Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Φώτισον μου το σκότος...



Ενα σαββατιατικο απομεσημερο Ιουλιου.
Μεσα στην καρδια του καλοκαιριου και την ανελεητη καψα του, που ουδολως ομως, δεν ειναι πιο οδυνηρη, απο αυτην του κοσμου και των παθων μας, ανηφορισα τον δρομο προς τα Πιερια Ορη, περα απο την βυζαντινη, ευλαβεστατη και ενδοξη Μακεδονικη πολη της Βεροιας, με τις αναριθμητες Εκκλησιες, τους αγιους ασκητες της, τα ιερα προσκυνηματα της και το εκθαμβωτικο, φυσικο καλλος της, αλλα και την ανοιχτη και μεγαλη καρδια των ανθρωπων της.
Στην περιφημη σκητη του Τιμιου Προδρομου, απο οπου περασαν ασκητεψαν, ευλογησαν και αγιασαν, μορφες βιβλικες που αγγιζουν τα ορια του θρυλου, ζωντες και αγωνιζομενοι μεσα στον ιστορικο χωροχρονο, δικαιωμενοι και μεσιτες στην αιωνιοτητα υπερ παντων ημων, αει αγαλλομενοι και αναπαυομενοι, δοξαζοντες και αντιδοξαζομενοι απο τον Αγωνοθετη και Δωρεοδοτη Χριστο τον Παντοκρατορα, οι αγιοι Κοσμας ο ισαποστολος Αιτωλος, αγιος Διονυσιος εν Ολυμπω, αγιος Γρηγοριος ο Παλαμας, αγιος Αντωνιος ο Νεος ο εκ Βεροιας, και αλλοι μυριοι οσοι αλλα και οσιοι ανδρες, καθως φθανεις προς την τελικη ανηφορικη στροφη, και αντικρυζεις για πρωτη φορα το αρχαιο Μοναστηρι του Βαπτιστου, θαρρεις πως εχει αποδρασει λαθρα, κρυφα, μυστικα, απο την ομηγυρη των Μονων του Αθωνα, και εχει ερθει να εγκατασταθει εδω, στην δικη του προσευχητικη μοναξια, πανω στο υπεροχο φυσικο μπαλκονι των αιωνιων βουνων, με θεα που κοβει την ανασα, στο βαθος τα πρασινα νερα του Αλιακμονα, και οσο κοβει το ματι γυρω καταπρασινα ορη, και απολυτη αποκοσμη ησυχια, οπως εκανε αιωνες πριν ο αγιος κυρηκας του θαβωρειου ακτιστου ενυποστατου Φωτος, ο σοφος και παθων τα θεια, και υπερ νουν μυστηρια, ο κυρ Γρηγοριος ο Παλαμας, οπως τον αποκαλουσαν οι αναχωρητες, των μοναστων και θεολογων η Καλλονη, της Ορθοδοξιας το σεμνωμα.
Προσκυνησα στο βυζαντινο Καθολικο, προλαβα σχεδον ολη την ακολουθια του Εσπερινου, που παντα μοιαζει ιδια, και παντα ειναι τοσο διαφορετικη και μοναδικη, οσο ειναι η ιδια η Εκκλησια τοσο υπερκοσμια αλλα και τοσο καθημερινη στα ματια των αμυητων, ολα και ολα να ειμαστε πεντε προσωπα, δυο με ρασο και τρια με λαϊκη περιβολη, μια μινιατουρα της καθολικης και οικουμενικης Εκκλησιας, που μοιαζει τοσο μικρη και ασημαντη για τον καταρρεοντα κοσμο, αλλα ειναι το μονο στηριγμα του, και ο λογος που υπαρχει ακομα, και ας το αγνοει επιδεικτικα και αυτοκαταστροφικα.
Μετα την συντομη συνομιλια με τον γεροντα Ιερομοναχο, ακολουθωντας τον καημο μου, αλλα και την προτροπη του, αρχισα να περπατω το μονοπατι, πισω απο το Μοναστηρι, προς το ασκηταριο του αγιου Γρηγοριου του Παλαμα.
Δυο σκυλακια της Μονης, ενας ποιμενικος φυλακας, και ενα μικρο παιχνιδιαρικο κουταβι, σκετο σπιρτο, με διακονουσαν προπορευομενα στην εξελιξη του φιδωτου μονοπατιου, παρεχοντας μου ασφαλεια, αλλα και στοργικες εικονες-μνημες, προπτωτικης συνυπαρξης, αγνης φιλιας και αλληλοσεβασμου, μεταξυ λογικων και αλογων πλασματων, με τους ορους να εχουν αντιστραφει εσχατως, ως προς το ποιος ειναι λογικος, και ποιος ειναι αλογος..
Το φυσικο καλλος απεριγραπτο. Ως αλλος Δαυϊδ, σου ερχεται να ψαλλεις εν αλαλαγμω..
Οι καταρρακτες, με τις μικρες λιμνουλες, η παρθενα βλαστηση, η ποθητη δροσια, το παιχνιδισμα του ηλιου, μεσα απο τα αιωνια δεντρα, η ατελειωτη θεα, ο ανοιχτος ουρανος με το θαμπος της ζεστης, να καραδοκει για να σε γεμισει ιδρωτα, τον ιερο και αγνο ιδρωτα του προσκυνηματικου κοπου, ολα μαζι να συνιστουν μια χρονικη θεα, της αχρονης δρασεως του Θεου, θεα πεποικιλμενης, βαρυτιμης και ατιμητης κεκοσμημενης κτισεως, δοσμενη δωρεαν τοις πασι, με την αρρητη απλοχερη σοφια και μαστορια του Τρισηλιου Πρωτομαστορα, που σε κανει να αναρωτιεσαι πραγματικα εαν εχει μεινει εστω ενα μικρο ιχνος μεσα σου, της αμαυρωμενης κατ’εικονος προελευσης σου απο την ευδοκια Του:
“Εαν ειναι ετσι ο τοπος εξοριας μας, το αποτοκο της παρακοης μας, η συνεπεια της αλογιας μας, το πεδιο βολης της οντολογικης μας αστοχιας, και της καρδιακης μας μιζεριας, τοτε πως θα ειναι αληθεια, τα καλλη του Παραδεισου, α, ετοιμασε ο Θεος τοις αγαπωσιν Αυτον, προ καταβολης κοσμου..”
Απαντηση δεν υπαρχει, οσο και εαν ο αεικινητος και αϋλος νους, πασχιζει και γυρευει να γαντζωθει απο νοηματα και εικονες, που ομως πορρω τον υπερβαινουν, νοηματα και εικονες μιας αλλης ταξεως, που κερδιζεται και χανεται μονο μεσα απο την εκουσια αναβαση στον Σταυρο, και οχι παντως με τον συσχηματισμο με τον αιωνα ετουτο και το βολεμα στις επιταγες του.
Απαντηση μπορει να δοθει μονο εαν δικαιωσουμε την υπαρξη μας εδω, και μαζι με ολη την κτιση αντιδωρησουμε ευχαριστιακα, τα σα εκ των σων, βιωματικα και αληθινα στον Κυριο της Δοξης.
Με τις σκεψεις και τους λογισμους να πεφτουν στην οθονη της διανοιας, σαν τις σταλες μιας πολυαναμενομενης φθινοπωρινης βροχης, εφθασα χωρις να το καταλαβω στην σκαλωσια κατω απο την σπηλια του ασκηταριου.
Το τοπιο υποβλητικο, ιεροπρεπες και ασκητικο, δεν αφηνει περιθωρια για α-νοητους ρομαντισμους, αλλωστε γενικα δεν υπαρχει χρονος για φθηνες συγκινησιακες αναδρομες, και φορμαλιστικους ευσεβισμους.
Στην εσχατη εποχη που κληθηκαμε να ζουμε, ειναι αναγκη για μια απολυτη αυτοσυνειδησια, για μια ανυποκριτη ενδοσκοπηση και ανα-κριτικη σταση της θεσης μας, θεση που καλειται να λαβει ο καθενας, ενωπιον του μυστηριου της υπαρξεως μας, και κατενωπιον του Θεου και Πατρος μας.
Ανεβαινοντας τα ξυλινα σκαλια, βρεθηκα μεσα στον “προναο” της σπηλιας. Ενα φυσικο πετρινο ραφι, φιλοξενουσε καποιες πολυκαιρισμενες χαρτινες εικονιτσες, των ασκησαντων αγιων, λιγο θυμιαμα, ενα κανδηλι, λαδακι, ολα οσα συνιστουν την αληθινη και απεριττη ευλαβεια.
Αναβοντας το κανδηλι, θυμιαζοντας και ψαλλοντας το απολυτικιο του αγιου Γρηγοριου του Παλαμα, εσκυψα σε σταση μετανοιας σχεδον εδαφιαιας, για να μπω στο αγιασμενο σπηλαιο των αγωνων, το σκαμμα της αρετης, τον μαραθωνιο του πνευματος, αυτην την παλαιστρα οπου παντα το Φως νικα το σκοτος, τοσο το φυσικο οσο και το νοητο.
Εδω μεσα στην σπηλια, ενα φυσικο ψυγειο, που κρυωνει το σωμα, αλλα θερμαινει την ψυχη που εχει λαβει θαρραλεα, την οριστικη και αμετακλητη αποφαση επι ποινη θανατου, η θριαμβου, επανω στα παθη και την δαιμονικη παραταξη, σταθηκα να κανω ενα κομποσχοινακι στην μνημη του αγιου, για να ζητησω τις πρεσβειες του, για ολους μας.
Απετυχα οικτρα.. Μολις περασε λιγη ωρα πεταχτηκα εξω σαν φοβισμενη σαυρα.. Ασε, παω εξω να το κανω..
Κατι το αγριο της σπηλιας, κατι το απολυτο σκοταδι, καποιοι θορυβοι, και μια αγωνια για το τι μπορει να πεταχθει απο εκει μεσα, απο φιδι μεχρι δαιμονιο, και αντε να τα ξεχωρισεις μετα, το ενα απο το αλλο, με εβγαλαν αρον αρον εξω, θυμιζοντας μου οτι δεν ειμαι παρα ενα μαλθακο ον του 20ου-21ου αιωνα, μαθημενο στα ετοιμα και ανετα, βολεμενο μεσα στην ψευδεπιγραφη ασφαλεια του “συγχρονου” ηλεκτρονικο-μηχανικου πολιτισμου του αυτοματου Ειναι.
Βρε ταλαιπωρε σκεφτηκα, ωραια τα λες, και τα κανεις απο την ασφαλεια του σπιτιου σου, αλλα μολις σφιξουν τα γαλατα, απο εδω πανε και οι αλλοι..
Πολλες φορες θελει και επιποθει το πνευμα, αλλα η σαρξ, στριβει απο την αλλη, και αρχιζει το εσωτερικο κυνηγητο.
Η αληθεια ομως δεν αλλαζει. Και περα απο την αστοχια την δικη μου, και την υποκριτικη μου ψευδοασκητικη ονειρωξη, εδω ειναι ενας τοπος ζωης και θανατου, ενα μαρμαρενιο αλωνι, οπου τα μεγαλα και φρικτα τελεσιουργουνται.
Οσοι περασαν απο εδω, με προεξαρχοντα τον αγιο Γρηγοριο Παλαμα, νικησαν το σκοτος.
Και ειδαν, και εζησαν στο Φως. Με καθε κοστος.
Εδωσαν αιμα, ελαβαν πνευμα. Εδωσαν χωμα, και πηραν ουρανο. Ηρθαν, ειδαν, παλεψαν και νικησαν. Νικησαν για ολους μας, και για εμας τους χαμενους…
Βραβειο ζωης, σωτηριας και αιωνιου ανακρασεως, μεθεξη θεια και αρρητη το Φως.
Ενυποστατο, ιδιο και απαραλλαχτο, χθες στο Θαβωρ, σημερα οπου γης, σε οσους πιστους, αυριο, εις στον αιωνα του παραδεισου.
Ο Χριστος.
Τα παντα τοις πασι. Αφορμη, αγωνας, βραβειο, νοημα, σκοπος, δρομος και τελος των παντων. Ολα ανακεφαλαιωνονται και δικαιωνονται στο Προσωπο του Σαρκωθεντος Λογου, του Μεγαλομαρτυρα του Γολγοθα.
Αυτος εκλινε ουρανους και μπηκε ταπεινα και θεοπρεπεστατα στην κατασκοτεινη σπηλια της χαμενης μας υπαρξεως, μετατρεποντας την σε ολοφωτεινο ξεφωτο, και εδωσε διεξοδο στο αδιεξοδο μας, την φωτισε και την ανακαινισε, της εδωσε το καλλος το αρχαιον, και την αφησε καταυγασμενη και λουσμενη απο το Φως της Χαρης Του.
Και εμεις; “Εις τα ιδια ηλθε, και οι ιδιοι αυτον, ουκ παρελαβον.. ” Κατα Ιωαννην 1,11
Εμεις παλι και παλι, κανουμε γενικα οτι περνα απο το χερι μας, για να την ξαναβρωμισουμε, να την κανουμε παλι σκοτεινη, απο οτι ηταν, και να την κλεισουμε απο μεσα, με την αρνηση μας, να ενδυθουμε τον Χριστο, να συσταυρωθουμε μαζι Του, τοις παθεσι και τοις επιθυμιαις, ωστε και να συναναστηθουμε μαζι Του, εν ημερα Κυριου.
Περασαν ωρες.
Αρχισα να κατεβαινω, και να παιρνω τον δρομο της επιστροφης. Τα δυο σκυλακια, παντα μαζι συνοδοιποροι, αληθινοι και εμπρακτοι αλογοι, ασυνειδητα πλην εμπειρικα αυτοι τιμιοι “ασκητες”, καθως αρκουνται στο απολυτα φυσικα αναγκαιο, το χρειωδες, θεατρινιζοντας εμας, τους αμετρητους αναγκας εχοντας, και μονιμως σταυρωνοντας τους αλλους προκειμενου να τις ικανοποιησουμε, μα ποτε τον ιδιο τον ναρκισσιστικο εαυτο μας.
Και μοιαζουμε να οικοδομουμε για τους εαυτους μας, τεχνητες σπηλιες, μιας ειδωλικης ψευδο-ευσεβιστικης αυταρκειας, μικρα σκοτεινα δωματιακια με τις φαντασιωσεις μας, οτι πιστευουμε, οτι ομολογουμε, οτι σταυρωνομαστε, οτι δεν μας καταλαβαινουν οι αλλοι, οτι εχουμε περιεχομενο, και βαθος, οτι οτι…
Κλεισμενοι μεσα εκει, περιθαλπουμε, το εγω μας, το κλεινουμε και το περιχαρακωνουμε, σε μια ατομικη κυκλικη αυτοερωτικη σχεση, οπου ο Εσταυρωμενος Χριστος, ο συν-πασχων και συν-μαρτυρων, με τον καθε πονεμενο, δυσκολεμενο, μπερδεμενο αδελφο μας, μενει εξω, και ας νομιζουμε το αντιθετο.
Και υπαρχει σοβαροτατο ενδεχομενο, εν ημερα Κρισεως, μιας Κρισεως που θα εχει ηδη γινει κατ’όυσιαν, με αλανθαστο κριτηριο την ολη ζωη και σταση μας εδω,καθως θα κριθουμε μεταξυ μας, το ομοιο με το ομοιο, να μπει το Φως, και να μας καψει ολοτελα και εμας και μαζι το τοσο φροντισμενο και μοσχοαναθρεμμενο υπαρξιακο ψεμμα μας..
Οταν ερθει το Φως, θα ειναι Πυρ καταναλισκον, θα κατακαψει καθε ψευτια και θα εξαφανισει καθε σκοτος.
Γιαυτο.. οσο ειναι ακομα καιρος, και δεν ειναι πολυ ακομα, σκεφτομουν καθως εφθανα πισω στο Μοναστηρι, ας βοαμε, και ας δεομαστε στον Κυριο και στην Υπεραγια Θεοτοκο και Μητερα Του και Μητερα ολων μας, οπως επραξε ο αγιος Γρηγοριος ο Παλαμας:
“Φωτισον μου το σκοτος! Φωτισον μου το σκοτος!” ξανα και ξανα.
Και ετσι να μας λυπηθει, να μας σπλαχνισθει ο πανοικτιρμων Κυριος μας, και να μας φωτισει, να δουμε αφου πεσουν τα λεπια, απο τα ματια μας, τα λεπια της αυτοδικαιωσης, και της αυταρκειας, τοσο τον πλησιον, οσο και τον εαυτο μας, καθως εστιν.
Και να εννοησουμε οτι εαν δεν πιαστουμε χερι χερι, εαν δεν αγκαλιασουμε μαζι και την κτιση, εαν δεν προσλαβουμε παν το προσλαμβανομενο ευχαριστιακα, δοξολογικα, με υπομονη και προσευχη, απαντοχη και καρτερια, θαρρος και αληθεια, εαν δεν κυρηξουμε ανενδοτο πολεμο μονο στον εαυτο και τα παθη μας, και τις πονηρες δυναμεις, και δεν ειρηνευσουμε με ολους τους αλλους, δεν θα παραμεινουμε παρα μονο στο αιωνιο σκοτος.
Γιατι Φως και σκοτος δεν μπορουν να συνυπαρξουν.
Ας νομιζουμε εμεις πλανερα, και μαζι μας και ο κοσμος ετουτος, που τα περισσοτερα σχεδια και εργα του, εξυφαινονται στα σκοτεινα, οτι αυτο μπορει να γινει, να συμβει ως μια ανιερη συνυπαρξη.
Και οσο το νωριτερα το καταλαβουμε και βαλουμε αρχη να το παλεψουμε, τοσο εχουμε περιθωρια να προλαβουμε.
Γιατι οπως ειπε πριν 30 χρονια και ο μακαριστος π.Σεραφειμ Ροουζ, που περασε απο το βαθυ και πηχτο σκοταδι στο Αιωνιο Τρισηλιο Φως,
“Αρχιστε να πραττετε τα εργα του Θεου, χθες, γιατι σημερα ειναι ηδη πολυ πιο αργα απο οσο νομιζετε..”
Ευχομαι, μεταφεροντας νοερα την ευλογια των αγιασμενων αυτων τοπων σε ολους σας, τους εν Χριστω αδελφους, οπου γης,
ειτε ειστε ηδη εν τη Εκκλησια, ειτε βαδιζετε προς Εκκλησιασμον, ειτε εχετε τον Χριστο, ειτε Τον αναζητατε, καλο τελος καλοκαιριου, καλο φθινοπωρο που ερχεται σε λιγο, και προπαντων καλη δυναμη εξ’υψους, για να δινουμε τον αγωνα, τον ωραιο και τον καλο, αυτον που πρεπει να δωσουμε εις τελους, και να μην αποκαμουμε, χαριτι και ευλογια του Κυριου ημων Ιησου Χριστου, να νικησουμε και να Τον ευχαριστησουμε, καθως απο την ημερα που γεννηθηκαμε, μονο πικρες Τον ποτιζουμε, και ειθε στο τελος μας, ο καθενας, να Του δωσουμε την υπερτατη χαρα, και να τον κανουμε να μας πει το παμποθητο εκεινο:
“Εύ, δούλε αγαθέ και πιστέ. Επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου”
Ματθ.κε’21
Αμην.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου