Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 06, 2014

Ὁ Ἀμαθὴς καὶ Ἀγροῖκος Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Στειρίτης






Στὶς 7 Φεβρουαρίου, τελεῖται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Στειρίτου. Τὸ μοναστήρι ποὺ τιμᾶ τ’ ὄνομά του βρίσκεται κοντὰ στὸ χωριὸ Στεῖρι κι' ἀπὸ τοῦτο λέγεται κι' ἅγιος Λουκᾶς ὁ Στειρίτης ἢ Νέος, γιὰ νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ποὺ ἔζησε 890 χρόνια πρωτύτερα. Αὐτὸ τὸ μοναστῆρι εἶναι φημισμένο κ' ἡ ἐκκλησιὰ του εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ' ὅσες σώζουνται ἀπὸ κεῖνον τὸν καιρό, στολισμένη μὲ ψηφιὰ καὶ μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα. Πηγαίνει κανένας στὸ μοναστήρι ἀπὸ τὸ Δίστομο. Εἶναι χτισμένο σὲ ἔμορφο μέρος, κοντὰ στὸ βουνὸ ποὺ τὸ λέγανε στ' ἀρχαῖα Ἑλικώνα καὶ σήμερα τὸ λένε Παληοβούνα.

Ἡ καταγωγὴ τοῦ ἁγίου Λουκᾶ ἦτον ἀπὸ τὴν Αἴγινα. Ἀλλὰ οἱ παπποῦδες του φύγανε ἀπὸ τὸ νησί, σὲ καιρὸ ποὺ ρήμαξε ἀπὸ τοὺς πειράτες μπαρμπερίνους, καὶ πήγανε στὰ μέρη τῆς Ἰτέας. Ἐκεῖ πέρα γεννήθηκε ὁ πατέρας του Στέφανος, κ' ὕστερα πῆγε καὶ παντρεύτηκε στὸ χωριὸ Καστρί, ποὺ ἤτανε κοντὰ στοὺς ἀρχαίους Δελφούς. Ἐκεῖ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ ἅγιος Λουκᾶς, στὰ 896 μ.X. Γιὰ τοῦτο λέγει ἕνα τροπάριό του: «Ἡ πόλις ἀγάλλεται Δελφῶν καὶ ταύτης ἡ ὅμορος, μάλιστα τοῖς σπαργάνοις σου, καὶ ἑπτάπυλαι Θῆβαι τὰ σὰ θαυμάσια κηρύττουσι τρανῶς».

Ἀπὸ τὰ πέντε ἀδέλφια καλογερέψανε τὰ τρία, ὁ Λουκᾶς, ἡ ἀδελφή του ἡ Καλὴ κι' ὁ ἀδελφός του Ἐπιφάνιος. Πρὶν νὰ καλογερέψει, ἤτανε τσομπάνος καὶ ξωχάρης, πλὴν καὶ τότε ὁλοένα καταγινότανε μὲ τὰ θρησκευτικά. Ἡ καρδιὰ του ἤτανε ἁπλή, τὸ μυαλὸ του καθαρὸ ἀπὸ ἄσοφες σοφίες, γιὰ τοῦτο λέγει καὶ τὸ τροπάρι του: «Στάθηκες, Λουκᾶ, ἄμαθος στὰ λόγια, ἀλλὰ σοφὸς σὲ ἔργα θεϊκά. K' ἔβαλες μέσα στὰ στήθια σου, μακάριε, τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ σὰν ἀρχὴ τῆς κάθε σοφίας, ὅθεν ἔζησες θεάρεστα». Ὁ ἴδιος ἔλεγε τὸν ἑαυτὸ του «ἀμαθῆ καὶ ἀγροῖκον». Ἤτανε ταπεινότατος, ἁπλός, ἄκακος, ἡ ὄψη του ἤτανε γλυκύτατη. Τοὺς φτωχούς τοὺς λυπότανε καὶ τοὺς πονοῦσε. Ὄντας ἀκόμα τσομπάνος, σὰν ἀντάμωνε κανέναν φτωχόν, τούδινε τὸ ψωμί του καὶ τὰ ροῦχα του, κι' αὐτὸς ἀπόμνησκε πεινασμένος καὶ γυμνός. Τὸ σπόρι ποῦχε γιὰ σπάρσιμο τὸ μοιραζότανε μὲ τοὺς ἄλλους φτωχοὺς ζευγάδες. M' ἕνα σύντομο λόγο, πιὸ πολὺ ἐζοῦσε γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Πολλὲς φορὲς οἱ γονιοὶ του τὸν μαλώνανε, κ' ἐκεῖνος ὁ μακάριος τὰ ὑπόμενε πλὴν δὲν ἄλλαζε γνώμη. Σὰν πέθανε ὁ πατέρας του, ἀφοσιώθηκε περισσότερο στὰ τῆς θρησκείας, κ' ἔμαθε τ' ἀλφάβητο δίχως δάσκαλο, ὅσο νὰ διαβάζει τὸ Ψαλτήρι. Ἡ μάννα του τὸν ἄκουγε τὴ νύχτα ποὺ ἔκανε τὴν προσευχὴ του γονατισμένος ὡς τὰ ξημερώματα. Μιὰ μέρα ἔφυγε νὰ πάγει στὴ Θεσσαλία νὰ γίνει καλόγερος μὰ τὸν πιάσανε κάποιοι στρατιῶτες, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ σκλάβο πώφυγε ἀπὸ τ' ἀφεντικό του, καὶ τὸν δείρανε καὶ τὸν φυλακώσανε κ' ὕστερα τὸν ἀφήσανε καὶ γύρισε στὸ σπίτι του. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ κονέψανε στὸ σπίτι του δυὸ καλογέροι ποὺ πηγαίνανε στὸν ἅγιο Τάφο κι' ὁ Λουκᾶς πῆγε κρυφὰ μαζί τους κ' ἦρθε στὴν Ἀθῆνα.

Μὲ τὰ πολλά, τὸν πῆρε ἕνας γούμενος στὸ μοναστήρι του, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ παρακάλια, γιατί ἤτανε μονάχα δεκατεσσάρων χρονῶν. Ἡ μητέρα του δὲν ἤξερε ποῦ βρίσκεται κ' ἔκλαιγε καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ ξαναγυρίσει τὸ παιδί της στὸ σπίτι τους. Κι' ὁ Κύριος ἄκουσε τὸ θρῆνο της καὶ τῆς τὸ ἔδωσε. Τρεῖς φορὲς εἶδε ὁ γούμενος στὸν ὕπνο του τὴ μητέρα τοῦ Λουκᾶ νὰ κλαίγει καὶ νὰ τοῦ ζητᾶ τὸ τέκνο της. Ὡς ποὺ τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ τὸν ἔστειλε στὸ σπίτι του.

Κάθισε μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τρεῖς-τέσσερις μῆνες, κι' ὁλοένα τὴν παρακαλοῦσε νὰ στέρξει νὰ γίνει καλόγερος. Καὶ κείνη στὸ τέλος τὸν εὐχήθηκε κι' ὁ Λουκᾶς πῆγε σ' ἕνα βουνὸ ἔρημο ποὺ τὸ λέγανε τοῦ Ἰωαννίτζη, κ' ἔκανε μιὰ καλύβα κι' ἀσκήτευε. Ὓστερ' ἀπὸ λίγον καιρό, πήγανε κοντά του καὶ δύο-τρεῖς ἄλλοι ἀσκητάδες καὶ ξεπετραδιάσανε λίγον τόπο καὶ φυτέψανε περιβόλι, γιὰ νὰ φιλεύουνε τοὺς περαστικοὺς μὲ τὰ λάχανα ποὺ βγάζανε. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς τὴν ἡμέρα δούλευε κι' ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε. Οἱ πατέρες ποὺ ἤτανε μαζί του ἀπορούσανε πῶς καθότανε ξάγρυπνος, δίχως νὰ καλοξέρει νὰ διαβάσει τὸ Ψαλτήρι καὶ τὶς ἄλλες προσευχές. Ἕνας ἀπὸ δαύτους κρύφθηκε ἕνα βράδυ γιὰ νὰ ἀκούσει τί ἔλεγε, κι' ὅλη τὴ νύχτα τὸν ἄκουγε νὰ λέγει γονατιστὸς ὁλοένα "Κύριε ἐλέησον".

Ἀπ' ὅσα ἔβγαζε τὸ περιβόλι του, κάτι τιποτένια ἔτρωγε ὁ ἴδιος καὶ τἄλλα τὰ ἔδινε στοὺς φτωχούς. Ὅσο εἶναι φυσικὸ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὸ νὰ παίρνουνε καὶ νὰ ἀποχτοῦνε, ἄλλο τόσο φυσικὸ ἤτανε γιὰ τὸν ἅγιο Λουκᾶ τὸ νὰ δίνει τὰ δικά του στοὺς ἄλλους. Κι' ὄχι μονάχα τἄδινε, ἀλλὰ τὰ φόρτωνε στὸ γαϊδουράκι του καὶ τὰ πήγαινε στοὺς φτωχοὺς ποὺ εἴχανε ἀνάγκη οἱ καημένοι. Δὲν ἀγαποῦσε μονάχα τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῷα τ' ἀγαποῦσε καὶ τὰ λυπότανε. Πηγαίνανε κάτι ἐλάφια καὶ τρώγανε τὰ λάχανα καὶ κεῖνος τὰ μάλωνε μὲ ἠμερότητα καὶ τοὺς μιλοῦσε σὰν νὰ τὸν καταλαβαίνανε.

Μιὰ φορά, ἕνα ἀπ' αὐτὰ τὰ ζαρκάδια ἔσπασε τὸ ποδάρι του καὶ τρέξανε κάποιοι κυνηγοὶ νὰ τὸ σκοτώσουνε, μὰ ὁ ἅγιος τοὺς παρακάλεσε μὲ δάκρυα νὰ τ' ἀφήσουνε νὰ ζήσει κι' αὐτοὶ θαυμάσανε γιὰ τὴν εὐσπλαχνία του. Ἀπὸ τὴ νηστεία κι' ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια τὸ κορμὶ του εἶχε γίνει σὰν ξύλο ἀναίσθητο στὸ κρύο καὶ στὴ ζέστη, στὴν πεῖνα καὶ στὴ δίψα. Καὶ μ' ὅλο ποὺ καθότανε μοναχὸς μέσα στὴν ἔρημο, δὲν ἀγρίεψε, ἀλλὰ τὸ πρόσωπό του ἔφεγγε ἀπὸ τὴν καλοσύνη κι' ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος κ' ὑποδεχότανε μὲ προθυμία τοὺς ὁδοιπόρους καὶ ποτὲς δὲν τὸν εἶδε ἄνθρωπος νὰ εἶναι κατσούφης ἢ βαριεστημένος.

Ἐκεῖνος ἔτρωγε σ' ὅλη τὴ ζωὴ του χορταρικὰ καὶ ὄσπρια καὶ ψωμὶ κριθαρένιο, ἀλλὰ τοὺς ἄλλους τοὺς φίλευε πλουσιοπάροχα, μὲ καλὰ φαγητὰ καὶ μὲ κάθε τί ποὺ βρισκότανε στὸ καλύβι του. Ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν ἄσκηση ἔγινε σὰν ἄυλος. Μέσα στὴν καλύβα του εἶχε σκάψει ἕνα λάκκο κ' ἐκεῖ μέσα πλάγιαζε γιὰ νὰ θυμᾶται τὸν τάφο του. Μόλις τὸν θόλωνε ὁ ὕπνος, σηκωνότανε κ' ἔπιανε τὴν προσευχή, ψέλνοντας μέσα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι μὲ θρῆνο πολύν. Ἀπ' ὅσο ἁπλὸς ἤτανε πρῶτα, κατάντησε ἀκόμα πιὸ ἁπλὸς κι' ἄπλαστος, ἀφοῦ μιλοῦσε μὲ τὰ πουλιὰ σὰν νἄτανε ἄνθρωποι κ' εἶχε μερέψει δύο φίδια καὶ τἄθρεφε.

Ἡ καρδιὰ του καιγότανε ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνία ποὺ ἔνοιωθε γιὰ κάθε πλάσμα. Ἀπάνω ἀπ' ὅλα ἔλαμπε ἡ πίστη του στὸ Θεό, ἁπλή, σὰν δέντρο ριζωμένη στὴν καρδιά του. Γιὰ τοῦτο ἀξιώθηκε προφητικὸ χάρισμα, καὶ προεῖπε πὼς οἱ Βούλγαροι θὰ κουρσέψουνε τὴ Ρούμελη καὶ τὸν Μοριά. Ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ ξακούσθηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ' ὅλο τὸ Ἑλληνικό.

Ἑφτὰ χρόνια εἶχε κάνει ὁ ἅγιος σ' αὐτὸ τὸ βουνό, ὅπου κατεβήκανε οἱ Βούλγαροι μὲ τὸν τσάρο τους τὸν Συμεὼν καὶ κουρσεύανε τὸν τόπο. Σὰν ἀκούσθηκε πὼς ζυγώσανε στὰ κάτω μέρη, ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἄφησε τ' ἀσκηταριό του καὶ πέρασε σὲ κάτι νησόπουλα ποὺ βρίσκουνται κοντὰ σὲ κείνη τὴν ἀκρογιαλιὰ κι' ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κόρινθο. Ἐκειπέρα ἔμαθε καὶ λίγα γράμματα, μὰ δὲν ἤθελε νὰ ζεῖ μέσα στὸν κόσμο. Γι' αὐτὸ σὰν ἄκουσε πὼς βρισκότανε ἕνας ἅγιος στυλίτης στὰ μέρη τῆς Πάτρας, πῆγε νὰ τὸν βλογήσει. Ἀλλὰ περνώντας ἀπὸ τὸ Ζεμενό, ἧβρε ἕναν ἄλλον ἀσκητὴ ποὺ καθότανε κι' αὐτὸς ἀπάνω σὲ μία κολόνα καὶ πῆγε ὑποταχτικός του καὶ κάθισε κοντὰ του δέκα χρόνια καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε αὐτὸν καὶ τοὺς γέροντες ποὺ ἤτανε μαζί του, κουβαλώντας ξύλα καὶ νερό, μαγειρεύοντας, πλέκοντας δίχτυα, ψαρεύοντας κι' ὁλοένα ἀγωνιζόμενος μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ἀπὸ κεῖ γύρισε στὸ βουνὸ τοῦ Ἰωαννίτζη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὸν ἀφήνανε ἥσυχο οἱ ἄνθρωποι, πῆγε κ' ἔκανε τὸ καλύβι του στὴν Ἀντικυρά. Ἐκεῖ γίνηκε ψαρὰς κι' ὅσα ψάρια ἔπιανε τὰ μοίραζε στοὺς φτωχούς. Ὓστερ' ἀπὸ λίγο, ἐπειδὴ κουρσεύανε τὸν κόσμο οἱ Σαρακηνοί, πέρασε σ' ἕνα ρημονήσι ποὺ τὸ λέγανε Ἀμπελῶνα κ' ἐκεῖ κάθισε τρία χρόνια μαζὶ μὲ τὴν ἀδερφὴ του τὴν Καλή.

Σὰν ἡσύχασε λίγο ὁ κόσμος, πέρασε στὴ στεριὰ καὶ πῆγε κι' ἔκανε τὸ καλύβι του κοντὰ στὸ χωριὸ Στεῖρι, στὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ μοναστῆρι του. Μὰ κ' ἐκεῖ δὲν ξαπόστασε, γιατί κάθε τόσο διαγουμίζανε τὸν τόπο οἱ Βούλγαροι κι' ἄλλα βάρβαρα ἔθνη, καὶ κρυβότανε στὶς σπηλιὲς καὶ σὲ γκρεμνὰ ἀπάτητα. Ὅλη ἡ ζωὴ του πέρασε μέσα σὲ κατατρεγμοὺς καὶ σὲ αἱματοχυσίες.

Τρεῖς μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ἔφερε γύρο ὅλα τὰ χωριὰ καὶ τὰ ἀσκητήρια καὶ πῆρε συγχώρηση ἀπ' ὅλους. Ἀναπαύθηκε στὶς 7 Φεβρουαρίου τὸ 953, πενήντα ἕξ χρονῶν. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἁγίους τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ ζήσανε σὰν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, "μέτριος, ἄκακος, πρᾶος, ἁπλοῦς, ἡσύχιος".

Συνέντευξη του Σεβ. Μητροπολίτη Μεξικού Αθαναγόρα με αφορμή την ολοκληρωση των εορτασμών για την επέτειο των δέκα χρόνων από τα εγκαίνια του Αγίου Νικολάου στην Αβάνα της Κούβας




                                                           

                                   Μεξικό, 30 Ιανουαρίου 2014


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Συνέντευξη του Σεβ. Μητροπολίτη Μεξικού Αθαναγόρα
με αφορμή την ολοκληρωση των εορτασμών για την επέτειο των δέκα χρόνων από τα εγκαίνια του Αγίου Νικολάου στην Αβάνα της Κούβας
         
Ο Αρχιεπίσκοπος Κεντρικής Αμερικής κκ Αθηναγόρας με την επιστροφή του από την Κούβα στην Μητρόπολη Μεξικού εξέφρασε τον ενθουσιασμό του αλλά και την αγάπη του για όλους όσοι συντέλεσαν στην πραγματοποίηση των εκδηλώσεων στην πρωτεύουσα της Κούβας. Ιδαίτερα αναφέρθηκε στην ευγενή και στενή σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της Κυβέρνησης της Κούβας και της Ελληνικής Ορθόδοξης παρουσίας στην χώρα, στο πρόσωπο του Μητρ. Αθηναγόρα.
Αποσπάσματα από την συνέντευξη
"Κάθε μέρα για μένα είναι μια μέρα που δοξάζω τον Θεό για το δώρο αυτό που μου έχει δώσει και λέγεται Μητρόπολις Μεξικού, με ευθύνη για όλες αυτές τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής.
Την περασμένη εβδομάδα (26 Ιανουαρίου) βιώσαμε τον εορτασμό της 10ης επετείου των εγκαινίων της εκκλησίας στην Κούβα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος προσκεκλημένος απο τον Φιντέλ Κάστρο ήρθε και εγκαινίασε τον ναό.



Ανέμενα να γίνει μια τελετή όμορφη διότι γνωρίζω πως οι Ιερείς μου στην Κούβα ήταν ικανοί να προετοιμάσουν ένα πρόγραμμα όπως άρμοζε για την γιορτή αυτή. Η παρουσία του εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριάρχου Σεβ. Μητροπολίτου Κιδωνιών κ Αθηναγόρου, η παρουσία του αδελφου εν Χριστώ Μητροπολίτου Μπουένος Αιρες Ταρασίου, η παρουσία Αρχιερέων από την Αμερική και Ελλάδα, μαζί με την παρουσία Ελλήνων της Αμερικής της Ελλάδος και του Παναμά.
Μα πιο σημαντικό δώρο μας έδωσε η εκκλησία της Σύρου με την ευλογία του Σεβ. Μητροπολίτου Δωροθέου, της παρουσίας των λειψάνων του Αγίου Νικολάου που φυλλάσονται στον ομώνυμο Ιερό Ναό στην Σύρο, τα οποία ήρθαν ευλογία του Μητροπολίτη για να μπορέσουμε να γιορτάσουμε την 10η επέτειο και να μπορούν οι πιστοί μας στην Κούβα να προσκυνήσουν τα λείψανα του Αγίου Νικολάου. Σημαντική και η παρουσία η δική σας της Ellopia TV USA για να καταγράψετε τις προσπάθειες μας να εδραιώσουμε εδώ την Ορθοδοξία.
Για μας αποτέλεσε μια ευκαιρία να δώσουμε στους Κουβανούς την χαρά να γνωρίσουν ότι αυτό που έκαναν πριν δέκα χρόνια δεν ήτω εις μάτιν αντιθέτως η εκκλησία μας στην Κούβα αυξάνεται και πληθαίνει όπως το γνωρίζετε και όπως το είδατε αυτοπροσώπως , με βαπτίσεις, με κατηχήσεις, με χειροτονίες όπως αυτή του νέου Κουβανού διακόνου την περασμένη Κυριακή, και ότι είμαστε εκκλησία Ορθόδοξη που αγκαλιάζουμε όλον τον κόσμο, δεν εργαζόμεθα φυλετικώς αλλά εργαζόμεθα σαν Οικομενικό Πατριαρχείο και έχουμε μέσα μας την υποχρέωση να μπορούμε να ανοίγουμε τις θύρες για το μήνυμα αυτό το σωτήριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας για ;όλους όσοι θέλουν να την αγκαλιάσουν την εκκλησία μας και έτσι δώσαμε εις τους Κουβανους την χαρά να γνωρίσουν ότι αυτό το οποίο μας έδωσαν δηλαδή την παρουσία της Ορθοδοξίας και του Οικ. Πατριάρχου, το δώρο αυτό του Φιντέλ Κάστρο και της κυβερνήσεως της Κούβας ήτω κάτι το οποίο άξιζε που το έκαμαν.
Βιώσαμε ημέρες όμορφες στην εκκλησία ήτω ο αντιπρόεδρος της Χώρας ο οποίος είναι ήδη εκλεγμένος επόμενος πρόεδρος, με την παραίτηση εντός έτους ή δύο ετών του νύν προέδρου Ραούλ Κάστρο. Η συγκίνηση που όλοι είχαμε με τις βαπτίσεις με την χειροτονία , με τα παιδιά μας στην Κούβα να ψέλνουν στην Ελληνική, ιδιάιτερα τα μικρά παιδιά που έψαλλαν τον Εθνικό Υμνο της Ελλάδος, όλα αυτά , αποτέλεσμα και μόνο της χάριτος του Θεού και παρουσία του Αγίου Πνεύματος και η προστασία του Αγίου Νικολάου, εις το έργο αυτό που επιτελείται εις την Κούβα.
Και αυτό όπως γνωρίζετε είναι ένα μικρό κομμάτι του Ιεραποστολικού μας έργου στην Κ. Αμερική. Συνεχίζουμε παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες, συνοδοιπόροι με τους πιστούς μας. Η χαρά η δική μου είναι πως αυτοί οι άνθρωποι είναι το μέλλον της Ορθοδοξίας στην Λατινική Αμερική. Το λέγω και το επαναλαμβάνω, εμένα με έστειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης εις την Κεντρική Αμερική για να είμαι η θύρα, για να μπορώ να ανοίξω την πόρτα της Ορθοδοξίας για αυτόν τον κόσμο και για αυτούς τους λαούς. Αυτοί είναι οι ίδιοι οι οποίοι μπαίνουν μόνοι τους, που αγγαλιάζουν τις εικόνες την παράδοση την κουλτούρα την ψαλτική, την ελληνική γλώσσα, αυτό που είμαστε και που μερικές φορές το θεωρούμε αυτονόητο.
Θα συνεχίσουμε το έργο μας ταπεινά αλλά με το να γνωρίζουμε πως το χέρι του Θεού ειναι εκείνο που κατευθύνει αυτό το έργο και έτσι να έχουμε την χαρά να μπορούμε να παραδώσουμε στον Χριστό στην εκκλησία μας την πατρίδα μας τον Πατριάρχη μας εκκλησία Κουβανών Ορθοδόξων , Αιτινών Ορθοδόξων, Γουαταμαλτέκων Ορθοδόξων, Παναμέζων, κοκ
Τελειώνω με μια εκλαϊκευμενη ελληνική φράση 'και που είσαι ακόμη”

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΦΩΤΙΟ OIKOYMENIΣΜΟΣ – ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ + ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἐπέτειο τῆς ἐκδημίας πρὸς Κύριον τοῦ ἱεροῦ Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (820-893 μ.Χ.).Εἶπαν, ὅτι ἡ ἱστορία εἶνε μιὰ πινακοθήκη, στὴν ὁποία ὁ χρόνος ἀναρτᾷ ἑκάστοτε εἰ­κό­νες μεγάλων μορφῶν. Καὶ στὴν χριστιανικὴ ἱ­στο­ρία ὑ­πάρχουν μεγάλες μορφές, ποὺ συν­ετέλε­σαν στὴν ἐξάπλωσι καὶ ἑδραίωσι τῆς ἁγί­ας μας πίστεως. Μετὰ τὴν ἄχραν­τη εἰκό­να τοῦ Κυρίου ἡ­μῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν ἄλ­λες μορφές. Ἀπὸ πλευρᾶς ἀγώνων γιὰ τὴν δι­ατήρησι τῆς πα­ρακαταθήκης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγώνων νὰ κρα­τηθῇ ἁγνὸ τὸ εὐαγγέ­λιο, ξεχωρίζουν τρεῖς μορ­φές· πρῶτος ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δεύτερος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, καὶ τρίτος ὁ σημερινὸς ἅγιος.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀγωνίστηκε ἐναν­τί­ον τῆς τάσεως ἰουδαϊκῶν κύκλων νὰ νοθεύσουν τὸν χριστιανισμὸ ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ὡς μία παραφυάδα τοῦ ἰουδαϊσμοῦ. Ἀντιστάθηκε σ᾽ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ στὸν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶχε βέβαια τὸ ἴδιο φρόνημα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ἀλλ᾽ ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ φάνηκε γιὰ λίγο κάπως ὑποχωρητικός. Ὁ Παῦλος διακήρυξε, ὅτι στὴ νέα πίστι, τὴν πίστι τῆς χάριτος, δὲν ἰσχύουν πλέον οἱ τύποι, ἡ ἰουδαϊκὴ λατρεία, οἱ θυσίες καὶ ἡ περιτομή, ἀλλὰ «καινὴ κτίσις» (Γαλ. 6,15). Στὸν Παῦ­λο ὀφείλουμε τὸν διαχωρισμὸ τοῦ χριστι­ανισμοῦ ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὴν αὐτοτέλεια τῆς χριστιανικῆς μας Ἐκκλησίας.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν τάσεων τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐναν­τί­ον δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ ἤθελαν νὰ ποῦν ὅτι, ὅ­πως οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν τοὺς ἡμιθέους, ἔ­τσι στὴ νέα πίστι ὁ Χριστὸς εἶνε ἕ­να εἶδος ἡμιθέ­ου, ποὺ ποτέ δὲν μπορεῖ νὰ φτά­σῃ τὸν Θεὸ Πα­τέρα. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς τάσε­ως ὑπεστήριξε, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶνε τὸ ἕ­να ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς τρισηλίου Θεότητος, τῆς ἁγίας Τριάδος.
Καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος, ποὺ ἑορτάζουμε σήμε­ρα, ἀγωνίστηκε πολὺ σὲ ἕνα ἄλλο σπουδαιότατο ἀγῶνα, ἐναντίον τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ κράτους στὴν ἐκκλησία· ὑποστήριξε ἐκεῖ­νο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος· «Ἀπόδοτε τὰ καίσαρος καί­σαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22,21). Ἀγωνίστηκε ἐναν­τί­ον τῆς τάσεως τοῦ παπισμοῦ νὰ ὑποτάξῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσία του τὴν Ὀρθοδοξία. Ἀγωνίστηκε ἐ­ναντίον τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα, ποὺ ἔκανε τότε τὴν ἐμφάνισί του μὲ ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀγωνίστηκε κυρίως –καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ σπουδαιότερο– ἐ­ναντίον τῶν καινοτομιῶν, ποὺ ἔρχονταν νὰ ἀλ­λοιώσουν τὸ περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐναντίον τῆς «ἀθέου» προσθήκης στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς πίστεως τοῦ λεγομένου Φιλιόκβε (Filioque), μὲ τὸ ὁποῖο καταλύεται τὸ τριαδικὸ δόγμα, τὸ ἁγιώτερο καὶ μυστηριωδέστερο δό­γμα τῆς πίστεώς μας. Καὶ οἱ τρεῖς ὑπέστησαν πολλὲς δοκιμασίες γιὰ τοὺς ἀγῶνες τους.

* * *

Ὁ ἱερὸς Φώτιος ὑπέστη πολλὲς θλίψεις. Συκοφαντήθηκε ἀπὸ φθο­νεροὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του· τὸν παρουσίασαν ὅτι κατέχεται ἀπὸ πνεῦμα φιλαρχί­ας, διάθεσι νὰ καταλάβῃ τὸ θρόνο, ἐνῷ εἶνε γεγονὸς ὅτι ἀποποιεῖτο τὸ ἱερὸ ἀξίωμα καὶ τὴν παραμονὴ τῆς ἐκλογῆς του μετὰ δακρύων πα­ρακαλοῦσε ν᾽ ἀποφύγῃ τὸ ποτήριο τῆς δοκιμα­σίας αὐτῆς. Ὑβρίσθηκε ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πα­πικούς, ποὺ οἱ ὕβρεις τους συνεχίζονται μέχρι σήμερα ἐναντίον του· καὶ μόνο τὸ ὄνομά του τοὺς ἐξοργίζει. Διώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτο­ρες καὶ ἄλλους ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς του. Δύο φορὲς ἐξωρίσθηκε· ἦταν καὶ σ᾽ αὐτὸ ἄξι­ος μιμητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου.
Καὶ τὸ τέλος του ἦταν ἡρωικό. Φυλακίστηκε σὲ μοναστήρι, καὶ ἐκεῖ οἱ ἄσπονδοι ἐχθροί του ἐπέβαλαν σ᾽ αὐτόν, ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μελετηροὺς ἀνθρώπους, τὸ χειρότε­ρο εἶδος τιμωρίας· καὶ αὐτὸ ἦταν ἡ στέρησι ὄχι τῆς τροφῆς ἢ τοῦ νεροῦ ἢ τοῦ ἀέρος, ἀλλὰ ἐκείνου ποὺ γι᾽ αὐτόν, ἀπ᾽ τὰ μικρά του χρόνια μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἦταν ἡ ἀναπνοή του· τοῦ στέρησαν τὰ ἱερὰ βιβλία. Κανείς ἄλλος δὲν ἀγάπησε τὰ βιβλία καὶ τὴ μελέτη, τόσο τῆς θύραθεν σοφίας ὅσο καὶ τῆς θείας Γραφῆς, ὅπως ὁ ἱερὸς Φώτιος. Σὲ ἡ­λικία 20 ἐτῶν συνέγραψε σπουδαιότατο Λεξικό, τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς θέλησε ν᾽ ἀνακαλυφθῇ στὶς ἡμέρες μας στὴν ἱ. μονὴ Ζάβορ­δας (Γρεβενῶν), ὁ περίφημος ἐκεῖνος κώδικας, ποὺ ἡ ἔκδοσί του προκαλεῖ παγκόσμιο ἐπιστη­μονι­κὸ ἐν­­διαφέρον· διότι μέχρι πρότινος ἦταν ἄ­γνωστο, μόνο μερικὲς σελίδες του ἦ­ταν γνωστές. Σ᾽ αὐτὸν λοιπόν, ποὺ ἀγάπησε τόσο τὰ βιβλία, ἐπεβλήθη ὡς τιμωρία νὰ μὴν ἔχῃ κοντά του κανένα βιβλίο. Καὶ ἔμεινε χω­ρὶς τὰ βιβλία, τοὺς ἀγαπητούς του «φίλους».
Μέσα σὲ τέτοιους περιορισμοὺς καὶ μέσα σὲ τέτοια στέρησι φίλων καὶ συγγενῶν καὶ πρὸ παντὸς τῶν βιβλίων, ἐξεδήμησε πρὸς τὸν Κύριο σὰν σήμερα, 6 Φεβρουαρίου τοῦ 893, καὶ αὐτὴ τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε τώρα.

* * *

Ὁ ἱερὸς Φώτιος ἀνεδείχθη, ὅπως λέει ἡ ση­μερινὴ ἀκολουθία, «θεοπαγὴς προμαχών», προμαχώνας τὸν ὁποῖον ἔστησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μὴ κατακλύσῃ τὴν Ἀνατολὴ τὸ παπικὸ κῦ­μα· ἀνεδείχθη «ἀκρόπολις», φρούριο Ὀρθοδο­ξίας· ἀνεδείχθη «Ἑώας τὸ σέλας», τὸ φῶς δηλαδὴ τῆς Ἀνατολῆς, «καλονὴ τῶν πατέρων» τῆς Ἐκκλησίας. Ἑνὸς τέτοιου ἀνδρὸς τὴ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοί μου. Φυσικά, στὰ λίγα αὐτὰ λόγια ποὺ λέμε γι᾽ αὐτόν, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ἀ­πέραντο θέμα τοῦ ἱεροῦ Φωτίου. Περιοριζόμεθα νὰ θίξουμε μόνο τὴν ἑξῆς σημαντικὴ πλευρά.
Ἑορτάζουμε σήμερα τὴ μνήμη του. Τὴν ἑ­ορτά­ζουμε σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία πο­λὺς λόγος γίνεται γιὰ τὴν οἰκουμενικὴ κίνησι καὶ τὴν ἕνωσι τῶν «ἐκκλησιῶν»· σὲ ἐποχὴ ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ –ἐγὼ τὸ θεωρῶ αὐτὸ «σημεῖον τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3)– ὀρθόδοξοι ἄρχοντες πηγαίνουν στὴ ῾Ρώμη καὶ σκύ­βουν ἐμπρὸς στὸν πάπα! Φρίττουν ἀπὸ τὸν τά­φο τὰ ἱερά του ὀστᾶ βλέποντας ἀρ­χιερεῖς καὶ ἄλλους κληρικοὺς καὶ θεολόγους νὰ παιρνοῦν ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη καὶ νὰ ἀσπάζωνται τὸν πάπα, βλέποντας νὰ καταβάλλωνται τόσες προσπάθειες γιὰ τὴν «συμφιλίωσι» Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως καὶ νὰ γίνωνται συνέδρια ἐπὶ συνεδρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴ δική μου ταπεινὴ ἀντίληψι εἶνε παγίδες, στὶς ὁποῖες ζητοῦν νὰ παρασύρουν τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.
Σὲ μία τέτοια ἐποχὴ τὸ ὄνομα τοῦ ἱεροῦ Φωτίου δὲν εἶνε ἀρεστό· ζητοῦν νὰ τὸ λησμονήσουν, διότι θεωροῦν ὅτι ἡ ἀνάμνησίς του εἶνε βλαβερὰ γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν». Ἀλλὰ ἐμεῖς, τὰ παιδιὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅσοι ἀκόμη αἰσθανόμεθα μέσα στὴν ψυχή μας ἕνα σπινθῆρα ἀγάπης, τῆς μεγάλης καὶ φλογερᾶς ἀγάπης τὴν ὁποίαν αἰσθάνετο ὁ ἱερὸς Φώτιος πρὸς τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ὁποία ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε καὶ θυσιάστηκε καὶ πέθανε ἐξόριστος καὶ στερημένος ὅλων, ἐ­μεῖς τὰ παιδιὰ τῆς Ὀρθοδοξί­ας πρέπει στὴν ἐποχὴ αὐτὴ νὰ φανοῦμε ἀντάξιοι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας.
Πρὸ παντὸς χρειάζεται προσοχή· νὰ μὴ δίδουμε μεγάλη σημασία σὲ ὅσα λέγονται περὶ ἑνώσεως. Ἐάν ποτε γίνῃ ἡ ἕνωσις, θὰ γίνῃ ὄχι διὰ τῆς ὑποταγῆς τῆς Ὀρ­θοδοξίας στὰ κελεύσματα τοῦ πάπα καὶ στὶς ἰδιοτροπίες τῶν προτεσταντῶν· ἄν ποτε ἔρθῃ ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεως –καὶ εἴθε νὰ ἔρθῃ–, αὐτὴ θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἐπιστροφῆς ὅλων στὸ ἀρ­χέγονο κάλλος τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Ἂς εἴμεθα λοιπὸν σὲ ἐπιφυλακή. Ζοῦμε σὲ ἡμέρες ποὺ συντελεῖται μία προδοσία τῆς ὀρ­θοδόξου πίστεως μέσα στοὺς κόλπους τῆς ἰ­δίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκ μέρους ἐπισκόπων ἱεροκηρύκων καὶ θεολόγων, ἐκείνων ποὺ ἔ­πρεπε νὰ εἶνε οἱ πρῶτοι φύλακες τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης. Καὶ ἂν παραστῇ ἀνάγκη σκληροτέρων ἀγώνων –διότι τώρα ἁπλῶς εἶ­νε τὰ προοίμια μιᾶς τέτοιας συγκρούσεως καὶ δὲν ξέρουμε τί μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός–, εἴ­θε ὁ Κύριος ν᾽ ἀναδείξῃ νέους ἀγωνιστὰς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Εἴθε ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καὶ ἰδίως οἱ νεώτεροι νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι, μικροὶ Φώτιοι, μικροὶ Μᾶρκοι Εὐ­γενικοί, ἕτοιμοι νὰ σηκώσουμε ψηλὰ τὴ σημαία καὶ τὸ λάβαρο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Τοῦτο νομίζω θὰ εἶνε τὸ καλύτερο μνημόσυνο τοῦ σήμερα ἑορταζομένου ἁγίου, ὁ ὁποῖ­ος θὰ εὐφραίνεται καὶ θὰ ἀγάλλεται στοὺς οὐ­ρανοὺς ὅταν βλέπῃ ὅτι ἡ παράταξις τῶν ὀρ­θοδόξων δὲν στερεῖται μαχητῶν, δὲν στερεῖται ἀνδρῶν, δὲν στερεῖται ἡρώων, δὲν στε­ρεῖται ἀνθρώπων ποὺ εἶνε ἕτοιμοι καὶ τὸν χρόνο καὶ τὰ νιᾶτα καὶ τὰ πάντα νὰ θυσιάσουν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν ὁποία ἔζησε καὶ ἀπέθανε ὁ ἱερὸς Φώτιος.
Διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Φωτίου, καθὼς καὶ τοῦ ἁγίου Βουκόλου, ποὺ συνεορτάζει μα­ζί του σήμερα, καὶ πάντων τῶν μαρτύρων, εἴθε ὁ Κύ­ριος νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Εις το ἱ. ναΰδριον Ἱδρύματος Παλαμηδίου 76 – Ἀθηνων 6-2-1961

"Ἡ Ελλάς δέν θά κατακτηθεῖ ὑπό τῶν Τούρκων διά τῶν ὅπλων.......


......αλλά δια των τριών εκατομμυρίων μουσουλμάνων, εις τους οποίους η άθεος κυβέρνησις θα δώσει...
....την ελληνικήν ιθαγένειαν. Εθνικοί κίνδυνοι εκ των εξελίξεων αυτών."

Προφητικό άρθρο του Γέροντος Θεόκλητου Διονυσιάτου για τους λαθρομετανάστες
Παραθέτουμε ένα προφητικό και αρκετά επίκαιρο άρθρο του αειμνήστου.......
Γέροντος Θεόκλητου Διονυσιάτου που δημοσιεύτηκε στον Ορθόδοξο Τύπο στις 23 Νοεμβρίου 2001 και που αναφέρεται στην εισβολή των λαθρομεταναστών στην Ελλάδα.
Το άρθρο του Γέροντος Θεόκλητου είχε τίτλο:

«Μελαγχολικαί ενοράσεις»

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μεταξύ άλλων, λέγει, ότι «οι Μοναχοί είναι οι κήρυκες της ερχομένης Βασιλείας, οι προφήται της Καινής Διαθήκης».
Την φράση αυτη μού θύμισαν κάποιες συζητησεις, πού είχα τελευταίως με τρεις φίλους ησυχαστές, πού και οι τρείς, ωσάν από προφητική διαίσθηση, ισχυρίζοντο για την επέλευση απιθάνων εθνικών καταστάσεων. Και ποιές καταστάσεις είναι αυτές; Ότι, ταχα, η Ελλάς, σταδιακώς, δεν θά συρρικνωθεί μέν εδαφικώς, αλλά θά κατακτηθεί εκ των ένδον από τό Ισλάμ! Και εστήριζαν τον ισχυρισμόν των, στις ηλεγμένες πληροφορίες, όπως έλεγαν, πού τούς μετέδιδαν παλαιοί φίλοι τους κορυφαίων πολιτικών θέσεων, πού τούς επεσκέπτοντο στην Ερημο τού Αθωνος ή τους έγραφαν.


Και στην ερώτησή μου· Ο Θεός θά επιτρέψει την αντικατάσταση της αγίας Εκκλησίας Του, πού «επεριποιήσατο τώ ιδίω Αίματι», μέ τόν σκοτεινό και δαιμονικόν μουσουλμανισμόν μέσα στην Τοπική Ορθοδοξία της Ελλάδος; Μού απήντησαν με ένα στόμα ότι, ο Θεός θα το επιτρέψει εξ αφορμής τής εκτεταμένης αμαρτίας. Καί ανεφέρθησαν στους βυζαντινούς ρωμηούς, πού δεν μετανοούσαν.

Και όταν πάλιν τους ερώτησα· πώς θα συμβεί αυτό και πότε και τί θά γίνουν οι Έλληνες; Απήντησαν, ότι ήδη ενεργείται η άλωση με τα 2-3 εκατομμύρια των μωαμεθανών, πού ονομάζονται μετανάστες, καί πού θα στερεώνονται σταδιακώς μέ τήν ελληνικήν ιθαγένεια, πού θά τούς χορηγεί ευχαρίστως τό Κράτος, δηλαδή η άθεη κυβέρνηση.

Οι δε Έλληνες βαθμιαίως θά γίνουν μειονότης, έως ότου θά μείνουν ελάχιστοι χριστιανοί ως…δείγμα. Μή απορείς, πάτερ Θ., έσπευσαν να εξηγήσουν, αυτήν τήν τραγωδία του λαού μας. Πολλοί θά αποδεχθούν τον μουσουλμανισμόν αβιάστως. Αλλοι, με κάποιαν βίαν ποικίλης μορφής. Και άλλοι «χριστιανοί» θα μεταναστεύσουν σέ χριστιανικές χώρες, μή δυνάμενοι νά συμβιώσουν με τους βαρβάρους αυτούς, πού τους χρησιμοποιεί ο Θεός ως μέσον παιδαγωγίας, όπως ανά τους αιώνες ενεργούσε στούς Ισραηλίτες και στους χριστιανούς, πού δεν μετανοούσαν για τίς αμαρτίες τους. Παράδειγμα ο Κατακλυσμός, τα Σόδομα, ο Ελληνισμός της Ανατολής, το Βυζάντιον.

Αυτά όλα με είχαν συντρίψει ψυχικώς και σκεφτόμουνα, τάχα θά επιτρέψει ο Θεός αυτήν την ασύλληπτον συμφοράν; Επηκολούθησε σιωπή για αρκετή ώρα.

Στη συνέχεια, έθεσα το ερώτημα· Πατέρες άγιοι και αδελφοί, φανταζεσθε σείς, πώς θα ανεχθεί ο Κύριος τίς μουσουλμανικές δαιμονικές θυσίες, αντί των ορθοδόξων θυσιαστηρίων; Τότε ένας ησυχαστής μου υπενθύμισε την περίπτωση του ασκητου πού, μετά την άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως, είδε επάνω στήν αγία Πρόθεση ερειπωμένου Ναού, μία γουρούνα με τα νεογνά της και άρχισε να κλαίει και νά οδύρεται. Τότε ενεφανίσθη Αγγελος Κυρίου και του λέγει· Αββά, τί κλαίεις; Γνωρίζεις ότι, αυτό πού είδες, είναι πιο ευάρεστον στόν Κύριον από την αναξιότητα τών ιερέων, πού λειτουργούσαν; Και ο Αγγελος εγένετο άφαντος.

Η συζήτηση κράτησε περισσότερον από δύο ώρες, οπότε οι ησυχαστές ανεχώρησαν και μου ετόνισαν να ευχαριστώ τον Κύριον γιά όσα επιτρέπει να γίνωνται εξ αγάπης και για την σωτηρίαν τών ψυχών. Και να μή παρασύρομαι συναισθηματικώς από την επιφάνεια τών γεγονότων, αλλά να εισδύω στήν ουσίαν των, αφού είναι δεδομένον, ότι «ο Θεός αγάπη εστί».

Κι έμεινα μόνος…

Μέσα στον συγκλονισμό μου γιά τήν τραγωδία του λαού μας, τόν κλαυθμόν και τους στεναγμούς μου προς τον πανυπερεύσπλαγχνον Θεόν, άρχισα να μελετώ όσα είπαν με βεβαιότητα οι όσιοι εκείνοι ερημίτες και άνθρωποι τού Θεού και να αναλύω λογικώς τούς ισχυρισμούς τους. Παρ ότι καμιά ανησυχούσα φωνή δεν ακούεται, όμως, κάποια σποραδικά δημοσιεύματα προ μηνών στον γρηγορούντα «Ορθόδοξον Τύπον» ήρχοντο να επαληθεύσουν σχεδόν τούς ισχυρισμούς των φίλων μου ησυχαστών. Και μάλιστα κάποια δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, πάλιν στον «Ο.Τ.» από σώφρονες χριστιανούς, θεολόγους καί συγγραφείς, οι οποίοι με πειστικά επιχειρήματα κατέληγαν στα ίδια συμπεράσματα, πού εβασίζοντο σέ αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία.

Αλλά το σκάνδαλον ευρίσκεται στήν σιωπήν των κοινής πληροφορήσεως μέσων, των λεγομένων μαζικής ενημερώσεως. Ομως, όσον και αν φαίνεται περίεργη η βαθειά σιγή επί ενός βοώντος εθνικού κινδύνου, το φαινόμενον δέν είναι ανεξήγητον.

Πρόκειται περί σχεδόν καθολικής πωρώσεως τών συνειδήσεων.

Και είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον, ότι όταν η αμαρτία καθολικοποιείται, γενικεύεται, ακολουθεί, δίκην συνδρόμου, η άγνοια του κακού. Ιδού η απόδειξη· Οταν ο Θεός είχεν αποφασίσει τόν Κατακλυσμόν, με το αιτιολογικόν· «Ου μή καταμείνη το πνεύμα μου εις τους ανθρώπους τουτους, διά το είναι αυτούς σάρκας», έδωκεν εντολήν στον δίκαιον Νώε νά κατασκευάσει την Κιβωτόν. Ειργάζοντο οι τεχνίτες επί ένα χρόνον. Βλέποντες οι απονεκρωθέντες αμαρτωλοί την κατασκευαζομένην Κιβωτόν και τον σκοπόν, πληροφορούμενοι, έλεγαν· και τί κάνουμε ώστε να πνιγούμε; Και όταν οι Αγγελοι είπαν στον δίκαιον Λώτ νά ειδοποιήσει τους συγγενείς του, γιατί θα έριχναν φωτιά να κάψουν τά Σόδομα, όλην την Πεντάπολιν, οι συγγενείς του γελούσαν με τόν γέροντα· και τί κάνουμε, ώστε νά μάς κάψει ο Θεός;

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, σέ κάποιο μέτρο· το σύνδρομο της πωρώσεως.

Καμμία εφημερίδα δέν έγραψε για τον εθνικόν κίνδυνον μέ εξαίρεση την πολύτιμη ορθόδοξη έπαλξη, τον «Ορθόδοξον Τύπον», πού, και μόνον γιατί από ένα χρόνο σχεδόν σαλπίζει, το σάλπισμα τής μετανοίας, αξίζει τον έπαινον τής Εκκλησίας και την εκ Θεού δικαίαν μισθαποδοσίαν. Οι απόψεις και οι απελπιστικές ενοράσεις των αγίων εκείνων ερημιτών, όσον και αν δεν είναι αποδεικτικές, δεν στερούνται, όμως, σέ κάποιον βαθμόν, πειστικότητος, γιατί βασίζονται σε απτά δεδομένα, ένα των οποίων, είναι οι ενεργούμενες αμαρτίες αγνοουμένης τής μετανοίας, σ όλην την Ελλάδα, παρά τις ελάχιστες νησίδες χριστιανικής ζωής και ηθικής αντιστασεως. Δεύτερον ότι, ο προφητικός λόγος «αμαρτίαι, έθνη ελαττονούσι», έχει πολλάκις επαληθευθεί.

Τρίτον, στην δραστηριότητα τής αμαρτίας, περιλαμβάνονται και οι ένα εκατομμύριον εκτρώσεις κάθε τριετίαν· οι υπερτερούντες θάνατοι των γεννήσεων· ναρκωτικά καί άλλες ηθικές πληγές.

Και τέλος, τό κυριώτερον, είναι τα τρία σχεδόν εκατομμύρια των νομιμοποιουμενων μουσουλμάνων, πού αυξάνονται και πληθύνονται με ταχύτατους ρυθμούς, ένα φαινόμενον, πού ερμηνεύει και τις απόψεις των ησυχαστών, των μουσουλμανων ενεργούντων ως οργάνων ασυνειδήτων του Θεού.

Οπως επίσης ασυνείδητα όργανα —όχι ανεύθυνα, βεβαίως— είναι οι άθεοι κυβερνήτες μας, πού υποδέχονται τους δεδηλωμένους εχθρούς του Εθνους μας, για να μή κατηγορηθούν, ταχα, ως ρατσιστές ή εθνικιστές.

Αυτή η καραμέλλα έχει πολύ πέραση στην εποχή μας, μεταξύ τών επιπολαίων και αθέων, πού γίνονται καταγέλαστοι με τις παραδοξολογίες των. Παράδειγμα, «τό αλβανάκι» πέρυσι και τώρα η γερμανιδούλα του Βόλου, πού αν είναι διαποτισμένοι, ο πρώτος από τόν αλβανικόν ανθελληνικόν σωβινισμόν και η δεύτερη πιστεύει στό γερμανικό «ούμπερ άλλες» τότε, στά χέρια των το ελληνοχριστιανικόν σύμβολον η γαλανόλευκη μέ Σταυρόν, είναι τιμωρία, δεν είναι τιμή! Είναι αντίφαση.

Τώρα το πρόβλημα, το παμπρόβλημα, είναι η αλλοτρίωση του ελλαδικού χώρου, κατά παραχώρηση Θεού, για την αμετανοησία τών πιστών. Οπότε αβιάστως ανακύπτει η υποχρέωση της ποιμαινούσης Εκκλησίας νά κηρύξει μετάνοιαν στόν λαόν. Αλλοιώς; «Εάν μή μετανοήτε, πάντες ωσαύτως απολείσθε» (Λουκ. ιγ´ 3). Το γάρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα.
Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης
Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 23 Νοεμβρίου 2001

Ὁ Ὅσιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης



Ὁ Ὅσιος Βουκόλος τιμᾶται σὰν ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς Σμύρνης, ποὺ ἐκλέχθηκε καὶ ἐγκαταστάθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸ Θεολόγο, ὅταν αὐτὸς πῆγε στὴν Ἔφεσο καὶ εἶχε τὴν ἐπιστασία τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Στὴ διακονία του αὐτή, ὁ ζηλωτὴς αὐτὸς Ἱεράρχης, ὑπηρέτησε μὲ ὅλη τὴν εὐσυνειδησία, τὴν θερμότητα καὶ τὴν αὐταπάρνηση τῶν ἡρωικῶν καὶ μαρτυρικῶν ἐκείνων χρόνων. Ὑπῆρξε πραγματικὸς πατέρας πρὸς τοὺς χριστιανούς καὶ στὴ διδασκαλία καὶ στὴν ὑπεράσπισή τους, ὅταν κινδύνευαν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Εὐαγγελίου.

Πρὸς δὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ πλήθη, συμπεριφερόταν μὲ θαυμάσια σύνεση καὶ ἀγάπη, προσέχοντας μὲν νὰ μὴν τὰ ἐρεθίζει, ἀλλὰ καὶ προσπαθώντας μὲ ὅλη του τὴν τέχνη, νὰ ἑλκύει πολλοὺς ἀπ᾿ αὐτοὺς στὴ χριστιανικὴ πίστη.

Οἱ πρὸς τιμήν του ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι τονίζουν τὴν εἰλικρινὴ πίστη του, τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη του, τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ του καὶ τὸ ὕψος τῆς ταπείνωσής του. Θεωροῦν μάλιστα ὅτι ὁ Ἅγιος Βουκόλος ὑπέδειξε διάδοχό του τὸν ἱερὸ Πολύκαρπο.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς διαλάμπων ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι, τοῦ ἐν τῷ στήθει τοῦ Δεσπότου πεσόντος, ἐκ πόθου προσεπέλασας τῷ θείῳ φωτί· ὅθεν ὡς θεόπνευστος, Ἱεράρχης ἐμπρέψας, ἴθυνας τὴν ποίμνην σου, πρὸς νομὰς ἀληθείας. Καὶ νῦν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, Πάτερ Βουκόλε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Βουκόλε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κάθισμα 

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Ἱερωσύνης τῷ φωτὶ διαλάμπων, ἐφωταγώγησας λαοὺς Ἱεράρχα, τὸ τῶν εἰδώλων σκότος τε ἠφάνισας αἴγλῃ ἰαμάτων δέ, τῶν παθῶν τὴν ὁμίχλην, λύσας μεταβέβηκας, πρός τὸ ἄδυτον φέγγος, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύων ἐκτενῶς, τῶν σὲ τιμώντων, Βουκόλε Μακάριε.

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸ καθαρόν, καὶ διαυγὲς τοῦ βίου σου, ὁ Μαθητής, ὁ τῷ Χριστῷ ἐράσμιος, ἀτεχνῶς ὡς θεασάμενος, Βουκόλε Πάτερ ἱερώτατε, ποιμένα Ἐκκλησίας σε καθίστησι, καὶ λύχνον εὐσεβείας φαεινότατον· τῶν τρόπων αὐτῷ γὰρ ἐκοινώνησας.

Μεγαλυνάριον.
Τῷ ἠγαπημένῳ μύστῃ Χριστοῦ, Βουκόλε θεόφρον, μαθητεύσας ὡς καθαρός, ὤφθης Ἐκκλησίας, ποιμὴν τῆς ἐν τῇ Σμύρνῃ, καὶ τῷ καλῷ ποιμένι, ταύτην ὡδήγησας.

Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Ἐμέσῃ


Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔμεσα, πόλη τῆς Κοίλης Συρίας καὶ ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ. Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀδελφούς του. Ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ καὶ φρόντιζε γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ὑγείας τῶν συνανθρώπων του, εἴτε Χριστιανῶν εἴτε εἰδωλολατρῶν.

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Νουμεριανοῦ, τὸ ἔτος 284 μ.Χ., συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμέσης Σιλουανός, ὁ διάκονος Λουκᾶς καὶ ὁ ἀναγνώστης Μώκιος, οἱ ὁποῖοι ὁμολόγησαν μὲ θάρρος καὶ ἀνδρεία τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Τότε ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ κατασπαραχθοῦν οἱ Ἅγιοι ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία.
Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς δὲν εἶχε παρασταθεῖ στὴν καταδίκη τους, ἀλλὰ ἄκουσε ὅμως περὶ αὐτῆς. Ἔτρεξε, λοιπόν, μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ τοὺς προφθάσει, ἀλλὰ ὅταν ᾖλθε στὸ κριτήριο, πληροφορήθηκε ὅτι τοὺς μετέφεραν ἤδη στὸ ἀμφιθέατρο, γιὰ νὰ βροῦν τὸν θάνατο ἐκεῖ. Στὴ θέα τῶν Ἁγίων τὰ μάτια του δάκρυσαν ἀλλὰ ἡ ψυχή του φλογίσθηκε. Οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι Ἅγιοι Μάρτυρες ἦταν ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, καυχήματα τῆς Ἐκκλησίας, στηρίγματα τῶν ψυχῶν. Καὶ ἀμέσως ἔτρεξε κοντά τους, χωρὶς νὰ προλάβουν νὰ τὸν ἐμποδίσουν οἱ στρατιῶτες καὶ τοὺς ἀσπάσθηκε ἀδελφικά. Ἡ πράξη του αὐτὴ θεωρήθηκε ἔγκλημα καὶ κρίθηκε ὅτι οἱ ἀσπασμοὶ ἐκεῖνοι ἔπρεπε νὰ ἐπισύρουν τὸν θάνατο. 
Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς δὲν φοβήθηκε ἀπὸ τὴν κρίση τῶν διωκτῶν. Ἔμεινε ἕως τέλους ἀπτόητος καὶ ἄσειστος. Οἱ δήμιοι τοῦ διαπέρασαν καρφιὰ στὸ κεφάλι, στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, κατόπιν δὲ καὶ στὴν κεφαλή. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς ἀκολούθησε τοὺς ἄλλους Ἁγίους Μάρτυρες καὶ ἔλαβε τὸ ἔνδοξο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.


Ὁ Ἅγιος Ἀμάνδος (Βέλγος)


 


Ὁ Ἅγιος Ἄμανδος γεννήθηκε κοντὰ στὴν Ἀκυϊτανία περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ σπούδασε θεολογία στὴ Ρώμη. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία μόνασε σὲ μοναστήρι τῆς νήσου Γιέ. Ἐπειδὴ ὁ πατέρας του δὲν ἤθελε νὰ γίνει ὁ υἱός του μοναχὸς καὶ τοῦ ἔφερνε ἐμπόδια, ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴν πόλη Τούρ, ὅπου ἦταν ἐπὶ δεκαπέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔγκλειστος σὲ ἕνα κελὶ στὰ τείχη τῆς πόλεως. Σὲ ἕνα προσκύνημά του στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, στὴ Ρώμη, εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος τοῦ φανέρωσε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ κηρύξει ὁ Ἅγιος τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς λαοὺς τῆς Βελγικῆς. Γι’ αὐτὸ ἐπέστρεψε στὴν πόλη Μπούρζ, ὅπου χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καὶ ἄρχισε τὴν ἱεραποστολική του δράση στοὺς λαοὺς τῆς Γάνδης, τῆς Φλάνδρας, τῶν Πυρηναίων καὶ τῆς Γασκώνης.

Μετὰ ἀπὸ τὸ δεύτερο προσκύνημά του στὴ Ρώμη, στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐξελέγη τὸ ἔτος 647 μ.Χ. Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μάαστριχτ. Ἐκεῖ ἐργάσθηκε γιὰ τὴν ἐξημέρωση τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἐθίμων τῶν ἐθνικῶν λαῶν καὶ πολλὲς φορὲς ἔσωσε, μὲ τὴν προσευχή του, τὸ ποίμνιό του ἀπὸ φυσικὲς καταστροφές. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης († 16 Σεπτεμβρίου), συνεκάλεσε τοπικὲς Συνόδους κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ.

Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως καὶ διακονίας, ὁ Ἅγιος Ἄμανδος, ἀφοῦ ἐνθρόνισε ὡς διάδοχό του τὸν Ἅγιο Ρεμάκ, παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπισκοπικὸ θρόνο. Συνέχισε ὅμως τὸ κηρυκτικὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο τελείωσε στὴ Γασκώνη καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη στὴ μονὴ τοῦ Ἐλνόν, τὸ ἔτος 680 μ.Χ.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997

Ὁ Ὅσιος Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης ὁ μαθητής του


 


Ἔζησαν τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Μεγάλης ἐγκράτειας καὶ ἄσκησης καὶ οἱ δυό τους, ἦταν συγχρόνως στολισμένοι μὲ ἀξιόλογη γνώση τῶν θρησκευτικῶν ζητημάτων. Γιὰ τὴν ὁδηγία καὶ τὸν φωτισμὸ τῶν πιστῶν, διατύπωσαν μαζὶ πολλὲς ἐρωτήσεις, ποὺ τὶς λύσεις τους ἔγραψε μὲν ὁ ἕνας, ἀλλὰ καὶ ἕνα μέρος ὁ ἄλλος. Τὸ βιβλίο αὐτὸ τυπώθηκε στὴ Βενετία τὸ 1816. Τὸν ὅσιο Ἰωάννη, ποὺ ἐπέζησε τοῦ διδασκάλου του, διέκρινε προφητικὸ χάρισμα, καθὼς καὶ θεραπευτικό. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος, ποὺ ἄκουσε γι᾿ αὐτόν, τὸν εἶχε σὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ τιμή. Καὶ οἱ δυὸ ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν ἰσάγγελον βίον πολιτευσάμενοι, Βαρσανούφιε Πάτερ σὺν Ἰωάννῃ ὁμοῦ, τῆς ἀσκήσεως λαμπροὶ ἀστέρες ὤφθητε, καὶ μοναζόντων ὁδηγοί, πρὸς τὴν κρείττονα ὁδόν, ὡς πλήρεις φωτὸς τοῦ θείου, ἐκδυσωποῦντες ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος, τῶν θεοφόρων Πατέρων, ἀρετῶν τὰς χάριτας, μυσταγωγοῦσι τοὺς πάντας, μέγας μέν, ὁ Βαρσανούφιος πέλων Γέρων, ἄλλος δέ, ὁ Ἰωάννης ὅσιος Γέρων, οὓς αἰνέσωμεν συμφώνως, ὡς τῆς Τριάδος θείους θεράποντας.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις Βαρσανούφιε ἱερέ, ζωῆς τῆς ὁσίας, θεοφόρε ὑφηγητά· χαίροις Ἰωάννη, τῆς χάριτος ταμεῖον, οἱ ὁδηγοὶ οἱ θεῖοι, ἡμῶν καὶ ἔφοροι.

Οἱ Ἅγιοι Φαῦστα, Εὐϊλάσιος καὶ Μάξιμος



Ἡ ἁγία Φαῦστα ἦταν ἀπὸ εὐγενὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια τῆς Κυζίκου. Σὲ ἡλικία 13 χρονῶν, ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ γονεῖς. Ἀλλὰ οἱ κακοὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι δὲν κατόρθωσαν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν τρυφερὴ καρδιά της. Ἡ χριστιανικὴ ἀνατροφή, βαθύτατα χαραγμένη στὴν ψυχή της, τὴν ἔκανε νὰ ἀποτροπιάζεται τὰ πλάνα καὶ ἀπατηλὰ λόγια. 

Τὸ ἔτος 299 μ.Χ. ἡ νεαρὴ Φαῦστα, προσκλήθηκε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Παρουσιάστηκε λοιπὸν μπροστὰ στὸν συγκλητικὸ Εὐϊλάσιο, γέροντα 80 χρονῶν, καὶ ἄφοβη μπροστὰ στὶς ἀπειλές του, ὁμολόγησε μὲ θάῤῥος ὅτι εἶναι καὶ θὰ παραμείνει χριστιανή. Ἀκολούθησαν ἄγρια βασανιστήρια, ποὺ ἡ Φαῦστα τὰ ὑπέμεινε μὲ θαυμαστὴ καρτερία. Κατόπιν τὴν ἔριξαν στὴ φωτιά, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ Ἁγία βγῆκε ἄθικτη. 

Ὅλα αὐτὰ ἔκαμψαν τὸ εἰδωλολατρικὸ φρόνημα τοῦ γέροντα Εὐϊλασίου καὶ ὤ! τοῦ θαύματος ἔγινε χριστιανός. Ἡ εἴδηση αὐτὴ ἐξόργισε τὸν ἔπαρχο Μάξιμο. Προσκάλεσε λοιπὸν τὸν Εὐϊλάσιο καὶ τοῦ ἔκανε παρατήρηση μὲ τὰ πιὸ ὑβριστικὰ λόγια. Ὁ Εὐϊλάσιος ἀτάραχος, διηγήθηκε τὰ γεγονότα μὲ τὴν Φαῦστα. 

Ἀλλ᾿ ὁ Μάξιμος, τυφλωμένος ἀπὸ θυμό, διέταξε καὶ βασάνισαν ἄγρια τὸν γέροντα Εὐϊλάσιο καθὼς καὶ τὴν Φαῦστα. Καὶ οἱ δυό, ὅμως, βγῆκαν νικηφόρα ἀπὸ τὸ καμίνι αὐτῶν τῶν φρικτῶν βασανιστηρίων. Καὶ ὁ Θεὸς ἔκανε καὶ πάλι τὸ θαῦμα του. Ὁ ἔπαρχος ὁμολόγησε καὶ αὐτὸς τὸν Χριστό, ζητῶντας μὲ συντριβὴ συγχώρεση ἀπὸ τὴν νεαρὴ Φαῦστα. 

Ἡ εἴδηση δὲν ἄργησε νὰ φτάσει στὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, ποὺ μὲ διαταγή του θανατώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς Ἅγιοι.

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ ἐκ Γεωργίας



Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος τοῦ Ἰκαλτοέλι ἔζησε μεταξὺ τοῦ 11ου καὶ 12ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Γεωργία. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Ἰκάλτο καὶ γνώρισε τὴ βυζαντινὴ παράδοση ἀπὸ τὴν παραμονή του στὴν Κωνσταντινούπολη.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1127 στὴ Γεωργία.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Λυκῷ

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν στὶς ἀρετὲς περιβόητος καὶ τόσο θαυμάσιος, ὥστε ἂν καὶ ἀγωνιζόταν μέσα σὲ μεγάλους Ὁσίους, τοὺς ξεπέρασε μὲ τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία του.

Αὐτὸς κατοικοῦσε στὰ μέρη τῆς Θηβαΐδας κοντὰ στὴν πόλη Λυκώ. Ἡ Λυκώ ἦταν πόλη τῆς Θηβαΐδας, περιοχὴ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, ποὺ εἶχε πρωτεύουσα τὴν Θήβα.

Ὁ Ἰωάννης γνώρισε τὶς περισσότερες παγίδες τοῦ σατανᾶ, ἀλλὰ μὲ τὴν μεγάλη του ἀρετή, ἄσκηση καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ τὶς ξεπέρασε. Ὁ Ἰωάννης εἶχε ἀξιωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει θαυματουργικὰ ἀσθένειες.

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος

Γι᾿ αὐτὸν μᾶς ἀναφέρει ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ποὺ τὸν γνώρισε προσωπικά.

Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου καὶ στὴν ἀρχὴ ἀσκήθηκε μέσα σ᾿ ἕνα στενότατο κελί. Ἔπειτα ἀνέβηκε σ᾿ ἕνα βουνό, κοντὰ στὴν πόλη Κύρου, ὅπου βάδισε τὸν ἀσκητικὸ δρόμο μὲ αὐστηρότητα. Στὸ ὄνομα τῆς ἀκτημοσύνης δὲν ἔκτισε ποτὲ καλύβη. Προσευχόταν στὸ ὕπαιθρο, ὄρθιος καὶ μὲ σιδερένια βάρη ἐπάνω του. Ἡ δὲ νηστεία του ἦταν αὐστηρότατη.

Ἔτσι καλὰ ἀφοῦ ἀγωνίστηκε, παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεό.

Ο Απόστολος της ημέρας

Α Πε. 4,12Ἀγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε τῇ ἐν ὑμῖν πυρώσει πρὸς πειρασμὸν ὑμῖν γινομένῃ, ὡς ξένου ὑμῖν συμβαίνοντος
Α Πε. 4,12Αγαπητοί, ας μη παραξενεύεσθε δια την φλόγα και το κάψιμο, που σας προκαλούν αι διάφοραι θλίψεις και αι δυσκολίαι, ως εάν κάτι το παράξενον σας συμβαίνη.
 
Α Πε. 4,13ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι.
Α Πε. 4,13Αλλά καθ\' όσον συμμετέχετε εις τα παθήματα του Χριστού με τας θλίψεις και τους διωγμούς, που υφίστασθε προς χάριν του, τόσον και να χαίρετε, δια να χαρήτε με απερίγραπτον αγαλλίασιν ακόμη περισσότερον κατά την φανέρωσιν της δόξης του εις την Δευτέραν Παρουσίαν.
 
Α Πε. 4,14εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι, ὅτι τὸ τῆς δόξης καὶ δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ᾿ ὑμᾶς ἀναπαύεται· κατὰ μὲν αὐτοὺς βλασφημεῖται, κατὰ δὲ ὑμᾶς δοξάζεται.
Α Πε. 4,14Εάν σας υβρίζουν και σας εμπαίζουν δια το όνομα του Χριστού, είσθε μακάριοι, διότι το Πνεύμα της δόξης και της δυνάμεως, το Πνεύμα του Θεού αναπαύεται επάνω σας. Από τα λόγια μεν και τα έργα εκείνων βλασφημείται ο Χριστός, από τα έργα δε και την ζωήν την ιδικήν σας δοξάζεται.
 
Α Πε. 4,15μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος·
Α Πε. 4,15Διότι προσέχετε, ποτέ κανείς από σας να μη πάσχη και να μη τιμωρήται ως φονεύς η ως κλέπτης η ως κακοποιός η ως άνθρωπος, που ανακατεύεται εις ξένας υποθέσεις και προκαλεί με τας ακρισίας του ζημίας και βλάβας στους άλλους.
 
Α Πε. 4,16εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ.
Α Πε. 4,16Εάν όμως διώκεται και πάσχη ως Χριστιανός, ας μη εντρέπεται. Εξ αντιθέτου ας δοξάζη τον Θεόν εις τας περιστάσεις αυτάς.
 
Α Πε. 4,17ὅτι ὁ καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρῖμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ· εἰ δὲ πρῶτον ἀφ᾿ ἡμῶν, τί τὸ τέλος τῶν ἀπειθούντων τῷ τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίῳ;
Α Πε. 4,17Διότι έφθασε πλέον ο καιρός να αρχίση η κρίσις και η δοκιμασία από τους πιστούς πρώτον, οι οποίοι αποτελούν τον οίκον του Θεού. Εάν δε αρχίζη από ημάς πρώτον η κρίσις αυτή του Θεού, ποίον θα είναι το κατάντημα εκείνων, που απειθούν στο Ευαγγέλιον του Θεού;
 
Α Πε. 4,18καὶ εἰ ὁ δίκαιος μόλις σῴζεται ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται;
Α Πε. 4,18Και εάν ο δίκαιος με πολλήν δυσκολίαν σώζεται, ο αμαρτωλός και ασεβής που θα φανή; (Αυτός θα καταδικασθή εις όλεθρον).
 
Α Πε. 4,19ὥστε καὶ οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς πιστῷ κτίστῃ παρατιθέσθωσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἀγαθοποιΐᾳ.
Α Πε. 4,19Ωστε και αυτοί που πάσχουν τώρα, εφ' όσον αυτό είναι το θέλημα του Θεού, ας παραθέτουν και ας εμπιστεύωνται τας ψυχάς των στον κατά πάντα αξιόπιστον Δημιουργόν, φροντίζοντες εκ παραλλήλου να πράττουν το αγαθόν.
 
Α Πε. 5,1Πρεσβυτέρους τοὺς ἐν ὑμῖν παρακαλῶ ὁ συμπρεσβύτερος καὶ μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, ὁ καὶ τῆς μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός,
Α Πε. 5,1Τους πρεσβυτέρους, που υπάρχουν μεταξύ σας, τους παρακαλώ εγώ ο Πετρος, ο συμπρεσβύτερος, που αξιώθηκα να είμαι αυτόπτης μάρτυς των παθημάτων του Χριστού και ο οποίος θα είμαι συμμέτοχος εις την δόξαν, που μέλλει να αποκαλυφθή κατά την Δευτέραν Παρουσίαν του,
 
Α Πε. 5,2ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ᾿ ἑκουσίως, μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως,
Α Πε. 5,2ποιμάνετε το ποίμνιον του Θεού, που είναι υπό την ευθύνην σας, και παρακολουθείτε και επιβλέπετε αυτό με προσοχήν, όχι εξ ανάγκης και με δυσφορίαν, αλλά με όλην σας την θέλησιν, χωρίς να αποβλέπετε εις παράνομα κέρδη, αλλά με αγνήν προθυμίαν και ενδιαφέρον.
 
Α Πε. 5,3μηδ᾿ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου·
Α Πε. 5,3Χωρίς να καταπιέζετε και να καταδουλώνετε τους πιστούς, που σας έλαχαν, αλλά να γίνεσθε υποδείγματα αρετής στο ποίμνιόν σας.
 
Α Πε. 5,4καὶ φανερωθέντος τοῦ Ἀρχιποίμενος κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον.
Α Πε. 5,4Οταν δε φανερωθή με όλην του την δόξαν ο αρχιποίμην Χριστός, θα λάβετε και στον αμάραντον στέφανον της δόξης.
 
Α Πε. 5,5Ὁμοίως νεώτεροι ὑποτάγητε πρεσβυτέροις, πάντες δὲ ἀλλήλοις ὑποτασσόμενοι τὴν ταπεινοφροσύνην ἐγκομβώσασθε· ὅτι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.
Α Πε. 5,5Κατά τον ίδιον τρόπον και οι νεώτεροι να υποτάσσεσθε με προθυμίαν και ανιδιοτέλειαν στους πρεσβυτέρους. Ολοι δε, νεώτεροι και πρεσβύτεροι, υποτασσόμενοι μεταξύ σας φορέσατε και κουμβωθήτε σφικτά, σαν άλλο ένδυμα, την ταπεινοφροσύνην. “Διότι ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει την χάριν”.

Το Ευαγγέλιο της Ημέρας

Μαρκ. 12,38Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· βλέπετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων ἐν στολαῖς περιπατεῖν καὶ ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς
Μαρκ. 12,38Και τους έλεγε εις την διδασκαλίαν του· “προσέχετε από τους γραμματείς, οι οποίοι θέλουν να εμφανίζωνται και να περιπατούν με επισήμους και ειδικάς δι' αυτούς στολάς και επιδιώκουν τους τιμητικούς χαιρετισμούς εις τας αγοράς
 
Μαρκ. 12,39καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις.
Μαρκ. 12,39και τα πρώτα καθίσματα εις τας συναγωγάς και τας πρώτας θέσεις εις τα δείπνα.
 
Μαρκ. 12,40οἱ κατεσθίοντες τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι! οὗτοι λήψονται περισσότερον κρῖμα.
Μαρκ. 12,40Αυτοί είναι, που καταπατούν το δίκαιον και κατατρώγουν τα σπίτια και την περιουσίαν των χήρων και κατόπιν με υποκρισίαν πολλήν και με το πρόσχημα της ευσεβοίας κάνουν μακράς προσευχάς, δια να εξαπατούν τους άλλους. Αυτοί θα λάβουν μεγαλυτέραν καταδίκην, από οποιονδήποτε άλλον άρπαγα και κλέπτην”. (Και τούτο, διότι αυτοί εν επιγνώσει αμαρτάνουν, και, το ακόμη χειρότερον, καπηλεύονται την ευσέβειαν).
 
Μαρκ. 12,41Καὶ καθίσας ὁ Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκὸν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον.
Μαρκ. 12,41Και τότε εκάθισεν ο Ιησούς απέναντι από τα κουτιά των ελεημοσυνών και έβλεπε πως ο λαός έρριπτε χάλκινα νομίσματα εις αυτό”.
 
Μαρκ. 12,42καὶ πολλοὶ πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καὶ ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχὴ ἔβαλε λεπτὰ δύο, ὅ ἐστι κοδράντης.
Μαρκ. 12,42Και πολλοί πλούσιοι έρριπταν πολλά· Ηλθε όμως μία πτωχή χήρα και έριξε δύο λεπτά, δηλαδή ένα κοδράντην.
 
Μαρκ. 12,43καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τὸ γαζοφυλάκιον·
Μαρκ. 12,43Και αφού επροσκάλεσε ο Κυριος τους μαθητάς του τους είπε· “σας διαβεβαιώνω, ότι αυτή η πτωχή χήρα έρριξε στο κουτί πολύ περισσότερα από όλους τους άλλους.
 
Μαρκ. 12,44πάντες γὰρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δὲ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τὸν βίον αὐτῆς.
Μαρκ. 12,44Διότι όλοι οι άλλοι έρριψαν από το περίσευμά των, αυτή δε από την πλήρη στέρησίν της· όλα όσα είχεν τα έρριψεν, όλο το βιο της”.

Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου


Ὅστις τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, σαυτὸν θὰ ἀποκτήσῃ, 
οὗτος θὰ γίνῃ ἱκανός, τὸ πᾶν νὰ κατακτήσῃ.

Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, χαρίζει σωφροσύνην· 
χαρίζ᾿ ἀνδρείαν, σύνεσιν καὶ μετριοφροσύνην.

Χαρίζει θάῤῥος καὶ πολλὴν τὴν γενναιοκαρδίαν, 
ἀπ᾿ ἐναντίου δ᾿ οὐδενός, αἰσθάνεται δειλίαν.

Διότι ἐλπίζ᾿ εἰς τὸν Θεόν, κι᾿ αὐτὸν ἐπικαλεῖται, 
κι᾿ ἀπὸ κινδύνου δὲ παντός, πάντοτε ἐκλυτροῦται.

Στὰς θλίψεις κ᾿ εἰς τοὺς πειρασμούς, χαίρει χαρὰν μεγάλην· 
ποτέ του δὲν ἀγανακτεῖ, καμμιὰ δὲν ἔχει ζάλην.

Γιατὶ γνωρίζ᾿ τ᾿ ἀγαθά, ὅπου θὰ προξενήσῃ, 
ἡ ῾πομονὴ στοὺς πειρασμούς, ὅπου θὰ καρτερήσῃ.

Εἶν᾿ ἀγαθὰ οὐράνια, ζωὴ δὲ μακαρία, 
καὶ πανευφρόσυνος χαρά, ἡ οὖσα αἰωνία.

Πάντα τὰ πρόσκαιρ᾿ ἀγαθά, οὐδόλως τὰ θαυμάζει, 
ὡς ὄναρ, τέφραν καὶ καπνόν, τὰ ἅπαντα λογιάζει.

Κάλλος καὶ ἡδονὰς σαρκός, ὡς τῆς ψυχῆς δημίους, 
τὰ ἀποστρέφετ᾿ ὡς ἐχθρούς, δεινοὺς ψυχολεθρίους.

Τοὺς λογισμοὺς δὲ τοὺς αἰσχρούς, οὕσπερ καθυποβάλλει, 
ὁ νοητὸς αἰσχρὸς ἐχθρός, εὐθὺς τοὺς ἀποβάλλει.

Διὰ νὰ μὴ χρονίσωσι, οὔτ᾿ ἐν τῇ διανοίᾳ, 
καὶ εἶτα κυριεύσωσι, καὶ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν.

Τὴν δὲ διάνοιαν αὐτοῦ, τὴν ἔχει γρηγοροῦσαν, 
τὰς δ᾿ ἐναντίας προσβολάς, ἀεὶ ἀποσοβοῦσαν.

Ἔχει σκοπὸν ἀκοίμητον, αὐτὴν ἐπαγρυπνοῦσαν, 
καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν, ἀπαύστως πολεμοῦσαν.

Διότ᾿ ἄν τὴν διάνοιαν, ἐν πρώτοις ἐκνικήσῃ, 
εὐκόλως τότε καὶ τὸν νοῦν, θὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ.

Καρδίαν δὲ καὶ τὴν ψυχήν, θὰ κατακυριεύσῃ, 
τότες ὤ! τρισαλλοίμονον, θὰ θύσῃ θ᾿ ἀπολέσῃ…

Ὁ φόβος ὅμως τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀρχὴ σοφίας, 
ἀποσοβεῖ παντὸς ἐχθροῦ, δεινὰς μηχανουργίας…

Κ᾿ εἰς ὁρατοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐχθροὺς ὁρμᾶ γενναίως, 
οἵτινες ὡς ἀπὸ πυρός, διώκονται δρομαίως…

Λοιπὸν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, φύλαξ τῆς παρθενίας, 
αἴτιος βίου σώφρονος, πάροχος τῆς ἁγνείας.

Σπόγγος ἐστὶ καθαρτικός, ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας, 
παραίτιος σεμνοπρεποῦς, καὶ θείας πολιτείας.

Ὡσαύτως ἁγιότητος, καὶ πάσης δικαιοσύνης, 
καὶ στηριγμὸς τῶν ἀρετῶν, καὶ πάσης ἀγαθωσύνης.

Ὁ ἔχων φόβον τοῦ Θεοῦ, εἶν᾿ ἐξησφαλισμένος, 
καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν, νὰ λάβῃ ὡρισμένως…

Διότι χαλινὸς ἐστί, πάσης κακοπραγίας, 
διδάσκαλος δὲ ἀρετῆς, καὶ πάσης εὐπραγίας.

Φόβον Θεοῦ, ὦ ἀδελφοί, πάντες ἐγκολπωθῶμεν, 
ὅπως τέλους εἰρηνικοῦ, πάντες ἀξιωθῶμεν.

Πάντοτε εἶναι ἕτοιμος, ὅστις Θεὸν φοβῆται· 
κ᾿ ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου του, οὐδόλως θὰ πτοῆται.

Μάλιστα ὡς πανήγυριν, αὐτὴν θὰ περιμένῃ, 
ὅτ᾿ εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἐντεῦθεν μεταβαίνει.

Ἐκεῖ ζωὴ ἀΐδιος, ἄῤῥητος εὐφρροσύνη, 
ἄφατος ἀγαλλίασις, ἔνθεος χαρμοσύνη.

Μακάριος τρισμάκαριος, ὅστις τὴν ἐπιτύχῃ, 
ἄθλιος καὶ τρισάθλιος, ὅστις τὴν ἀποτύχῃ…

Γιατὶ ὁ μὲν ἐκέρδισε, ζωὴν τὴν μακαρίαν· 
ὁ δέ, τὴν ἀτελεύτητον, βασάνων τιμωρίαν.

Ὁ μὲν θὰ εἶναι στοὺς χορούς, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων, 
ὁ δὲ μὲ τῶν συντρόφων του, δαιμόνων τῶν ἀγρίων…

Ταῦτα, ἂς τὰ σκεφθῇ καλῶς, ὅστις Χριστὸν πιστεύει, 
διότ᾿ ὅσα μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πάντα ἀληθεύει.

Δὲν εἶναι μῦθος τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία διδασκαλία, 
ἀλλ᾿ εἶναι ῥήματα ζωῆς, σάλπιγξ ἐπουρανία.

Μόνον ὁ ἄφρων καὶ τυφλός, κι᾿ ὅλως ἐσκοτισμένος, 
Θεοῦ ἀρνεῖται ὕπαρξιν, τῇ ὕλῃ προσηλωμένος.

Τοῖς κτήνεσι ὁμοιωθείς, ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε, 
κι᾿ ἀλόγοις παρασυμβληθείς, τὰ κρείττονα ἀφῆκε…

Ἀλλ᾿ ὦ Ἥλιε νοητέ, τὰ πάντα ὁ φωτίζων, 
μὴ παύσῃ εἰς τὸν φόβον σου, πάντας ἡμᾶς στηρίζων.
πηγή

"Πώς θα μάθω να προσεύχομαι;" Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Η προσευχή γίνεται με το Άγιον Πνεύμα

Πολλές φορές σκέφτομαι αν εμείς οι άνθρωποι αναζητώντας τη χαρά και την ευτυχία, μήπως αγνοούμε ότι η αιώνια χαρά και ευτυχία βρίσκεται στον Θεό!
Αναζητούμε τον Ουράνιο Πατέρα μας, αλλά δε ξέρουμε που να ψάξουμε. Αγαπάμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και θέλουμε να κερδίσουμε την Βασιλεία του Θεού. Όταν στρέφουμε σ' Αυτόν το νου μας θέλουμε να Του μιλήσουμε, πως όμως ο διάλογος αυτός επιτυγχάνεται; Με τη προσευχή.

Στη σύγχρονη κοινωνία που ζούμε βλέπουμε ένα (εικονικό) λαμπερό και φωτεινό κόσμο. Πνευματικά όμως ζούμε στο (πραγματικό) σκοτάδι.
Για να έρθει το θείο φως στη ψυχή μας χρειάζεται να γυρίσουμε το διακόπτη της προσευχής.

Αναρωτιέται όμως ο άνθρωπος: "Πως θα μάθω να προσεύχομαι;" Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Η προσευχή γίνεται με το Άγιον Πνεύμα.
Αυτό είναι που διδάσκει τη ψυχή μας πως να προσεύχεται.
Να απευθυνόμαστε στον Θεό όχι απλά με ύφος αλλά και την πραγματική αίσθηση ταπεινού δούλου, με φωνή παρακλητική και ικετευτική. Τότε η προσευχή μας είναι ευάρεστη στον Θεό. Να στεκόμαστε με ευλάβεια ενώπιον του Χριστού. Όταν κινηθεί για προσευχή ο νους του ανθρώπου, αμέσως έρχεται και η "θεία χάρις". Τότε  ο άνθρωπος γίνεται χαριτωμένος και βλέπει με άλλα μάτια τα πάντα.
Το παν είναι να αγαπήσουμε τον Χριστό, την προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής.

πατήρ Χαράλαμπος Π.  
πηγή

Πατρών Χρυσόστομος - Τα χρήματα της Εκκλησίας ανήκουν στον λαό, ένα Ράσο μας αρκεί !!

  Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος: «Τα χρήματα της Εκκλησίας ανήκουν στον λαό – Όλα είναι διάφανα» Σε μια ομιλία με έντονο το στοιχείο της δ...