Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Η ΚΑΣΙΑΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ

Πολλά και ποικίλα τα ονόματα με τα οποία αναφέρεται η Κασιανή στα χειρόγραφα. Κασιανή και Κασσιανή, Κασία και Κασσία, Εικασία και Ικασία. Στους βυζαντινούς χρονογράφους αναφέρεται ως Εικασία (Γεώργιος Μοναχός ή Αμαρτωλός και Συμεών Μάγιστρος και Λογοθέτης), ως Ικασία (Λέων ο Γραμματικός) και ως Κασία (Μιχαήλ Γλυκάς). Γι’ αυτό, το σωστό είναι να γράφεται με ένα σίγμα. Σε χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων, αργότερα, και σε ποιητικές ανθολογίες που περιλαμβάνουν και δικά της έργα η ποιήτρια αναφέρεται και ως Κασσία, Κασία, Κασιανή, Κασσιανή, Εικασία, Ικασία, ακόμη και Ταϊσία. Το έτος γεννήσεως και θανάτου, η οικογένεια και ο τόπος καταγωγής της είναι άγνωστα.
    Η ιστορία την συνδέει με τον βασιλέα Θεόφιλο (829-842). Ο χρονογράφος Γεώργιος Μοναχός ή Αμαρτωλός που έζησε τον 9ο αιώνα (P.G. 110,1008) γράφει ότι η μητέρα του αυτοκράτορα, ή κατ’ άλλους η μητρυιά Ευφροσύνη (Κεδρηνός, τέλη 11ου και αρχές 12ου αιώνα, P.G. 121,985), θέλησε ο υιός της Θεόφιλος να βρει την κατάλληλη σύζυγο, διαλέγοντας μεταξύ πολλών νεανίδων που συγκεντρώθηκαν στα ανάκτορα. Σ’ αυτήν που θα του άρεσε περισσότερο, του έδωσε η μητέρα του να της προσφέρει ένα χρυσό μήλο. Ο Θεόφιλος εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά της Κασιανής και ελκύσθηκε προς αυτήν. Αλλά θέλησε πριν της δώσει το χρυσό μήλο να ελέγξει και την εξυπνάδα και την ετοιμότητά της. Γι’ αυτό της είπε· «Ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα!» εννοώντας την Εύα. Η Κασιανή τότε απάντησε εύστοχα και ευφυέστατα· «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» εννοώντας την Παναγία. Τότε ο αυτοκράτορας, επειδή πληγώθηκε το γόητρό του από την απάντηση, έδωσε το μήλο σε μια άλλη κοπέλα, την Θεοδώρα, που καταγόταν από την Παφλαγονία της Μ. Ασίας. Έκτοτε η Κασιανή έκτισε μοναστήρι και έζησε την αφιερωμένη ζωή της μοναχής. Τα «Πάτρια Κων/πόλεως» μαρτυρούν επίσης ότι έκτισε μονή, ο δε Μ. Γεδεών (Βυζαντινόν Εορτολόγιον, Κων/πολις 1899, σελ. 218) το τοποθετεί «εν Υψωμαθείοις της Κων/πόλεως».
    Ο Γεώργιος αναφέρει επίσης ότι η Κασιανή έχει γράψει το «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις» και το τετραώδιο Μ. Σαββάτου «Άφρων γηραλέε) και άλλα τινά. Τουτέστιν μαρτυρεί ότι υπήρξε συγγραφεύς εκκλησιαστικών ύμνων.
    Τα ίδια γράφει ο Συμεών ο Μάγιστρος και Λογοθέτης που έζησε τον 10ο αιώνα (P.G. 109,685), ο Λεών ο Γραμματικός ο Αρμένιος που έγραψε αρχές 11ου αιώνα (P.G. 108,1045) και ο Μιχαήλ Γλυκάς που έζησε τον 12ο αιώνα (P.G. 158,537). Οι Συμεών και Λέων αναφερόμενοι στα έργα της γράφουν αορίστως ότι «και συγγράμματα αυτής πλείστα καταλέλοιπε», ενώ ο Γλυκάς δεν αναφέρει τίποτα περί συγγραμμάτων.
    Τα άλλα γνωστά έργα της Κασιανής σύμφωνα με χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων είναι·
α) Το δοξαστικό εσπερινού Χριστουγέννων «Αυγούστου μοναρχήσαντος»
β) Στη γέννηση του Προδρόμου δοξαστικό των αποστίχων
γ) Το εις μάρτυρες Γουρίαν, Σαμωνά, και Αβυδον στιχηρό, σε ήχο Β΄ (15 Νοεμβρίου)
δ) δύο στιχηρά εις Ευστράτιο, Αυξέντιο, Ευγένιο, Ορέστη (13 Δεκεμβρίου)
ε) το τετραώδιο του Μ. Σαββάτου «Άφρων γηραλέε» που ήδη προαναφέραμε.
Πρβλ. και Γεωργίου Παπαδοπούλου, Λεξικό της Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα 1995, σελ.121. Κατά τον επιφανή βυζαντινολόγο 
Krumbacher (1856-1909) «η Κασιανή είναι η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια».
    Επίσης η Κασιανή έχει ασχοληθεί και με την κοσμική ποίηση. Έχει συγγράψει πλήθος γνωμικά και επιγράμματα τα οποία είναι γραμμένα κατά το μεγαλύτερο τους μέρος σε ιαμβικό τρίμετρο. Τα κυρίαρχα θέματα των γνωμικών είναι η μωρία, ο πλούτος, ο φθόνος, η φειδώ. Αρκετά απ’ αυτά αρχίζουν με τη λέξη «μισώ». Π.χ. «Μισώ τον μοιχόν, όταν κρίνη τον πόρνον. Μισώ σιωπήν, ότε καιρός του λέγειν. Μισώ τον διδάσκοντα μηδέν ειδότα». (Πρβλ. Κασσιανή η υμνωδός, Εισαγωγή Νίκη Τσιρώνη, εκδ. Φοίνικας, Αθήνα 2002, δεύτερη έκδοση, σσ. 31-32 και 79-85)
    Πάντως πολλοί ακαδημαϊκοί ερευνητές εκφράζουν αμφιβολίες για την αλήθεια της ιστορίας των καλλιστείων ή την αποκρούουν εντελώς. Οι λόγοι είναι οι εξής τρεις.
Α΄. Ο Παπαρρηγόπουλος (1815-1891) παρατηρεί ότι οι χρονογράφοι παρουσιάζουν τον Θεόφιλο να νυμφεύεται ενώ είναι βασιλεύς. Ο Θεόφιλος όμως βασίλευσε μόνο 12 έτη και 3 μήνες (P.G. 158,537) και στον 3ο χρόνο της βασιλείας του (P.G. 109,692) πάντρεψε την προτελευταία από τις πέντε κόρες του (P.G. 109,689), την Μαρία. Λογικά δεν συμβιβάζονται αυτά τα δύο γεγονότα (Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, έκδοση 8η , τόμ. 4ος ,σελ. 566).
Β΄. Διασώζονται τρεις επιστολές του Θεοδώρου Στουδίτου (759-826) προς την κανδιδάτισσα Κασσία η οποία διάγει ως μοναχή και μάλιστα «παιδιόθεν» προτίμησε την μοναχική αφιέρωση. Αν η Κασσία αυτή ταυτίζεται με την υμνογράφο, τότε το επεισόδιο με τα καλλιστεία είναι αδύνατο να είναι αληθινό και λόγω της «παιδιόθεν» μοναχικής της αφιερώσεως και λόγω χρονολογικής αντιφάσεως. Ο γάμος του Θεοφίλου έγινε αποδεδειγμένα το 830, ενώ ο Στουδίτης κοιμήθηκε το 826. (Κασσιανή η υμνωδός, μνημ. έργ. σσ.14-16 και 93-95 οι επιστολές του Στουδίτου).
Γ΄. Η στιχομυθία του Θεοφίλου με την Κασιανή, «δια γυναικός ερρύη τα φαύλα αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα», δεν είναι πηγαία έμπνευση ούτε έχει συντελέσει στο ν’ απορριφθεί η Κασιανή, κατά τον καθηγητή της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών Σταύρο Ιω. Κουρούση. Διότι στην P.G. (50, 795) υπάρχει λόγος εις τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου, επ’ ονόματι του αγίου Χρυσοστόμου (φέρεται και ως έργο του Γρηγορίου του θαυματουργού), του οποίου η αρχαιότητα είναι αδιαμφισβήτητος. Ο BMarx αποδεικνύει ότι είναι έργο του Πρόκλου Κων/πόλεως (434-446), μαθητού του Χρυσοστόμου, ο οποίος έκανε και την ανακομιδή των οστών του ιερού πατρός στην Κων/πολη. Εκεί στο λόγο λέγεται· «δια γυναικός ερρύη (ερύει; Fort. βρύει ed.) τα φαύλα, δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» (Σταύρου Ιω. Κουρούση, Εις την υμνογράφον μοναχήν Κασσίαν, περιοδικόν «Αθηνά», Σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις επιστημονικής εταιρείας, Αθήνα (1889 κ. εξ.), τόμ. 81 (1990-1996), σσ.427-430).
* * *
    Λαϊκή παράδοση αναμιγνύει και τον Θεόφιλο στη δημιουργία του τροπαρίου «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις». Αναφέρει η παράδοση αυτή ότι ενώ συνέγραφε το τροπάριο η Κασιανή και είχε φθάσει στη φράση «κρότον τοις ωσίν ηχηθείσαν», την επισκέφθηκε ο Θεόφιλος. Εκείνη τότε κρύφτηκε για να τον αποφύγει και κείνος, αφού διάβασε το κείμενο που γράφτηκε μέχρι εκείνη τη στιγμή, προσέθεσε «τω φόβω εκρύβη». Θέλησε δηλαδή άλλη μια φορά να την ειρωνευθεί.
    Το θρυλούμενο αυτό επεισόδιο της λαϊκής παραδόσεως το πήραν μυθιστοριογράφοι και το έδωσαν άλλες προεκτάσεις. Έτσι ταυτίζουν την πόρνη του τροπαρίου με την Κασιανή. Αυτή η ταύτιση είναι εντελώς αβάσιμη, ακόμη κι αν η ιστορία περί των καλλιστείων είναι αληθινή. Οι βυζαντινοί χρονογράφοι αναφέρουν μόνο ότι ήταν υποψήφια σύζυγος του Θεοφίλου και ουδέν περισσότερο. Και η λαϊκή παράδοση θρυλεί ότι κρύφτηκε για να μη συναντηθεί με τον Θεόφιλο. Βεβαίως είναι εντελώς λαθεμένη η ερμηνεία της, διότι φαίνεται ξεκάθαρα από την πλοκή του τροπαρίου ότι ο κρότος των βημάτων που ακούστηκε είναι ανθρωποπαθής έκφραση της ποιήτριας, που αναφέρεται στα βήματα του Θεού που άκουσε η Εύα και όχι στα βήματα του Θεοφίλου που άκουσε η ποιήτρια. Αλλά η μανία των ανθρώπων για “lovestory”, η νοσηρή σκέψη ορισμένων μυθιστοριογράφων και η προβολή των δικών τους σαρκικών και αμαρτωλών επιθυμιών, ακόμη και στα πιο άγια πρόσωπα, δημιούργησαν τον μύθο που αναφέραμε. Εξάλλου, αν η Κασιανή ήταν πόρνη, η Εκκλησία μας δεν θα το έκρυβε, αλλά θα το πρόβαλλε όπως και σε άλλες περιπτώσεις (Μαρία Αιγυπτία, Πελαγία, Ταϊσία, Δαυίδ) και θα την παρουσίαζε ως υπόδειγμα μετανοίας και κατανύξεως.
    Για πλήρη ενημέρωση πάνω στο προκείμενο θέμα, σημειώνουμε ότι, στο τυπικό της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, αναφέρεται ως συνθέτης του τροπαρίου ο πατριάρχης Φώτιος (Α΄ Παπαδοπούλου Κεραμέως, Ανάλεκτα ιεροσολυμικής σταχυολογίας 1894)· πλην όμως η πληροφορία αυτή δεν ευοδούται από την έρευνα των διασωθέντων χειρογράφων των στιχηρών (11ου και 12ου αιώνος).
* * *
    Ποια είναι «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» από την οποία εμπνεύσθηκε η υμνωδός το τροπάριο της; Στο ευαγγέλιο του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης (Ιω. 12, 17-50) δεν γίνεται μνεία καμμίας γυναίκας.
    Μία αμαρτωλή γυναίκα αναφέρει ο Λουκάς (7,30-50) που πλησιάζει τον Χριστό διακριτικά και με συστολή, από πίσω, και κλαίγοντας καταβρέχει τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της και αφού τα σκουπίσει με τα μαλλιά της, τα καταφιλεί και τ’ αλείφει με μύρο, κατά την διάρκεια γεύματος στο σπίτι τουΣίμωνα του Φαρισαίου. Το συγκινητικό και κατανυκτικό αυτό επεισόδιο, όμως, εκτυλίσσεται αρχές ή μέσα του ιεραποστολικού έργου του Χριστού (Λουκ. 8,1-2) και συνεπώς δεν μπορεί κανείς να πει ότι η γυναίκα μύρωσε το Χριστό «προς το ενταφιάσαι» αυτόν.
    Υποστηρίχθηκε, από δυτικούς κυρίως, ότι είναι η Μαρία η Μαγδαληνή, ίσως, διότι είναι η πιο γνωστή από τις γυναίκες που αναφέρει η αγία Γραφή (Λουκ. 8,2), αμέσως μετά από το επεισόδιο που η προαναφερόμενη αμαρτωλός γυνή αλείφει με μύρο το Χριστό. Η Μαγδαληνή αργότερα συγκαταλέγεται στις μυροφόρες γυναίκες που πήγαν να ράνουν με μύρα τον τάφο του Χριστού (Μαρκ. 16,1-2) εξ ου έχει και τον τίτλο της μυροφόρου. Πλην όμως το ευαγγέλιο δεν αναφέρει ότι είχε έκλυτο βίο, παρά μόνο ότι ο Χριστός την ελευθέρωσε από επτά δαιμόνια (Λουκ. 8,2 · Μαρκ. 16,9). Επιπλέον δεν τον μύρωσε προ του πάθους όπως ιστορεί το τροπάριο.
    Μυρώσεις του Χριστού, λίγες μέρες πριν το πάθος, έχουμε τις εξής δύο·
Α΄. Η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου στη Βηθανία έξι μέρες πριν το Πάσχα αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο «νάρδου πιστικής πολυτίμου» (Ιω.12,3) και τα σκουπίζει με τα μαλλιά της κεφαλής της δείχνοντας την αγάπη της αλλά και την ευγνωμοσύνη της στο Χριστό για την ανάσταση του αδελφού της. Ο Ιούδας τότε αγανάκτησε για την ενέργεια της Μαρίας προφασιζόμενος ότι ενδιαφέρεται για τους πτωχούς. Η Μαρία όμως δεν έχει καμμία σχέση με έκλυτο βίο.
Β΄. Στη Βηθανία πάλι, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, δύο μέρες πριν το Πάσχα, κάποια γυναίκα ρίχνει πανάκριβο μύρο στη κεφαλή του Χριστού. Οι μαθητές αγανάκτησαν για την ανώφελη σπατάλη και γιατί τα χρήματα δεν δόθηκαν στους πτωχούς και επιτίμησαν την γυναίκα, μα ο Χριστός τους μάλωσε λέγοντας ότι τους πτωχούς πάντα θα τους έχουν κοντά τους και θα μπορούν να τους βοηθούν, αυτόν όμως όχι. Επαίνεσε δε τη γυναίκα που προαισθάνθηκε το θάνατό του και ξέροντας ότι δεν θα είναι για πολύ μαζί τους, ήλθε να τον μυρώσει. Προφήτεψε δε ότι η πράξη της θα διαφημισθεί παντού όπου θα κηρυχτεί το ευαγγέλιο, για να την αμείψει για την αγάπη της (Ματθ.26,1-16 και Μαρκ. 14,1-9). Το επεισόδιο αυτό διαβάζεται ως ευαγγελικό ανάγνωσμα στον εσπερινό της Μεγάλης Τετάρτης, που τελείται το πρωί της Μεγάλης Τετάρτης.
    Πολλοί ερμηνευτές επειδή τα δύο τελευταία επεισόδια της μυρώσεως έγιναν στην Βηθανία τα ταυτίζουν. Έτσι γι’ αυτούς η ανώνυμη γυναίκα που αναφέρουν ο Ματθαίος και ο Μάρκος είναι η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου και Σίμων ο λεπρός είναι ο πατέρας του Λαζάρου και της Μαρίας. Το συναξάρι του όρθρου της Μ. Τετάρτης όμως τα διακρίνει, διότι το ένα έγινε έξι μέρες πριν το Πάσχα, μυρώθηκαν τα πόδια του Χριστού από τη Μαρία και αγανάκτησε ο Ιούδας, ενώ το άλλο έγινε δύο μέρες πριν το Πάσχα, χύθηκε μύρο στη κεφαλή του Χριστού και αγανάκτησαν οι μαθητές. Επίσης ο ιερός Χρυσόστομος ταυτίζει την άγνωστη γυναίκα που αναφέρουν ο Ματθαίος και ο Μάρκος με την αποδεδειγμένα αμαρτωλή που αναφέρει ο Λουκάς (Ε.Π.Ε. 12,132). Το συναξάρι της ημέρας δέχεται την γνώμη του ιερού Χρυσοστόμου και παρατηρεί ότι, γι’ αυτό ο Χριστός την αμείβει με το να διαλαληθεί όπου κηρυχτεί το ευαγγέλιο η πράξη της, ενώ δεν κάνει το ίδιο για την αδελφή του Λαζάρου, την Μαρία, η οποία είχε λόγους ευγνωμοσύνης να φερθεί έτσι, αφού ο Χριστός ανάστησε τον αδελφό της Λάζαρο. Η ερμηνευτική αυτή ταύτιση των δύο γυναικών έδωσε την αφορμή στην υμνωδό να εμπνευσθεί το εν λόγω τροπάριο.
* * *
    Στο πρόσωπο της ανώνυμης πόρνης, των ευαγγελίων και του τροπαρίου, πρέπει ο καθένας από εμάς να δει τον εαυτό του. Διότι κάθε απομάκρυνση από τη θεωρία και την πράξη του ευαγγελίου η αγία Γραφή την ονομάζει πορνεία. Έγινε μεγάλος θόρυβος τελευταία (2008), που η Ιερά Σύνοδος με αφορμή το «Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης» διακήρυξε ότι κάθε σαρκική σχέση που τελείται χωρίς να προηγηθεί το μυστήριο του γάμου είναι πορνεία. Κι όμως, όσοι γνωρίζουν τη θεολογία της Εκκλησίας μας ξέρουν ότι πορνεία ονομάζεται κάθε απομάκρυνση από το Θεό, όπως προαναφέραμε. Όλοι μας εγκαταλείπουμε κάποιες στιγμές τον Νυμφίο της ψυχής μας και τραβάμε προς το μέρος του διαβόλου.Συνεπώς όλοι μας είμαστε πόρνοι. Κι ενώ γίνεται αυτό, εν τούτοις, δεν διαθέτουμε τις πηγές των δακρύων και την μετάνοιά της. Γι’ αυτό μας την προβάλλει η Εκκλησία μας, για να την μιμηθούμε. Είναι χαρακτηριστικό το κοντάκιο του όρθρου της ημέρας· «Υπέρ την πόρνην αγαθέ ανομήσας, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι προσήξα· αλλά σιγή δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθω ασπαζόμενος, τους αχράντους σου πόδας, όπως μοι την άφεσιν ως Δεσπότης παράσχης, των οφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαι με».
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου