Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Μητρόπολις Σερβιών και Κοζάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερά Μητρόπολις Σερβιών και Κοζάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Μαρτίου 29, 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - Ἰωάννου τῆς Κλίμακος - Μρκ. θ, 17-31 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
- Ἰωάννου τῆς Κλίμακος -
Μρκ. θ, 17-31
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀδελφοί, εἶναι κατεξοχήν περίοδος πνευματικῶν ἀγώνων. Ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ, μέσα σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς ἀσθένειας, τοῦ κακοῦ καί τῆς φθορᾶς, εἶναι ἕνας συνεχής ἀγώνας. Αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ περίοδος πού διανύουμε ἀλλά καί ἡ μνήμη σήμερα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τοῦ συγγραφέα τῆς «Κλίμακας». Δέν φθάνουμε στό τέλος καί στό σκοπό τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού εἶναι ἡ συνάντηση μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἄν δέν ἀνεβοῦμε ἀγωνιστικά, σάν σέ κλίμακα, μία-μία τίς ἀρετές πού μᾶς ὁδηγοῦν σ’ Αὐτόν.
Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἀναφέρεται στή θεραπεία ἑνός δαιμονισμένου παιδιοῦ, τό ὁποῖο φέρνει ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ γιά νά τό θεραπεύσουν, ἀλλά ἀδυνατοῦν. Ὁ Χριστός, ὅμως, κατεβαίνοντας ἀπό τό ὅρος ὅπου συνέβη τό γεγονός τῆς Μεταμόρφωσης, θεραπεύει τό ἄρρωστο παιδί.
Ὅλο τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ κατάργηση τοῦ πονηροῦ. Ἀλλά κι ἐμεῖς οἱ
μαθητές του ὀφείλουμε νά ἀγωνιζόμαστε ἐνάντια στίς ἀντίθεες δυνάμεις. Τά ὄπλα πού μᾶς προτείνει τό εὐαγγέλιο εἶναι ἡ πίστη ἀφενός καί ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία ἀφετέρου.
Ἀναρωτιέται ὅμως κανείς: ὅταν λέμε πίστη, στήν περίπτωση αὐτή τί ἐννοοῦμε; Ἐννοοῦμε τήν ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί τήν πεποίθηση ὅτι ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἰσχυρότερες ἀπό τή δύναμη τοῦ πονηροῦ. Μπροστά στό θάνατο, μπροστά σέ ἀρρώστιες, σάν τοῦ παιδιοῦ τῆς σημερινῆς περικοπῆς, μπροστά σέ δυνάμεις τοῦ κακοῦ πού ἐπιζητοῦν νά κατεξουσιάσουν τή ζωή τῶν ἀνθρώπων δένουμε πολλές φορές τά χέρια μας ἀπογοητευμένοι σέ μία στάση παράδοσης στίς ἐπιβλητικές αὐτές δυνάμεις τῆς ἄρνησης καί τῆς φθορᾶς. Πιστεύουμε περισσότερο στή δύναμη τοῦ κακοῦ ἀπ’ ὅτι ἐμπιστευόμαστε στή δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ἡ καρδιά ὅμως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἀπό τό ὅρος τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπό τήν περιοχή τῆς θείας Δόξας του, κατέρχεται πάντοτε· βρίσκεται κοντά μας, γιά νά ὑπενθυμίσει τήν ἀληθινή φύση τοῦ κόσμου, γιά νά ψέξει τήν
ὀλιγοπιστία μας, γιά νά μᾶς ἐνισχύσει, γιά νά πολεμήσει τό κράτος τοῦ πονηροῦ καί νά ἀνοίξει τό δρόμο γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστη στή συνεχῆ παρουσία τοῦ Χριστοῦ «δύναται ὅρη μεθιστάνειν».
Λέγοντας πίστη, στήν περίπτωση τῆς περικοπῆς μας, ἐννοοῦμε ὄχι κάποια ἔκτακτη θαυματουργική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, κάτι πού μπορεῖ νά τοῦ συμβεῖ μία ἤ δύο φορές στή ζωή του, ἀλλά τό οὐσιῶδες καί μόνιμο χαρακτηριστικό της ζωῆς μας ὄχι σάν βιολογικῶν ὄντων ἀλλά σάν ἀνθρώπινων ὑπάρξεων. Ὅταν ἐμπιστευόμαστε τό Θεό, νικᾶμε τόν κόσμο καί τόν μεταμορφώνουμε σέ ἀλήθεια, ἀγάπη καί ὀμορφιά, σέ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἀπιστοῦμε στό Θεό, βουλιάζουμε μέσα στόν κόσμο τοῦ πονηροῦ, ἀλλοτριώνουμε τή φύση καί τόν ἑαυτό μας ἀπό τό Δημιουργό, ἀπό τίς δημιουργικές δυνάμεις τῆς ζωῆς, μετατρέπουμε τή δημιουργία σέ κόλαση, σέ φθορά, σέ θάνατο.
Προσκλητήριο γιά ὅλους μας ἀποτελεῖ ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή σ’ ἕνα ἱερό πόλεμο τῆς πίστης κατά τῆς δύναμης τοῦ πονηροῦ καί τοῦ κακοῦ στή ζωή μας. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίοδος γιά
τέτοιους πνευματικούς ἀγῶνες. Χρειάζεται ὅμως, σέ ἀντίθεση μέ τά φαινόμενα, παρά τήν ἐπιβλητικότητα καί τήν ποικιλόμορφη δικτύωση τοῦ κακοῦ, χρειάζεται ἐμπιστοσύνη στή δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόλμη καί ἀγωνιστικότητα.
Στό ἔργο της αὐτό τό ἀγωνιστικό κατά τοῦ πονηροῦ, τήν πίστη στηρίζουν καί προάγουν ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ κοινωνία μέ τή δύναμη τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ἡ πρόθυμη διάθεση νά στερηθοῦμε τήν ἱκανοποίηση πολλῶν ἐπιθυμιῶν μας, ἀφοῦ αὐτό ἀσκεῖ καί προάγει τίς δυνάμεις μας στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στό τέρμα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στό τέρμα τοῦ ἀγώνα τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ δική τους ἀνάσταση καί ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου σέ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, Μαρτίου 15, 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) (Μαρκ. β΄ 1-12) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)
(Μαρκ. β΄ 1-12)
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Ὅπως μᾶς λέγει τὸ ἅγιο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ὕστερα ἀπὸ μία περιοδεία του, ξαναγύρισε στὴν Καπερναούμ. Ὅταν ἔμαθαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι βρίσκεται σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλεως, συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ τόσοι πολλοί, ὥστε νὰ μὴν χωροῦν ὅλοι μέσα, ἀλλὰ ἔμειναν στριμωγμένοι γιὰ νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο του. Ἦρθαν τότε τέσσερεις ἄνδρες κουβαλώντας μὲ τὰ χέρια τους ἕνα παράλυτο, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύση. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους, χάλασαν τὴ στέγη καὶ κατέβασαν τὸν παράλυτο μπροστὰ στὸ Χριστό. Ἐκεῖνος φαίνεται νὰ μὴν ἔδωσε σημασία στὸ πρόβλημα τῆς ἀρρώστειας, ἀλλὰ προσέχοντας τὴν πίστη ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν, πρόσφερε στὸν παραλυτικὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν.
Τὸ πρῶτο, ὅπως φαίνεται, ποὺ ἐνδιαφέρει τὸ Χριστὸ δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ θεραπεία, ἀλλὰ ἡ πνευματική, ποὺ γίνεται μὲ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, διότι μᾶς ἀποκόπτει ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν. Ὅσο μέσα μας ὑπάρχει καὶ ἐνεργεῖ ἡ ἁμαρτία, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐμποδίζεται νὰ φθάση στὴν καρδιά μας. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παραμένουμε ὁλόκληροι μέσα στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης, κυριευμένοι ἀπὸ
τὰ πάθη τοῦ φθόνου, τῆς μνησικακίας, τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιληδονίας καὶ πολλῶν ἄλλων. Αὐτὰ τὰ πάθη δημιουργοῦν τὸ ἄγχος καὶ τὴ βαθιὰ θλίψη ἤ τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴ σωστὴ προστασία τοῦ σώματος καὶ ἔτσι ὁδηγοῦν συχνὰ σὲ ἀσθένειες καὶ ποικίλες ἄλλες ταλαιπωρίες. Τὸ χειρότερο ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ἡ ἀμαρτία προκαλεῖ αἰώνιο κακό. Ἐὰν δὲν συγχωρηθῆ μᾶς κρατάει μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ, ἀπόλυτα δυστυχισμένους, κολασμένους, καὶ μετὰ τὸν θάνατο, γιὰ πάντα.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμο. Καὶ πρῶτον ἀπ’ ὅλα νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μαζί. Κι ἀκόμη νὰ τὸν σώση ὄχι προσωρινά, ἀλλὰ γιὰ πάντα, αἰώνια.
Τὸ ἔργο αὐτὸ τῆς αἰώνιας σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο, ἐπειδὴ ἀπαιτεῖ τὴ δική μας συνεργασία μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ μᾶς σώση μόνος του μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐκολία, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τὸ κάνη αὐτὸ χωρὶς τὴ δική μας θέληση. Γι’ αὐτὸ στὴν προσπάθειά του νὰ μᾶς σώση ἐνεργεῖ κατὰ τέτοιο σοφὸ τρόπο, ὥστε καὶ τὴν ἐλευθερία μας νὰ μὴν προσβάλη καὶ τὸ σωτήριο ἔργο του νὰ ἐπιτύχη.
Μὲ τὸ σοφὸ καὶ θεῖο του σχέδιο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θέλει νὰ μᾶς βγάλη πρῶτα ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ νὰ μᾶς φωτίση μὲ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Θέλει νὰ μᾶς μάθη νὰ διακρίνουμε τὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τὸ ψεύτικο καὶ
νὰ ἐπιζητοῦμε αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ μᾶς συμφέρει. Θέλει νὰ προτιμοῦμε τὸ μόνιμο καὶ αἰώνιο ἀπὸ τὸ προσωρινὸ καὶ ἐφήμερο. Κι ὅλα αὐτὰ θέλει νὰ τὰ κάνουμε ἐλεύθερα καὶ ὄχι ἀναγκαστικά. Τότε μποροῦμε νὰ συνεργασθοῦμε μαζί του καὶ Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει τὴ σωτηρία, θεραπεύει καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Γι αὐτὸ ἡ κύρια φροντίδα τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἱστορία εἶναι νὰ δείξη ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἴσος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι τὸν πιστεύσουν ὡς ἀληθινὸ Θεό, τότε μποροῦν νὰ τὸν ἐμπιστευθοῦν καὶ νὰ συνεργασθοῦν μαζί του γιὰ τὴ σωτηρία τους. Στὴν ἱστορία τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ὑπέρχουν τρία σημεῖα, στὰ ὁποῖα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς φανερώνει τὴν θεότητά του.
Τὸ πρῶτο σημεῖο εἶναι ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο συγχωρεῖ τὶς ἀμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ. Ὁ πρῶτος λόγος, ποὺ εἶπε μόλις ἀντίκρυσε τὸν παραλυτικὸ, ἦταν· «Παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Εἶναι γνωστὸ ὅτι κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρήση ἁμαρτίες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Πῶς ὅμως μποροῦσαν νὰ ἐξακριβώσουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι πραγματικὰ συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες; Τὴν πραγματικὴ συγχώρηση τὴν ἀπέδειξε ὁ Χριστὸς μὲ δύο ἄλλες πράξεις, ἐπίσης ἀποκλειστικές γιὰ τὸν Θεό. Ἡ μία ἦταν ὅτι διάβασε τὶς μυστικὲς σκέψεις τῶν Γραμματέων. Μόλις ἐκεῖνοι ἄκουσαν τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο ἐξήγγειλε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, σκέφθηκαν μέσα τους,· «Γιατὶ βλασφημεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν
τρόπο; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνον ἕνας, ὁ Θεός;» Ὁ Ἰησοῦς κατάλαβε ἀμέσως τὶ εἶχαν στὴ σκέψη τους, καὶ τοὺς ρώτησε· «Γιατὶ κάνετε αὐτὲς τὶς σκέψεις μέσα σας;» Καὶ αὐτὸ εἶναι γνώρισμα μόνον τοῦ Θεοῦ. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζη μυστικὲς σκέψεις ἄλλου ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς, ποὺ μόνος τὶς γνωρίζει μὲ τόση εὐκολία, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός.
Τέλος, ὁ Χριστὸς προχώρησε καὶ στὸ τρίτο σημεῖο. Θεράπευσε τὸν παραλυτικό. Αὐτὸ ἦταν ἕνα ἐξωτερικὸ καὶ θαυμαστὸ σημεῖο, ποὺ τὸ εἶδαν ὅλοι, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ἀπὸ μόνος του κανένας ἄνθρωπος. Μόνον ὁ Θεός. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔδειξε ὅτι, ὅπως μπορεῖ νὰ κάνη ὡς Θεὸς αὐτὸ ποὺ φαίνεται, δηλαδὴ νὰ θεραπεύση ἕνα παράλυτο, ἔτσι μπορεῖ νὰ κάνη καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν φαίνεται, δηλαδὴ νὰ συγχωρήση τὶς ἁμαρτίες. Μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς πράξεις ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς φανέρωσε τὸν ἑαυτό του ὡς ἀληθινὸ Θεό καὶ ἔδωκε τὴν εὐκαιρία στοὺς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους νὰ συνεργασθοῦν μαζί του καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ σωτηρία.
Μὲ ὅσα ἔκανε καὶ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ πολλαπλὸ θαῦμα τοῦ παραλυτικοῦ μαθαίνει καὶ σὲ μᾶς νὰ ἱεραρχοῦμε τὰ πράγματα σωστὰ καὶ νὰ ἐνδιαφερόμαστε πρῶτα γιὰ τὰ πνευματικὰ καὶ αἰώνια καὶ ὕστερα γιὰ τὰ ἐγκόσμια καὶ τὰ ἐφήμερα. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, Φεβρουαρίου 15, 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Λκ. ιε΄ 11-32) Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ἀπό τήν περασμένη Κυριακή βρισκόμαστε ἤδη στόν ἑορταστικό κύκλο τοῦ Πάσχα. Σήμερα, δεύτερη Κυριακή τοῦ Τριωδίου, διαβάζεται στή θεία Λειτουργία ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Οἱ Κυριακές αὐτές τοῦ Τριωδίου, καί οἱ τέσσερις, πρίν ἀπό τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί οἱ πέντε τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἶναι σάν βαθμίδες μιᾶς πνευματικῆς κλίμακας, πού μᾶς ἀνεβάζει πρός τή μεγάλη ἑορτή. Ἀφοῦ τήν Κυριακή τοῦ τελώνη καί τοῦ φαρισαίου πήραμε γιά ἐφόδιο στήν πνευματική μας πορεία γιά τό ἅγιο Πάσχα τήν ταπεινοφροσύνη, σήμερα, Κυριακή τοῦ ἀσώτου, συμπληρώνουμε τίς ὁδοιπορικές ἀποσκευές μας μέ τή μετάνοια. Χωρίς ταπεινοφροσύνη δέν μετανοοῦμε καί χωρίς μετάνοια δέν σωζόμαστε. Τά δύο πρῶτα σκαλοπάτια στήν κλίμακα τῆς πνευματικῆς προκοπῆς εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἡ μετάνοια.
Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἶναι ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. Συμπύκνωση τῆς διδασκαλίας τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων εἶναι ἡ παραβολή πού εἶπε ὁ θεῖος Διδάσκαλος, γιά νά διδάξει τή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο· ὁ Θεός μακροθυμεῖ καί περιμένει, δέχεται καί συγχωρεῖ τόν ἀποστάτη ἄνθρωπο, πού μετανοεῖ καί ἐπιστρέφει. Αὐτό πρέπει νά τό ξέρωμε καλά καί ὅσοι, σάν τό νεώτερο γιό, ξεφύγανε ἀπό τή θεία κηδεμονία καί πῆραν τόν κακό δρόμο, καί ὅσοι, σάν τόν πρεσβύτερο, πιστέυουν πώς εἶναι δίκαιοι καί ἀναμάρτητοι. Πάντα ὑπάρχει ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς καί πάντα μένει τό χρέος τῆς συγγνώμης. Ἐπάνω καί ἀπό τούς ἁμαρτωλούς καί ἀπό τούς δίκαιους εἶναι ὁ Θεός, Πατέρας ὅλων, «ὁ τούς δικαίους ἀγαπῶν καί τούς ἁμαρτωλούς ἐλεῶν».
  Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ πρός τούς φαρισαίους καί τούς γραμματεῖς, πού διεγόγγυζαν καί ἔλεγαν ὅτι «οὗτος ἁμαρτωλούς προσδέχεται καί συνεσθιεῖ αὐτοῖς». Μπορεῖ νά ἦσαν αὐτοί δίκαιοι, ἄν γίνεται ἄνθρωπος νά εἶναι ἀναμάρτητος, καί οἰ τελῶνες νά ἦσαν πραγματικά ἁμαρτωλοί· μά ποιός μπορεῖ νά ξέρει πώς βλέπει καί κρίνει ὁ Θεός καί ποιός δέν τό ἔμαθε ὅτι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου «ἦλθεν ἁμαρτωλούς σῶσαι»; Ἀπιστία δέν εἶναι μόνο νά ἀρνῆσαι ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει, ἀλλά καί νά βλέπεις τό Θεό μέσα στά ἀνθρώπινα μέτρα· νὰ πιστεύεις δηλαδή πώς ὁ Θεός εἶν’ ἕνας ἄνθρωπος, μέ αὐξημένα σέ μέγιστο καί τέλειο βαθμό τά φυσικά καί ἠθικά ἰδιώματα. Κάθε ἄνθρωπος μέ σωστά τά λογικά του πιστεύει πώς ὁ Θεός ὑπάρχει, μά κανένας δέν ξέρει νά πεῖ τί ὁ Θεός εἶναι·  ὅλοι δεχόμαστε μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καί πιστεύομε ὅ,τι ἐκεῖνος μᾶς ἀποκαλύπτει καί μᾶς λέγει γιά τόν ἑαυτό του, δηλαδή πώς εἶναι πατέρας.
Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἀνέχεται, βλέποντας τά παιδιά του νά ἀποστατοῦν·  νά φεύγουν, νά ζοῦν ἀσώτως καί νά θαροῦν πώς ὁ Πατέρας δέν τά βλέπει· νά σπαταλοῦν τήν πατρική περιουσία, νά φθείρονται καί νά ἐξαθλιώνονται, νά πεινᾶνε καί νά κοιμοῦνται μέ τούς χοίρους. Ὁ Θεός περιμένει, ξέροντας πώς ὁ καθένας, ὅσο κι ἄν φθαρεῖ, ὅσο κι ἄν ξεπέσει, μέσα του κρατάει τή συνείδηση πώς εἶναι ἄνθρωπος καί τήν ἐνθύμηση τοῦ πατρικοῦ σπιτικοῦ. Φτάνει νά μήν πέσει σέ ἀπόγνωση καί χάσει τήν ἐλπίδα γιά τή σωτηρία του· φτάνει νά μήν πεῖ πώς δέν ὑπάρχει πιά γι’ αὐτόν ὁ Πατέρας, ὅταν ὁ Θεός ἔχει πεθάνει μέσα του, νά μήν πεῖ πώς ὁ Θεός πέθανε καί δέν ὑπάρχει. Ἀλλιῶς, βλέποντας τήν κατάντια του, μήν ξεχνώντας πώς εἶναι ἄνθρωπος, ξέροντας πώς ὁ Πατέρας περιμένει, σέ μιά στιγμή, σάν και νά ξυπνάει ἀπό λήθαργο, βάζει μιά φωνή, πού εἶναι πρόσταγμα στόν ἑαυτό του· «ἀναστάς, πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου»!
Ὁ Πατέρας, πού ἀνέχεται καί περιμένει, ὅταν ξαναγυρίζει ὁ ἄσωτος, τόν ὑποδέχεται καί τόν ἀποκατασταίνει· τόν βλέπει γιά πεθαμένο, πού ξανάζησε καί γιά χαμένο, πού βρέθηκε. Κι ἄν ὁ ἄνθρωπος φτάνει νά χάσει τόν ἐαυτό του καί νά μήν ξέρει πιά τί εἶναι, ὁ Θεός ξέρει πάντα τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐκεῖνος τόν ἔπλασε καί τόν προίκησε μέ χαρίσματα μοναδικά μέσα στά ἄλλα του δημιουργήματα. Γι’ αὐτό καί πολύ λυπεῖται ὁ Θεός, ὅταν χάνεται ὁ ἄνθρωπος καί πολύ χαίρει μαζί μέ ὅλους τους ἀγγέλους, ὅταν μετανοεῖ καί ἐπιστρέφει. Ὅταν ὁ ἄσωτος ξαναβρίσκει τόν ἑαυτό του καί ξαναγυρίζει στό πατρικό σπίτι, τότε πραγματικά ἀνασταίνεται. Ἀνάσταση εἶναι ὁ γυρισμός τοῦ ἀνθρώπου, πού ἔφυγε ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτή τήν ἀνάσταση, ὁ Θεός ὄχι μόνο περιμένει, ἀλλά καί γίνεται ἄνθρωπος, καί παίρνει ἐπάνω του τόν ἄνθρωπο καί πεθαίνει ὡς ἄνθρωπος καί ἀνασταίνεται ὡς Θεός, γιά νά ἀναστήσει μαζί του τόν ἄνθρωπο.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ποιός φτάνει καί μπορεῖ νά καταλάβει τό μεγάλο τοῦτο μυστήριο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; Ὁ Θεός γνωρίζει τί εἶναι καί πόσο ἀξίζει ὁ ἄνθρωπος, γι’ αὐτό καί κάνει τά πάντα γιά νά τόν σώσει. Ποιός θά λυπηθεῖ γι’ αὐτό καί θά διαμαρτυρηθεῖ; Μόνο ὅποιος, πού πιστεύει πώς εἶναι δίκαιος καί πώς δέν τοῦ χρειάζεται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ· ὅποιος, πού δέν ξέρει πόσο πάντα ἀξίζει ἕνας ἄνθρωπος· ὅποιος, πού δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του καί δέν χαίρει, ὅταν ἀνασταίνεται ὁ νεκρός καί βρίσκεται ὁ χαμένος. Γι’ αὐτό, κι ὅταν πέσουμε, ἄς μή θαροῦμε πώς ὁ Θεός δέν εἶναι πιά γιά μᾶς· κι ὅταν εἴμαστε τάχα δίκαιοι, ἄς μή θαροῦμε πώς ὁ Θεός εἶναι μόνο γιά μᾶς. Ὁ Θεός εἶναι Πατέρας, πού «ἀνατέλλει τόν ἥλιον αὐτοῦ ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους». Τώρα, λοιπόν, στό δρόμο γιά τό ἅγιο Πάσχα καί γιά τήν μεγάλη ἑορτή τῆς ἀνάστασης, οἱ δῆθεν δίκαιοι μέ ταπεινοφροσύνη καί οἱ ἁμαρτωλοί μέ μετάνοια ἄς ἀρχίσουμε τήν πορεία τῆς σωτηρίας. Ὁ Θεός Πατέρας μᾶς περιμένει καί τό πατρικό σπίτι, ἡ Ἐκκλησία, μᾶς χωράει ὅλους. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ – ΤΕΛΩΝΟΥ & ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΟΖΑΝΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄
- ΤΕΛΩΝΟΥ & ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ -
(Λκ. ιη΄ 10-14) 
Ἀρχίζει σήμερα, ἀγαπητοί χριστιανοί, τό Τριώδιο. Εἶναι ἡ περίοδος ἀπό σήμερα μέχρι τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα. Γιά μᾶς τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς εἶναι καιρός προσευχῆς, μετάνοιας καί ἄσκησης. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει κατάλληλα γιά νά ἀξιωθοῦμε νά ἑορτάσουμε τά μεγάλα γεγονότα τῶν Παθῶν καί τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ἀρχίζει λοιπόν τό Τριώδιο, ὅπως ὅρισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μέ τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί τοῦ φαρισαίου. «Ἀνέβηκαν δύο ἄνθρωποι στό ἱερό νά προσευχηθοῦν…». Ἡ προσευχή εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς. Εἶναι τό ὀξυγόνο πού ζωογονεῖ τόν ἄνθρωπο. Ἐπιδιώκει ὁ ἄνθρωπος τήν ἐπικοινωνία μέ τό δημιουργό του. Ἔτσι χαριτώνεται, προσελκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, προστατεύεται ἀπό τό κακό, ζεῖ μέσα στήν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ ἀπό τώρα.
Ὁ Χριστός στήν παραβολή του μᾶς παρουσιάζει δύο διαφορετικούς τύπους ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του, ἕναν τελώνη καί ἕναν φαρισαῖο. Ὁ φαρισαῖος ἀνήκει στήν ἀνώτερη κοινωνική τάξη τῶν Ἰουδαίων. Εἶναι ὁ διδάσκαλος τοῦ νόμου, ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς του, εἶναι ὁ δίκαιος, ὁ ἄμεμπτος. Ἔτσι πιστεύει γιά τόν ἑαυτό του. Ἐφαρμόζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ κατά γράμμα ἀλλά τό κάνει πρός τό «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Δηλαδή ὁ φαρισαῖος εἶναι ἕνας ὑποκριτής, ἕνας θεατρίνος.
Ὁ τελώνης ἀπό τό ἄλλο μέρος εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικός τύπος τοῦ ἄδικου καί τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Οἱ τελῶνες ὡς φοροεισπράκτορες τῶν κατακτητῶν Ρωμαίων ἀδικοῦν, κλέβουν, ἐκβιάζουν, καταπιέζουν τό λαό. Δικαιολογημένα ἴσως ὁ λαός τούς μισεῖ καί δέν τούς συγχωρεῖ. Ὁ Χριστός ὅμως, ὅπως φαίνεται καθαρά στά Εὐαγγέλια, πλησιάζει τούς τελῶνες καί κάθεται μαζί τους στό ἴδιο τραπέζι. Γι’ αὐτό καί οἱ φαρισαῖοι τόν κατηγοροῦν πώς συναναστρέφεται μέ τούς ἁμαρτωλούς. Κι ἐκεῖνος ἀπαντᾶ ὅτι ἀνάγκη ἀπό γιατρό ἔχουν οἱ ἄρρωστοι καί ὄχι οἱ ὑγιεῖς. Ἐξάλλου καλεῖ στόν κύκλο τῶν μαθητῶν του καί ἕναν τελώνη, τό Ματθαῖο, καί τόν κάνει ἀπόστολο καί εὐαγγελιστή.
Ἄς δοῦμε ὅμως τώρα πῶς προσευχήθηκαν ὁ φαρισαῖος καί ὁ τελώνης.
Ὁ φαρισαῖος, στή μέση του ναοῦ, μέ ὑπερηφάνεια καί ἀλαζονεία, εὐχαριστεῖ τό Θεό γιατί δέν εἶναι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους πού εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι καί μοιχοί. Ἀπαριθμεῖ τά γνωστά ἁμαρτήματα ἀλλά δέν κάνει καμία ἀναφορά στά ἐσωτερικά, τήν ὑπερηφάνεια, τήν πονηρία, τό φθόνο, τήν ὑποκρισία. Ἴσως αὐτά νά εἶναι χειρότερα γιατί δέν ἀφήνουν περιθώρια γιά μετάνοια. Σκοτώνουν καί νεκρώνουν τήν ψυχή. Σβήνουν τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Στρέφεται λοιπόν ὁ φαρισαῖος ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν, τούς ὁποίους καταδικάζει. Διαχωρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό τούς ἄλλους καί προβάλλει τίς ἀρετές του. «Νηστεύω δύο μέρες τήν ἑβδομάδα καί δίνω στό ναό τό δέκατο ἀπό
τά εἰσοδήματά μου». Ἡ νηστεία του δηλαδή, ἡ προσευχή του καί ἡ δικαιοσύνη του εἶναι μέσα προβολῆς. Ἀντί νά στραφεῖ στό Θεό μᾶλλον προσεύχεται στόν ἑαυτό του. Ἀντί νά ζητήσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ προσφέρει τίς ἀρετές του καί δικαιώνει τόν ἑαυτό του. Τέτοια ὅμως προσευχή δέν τή δέχεται ὁ Θεός.
Ἀντίθετα ὁ τελώνης μπαίνει στό ναό, ἀλλά δέν τολμᾶ νά προχωρήσει στό ἐσωτερικό του. Στέκεται σέ μία γωνιά καί δέ σηκώνει τά μάτια στόν οὐρανό. Χτυπάει τό στῆθος γιατί συναισθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του. Ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι τόν ἀπορρίπτει ὁ Θεός καί οἱ ἄνθρωποι. Ὅμως ἀποδέχεται τήν ἀπόρριψη χωρίς νά δικαιολογεῖ τόν ἑαυτό του καί χωρίς νά ἐπιρρίπτει εὐθύνες στό Θεό καί στούς ἀνθρώπους. Ἕνα βουβό κλάμα καί ἕνας στεναγμός βγαίνει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του. «Ὁ Θεός ἰλάσθητι μοί τῷ ἁμαρτωλῶ», λέει. Γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός τόν ἀκούει καί τοῦ ζητάει τό ἔλεος καί τή συγχώρησή του. Εἶναι ἡ μόνη του ἐλπίδα.
Ὁ Χριστός κλείνει τήν παραβολή του μέ τά ἑξῆς λόγια: «Σᾶς λέγω πώς ὁ τελώνης κατέβηκε στό σπίτι συγχωρεμένος παρά ὁ φαρισαῖος. Γιατί ὅποιος περηφανεύεται θά ταπεινωθεῖ καί ὅποιος ταπεινώνεται θά ὑψωθεῖ». Εἶναι φανερό πώς ὁ θεῖος διδάσκαλος εἶπε τήν παραβολή πρῶτα γιά νά καταδικάσει τήν ὑπερηφάνεια καί ὕστερα νά μᾶς διδάξει τήν ταπεινοφροσύνη. Νά πῶς τό ἀποδίδει ὁ ὑμνογράφος αὐτό στό δοξαστικό τῶν αἴνων πού ἀκούσαμε σήμερα στόν ὄρθρο. «Κατέκρινας Κύριε τό φαρισαῖο, πού
δικαίωσε τόν ἑαυτό του, γιά τά ἔργα πού πρόβαλε μέ ὑπερηφάνεια. Καί δικαίωσες τόν τελώνη πού ἦταν ταπεινός καί ζήτησε μέ στεναγμούς τό ἔλεός σου. Δέν ἀποδέχεσαι, Κύριε, τους ὑπερήφανους λογισμούς καί δέν ἀπορρίπτεις τίς συντετριμμένες καρδιές».
Ὅλοι ἐμεῖς, ἀγαπητοί χριστιανοί, πού εἴμαστε τώρα συγκεντρωμένοι στό ναό καί τελοῦμε τό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, ἄς ἀναρωτηθοῦμε. Ἔχουμε τήν ταπείνωση καί τή συντριβή τοῦ τελώνη; Μήπως μᾶς κατακλύζει ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ αὐτοδικαίωση τοῦ φαρισαίου; Ἄς γνωρίζουμε ὅτι «ὁ φαρισαῖος καυχησάμενος ἐστερήθη τῶν ἀγαθῶν, ὁ δέ τελώνης μή φθεγξάμενος ἠξιώθη τῶν δωρεῶν», ὅπως τονίζει σέ ἕνα τροπάριο τῶν αἴνων ὁ ὑμνογράφος.
Τώρα λοιπόν στήν πορεία μας πρός τό Πάσχα γιά νά μή στερηθοῦμε κι ἐμεῖς τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ καί γιά νά ἀξιωθοῦμε τῶν δωρεῶν Του καλούμαστε νά πάρουμε ὡς ὅπλο τήν ταπεινοφροσύνη, πού εἶναι ἡ βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Πέμπτη, Ιανουαρίου 30, 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Χαναναίας) (Μτθ. ιε΄ 21-28)

Ἀγαπητοί μου χριστιανοί, κάθε φορὰ ποὺ στὴν Θεία Λειτουργία διαβάζεται τὸ ἅγιο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἔχουμε μπροστά μας τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸν μᾶς παρουσιάζει ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς ὁμιλῆ, νὰ μᾶς διδάσκει τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεως καὶ νὰ μᾶς προτρέπη νὰ αὐξηθοῦμε σὲ κάθε χριστιανικὴ ἀρετή. Τὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὸν ἐπίγειο βίο του, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν πλησιάζουν, γίνονται γιὰ μᾶς ἀφορμὴ νὰ μάθουμε πῶς θὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Κάθε Κυριακὴ ἡ Ἐκκλησία διαλέγει καὶ ἕνα ξεχωριστὸ ἀγώνισμα, γιὰ νὰ μᾶς ἀσκήση. Σήμερα μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε σ’ ἕνα διπλὸ πνευματικὸ ἀγώνισμα, στὸ ἀγώνισμα τῆς πίστεως καὶ τῆς ταπεινώσεως.
Τὶ εἶναι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ἡ πίστη; Εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Νὰ τὸν πιστεύουμε ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ μόνο Σωτήρα τοῦ κόσμου. Νὰ ἀποδεχόμαστε χωρὶς ἀμφιβολίες ὅλα ὅσα ἐκεῖνος μᾶς ἀποκαλύπτει γιὰ τὸν Θεὸ, γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ ὅλα ὅσα μᾶς διδάσκει γιὰ τὴν καθημερινή ζωή. Καὶ τὶ εἶναι ἡ ταπείνωση; Νὰ ἔχουμε συναίσθηση ποιοὶ εἴμαστε καὶ ποιὰ εἶναι ἡ πραγματική μας ἀξία. Νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀτέλειά μας.
Ὅταν μὲ τὴν ταπείνωση καταλάβουμε πόσο μικροὶ καὶ ἀδύναμοι εἴμαστε μπροστὰ στὸν Χριστό, τότε πιστεύουμε στὴν παντοδύναμη θεότητά του καὶ τηροῦμε μὲ χαρὰ τὶς ἐντολές του. Ὅταν ὅμως μᾶς λείπη ἡ ταπείνωση καὶ ἔχουμε μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε τὸν Χριστό ὡς Κύριο, οὔτε νὰ ὑποταχθοῦμε στὸ θέλημά Του. Ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων δείχνει ὅτι ἡ πίστη καὶ ἡ ταπείνωση πορεύονται πάντα μαζί. Ἡ ταπείνωση δείχνει τὴν πίστη καὶ ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωση. Αὐτὰ τὰ δύο ἀποτελοῦν βασικὰ καὶ ἀπαραίτητα γνωρίσματα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία θέλει μὲ ἔμφαση νὰ μᾶς τὰ ὑπενθυμίση. Αὐτὸ τὸ κατορθώνει μὲ τὸ περιστατικὸ τῆς Χαναναίας, ποὺ περιλαμβάνει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.
Ἡ Χαναναία εἶναι μία γυναίκα ποὺ γεννιέται, μεγαλώνει καὶ ζῆ μέσα σὲ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον. Ἔχει μία κόρη δαιμονισμένη καὶ ζῆ μαζί της ἕνα μακροχρόνιο δράμα. Ἀκούει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό καὶ δείχνει μεγάλη πίστη στὸ πρόσωπό Του, ἐπειδὴ ἔχει μεγάλη ταπείνωση.
Ἡ Χαναναία δείχνει τὴν πίστη της, ὅταν μαθαίνη ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε στὰ μέρη της καὶ βγαίνη ἀπὸ τὸ σπίτι της νὰ τὸν συναντήση. Αὐτὸ γίνεται σὲ ἀντίθεση μὲ πολλοὺς Ἰουδαίους ποὺ δὲν τὸν πλησιάζουν καθόλου ἤ τὸν διώχνουν ἀπὸ τὸν τόπο τους, ὅπως οἱ Γαδαρηνοί. Ἡ Χαναναία δείχνει ἐπίσης τὴν πίστη της, ὅταν παραδέχεται τὸν Χριστό ὡς «υἱὸ Δαυῒδ», δηλαδὴ ὡς τὸν Μεσσία, καὶ ζητεῖ νὰ τὴν ἐλεήση. «Ἐλέησόν με, υἱέ Δαυῒδ. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Δείχνει ἀκόμη τὴν πίστη της, ὅταν ὁ Χριστὸς φαίνεται νὰ μὴν τὴν προσέχη καθόλου καὶ ἐκείνη ἐπιμένει νὰ τὸν παρακαλῆ. Κι ὅταν ὕστερα ἀπὸ ὥρα ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται σ’αὐτὴν, τῆς ὁμιλεῖ περιφρονητικὰ. «Δὲν εἶμαι σταλμένος παρὰ στὰ πρόβατα τῆς γενεᾶς τοῦ  Ἰσραήλ», τῆς λέγει. Ἐκείνη δὲν ὑποχωρεῖ. Κάποιος ἄλλος στὴ θέση της θὰ εἶχεν ἀπογοητευθῆ, θὰ εἶχε προσβληθῆ, καὶ θὰ εἶχε ἀπομακρυνθῆ. Ἡ Χαναναία καὶ πάλι ἐπιμένει νὰ ζητῆ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸ τὸ κρίσιμο σημεῖο ὁ Χριστὸς τὴ δυσκολεύει ἀκόμη περισσότερο, καθὼς τῆς ἀπευθύνει λόγους πολὺ σκληρούς. «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίξω στὰ σκυλλάκια», τῆς λέγει. Κάθε νέος λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ πιὸ προσβλητικός. Κι ὅμως ἡ Χαναναία, ἀντὶ νὰ σκανδαλισθῆ καὶ νὰ ἀπογοητευθῆ, αὐτὴ φιλοσοφεῖ καὶ δείχνει ἀσυνήθιστη πίστη. Αὐτὸ φανερώνει ἡ ἀπάντησή της: «Ναί, Κύριε, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλλάκια τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους».
Μαζὶ μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστη της ἡ Χαναναία δείχνει καὶ τὴν θαυμαστὴ ταπείνωσή της σὲ ὅλες τὶς λεπτομέριες τῆς ἱστορίας της. Πρῶτα πρῶτα δὲν καλεῖ τὸν Χριστό νὰ ἔλθη στὸ σπίτι της, ἐπειδὴ θεωρεῖ ἀνάξιο τὸν ἑαυτό της γιὰ νὰ δεχθῆ μία τέτοια ἐπίσκεψη. Ὕστερα, δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ ἐλεήση τὴν κόρη της, ἀλλὰ νὰ ἐλεήση τὴν ἴδια, καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύση τὴν κόρη της. Ἀκόμη, δὲν λυπᾶται ὅταν ὁ Χριστὸς ἐγκωμιάζει τοὺς Ἰουδαίους καὶ περιφρονεῖ τὴν ἴδια. Δὲν πληγώνεται ἀπὸ τὶς προσβολές, οὔτε ἀγανακτεῖ. Μὲ τὴν ταπείνωση ἀνεβαίνει ἀκόμη πιὸ ψηλά. Ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τοὺς εὐνοούμενους Ἰουδαίους παιδιά καὶ ἐκείνη τοὺς ὀνομάζει κυρίους. Τὴν ἴδια ὁ Χριστὸς τὴν ὀνομάζει σκυλλάκι, ἀλλὰ ἐκείνη δὲν ἀντιλέγει στὸν περιφρονητικό λόγο. Γεμάτη ἀπὸ ταπείνωση τὸν ἀποδέχεται. Καὶ τὸ πιὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι στηρίζει τὸ αἴτημά της γιὰ βοήθεια σ’ αὐτὴν τὴν προϋπόθεση, ὅτι δηλαδή εἶναι ἕνα σκυλλάκι σὲ σχέση μὲ τὰ ἀγαπητὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὑποστηρίζει ὅτι καὶ σὰν σκυλλάκι δικαιοῦται τὸ περίσσευμα ἀπὸ ὅσα ὁ Χριστὸς δίνει στὰ παιδιά του.
Μὲ αὐτὴ τὴ στάση της ἡ Χαναναία ἀγωνίζεται ἐπίμονα στὰ δύο πνευματικὰ ἀθλήματα καὶ ἀποδεικνύεται πρωταθλήτρια στὴν πίστη καὶ στὴν ταπείνωση. Ξεπερνᾶ ὄχι μόνον τοὺς ἐναντιούμενους Ἰουδαίους, ποὺ ὁμιλοῦν μὲ ἔπαρση καὶ αὐθάδεια μπροστὰ στὸ Χριστό, « Ἐμεῖς ἔχουμε πατέρα τὸν Ἀβραάμ», ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι κοντά του καὶ δυσπιστοῦν καὶ ἀπογοητεύονται καὶ σκανδαλίζονται μαζί του. Ἡ Χαναναία νικᾶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὥστε στὸ τέλος νὰ θεραπεύση τὴν κόρη της, διότι ὁ Χριστὸς νικᾶται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ τους πίστη καὶ ταπείνωση.
Τώρα κατανοοῦμε γιατὶ ὁ Χριστὸς τὴν ἔφερε σὲ τόσο μεγάλες δυσκολίες. Ἦταν αὐτὸς ὁ ἄριστος παιδαγωγικός του τρόπος, γιὰ νὰ ἀποκαλύψη στοὺς γύρω του καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς της καὶ νὰ τὴν κάνει παράδειγμα στὴν πίστη καὶ στὴν ταπεινοφροσύνη γιὰ ὅλους μας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἀνυπέρβλητος Διδάσκαλος καὶ Παιδαγωγός, φέρθηκε τόσο σκληρὰ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς συναντήσεώς του μὲ τὴν Χαναναία, γιὰ νὰ μπορῆ στὸ τέλος νὰ φωνάξη μπροστὰ στοὺς μαθητές του: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».
Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἄς μεγαλώση καὶ ἡ δική μας πίστη μαζὶ μὲ τὴν ταπείνωση, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν εὔνοια καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Ἀμήν.

Σάββατο, Νοεμβρίου 23, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΓ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λκ. ιη΄ 18-27)
 Ὁ νέος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἶχε ἕναν πόθο, πού ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κι ἄς μήν τό ὁμολογοῦν οἱ περισσότεροι. Ποθοῦσε τήν αἰώνια ζωή. «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἴνα ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;», ρωτάει. Καί ὁ Χριστός τόν παραπέμπει στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. «Τίς ἐντολές τίς γνωρίζεις», τοῦ λέει. «Νά μήν πειράξεις ξένη γυναίκα, νά μή σκοτώσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν πάρεις ψεύτικο ὅρκο, νά τιμᾶς τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου». «Ὅλα αὐτά τά τήρησα ἀπό τά μικρά μου χρόνια», ἡ ἀπάντηση τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος περιμένει ἀπόλυτα σίγουρος, τή δικαίωση ἀπό τόν Κύριο, ἀφοῦ τόν διαβεβαιώνει ὅτι ἐφαρμόζει καλά τό νόμο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ δείχνει ἕναν ἄλλο δρόμο, τόν τέλειο νόμο τῆς ἀγάπης πρός τό Θεό καί τό συνάνθρωπο. Γιατί ἡ σωτηρία ἀπαιτεῖ ὁλοκληρωτικό δόσιμο τοῦ ἀνθρώπου στό Θεό καί αὐτό περνᾶ ἀπαραίτητα μέσα ἀπό τό ὁλοκληρωτικό δόσιμο πρός τό συνάνθρωπο.
 «Ἕνα σου λείπει ἀκόμα» τοῦ λέει, «πούλησε τά ὑπάρχοντά σου, μοίρασε τά στούς φτωχούς καί ἀκολούθησε μέ». Αὐτό τό δρόμο τόν ἀκολούθησαν οἱ Ἀπόστολοι πού τ’ ἄφησαν ὅλα κι ἔγιναν μαθητές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἀσκητές πού ἀφιέρωσαν ὅλη τή ζωή τούς σ’ αὐτόν, οἱ μάρτυρες πού θυσίασαν τά πάντα στό ὄνομά Του. Τώρα εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ πλούσιος νέος καλεῖται ἀπό τόν Κύριο νά τόν ἀκολουθήσει, ἀφοῦ γίνει πρῶτα εὐεργετικός στό συνάνθρωπο. Συγκρούεται μέσα του ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τά πλούτη. Προφανῶς ἡ ἀγάπη του γιά τόν πλοῦτο εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη του γιά τό Θεό. Γι’ αὐτό φεύγει μακριά ἀπό τό Χριστό λυπημένος. Ὁ πλοῦτος τόν δεσμεύει στή γῆ καί δέν τόν ἀφήνει νά πετάξει στόν οὐρανό γιά νά κερδίσει τήν αἰώνια ζωή. Δέ μπορεῖ νά καταλάβει ὅτι πρέπει νά ἀνυψωθεῖ πάνω ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά γιά νά εἶναι πλήρης ἡ χαρά του, ἡ χαρά τῆς αἰώνιας ἀγάπης πού προσφέρει ἡ κοινωνία μέ τό Θεό.
 Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὅτι τά ὑλικά ἀγαθά εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅλα εὐλογημένα καί ὁ Θεός τά ἔχει δώσει ὅλα γιά ὅλους. Τονίζει ὡστόσο, ὅτι ἡ συσσώρευση τοῦ πλούτου στούς λίγους εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό. Μακριά ἀπό τό Θεό αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἔχει κάτι δικό του, τά χρήματα, τά κτήματα, τήν περιουσία του. Συσσωρεύει πλοῦτο, ἀλλά ὁ πλοῦτος δέ φέρνει τήν εὐτυχία, ἐνέχει πολλούς κινδύνους. Καλλιεργεῖ τά πάθη στόν ἄνθρωπο, τή φιλαργυρία, τόν ἐγωισμό, τήν πλεονεξία, «ἤτις ἐστίν εἰδωλολατρία», κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ καρδιά τοῦ πλούσιου εἶναι κλειστή, βουτηγμένη στήν ἀγωνία καί στήν ἐρημιά της. Ἴσως εἶναι καί ἄδεια, κολλημένη στά ὑλικά ἀγαθά, ἀδύναμη νά προσφέρει καί νά μοιράσει. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός στή συνέχεια μᾶς λέει πώς «δυσκόλως οἱ τά χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Γιά νά καταλήξει ἀπαντώντας στήν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν Του, «τίς δύναται σωθῆναι;», στή φράση «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστι». Ἐκεῖνα πού εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν μέ τήν ἀσθενική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, αὐτά εἶναι κατορθωτά μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
 Θά πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας ὅτι, στό δρόμο πρός τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, χρειαζόμαστε τή χάρη Του. Μόνο μέ τίς δικές μας δυνάμεις τίποτε δέν μποροῦμε νά πετύχουμε, δέ μποροῦμε νά ξεπεράσουμε τά πάθη μας. Εἶναι σαφής ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ἡ θεία χάρη μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τά πάθη, μᾶς κινεῖ σέ μετάνοια, μᾶς καθαρίζει, μᾶς ἁγιάζει, μᾶς ζωογονεῖ, ἐνισχύει τήν ψυχή μας. Καί ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀκατόρθωτο στήν ἀνθρώπινη προσπάθεια καί τά ἀνθρώπινα μέτρα ἐπιτυγχάνεται μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί νά δείξει τήν ἀγαθή προαίρεσή του. Τότε ἔρχεται ὁ Κύριος, ἡ χάρη Του ὑπερνικᾶ ὅλα τά ἐμπόδια, νικᾶ τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται δυνατός. Ἀπαλλάσσεται σιγά σιγά ἀπό τά δεσμά, ἐξαγιάζεται, σκορπᾶ γύρω του τήν ἀγάπη καί τήν καλοσύνη, προχωρεῖ στό δρόμο τῆς ἀρετῆς.
 Ἔτσι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπελευθερώνεται ὁ πιστός πλούσιος ἀπό τή δουλεία τοῦ πλούτου καί τόν χρησιμοποιεῖ στήν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν καί τῶν πονεμένων. Τότε βρίσκει θησαυρό καλύτερο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἀγάπη πού γεμίζει τήν καρδιά του. Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι, ὁ φτωχός πιστός ξέρει πῶς νά ἀντιμετωπίσει τή φτώχειά του. Γιατί δέ θά σωθεῖ ὁ φτωχός λόγω τῆς φτώχειάς του, οὔτε θά καταδικαστεῖ ὁ πλούσιος λόγω τοῦ πλούτου του. Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος, πλούσιος ἤ φτωχός, ἀπό τά πάθη του καί ὁ δρόμος πρός τή σωτηρία εἶναι ἀνοιχτός. «Ἡ θεία χάρις, ἡ σωτήριος πάσιν ἀνθρώποις εἴη μετά πάντων ὑμῶν» καί τότε «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστι». Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, Νοεμβρίου 09, 2013

Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. ι΄ 25-37) +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος




14 Νοεμβρίου 1965



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς διδάσκει σήμερα στὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον καὶ τί πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ τὸν πλησίον. Καὶ γιὰ νὰ μᾶς διδάξη αὐτό, εἶπε μία παραβολή, τὴν παραβολὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν. Ἂς ἀκούσουμε στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ κάποιος νομικὸς πλησίασε τὸν Ἰησοῦ πειράζοντάς τον καὶ λέγοντας. Διδάσκαλε, τί ἂν θὰ κάμω θὰ κληρονομήσω αἰώνιο ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· Τί εἶναι γραμμένο στὸ Νόμο; Πῶς διαβάζεις; Κι ὁ νομικὸς ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· Θὰ ἀγαπήσης τὸν Κύριο ποὺ εἶν' ὁ Θεός σου μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλη σου τὴν ψυχὴ καὶ μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη καὶ μὲ ὅλη σου τὴν σκέψη καὶ τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς· ὀρθὰ ἀποκρίθηκες· αὐτὸ νὰ κάνης καὶ θὰ ζήσης. Μὰ ὁ νομικός, θέλοντας νὰ δείξη πὼς καταλαβαίνει εἶπε στὸν Ἰησοῦ· καὶ ποιὸς εἶναι πλησίον μου; Τότε παίρνοντας τὸ λόγο ὁ Ἰησοῦς εἶπε. Ἕνας ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχώ, κι ἔπεσε στὰ χέρια ληστῶν· οἱ ληστὲς ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν καὶ τὸν ἔδειραν, ἔφυγαν καὶ τὸν ἀφῆκαν μισοπεθαμένο. Ἔτυχε τότε καὶ κατέβαινε στὸ δρόμο ἐκεῖνο ἕνας ἱερέας ποὺ τὸν εἶδε καὶ προσπέρασε· τὸ ἴδιο κι ἕνας λεβίτης, ποὺ βρέθηκε σ' ἐκεῖνο τὸν τόπο, ἦλθε, εἶδε καὶ προσπέρασε. Καὶ κάποιος Σαμαρείτης, ποὺ ὡδοιποροῦσε ἦλθε πρὸς τὰ κεῖ κι ὅταν τὸν εἶδε πόνεσε μέσα του· κι ἀφοῦ πλησίασε τοῦ ἔδεσε καλὰ τὰ τραύματα πλένοντάς τα μὲ κρασὶ καὶ βάζοντας ἐπάνω λάδι· κι ἀφοῦ τὸν ἀνέβασε στὸ ζῶο του τὸν ἔφερε στὸ πανδοχεῖο καὶ τὸν φρόντισε. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ποὺ ἔφυγε ἔβγαλε κι ἔδωκε δύο δηνάρια στὸν πανδοχέα καὶ τοῦ εἶπε· φρόντισέ τονε κι ἂν τύχη καὶ ξοδέψης κάτι παραπάνω, ἐγὼ στὸ γυρισμό μου θὰ στὸ πληρώσω. Ποιὸς λοιπόν σοῦ φαίνεται πὼς ἀπ' αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ἔγινε πλησίον σ' ἐκεῖνον ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν; Κι ὁ νομικὸς εἶπε· ἐκεῖνος ποὺ τὸν πόνεσε καὶ τὸν κοίταξε. Τοῦ εἶπε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς· πήγαινε καὶ κᾶνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο.

Αὐτὸς ὁ νομικός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν ρώτησε τάχατες τί νὰ κάμη γιὰ νὰ κληρονομήση τὴν αἰώνιο ζωή, αὐτὸς λοιπὸν δὲν ρωτοῦσε γιὰ νὰ μάθη, μὰ ἤθελε νὰ πειράξη τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸς ἦταν διαβασμένος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς του μελετοῦσε κι ἐξηγοῦσε τὸ Νόμο καὶ θὰ μποροῦσε νὰ μπλέξη τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ σὲ καμμιὰ συζήτηση. Μὰ πῆρε τὸ μάθημα ποὺ τοῦ χρειαζότανε. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τοῦ 'δωσε καὶ κατάλαβε πὼς ἄλλο νὰ 'σαι τάχα διαβασμένος καὶ νὰ κάνης τὸν ἔξυπνο κι ἄλλο νὰ 'σαι καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος. Σοφία δὲν εἶναι νὰ ξέρης ποιὸς εἶν' ὁ πλησίον, μὰ νὰ ξέρης τί πρέπει νὰ κάνης γιὰ τὸν πλησίον. Ὅλοι ξέρουνε καὶ λένε πολλά, μὰ λίγοι κάνουνε ὅ,τι πρέπει. Γι' αὐτὸ βλέπουμε στὴν παραβολὴ πὼς ἀλλιῶς ρωτᾶ ὁ νομικὸς κι ἀλλιῶς τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός. Ὁ νομικὸς ρωτᾶ· «Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου;». Κι ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾶ· «Πήγαινε καὶ κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο». Ὁ νομικὸς ρωτᾶ γιὰ νὰ μάθη τάχα ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον κι ὁ Χριστὸς τὸν στέλνει νὰ πάη νὰ δείξη τὴν ἀγάπη του σὲ κάθε ἄνθρωπο. Γιατί κάθε ἄνθρωπος εἶναι πλησίον. Δὲν τοῦ λέει πὼς πλησίον εἶναι κάθε ἄνθρωπος, μὰ τί πρέπει νὰ κάνη γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ 'ναι ὁ πλησίον. Κι αὐτὸ εἶναι, χριστιανοί μου, ποὺ μᾶς χρειάζεται κάθε φορά· ὄχι νὰ ξέρουμε πολλὰ καὶ νὰ 'μαστε σοφοί, μὰ νὰ 'χουμε ἀγάπη καὶ νὰ κάνουμ' ἐκεῖνα ποὺ πρέπει.

Πολλοὶ τώρα τελευταία, ποὺ δὲν εἶναι δὰ καὶ σοφοί, κάθουνται μέρα νύχτα στὸ καφενεῖο καὶ λένε λόγια· λένε γιὰ δικαιοσύνη, γιὰ ἰσότητα, γιὰ εἰρήνη, γιὰ δημοκρατία καὶ γιὰ ἄλλα τέτοια πολλά. Ὁ Χριστὸς θὰ τοὺς πῆ. Πᾶτε νὰ ἐργασθῆτε, γιατί ἐκεῖνο ποὺ σᾶς λείπει δὲν εἶναι τὰ λόγια, μὰ ἡ ἐργασία καὶ ἡ νοικοκυροσύνη. Πᾶτε λοιπὸν νὰ ἐργασθῆτε αὐτὰ ποὺ λέτε καὶ νὰ δείξετε στὴν πράξη καὶ τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἰσότητα καὶ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ δημοκρατία ποὺ φωνάζετε. Στὸ δάσκαλο, ποὺ ἄλλα λέει καὶ ἄλλα κάνει, οἱ ἄλλοι θὰ τοῦ ποῦνε καὶ θὰ γελάσουνε μαζὶ του· «Δάσκαλε, ποὺ δίδασκες...».

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, σ' αὐτὴ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν, μᾶς δίδαξε κάτι καινούργιο, ποὺ δὲν τὸ 'ξερε ὥς τὰ τότε ὁ κόσμος. Μᾶς δίδαξε τί θὰ πῆ πλησίον, τί θὰ πῆ ἕνας ἄνθρωπος. Καὶ μᾶς εἶπε πὼς πλησίον εἶναι ὄχι μόνο ὁ κάθε ἄνθρωπος, μὰ πὼς πλησίον εἶναι κάθε φορὰ ὁ ἕνας ἄνθρωπος. Στὸν καιρὸ μας ὅλα εἶναι γεμάτα ὑποκρισία· μᾶς πῆρε ὁ πόνος γιὰ τὸ τί γίνεται στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου, φωνάζουμε γιὰ σκλάβους ποὺ δὲν τοὺς εἴδαμε, σκοτωνόμαστε γιὰ λαοὺς ποὺ δὲν τοὺς ξέρουμε, ὅταν τὴν ἴδια στιγμὴ μπροστὰ στὰ μάτια μας εἶναι κάθε φορὰ ὁ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ περιμένει ἀπό μᾶς. Φωνάζουμε γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ξεχνοῦμε τὸν ἄνθρωπο· σκοτωνόμαστε γιὰ ξένους λαοὺς καὶ ρημάζουμε τὸν τόπο μας· θέλουμε ἰσότητα κι ὅσοι εἶναι στὴ δούλεψή μας τοὺς ἔχουμε γιὰ δούλους· τάχα ζητοῦμε δικαιοσύνη καὶ τρῶμε τὸν κόπο τοῦ ἐργάτη μας· κηρύττουμε δημοκρατία κι εἴμαστε τυραννικοὶ στοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ μας. Ὅλα ἐτοῦτα γίνονται, γιατί ξεκινοῦμε ἀνάποδα· ἀφίνουμε τὰ κοντινά μας καὶ πᾶμε στὰ μακρινὰ· βάζουμε σκοπό μας τὴν ἀνθρωπότητα κι ἀφίνουμε τὸν ἄνθρωπο· ἀγνοοῦμε τὸν πλησίον καὶ γνοιαζόμαστε γιὰ κεῖνον ποὺ 'ναι μακρυά. Στ' ἀλήθεια δὲ γνοιαζόμαστε γιὰ τίποτα καὶ τὸ βρήκαμ' ἔξυπνο καὶ βολικὸ νὰ φωνάζουμε γιὰ ἰδεολογίες καὶ νὰ κάνουμε τὴ δουλειά μας. Μὰ ὁ Χριστὸς δὲ μᾶς θέλει ἰδεολόγους, μὰ πιστούς· δὲ μᾶς θέλει νὰ φωνάζουμε γιὰ δικαιοσύνη, μὰ νὰ 'μαστε δίκαιοι· δὲ μᾶς στέλνει νὰ βροῦμε κείνους ποὺ εἶναι μακρυά, μὰ νὰ κοιτάξουμε αὐτοὺς ποὺ εἶναι κοντά μας. Ὁ Χριστὸς δὲν ξέρη τί θὰ πῆ ἀνθρωπότης, ξέρει ποιὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος κι ὁ πλησίον· κι ἀκόμη πιὸ ἁπλὰ καὶ πιὸ πρακτικὰ ξέρει τί θέλει ὁ ἄνθρωπος κι ὁ πλησίον. Γι' αὐτὸ στὸν καθένα, ποὺ ὑποκριτικὰ ρωτᾶ σὰν τὸν νομικό, τὸν στέλνει, ὄχι μόνο γιὰ νὰ μάθη ποιὸς εἶν' ὁ πλησίον, μὰ καὶ γιὰ νὰ πράξη ὅ,τι χρειάζεται ὁ πλησίον. Ἄκουε, χριστιανέ μου, ἐκεῖνο πού σοῦ λέει ὁ Χριστός, κάνε ὅ,τι ἔκαναν μέχρι τώρα κι οἱ πατέρες σου. Ψέματα δὲ μᾶς εἶπε ὁ Χριστὸς κι οἱ πατέρες μας, ἂς μὴν ἤξεραν πολλά, ὅμως εἶχαν πρακτικὴ σοφία· πίστευαν στὸ Θεό, σέβονταν τὴν Ἐκκλησία, ἀγαποῦσαν τὸν τόπο τους, κοίταζαν τὴ δουλειά τους καὶ δὲν ἤξεραν ἀπὸ ἰδεολογίες.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἂς μὴν πηγαίνουμε μακρυὰ κι ἂς μὴ χανώμαστε σὲ λόγια. Κοντὰ μας εἶναι ὁ πλησίον καὶ μπρὸς στὰ μάτια μας εἶναι οἱ ἀνάγκες του. Ἂς κάνουμε ὁ καθένας μάς ὅ,τι μποροῦμε, ὄχι γιὰ νὰ μάθουμε τάχα ποιὸς εἶν' ὁ πλησίον μὰ γιὰ νὰ βοηθοῦμε στ' ἀλήθεια τὸν πλησίον. Τότε νιώθουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅταν αἰσθανώμαστε κοντά μας τὸν πλησίον. Κι ἡ ἐντολὴ εἶναι ν' ἀγαποῦμε τὸν πλησίον σὰν τὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ 'χουμε ζωὴ αἰώνιο. Ἀμήν.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 11, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜ. ΣΥΝΟΔΟΥ (Λουκ. 8, 5-15) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Στὴ ζωὴ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας ἔχει πάντοτε ἐξέχουσα θέση ἡ Ἱερὴ Κατήχηση. Κατήχηση εἶναι ἡ διδασκαλία ποὺ ἀπευθύνει ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ βαπτισθοῦν καὶ νὰ γίνουν συνειδητὰ μέλη της. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κάποιος ἀληθινὸς χριστιανός, ἐαν δὲν γνωρίζει τὶ πιστεύει καὶ πῶς πρέπει νὰ ζεῖ. Ἄν καὶ στὰ πρῶτα χρόνια οἱ προσήλυτοι κατηχοῦνταν πρῶτα πρὶν βαπτισθοῦν, ἀπὸ τότε ποὺ ἐπικράτησε ὁ νηπιοβαπτισμὸς ἡ ἐκκλησιαστικὴ Κατήχηση γίνεται μετὰ τὸ Βάπτισμα. Ἡ Ἐκκλησία κατηχεῖ ἀδιάκοπα τὰ παιδιά της μὲ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους. Μὲ τὶς ἱερές της ἀκολουθίες, μὲ τὰ Συναξάρια τῶν ἁγίων, μὲ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα, μὲ τὸ θεῖο κήρυγμα, μὲ τὰ κατηχητικὰ μαθήματα, καὶ γενικὰ μὲ ὅλο τὸ πνευματικό της πρόγραμμα. Σήμερα ἀξιοποιεῖ τὴν πολὺ γνωστὴ παραβολὴ τοῦ σπορέως γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἰδιαίτερα μεγάλη ἀξία τῆς Κατηχήσεως ἀλλὰ καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐπιτυχία της.
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως εἶναι μία ἁπλῆ διήγηση παρμένη ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦσαν στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ πολὺ κατάλληλη γιὰ νὰ δείξει τὶς προϋποθέσεις ποὺ χρειάζεται ἡ Κατήχηση γιὰ νὰ καρποφορήσει.
Στὴν παραβολὴ αὐτὴ ὁ Χριστὸς παρομοιάζει  τὸν κάθε ἄνθρωπο στὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ μὲ ἕνα χωράφι. Ὅπως τὸ χωράφι ὑπάρχει γιὰ νὰ ἐκπληρώσει ἕνα σκοπό, δηλαδὴ νὰ καρποφορήσει, ἔτσι καὶ ὁ κάθε ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ καρποφορήσει πνευματικά, δηλαδὴ νὰ στολισθεῖ μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρὰ, ἡ εἰρήνη καὶ τὰ ἄλλα, ὥστε νὰ φθάσει τελικὰ στὴν κατὰ Θεὸ τελείωση.
Γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτὸς ὁ σκοπὸς ἀπαιτοῦνται δύο ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, ἀνάλογες μὲ ἐκεῖνες ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ νὰ καρποφορήσει τὸ φυσικὸ χωράφι. Ὅπως ἐκεῖ χρειάζεται ὁ καλὸς σπόρος ἀλλὰ καὶ τὸ καλλιεργημένο ἔδαφος, ἔτσι καὶ στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀπαραίτητη ἡ καλὴ διδαχὴ ὡς σπόρος καὶ ἡ καλὴ διάθεση ὡς καλλιεργημένο ἔδαφος. Ἄν στὸ φυσικὸ χωράφι σπείρουμε σπόρο ἀπὸ ἀγκάθια, τριβόλια καὶ ζιζάνια, θὰ φυτρώσουν σύντομα τὰ ἀντίστοιχα φυτά. Ἄν πάλι σπείρουμε τοὺς καλοὺς σπόρους, θὰ φυτρώσουν ὠφέλιμα φυτὰ καὶ θὰ μᾶς δώσουν εὔγεστους καρπούς. Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ πνευματικὸς σπόρος, εἴτε ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Θεοῦ, εἴτε ὁ φθοροποιὸς δαιμονικὸς λογος, ποὺ μπαίνει στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰδιαίτερα παιδιῶν, ἔχει τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα, θετικὰ ἤ ἀρνητικά.
Ἐδῶ γεννιέται εὔλογα τὸ ἐπίκαιρο ἐρώτημα: Τὶ εἴδους σπόρος εἶναι αὐτὸς ποὺ πέφτει στὶς ψυχὲς τῶν νέων κυρίως ἀνθρώπων καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ στὶς μέρες μας τὸν σπέρνουν σ’ αὐτές; Εἶναι ὁ καλὸς καὶ πονεμένος γονιός; Εἶναι ὁ φιλότιμος διδάσκαλος; Εἶναι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ πορεύθηκαν τὸν δρόμο τῆς τελειότητος; Εἶναι αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ τέλειος Θεὸς καὶ ἄνθρωπος; Ἤ εἶναι οἱ ποικίλοι προπαγανδιστές, ποὺ μὲ τὴ βωμολοχία, τὴν αἰσχρότητα, τὸν εὐτελισμὸ αἰωνίων ἀξιῶν καὶ τὸν παραμερισμὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή μας γεμίζουν μὲ ζημιογόνα ζιζάνια τὶς εὔπλαστες καὶ ἀνυποψίαστες ψυχές τῶν παιδιῶν μας; Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται εὔκολα ἀπὸ τὴν παρατήρηση τῆς συμπεριφορᾶς τῶν νέων παιδιῶν. Πῶς ὁμιλοῦν; Ποιὲς λέξεις χρησιμοποιοῦν; Πῶς συμπεριφέρονται; Πόσο σεβασμὸ δείχνουν στοὺς μεγαλυτέρους; Πόσο ξέρουν νὰ θυσιάζονται γιὰ τοὺς ἄλλους; Ὅλα αὐτὰ μᾶς ἀποκαλύπτουν τὸν σπόρο ποὺ ἔπεσε μέσα στὶς ψυχές τους.
Ὅμως, ἀκόμη καὶ ἡ καλὴ ἀγωγὴ, ἡ καλὴ πνευματικὴ σπορὰ, δὲν εἶναι ἀρκετὴ γιὰ τὴν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐὰν λείπει ἡ καλὴ διάθεση. Ἰσχύει ὅ,τι ἀκριβῶς καὶ στὸ φυσικὸ χωράφι, ὅπου δὲν ἀρκεῖ ὁ καλὸς σπόρος, ἐὰν δὲν ὑπάρχει τὸ πρόσφορο ἔδαφος.
Κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ κάθε ἄνθρωπος γιὰ νὰ καρποφορήσει δὲν πρέπει νὰ μοιάζει μὲ τὸν πατημένο δρόμο. Δηλαδὴ νὰ μὴν ἔχει ἀφήσει τὴ συνείδησή του νὰ πωρωθεῖ. Καὶ ἡ ἀνθρώπινη συνείδηση πωρώνεται, ὅταν ἀφεθοῦν ἀφύλακτες οἱ πόρτες τῆς ψυχῆς, ὥστε ὁ κάθε ἐπιτήδειος νὰ μπαίνει ἀπρόσεκτα, νὰ τὴν ποδοπατεῖ, νὰ τὴν λερώνει καὶ νὰ τὴν γεμίζει ὕστερα μὲ ἀμφιβολίες γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Ἐπίσης χρειάζεται προσοχὴ, ὥστε τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς νὰ μὴ γεμίσει μὲ πέτρες καὶ ἀγκάθια, δηλαδὴ μὲ ποικίλα ἁμαρτωλὰ πάθη, ὅπως εἶναι ἡ ἀδιαφορία, τὸ ψέμμα, ἡ φιληδονία, ἡ φιλαργυρία, ἡ μνησικακία, ἡ ὀργὴ, ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ ὑπερηφάνεια. Ὅλα αὐτὰ κάνουν τὴν καρδιὰ σκληρὴ κι ἀδιάφορη γιὰ τὶς πνευματικὲς ἀξίες. Οἱ φυσικοὶ γονεῖς καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες ἔχουν χρέος νὰ μάθουν στὸ παιδὶ νὰ ἀγαπᾶ τὴν ἀλήθεια καὶ ὄχι τὸ ψέμμα. Νὰ χαίρεται μὲ τὴν προσφορὰ καὶ τὴ θυσία καὶ ὄχι μὲ τὶς ὑλικὲς μόνον ἀπολαύσεις. Νὰ ἐπιδιώκει τὴν ἀγάπη καὶ ὄχι τὸ μῖσος. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καλλιεργοῦν μέσα του τὴν καλὴ προαίρεση.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτὲς τὶς βασικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν πνευματικὴ καρποφορία χρειάζονται καὶ μερικὲς ἀκόμη. Ὅπως στὸ φυσικὸ χωράφι, μαζὶ μὲ ὅσα ἀναφέραμε, χρειάζεται καὶ ἡ περίφραξη, τὸ πότισμα, τὸ λίπασμα, τὸ κλάδεμα, ἔτσι καὶ στὸ πνευματικὸ χωράφι, στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, ποὺ λειτουργοῦν ὡς ὁ κατάλληλος πνευματικὸς φράκτης, ἡ συχνὴ συμμετοχὴ στὰ ἱερὰ Μυστήρια, γιὰ νὰ ἀρδεύεται ἡ ψυχὴ μὲ τὴν θεία χάρη, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τροφοδοτεῖται πνευματικά καὶ ὁ ἔλεγχος ἀπὸ τὸν πνευματικὸ, γιὰ νὰ καθαρίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὶς περιττὲς καὶ βλαβερὲς συνήθειες.
Ὅλα τὰ παραπάνω τὰ μαθαίνουμε μὲ τὴν Ἱερὴ Κατήχηση, εἴτε προφορική, εἴτε γραπτή. Μ’ αὐτὴν πληροφορούμαστε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ γινόμαστε οἰκεῖοι μὲ τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι βάδισαν μὲ ἐπιτυχία τὸν δρόμο τῆς τελειώσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποτελοῦν τοὺς φωτεινοὺς ὁδηγοὺς γιὰ τὴ δική μας πορεία πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ θὰ φθάσουμε κι ἐμεῖς ἐὰν ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ καλὴ διάθεση καὶ τὸν ἐφαρμόζουμε μὲ ἀκρίβεια. Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, Αυγούστου 31, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ (Λουκ. δ΄, 16-22) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

Στή σημερινή περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Χριστός μπροστά στούς ἔκπληκτους Ἰουδαίους πού βρίσκονταν στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, λέει μέ ἁπλό καί φυσικό τρόπο ὅτι: «Σήμερα βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή της ἡ προφητεία πού μόλις ἀκούσατε».
Ἑρμηνεύοντας τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα στό Πρόσωπό Του καί ἔχοντας πλήρη αὐτοσυνειδησία, ἀφήνει νά φανερωθεῖ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ἀπό αἰώνων κεχρισμένος μέ Πνεῦμα Θεοῦ. Δέν εἶναι ἁπλά ἕνας ἄνθρωπος πού σέ μία στιγμή τῆς ζωῆς τοῦ ἦλθε ἐπ’ αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τοῦ χάρισε μία παροδική, μικρή ἤ μεγάλη θεοπνευστία. Δέν εἶναι ἕνα ἔκτακτο ἤ ὑπερφυσικό  γεγονός πού θά βοηθοῦσε τούς ἀνθρώπους μέσω τοῦ Χριστοῦ νά γνωρίσουν τό Θεό. Εἶναι Αὐτός, στόν Ὁποῖο ἐνυπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα Του, κατέχει τήν ὕπαρξή Του, ὁδηγεῖ τήν ἐπίγεια ζωή Του στήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ νά φέρει τό μήνυμα τῆς Σωτηρίας καί τῆς ἐπερχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.
Ἡ Βασιλεία πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός δέν εἶναι κοσμική. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού θά ἀποκαταστήσει ἀνθρώπινα βασίλεια, πού θά συντρίψει ἀντίπαλα ἔθνη καί ἀσεβεῖς βασιλιάδες. Δέν εἶναι μία βασιλεία πού περιλαμβάνει προνομιούχους λαούς, πού ὁρίζει ἡγεμόνες, πού περιβάλλει καί θάλπει τήν ἐξουσία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀνακοινώνει ὁ Χριστός στή Συναγωγή τῆς Ναζαρέτ, ἔχει ὡς κέντρο της τή Σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τό μήνυμά της ἀπευθύνεται στούς φτωχούς, στούς μικρούς καί ταπεινούς αὐτοῦ του κόσμου, σ’ αὐτούς πού νιώθουν τήν ὕπαρξή τους ἀσήμαντη μπροστά στό Ἄπειρό του Θεοῦ. Φέρνει τήν κατάργηση τῆς αἰχμαλωσίας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀπαλλαγή, τή λύτρωση ἀπ’ ὅσα τούς κρατοῦσαν δέσμιους μέχρι τώρα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰχμαλωσία πού δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά δεῖ καί νά βρεῖ τόν ἀληθινό του προορισμό, πού τόν κατέχει δέσμιο σέ μία κατάσταση φθαρτότητας σωματικῆς καί ψυχικῆς.
Αὐτή τήν ἀνθρωποκτόνο κατάσταση τῆς ἁμαρτίας πού κρατάει δέσμιο τόν ἄνθρωπο θά συντρίψει ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του στό τέλος τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του. Μέχρι νά ὁδηγηθεῖ στό Πάθος καί στή σωτήρια Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός θά χαρίσει τό φῶς στούς τυφλούς. Φυσικό φῶς στούς σωματικά τυφλούς, οὐράνιο καί ἀποκαλυπτικό στούς πνευματικά τυφλούς. Αὐτό δέν σημαίνει παντοῦ καί πάντα ὅτι ὅσοι ἀκοῦνε καταλαβαίνουν καί ὅσοι βλέπουν ἀντιλαμβάνονται. Προϋπόθεση γιά τήν ἀνάβλεψη τῶν πνευματικά τυφλῶν εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ πίστη, ἡ ἀποδοχή τῶν λόγων τοῦ Κυρίου. Ἡ σκληρότητα, ἡ σκληροκαρδία, ἡ δυσπιστία στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καί ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀναλγησία πρός τούς ἀνθρώπους θά κρατοῦν πάντα κλειστές τίς πόρτες στό φῶς ἤ θά δυσκολεύουν πάντα νά φτάσει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό πνευματικό φῶς. Ὅμως ἀκόμη καί σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις τά ἀδύνατα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι δυνατά γιά τό Θεό. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα σέ θέση νά ἀποκαλύψει τό Θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα Του καί Πατέρα μας, δίνοντας στούς ἀνθρώπους τήν πνευματική ἀνάβλεψη.
Ὁ τραυματισμένος ἄνθρωπος ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, τοῦ ὁποίου ἀμαυρώθηκε τό «κατ’ εἰκόνα» καί ἐσκοτίσθη ἡ διάνοια, δέν ἦταν σέ θέση νά φτάσει μόνος του στή σωτηρία. Ὁ Νόμος πού δόθηκε στό Μωϋσῆ ἀπό τό Θεό στό ὅρος Σινᾶ, προκειμένου νά παιδαγωγήσει τόν Ἰσραήλ καί δι’ αὐτοῦ νά ἀνακαινίσει καί τούς ὑπόλοιπους λαούς, ἐξέπεσε λόγω τῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἰσραήλ σέ ἐπίπεδο νομικιστικῶν καί ἠθικῶν διατάξεων, τύποις καί ὄχι οὐσίας. Γράμματος καί ὄχι Πνεύματος. Πιστεύοντας ὅτι ἡ ἁπλή τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου φέρνει τή σωτηρία, παραγνωρίστηκαν καί παραμελήθηκαν τό πνεῦμα καί ἡ θεϊκή του προέλευση, φτάνοντας στό ἐπίπεδό της φαρισαϊκῆς τήρησής του.
Σ’ αὐτό τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός φέρνει τό σωτήριο μήνυμά Του, πού δέν εἶναι πλέον τό γράμμα τοῦ Νόμου, ἀλλά ἡ ἐν πνεύματι ὁλοκληρωτική ἀνακαίνιση, ὁ φωτισμός τῆς διανοίας του, πού ἐπιτυγχάνονται μέ τήν ὑπακοή καί μίμηση τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς Του, τήν ἀποδοχή τῶν Λόγων Του, μέ τήν ἀγάπη ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς, μέ τήν ἐν «Πνεύματι καί Ἀληθεία» λατρεία στό Θεό.
Ἡ ἄφεση χαρίζεται πλέον ἀπό τό Χριστό στόν ἄνθρωπο ὄχι ἐπειδή τηρεῖ μηχανικά κάποιες διατάξεις, οὔτε ἐπειδή ὑπακούει σέ στεῖρα νομοθετήματα. Τούτη ἡ ἄφεση πού ἐπαγγέλλεται ὁ Χριστός προϋποθέτει τήν ὁλοκληρωτική μεταστροφή τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, χαρίζεται ὡς δῶρο ζωῆς ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τό Θεό «ἐξ ὅλης της καρδίας του καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς του, καί ἐξ ὅλης της ἰσχύος του καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του καί τόν πλησίον του ὡς σεαυτόν» (Λουκ. 10,27). Ἡ Θυσιαστική πράξη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σταυρός τοῦ Μαρτυρίου, εἶναι λύτρο γιά ὅλους, εἶναι Ἄφεση, εἶναι Λύτρωση, εἶναι Ἀπαλλαγή, εἶναι Ἀποκατάσταση στήν ἀρχέγονη πρότερη θέση πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος κατά τή δημιουργία του ἀπό τό Θεό.
Ὅλα αὐτά ὅμως, ἀγαπητοί, δέ θά γίνουν μέσα σέ μία ἡμέρα, ὡς ἀστραπή, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά καταδικάσει, γιά νά ἀπολέσει καί νά ἀπειλήσει τόν πάσχοντα καί πονεμένο ἄνθρωπο μέ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Δέν ἦλθε γιά νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά  τόν σώσει˙ «οὐ γάρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον» (Ἰωάν.12,47).
Κηρύττει «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν», δηλαδή μία περίοδο χάριτος καί μετανοίας, καί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού δέν στέκει ἀπόμακρος καί ἀπροσμέτρητος στό ὕψος τῆς Θεότητάς Του, ἀλλά εἶναι ὁ ἀπό αἰώνων «κρούων τή θύρα» περιμένοντας τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πού τόσο «ἠγάπησεν ὁ Θεός, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀποληται ἀλλ’ ἔχη ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, Αυγούστου 17, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιδ΄, 14-22) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, μᾶς διηγεῖται τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καί τῶν δύο ἰχθύων, ὥστε νά χορτάσουν πέντε χιλιάδες ἄνδρες χωρίς τίς γυναῖκες καί τά παιδιά.
Γιά πολλούς ἀνθρώπους τό θαῦμα εἶναι ἕνας μαγικός τρόπος, μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τίς δυσάρεστες συνέπειες τῆς «παρά φύσιν» ζωῆς μας, χωρίς ὅμως νά σταματήσουμε νά ζοῦμε αὐτή τήν «παρά φύσιν» ζωή. Ὅμως, τό θαῦμα εἶναι ἕνα ἄνοιγμα ἀπό τόν «παρά φύσιν» κόσμο, στόν «κατά φύσιν». Εἶναι μία μετάβαση ἀπό τήν κίβδηλη, τήν παραχαραγμένη πραγματικότητα, στήν ὄντως πραγματικότητα. Αὐτή δέν γνωρίζει τήν ἀνεπάρκεια καί τήν ἔλλειψη, οὔτε τήν ἀρρώστια, τή φθορά καί τό θάνατο. Ἡ πραγματικότητα αὐτή δέ βρίσκεται ἀλλοῦ, ἀλλά βρίσκεται ἀλλιῶς. Δέν εἶναι ἕνας ἄλλος χῶρος, ἀλλά μία ἄλλη κατάσταση. Εἶναι ἡ κυριαρχία τῆς ἀγάπης καί ἡ ἀπουσία τῆς ἁμαρτίας, ἕνας κόσμος πού ἀποκαλύπτεται σέ ὅποιον καί ὅποτε τόν ἀναζητήσει πραγματικά.
Οἱ μαθητές βλέπουν τόν τόπο ἔρημο καί τήν ὥρα περασμένη. Οἱ πέντε ἄρτοι καί τά δύο ψάρια πού ἔχουν μαζί τους ἀμφιβάλλουν ἄν θά φτάσουν νά χορτάσουν καί αὐτούς τούς ἴδιους. Γι’ αὐτό ζητοῦν ἀπό τόν Κύριο νά ἀφήσει τούς ὄχλους νά φύγουν γιά νά βροῦν καί νά ἀγοράσουν τρόφιμα χορταίνοντας τήν πείνα τους. Ὁ Χριστός ὅμως, πού ἔχει περάσει ὅλη τήν ἡμέρα δείχνοντας τήν ἀγάπη του καί θεραπεύοντας τούς ἀρρώστους, δέν συμμερίζεται τή γνώμη τῶν μαθητῶν. Θεωρεῖ ὅτι τά λιγοστά αὐτά τρόφιμα μετά ἀπό τήν προσευχή καί τή θεία εὐλογία ἐπαρκοῦν γιά νά χορτάσουν τόσο κόσμο.
Γιά τό Χριστό, πού ἔβλεπε τόν κόσμο γύρο του φωτισμένο ἀπό τό φῶς τῆς ἀγάπης του, τά πέντε ψωμιά καί τά δύο ψάρια ἦταν ἀρκετά νά θρέψουν τούς πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους πού τόν περιστοίχιζαν. Γιά τούς μαθητές, ὅμως, πού ἔβλεπαν τά ἴδια ὑλικά μέσα ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἐγωκεντρικῆς τους ἀπληστίας, μόλις πού ἔφταναν γιά νά γεμίσουν τά δικά τους στομάχια.
Αὐτό πού ἔκανε ὁ Χριστός, νά θρέψει πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους μέ πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια, δέν ἦταν ὑπερφυσικό. Ἀντίθετα, αὐτό πού συνέβη μέ τούς μαθητές ἦταν ἀφύσικο. Ὁ πραγματικός κόσμος εἶναι αὐτός πού βλέπουμε πλημμυρισμένο ἀπό τό φῶς τῆς ἀγάπης καί ὄχι αὐτός πού βλέπουμε βυθισμένο στό σκοτάδι τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ. Ὅποιος δεῖ τόν κόσμο ὅπως τόν βλέπει ὁ Χριστός θά μπορεῖ κι αὐτός, ὄχι μόνο νά θρέψει πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους μέ πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια, ἀλλά «καί μείζονα τούτων ποιήσει».
Σήμερα, μέ τόσο πλοῦτο καί ἀναρίθμητες παραγωγικές πηγές στόν κόσμο, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ὑποσιτίζονται καί πεθαίνουν ἀπό πείνα. Κυριαρχεῖ στήν κοινωνία μας ἡ ἀπληστία καί ἡ ἀδικία γιατί περίσσεψε τό μίσος καί ἡ  κακία.
Μέσα στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καί τοῦ χορτασμοῦ χιλιάδων ψυχῶν συνεχίζεται. Πρῶτος προσφέρει τά μεγάλα καί ἀνεκτίμητα ὁ ἴδιος ὁ Χριστός χαρίζοντας τόν «ἄρτον τῆς ζωῆς», τόν ἑαυτό του. Μετατρέποντας τό ψωμί καί τό κρασί τῆς προσφορᾶς μας σέ τίμιο Σῶμα του καί σέ ζωοποιό Αἷμα του, ἁγιάζει τούς πιστούς! Ὅποιος τρώει ἀπ’ αὐτήν τήν τροφή ζεῖ αἰώνια χωρίς νά φοβᾶται τήν πείνα καί τόν θάνατο. Ὅπως ὁ οὐράνιος Ἄρτος τρέφει τό κάθε μέλος χωριστά ἀλλά καί ὁλόκληρο τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ ἁγιασμός τοῦ χριστιανοῦ ἐπιδρᾶ στήν κοινωνία πού ἀνήκει.
Ὁ πιστός χριστιανός, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὡς μέτοχος τῶν θείων μυστηρίων, δέν κλείνει τά μάτια στήν ἀδικία, δέν μένει ἀδιάφορος στόν πόνο, δέν φθονεῖ στή χαρά τοῦ ἄλλου καί δέν χαίρεται στήν δυστυχία. Δίνει ἀπ’ τό ψωμί του, ἀπό τό χρόνο καί τή βολή του, ἀπό τά χρήματά του, ἀπό τήν ἀγάπη του. Καί ὅσο δίνει ἀπό τήν ἀγάπη του, τόσο περισσεύει ἡ χάρη καί ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου στή δική του ζωή καί στή ζωή τῆς κοινωνίας μας. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. 9, 27–35) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, κατὰ τήν διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, πραγματοποίησε πολλὰ θαύματα. Θέλησε μὲ τόν τρόπο αὐτὸ νὰ δείξει τήν ἄπειρη ἀγάπη Του πρὸς τόν ἄνθρωπο, τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ τόν  σκοπὸ τοῦ ἐρχομοῦ Του πάνω στὴ γῆ, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτὰ ὅλα γίνονται φανερὰ στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μᾶς περιγράφει ὅτι ὁ Κύριος μὲ τὴ θεϊκὴ Του δύναμη θεράπευσε δύο τυφλοὺς καὶ ἕνα «κωφὸν δαιμονιζόμενον». Θαύματα μεγάλα καὶ ἐξαίσια, τά ὁποῖα διεπίστωσε πολὺς λαὸς καὶ γεμᾶτος θαυμασμό  ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ  καὶ νὰ διακηρύττει χαρούμενα ὅτι:  «οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ», δηλαδὴ ποτὲ ὡς τώρα δέν εἶδαν οἱ Ἰσραηλῖτες τέτοια θαυμαστὰ γεγονότα.
 Ὅμως οἱ φαρισαῖοι, μολονότι εἶδαν καὶ αὐτοί μὲ τά ἴδια τους τά μάτια τά καταπληκτικὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ κι ἐνῶ ἄκουσαν   τήν αὐθόρμητη ὁμολογία τοῦ λαοῦ, ἀντὶ νὰ δοξολογήσουν καὶ αὐτοὶ τόν Θεό, ἐκτοξεύουν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ φρικτὴ συκοφαντία, ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ βλασφημία: «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια», δηλαδὴ μὲ τή συνεργασία καὶ τήν βοήθεια τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονίων βγάζει τά δαιμόνια καὶ θεραπεύει τούς ἀρρώστους.
Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά ποὺ οἱ Φαρισαῖοι κινοῦνται ἀπὸ  φθόνο καὶ ἐμπάθεια ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ μὲ σκοπὸ νὰ Τόν διασύρουν. Ὁ λαὸς θαυμάζει τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἀφήνουν τήν  ψυχὴ τους νὰ γεμίσει μὲ μῖσος. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι  βλέπουν τά θαύματα καὶ ὁμολογοῦν τήν παρουσία του Θεοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνοι ἔχουν τόν λόγο τους καὶ κρύβουν τήν εὐεργεσία καὶ διασύρουν τόν εὐεργέτη.
Στὴν ἐπίγεια ζωὴ Του ὁ Χριστός, ἀντιμετώπισε πλῆθος συκοφαντιῶν καὶ πολλὲς κακίες, κάτι ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα οἱ ἐχθροὶ Του δὲν σταμάτησαν νὰ τό κάνουν. Κι ἐνῶ ξέρουμε ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ξεκάθαρη, αὐτοὶ βρίσκουν τρόπο νὰ τήν ἀρνοῦνται καὶ νὰ τήν παραποιοῦν.
Πολλὲς φόρες Τόν κατηγόρησαν πὼς τάχα εἶναι φάγος καὶ οἰνοπότης καὶ φίλος τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν. Ἄλλοτε τοῦ  ἀπέδωσαν ἀδίστακτα τόν χαρακτηρισμὸ τοῦ Σαμαρείτη μὲ τήν ἐλεεινὴ προσθήκη πὼς ἔχει δαιμόνιο. Τόν ἀπεκάλεσαν «πλάνο» καὶ στὴ συνέχεια τόν κατηγόρησαν σὰν κοινὸ ἁμαρτωλό: «Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλὸς ἐστὶ». Καὶ γενικώτερα, ἀφοῦ συκοφάντησαν τή διδασκαλία Του, τά θαύματά Του καὶ τό σωτήριο ἔργο Του, τόλμησαν νὰ Τόν συκοφαντήσουν ἀπάνθρωπα, καὶ μπροστὰ στὸν Ρωμαῖο ἡγεμόνα Πιλάτο, σὰν διαστροφέα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπαναστάτη.
Ὅμως τό μῖσος τους δὲν σταμάτησε οὔτε ἐδῶ. Ἀκόμη καὶ ὕστερα ἀπὸ τόν ἄδικο θάνατό Του καὶ τήν ἀνάσταση Του, συνέχισαν γεμᾶτοι κακία: «σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τήν ἀνάστασιν», γεγονὸς τό ὁποῖο πραγματοποίησαν  μὲ τή δωροδοκία τῶν στρατιωτῶν τῆς κουστωδίας: «συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωσαν τοῖς στρατιῶτες λέγοντες, εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὑτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων ..… οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια  ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν». Δηλαδή: «οἱ ἀρχιερεῖς φώναξαν καὶ τούς πρεσβύτερους, ἔκαναν συμβούλιο καὶ ἔδωσαν πολλὰ χρήματα στοὺς στρατιῶτες καὶ τούς εἶπαν: νὰ πεῖτε, τή νύχτα ποὺ ἐμεῖς κοιμόμασταν ἦλθαν οἱ μαθητὲς καὶ Τόν ἔκλεψαν…οἱ δὲ στρατιῶτες πῆραν τά χρήματα καὶ ἔκαναν ὅπως τούς δασκάλεψαν».
Ἡ συκοφαντία ἐναντίον τοῦ Κύριου διαιωνίζεται. Μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον οἱ ἐχθροὶ Του προσπαθοῦν νὰ πολεμήσουν Αὐτὸν,  ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ «Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή». Νομίζουν ὅτι ἔτσι θὰ μπορέσουν νὰ κάνουν κακὸ στήν Ἐκκλησία Του ἀλλὰ καὶ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ποὺ Αὐτὴ ἐπιτελεῖ μέσα στὸν κόσμο. Ὅμως   ἄδικα κοπιάζουν. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου Ἰησοῦς Χριστός ζεῖ καὶ θὰ ζεῖ στοὺς αἰῶνες καὶ ἡ Ἐκκλησία Του θὰ παραμείνει ἀσάλευτη παντοτινά, διότι θεμελιωτὴς Της καὶ ἱδρυτὴς Της εἶναι Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς.
Ἀλλὰ,  ἀδελφοὶ μου, δὲν εἶναι μόνο οἱ φαρισαῖοι ποὺ εἶχαν κακία καὶ ἐμπάθεια καὶ τά ἐκδήλωναν κάθε φορὰ πού τούς δινόταν ἡ εὐκαιρία. Μπορεῖ κι ἐμεῖς νὰ βρισκόμαστε στήν ἴδια ἠθικὴ κατάπτωση. Νὰ ἐνεργοῦμε, δηλαδὴ, κι ἐμεῖς κακόβουλα σὲ βάρος τῶν ἀδελφῶν μας γιὰ νὰ τούς κάνουμε κακό. Ἔτσι, ἂν     ψάξουμε μέσα μας καὶ διαπιστώσουμε ὅτι κάπου ἐνδόμυχα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας κρύβετε μῖσος καὶ ἐμπάθεια γιὰ κάποιον συνάνθρωπό μας, τότε πρέπει νὰ τρέξουμε ἀμέσως στὸν  πνευματικὸ μας γιὰ νὰ ζητήσουμε τήν συμβουλὴ του καὶ τή  βοήθεια του. Αὐτὸς θὰ μᾶς καθοδηγήσει ἀνάλογα καὶ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ νικήσουμε τούς πειρασμούς, νὰ ἀποτινάξουμε ἀπὸ πάνω μας τήν ἐμπάθεια καὶ νὰ γεμίσουμε τήν καρδιὰ μας μέ τήν ἀγάπη ποὺ θέλει ὁ Κύριος.
Συνήθως ἡ συκοφαντία διαδίδεται κρυφά, ὕπουλα καὶ  ἐπιδέξια. Ὁ συκοφάντης μὲ δόλιο τρόπο ἐκθέτει τόν συνάνθρωπό του, κλονίζει τήν ὑπόληψη του, διασύρει τό ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τακτικῆς εἶναι ἡ ἀνυπολόγιστη ἠθικὴ  βλάβη, τόσο σὲ αὐτὸν ποὺ κατηγόρησε, ὅσο καὶ στὴν οἰκογένεια του, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐργασία του. Γι” αὐτὸν τόν λόγο δὲν νοεῖται ὁ χριστιανὸς νὰ εἶναι ἐμπαθής, ἐπειδὴ αὐτὸ καὶ μόνο φανερώνει   ἔλλειψη ἀγάπης.
Ἀπὸ τήν ἄλλη πάλι, ἐνδέχεται πολλὲς φορὲς κι ἐμεῖς στὸν ἐπίγειο βίο μας νὰ ἀντιμετωπίζουμε καταστάσεις μίσους,  συκοφαντίας καὶ διαβολιῶν. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιζόμαστε  οὔτε νὰ μᾶς πιάνει πανικός. Αὐτὰ εἶναι ἐπιζήμια καὶ  θὰ ἐπιφέρουν  ὀλέθρια ἀποτελέσματα στὴν πνευματικὴ μας ζωή. Χρειάζεται νὰ μένουμε σταθεροὶ στὴν πίστη μας, νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τήν ἐλπίδα μας στὸ Θεό. Ὁ χριστιανὸς ποὺ ἔχει πίστη καὶ ἐλπίδα δὲν φοβᾶται τίποτε. Κυρίως δὲ  ὅταν ἡ συνείδηση του εἶναι ἤρεμη ἂς μὴ στενοχωρεῖται ἐπειδὴ συκοφαντεῖται, διότι ὁ Κύριος τό βεβαιώνει: «Μακάριοι ἐστέ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν  πονηρὸν ῥῆμα καθ” ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ». Θὰ ἔλθει ἡ ὥρα ποὺ σύμφωνα μέ τόν ψαλμὸ ὁ Θεὸς θὰ «ταπεινώσῃ συκοφάντην». Γι” αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φθάσουμε ποτέ στὸ σημεῖο νὰ ζητήσουμε ἐκδίκηση, ἢ νὰ ἀνταποδώσουμε τά ἴδια.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι θεϊκὸ μεγαλεῖο καὶ ἀνωτερότητα ὅταν δείξουμε ἀνεξικακία, μακροθυμία καὶ ἀνοχὴ ἀπέναντι στὸν συκοφάντη μας καὶ κυρίως ὅταν προσευχόμαστε γι” αὐτόν. Ἐπίσης  πρέπει νὰ προσευχόμαστε ὁ καθένας μας στὸ Θεὸ καὶ νὰ λέμε μαζὶ μὲ τόν ψαλμωδό: «λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων καὶ φυλάξω τὰς ἐντολὰς σου». Παράδειγμά μας γι” αὐτὴν τή στάση ἀνωτερότητας καὶ μεγαλείου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ στὴ συνέχεια οἱ ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας  μας, οἱ ὁποῖοι, παρόλο πού συκοφαντήθηκαν, ὑπέμειναν καρτερικά καί στὸ τέλος ὁ Θεὸς τούς δικαίωσε. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Κήρυγμα στο Απoστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής Ζ’ Ματθαίου-Β΄προς Κορινθίους ς΄1-10 Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κοζάνης

Το αποστολικό ανάγνωσμα, που ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι περικοπή από τη δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου. Η επιστολή αυτή είναι γραμμένη σε πολύ προσωπικό ύφος, ο Απόστολος παραπονείται και υπερασπίζει τον εαυτό του και το έργο του. Κεντρικό σημείο πάντα στη σκέψη του αποστόλου Παύλου είναι η Εκκλησία και το αποστολικό αξίωμα. Έχει βαθειά συνείδηση για τα δύο αυτά πράγματα ο Απόστολος, στα οποία είναι όλο το έργο του Χριστού και της σωτηρίας των ανθρώπων. Η Εκκλησία και οι Απόστολοι, η Ανάσταση και η Πεντηκοστή, ο Ιησούς Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Γι᾽ αυτό μας μιλάει σήμερα, για το έργο και τη θέση των αποστόλων στον κόσμο. Για ένα έργο πολύ μεγάλο. Τι παραπάνω απ᾽ το να είσαι συνεργάτης του Θεού στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων; Και για μια θέση πολύ δύσκολη. Ποιός αντέχει σ᾽ όλες αυτές τις δυσκολίες και ποιός νικάει όλα αυτά τα εμπόδια; 

Από τη μια πλευρά, ο Απόστολος, μας λέει για τη στάση και τη συμπεριφορά του κόσμου απέναντι στους αποστόλους, και από την άλλη για τη στάση και τη συμπεριφορά των αποστόλων απέναντι στον κόσμο. Θλίβονται, κοπιάζουν, περιφρονούνται, συκοφαντούνται οι απόστολοι από τους ανθρώπους. Κι όλα αυτά τα αντιμετωπίζουν με συνείδηση χρέους, με συναίσθηση ευθύνης, με πνεύμα αυταπάρνησης και θυσίας, με μακροθυμία και υπομονή, με ειλικρινή αγάπη, με πίστη στο Χριστό και την Ανάσταση. Αυτές είναι οι εσωτερικές δυνάμεις των αποστόλων του Χριστού και των ποιμένων της Εκκλησίας. Κι αυτές πάλι δεν είναι ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά καρποφορία του Αγίου Πνεύματος, όταν η ανθρώπινη προαίρεση το επιτρέπει να καρποφορήσει. 

Ακούγοντας το αποστολικό κείμενο ξαναθυμώμαστε τις αφορμές που είχε ο απόστολος Παύλος για να γράψει έτσι στους χριστιανούς της Κορίνθου. Κοπίασε να ιδρύσει την Εκκλησία της Κορίνθου, χρειαζόταν όμως πολύ φροντίδα ακόμη για να οργανωθεί η τοπική αυτή Εκκλησία. Οι Κορίνθιοι μη μπορώντας να αποβάλλουν συνήθειες της προηγούμενης ζωής τους και ιδιαίτερα την κακή παράδοση να είναι χωρισμένοι σε φατρίες, έφθασαν στο σημείο μερικοί να μην αναγνωρίζουν τον Παύλο σαν απόστολο του Χριστού. Κι εκείνος ως αληθινός συνεργάτης του Θεού, για να στηρίξει την αποστολή και τη θέση του παρακαλεί και απολογείται. Προσπαθεί να δώσει στους ανθρώπους να καταλάβουν ποιό είναι το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα, ποιό είναι το έργο των αληθινών αποστόλων και ποιά είναι η θέση τους στον κόσμο, η θέση και των αποστόλων και των ποιμένων της Εκκλησίας αλλά και όλων των χριστιανών.

Κι εκείνη την εποχή οι άνθρωποι παρασύρονταν και θαύμαζαν ο,τι έβλεπαν στην επιφάνεια, ο,τι έλαμπε, χωρίς να μπορούν να δουν την ουσία και την αλήθεια των πραγμάτων. Και τότε υπήρχαν αυτοί που καπηλεύονταν κάθε ιερό και όσιο, τις ελπίδες και της προσδοκίες των ανθρώπων, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και όλα τα ιδανικά. Οι αληθινοί απόστολοι και ποιμένες του λαού βρίσκονται σε δύσκολη θέση, δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα του κόσμου. Τότε οπλίζονται με πολλή πίστη και υπομονή και παρακαλούν. Το “παρακαλούμε” των αποστόλων είναι πολύ πιο δυνατό από οποιαδήποτε διαταγή και απ᾽ όλους τους εξαναγκασμούς. Οι απόστολοι δεν χρειάζονται μέσα και τρόπους του κόσμου, είναι συνεργάτες του Θεού. Δεν θέλουν να επιβληθούν, θέλουν την ελεύθερη συγκατάθεση των ανθρώπων, γι᾽ αυτό και παρακαλούν. 

Παρακαλούν λοιπόν οι απόστολοι και απολογούνται. Και η περικοπή που ακούσαμε σήμερα είναι όλη μία απολογία του αποστόλου Παύλου. «Σε τίποτε καμμιά αφορμή δεν δίνουμε, για να μην κατηγορηθεί η Εκκλησία και το έργο της», λέει ο άγιος Απόστολος. Για να σκέφτεται και να μιλάει κανείς έτσι, πρέπει να έχει βαθειά συνείδηση της αποστολής του στην Εκκλησία, πρέπει να πιστεύει πως πραγματικά είναι συνεργός του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Το ζήτημα για τον Απόστολο δεν είναι μόνον πως σκέφτονται η πως φέρονται οι άνθρωποι, αλλά και τί πιστεύουν και τί κάνουν οι ποιμένες της Εκκλησίας. Και με τη χάρη του Θεού, στη ζωή της Εκκλησίας δεν έλλειψαν οι ποιμένες που σκέφτονται αποστολικά, που αισθάνονται την ευθύνη τους και πονάνε το λαό τους. Οι εκκλησιές είναι γεμάτες με εικόνες αγίων πατέρων και διδασκάλων, που ακολούθησαν το δρόμο του μεγάλου Αποστόλου, που έζησαν με την αγωνία μήπως εξαιτίας τους κατηγορηθεί το έργο της Εκκλησίας. Τα λόγια αυτά του Αποστόλου βέβαια δεν είναι μόνο για τους πατέρες της Εκκλησίας. Αναφέρονται, όπως είπαμε, σε κάθε χριστιανό. Πρώτοι οι Απόστολοι και οι Πατέρες και ύστερα κάθε αληθινός χριστιανός με τον τρόπο που ζει, με τον τρόπο που σκέφτεται και με ο,τι κάνει, κηρύττει το Χριστό και το Ευαγγέλιο σ᾽ όλους. Ιδιαίτερα σ᾽ εκείνους που δεν είναι πρόθυμοι να το ακούσουν και να το δεχθούν. 

Συνεχίζοντας λοιπόν ο απόστολος, μας μιλάει ακριβώς για τον τρόπο ζωής των χριστιανών. Πως δηλαδή πρέπει να σκέφτονται, ποιά να είναι τα κίνητρα των πράξεών τους, πως ν᾽ αντιδρούν στο κακό. Η γνώση της αλήθειας του Θεού, η μακροθυμία και η υπομονή, η καλωσύνη και η τιμιότητα, η δικαιοσύνη, η ανυπόκριτη αγάπη, η ανιδιοτέλεια, η χαρά μέσα από τη λύπη κι όλα αυτά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τη χάρη του Θεού. Αυτά είναι που ξεχωρίζουν τον αληθινό χριστιανό, αυτά είναι η δύναμή του και η παρρησία του. Είναι τόσο επίκαιρα τα λόγια του Αποστόλου σήμερα, που οι άνθρωποι - ακόμα και οι χριστιανοί - είναι κυριευμένοι από το πνεύμα της πλεονεξίας, της αντεκδίκησης, της δολιότητας και της διαφθοράς.

Μέσα στους ανθρώπους σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ριζωμένη η σκέψη του συμφέροντος, τί μπορούν να κερδίσουν, όχι τί να θυσιάσουν. Η γλώσσα όμως με την οποία μίλησε ο Απόστολος σήμερα είναι η γλώσσα των ανθρώπων που έταξαν τον εαυτό τους να συνεργαστούν με το Θεό, να υπηρετήσουν στο έργο της σωτηρίας. Τέτοιοι άνθρωποι που υπηρετούν πιστά την Εκκλησία, που ακολουθούν τα ίχνη των αποστόλων και των αγίων θα υπάρχουν πάντα και σε κάθε εποχή, μπορεί να είναι λίγοι, μα θα υπάρχουν πάντα. Πρώτα βέβαια οι καλοί ποιμένες της Εκκλησίας και ύστερα οι αληθινοί χριστιανοί, όλοι ως διάκονοι και συνεργάτες του Θεού. Αμήν

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κοζάνης

Σάββατο, Ιουλίου 13, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (Ματθ. 5, 14-19) Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΠΑΤΕΡΩΝ
ΤΗΣ  Δ΄  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ  ΣΥΝΟΔΟΥ
(Ματθ. 5, 14-19)

Στά χαρακτηριστικά τῶν ἀληθινῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Εἶναι ἀπό τήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου καί μέ ἁπλές ἀλλά δυνατές εἰκόνες θυμίζει στόν ἀκροατή τόσο τά θεωρητικά ὅσο καί τά πρακτικά του καθήκοντα. Διαβάζεται σήμερα αὐτή ἡ περικοπή, γιατί σήμερα ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη τῶν Πατέρων πού συγκρότησαν τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (451 μ.Χ. στή Χαλκηδόνα), καί διετράνωσαν τήν ὀρθόδοξη πίστη, ὅτι ὁ Χριστός ὑπῆρξε τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, χωρίς ἁμαρτία. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στάθηκαν μέ λόγια καί ἔργα ἀληθινοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ.
Στήν ἀρχή ὁ Κύριος λέγει στούς μαθητές Του ὅτι εἶναι τό «φῶς τοῦ κόσμου». Πιό τιμητικός χαρακτηρισμός δύσκολα βρίσκεται. Τούς ὀνόμασε μέ τό δικό Του ὄνομα, διότι Αὐτός εἶναι «τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Ὅταν θέλησε νά ἀποκαλύψῃ τήν οὐσία τῆς ἀποστολῆς Του διεκήρυξε: «Ἐγώ φῶς εἰς τόν κόσμον ἐλήλυθα». Φυσικά αὐτό τό φῶς οἱ μαθητές δέν τό ἔχουν ἀπό μόνοι τους, ἀλλά τό παίρνουν ἀπό τό Χριστό πού εἶναι τό «φῶς τό ἀληθινόν». Ἀπό τό Χριστό παίρνουν τό φῶς οἱ πιστοί καί τό καθρεπτίζουν πρός τούς ἄλλους. Γίνονται ἔτσι τό πνευματικό φῶς τοῦ κόσμου. Μέ τό φῶς τους καθοδηγοῦν, κρίνουν καί σώζουν τόν κόσμο. Ἔτσι ἦταν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἐφώτισαν τόν κόσμο, ὄχι μόνο στήν ἐποχή τους, ἀλλά πάντοτε.
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ ὅμως δέν κρύβει τό φῶς, ἀλλά μεταδίδει τό φῶς καί στούς ἄλλους μέ τήν ἱεραποστολή. Τό φῶς ἄναψε μέσα μας, δέν δόθηκε ἀποκλειστικά γιά μᾶς, γιά νά τό ἀπολαμβάνουμε τελείως προσωπικά. Ἄν τό κρύψουμε «ὑπό τόν μόδιον», ἄν τοῦ στερήσουμε τόν ὁρίζοντα ἀκτινοβολίας, ὄχι μόνο δέν θά ἀνταποκριθῆ στό σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του, ἀλλά καί τελικά θά σβήση. Κάθε φῶς πρέπει νά λάμπη. Εἶναι στή φύση του νά διακρίνεται, νά φαίνεται. Μιά φωτισμένη ἀπό τό Χριστό ψυχή θά φανῆ ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται˙ ἀπό τό πῶς συμπεριφέρεται, πῶς κινεῖται, πῶς ἀντιδρᾶ. Τό φῶς ἀποκαλύπτει ὅ,τι κρύβει τό σκοτάδι. Προειδοποιεῖ γιά τούς κινδύνους, βοηθεῖ στόν καθορισμό τῆς σωστῆς πορείας, διαλύει τήν ἀβεβαιότητα, δίνει στό βῆμα ρυθμό καί σταθερότητα.
Ὁ πραγματικός ἑπόμενος μαθητής τοῦ Χριστοῦ ἀρχικά φωτίζει μέ τήν ἀρετή του. Μέ τήν ἀκτινοβολία τῆς προσωπικότητάς του. Ἡ ζωή του εἶναι ἕνα φωτεινό παράδειγμα γιά μίμηση. Γιατί ἀντιγράφει, μέσα στά ἀνθρώπινα πλαίσια, τή ζωή τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ἐνάρετη ζωή του, ἡ συμπεριφορά του, τόν ἀναδεικνύει ἡγέτη στό περιβάλλον του. Δέν ἔχει σημασία ἡ κοινωνική του θέση. Εἴτε βρίσκεται στή βάση, εἴτε στήν κορυφή τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας ἐπιβάλλεται μέ τήν τιμιότητα, τήν εἰλικρίνεια, τή σοβαρότητα καί τή σεμνότητα του. Δέν παίρνει ἀξία τό πρόσωπο ἑνός τέτοιου χριστιανοῦ ἀπό τό ἀξίωμα του ἤ τή θέση πού κατέχει, ἀλλά ἡ θέση καί τό ἀξίωμα παίρνουν ἀξία ἀπό αὐτόν. Ἐκεῖνο πού τόν ἐνδιαφέρει δέν εἶναι τό ποῦ θά φθάσει, ἀλλά ἄν θά ἀκτινοβολῆ ἀπό ἐκεῖ πού βρίσκεται μέ τά καλά του ἔργα.
Δέν εἴμαστε οἱ χριστιανοί ἁπλῶς φῶς γιά τόν ἑαυτό μας, πρέπει νά εἴμαστε «φῶς τοῦ κόσμου» καί νά λάμπουμε στήν καρδιά τῆς ἀνθρωπότητας, «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», εἶπε ὁ Χριστός. Ὄχι μέ θεωρίες ἀλλά μέ «καλά ἔργα» πού στρέφουν τήν προσοχή στό Θεό. Στήν ἐποχή ἐκείνη τῶν εὐαγγελίων ἡ λέξη «καλός» δέν σήμαινε ἁπλῶς ἀντίθετος τοῦ «κακός». Εἶχε εὐρύτερη ἔννοια καί εἶχε τήν ἔννοια τοῦ ὡραίου, τοῦ ἐλκυστικοῦ, τοῦ χαριτωμένου. Τά «καλά ἔργα» ἑπομένως πού ζητεῖ ὁ Χριστός, δέν εἶναι μιά ἀναγκαστική ἐκτέλεση καθήκοντος, μιά αὐστηρή ἀγαθοεργία, μιά ψυχρή προσφορά βοήθειας σέ εἶδος ἤ σέ χρῆμα. Εἶναι χαριτωμένα. Γεμάτα χάρη Θεοῦ, ἀγάπη καί χαρά. Ὄχι παγερή ἐξυπηρέτηση, εὐγένεια κατά παραγγελία, ἀλλά αὐθόρμητη καλωσύνη, γεμάτη φῶς στήν καρδιά καί στό πρόσωπο. Στήν καλωσύνη τῶν ἁγίων ὑπάρχει πάντα κάτι ἤρεμο, θελκτικό στήν συμπεριφορά τῶν ἁγίων, στά λόγια, στίς πράξεις, στή σιωπή τους. «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων». Ἔτσι στήν ἐποχή τῶν Πατέρων ξαπλώθηκε τό Εὐαγγέλιο σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο.
Καί ἐδῶ ἔρχεται τό ἑπόμενο χαρακτηριστικό τοῦ ἀληθινοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, αὐτοῦ πού εἶναι πραγματικό φῶς πού φωτίζει πνευματικά τόν κόσμο. Ὁ πραγματικός μαθητής ζῆ καί διδάσκει ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, χωρίς περικοπές ἤ προσθέσεις, ἀνόθευτη. Φαίνεται εὐκολο αὐτό, ἀλλά δέν εἶναι. Γιατί τό ἄπλετό φῶς κουράζει τά ἀσθενικά μάτια καί ὁ ἥλιος ξεσκεπάζει τά ἐλαττώματα πού κρύβει τό μισοσκόταδο. Γι’ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν τό σκότος καί ὄχι τό φῶς, ἐπειδή, ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ Χριστός, εἶναι πονηρά τά ἔργα τους.
Δύσκολος ὁ δρόμος τῆς ἀλήθειας, ἀλλά λυτρωτικός. Τό πλησίασμα στό φῶς εἶναι στήν ἀρχή δύσκολο, ὕστερα ὅμως τά μάτια τῆς ψυχῆς συνηθίζουν, ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται καί γίνεται ὁ ἴδιος φῶς πού φωτίζει καί τούς ἄλλους. Ἔτσι ἔγινε μέ τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες, ἔτσι μπορεῖ νά γίνει μέ ὅλους μας. Ἀρκεῖ νά δεχθοῦμε τό φῶς, νά τό συντηρήσουμε, νά τό κρατήσουμε ἀναμμένο, γιά νά τό μεταδώσουμε ἀνόθευτο σ’ αὐτούς πού περιμένουν νά τό παραλάβουν ἀπό ἐμᾶς. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...