Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουνίου 27, 2014

Η συμφωνία των αυτοκεφάλων Εκκλησιών στα μεγάλα εκκλησιαστικά ζητήματα


IV. Συμπερασματικές θεωρήσεις
Με βάση τους ιερούς κανόνες και την κανονική παράδοση δύο χιλετιών μέσα στα σύγχρονα δεδομένα της ύπαρξης πλειόνων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών οδηγείται κανείς στις εξής διαπιστώσεις:
• Ανάμεσα στις Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχουν αυτές που είναι τετιμημένες με Πρεσβεία τιμής και εκείνες που δεν απολαμβάνουν Πρεσβείων τιμής. Τα Πρεσβεία τιμής σε συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς θρόνους συνάπτονται με άσκηση υπερτοπικής δικαιοδοσίας από αυτούς σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο που προσδιορίζεται είτε από τους ιερούς κανόνες είτε στη διάρκεια των συζητήσεων και συνεδριών των Οικουμενικών Συνόδων και καταγράφονται στα πρακτικά τους. Όπως όμως ακριβώς κατά την α´ χιλιετία η Εκκλησία της Κύπρου δεν απελάμβανε Πρεσβείων τιμής, κατά τον ίδιο τρόπο όλες οι άλλες αυτοκέφαλες Εκκλησίες που δημιουργήθηκαν κατά τη β´ χιλιετία δεν απολαμβάνουν Πρεσβείων τιμής, τα οποία εδόθησαν και μπορούν περαιτέρω να δοθούν μόνο από Οικουμενική Συνόδο. Τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία καθορίζονται από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Μια νέα Οικουμενική Σύνοδος οφείλει, επίσης, να επικυρώσει την αυτοκεφαλία εκείνων των ορθοδόξων Εκκλησιών που δεν προβλέπονται από τους ιερούς κανόνες.
synaxis2014AA2
• Τα Πρεσβεία τιμής των θρόνων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι μεταξύ τους διέθεταν ίσα Πρεσβεία, συνάπτονται από τους ιερούς κανόνες με εξαιρετικά προνόμια, τα οποία δε διέθεταν τα υπόλοιπα Πατριαρχεία της Ανατολής.
• Η απονομή των συνδεδεμένων με άσκηση εξουσίας  Πρεσβείων τιμής είναι εννοιολογικά κάτι το ξεχωριστό από την τάξη Προκαθεδρίας, η οποία καθορίζεται από τους ιερούς κανόνες για τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και για τις νεώτερες Ορθόδοξες Εκκλησίες μετέπειτα κατά κανόνα οφείλει να καθορίζεται από τη χρονική προτεραιότητα ανακήρυξης μιας Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου.
• Με τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας και την υπαγωγή των διοικήσεων Ασιανής, Ποντικής και Θρακικής στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και οι πέντε πατριαρχικοί θρόνοι ασκούν επίσημα πλέον υπερτοπική δικαιοδοσία σε περιγεγραμμένους γεωγραφικούς χώρους.
• Στην Ανατολή με βάση τους κανόνες θ´ και ιζ´ της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως απετέλεσε το θρόνο τον τιμηθέντα με το εξαιρετικό προνόμιο κρίσης μειζόνων υποθέσεων άλλων Εκκλησιών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ούτε δικαιούται να παραιτηθεί, ούτε μπορεί να αποστερηθεί του δικαιώματος κρίσεως υποθέσεων, οι οποίες προσάγονται σ᾽ αυτό κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερομένου η των ενδιαφερομένων. Το κύρος (και η ισχύς) των κανόνων της Σαρδικής και η δι᾽ αυτών προνομιακή θέση του θρόνου της Ρώμης (μέχρι το θ´ αιώνα) είναι θέμα ιστορικά αδιαπραγμάτευτο. Αυτό όμως σε κάθε περίπτωση δε σημαίνει αναγνώριση Πρωτείου εξουσίας του επισκόπου Ρώμης επί της ανά την οικουμένη Εκκλησίας από ιερούς κανόνες που επικυρώθηκαν μάλιστα από την Πενθέκτη.
• Κατά τον θ´ αιώνα –παράλληλα με την ενεργό λειτουργία του θεσμού της Πενταρχίας για δογματικά και υψίστης σημασίας κανονικά θέματα– έχει ήδη καταστή συνειδητή η διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, ούτως ώστε να απαγορεύεται αμοιβαία η επέμβαση σε κριθέντα θέματα ανάμεσα στις δύο ευρύτερες αυτές περιφέρειες. Αυτό μεταξύ άλλων υποδηλώνει και ο τίτλος που απεδόθη στον επίσκοπο Ρώμης ως Πατριάρχου της Δύσεως και δικαιολογεί τη διαμαρτυρία της Ανατολής[181], όταν ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´ απέβαλε αυτό τον τίτλο, δεδομένου ότι η μεταξύ τους σύγκλιση καθίσταται έτσι δυσκολώτερη.
• Ασφαλώς και τα Πρεσβεία τιμής δεν περιήλθαν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως μετά τη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τη Ρώμη, ως δεύτερης στην τάξη προκαθεδρίας[182]. Ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως μετείχε ήδη εξ ίσου στα προνόμια του πρώτου θρόνου βάσει των κανονικών αποφάσεων της Β´ και Δ´ Οικουμενικής Συνόδου.
• Όπως όμως κατά την α´ χιλιετία η επίλυση δογματικών ζητημάτων η υψίστης σημασίας κανονικών ζητημάτων απαιτούσε τη συμφωνία των πέντε Πατριαρχείων κατά τον ίδιο τρόπο η αντιμετώπιση παρομοίων προβλημάτων οφείλει να έχει τη συμφωνία όλων των κατά τόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Ως ύψιστο κανονικό ζήτημα, όπως προκύπτει από τις πηγές, είναι η κανονικήεκλογή Προκαθημένου σε μια κατά τόπου ΕκκλησίαΩσαύτως και η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου μιας νέας Εκκλησίας, αποκλειστικό προνόμιο του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, όπως καταδεικνύουν και τα χαρακτηριστικά παραδείγματα τηςΕκκλησίας της Γεωργίας και της Πολωνίας, οφείλει να τύχει της αναγνώρισης όλων των υπολοίπων αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
Παρότι η αναγκαία ομοφωνία καθιστά δύσκαμπτο το χειρισμό και την επίλυση των κανονικών αυτών προβλημάτων, εν τούτοις είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ούτε οφείλει να υπάρξει μηχανισμός πειθαναγκασμού της διαφωνούσης μειοψηφίας, ώστε να επιβληθεί η καθολική εφαρμογή των αποφάσεων της πλειοψηφίας. Μια τέτοια πρακτική θέση που απαιτεί την ομοφωνία και προσβλέπει στην ειρήνη μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών εξασφαλίζει την απρόσκοπη εφαρμογή και λειτουργία του πνεύματος του 34ου κανόνα των Αποστόλων στα σύγχρονα δεδομένα, όπως αυτό ακριβώς συνέβαινε για δογματικά και σημαντικά κανονικά ζητήματα κατά την α´ χιλιετία. Η θέση βεβαίως αυτή τελικά καταργεί de facto τη διάκριση μεταξύ των απολαυόντων και μη απολαυόντων Πρεσβείων τιμής από τους ιερούς κανόνες εκκλησιαστικών θρόνων.
• Ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως ως πρώτος στην τάξη των Πρεσβείων στο χώρο της Ανατολής ασκεί μια διακονία συντονισμού για την επίλυση διορθοδόξου ενδιαφέροντοςζητημάτων με σκοπό τη διασφάλιση της ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Το ίδιο συμβαίνει και στις πρωτοβουλίες για την κατόπιν διαλόγου προσέγγιση των άλλων χριστιανικών ομολογιών. Οι κατά τόπους αυτοκέφαλες Εκκλησίες διατηρούν τη μεταξύ τους κοινωνία και ενότητα εκφραζομένη στην κοινωνία και ενότητα των Προκαθημένων τους και στην ενεργοποίηση του συνοδικού θεσμού, όποτε αυτό είναι απαραίτητο.
•  Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αναλάβει την πρωτοβουλία της σύγκλησης των Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της κατ᾽ Ανατολάς Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας «εν συνεννοήσει μετά των Προκαθημένων των επί μέρους Εκκλησιών». Η δέσμευση όμως αυτή εξαντλείται σ᾽ αυτές και δεν αφορά οποιαδήποτε άλλη πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου που έχει διορθόδοξο η διαχριστιανικό βεληνεκές. (Είναι τουλάχιστον απρεπές να ζητείται η συναίνεση των υπολοίπων Προκαθημένων, δια να έχει οΟικουμενικός Πατριάρχης το δικαίωμα να ομιλεί και να πράττει.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το σημαντικότερο εκκλησιαστικό γεγονός του κ´ αιώνα, η άρση τωναναθεμάτων με τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, στις 7.12.1965, έγινε από ορθοδόξου πλευράς υπόμόνου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επειδή δε η πράξις αυτή αποτελούσε κοινή απαίτηση και εξέφραζε τη συλλογική εκκλησιαστική συνείδηση έγινε κατόπιν δυνατή η έναρξη του διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς). Παρομοίως ισχύει η δέσμευση της ομοφωνίας στιςαποφάσεις των Προσυνοδικών Διασκέψεων η τις αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου[183].
[Συνεχίζεται]
 
[181]. Βλ. το Ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου «επί τη καταργήσει υπό του Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου του ΙΣΤ´ του τίτλου “Πατριάρχης της Δύσεως“»,  http://www. ecpatr.gr/docdisplay.php.
[182]. Αυτό υποστηρίζει το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας, οπ.παρ.: «После разрыва евхаристического общения между Римом и Константинополем в середине XI века первенство в Православной Церкви перешло к следующей в порядке диптиха кафедре—Константинопольской».
[183]. Κανονισμός Λειτουργίας Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων, Άρθρ. 2, 16, Επίσκεψις 369 (1986), 2, 5. Βλ., επίσης, Μήνυμα της Συνάξεως των Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών (Φανάριον, 6-9 Μαρτίου 2014), http://www.ec-patr.org/docdisplay.php? lang=gr&id=1873&tla=gr

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2014

Η χρήση της Ποιμαντικής Ψυχολογίας στη Νηπτική Παράδοση – Επιλογικά


poim2
Τέλος, η χρεία μιας λεπτής εργασίας στην οποία πρέπει να προβεί ο ποιμένας έγκειται στην ανίχνευση εξιδανικεύσεων που σχετίζονται με το πρόσωπό του και αφορούν σε θετικά ή αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να αναπτύξει ο συνομιλητής απέναντί του. Στην πρώτη περίπτωση η αιτία εντοπίζεται στο ότι η επαφή δεν έχει το χαρακτήρα της επιβολής απόψεων ή του εγχειρήματος να τεθεί υπό τον έλεγχο του ποιμένα-θεραπευτή ο συνομιλητής. Τουναντίον ο δεύτερος εισπράττει την πρόθεση που δείχνει ο ποιμένας να τον καταλάβει, ενώ ταυτόχρονα ο διάλογος δεν υπονομεύεται από μία υφέρπουσα διάθεση επικρίσεως ή νουθεσίας. Σε ότι αφορά τα αρνητικά συναισθήματα αυτά γίνονται δυσκολότερα αντιληπτά ένεκα των κανόνων καλής συμπεριφοράς. Και στις δύο περιπτώσεις η εικόνα που έχει σχηματίσει ο συνομιλητής για τον ποιμένα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά οφείλεται στην ανάγκη του να αποδώσει κάποια χαρακτηριστικά σε αυτόν για να ισορροπήσει έτσι προσωπικές του ανησυχίες.
Το πρόβλημα όπως υποστηρίζει ο π. Φάρος είναι ότι συνήθως ο ποιμένας δεν έχει γνώση των συναισθημάτων της εξιδανίκευσης για να είναι σε θέση να τα αμβλύνει. Επιπλέον αναφέρει πως ο «ποιμένας ή ο ψυχοθεραπευτής θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η ανάπτυξη μιας σχέσης με συναισθήματα αρνητικά ή θετικά μεταξύ αυτού και του συνομιλητή του είναι αναπότρεπτη και δε θα πρέπει να προσπαθήσει να διακόψει τη σχέση, αλλά να ελέγχει τη φύση και την έντασή της.».[129]Επίσης η ισορροπητική διαχείριση αυτών των συναισθημάτων θα αποτρέψει τόσο τη συναισθηματική εξάρτιση όσο και τον κίνδυνο να τον εκλάβει ο συνομιλητής ως ανεπαρκή, αδιάφορο, ή και άγονο ακροατή. Αυτό που εν κατακλείδι προτείνεται ως ουσία της ποιμαντικής επαφής είναι η ανάπτυξη και συντήρηση εκ μέρους του ποιμένα μιας σχετικής διαφάνειας «ώστε ο συνομιλητής να μην εμποδίζεται απ αυτόν να δει το Χριστό.».[130]
Σταθήκαμε στα έξι σημεία της ποιμαντικής πείρας που επέχουν θέση πρώτης ύλης για οποιονδήποτε πνευματικό λειτουργό θέλει να δομήσει έναν ψυχολογικό εξοπλισμό που θα του επιτρέψει να υπηρετήσει το ποιμαντικό του έργο εκκινώντας από τη σωστή βάση. Φυσικά δεν εξαντλείται το θέμα της άσκησης και δημιουργικής διαχείρισης ενός ποιμαντικού και θεραπευτικού διαλόγου στις επισημάνσεις τις οποίες εκθέσαμε. Άλλωστε αποτελούν ένα μέρος από το σώμα των βασικών οδηγιών τις οποίες καλείται να ακολουθήσει ένας ποιμένας. Είναι ευνόητο ότι πέρα από την απαραίτητη ωριμότητα και επαγγελματική κατάρτιση που απαιτείται να κατέχει, ο ποιμένας πολλές φορές θα χρειαστεί να προσαρμόσει τις τεχνικές του και να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε ξεχωριστού προσώπου.
Ολοκληρώνοντας αυτή την εργασία θα θέλαμε να σημειώσουμε την ώριμη και ομαλή προσαρμογή της νηπτικής διδασκαλίας που διακρίνουμε στη θεματολογία της τελευταίας ενότητας σε ότι αφορά την άσκηση της Ποιμαντικής Ψυχολογίας. Επιπλέον θα θέλαμε να τονίσουμε τη σπουδαιότητα που έχει για την αποτελεσματικότητα της Ποιμαντικής Πράξης η σύζευξη των δύο περιοχών, ιδιαίτερα στην εποχή μας, καθώς η ανάγκη να ακουστεί ένας αγαπητικός και ανθρώπινος λόγος από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας προβάλλει όλο και πιο απαιτητική.

Επίλογος

Μετά τα όσα καταγράφηκαν, το αίσθημα ότι τα κείμενα της νηπτικής διδασκαλίας συνιστούν πολύτιμο θησαυρό για την Ποιμαντική Ψυχολογία είναι προφανές. Επίσης το ότι αποτελούν ένα τεράστιο αρχείο ενδοσκοπήσεων και ψυχολογικών παρατηρήσεων όπου προβάλλονται οι ποικιλόμορφες εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είναι πρόδηλο. Η διείσδυση στο ανθρωπολογικό σύμπαν των νηπτικών μας οδηγεί στα άδυτα της καθόλου υπάρξεως ανοίγοντας μια νέα προοπτική στο πεδίο της ανθρωπογνωσίας. Ή μάλλον ορθότερα μας επαναφέρει αντιμέτωπους με την αρχέγονη φάση της.
Μέσα από τη μάχη κατά των παθών και των αγώνα για την απόκτηση των αρετών οι νηπτικοί καταθέτουν τη μαρτυρία της πνευματικής τους εμπειρίας που είναι δωρεά της Χάρης του θεού, απάντηση σε όσους έχουν το σθένος να παλέψουν για το «κατά φύσιν» της ανθρώπινης ζωής τηρώντας τις Θείες εντολές. Ταυτόχρονα είναι και κάτι ευρύτερο, είναι παραμυθία για όσους αποζητούν να μάθουν το γιατί του ανθρώπινου δράματος και πληροφόρηση για όσους αναρωτιούνται για το τι του είναι της ανθρώπινης ύπαρξης μαχόμενοι να το αποκαλύψουν. Συγχρόνως όμως αποτελούν και φρένο σε όσους συγκατανεύουν στις κολακείες της ανθρώπινης λογικής και υπερεκτιμούν τις δυνατότητές της.
Η ψυχολογική εμβάθυνση που προσφέρεται από τα νηπτικά κείμενα για την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, συμπυκνώνει την καλή ανησυχία των πατέρων για την επανασύνδεση του ανθρώπου με την αρχική πηγή που είναι ο Θεός. Αυτή η οντολογική προοπτική είναι το επιστέγασμα της νηπτικής υπαρξιακής πρότασης και γίνεται εφικτή μόνο όταν ο άνθρωπος στρέψει όλες του τις δυνάμεις αγαπητικά προς το Θεό ζητώντας να λάβει το έλεός του ως αντίδοση αυτής της κίνησης. Κατ’ επέκταση το ψυχολογικό δεν είναι ο πρωταρχικός σκοπός της πατερικής αναζήτησης(παρότι διαπιστώθηκαν οι συγγενικοί δεσμοί που διέπουν τη σχέση της με την επιστημονική όψη της ψυχολογικής σκέψης) αλλά το μέσον για να αναδειχθεί το πνευματικό. Αυτή η υπαρξιακή διάσταση που κομίζουν οι πατέρες δεν αποτελεί μια στοχαστική περιπλάνηση, αλλά είναι μια ολική επαναφορά των πραγμάτων στην ορθή τους βάση που μας υπενθυμίζει το οντολογικό μας χρέος να επιστρέψουμε στον τόπο καταγωγής μας.
Είναι αναμφισβήτητο και δεδομένο ότι ακόμα και στην πιο απόμακρη τοποθέτηση έναντι της πίστης απέναντι στο Θεό, ακόμα και στην πιο ακραία απόρριψή της, εάν υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ των δύο στάσεων αυτό συνίσταται στη βίωση κάθε μορφής προβλημάτων. Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξή τους και κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει ότι έχει αποφασίσει να μην τον αγγίξει κανένα από αυτά, ή ότι έχει τη δύναμη να τα αποφύγει. Και κανείς βεβαίως δεν μπορεί να εγγυηθεί για τις ικανότητές του να πράξει κάτι τέτοιο.
Συνοψίζοντας τη σκέψη μας θέλουμε να τονίσουμε ότι ο παραπάνω προβληματισμός είναι ένα νεύμα σε όσους δεν είχαν την τύχη να έρθουν σε επαφή με τη νηπτική παράδοση, ή είναι δύσπιστοι απέναντι στη θρησκευτική πίστη. Σε όσους κρατούν ακόμα ένα ζωηρό ενδιαφέρουν να συλλάβουν το νόημα τη ύπαρξης. Σε όλους αυτούς ταπεινά διαγγέλλουμε ότι οι απαντήσεις της ψυχολογίας δεν εξαντλούν το ζήτημα της υπαρξιακής πραγματικότητας. Εάν στρέψουν το βλέμμα στην άλλη πλευρά του δρόμου θα αντικρίσουν την απρόσμενη δυνατότητα που τους προσφέρει η νηπτική διδασκαλία να ικανοποιηθεί το αίτημά τους.
[129]Ο.π., σ.43
[130]Ο.π., σ.44

Βιβλιογραφία

Πηγές
Αθανάσιος Άγιος, Διάλογος Γ΄ περί της αγίας Τριάδος, εν ω αιρετικού φρονούντος τα του Πνευματομάχου Μακεδονίου αντίθεσις προς Ορθόδοξον (93),PG28 1228 C.D.
Γρηγόριος Νύσσης, Άπαντα τα Έργα τομ. 10 Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»,Θεσσαλονίκη, 1990
Γρηγόριος Νύσσης, Εις τον Εκκλησιαστήν, PG44,725B
Γρηγόριος Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός, PG 45,25C
Γρηγόριος Παλαμάς, PG 150,1361C
Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 16, PG 151,196A
Ευάγριος Ασκητής, Κς΄Κεφάλαια Πρακτικά προς Ανατόλιον τον Μοναχόν, ΕΠΕ τομ. 11Α, Θεσσαλονίκη, 1997
Ισαάκ ο Σύρος, Λόγοι Ασκητικοί. Λόγος 67, 2-4. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητών 8Γ, εκδοτικός οίκος Ελευθερίου Μερετάκη «Το Βυζάντιον» Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη, 1991
Ισίδωρος Πηλουσιώτης Άγιος, Επιστολές, βιβλίο 4, επιστολή 125, PG 78, 1201A
Ιωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος Περί υπερηφανείας ΚΒ΄,28, έκδοση δεκάτη πρώτη, Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής, 2009
Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία V εις Ρωμαίους, Migne 60,440
Μακάριος Αιγύπτιος, Ομιλία Ζ΄, PG 34, 528Β
Μάξιμος Ομολογητής, Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών, PG 90,893C
Μάξιμος Ομολογητής, Προς θαλάσσιον, περί απόρων. Βλ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητών 14Β, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη, 1992
Νείλος Πρεσβύτερος, Προς Αγάθιον τον Μονάζοντα. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητών, Ευαγρίου του Ασκητού, Νείλου του Μοναχού Άπαντα τα Έργα 11Α Λόγοι, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη, 1997
Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Βίβλος των Ηθικών, Ηθικός Λόγος ΙΑ΄, 4 Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητών 19Γ
Συμεών Του Νέου Θεολόγου Βίβλος των Ηθικών, Ηθικός Λόγος ΙΑ΄, 16 Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητών 19Γ
Φιλοκαλία τομ. Β΄, Β΄ εκατοντάς κεφαλαίων περί αγάπης, ΕΠΕ τομ. 14 Θεσσαλονίκη, 1985
Βοηθήματα
Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης Αρχ., Λόγος Περί Νήψεως Ερμηνεία στον Άγιο Ησύχιο, εκδ. Ίνδικτος Αθήνα 2007
Αυγουστίδης Αδαμάντιος Γ. π., Ποιμένας και θεραπευτής: Ζητήματα ποιμαντικής ψυχολογίας και ποιμαντικής πρακτικής εκδ. Ακρίτας 1999
Bourdin Dominique,Η ψυχανάλυση από τον Φρόυντ ως τις μέρες μας, Ιστορία, έννοιες, πρακτικές.Μτφ. Αναστασία Καραστάθη, Εκδ. Κριτική Αθήνα 2005
Εφραίμ Σύρος, Προς διόρθωσιν των εμπαθώς διαγόντων και τιμάς απαιτούντων, εκδ. ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, Θεσσαλονίκη, 1979
Θερμός Βασίλειος π., Άνθρωπος στον ορίζοντα! Προσεγγίζοντας τη συνάντηση Ορθόδοξης Θεολογίας και επιστημών του ψυχισμού. εκδ. Γρηγόρη Αθήνα 2006
Ισαάκ Σύρος, Λόγοι Ασκητικοί, Επιστολή Δ΄,26, εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς» θεσσαλονίκη 1991
Καλαντζάκης Σταύρος Ε., Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…, εκδ. Παν. Σ. Πουρναρά Θεσσαλονίκη 2001
Καλλιακμάνης Βασίλειος Ι. Πρωτοπρεσβύτερος, Ο εκκλησιολογικός χαρακτήρας της ποιμαντικής, Λεντίω ζωννύμενοι ΙΙ, εκδ. Μυγδονία Θεσσαλονίκη 2005
 Καλλιακμάνης Βασίλειος Ι. Πρωτοπρεσβύτερος, Μεθοδολογικά πρότερα της ποιμαντικής, Λεντίω ζωννύμενοι Ι,  εκδ. Μυγδονία Β΄έκδοση,  θεσσαλονίκη, 2005
Κόϊος Νικόλαος Γ., Θεολογία και Εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου Άγιον Όρος Ά εκδ. 2007
Κόϊος Νικόλαος Γ.,Ηθική Θεώρηση Των Τεχνικών Παρεμβάσεων Στο Ανθρώπινο γονιδίωμα, εκδ. Σταμούλη Α.Ε. Αθήνα 2003
Κορναράκης Ιωάννης Κ., Βιβλικά Ψυχογραφήματα, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986
Κορναράκης Ιωάννης Κ., Θέματα Ποιμαντικής Ψυχολογίας ΙΙΙεκδ. οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε. Θεσσαλονίκη, 1998
Λουδοβίκος Νικόλαος π., ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ Βυζαντινή Εξατομίκευση, Κράτος και Ιστορία, στην προοπτική του ευρωπαϊκού μέλλοντος, Έκδοση δεύτερη, εκδ. Αρμός,2006
Μαντζαρίδης Γεώργιος Ι., Χριστιανική Ηθική ΙΙ, Άνθρωπος και Θεός άνθρωπος και συνάνθρωπος υπαρξιακές και βιοηθικές θέσεις και προοπτικές, β΄εκδ. Π. Πουρναρά Θεσσαλονίκη, 2009
Μπαλατσούκας Σωτήριος Ι., Σπουδή Πνευματικής Τελειώσεως Προσέγγιση στα αγιολογικά κείμενα,εκδ. Μυγδονία θεσσαλονίκη, 1998
Μπέγζος Μάριος Π., Ψυχολογία και Θρησκεία, εκδ. Γρηγόρη Αθήνα 2011
Παΐσιος Αγιορείτης Γέρων, ΛΟΓΟΙ Α΄ ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, Ιερόν Ησυχαστήριον ‘’Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος’’ Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002
Παραβάντσος Αθανάσιος π., Οι ψυχές των άλλων, Αναζητώντας το Μεταμοντέρνο Εαυτό, εκδ. Αρμός 2010
Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης Γέρων, Βίος και Λόγοι, Ι΄ έκδοση, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2009
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Αγώνας Θεογνωσίας εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Μετάφρασις εκ του ρωσικού και γαλλικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1996
Σαχάρωφ Σωφρόνιος Αρχ., Το Μυστήριο της Χριστιανικής Ζωής, εκδ. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2010
Tsakiridis George, Evagrius Ponticus and Cognitive Scieence, A Look at Moral Evil and Thoughts, Eugene 2010
Larchet Jean Claude, Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων-Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδ. Αποστολική Διακονία Μτφρ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ
Φάρος Φιλόθεος π., Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ Αρχές και Μέθοδοι, εκδ. Ακρίτας, β΄έκδ. Αθήνα,1983
Φλωρόφσκυ Γεώργιος, Περιοδικό «The Orthodox Church» Vol. 43 No 2-3/2007 1973

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012

Ο χριστιανισμός στην Ευρώπη του 21ου αι. Προβλήματα και προοπτικές


Στον 21ον αι. πλέον, και μάλιστα σε μία εποχή όπου αναβιώνει το θρησκευτικό φαινόμενο και οι διάφορες, αμφιβόλου προελεύσεως, θρησκευτικές εμπειρίες, αναζητείται ο ρόλος του χριστιανισμού και των χριστιανών. Αυτό έχει μεγάλη σημασία ιδιαιτέρως για την Ευρώπη, εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι, κατά μία άποψη, η γηραιά ήπειρος θεμελιώθηκε πάνω στις αρχές της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, του ρωμαϊκού δικαίου και της χριστιανικής διδασκαλίας. Εν συνεχεία θα συζητηθούν ορισμένα χαρακτηριστικά της σύγχρονης χριστιανικής Ευρώπης που προβληματίζουν τον σκεπτόμενο, όχι μόνον χριστιανό, άνθρωπο.
Κατ’ αρχάς, ένα βασικό στοιχείο, αποτρεπτικό πολλές φορές της βιώσεως της χριστιανικής αλήθειας, αν και όχι νεοφανές, είναι η έντονη εκκοσμίκευση του χριστιανισμού η, καλύτερα, των χριστιανών, ορθοδόξων και ετεροδόξων, υπό την μορφή της πλήρους αποδοχής των συγχρόνων συνθηκών η της μινιμαλιστικής δογματικής συνειδήσεως. Εδώ επιβάλλεται να τονισθεί ότι το σχήμα «παράδοση- πρόοδος» εφαρμόζεται, εσφαλμένως επί της χριστιανικής αλήθειας, καθ’ όσον αυτή δεν είναι ιδεολόγημα, μονομερώς πολιτική ή κοινωνική διδασκαλία. Κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί η τοποθέτηση του N. Berdiaeff ότι «ο χριστιανισμός οφείλει να είναι συγχρόνως ελεύθερος από τον κόσμο, επαναστατικός εν σχέσει με τον κόσμο και γερμένος μ’ αγάπη πάνω στον κόσμο» (Πνεύμα και πραγματικότητα, μετ. Αντ. Χατζηθεοδώρου, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1968, σ. 200).
Εξ άλλου, είναι ευνόητο ότι η εκκοσμικευμένη αντίληψη περί του χριστιανισμού συνδέεται με την ιδεολογικοποίησή του. Διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, ότι οι σύγχρονοι χριστιανοί στην Ευρώπη, όπως και αλλού, πολλοί από τους οποίους διαθέτουν αξιόλογη μόρφωση, βιώνουν και προβάλλουν την χριστιανική αλήθεια υπό την μορφή μιας, ακόμη, ακαδημαϊκής (φιλολογικής, αρχαιολογικής κ.α.) γνώσεως.
Παράλληλα η σύγχρονη ερμηνευτική, προσαρμοζόμενη δήθεν στις απαιτήσεις των καιρών, έχει μετατρέψει τον χριστιανισμό σε ιδεολόγημα, και μάλιστα ψυχολογικής η ψυχιατρικής υφής, που απλώς παρεμβαίνει σε σύγχρονα προβλήματα ατομικής ψυχολογίας. Αν η θρησκεία χρησιμοποιείται για να αποκαλυφθούν τα υποκειμενικά βιώματα η αν τα υποκειμενικά βιώματα χρησιμοποιούνται για να τονισθεί το θρησκευτικό βίωμα, αυτά είναι ζητήματα- εφαρμογές ενός ψυχολογισμού στον χριστιανισμό.
Προφανώς αυτή η τάση απομακρύνει τον άνθρωπο από τον χριστιανισμό ως νόημα βίου, ως οντολογική πραγματικότητα, διαφορετική οπωσδήποτε από τις διάφορες θρησκευτικές εμπειρίες η αντιλήψεις.
Επειδή τα ιστορικά και τα κοινωνικά δεδομένα έχουν άρδην μεταβληθεί, δεν μπορεί να γίνει πλέον λόγος για μία επιστροφή στην beata ignorantia του πρώιμου χριστιανισμού. Αλλά, εάν η Ευρώπη θέλει ένα χριστιανισμό κατά τα μέτρα και τις προοπτικές της, ένα εκκοσμικευμένο και ιδεολογικοποιημένο χριστιανισμό, τότε δεν αναζητεί ένα νόημα βίου. Ίσως αναζητεί απλώς ένα «ένδυμα» για να καλύψει την «πνευματική» της ένδεια.
Εάν η Ευρώπη, άρα και η Ελλάδα, επιθυμεί ένα χριστιανισμό με ρεαλιστικό χαρακτήρα, θα πρέπει να ξεκινήσει από μία διαφορετική οντολογική αφετηρία, ήτοι την εκκλησιαστικοποίηση των χριστιανών. Σ’ αυτό το πλαίσιο, κατανοείται ότι ο ρεαλισμός του χριστιανισμού είναι ο ρεαλισμός της μυστηριακής ζωής που προσφέρει η Ορθοδοξία.
Γι’ αυτό και σήμερα, στην Ευρώπη του 21ου αι., η Ορθοδοξία «καλείται να δώσει απάντηση στα ερωτήματα των ετεροδόξων από το έσχατο βάθος της συνεχούς καθολικής εμπειρίας της και να προσφέρει στη δυτική ετεροδοξία όχι μία ανασκευή αλλά μία μαρτυρία και την αλήθεια της ορθοδοξίας», όπως είχε κάπου τονίσει παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ.
(Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ευθύνη.)

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...