Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

«Όταν έλθει καύμα…»('Ιερεμ. ιζ' 8)


«Όταν έλθη καύμα…»('Ιερεμ. ιζ' 8)
   Ή θερμοκρασία ανεβαίνει. Ζέστη. Ζέστη πού ώρα με την ώρα γίνεται πιο αισθητή. Ό αέρας ακίνητος. Μια δυσφορία πιέζει το στήθος. Έρχεται ό καύσωνας, ανυπόφορος και απειλητικός.    Το «καύμα» φθάνει. Τα δένδρα τρέμουν. Σαν να αισθάνονται ότι ό καύσωνας θα τα συντρίψει, θα τα ξεράνει, θα τα κάψει μέσα στην πύρινη αγκάλη του.Φοβούνται τα δέντρα.
Όχι όμως όλα. ' Υπάρχουν κι εκείνα πού δεν φοβούνται:«ού φοβηθήσονται, όταν έλθη καύμα» ('Ιερεμ. ιζ' 8). Δεν θα τρομάξουν στην επίθεση του καύσωνα. Όσο κι αν είναι σφοδρός, όσο κι άν στο πέρασμά του ξεραίνει τα πάντα, ορισμένα δέντρα δεν τον υπολογίζουν. Μπορούν να διατηρούνται ολόδροσα. Μέσα στην αποπνικτική ζέστη απλώνουν το φρέσκο φύλλωμά τους και είναι φορτωμένα καρπό. Δεν φοβούνται το καύμα. Ή εξήγηση είναι απλή. Δίπλα τους περνάει το ποτάμι. Οι ρίζες τους βυθίζονται στα βάθη της γης τα πάντοτε υγρά. «Ξύλων εύθηνούν παρ ’ύδατα και επί ικμάδα βαλεί ρίζαν αυτού και ού φοβηθήσεται, όταν έλθη καύμα» (' Ιερεμ.ιζ' 8).

Ή ζωή μας δεν είναι μια συνεχής άνοιξη. Το ξέρεις πολύ καλά. Ή εποχή πού όλα είναι πράσινα και δροσερά και όλα ανθισμένα και γελαστά δεν κρατάει πολύ. Ό ευχάριστος καιρός με τον φρέσκο ευωδιαστό αέρα και το νοτισμένο χώμα περνάει γρήγορα. Έρχεται το καλοκαίρι. Και μαζί του έρχεται και ή ζέστη. Και πολύ συχνά ή ζέστη μεταβάλλεται σε καύσωνα. Γίνεται καύμα πού κατακαίει στη φλογισμένη επαφή του τα πάντα.
  Στη ζωή του κάθε ανθρώπου θα υπάρξει οπωσδήποτε αυτή ή επίσκεψη τού καύσωνα. Θα νιώσει μια καυτή ατμόσφαιρα να τυλίγει την ψυχή του, να της αφαιρεί κάθε δροσιά και δύναμη.
Θα έλθει το καύμα πού λέγεται θάνατος άγαπημένου προσώπου.Θα έλθει το καύμα πού λέγεται απώλεια μιας θέσης, ανέχεια και στέρηση.Θα φθάσει ό καύσωνας πού ονομάζεται άρρώ- στια. Αρρώστια μακρά, βαριά, δαπανηρή, ανίατη.Θα φυσήξει ίσως ό λίβας του κακού και της αμαρτίας μέσα στο σπίτι. Και τότε από το στήθος του πατέρα ή της μάνας θα βγει ό στεναγμός της οδύνης: Μπήκε φωτιά στην οικογένεια μας. Καιγόμαστε. Πάμε να σκάσουμε.
  Θα έλθει κάποτε το καύμα στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Τότε ή αγωνία θα πλακώσει την ψυχή.
Ό φόβος θα θρονιαστεί στην καρδιά και μαζί του ό πόνος. Τα μάτια θα γεμίσουν σκιές και ή όψη θα μαραθεί. Ό άνθρωπος θα μοιάζει με δέντρο πού το χτύπησε και το ξέρανε ό καύσωνας. Θα τρέμει, θα πνίγεται, θα άναζητάει λίγη δροσιά, μια κάποια ανακούφιση. Θα ζητάει γαλήνη, ασφάλεια...
  Δεν θα είναι όμως μόνο έτσι. Θα υπάρξουν πολλοί πού θα αντιμετωπίσουν διαφορετικά τον ερχομό του καύματος. Θα τον αντιμετωπίσουν με ηρεμία και θάρρος. Χωρίς φόβο. Χωρίς τρομοκρατημένο βλέμμα. Θα ακούσουν το βήμα του θανάτου πού πλησιάζει, θα ακούσουν το χτύπημα της αρρώστιας στην πόρτα του σπιτιού τους, θα οσφρανθούν την οικονομική καταστροφή, πού έρχεται. Και όμως δεν θα φοβηθούν. Γιατί θα είναι οι ευλογημένοι άνθρωποι, όπως τούς ονομάζει ό προφήτης Ιερεμίας. «Ευλογημένος ό άνθρωπος, ός πέποιθεν έπί τώ Κυρίω και έσται Κύριος έλπίς αυτού και έσται ώς ξύλον εύθυνούν παρ ’ ύδατα και έπί ικμάδα βαλεί ρίζαν αύτού και ού φοβηθήσεται, όταν έλθει καύμα» (' Ιερεμ. ιζ' 7-8). Ευλογημένος είναι ό άνθρωπος πού έχει στηρίξει την πεποίθησή του στον Θεό και ό Κύριος είναι ή ελπίδα του. Θα είναι για πάντα πολύκαρπο και εύσκιόφυλλο δέντρο και ποτέ δεν θα φοβηθεί τον καύσωνα.
Είναι μεγάλη ευλογία να έχει ό άνθρωπος βαθιές ρίζες. Να είναι ριζωμένος στον Θεό. Να στηρίζεται γεμάτος εμπιστοσύνη σ ’ Αυτόν. Ή ύπαρξή του να φυτρώνει δίπλα στον μεγάλο ποταμό τού λόγου τού Θεού και να ζωογονείται από την πεποίθησή του στον Κύριο. Τότε δεν θα έχει να φοβηθεί τον καύσωνα. Σαν το δέντρο, πού οι ρίζες του βυθίζονται στα βάθη της Γής είναι πάντοτε υγρά, έτσι κι αυτός θα δέχεται ήρεμα και θαρραλέα τον απειλητικό καύσωνα. «Ού φοβηθήσεται, όταν έλθει καύμα». Από όπου κι άν έλθει, οσοδήποτε σφοδρό κι άν είναι, όσο κι άν διαρκεί.
  Μέσα στην ανυπόφορη ζέστη, πού θα βασανίζει την ψυχή του, ό πιστός στον Θεό άνθρωπος θα νιώθει τη δροσιά και την αναψυχή πού χαρίζει ό Κύριος. Θα τη νιώθει βαθιά και γεμάτος ευγνωμοσύνη θα προσεύχεται:
Κύριε, ας είσαι ευλογημένος, γιατί είσαι ό μεγάλος ποταμός πού με ζωογονεί μέσα στον καύσωνα της ζωής.
Κύριε, ας είσαι δοξασμένος, γιατί μάς κάνεις το ασύγκριτο δώρο να μάς αξιώνεις να ριζώσουμε σε Σένα. Όσο μεγάλη κι άν είναι ή ξηρασία, δεν φοβόμαστε. Ή δροσιά Σου δεν θα μάς λείψει ποτέ...
Κύριε, ας είσαι ευλογημένος!
Θερμά Σε ικετεύω, κάνε με σαν το δέντρο το φυτευμένο στα άφθονα τρεχούμενα νερά πού θα φερνή πλούσιους και ώριμους καρπούς στον κατάλληλο καιρό και τα καταπράσινα φύλλα του θα διατηρούνται για πάντα. (Ψαλμός α' 3).
 "ΖΩΗ" Ιούνιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου