Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η Αγία Παρασκευή....Σαν τα μάτια μας και πολύ παραπάνω!

Ερανίσματα από παλιότερα κείμενά μας για μία Φίλη μας, για την Αγία Παρασκευή. Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού.



Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στη Ρώμη. Ήταν κόρη του Αγάθωνα και της Πολιτείας. Οι γονείς της την ανάθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», γιατί δεν είχαν παιδί και ευχήθηκαν, αν αποκτήσουν, να το αφιερώσουν στο θεό. Μετά τον θάνατο των δικών της, μοίρασε τα υπάρχοντα της στους φτωχούς και γύριζε κηρύττοντας το Ευαγγέλιο.
 Η δράση της προκάλεσε τον βασιλιά Αντωνίνο ο οποίος αφού τη συνέλαβε την έβαλε σε ένα λέβητα με καυτό λάδι και πίσσα. Όταν είδε την Αγία άθικτη, δοκίμασε το υγρό στο πρόσωπο του και τυφλώθηκε. Η Αγία -με προσευχή- έδωσε το φως στον Αντωνίνο, ο οποίος πίστεψε. Αργότερα η Αγία μαρτύρησε με αποκεφαλισμό. 
Η Αγία Παρασκευή, έχει  το ιδιαίτερο χάρισμα να θεραπεύει, μεταξύ άλλων, τις οφθαλμολογικές παθήσεις. Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο, μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια και αυτή η παράσταση αναφέρεται στο παραπάνω θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις θαυμάτων της Αγίας με θεραπείες διαφόρων παθήσεων των ματιών.
Ένα  θαύμα της Αγίας Παρασκευής
«Φίλοι μου, μέσα από αυτή τη σελίδα θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το θαύμα εκείνο, που έζησα στα οκτώ μου χρόνια και που το αποτέλεσμα και η χάρη που πήρα από αυτό διατηρείται , χάρη στις δεήσεις της Αγίας Παρασκευής υπέρ εμού , έως σήμερα.
Από δύο ετών έπασχα από στραβισμό ιδιαίτερα σοβαρής μορφής και , όπως έλεγαν οι γιατροί μου με είχαν εξετάσει σε Αθήνα και Κόρινθο, θα έπρεπε να φοράω τα γυαλιά για όλη μου τη ζωή. Οι γονείς μου συνήθιζαν να με πηγαίνουν κάθε χρόνο, παραμονή της Αγίας Παρασκευής, σε ένα μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται στην Αρχαία Κόρινθο. Εκεί, από τριών σχεδόν ετών έκανα την μικρή μου αλλά τόσο περιεκτική σε παράκληση προσευχούλα μου : " Αγία μου Παρασκευή, κάνε μου καλά τα ματάκια μου " . Άναβα λοιπόν τη λαμπάδα μου και ήλπιζα πολύ σε αυτήν.
Και τελικά, στα οκτώ μου χρόνια , η Αγία Παρασκευή ,έκανε το θαύμα της , έξω από το μικρό αυτό εκκλησάκι. Μια ξαφνική σκέψη μέσα μου, σαν αστραπή , με ώθησε να βγάλω τα γυαλιά μου και με διαβεβαίωσε ότι πλέον δε θα μου χρειάζονταν άλλο! Έβγαλα λοιπόν τα γυαλιά μου και διαπίστωσα ότι πράγματι, δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα! Έβλεπα πάρα πολύ καλά, χωρίς το παραμικρό ίχνος στραβισμού! Αυτόματα, τα έδωσα στη μητέρα μου και της είπα ότι δε θα τα ξαναφορούσα πια! Οι δικοί μου, στην αρχή νόμιζαν πως επρόκειτο για παιδικό ενθουσιασμό όμως δεν άργησαν κι αυτοί τις επόμενες ημέρες να πιστέψουν πως επρόκειτο στα αλήθεια περί θαύματος.
Σήμερα είμαι μία ώριμη γυναίκα με άριστη όραση. Ποτέ δεν έπαψα να επισκέπτομαι εκείνο το εκκλησάκι κάθε χρόνο και να ευχαριστώ την Αγία Παρασκευή για τη θαυματουργή της παρέμβαση και για το ότι εισάκουσε τις ταπεινές , παιδικές προσευχές μου! Οι Άγιοι είναι πάντα κοντά μας. Αρκεί να τους επικαλεστούμε με πίστη και είναι έτοιμοι να σπεύσουν και να μας βοηθήσουν...
Φιλικά,
Γεωργία-Κόρινθος»
"Πηγή: Ορθόδοξος Κόσμος"

Θαυμαστό γεγονός συνέβη σε οικογένεια ανήμερα της εορτής της Αγίας Παρασκευής, στο Κορωπί Αττικής.
Η μαρτυρία της οικογένειας έχει ως εξής:
Υπάρχει στο Κορωπί ένα παντρεμένο ζευγάρι όπου ο άντρας είναι το πιστό μέλος της οικογένεια και η γυναίκα του είναι άπιστη και είρων της πίστης.
Ο άντρας είχε πολύ μεγάλη ευσέβεια στην Αγία Παρασκευή. Πάντα στην παραμονή και ανήμερα τις εορτής της άναβε το καντήλι στο σπίτι του. Αντίθετα η σύζυγος του δεν το άναβε ποτέ.
Την ημέρα λοιπόν της εορτής της σηκώθηκε πρωί - πρωί και αφού άφησε την γυναίκα του και την πεθερά του να κοιμούνται, ντύθηκε και με προσοχή έφυγε από το σπίτι για την Εκκλησία. Έκλεισε και την εξώπορτα και την κλείδωσε δυο φορές.
Πήγε λοιπόν στην εκκλησία και αφού λειτουργήθηκε γύρισε πίσω για το σπίτι.
Μόλις έφτασε βρήκε τις δυο γυναίκες τρομοκρατημένες και πανικοβλημένες.
Τις ρώτησε τι είχε συμβεί και αυτές τον ρώταγαν εάν το πρωί που έφυγε κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού. Η απάντηση του άνδρα ήταν "βεβαίως και την κλείδωσα αφού ξέρουμε εδώ στο Κορωπί τι πρόβλημα έχουμε με τους κλέφτες και τους κακοποιούς."
-Γιατί είστε τόσο ανήσυχες όμως τις ρώτησε ο σύζυγος.
-Να, του λένε, μόλις έφυγες μετά από λίγο ακούσαμε να ξεκλειδώνεται η πόρτα. Δυο φορές κρακ, κρακ. Κοκαλώσαμε!!! Είδαμε τότε μπροστά μας μια γυναίκα να μπαίνει μέσα στο σπίτι με μαύρα ρούχα, ψιλή, πολύ όμορφη, να μας κοίτα αμίλητη και να πηγαίνει στο δωμάτιο που είναι η καντήλα.
Πηγαίνει λοιπόν εκεί, παίρνει το καντήλι πηγαίνει κατόπιν στην κουζίνα βάζει λάδι, βάζει λουμινάκι και το ανάβει. Το παίρνει το καντηλάκι και το τοποθετεί πάλι στο δωμάτιο. Μας κοιτά με πολύ αυστηρό τρόπο και μας λέει, «σήμερα είναι η εορτή μου», και φεύγει πάλι από όπου ήρθε.
Οι γυναίκες ήταν συγκλονισμένες δεν μπορούσαν να μιλήσουν καθόλου με αυτό το θαυμαστό γεγονός που τους συνέβη. Ο δε άντρας είχε συγκινηθεί από αυτό το Θαύμα που έκανε η Αγία Παρασκευή στην άπιστη γυναίκα του.



 Έξω από το χωριό τους υπήρχε σε κάποιο λόφο το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής.
 Εκεί πήγαινε πολύ τακτικά ο μικρός Ιάκωβος και προσηύχετο στην Αγία.
Αφηγείται λοιπόν ο ίδιος ο Γέροντας την συνάντηση με την Αγία και καταγράφεται στο βιβλίο  «Ένας άγιος γέροντας – ο μακαριστός π. Ιάκωβος» (Έκδοση Ιεράς Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος ,1996):

« Με τα χέρια μου έσκαψα το χώμα και δημιούργησα λαξευτή σκάλα, για να μπορούν άνετα οι προσκυνητές να ανεβαίνουν στο εξωκλήσι. Έκοβα έναν φουντωτό θάμνο, σκούπιζα την εκκλησία, άναβα και τα καντηλάκια και καθόμουνα και κοίταζα τις εικόνες, μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύκτας πάνω στο ερημικό λόφο.
Ούτε φοβόμουν μόνος, ούτε λογισμός δειλίας μ’ ενόχλησε ποτέ.
Έβλεπα τότε την Αγία σαν μοναχή, να βγαίνει από το Ιερό, να διασχίζει το ναό της και έξω στην αυλή να σκύβει και να πλένει τα καντήλια της. Με το παιδικό μου το μυαλό έλεγα ότι η Αγία πλένει τα πιάτα της, όπως η μητέρα μου κάθε βράδυ, όσο κουρασμένη και να ήταν, πάντα έπλενε τα πιάτα , γιατί σκεφτόταν μην τυχόν πεθάνει τη νύκτα και το πρωί βρουν οι γυναίκες άπλυτα πιάτα και σκανδαλιστούν για την έλλειψη νοικοκυροσύνης.
 Έχοντας υπ’ όψιν μου το γεγονός αυτό, νόμιζα ότι και η Αγία τη νύκτα έπλενε τα πιάτα της.
Ένα βράδυ καθώς πήγαινα ως συνήθως στο εξωκλήσι και ενώ βρισκόμουν λίγα μέτρα μακριά από την εκκλησία, βλέπω την Αγία σαν μοναχή να στέκεται απ’ έξω και να μου λέει:
- Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!
Εγώ δείλιασα, κόπηκαν τα πόδια μου και της λέω:
- Φοβούμαι να έρθω κοντά σου. Πες μου από εδώ που στέκομαι, τι θέλεις να μου πεις. Κοντά σου φοβούμαι να έρθω.
Τότε μου λέει η Αγία:
- Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσο καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου! Θέλω πολλά να σου πω. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα, τι χάρισμα να σου δώσω.
Τότε της λέω:
- Να ρωτήσω την μητέρα μου και θα σου πω, και αμέσως γύρισα και έφυγα τρέχοντας για το σπίτι μου.
Λέω στην μητέρα μου ότι είδα την Αγία Παρασκευή και μου ζήτησε να της πω τι χάρη θέλω να μου κάνει.
- Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; Πως την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Με ρώτησε η μητέρα μου.
Αφού λοιπόν της εξήγησα λεπτομερώς τα γεγονότα, μου είπε:
- Παιδί μου, να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει.
Το άλλο βράδυ πήγα στο εξωκκλήσι και βλέπω πάλι την Αγία σαν μοναχή να με περιμένει έξω από το ναό της. Στέκομαι λίγο μακριά και της λέω:
- Την τύχη μου θέλω να μου δώσεις.
Τότε η Αγία μου λέει:
- Η τύχη σου…; Στη ζωή σου θα δεις δόξες και τιμές πολλές και το χρυσάφι θα περνάει από τα χέρια σου (και έκανε μια κίνηση με το χέρι της η Αγία δείχνοντας τη μεγάλη ποσότητα, την αφθονία), αλλά δεν θα σ’ αγγίζει.
Και πράγματι, έλεγε ο γέροντας, αμέτρητα χρήματα πέρασαν από τα χέρια μου, αλλά όλα πήγαν στον προορισμό τους, στους πάσχοντες, στους φτωχούς, στους έχοντες ανάγκη. Και άλλα πολλά μου είπε η Αγία Παρασκευή και πάλι τρέχοντας γύρισα στο σπίτι μου».
Από μικρό παιδί ο Γέροντας αγαπούσε την ασκητική ζωή.
 «Μ’ ευχαριστούσε» έλεγε, «να φεύγω από το σπίτι μου και να βγαίνω έξω στα βουνά˙εύρισκα σπηλιές και μέσα κεί προσευχόμουν...»Όταν κάποτε είχε αρρωστήσει με σοβαρό κρυολόγημα, από θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους έγινε καλά.
«Είχαμε μια μικρή ασημένια εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους έως 600 ετών», έλεγε για το περιστατικό αυτό ο Γέροντας, «η μητέρα μου έκανε πολλή προσευχή και μετάνοιες παρακαλώντας τον Άγιο να γίνω καλά.
Τότε είδα ένα χέρι ιερέως να περνάει από πάνω από το κεφάλι μου και να με σταυρώνει στο στήθος... ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος... και αμέσως είχα γίνει καλά».
Κι άλλη φορά πάλι που έπαθε σοβαρή δερματοπάθεια στα πέλματα των ποδιών του, παρακαλώντας ο ίδιος – μικρό παιδί τότε – την Παναγία είχε θεραπευτεί.
Ο μικρός Ιάκωβος στις προσευχές του δεν ξεχνούσε τους συγχωριανούς του. Πολλές φορές μάλιστα με τις παιδικές προσευχές του θαυματουργούσε, κάνοντας καλά δηλαδή ανθρώπους ασθενείς.
Είκοσι δύο ετών ο πατήρ Ιάκωβος έχασε τη μητέρα του που πολύ την αγαπούσε. «Παιδί μου Ιάκωβε» του είχε πει, «εγώ μετά τρεις μέρες θα φύγω…θα πεθάνω…εσύ παπάς να γίνεις…προστάτεψε την αδελφή σου, αποκατάστησε την και μετά πηγαίνεις…με την ευχή μου!»
Στα τριάντα του χρόνια, ο νεαρός Ιάκωβος αποφάσισε να γίνει μοναχός στους Αγίους Τόπους.
Πριν ξεκινήσει όμως θέλησε να ζητήσει την ευλογία και τη βοήθεια του Όσιου Δαβίδ για αυτό και επισκέφτηκε το μοναστήρι του.
Μόλις πλησίασε τα είδε όλα αλλαγμένα και μεγαλόπρεπα.
Έξω από τη μονή τον περίμενε ο Όσιος Δαβίδ, ως ένας σεβάσμιος Γέροντας. «Παιδί μου» του είπε «αυτά που βλέπεις είναι η πολιτεία των ασκητών…αν έμενες εδώ θα σου έδινα ένα σπιτάκι αλλά εσύ ήλθες να προσκυνήσεις και να φύγεις.»
"Γέροντα θα μείνω" είπε.
Και έμεινε.
Η κοινοβιακή ζωή στο μοναστήρι ήταν δύσκολη.
Ο Θεός δοκιμάζει τους ανθρώπους του κάποτε «σκληρά» και «ισόβια».
Όταν μάλιστα κάποτε είχε αρρωστήσει βαριά και ακινητοποιήθηκε στο κρεβάτι παρακάλεσε τον Άγιο Δαβίδ να τον βοηθήσει. Έτσι και έγινε. «'Ενιωσα τότε» ομολογούσε ο Γέροντας «να με ακουμπάει η γέρικη πλάτη ιερέως» Ήταν ο Όσιος.
Άλλοτε πάλι τον είχαν γιατρέψει από κατάγματα οι Άγιοι Ανάργυροι, τους οποίους ο Γέροντας είχε δει να τον επισκέπτονται και να τον θεραπεύουν.
Πολύ αγαπούσε ο Γέροντας την άσκηση.
Ακόμη και τα βράδια -μέσα στο πυκνό σκοτάδι- πήγαινε στο ασκητήριο του όσιου Δαβίδ και προσευχόταν. Επέστρεφε δε σχεδόν το πρωί. «'Ενα αστεράκι κατέβαινε από τον ουρανό και μου φώτιζε το μονοπάτι μπροστά μου» έλεγε ο Γέροντας «εκεί - πνευματικώ τω τρόπω - με περίμενε ο Όσιος».
Το Δεκέμβριο του 1952 ο πατήρ Ιάκωβος έγινε ιερέας.
Αρχίζοντας την ιερατική του ζωή ο Γέροντας στο μοναστήρι τελούσε τη Θεία Λειτουργία κάθε μέρα. «Έτσι» έλεγε «κοινωνώντας καθημερινά, ένιωθα τέτοια δύναμη μέσα μου που ήμουν σαν λιοντάρι…όλη την μέρα ούτε πεινούσα ούτε διψούσα…και έτσι εργαζόμουν ακούραστος, για την ανοικοδόμηση της μονής.»
Συχνά πήγαινε και στα χωριά.
Εξομολογούσε του κατοίκους, λειτουργούσε και βοηθούσε όσο μπορούσε τους άπορους αδελφούς του. Άδειαζε τα χέρια του και ο Θεός του τα γέμιζε ξανά. Το χρυσάφι περνούσε από τα χέρια του, όπως κάποτε του το είχε πει η Αγία Παρασκευή αλλά δεν έμενε. Γινόταν αγάπη, γινόταν χαρά, ανακούφιση, παρηγοριά, φροντίδα, τρόφιμα, φάρμακα…
Κάποτε είχε αρρωστήσει βαριά και τον έβαλαν στο νοσοκομείο για εγχείρηση.
Ο Γέροντας παρακαλούσε τους δύο αγαπημένους του Αγίους, Όσιο Δαβίδ και Όσιο Ιωάννη τον Ρώσο να τον βοηθήσουν όπως και έγινε. «Ήταν να φύγεις σήμερα» του είπαν μετά την εγχείρηση, αλλά τον άφησαν «για την αύριο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου