε, για να πιστέψει, να αναστηθεί το ονάριό του. Παρ' όλο που ο άγιος του δίδαξε ότι μόνο οι άνθρωποι έρχονται σε κρίση και ανασταίνονται και όχι τα άλογα ζώα, ο ειδωλολάτρης επέμενε να αναστηθεί το ονάριό του [=το γαϊδουράκι του] για να πεισθεί. Ο άγιος Μαρτίνος έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό, ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε: 
«Κύριε ο Θεός μου, ο αίτιος σωτηρίας γενόμενος πάσιν ανθρώποις, ανάστησον και τούτο το ζώον, προς επιστροφήν και επίγνωσιν του ανθρώπου τούτου, διότι δια τούτου του θαύματος θέλει γνωρίσει την παντοδυναμίαν σου και πιστεύσει εις σε». 
Το ονάριο αμέσως αναστήθηκε και περπάτησε. Το θαύμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πιστέψουν και να βαπτισθούν Χριστιανοί όλοι οι κάτοικοι εκείνης της χώρας17.

Ο άγιος Μόδεστος (εικόνα από εδώ)
       Τον άγιο Μόδεστο, πατριάρχη Ιεροσολύμων, αξίωσε ο Θεός να ενεργήσει άπειρα θαύματα  Μεταξύ τούτων λέγεται πως όταν τα ζώα κάποιου Ιεροσολυμίτη ψόφησαν από το νερό πηγής που δηλητηρίασε φίδι, συνεργεία του δαίμονος, ο άγιος, μετά από προσευχή , τα ανέστησε, θανάτωσε το φίδι και φανέρωσε τον δαίμονα στους παρευρισκομένους18. Άλλωστε πάλι διερχόμενος το κέντρο της Ιερουσαλήμ συνάντησε φτωχό να θρηνεί την δυστυχία του, επειδή ψόφησε ο μόσχος του [=το μοσχάρι του]. Ο Μόδεστος τον λυπήθηκε και, αφού προσευχήθηκε, ανέστησε το ζώο. Η φήμη των θαυμάτων του διαδίδονταν στην πόλη πιστοποιώντας την αγιότητα του αρχιεπισκόπου και τη χάρη που έλαβε από τον Θεό19. Τα θαύματα ανάστασης οδήγησαν Ιουδαίους στην πίστη στο πρόσωπο του Ιησού, στο όνομα του οποίου επιτελούνταν φανερώνοντας την θεία Του δόξα, έγιναν όμως η αιτία να κατηγορηθεί ο άγιος ως μάγος, να συλληφθεί και να μαρτυρήσει (335 μ.Χ.). Ο άγιος Μόδεστος θεωρείται προστάτης των γεωργών και ιατρός των ζώων.
       
Ο άγιος Σίλβεστρος, πάπας Ρώμης, σύμφωνα με την παράδοση κατήχησε  και βάπτισε τον Μ. Κωνσταντίνο. Οι Εβραίοι κατηγόρησαν τον άγιο στη μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου, την αγία Ελένη, ως υπεύθυνο της πλάνης του Χριστιανισμού, στην οποία είχε πέσει ο Κωνσταντίνος. Ο βασιλιάς ζήτησε από τη μητέρα του να έλθει στη Ρώμη συνοδευομένη από τους σοφώτερους διδασκάλους των Εβραίων, με σκοπό να διαλεχθούν με τους Χριστιανούς επισκόπους. Ανάμεσα στους Φαρισαίους, που πήγαν στη Ρώμη, ήταν ένας μάγος ο Ζαμβρής. 
Ο άγιος Σίλβεστρος διαλέχθηκε μαζί τους και επειδή τους κατατρόπωσε, ο Ζαμβρής ζήτησε από τον βασιλιά να αποδείξουν τη δύναμη του Θεού τους με έργα. Παρακάλεσε και έφεραν μπροστά του τον αγριώτερο ταύρο. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο Θεός του φανέρωσε μαγικές λέξεις, με τις οποίες μπορούσε να θανατώσει το ζώο και προκάλεσε τον άγιο να φανερώσει τη δύναμη του Θεού του κατά τον ίδιο τρόπο. Ο Ζαμβρής, λοιπόν, με έπαρση πλησίασε τον ταύρο, ψιθύρισε τις μαγικές του λέξεις και αμέσως το ζώο έπεσε νεκρό. Οι Ιουδαίοι χάρηκαν και περιγελούσαν τον άγιο. Ο Σίλβεστρος ανέβηκε σε τόπο υψηλό και, αφού πρώτα κήρυξε ότι ο Ιησούς Χριστός γιατρεύει κάθε ασθένεια, εγείρει νεκρούς και δεν δίνει τον θάνατο, ζήτησε από τον Ζαμβρή να αναστήσει το ζώο, για πιστεύσουν στο θεό του. Ο μάγος όμως δήλωσε μπροστά στο βασιλιά την αδυναμία του να κάμει κάτι τέτοιο. Ενώ ο άγιος βεβαίωσε ότι, επικαλούμενος το όνομα του Ιησού Χριστού, θα το αναστήσει. Οι Ιουδαίοι υποσχέθηκαν να πιστέψουν στον Χριστό, αν συμβεί κάτι τέτοιο, νομίζοντας αυτό ως αδύνατο να επιτευχθεί. Τότε ο άγιος γονάτισε, ύψωσε προς τον ουρανό τα χέρια του και τα μάτια του και προσευχήθηκε κλαίγοντας. Έπειτα σηκώθηκε και μεγαλόφωνα παρακάλεσε τον Ιησού Χριστό να αναστήσει το ζώο, για να πιστεύσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον ταύρο και του φώναξε, στο όνομα του Ιησού Χριστού, να σηκωθεί και να ημερεύσει. Ο ταύρος σηκώθηκε και ο άγιος τον ελευθέρωσε. Οι Ιουδαίοι και οι άρχοντες, πέφτοντας στα πόδια του αγίου, ζητούσαν να τους βαπτίσει. Ομοίως προσκύνησαν τον άγιο ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Ο άγιος Σίλβεστρος, αφού κατήχησε Ιουδαίους και ειδωλολάτρες, τους βάπτισε Χριστιανούς20.

3. Σκοπός επιτέλεσης των θαυμάτων ανάστασης ζώων.

  
        Ο ρόλος του θαύματος21, είναι βασικής και ουσιώδους σημασίας. Η σπουδαιότητα του ρόλου του έγκειται στο ότι το θαύμα αποδεικνύει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι κάποια υποκειμενική θρησκευτική εμπειρία, αλλά η ίδια η παρουσία του Θεού στην ιστορία, το θαύμα καθιστά ευληπτότερη την είσοδο του κόσμου στη Θεία Αποκάλυψη. Τα θαύματα επισυμβαίνουν χάριν ακριβώς τονισμού της αγάπης του δημιουργού και έλξεως της προσοχής του ανθρώπου προς το σχέδιο της σωτηρίας αυτού. Η ουσία του θαύματος δεν έγκειται στο καταπληκτικό του γεγονότος καθ' εαυτό, αλλά στο ότι το θαύμα οδηγεί σε συνάντηση μετά του Θείου.

Φίδι στο τραπέζι έξω απ' το κελί του σύγχρονου θαυματουργού αγίου Γέροντα Παΐσιου (σχετικό άρθρο εδώ)

       
Τα θαύματα ανάστασης ζώων, που προαναφέρθησαν, ενεργούνται με σκοπό να ωθήσουν η να στηρίξουν στην προς τον Χριστό πίστη, στο όνομα του οποίου επιτελούνται φανερώνοντας την θεία Του δόξα, συγχρόνως δε να φανερώσουν την ιδιότητα κι' αποστολή των αγίων, επιβεβαιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους, της οποίας αποτελούν προϋπόθεση, συνύφανση και προέκταση. Η εσωτερική διάθεση και συγκεκριμένα η βούληση του ανθρώπου να δει το θαύμα αποτελεί σημείο αξιοπρόσεκτο για τον άγιο, ίσως μάλιστα αποτελεί την προϋπόθεση για την μετέπειτα πίστη του23. Το θαύμα συνιστά πρόκληση την δημιουργία του σπινθήρος της πίστεως. Ωστόσο η πίστη δεν εκβιάζεται δια του θαύματος, διότι τότε καθίσταται εξ απόψεως θρησκευτικής άνευ αξίας και ουσιαστικού περιεχομένου23, αλλά αποτελεί προσωπική απόφαση, η οποία οδηγεί στην ζωή της αληθείας, στην πλήρη προσοικείωση της εν Χριστώ απολυτρώσεως.
       
Οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της θαυματουργίας των αγίων καλούνται δια της εμπειρίας του θαύματος να αποδεχθούν η να απορρίψουν τούτο, ως άτομα υπεύθυνα δια την ορθή εκτίμηση της πράξεως που τελέσθηκε υπερφυσικώς. Αναγκάζονται να πάρουν στάση θετική η αρνητική απέναντι στην πίστη των Χριστιανών. Τόσο προκλητικό είναι το θαύμα αφ' ενός ως προς το ανήκουστο του μεγέθους του και αφ' ετέρου λόγω της συνδεδεμένης με αυτό παραβιάσεως των επικρατούντων θρησκευτικών θεσμών, ώστε να μην είναι δυνατόν παρά να ταχθεί κανείς υπέρ η κατά του προσώπου που το ενεργεί. Με αποτέλεσμα κάποιοι να μένουν εγκλωβισμένοι στις κοινωνικές και θρησκευτικές τους δεσμεύσεις τους αρνούμενοι οποιανδήποτε μετατροπή, ενώ κάποιοι άλλοι να γίνονται κληρονόμοι της αιωνίου βασιλείας δεχόμενοι ως μόνον αληθινό Θεό τον Ιησού Χριστό.
  
Διάβασε και: Οι άγιοι και τα ζώα

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
 
1. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί κατασκευής του ανθρώπου 2, PG 44, 133A.
2. ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εις την Εξαήμερον Ομ.6,1, PG 29, 117D-120A.
3. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου, [Πατερικά], Θεσσαλονίκη 19973, σελ. 67. Του ιδίου. «Ο σκοπός και η χρήση του κόσμου κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας», Πρακτικά Συμποσίου με θέμα Ορθοδοξία και φυσικό περιβάλλον (3-4 Απριλίου), Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 34.
4. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Γέν.Ομ.6,5-6, PG 53,60.Πρβλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η σωτηρία, ένθ' ανωτ.,σελ63. Του ιδίου, Ορθοδοξία και Οικολογία, [Καιρός], Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 9. Βλ. σχετ. ΒΑΣ. ΓΙΟΥΛΤΣΗ, «Κοινωνικές συνέπειες της οικολογικής καταστροφής», Πρακτικά συμποσίου ένθ' ανωτ., σελ.53.
5. Γεν. 2,15.
6. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχής και αναστάσεως, PG 46, 286 «Λέγεται φησί, παρά των σοφών μικρός τις είναι κόσμος ο άνθρωπος, ταύτα περιέχων εν εαυτώ τα στοιχεία οις το παν συμπεπλήρωται» και ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Περί των εν Χριστώ δύο θελημάτων 15, PG95, 144B «Ο άνθρωπος τοίνυν μικρόκοσμός εστιν, έχει γαρ και ψυχήν και σώμα, και μέσος έστηκε νου και ύλης, σύνδεσμος γαρ εστιν ορατής και αοράτου, ήτοι αισθητής τε και νοητής κτίσεως¨». Βλ. σχετ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, μητροπολίτου Περγάμου, «Θεολογική θεώρηση του οικολογικού προβλήματος», Πρακτικά συμποσίου, ένθ' ανωτ., σελ 34. ΧΡ. ΒΑΝΤΣΟΥ, Η μέριμνα της Εκκλησίας για την προστασία του περιβαλλοντος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 16.
7. Γεν. 1,31.
8. Ρωμ. 8, 20 και 22,»τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, επ' ελπίδι», ¨οίδαμεν γαρ ότι η κτίσις στενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν».
9. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Ηθικός 1,2, Sources Cretiennes 122 (1966) 190. Βλ. σχετ. ΣΩΤ. ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑ, Οι άγιοι και το φυσικό περιβάλλον, (Διδακτορική διατριβή) Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 51.
10. ΓΕΩΡ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, «Εκκλησία και οικολογική κρίση», Άνθρωπος και περιβάλλον, [Συνάντηση 3], Πάφος 1994, σελ. 59.
11. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Ηθικός 1,2.3.4, Sources Cretiennes 122 (1966) 190-198.
12. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου προς Θωμάν ηγιασμένον, PG 91, 1304D1308C.
13. Πρβλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, η σωτηρία, ένθ' ανωτ., σελ 139.
14. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Νέον Εκλόγιον, σελ.137. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ (εκδ.), Μέγας συναξαριστής, τόμ. ΙΑ', σελ. 402- 403.
15. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ρωμαίους Ομιλ. 14, 4-5, PG 60, 529-530 «'Ελευθερωθήσεται γαρ', φυσίν, ‘από της δουλείας της φθοράς' , τουτέστιν, ουκέτι έσται φθαρτή, αλλά ακολουθήσει τη του σώματος ευμορφία του σου. Ώσπερ γαρ γενομένου φθαρτού, γέγονε φθαρτή και αύτη, ούτως αφθάρτου καταστάντος και αυτή ακολουθήσει και έψεται πάλιν, όπερ ουν και δεικνύς επήγαγεν ‘Εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού'». ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Ηθικός 1,5, Sources Cretiennes 122 (1966) 218, « Η γαρ άπασα κτίσις, ως είρηταί μοι πολλάκις, ανακαινισθείσα, συν αυτώ παραδείσω όλη γενομένη πνευματική, εις άυλον και άφθαρτον, άτρεπτόν τε και αΐδιον και νοερόν μετασκευασθήσεται οικητήριον».
16. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, Μαρτύριον αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου 20-21, PG 115, 156B-D. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β' ΑΥΤΟΚΡ., Μηνολόγιον 3, PG 117, 420B . ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,Λόγος εις τον άγιον Γεώργιον 35, PG 142, 333B. ΑΓΑΠΙΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, Νέος Παράδεισος , σελ. 125, Synax. CP, στ. 625. «Μαρτύριον αγίου Γεωργίου», Αγιορειτική Βιβλιοθήκη 21 (1956) 215-216. Μηναίον Απριλίου, σελ.95. AASS Aprilii III, σελ. 121. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τομ. Δ' σελ. 476. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, τομ. Β' σελ. 21. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ,Συναξαριστής, τομ. Δ', σελ. 263. ΠΟΠΗ ΧΑΛΚΙΑ-ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Οι άγιοι Γεώργιοι, σελ. 26-27.
17. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Νέον Εκλόγιον, σελ. 137. ΜΑΤΘ.ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τομ. ΙΑ', σελ. 402-403.
18. Μηναίον Δεκεμβρίου, σελ. 112. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, τόμ. Β', σελ. 336.ΠΟΠΗ ΧΑΛΚΙΑ-ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Οι άγιοι της Χίου, σελ. 368. Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, σελ. 165.
19. ΚΩΝ. ΔΟΥΚΑΚΗ, Μέγας Συναξαριστής, τόμ. Δ',σελ431. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τόμ.ΙΒ', σελ. 522.
20. ΑΓΑΠΙΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, Νέος Παράδεισος, σελ. 265-266. Βλ. σχετ. Synax.CP, στ. 366. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τόμ. Α', σελ. 73. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, τόμ Γ', σελ.15.
21. Για την θεολογική σημασία του θαύματος βλέπε σχετικές μελέτες: ΣΕΡ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ, Τα θαύματα του Κυρίου, Αθήνα 19402. ΑΘ. ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το θαύμα Συμβολή εις την σύγχρονον απολογητικήν του Χριστιανισμού, εν Αθήναις 1971. ΧΡ. ΚΑΡΑΚΟΛΗ. Η θεολογική σημασία των θαυμάτων στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, Θεσσαλονίκη 1997. ΣΟΥΛΤ. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αναστάσεις νεκρών στους βίους των αγίων, [Διπλωματική εργασία], Θεσσαλονίκη 1998.
22. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΙΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ότι ουκ ακίνδυνον τοις ακροαταίς το σιγάν τα λεγόμενα εν Εκκλησία Ομ. PG 51, 106, ‘Η γαρ των σημείων επίδειξις χειραγωγεί σε προς την της πίστεως θεωρίαν'.
23. Αυτή την σημασία έχουν τα λόγια που απευθύνει ο Κύριος στον τυφλό εκ γεννητής, Ιω 9,39: ‘Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένονται'.

Οι ιερείς πρέπει να μιλάμε στους ανθρώπους για πρακτική αρετή


ΠΗΓΗ

Aποφθέγματα του γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη.
 Οι ιερείς πρέπει να μιλάμε
 στους ανθρώπους για 
πρακτική αρετή, να 
μη λέμε «φιλοσοφίες». 
Να βοηθάμε να βρουν
 τον δρόμο τους όχι με 
θεωρητικά και
 εορταστικά κηρύγματα.
 Εγώ είμαι αγράμματος,
 αλλά με αγαπούν, γιατί τούς μιλώ για τα πρακτικά και καθημερινά τους 
προβλήματα. Όταν μιλάς με τρόπο κατανοητό, τότε θα έρχονται πολλοί, για
 να σε ακούσουν.

Γέροντα, πίνεις γάλα ενώ είναι νηστεία;



Γέροντας Παϊσιος: Ζεσταίνοντας γάλα εν μέσω σαρακοστής
Παναγούδα, το κελί του Γέροντα.
στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δυο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.
Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία –οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τΠιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη. Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας α λέει ήρεμα:
«Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ’ το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικανοί και θα ξυπνήσουν και θα ‘ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας».
Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.
Ο Γιάννης, απέναντι, γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του. Ανάβει τσιγάρο.
Οι δυο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα. Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:
 Ταίζοντας τα πουλιά στο κελί του…
«Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;»
Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει. Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ’ αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουνε με απορία, σιωπηλοί.
Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ’ αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.
Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ’ ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ’ αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.
Τ’ ακουμπάει όλα εκεί, στη σειρά, έπειτα έρχεται, κάθεται δίπλα μας και αρχίζει να κάνει με το στόμα του κάτι σιγανά, παράξενα σφυρίγματα, κοιτάζοντας προς τους θάμνους.
Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια –τα παιδιά της.
Κρατάω την αναπνοή μου.
Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους…

Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς-Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος



Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια μὲ πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα.

Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους, ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζὶ μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μιὰ ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.

"Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἤ διαφορικὲς ἐξισώσεις;" τὸν ρώτησα.

"Δυστυχῶς ὄχι", μοῦ ἀπαντᾷ, "εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς".

"Κρῖμα, διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη" εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος.

Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπως σιώπησε γιὰ λίγο.

"Κοίταξε", τοῦ λέω, "συγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις συναντήσει ποτὲ κανένα ἀσκητή;"

"Ὄχι πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά! Ἄν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανένα μορφωμένο νὰ πάω νὰ συναντήσω;"

"Τί προτιμᾶς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει ἤ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;"

"Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους"

"Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανένα ἅγιο. Πῶς σὲ λένε;" ρωτῶ.

"Γαβριήλ", μοῦ ἀπαντᾷ.

Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο πρόσβασης καί τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε καὶ ἕνα σχεδιάγραμμα.

"Θὰ πᾷς", τοῦ εἶπα, "καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα: Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μιὰ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ"

"Φοβᾶμαι, νρέπομαι", μοῦ ἀπαντᾷ.

"Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα;", ρωτῶ. "Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζήτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα".

Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴ θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.

"Τί γίνεστε, παιδιά;" ρωτάει. "Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι;"

"Εὐχαριστοῦμε, γέροντα", ἀπήντησαν μὲ συγκαταβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια.

"Ἔλα ἐδῶ", λέγει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριὴλ καὶ ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. "Θὰ φέρω ἐγὼ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἀλλὰ νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μᾶς συμβαίνει".

Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί τελικὰ ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;

"Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο;", μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει.

"Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πᾶρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστῆρι νὰ διανυκτερεύσεις"

"Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται;"

"Τί νὰ ποῦμε ρὲ παλικάρι; γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;"

"Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου", ἀφηγεῖται, "ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη, ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται, οἱ ἀπορίες μου νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμιὰ συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης.

Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνο τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ καὶ ἐμπρὸς"

Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἑνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τετάρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί. Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη, χωρὶς νὰ σοῦ
κουράσουν τὸ μυαλό...

Χριστιανισμὸς - Ὀρθοδοξία - Ἐθνισμὸς Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος




Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, συμμεριζομένη τὴν ἔκφρασιν τῆς πανελληνίου χαρᾶς καὶ ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας καὶ ἱκανοποιήσεως ἐπὶ τῇ σημερινῇ μεγάλῃ ἐπετείῳ τῆς ἐθνεγερσίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ ἔστω καὶ μερικὴ ἀπελευθέρωσις τῆς πατρίδος μας, συνεορτάζει μετὰ παντός τοῦ Ἑλληνικοῦ τὴν σημερινὴν μεγάλην ἡμέραν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεομήτορος καὶ συγχρόνως κατ' εὐτυχῆ σύμπτωσιν καὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος. 

Ἀξία μεγάλου ἑορτασμοῦ διὰ πάντα ἄνθρωπον, καὶ ἰδίᾳ διὰ πάντα Χριστιανόν, ἡ προαναγγελθεῖσα σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ καθόλου μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας. 

Ἀλλὰ καὶ ἀξία μεγάλου πανηγυρισμοῦ διὰ πάντα ἐλεύθερον Ἕλληνα ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ γένους ἀπὸ τοῦ μακραίωνος ζυγοΰ, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἀναφέρει ἡ ἱστορία, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐλευθερίας, ἥτις ὑπῆρξεν ἀείποτε τὸ ἀνώτερον ἐθνικὸν ἰδεῶδες, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύνθημα ὑπῆρξεν «ἐλευθερία ἢ θάνατος». 

Ἡ πρώτη, θρησκευτικὴ ἐπέτειος, ἔχει παγκόσμιον χαρακτῆρα, διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν πνευματικὴν σωτηρίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἐνῷ ἡ δευτέρα, ἐθνικὴ ἐπέτειος, ἔχει μόνον πανελλήνιον χαρακτῆρα, μὲ εὐρυτέραν ἀκτινοβολίαν ἐφ' ὁλοκλήρου τῆς ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀπεχθῆ ζυγὸν ὑποδούλου βαλκανικῆς χερσονήσου καὶ τῶν λαῶν αὐτῆς, εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὁποίων ἐκάλεσε πάντας τοὺς ὑποδούλους ταύτης λαοὺς ὁ μέγας βάρδος τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ὁ Ἕλλην ἐθνομάρτυς Ρήγας ὁ Φεραῖος. 

Ὁ ἄνθρωπος, δημιουργηθεὶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ μικρόν τι παρ' ἀγγέλους καὶ στεφανωθεὶς ὑπ' αὐτοῦ δόξῃ καὶ τιμῇ, διὰ τῆς πλήρους ὑποδουλώσεώς του εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ὕλην, ὑπέκυψεν εἰς τὸν πνευματικὸν θάνατον καὶ ἀπώλεσε τὴν κατ' εἰκόνα Θεοῦ πλασθεῖσαν αὐτῷ ὡραιότητα, δυναμένην ὅμως νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς τὴν προτέραν δόξαν μόνον διὰ τῆς ἐνσυνειδήτου οἰκειώσεως τῆς θείας Οἰκονομίας, ἐπὶ τῇ βάσει ζωντανῆς καὶ ἀληθινῆς πίστεως. 

Τὸ μυστήριον τῆς θείας ταύτης Οἰκονομίας ἐπραγματοποιήθη διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ θείου Λόγου ἐκ τῶν ἁγνῶν αἱμάτων τῆς Θεομήτορος, δι' ἧς καὶ μόνης ἡ πρώτη πτῶσις μετεβλήθη εἰς ἀνάστασιν. 

Ἐξ ἄλλου ὁ Ἕλλην, τὸ θαῦμα τοῦτο τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας, ἀπὸ τῶν πρώτων ἰχνῶν τῆς ἐμφανίσεώς του εἰς αὐτήν, παρουσιάζει μοναδικὸν σύμπλεγμα πνευματικῆς, ψυχικῆς, ἠθικῆς, αἰσθηματικῆς καὶ τεχνικῆς ἀκόμη συνθέσεως, μὲ περιοδικὰς ἱστορικὰς μεγαλουργίας, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὅμως ὡς ἔθνος, διὰ τὰ ἀναμφισβήτητα ἐλαττώματα τῆς φυλῆς, κατὰ καιροὺς ἐκπίπτει μέχρι ταπεινώσεως καὶ ὑποδουλώσεώς του εἰς λαοὺς κατωτέρας πνευματικῆς ὑποστάσεως καὶ παραμένει εἰς τὴν ταπείνωσιν τῆς δουλείας μέχρις ἀναγεννήσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν δυνάμεων τῶν θείων δώρων τῆς φυλῆς, δι' ὧν μὲ πραγματικὰς θυσίας τῶν ἁγνῶν αἱμάτων γνωστῶν καὶ ἀγνώστων ἡρώων ἀποκαθίσταται, ὡς κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, εἰς τὴν ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία συνιστᾷ καὶ τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα τοῦ ἀληθινοῦ πολιτισμοῦ. 

Τὸ ἔθνος, ἀποκατασταθὲν εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωήν, συνεκέντρωσεν ὅλας του τὰς δυνάμεις διὰ τὴν στερέωσιν καὶ ἐπικράτησιν τῆς ἐλευθερίας, ηὐχαρίστησεν εἰλικρινῶς τὸν Θεὸν διὰ τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἐθνικὴν ἀνάστασιν καὶ ἐξεδήλωσε τὴν εὐγνωμοσύνην του διὰ τῆς ἀνεγέρσεως λαμπροῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας ἐν Ἀθήναις καὶ χιλιάδων περικαλλῶν ναῶν ἀνὰ τὴν ἐπικράτειαν. Ἔκτοτε δ' ἐν μέσῳ ποικιλίας εὐνοϊκῶν ἢ καὶ ἀντιξόων περιστάσεων, βαδίζει τὴν στενὴν ὁδὸν τῆς προόδου, βασιζομένην εἰς τὰ ἀνώτερα ἰδανικά τῆς χριστιανικῆς του θρησκείας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ του πολιτισμοῦ, ὧν ἁπάντων προεξάρχει ἡ ἐλευθερία, χάριν τῆς ὁποίας οἱ Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, πολεμοῦντες γενναίως, ἀληθινὰ κατ' ἐπανάληψιν ἐμεγαλούργησαν. 

Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐγερθῶμεν: 

Αἰωνία ἔστω ἡ μνήμη τῶν ἀοιδίμων προμάχων τῆς Ἐλευθερίας! 

Δι' ἀμφότερα τὰ εἰς τὴν μεγάλην διπλῆν ἐπέτειον ἀναφερόμενα θαύματα κρίνω περιττὸν νὰ ὁμιλήσω διεξοδικώτερον, διότι κοινὸς θεολογικὸς τόπος εἶναι ἡ περὶ τὴν θείαν Οἰκονομίαν θεολογικὴ διδασκαλία καὶ ἐπίσης κοινὸς τόπος εἶναι ἡ ἔξαρσις τοῦ μεγαλείου τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς μεγαλειώδους καὶ ἐνδόξου ἐκβάσεώς του, ἡ ὁποία ὅμως, ἀφ' ἑνὸς μὲν ἦτο μερική, διότι δὲν ἀπηλευθερώθη ὁλόκληρον τὸ γένος, ἀφ' ἑτέρου δὲ μικρόν τι καὶ θ' ἀπέβαινεν ἀρνητικὴ διὰ τῆς πείσμονος ἐμμονῆς εἰς τὰ μεγάλα ἐλαττώματα τῆς φυλῆς καὶ κυρίως τὴν μέχρις ἐξοντώσεως ἀλληλοεχθρότητα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν κατ' ἐπανάληψιν εἰς ἀπερίγραπτους ἐθνικὰς συμφοράς, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐν πολλοῖς καὶ παραμένομεν ἀδίδακτοι, ἐπὶ ἀνεπανορθώτῳ ζημίᾳ τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς. 

Οὕτως, ἀντιπαρερχόμενος τὴν ἐξιστόρησιν τῶν μεγάλων γεγονότων καὶ ἀνδραγαθιῶν, τὰς ὁποίας καὶ λίαν φιλαρέσκως ἑκάστοτε ἐπὶ τῇ σημερινῇ ἐπετείῳ ἐκδιηγούμεθα, προβαίνω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἰς τὴν ἀντικειμενικὴν θεώρησιν τῶν τριῶν μεγάλων σφαιρῶν ἢ καταστάσεων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔζησε καὶ ἐμεγαλούργησε τὸ ἔθνος μας, τὸν Χριστιανισμόν, τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸν Ἐθνισμόν, καὶ τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ ἐξάρω κατὰ τὰ εἰωθότα τὰ ἐξιστορούμενα γνωστὰ μεγαλεῖα τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπισημάνω τὰς εἰς τὰς τρεῖς ταύτας σφαίρας ἐπισυμβάσας καὶ ἐπισυμβαινούσας περιπλοκὰς καὶ συγχύσεις, αἱ ὁποῖαι, διαιωνιζόμεναι συνειδητῶς ἢ ἀσυνειδήτως, ἐπιφέρουν ἀσυναισθήτως θετικὴν ζημίαν καὶ ἔχουν φοβερὰ ἐπακολουθήματα καὶ ἐπιπτώσεις εἰς τὴν ἐθνικήν μας ζωὴν καὶ ὑπόστασιν. 

Καὶ πρῶτον στρέφομεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὴν βάσιν καὶ οὐσίαν τῆς θρησκείας μας, τὸν Χριστιανισμόν. 


Α'

Τὸ σημερινὸν κεφάλαιον τῆς σωτηρίας μας ὡς ἀνθρώπων δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ ἀποκάλυψις τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἑνός τῆς ἁγίας Τριάδος, δι' ἧς, ὡς ἐλέχθη, τῆς ἀποκαλυπτικῆς αὐτοῦ διδασκαλίας, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως Αὐτοῦ, ἐξησφαλίσθη ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μὲ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ ζωντανῆς καὶ οὐχὶ συμβατικῆς πίστεως. Διὰ ταύτης, δὲν ἐπιτυγχάνεται μόνον ἡ ἀπὸ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου ἀνάστασις καὶ σωτηρία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται αὐτὴ ἡ τοῦ ἀνθρώπου θέωσις, κατὰ χάριν βέβαια καὶ δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ' ἐν ἐπιγνώσει θεληματικῆς τῶν ἀνθρώπων ὑπακοῆς καὶ ὑποταγῆς. Ὁ Θεὸς κατῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ νὰ ἀνέλθῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν κλίμακα τῆς θεότητος καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θείαν μακαριότητα, ἀφ' ἧς ἐξέπεσεν. Ἡ τοιαύτη εἰς τὴν θείαν μακαριότητα ἐπάνοδος, βάσει τῆς ἀληθινῆς πίστεως, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸ θαυμαστὸν καὶ θαυματουργὸν πέλαγος τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτος ζῇ, ὅταν ἀληθινὰ πιστεύῃ, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ἀθλιότητα τῆς παρούσης βραχυτάτης ζωῆς. 

Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς μας θρησκείας, τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μὲ τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ νέα θρησκεία ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς Πεντηκοστῆς, ἐνεφανίσθη αὕτη ὑπὸ τὴν μορφὴν καὶ ὑπόστασιν τῆς Χριστιανικῆς ἢ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐν τῇ οὐσία της οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ὁ συνεχιστὴς τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Σωτῆρος ἐν τῷ κόσμω τῶν αἰώνων, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπιδιώκει τὴν σωτηρίαν πάντων τῶν ἀνθρώπων, τῶν θελόντων νὰ ἔλθουν εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας (Α' Τιμ. β' 4). 

Ἀποτέλεσμα τῆς θείας ταύτης δωρεᾶς καὶ χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι πᾶς ὁ οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, ἄνευ ἐξαιρέσεως γένους, φύλου, κοινωνικῆς θέσεως ἢ τάξεως, εἶναι ἀφ' ἑαυτοῦ, κατὰ τὸ μέτρον τῆς πίστεως καὶ ἀγάπης του, ὑποψήφιος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ ὁποία οὐδεὶς οὐδὲν προνόμιον ἔχει, διότι πάντες εἶναι τέκνα τοῦ Θεοῦ Πατρός, μὲ ἴσα δικαιώματα καὶ παρρησίαν ἀπέναντί Του. 

Ἀκόμη καὶ τὰ δύο ἔθνη, τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς συνέβαλον εἰς τὴν θείαν Οἰκονομίαν, τὸ Ἰουδαϊκόν, ἐκ τοῦ ὁποίου κατ' ἄνθρωπον κατήγετο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς γλώσσης καὶ φιλοσοφίας αὐτοῦ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐξάπλωσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ, κατ' οὐδὲν διακρίνονται τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἔναντι τοῦ Θεοῦ Πατρός, διότι «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος, οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ, πάντες γάρ... εἷς ἐστὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλάτ. γ' 28). 

Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία καὶ βάσις τῆς πίστεώς μας καὶ οἱαδήποτε παλαιοτέρα ἢ νεωτέρα θεολογία, ἐκκλίνουσα ἀπὸ τῆς βάσεως ταύτης, εἶναι θεολογία ἀρνητικὴ καὶ καταλυτικὴ τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. 

Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ὡς πρωτότοκοι τῶν Εὐρωπαίων Χριστιανῶν, διὰ τῆς ἀποστολικῆς ἐνεργείας τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, νὰ τηρῶμεν ἀλώβητον τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν μας καὶ μὲ ἀληθινὸν δέος νὰ ἀντικρύζωμεν τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις μας, ὄντες τίμιοι ἔναντι τοῦ χριστιανικοῦ μας ὀνόματος καὶ μὴ ἀνεχόμενοι οἱανδήποτε νοθείαν αὐτοῦ, εἴτε διὰ μὴ ἐντίμου χριστιανικοῦ βίου, οὗτινος κορύφωμα ἡ βρωμερὰ ὑποκρισία, εἴτε δι' ἀποδοχῆς νέων καινῶν δαιμονίων καὶ ψευδοπροφητειῶν, νοθευουσῶν καταφώρως τὴν εἰς Χριστὸν καὶ μόνον ἁγνην ἡμῶν πίστιν. 

Ἀκριβῶς ὅμως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐν τῇ μορφῇ τῆς Χριστιανικῆς ἢ τῆς Καθολικῆς, ὡς ὠνομάζετο τότε, Ἐκκλησίας, ἐπισυμβαίνει διὰ τῆς ἀναμείξεως τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντος ἡ πρώτη περιπλοκὴ καὶ σύγχυσις ὅλως ἀσυναισθήτως καὶ θὰ ἔλεγον, καὶ ἀπαρατηρήτως ἐπικρατήσασα. 

Ἡ πρώτη Χριστιανικὴ ἢ Καθολικὴ Ἐκκλησία προχωρεῖ ἐν τῷ κοσμῶ ἐν πλήρει ἀντιδράσει τῆς κοσμοκρατείρας Ρώμης, ἡ ὁποία, κατ' αὐστηρὰν τοῦ πολιτειακοῦ νόμου ἐφαρμογήν, ἐπιβάλλει μαρτυρικὸν μάλιστα θάνατον κατὰ τῶν ὀπαδῶν τῆς νέας θρησκείας, χωρὶς ὅμως ὁ νόμος νὰ κατορθώσῃ νὰ διαγράψῃ διὰ τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων τοὺς τοὐναντίον διὰ τοῦ ἰδίου αὔτοῦ αἵματος ἀποκτηθέντας τίτλους ἐπιβολῆς τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ κόσμου. 

Ἀκριβῶς δ' ὅταν ἐπλημμύρισεν ἡ τότε γνωστὴ Οἰκουμένη ἀπὸ τὰ μαρτυρικὰ αἵματα τῶν προμάχων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐμφανίζεται ἡ μεγάλη μορφὴ τοῦ Ρωμαίου Αὐτοκράτορας Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, ὁ ὁποῖος, ὡς μέγας πολιτικός, ἀποφασίζει βαθυστόχαστον ριζικὴν μεταβολὴν τῆς ἔναντι τῆς νέας θρησκείας πολιτικῆς τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους καὶ ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἔναντι τοῦ Μαξεντίου μάχην, μὲ τὸ ἐνθαρρυντικόν ὅραμα τοῦ Σταυροΰ, μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «ἐν τοὺτῳ νίκα», ἐπιφέρει τὴν μεταβολήν, διατάσσει τὴν κατάπαυσιν τῶν διωγμῶν, ἀναγνωρίζει τὴν χριστιανικὴν θρησκείαν ὡς religionem licitam, καὶ ἀνακηρύσσει αὐτὴν εὐθὺς ἀμέσως, ὡς θὰ ἐλέγομεν σήμερον, ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ κράτους. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἀρχίζει ἡ νέα περίοδος ἀνέσεως, προόδου καὶ ἀναπτύξεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μάλιστα, κυρίως ἔκτοτε, τιτλοφορεῖται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἔναντι εἴτε τῶν νοθευόντων τὴν ὀρθὴν πίστιν αἱρετικῶν, εἴτε τῶν ἐπιμενόντων εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν, οἱ ὁποῖοι καὶ διώκονται τώρα ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος. Συγχρόνως ὅμως ἀρχίζει νέα περίοδος καταπτώσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διὰ τῶν αἱμάτων τῶν μαρτύρων μέχρι τοῦδε συνεχῶς ἀποπλυνομένης ἁγνότητος αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν πνευματικήν της πίστιν καὶ τὸ χριστιανικόν της ἦθος. 

Ἡ μεγάλη πολιτικὴ πρᾶξις τοῦ Κωνσταντίνου τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἢ τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐπισήμου καὶ τῆς καταπαύσεως τῶν διωγμῶν, δι' ἃ ἠμείφθη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἀνακηρυχθεὶς ὑπὸ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἅγιος, ἀκολουθεῖται ὑπὸ τῆς ἑτέρας μεγάλης πολιτικῆς πράξεως, τῆς μεταφορᾶς τῆς πρωτευούσης τοῦ κράτους ἀπὸ τῆς Ρώμης εἰς τὸ Βυζάντιον, μὲ τὸ νέον ὄνομα τῆς Νέας Ρώμης ἢ Κωνσταντινουπόλεως. Αὕτη, ὡς καὶ ἡ ὅλη μεταβολή, βαθύτερον θεωρουμένη, ἐμφανίζει σοβαρωτάτην σύγχυσιν ἢ περιπλοκὴν εἰς τὰ τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν ἔμεινεν ἄνευ σοβαρωτάτων δι' αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας ἐπιπτώσεων. Βεβαίως διὰ τῆς νέας πολιτικῆς τοῦ Κωνσταντίνου κατέπαυσαν οἱ διωγμοὶ καὶ ἐστείρευσαν οἱ ποταμοὶ τῶν αἱμάτων τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ἐφ' ὧν στηρίζεται ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἐξησφαλίσθη ἄνεσις ἀναπτύξεως, προόδου καὶ ἐξαπλώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ' ὁποία διαφορά! Πρότερον ἡ Ἐκκλησία, στηριζομένη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν ἀπὸ τῶν αἱμάτων τῶν Μαρτύρων αὐθεντίαν, προχωρεῖ τὴν στενὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ ἤδη κατὰ τὴν περίοδον τῶν διωγμῶν τὸ χριστιανικὸν δένδρον διακλαδοῦται μὲ σημαντικοὺς κόμβους εἰς ὁλόκληρον τὴν τότε γνωστὴν οἰκουμένην, ἐνῷ τώρα ἡ πρόοδος καὶ ἀνετωτέρα ἐξάπλωσίς της βασίζεται ἁπλούστατα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐθεντίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο τὸ μόνον. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐτοποθέτησε τὴν νέαν καὶ ὑπ' αὐτοῦ εὐνοηθεῖσαν θρησκείαν εἰς τὴν θέσιν τῆς παλαιᾶς καὶ ἒλαβεν ἔναντί της τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἔναντι τῆς παλαιᾶς ὡς Pontifex Maximus. Τώρα, ὡς «ἐπίσκοπος τῶν ἔξω», ὡς φιλαρέσκως ὠνόμαζεν ἑαυτόν, ἀναμειγνύεται εἰς τὰ ἐσωτερικώτερα ἀκόμη τῆς Ἐκκλησίας. Καίτοι δὲ μὴ ὢν εἰσέτι Χριστιανός, διότι, ὡς γνωστόν, ἐβαπτίσθη μικρὸν πρὸ τοῦ θανάτου του, ἐπὶ τῆς ἐπιθανατίου κλίνης του, λαμβάνει ἐνεργὸν μέρος εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς ὀρθοδόξoυ χριστιανικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγκαλεῖ τὴν Α' Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (325 μ.Χ.), ἡ ὁποία καθώρισεν, αὐτοκρατορικῇ ἐγκρίσει, τὴν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν ἔναντι τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀρείου. Ἡ σύγχυσις ἐπαυξάνεται περισσότερον, ἐφ' ὅσον ἡ ἄμεσος ἐπέμβασις τοῦ Αὐτοκράτορος γίνεται τῇ ἀνοχῇ τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ κυρίως ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Ἐπίσκοποι, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς δύο ἐπισκόπους, τῆς Ρώμης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ μεγάλου εὐεργετήματος πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς καταπαύσεως τῶν διωγμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν φιλάρεσκον γοητείαν τῶν ἐξαιρετικῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα. ἐπεδαψίλευσεν εἰς αὐτοὺς ὁ Αὐτοκράτωρ ὡς ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας, προνομίων, τὰ ὁποῖα, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸν πρῶτον, ἐξελίχθησαν εἰς καθαρῶς κοσμικὰ καταντήματα, οὐ μόνον ἠνέχθησαν ἀδιαμαρτυρήτως τὴν ἐπέμβασιν, σύμφωνον ἄλλως τε πρὸς τὴν ὀρθὴν πίστιν, ὡς διετυποῦτο θεοπνεύστως, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶσαν ἐκκλησιαστικὴν δυσκολίαν προσέτρεχον εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, ὅστις ἐπροθυμοποιεῖτο νὰ διευθετῇ τὰ πράγματα καὶ νὰ λύη τὰς διαφοράς. Τοιουτοτρόπως, σχεδὸν ἀπαρατηρήτως, ἐφ' ὅσον οἱ Ἐπίσκοποι ἐπρωτοστάτουν εἰς τὴν ἀποδοχήν τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐπεμβάσεως, ἡ πρώην ἀνεξάρτητος καὶ αὐτεξούσιος Ἐκκλησία, κατά τι τοὐλάχιστον ἐκκοσμικοποιεῖται, καί, ἀντὶ τοῦ κανόνος τοῦ Χριστοῦ «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, καὶ τὰ τοῦ Θεοΰ τῷ Θεῷ» (Μάτθ. κβ' 22), παραδίδεται σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Καίσαρος καὶ ἔκτοτε καθιεροῦται ἡ, οὕτως εἰπεῖν δικαιωματική, ἀνάμειξις τῆς πολιτείας εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Αὕτη, ἐπὶ τῶν διαδόχων τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ, τοῦ θέλοντος τὴν ἰσχὺν τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ἄλλων μετέπειτα αὐταρχικῶν βασιλέων, ἀκόμη καὶ ἄλλων ἐκχριστιανισθεισῶν χωρῶν, προχωρεῖ καὶ φθάνει εἰς τὴν αὐθεντίαν καὶ ἐπιβολήν τοῦ μέχρι καὶ σήμερον ἰσχύοντος, ἰδίᾳ ἐν τῇ προτεσταντικῇ μάλιστα Δύσει ἀξιώματος: Cujus regio, ejus et religio. 

Συμπληρωματικῶς δέον νὰ ἐπισημανθῇ καὶ ἡ ἄλλη φοβερὰ ἐπίπτωσις τῆς συγχύσεως ταύτης, ὅτι δήλ. τώρα οἱ διάφοροι λαοὶ εἰσήρχοντο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ διαταγῆς τοῦ ἄρχοντός των, βαπτιζόμενοι ὁμαδικῶς εἰς τοὺς ποταμούς, ἄνευ φυσικὰ οἱασδήποτε προτέρας ψυχικῆς ἐπεξεργασίας, ὡς αὕτη λίαν ἐπιμεμελημένως ἐγίνετο κατὰ τὴν περίοδον τῶν διωγμῶν, ὅτε ἴσχυεν ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ βάπτισμα τοῦ αἵματος καὶ ὅτε, διὰ καταλλήλου κατηχήσεως ἀνωτέρας ποιότητος, ἐχαλυβδοῦτο ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ χριστιανικὴ συνείδησις. Τώρα τὸ ποιὸν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῶν ἠθῶν, κατῆλθεν ἐν τῇ πραγματικότητι πολὺ χαμηλὰ καὶ οὐδὲ μακρόθεν δύναται νὰ παραβληθῆ πρὸς τὸ ὕψος τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανικοῦ ἤθους τῆς πρώτης ἐποχῆς. Μὴ λησμονῶμεν δέ, ὅτι αἱ μεταγενέστεραι καὶ σύγχρονοι χριστιανικαἰ γενεαὶ εἶναι ἀπόγονοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὡς εἰσῆλθον, μὲ ἀνίπτους, ὡς θὰ ἐλέγομεν, πόδας, δι' ὃ καὶ οὐδαμῶς παράξενον εἶναι, ὅτι διὰ τοὺς ἀμεσωτέρους ἀπογόνους των, εἰς οὓς ἀνήκουν καὶ οἱ σημερινοὶ χριστιανοί, πλὴν ἐξαιρέσεων, καὶ ἕνεκα βέβαια καὶ ἄλλων λόγων καὶ διαφόρων κατὰ καιροὺς κοινωνικῶν ἐξελίξεων, δύναται ἡσύχως νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα καὶ πράγματι θετικῶς τίθεται, σήμερον μάλιστα, κατὰ πόσον οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ εἶναι πράγματι χριστιανοί, ὅλως ἀντίθετον τούτου προβάλλοντες διὰ τῆς ἀτομικῆς καὶ ὁμαδικῆς βιωτῆς αὐτῶν εἰκόνα χριστιανικοῦ ἤθους. 

Τὸ σημεῖον ἀκριβῶς τοῦτο προκαλεῖ σήμερον, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ εὐρυτέρου Οἰκουμενισμοῦ, μὲ ἱκανὴν βέβαια καθυστέρησιν, τὴν πολύπλευρον ἐξέτασιν τοῦ κυρίου τούτου θέματος, ὑπὸ τῶν μεγάλων ἐπισήμων παγχριστιανικῶν συγκεντρώσεων, ὡς τῆς 2ας Βατικανῆς Συνόδου τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας (1962 -1966), τῆς παγκοσμίου Συσκέψεως τῆς Οὐψάλλας τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου, τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῶν διεκκλησιαστικῶν μεγάλων κοινωνικῶν Συσκέψεων τοῦ ἰδίου ἐν Γενεύῃ (1966) καὶ Βηρυτῷ (1968) , περὶ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσπαθείας ἀναζωογονήσεως τοῦ ἐν τῇ πραγματικότητι ἀπονεκρωθέντος χριστιανικοῦ ἤθους. 

Ἰδοὺ αἱ φοβεραὶ ἐπιπτώσεις τῶν ἀπὸ αἰώνων γενομένων περιπλοκῶν καὶ συγχύσεων, ὧν ἕνεκα, παρὰ τὰς τεραστίας καταβαλλομένας προσπαθείας τῶν ὡς ἄνω διεθνῶν ἐκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων κύρους, ἡ καθαρότης τῶν χριστιανικῶν ἠθῶν παραμένει εἰσέτι εἰς χαμηλὸν ἐπίπεδον, μὲ τὰς πρωτοφανεῖς εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐπαναστατικὰς ἐκδηλώσεις. Τοῦτο ἐπιβεβαιοῖ καὶ ἡ στασιμότης καὶ αἱ δυσχέρειαι πραγματικῆς, χριστιανικῆς δέ, ἐπιλύσεως τῶν διαφόρων μεγάλων κοινωνικῶν προβλημάτων, τῶν ἐπιτακτικῶς ἀπαιτούντων τὴν λύσιν των οὐ μόνον διὰ τῆς υἱοθετήσεως καὶ ἐφαρμογῆς ὑγιοῦς ἀνωτέρας κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἀλλὰ καὶ διὰ πρεπούσης ἀναπτύξεως τοῦ ποιμαντορικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας καὶ δι' ἀνυψώσεως τοῦ χριστιανικοῦ ἐπιπέδου καθόλου μὲ γνήσιον χριστιανικὸν φρόνημα καὶ ἀληθινὸν χριστιανικὸν ἦθος εἰς τὰς διαφόρους χώρας τοῦ κόσμου καὶ κυρίως τὰς χριστιανικάς. 

Ἀλλ' ἃς προχωρήσωμεν εἰς τὴν θεώρησιν τῆς δευτέρας σφαίρας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐπισημαίνομεν ἐπίσης ποιάν τινα σύγχυσιν καὶ περιπλοκήν, δηλ. εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν. 


Β'

Ἡ ἐπέμβασις τοῦ Μ. Κωνσταντίνου συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὴν τιτλοφορίαν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς Ὀρθοδόξου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἔναντι τῶν αἱρετικῶν Ἐκκλησιῶν ἢ ὁμάδων, τῶν νοθευσασῶν τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ, ἵσταται ἡ Καθολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὡς ἡ φύλαξ καὶ κιβωτὸς τῆς γνησίας, ἀκραιφνοῦς καὶ ἀλωβήτου, καὶ διὰ τοῦτο, ὀρθοδόξου πίστεως καὶ διδασκαλίας, δι' ἣν ἔλαβε καὶ τηρεῖ τὸν τίτλον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸν ὁποῖον τηρεῖ καὶ ὡς ἰδιαίτερον χαρακτηριστικὸν τὸ ἀνατολικὸν τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ τὸ δυτικὸν τμῆμα ἔχει καὶ διατηρεῖ τὸν τίτλον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, λόγῳ τῆς γενομένης, ἰδίᾳ μετὰ τὴν Μεταρρύθμισιν, ἱστορικῆς ἐξελίξεως μὲ χαρακτῆρα ὁμολογιακὸν (Confessionnel). 

Ὡς γνωστὸν ὅμως, ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν τοπικῶν Συνόδων, τῶν συγκροτηθεισῶν κατὰ τὸ πλεῖστον πρὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἀπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὁ τίτλος τῆς Ὀρθοδοξίας ὀρθῶς ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς κανονικῆς τάξεως καὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὑπὸ τῶν Ἱ. Κανόνων καθορισθείσης. Ἔτι δὲ περισσότερον, μετὰ τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, ὁ τίτλος ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τὸ μεταγενέστερον ἐθιμικὸν δίκαιον, καὶ γενικώτερον τὴν ἐθιμικὴν πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως ἢ τοῦ ὅρου «Ὀρθοδοξία» χρησιμοποιεῖται ὑπὸ γενικωτάτην μορφήν, περιλαμβάνουσαν πᾶν ὅ,τι ὑφίσταται ἐν τῇ πράξει καὶ τῇ ζωῇ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε τοῦτο καλῶς κεῖται, εἴτε κατόπιν ἐπικρατησασῶν ὅλως μεταγενεστέρως διευθετήσεων καὶ νεωτέρων ἐθίμων κακῶς, ἔστω καὶ ἂν ταῦτα πολλάκις ρητῶς ἀντίκεινται εἰς τὴν ὑπὸ τῶν Ἱ. Κανόνων καθορισθεῖσαν ὀρθόδοξον ἐκκλησιαστικὴν τάξιν, ὡς, φέρ' εἰπεῖν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς κόμης τῶν κληρικῶν (καί, ὃ χείριστον, τῆς τελέσεως τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας) καὶ εἰς ἄλλα πολλὰ καὶ νεώτερα ἤθη καὶ ἔθιμα εἰς τὴν τελετουργικὴν καὶ τὴν καθόλου ζωὴν καὶ πρᾶξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δεδομένου δ' ὅτι ἡ ἐν ἀνεπιτρέπτῳ, διὰ δῆθεν πολιτισμένον ἔθνος, καταπτώσει εὑρισκομένη τάξις τοῦ κλήρου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας —παρὰ τὰς γνωστὰς καὶ ἐπαινετὰς ἐξαιρέσεις πολλῶν κληρικῶν, ἰδίᾳ τοῦ ἀνωτέρου κλήρου— ἰδιαιτέρως ἀγαπᾷ τὴν προσήλωσιν εἰς τοὺς κατὰ τεκμήριον παλαιοὺς τύπους καὶ τὰς παλαιὰς συνηθείας, ἀδιαφόρως ἂν πολλαὶ τούτων εἶναι νεώτεραι, ὁ ὑπεραιρόμενος τίτλος τῆς Ὀρθοδοξίας συμπεριλαμβάνει πολλάκις καὶ πλεῖστα ὅσα πράγματα, ἀντιστρατευόμενα εἰς τὴν ἀρχικὴν ἔννοιαν καὶ τὴν μεγαλειότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐν τοῖς σημείοις τούτοις βλέπει τὶς νέαν σύγχυσιν καὶ νέας περιπλοκὰς μὲ ἀμέσους ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς γνησίας ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς σχεδὸν ἀπαρατηρήτως ἐπικρατούσας. 

Ἡ σύγχυσις αὕτη ἐπεκτείνεται καὶ δι' ἐξωεκκλησιαστικῶν ἐπεμβάσεων εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ἀδυναμίᾳ πρεπούσης διακρίσεως τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν ὑπερτέρας πως μορφώσεως ἐπεμβάσεων, ἥτις φέρει τελείαν σύγχυσιν εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. 

Οὕτως ἡ ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ὑφίσταται σύγχυσιν καὶ περιπλοκὴν καὶ δυσκόλως δύναται εἰς ταύτας νὰ ἐκκαθαρίσῃ τις τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἥτις ἐκκαθάρισις θὰ ἐπέλθῃ πλήρης μόνον μετὰ τὴν πλήρη ἐξάπλωσιν καὶ ἐπικράτησιν ἀληθινῆς μορφώσεως τοῦ κλήρου ἐν τῷ συνόλω τοῦ ἱκανοΰ νὰ ἀναλάβῃ μὲ πλήρη αὐθεντίαν τὸ διδακτικόν, τὸ διοικητικὸν καὶ τὸ ποιμαντικὸν ἔργον τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸν πρέποντα τρόπον καὶ τόνον. 

Ἀλλ' ἡ ἔννοια τῆς 'Ορθοδοξίας ὑφίσταται περαιτέρω νέαν σύγχυσιν καὶ περιπλοκὴν ὅταν, ἐξ ὑπερβολικῆς ἐπιστημονικῆς δῆθεν διαθέσεως, καταβάλλεται προσπάθεια νὰ προσαρμοσθῇ ἡ Ὀρθοδοξία πρὸς καινοφανῆ διδάγματα τῆς δυτικῆς θεολογίας καὶ ἰδίᾳ τῆς τελευταίας φιλελευθέρας τάσεως τῆς προτεσταντικῆς θεολογίας, ὅπου τὰ ἀσυμβίβαστα βιάζονται νὰ λάβουν μορφὴν δῆθεν ὀρθόδοξον, ἐπὶ πλήρει συγχύσει τῆς ἀκριβοῦς ἐννοίας τῆς Ὀρθοδοξίας. 

Οὐχ ἥσσονα ὅμως σύγχυσιν ὑφίσταται ἡ ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξ ἀλογίστου προσπαθείας ὑπερβολῆς καὶ ὑπερτονισμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον βέβαια συνετέλεσε σημαντικῶς εἰς τὴν θεολογικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ' ὅπου στοιχεῖα ἑλληνικὰ ἀναμειγνύονται καθ' ὑπερβολὴν μὲ τὴν ἀκριβῆ καὶ θετικὴν θρησκευτικὴν ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐμφανίζεται αὕτη ὡς τοῦτ' αὐτὸ ἀποκλειστικῶς ἔργον καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς ἐπεξεργασίας καὶ ἐξελίξεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδὲν σχεδὸν στοιχεῖον χριστιανικὸν καὶ θρησκευτικὸν ἀπομένει, τῆς Ὀρθοδοξίας ἐμφανιζομένης ἀποκλειστικῶς ὡς ἔργου ἑλληνικοῦ, τοῦθ' ὅπερ οὐ μόνον εἶναι ἀπαράδεκτον ἐξ ἐπόψεως θρησκευτικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεῖ σημεῖον δικαίως ἀντιλεγόμενον παρὰ τῶν μὴ Ἑλλήνων ὀπαδῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, μὴ ὄντων διατεθειμένων καὶ δὴ ἀπὸ καθαρᾶς θρησκευτικῆς πλευρᾶς νὰ δεχθοῦν πλήρη ἐλληνοποίησιν τῆς Ὀρθοδοξίας, παρὰ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ ἐκ μέρους των τῆς μεμετρημένης ἑλληνικῆς συμβολῆς καὶ ἐπιδράσεως, ἰδίᾳ εἰς ὅ,τι ἀφορᾳ εἰς τὴν μορφὴν καὶ τὴν ἔκφρασιν ταύτης. 

Τοῦτο καθίσταται ἔτι φανερώτερον εἰς τὸ μέγα ζήτημα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ, ὡς γνωστόν, ὡς δύο ἰσοτίμους πηγὰς τῆς θρησκευτικῆς ἀληθείας τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν. Ἡ δευτέρα οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ πρὸς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν προφορική, ὡς καὶ γραπτὴ συμπληρωματικὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 

Ἡ ἱστορικὴ ὅμως ἐξέλιξις τῆς Ἐκκλησίας ταχέως ἐπέβαλε τὴν διάκρισιν μεταξὺ Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ μεταγενεστέρας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἀλλ' ἡ τελευταία, προχωροῦσα καὶ μέχρι σχεδὸν συγχρόνου ἐθιμικῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, συγχέεται, ἐκ μέρους ἰδίᾳ τῶν ἁπλοϊκωτέρων, μὲ τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν, καθ' ἣν στιγμὴν πολλὰ στοιχεῖα ταύτης εἶναι ζήτημα ἂν ἀντέχουν εἰς τὸν ἀκριβῆ ὀρθόδοξον ἔλεγχον, ὁπότε παρὰ ταῦτα, διισχυριζόμενα τυχὸν τὴν θέσιν των ὡς γνησίων ὀρθοδόξων, προφανῶς συντελοῦν εἰς νοθείαν τῆς Ὀρθοδοξίας, τουλάχιστον ἐξ ἐπόψεως περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ εὐρυτάτου πνευματικοῦ ὀρίζοντος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἀδυναμίαν ἀντικρύσεως καὶ πρεπούσης ἐκτιμήσεως τοῦ ἁπανταχοῦ ἐπικρατήσαντος οἰκουμενισμοῦ, πρὸς ὃν προσανατολίζονται πᾶσαι αἱ Χριστιανικαὶ Ἐκκλησίαι, ἑκάστη βέβαια κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἰδὶαν αὐτῆς πνευματικὴν ἱκανότητα. 

Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀνακαίνισις τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλει τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν τοιούτων ξένων ἐπιστρωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουν ἀλλοιωτικῶς τὴν καθαρότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἡ σύγχυσις καὶ περιπλοκὴ καθίσταται προφανὴς καὶ εἰς τὴν σφαῖραν ταύτην τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ λίαν δυσαρέστους καὶ ὄχι μόνον μελλοντικὰς ἐπιπτώσεις. 


Γ'

Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἡ σύγχυσις καθίσταται ἔτι πλέον φανερά, εἶναι εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ τὴν κατὰ φυσικὸν λόγον συγχώνευσιν τῶν δύο ἐννοιῶν, ἔθνους καὶ κράτους ἀφ' ἑνὸς καὶ θρησκείας ἀφ' ἑτέρου. Τὸ πρῶτον εὐχερῶς καὶ πρεπόντως ἐμφανίζεται ἔναντι τῆς δευτέρας ὡς ἡ κιβωτὸς προστασίας καὶ διαφυλάξεως τῆς 'Ορθοδοξίας, ἐπὶ ἱκανῇ ὅμως συγχύσει τῶν ρόλων, τοὺς ὁποίους ἐμφανίζουν αἱ δύο αὐταὶ σφαῖραι, τῆς θρησκείας καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀφ' ἑνὸς καὶ τοῦ ἔθνους-κράτους ἀφ' ἑτέρου, ὅπου ἡ πρώτη, καθαρῶς πνευματικὴ δύναμις, οὐδεμίαν ἔχει ἢ πρέπει νὰ ἔχῃ κατ' ἀρχὴν ἀνάμειξιν εἰς τὰ τῆς δευτέρας, πλὴν καιρικῶν περιπτώσεων καὶ περιστάσεων, ὧν παρελθουσῶν, ἑκάστη ἀποχωρίζεται τῆς ἑτέρας, τηροῦσα τὴν ἑκάστη προσήκουσαν ἀνεξαρτησίαν, ἐπὶ ἑκατέρωθεν σεβασμῷ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἐννοίας καὶ ἀναλόγου ἐνεργείας ὑπὲρ τοῦ πνευματικοῦ ἀγαθοῦ τοῦ Ἕλληνος ἰδίᾳ Χριστιανοῦ. 

Ὡς Ἔθνος καθορίζεται συνήθως ἐπὶ τὸ γενικώτερον ἡ ὁμὰς λαοῦ ἢ λαῶν, ἡ ὁποία μὲ κοινότητα γλώσσης, καταγωγῆς, κοινῶν αἰσθημάτων καὶ ἐπιδιώξεων ἐμφανίζεται κεχωρισμένη καὶ διακρίνεται ἔναντι ἄλλων παρομοίων ὁμάδων καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὴν χρονικὴν διαδρομὴν τῶν αἰώνων καὶ ἀναλόγως τῶν πνευματικῶν καὶ ψυχικῶν αὐτῆς ἰδιοτήτων καὶ ἱκανοτήτων μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐμφανίζει ἴδιον πολιτισμόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καὶ τὴν σφραγῖδα καὶ τὸ γνώρισμα τῆς ὁμάδος. 

Παρόμοιόν τι συνέβη κατ' ἐξοχὴν μὲ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀπ' ἀρχαιοτάτων χρόνων διακριθὲν ἄλλων βαρβάρων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, μὲ ἴδιον πολιτισμόν, λαῶν, παρουσίασε τὴν γνωστὴν ἐκπολιτιστικὴν ἐμφάνισιν ἐν τῇ Ἱστορίᾳ, ἡ ὁποία καθιστᾷ ὑπερήφανον πάντα Ἕλληνα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν ὑπόστασιν, ἡ ὁποία γνωρίζεται διὰ τοῦ ὑψίστου τῶν πολιτισμῶν, τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. 

Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, διακρινόμενον μεταξὺ ἄλλων ἐθνικῶν ὁμάδων καὶ ἕνεκα ἐξαιρετικῶν λόγων καὶ ἱστορικῶν ἐξελίξεων, ἐβράδυνε νὰ ἐμφανίσῃ τὴν ἐθνικήν του ὁμαδικὴν ἑνότητα. Καὶ ἡ μεγάλη πολιτικὴ μεταβολὴ ἐπὶ Μ. Κωνσταντίνου ἐπέτεινε τὴν βραδύτητα καὶ ἐχρειάσθησαν αἰῶνες διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ ἐθνικὴ ἑνότης ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἐνσυνειδήτως περισσότερον παρὰ ποτὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δουλείας, μὲ τελικὸν πλῆρες ἀποτέλεσμα ἀλλ' οὐχὶ ἐν τῷ συνόλῳ του ὡς πρὸς τὴν χωρικὴν αὐτοῦ ἔκτασιν, κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ὁπότε, ἔστω καὶ εἰς μόνον τὸ ἐλεύθερον τμῆμα τοῦ ἔθνους, ἐπραγματοποιήθη ἡ συνταύτισις ἔθνους καὶ κράτους, μὲ τὴν ἐπίσημον μάλιστα ὑπὸ νεωτέραν ἔννοιαν κρατικήν της ἐμφάνισιν. Ἡ σύνθεσις αὕτη, κατὰ φυσικὸν λόγον, ἐνεφανίσθη μὲ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς τίτλους τῆς περιόδου τῆς δουλείας. Εἷς δὲ τῶν σπουδαιοτέρων τίτλων ἦτο ὁ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ φρικτοῦ ζυγοῦ χαλκευθεὶς στενώτατος σύνδεσμος θρησκείας καὶ ἔθνους. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν ἐφιαλτικὴν ταύτην περίοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦτο εὕρισκε πλῆρες καταφύγιον ἐκ τῶν δεινῶν της δουλείας εἰς τὴν Ἔκκλησίαν, δι' ἧς, κυρίως διὰ τῆς ὑπερόχου ὀρθοδόξου λατρείας της καὶ τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ», διεσώθη ἡ γλῶσσα, τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ διετηρήθη ἄσβεστον τὸ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν αἴσθημα τοῦ παντὸς Ἕλληνος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μὲ πρότυπα τοὺς Ἱεράρχας της καὶ τὸν κλῆρον της, πλουσίως συμβαλόντα εἰς τὸν φόρον τοῦ αἵματος τοῦ ἀγωνιζομένου ἔθνους, ἐπετέλεσε μοναδικὸν ποιμαντορικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον κατὰ φυσικὸν λόγον συνεδέθη στενώτατα μὲ τὴν ὑπόδουλον ἐθνικὴν ζωήν, τοῦ στενωτάτου τούτου συνδέσμου ἐκδηλωθέντος εἰς τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγῶνος, ὅστις ἐχαρακτηρίζετο ὅτι διεξήγετο διὰ τὴν πατρίδα καὶ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν, ἔναντι τῶν ἀλλοθρήσκων Μωαμεθανῶν, δι' ὅ καὶ ὁ ὅρκος τῶν Φιλικῶν (πρᾶξις καθαρῶς ἐθνική) ἐλάμβανε τύπον καὶ χαρακτῆρα θρησκευτικόν. 

Ὁ σύνδεσμος οὗτος ὑπῆρξε χρονικῶς μακρότατος καὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἀπέβη οἰονεὶ ἡ δευτέρα φύσις τοῦ Ἕλληνος, εἰς σημεῖον ὥστε Ἕλλην ἐσήμαινεν ἐν τῇ πραγματικότητι Ὀρθόδοξος καὶ Ὀρθόδοξος ἐσήμαινεν Ἕλλην. Ὅμως ἦλθεν ἡ ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἐξακολουθεῖ μὲν κατὰ κεκτημένην ταχύτητα ὑφιστάμενος ἄρρηκτος ὁ δεσμὸς μετὰ τοῦ ἔθνους, τώρα κράτους, καὶ θρησκείας, ὡς δεικνύουν καὶ αἱ πρῶται εὐσεβεῖς ἐκδηλώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους-κράτους ὑπὲρ τῆς θρησκείας του, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς, ἐκλιπούσης τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς αἰτίας τοῦ συνδέσμου, φυσικὸν ἦτο νὰ χαλαρωθῇ ὁ δεσμός, καὶ μάλιστα νὰ διαλυθῇ, διότι ὁ ἐθναρχικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, τουλάχιστον εἰς τὸ ἐλεύθερον κράτος, ἔπαυσεν ὑφιστάμενος, ἐφ' ὅσον τὸ κράτος, ὡς πραγματικὸν κράτος, ἀνελάμβανε πᾶσαν τὴν εὐθύνην καὶ μέριμναν τῆς καθαρῶς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, καὶ ἡ θρησκεία ἀπέμεινε, κατὰ φυσικὸν λόγον, ὡς ἡ ἀποκλειστικὴ μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἒχῃ ἀνάμειξιν πλέον εἰς τὰ κοσμικὰ ἐθνικὰ πράγματα, ὡς κατὰ τὴν Ἐθναρχίαν, καὶ θὰ ἀφιεροῦτο ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὰ πνευματικὰ ἔργα της, τουτέστι κυρίως εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ θρησκευτικὸν διαφωτισμὸν καὶ τὴν διαποίμανσιν τοῦ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ κράτους λαοῦ της, ἐπὶ ἀναδείξει τοῦ πραγματικοῦ αὐτοῦ χριστιανικοῦ ἤθους. Τὸ δὲ Κράτος, ἐκ πολλαπλῶν λόγων καὶ διὰ τὰς ἀναριθμήτους ὑπηρεσίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Ἔθνος, θὰ περιωρίζετο εἰς τὴν πραγματικὴν προστασίαν αὐτῆς, ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐπισήμου θρησκείας τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς τοῦτο συνέβη μόνον κατὰ θεωρίαν, διότι τὸ μὲν κράτος ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ὀργανώσεως ἐκ ξένων κινήτρων ἐπενέβη, κατ' αὐθαίρετον μάλιστα τρόπον, ἰδίᾳ διὰ τοῦ Μάουρερ, μέχρις ἀνεπιτρέπτου σημείου εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δὲ τελευταῖα, κατὰ κεκτημένην ταχύτητα, ἐφαίνετο ζωηρῶς κατ' ἐξακολούθησιν ἐνδιαφερομένη καὶ διὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, ἔστιν ὅτε καὶ τὰ κρατικά, (ὡς, φέρ' εἰπεῖν, τὴν παιδείαν), ζωηρότερον ἀφ' ὅ,τι ἀπὸ θρησκευτικῆς πλευρᾶς ἐπετρέπετο διὰ τὸν ἀναγκαῖον περιορισμὸν εἰς τὰ ἴδια διαφέροντα. Οὐχὶ μάλιστα σπανίως ἤκουέ τις καὶ ἀκούει καὶ σήμερον ἀκόμη λόγους ἐκκλησιαστικοὺς ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, τοῦ ἀποκλειστικοῦ τούτου βήματος τοῦ θείου λόγου, περισσότερον ἐμπνεομένους ἀπὸ τὰ ἐθνικά, παρὰ ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ ἰδεώδη. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἄηθες, ἀποτυχημένος κληρικός, νὰ ὑπερτονίζῃ τὸν ρόλον τὸν ἐθνικόν, τὸν ὁποῖον δῆθεν ἔχει, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν κληρικὴν αὐτοῦ γυμνότητα, χρησιμοποιῶν μᾶλλον ἀσεβῶς, ματαιοδόξως καὶ ρητορικῶς τὴν μὴ ὑπάρχουσαν πλέον ἐθνικὴν τῶν κληρικῶν αὐθεντίαν καὶ εὐθύνην. 

Ἐδῶ πλέον ἡ σύγχυσις καὶ ἡ περιπλοκὴ φαίνεται καθαρώτατα, ἐφ' ὅσον μάλιστα διὰ τὴν φύσιν τῶν ὅρων καὶ τῶν πραγμάτων χωρεῖ πολλὴ δημαγωγία, εἴτε ὑψηλοτέρας, εἴτε κατωτέρας μορφῆς. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτὶ ὁ φυσικὰ διαλυόμενος ἐν τῷ ἐλευθέρῳ κράτει παλαιὸς δεσμός, διὰ τὴν μακραίωνα ἱστορίαν αὐτοῦ, αὐτομάτως ἀνανεοῦται εἰς δυστήνους περιστάσεις τῶν ἐθνικῶν μας τυχῶν, ὡς τοῦτο συνέβη κατὰ τὴν σύγχρονον παροδικὴν ὑποδούλωσίν μας εἰς τὰ καθεστῶτα τῶν δύο εὐρωπαϊκῶν πολιτικῶν τεράτων, τὰ ὁποῖα κατήσχυνον δι' ἑαυτὰ καὶ τὸ ἔθνος των τὸν χριστιανικὸν πολιτισμόν. Τότε ἀνεδείχθη, ὡς ὅλοι γνωρίζομεν, πάλιν ἡ Ἐκκλησία μας μνήμων τῆς παλαιᾶς της δράσεως διὰ τῆς Ἱεραρχίας, ἀναλαβούσης αὐτομάτως καὶ κατ' ἀπαίτησιν του Ἔθνους τὸν ρόλον τῆς Ἐθναρχίας ὡς φύλακος καὶ ὑπερασπιστοῦ τοῦ δουλεύοντος ἔθνους κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παροδικῆς βαρβάρου ὑποδουλώσεώς μας. Κατὰ ταύτην ἀνεδείχθησαν ὀνόματα Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἤρθησαν εἰς ἀληθὲς ὕψος ἐθνικοῦ μεγαλείου, ὑπενθυμίζοντος μεγάλας μορφὰς τῆς περιόδου τῆς μεγάλης ὑπερβαρβάρου δουλείας τοῦ ἔθνους μας. Ὁμοίως δ' ἀνεδείχθησαν τότε καὶ πολλοὶ ἐθνομάρτυρες ἱερεῖς, ἐν ἐξάρσει τῆς πιστῆς πρὸς τὸ ἔθνος καὶ τὰς τύχας του ἀφοσιώσεώς των, οὐχὶ μόνον ὡς Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερέων τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ. Ταῦτα δυσκολεύονται νὰ ἐννοήσουν πολλοὶ ἐκ τῆς Δύσεως, παρεξηγοῦντες τὴν θέσιν τοῦ Ἱεράρχου-Ἐθνάρχου, ἐνῷ, πρὸ παρομοίων συνθηκῶν εὑρεθέντες πολλοὶ Ἐπίσκοποι καὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες ἐν τῇ Δύσει, ἔπαιξαν παρόμοιον ρόλον Ἐθνάρχου, ὡς ὁ περίφημος Ἐπίσκοπος Berggrav τῆς Νορβηγίας, καὶ ἄλλοι πολλαχῶς διὰ τοῦτο ὑμνηθέντες ἐν τῇ Δύσει. 

Φυσικὸν ὅμως εἶναι, εὐθὺς ὡς παρέλθῃ τοιαύτη ἐθνικὴ κρίσις, ὡς καὶ ἔγινεν, ἡ σύγχυσις νὰ διαλύεται καὶ ἑκάστη σφαῖρα νὰ περιορίζεται εἰς τὰς ἁρμοδιότητάς της, τὸ μὲν ἔθνος, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ κράτους, νὰ ἀντικρύζῃ εἰς τὸ σύνολον τὰς εὐθύνας του τὰς πολιτικὰς καὶ νὰ τὰς ἀναλαμβάνῃ εἰς τὸ πλῆρες, ἡ δὲ Ἐκκλησία νὰ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας της, τὰς πολὺ μεγάλας εὐθύνας της, ὡς πρὸς τὴν ἀληθινὴν διαποίμανσιν τοῦ λαοῦ, παρ' οὐδεμιᾶς ἄλλης αἰτίας ἀπασχολουμένη, καὶ δὴ κοσμικῆς, εἰς σημεῖον δ' ὥστε νὰ μὴ ἐπισυμβῇ ποτὲ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον προειδοποίησεν αὐτὴν ὁ Κύριος Ἰησοῦς, νὰ μὴ εὑρεθῇ δήλ. αὕτη ποτέ, περὶ ἀλλότρια ἀπασχολουμένη, εἰς τὴν τραγικῶς δυσάρεστον θέσιν, τὰ τέκνα της νὰ ζητοῦν παρ' αὐτῆς ἄρτον καὶ ἰχθῦς καὶ ἀντὶ τούτων ἡ Ἐκκλησία νὰ δίδῃ λίθους καὶ ὄφεις (Λούκ. ια' 11), διότι τότε οὐαὶ εἰς τὴν τοιαύτην Ἐκκλησίαν, καθ' ἃ διδάσκει ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου. 

Ἀνακεφαλαιοῦντες, ἐπισημαίνομεν οὐ μόνον τὰς καθ' ἑκάστην τῶν τριῶν σφαιρῶν ἢ καταστάσεων ἐπισυμβάσας, ὅλως δὲ φυσιολογικῶς καὶ διὰ τοῦτο ἀσυναισθήτως ἐπικρατησάσας, συγχύσεις καὶ παρεκτροπάς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκ τούτων ἐπακολουθήματα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους μας καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἄμεσον καθῆκον τοῦ Κράτους, ὡς κυρίως ἐκπροσώπου τοῦ μεγαλειώδους Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τῆς Ἐκκλησίας, ὡς κυρίως ἐκπροσώπου τῆς μοναδικῆς μας θρησκείας, τοῦ ἁγνοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς ἀκηράτου 'Ορθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀτόμου τοῦ Ἕλληνος, ὡς ἐκπροσώπου τῆς ὑψηλοτέρας ἐθνικῆς ἰδεολογίας καὶ παραδόσεως, εἰς τὴν ἐποχὴ ν μάλιστα γενικοῦ ρεύματος ἀνακαινίσεως τῶν πάντων, καθ’ ἃ ὑπόσχεται ὁ Χριστὸς λέγων: «ἰδοὺ ἐγὼ ποιῶ τὰ πάντα καινά», ἄμεσον, λέγω, καθῆκον εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν οἱ πάντες νὰ ἀντικρύσωμεν ἀντικειμενικῶς τὴν θέσιν μιᾶς ἑκάστης σφαίρας κατὰ τὸ πρέπον. Τοῦτο ὡς εἰς πρώτην σκέψιν θὰ ἐσήμαινε τὴν προσπάθειαν ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως, δηλ. τὴν προσπάθειαν ἀνακαινίσεως καὶ ἀναζωογονήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦτο ἐπιχειρεῖται διὰ πλήρους καὶ ἐνσυνειδήτου αὐτοκριτικῆς εἰς τὰς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως, ἀρχῆς γενομένης ὑπὸ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς 2ας Βατικανῆς αὐτῆς Συνόδου, παραπλεύρως δὲ τὴν προσπάθειαν τῆς ἐπὶ ἀπολύτως ἠθικῶν βάσεων καὶ ἀναμφισβήτητου ἐπικρατήσεως τῆς δικαιοσύνης περισώσεως τοῦ Κράτους. Ὅμως τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν ὅσον λέγεται, παρὰ τὴν ἀπαίτησιν ταχυτέρας ἐκτελέσεώς του, διότι δὲν πρέπει προκειμένου περὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ μᾶς διαφεύγη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἁγιώτερος καὶ διὰ τοῦτο ὁ πλέον εὐαίσθητος καὶ ὁ πλέον εὔθικτος ὀργανισμός, ἡ δὲ μετὰ δέους καὶ φόβου Θεοῦ μεταχείρισίς του εἶναι conditio sine qua non, διότι ἡ Ἐκκλησία, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες ἀνήκομεν εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἰδική μας (ἔξωθεν δ' ἐπεμβάσεις δὲν ἔχουν ἐν προκειμένῳ θέσιν) . Ἡ Ἐκκλησία, ἔχουσα ἀνάγκην ἀνακαινίσεως καὶ ἀναζωογονήσεως, θὰ τὸ ἐπιτύχῃ δι' ἑαυτῆς, τῇ καθοδηγήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οὔτε ἔχει σημασίαν ὁ χρόνος μακροτέρας ἢ συντομωτέρας ὑπομονῆς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀπωτέρου σκοποῦ (Ἀτομικαὶ πρωτοβουλίαι εἶναι προωρισμέναι εἰς ἀποτυχίαν καὶ προοιωνίζονται κακὰ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν) . Προτιμότερον δ' ἴσως νὰ παραμείνωμεν εἰς τὸ status quo, ἐπί τινα καιρὸν ἀκόμη καὶ δὴ ἐταστικῶς, παρὰ νὰ προξενήσωμεν ἀνωμαλίας καὶ ἀνατροπάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀνεπίτρεπτος πρωτοβουλία ἐπιβολῆς πραγμάτων μὴ προερχομένων ἐκ τοῦ βάθους τῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις καὶ μόνη ἀποτελεῖ τὸ ἀψευδὲς τεκμήριον τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ πρέποντος καὶ τὸν αὐθεντικὸν ὁδηγὸν πρὸς τὸ μέλλον. Καὶ μόνον ὅταν τοῦτο ἐξασφαλισθῇ, ἡ ἀνακαίνισις θὰ ἐπέλθῃ ὡς μία φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ Κράτους νὰ καταστῇ συνείδησις, ὅτι τοῦτο μόνον ἐπὶ τῶν βάσεων τῆς ἠθικῆς τάξεως καὶ τοῦ Δικαίου δύναται νὰ σταθῆ. Τότε, μακρὰν μεγαλαυχιῶν καὶ ἀναξίων τῆς ὑψηλότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους φανατισμῶν καὶ ἐντυπωσιακῶν ἐκδηλώσεων, ἀποδίδοντες πραγματικῶς «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» καὶ μὴ ἐκφεύγοντες τεχνηέντως τῆς ἀτομικῆς μας εὐθύνης ἕκαστος, ἂς προσπαθήσωμεν ὅλοι μαζὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἀληθινὴν νέαν κατάστασιν, καθ' ἥν ὁ Ἕλλην, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὰ μεγάλα ἐθνικὰ ἰδεώδη τῆς ἁρμονίας τῶν ἀρετῶν, καὶ ὁ Ἕλλην Χριστιανός, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὰ ἁγνὰ ἰδεώδη τῆς θρησκείας του καὶ τῆς κατὰ Χριστὸν ἀγάπης, τὰ μὴ ὑποκριτικῶς δυνάμενα νὰ καλυφθοῦν δι' ἀναξίας ἀληθινῶν Χριστιανῶν βιοτῆς, νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀληθινὴν ἀνακαίνισιν τῆς ζωῆς τοῦ Ἔθνους μας καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας καί, μετὰ πραγματικὸν βέβαια μόχθον, τὴν ἰσορροπίαν τοῦ ἀληθινοῦ Ἕλληνος καὶ τοῦ γνησίου Χριστιανοῦ, εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ τῆς φιλτάτης πατρίδος μας. 

(24 Μαρτίου 1969)

Ο γέροντας Ισίδωρος και η πλάση... Τα «σιωπηλά και ήσυχα παιδιά της γης»


πηγή


 
Ο Πατήρ Ισίδωρος (εκοιμήθη στις 3 Φεβρουαρίου του 1908, με το παλαιό ημερολόγιο που ακολουθεί η ρωσική Εκκλησία) ενώ έζησε στον κόσμο τούτο, δεν ήταν «εκ του κόσμου τούτου». 
Μπροστά στο ειρηνικό χαμόγελό του τα γήινα έχαναν το βάρος τους, ενώ οι έγνοιες και τα προβλήματα εξανεμίζονταν.
Οι «κοπιώντες και πεφορτισμένοι», που προσέτρεχαν στην βοήθειά του, ανακουφίζονταν και επέστρεφαν αναπαυμένοι.
Ο Γέρων Ισίδωρος διέμενε στο Ερημητήριο της Γεσθημανή, μια Σκήτη έξω από τη Μόσχα. Ήταν πράος και συγκαταβατικός με όλους: ανθρώπους και ζώα. Ήταν ευσπλαχνικός και έδινε πάντα τροφή στα πουλιά και στα ζώα. Στην Σκήτη του εξέτρεφε ακόμα και τρωκτικά: αρουραίους, ποντίκια, αλλά και βατράχια. Ήθελε να θεραπεύη όλα τα πλάσματα του Θεού.
Μία ημέρα, καθώς βάδιζε, είδε μία γάτα να έχη αρπάξει στα νύχια της ένα πουλάκι και να είναι έτοιμη να το φάη. Με μεγάλο κόπο, ο Πατήρ Ισίδωρος ανάγκασε την γάτα να παρατήση την λεία της. Έτσι το πληγωμένο σπουργιτάκι έγινε μόνιμος κάτοικος του κελλιού του Γέροντα. 
Ο στάρετς (=γέροντας, πνευματικός διδάσκαλος) Ισίδωρος 
 
Κάποτε τον ρώτησαν, αν τον ενοχλούν τα ποντίκια. Εκείνος χαμογέλασε και είπε:
- Καθόλου δεν μ' ενοχλούν. Τους δίνω μεσημεριανό και βραδινό κι έτσι ησυχάζουν. Πρίν, πηγαινοέρχονταν με μανία γύρω-γύρω στο κελλί. Τώρα, όμως από τότε που άρχισα να τους βάζω την τροφή τους μπροστά στις φωλιές τους, ηρέμησαν. Δεν μ' ενοχλούν στο παραμικρό. 
Κάποια άλλη φορά βρισκόταν στην εξοχή με κάποιους πιστούς και είδε ένα βάτραχο να κάθεται πάνω σ' ένα βράχο. Ο Γέροντας τον πλησίασε και έφερε τα μάτια του στο ύψος των ματιών του βατράχου. Έτσι κοιτάζοντάς τον, άρχισε με καθαρή φωνή να ψέλνη τους Ψαλμούς του Δαυΐδ. Μία θεία ενέργεια ξεχύθηκε τότε μέσα από τον σεβάσμιο Γέροντα και κατέκλυσε όλους τους παρευρισκομένους. Ακόμα και ο βάτραχος έμεινε ακίνητος και εκστασιασμένος, όσην ώρα κρατούσαν οι Ψαλμοί. 
Ο Πατήρ Ισίδωρος είχε μια βαθειά αγάπη για όλα τα πουλιά, τα ζώα, τα λουλούδια..., για οτιδήποτε εκινείτο στον αέρα, στο νερό και στην γη, για οτιδήποτε φύτρωνε. Αν εύρισκε σπόρο καταγής, τον μάζευε και τον φύτευε στην «Εσώτερη Έρημο», σ' ένα παλιό κονσερβοκούτι, που είχε βρει πεταμένο στον δρόμο. Και συνήθιζε να λέη, ότι αυτό το έκανε, επειδή λυπόταν αυτά τα «σιωπηλά και ήσυχα» παιδιά της γης. 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των Ζώων", επιμέλειας Σίμωνος Μοναχού. Πίνακας της Ρωσίδας εικαστικού Έλενας Τσερκάσοβα.

Ἑλληνισμὸς καὶ Θεολογία π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ




Δέν θά ἦταν σωστό νά ποῦμε ὅτι ἡ ρωσσική θεολογία, στή δημιουργική της ἀνάπτυξη, εἶχε καταλάβει καί ἀφομοιώσει πλήρως ἤ ἀρκετά σέ βάθος τούς Πατέρες καί τό Βυζάντιο. Αὐτό, πρέπει ἀκόμα νά τό κάνη. Πρέπει νά περάση μέσα ἀπό τό αὐστηρό σχολεῖο τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Ἑλληνισμός, οὕτως εἰπεῖν, προσέλαβε αἰώνιο χαρακτήρα στήν Ἐκκλησία- ἔχει ἐνσωματωθῆ σ’ αὐτήν τή δομή τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἡ αἰώνια κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως. Φυσικά ἐδῶ δέν ἐννοεῖται ὁ ἐθνικός Ἑλληνισμός τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος ἤ τῆς Ἀνατολῆς οὔτε ὁ ἑλληνικός φυλετισμός, ποὺ εἶναι ἀπηρχαιωμένος καί χωρίς δικαίωση. Ἀσχολούμεθα μέ τή χριστιανική ἀρχαιότητα, μέ τόν Ἑλληνισμό τοῦ δόγματος, τῆς λειτουργίας, τῆς εἰκόνος. 

Στή λειτουργία, τό ἑλληνικό style τῆς «εὐσέβειας τῶν μυστηρίων» μπῆκε μέσα στόν ρυθμό τῆς λειτουργικῆς μυσταγωγίας, χωρίς νά ὑποστῆ κάποιο εἶδος μυστικοῦ «ἐπανεξελληνισμοῦ». Θά μποροῦσε κανείς, ποὺ εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, νά εἶναι τόσο ἀνόητος, ὥστε αὐθαίρετα νά «ἀφελληνίση» τίς λειτουργίες καί νά τίς μεταφέρη σ’ ἕνα πιό «μοντέρνο» style; Ἐπί πλέον, ὁ Ἑλληνισμός εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό ἕνας προσωρινός σταθμός στήν Ἐκκλησία. Ὅταν ὁ θεολόγος ἀρχίση νά σκέπτεται ὅτι οἱ «ἑλληνικές κατηγορίες» εἶναι ἀπηρχαιωμένες, αὐτό ἁπλῶς σημαίνει ὅτι αὐτός ἔχει βγῆ ἔξω ἀπ΄ τόν ρυθμό τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογία δέν μπορεῖ ἴσως νά εἶναι καθολική παρά μόνο μέσα στόν Ἑλληνισμό. 

Βέβαια, ὁ Ἑλληνισμός ἔχει διπλή σημασία. Ἕνα ἀντιχριστιανικό στοιχεῖο κυριαρχοῦσε στό ἀρχαῖο πνεῦμα. Μέχρι τώρα ὑπῆρξαν πολλοί ποὺ κατέφυγαν στόν Ἑλληνισμό μέ ὁλοφάνερο σκοπό νά σηκωθοῦν καί νά πολεμήσουν τόν Χριστιανισμό (ἁπλῶς θυμηθῆτε τόν Νίτσε!).

Ἀλλά ὁ Ἑλληνισμός ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία• τέτοια εἶναι ἡ ἱστορική σημασία τῆς πατερικῆς θεολογίας. Αὐτή ἡ «ὁλοκλήρωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ» συνεπήγετο μιὰ ἀνελέητη διάσπαση, τό κριτήριο τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ἱστορική φανέρωση τοῦ σαρκωθέντος Λόγου. Ὁ χριστιανικός Ἑλληνισμός, μεταμορφωμένος καθώς ἦταν, εἶναι τελείως ἱστορικός. 

Ἡ πατερική θεολογία εἶναι πάντα «θεολογία γεγονότων», μᾶς φέρνει ἀντιμέτωπους μέ γεγονότα, τά γεγονότα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας. Ὅλα τά σφάλματα καί οἱ πειρασμοί ἑνός ἐξελληνισμοῦ ποὺ ἐπιδιώχθηκε ἀπερίσκεπτα -συνέβησαν ἐπανειλημμένα στόν ροῦ τῆς ἱστορίας- δέν μποροῦν ἴσως νά μειώσουν τή σπουδαιότητα αὐτοῦ του θεμελιώδους γεγονότος: τό «Εὐαγγέλιο» καί ἡ χριστιανική θεολογία, ἅπαξ διά παντός, διατυπώθηκαν ἐξ ἀρχῆς μέ ἑλληνικές κατηγορίες. Πατερικότητα καί καθολικότητα, ἱστορικότητα καί Ἑλληνισμός εἶναι διάφορες ἀπόψεις ἑνός μοναδικοῦ καί ἀδιαιρέτου δεδομένου.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...