Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Καὶ λιβάνισον αὐτοὺς τρεῖς φοράς!

Φωτογραφία του Theofilos Papadopoulos.

Γράφει ὁ π. Διονύσιος Ταμπάκης
ΑΦΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ νὰ σπάσουν τὰ φτερὰ τῶν παιδιῶν μας.
 Ἀφοῦ βάλανε μπρὸς τ’ ἀλέτρι γιὰ νὰ ἀποκόψουν καὶ εὐνουχίσουν τὰ 15χρονα. 
Τώρα μεγαλουργοῦν καὶ πάλι θέλοντας διακαῶς μὲ νόμους καὶ ὑπο-νόμους νὰ μαστουριάσουν μὲ χασὶς καὶ ἀποχαζέψουν τὸ ὅσο μυαλὸ ἔμεινε στὴν νεολαία… 
Στὸ δικό τους λοιπὸν χασισολολίβανο «εἰς ὀσμὴν δυσωδίαν δαιμονικῆς» ἃς τοὺς λιβανίσουμε μὲ τὸ δικό μας Ὀρθόδοξο λιβάνι, λιβάνι καλὸ κι’ ἁγιορείτικο…
Καὶ νὰ τώρα 3 ὡραῖες ἱστορίες ποὺ ἔχω νὰ σᾶς λέω:
1η: Ἡ κυρία Γεωργία, ράφτρα γνωστὴ ἐκεῖ στὴν παλιὰ Κοκκινιὰ μὲ τὴν μικρασιάτικη πύρινη εὐλάβεια, καρδιὰ φιλόξενο ἀρχονταρίκη γιὰ ὅλη τὴν γειτονιά. Ἢ θὰ ἕραβε ἢ θὰ προσεύχονταν στὶς λιβανοκαπνισμένες δεκάδες εἰκόνες ποὺ ’χε στὸ προσφυγικὸ κελλάκι της.
Κάθε Πάσχα τὸ λοιπὸν τόση ἦταν ἡ χαρά της ποὺ ἔπαιρνε τὸ μαγκάλι, τὸ γέμιζε ὅλο κάρβουνα καὶ ὕστερόν τοῦ ’ριχνε ἀπὸ πάνω 5 κιλὰ λιβάνι νὰ....
μοσχομυρίσει ὅλη ἡ γειτονιὰ μὰ καὶ νὰ φύγουν οἱ κακοῦργοι οἱ δαιμόνοι.
2η: Εὐλαβὴς Καλόγηρος, ὅταν ἤτανε μαθητὴς καὶ περνοῦσε ὁ καρνάβαλος ἀπ’ τὴν γειτονιά του στὸν Πειραιά, δὲν λησμονοῦσε νὰ ἀνάβει τὴν ψησταριὰ τοῦ πατέρα του ποὺ εἶχε στὸ μπαλκόνι καὶ νὰ βάζει μὲ τὴν σακούλα ἁγιασμένο λιβάνι ἀπὸ Ἀσκητάδες. Ἔτσι κάποτε ὅπου περνοῦσε ἀπὸ κάτω ὁ καρνάβαλος πῆρε μία θαυμαστὴ τούμπα ὅπου ἀπέλιπεν «εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη».
Νὰ καὶ ἄλλη μία στορία ἀπὸ τὴν Κρήτη:
«-Παπα -Γιάννη, νὰ σοῦ πῶ μιὰ κουζουλάδα μου καλὴ πού κάμω; Γροίκα.
-Εἴντα κάμεις; Τὸν ρώτηξε ὁ Κρητικὸς Παπάς.
-Νά! σίμα καὶ ἀπέναντι ἂπ΄ τὸ σπιτικό μου μένει μιὰ ἀντρογυναίκα Ξυριζαία, ὅπου ἀποξυρίζει καὶ τὸν μύστακά της, ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀντίχριστες, τὶς ἀναποδοκουλτουριάρες πανάθεμα τές.
-Καὶ τὸ λοιπὸν;
-Ὅταν γιαγέρνω τ’ ἀπόγευμα ἂπ΄ τὴν δουλειὰ καὶ τούτη πορίζει στὸ μπαλκόνι της νὰ καπνίσει τσιγάρο μαζὶ μὲ τὴν συντρόφισσά της, ἐγὼ παίρνω ἕνα κεραμίδι καὶ ἀφοῦ τὸ κάμω γεμίδι ἀπὸ καρβουνάκια καὶ μοσχολίβανο μετὰ ἀνάβω τὸν ἀνεμιστήρα ποὺ κατέχω καὶ ξαμώνω ὅλο τὸν καπνὸ ἐπάνω στὸν ὀντά της. Μετὰ ἀφοῦ μὲ διαβολοστέλει κλείεται ντελόγο μέσα καὶ ἔτσι τὴν κάμω ζάφτι καὶ τὴν νηματίζω μιὰ χαρά.
Ἔτσα τὸ λοιπόν σου λέγω ἐτούτη μαντινάδα:

«Λιβάνι βάνω στὴ φωτιὰ ποὺ φτάνει εἰς τ’ ἀόρη.
Νὰ γίνουν κάργα, χαλασιά, τῶν ‘ξαποδῶν οἱ νόμοι».

ΛΙΒΑΝΙΣΤΕ ΤΟΥΣ!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου