Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Παναγιώτης Βαρδουνιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Παναγιώτης Βαρδουνιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαρτίου 01, 2022

Αναρχία και Χριστιανισμός

 Στον περίφημο διάλογο του Πλάτωνα περί δικαίου "Πολιτεία", ο Σωκράτης ρωτά τον Γλαύκωνα: "Αλήθεια, υπάρχει κάποιος άνθρωπος που να είναι όντως δίκαιος, ή είναι δίκαιος για το φαίνεσθαι ή είναι δίκαιος κάτω από τον φόβο του νόμου;". Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο Σωκράτης με το "Μύθο του Γύγη"

Ο Γύγης είναι ένας απλός βοσκός, ο οποίος βόσκει μαζί με άλλους βοσκούς τα κοπάδια του βασιλιά. Φαίνεται στην κοινωνία που ζει να είναι ένας τίμιος και δίκαιος πολίτης. Μια μέρα εκεί που έβοσκε τα πρόβατα και μετά από μια νεροποντή και έναν σεισμό που έγινε, ανοίγει μπροστά του η γη δημιουργώντας μια μεγάλη χαράδρα. Κατεβαίνοντας ο Γύγης μέσα στη χαράδρα ανακαλύπτει ένα χάλκινο άλογο το οποίο στην πλευρά του έχει μια πόρτα. Ανοίγοντας τη πόρτα ο Γύγης βλέπει μέσα στη κοιλιά του αλόγου έναν άνθρωπο ξαπλωμένο νεκρό, ο οποίος στο χέρι του φορά ένα δακτυλίδι. Ο Γύγης παίρνει το δακτυλίδι και φεύγει. Φορά το δακτυλίδι και παρατηρεί το εξής θαυμαστό: Όταν στρίβει την πέτρα του δακτυλιδιού προς τα δεξιά, ο Γύγης γίνεται άφαντος, δεν φαίνεται από τους άλλους ανθρώπους. Όταν γυρνά τη πέτρα προς τα αριστερά, τότε ο Γύγης γίνεται φανερός στους άλλους ανθρώπους. Έτσι ο Γύγης καταφέρνει με την βοήθεια του δακτυλιδιού να μπει στο παλάτι, να γίνει εραστής της βασίλισσας και με την βοήθειά της να γίνει αυτός βασιλιάς. Γίνεται βασιλιάς, όχι γιατί έχει τις ικανότητες να διοικήσει σωστά έναν λαό, αλλά λόγω της βοήθειας του δακτυλιδιού". Με το μύθο αυτόν ο Σωκράτης φθάνει στο συμπέρασμα, λέγοντας στον Γλαύκωνα ότι: "Κανείς άνθρωπος δεν είναι όντως δίκαιος, όσο και αν φαίνεται δίκαιος. Και αυτό γιατί όταν θα του δοθούν οι ευκαιρίες να αδικήσει στα κρυφά, θα το κάνει. Συνεπώς είναι κάποιος δίκαιος ή για το φαίνεσθαι ή για τον φόβο του νόμου.
 
Στην Καινή Διαθήκη η λέξη δίκαιος έχει την έννοια της αγιότητας. Σύμφωνα με την διήγηση του ευαγγελίου του Ματθαίου, ο μνήστωρ της Παναγίας Ιωσήφ, όταν έμαθε ότι η μνηστή του Μαρία ήταν έγκυος πριν έλθουν σε ερωτική συνεύρεση, τότε αυτός "επειδή ήταν όντως δίκαιος και δεν ήθελε να την παραδειγματίσει σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, δηλαδή να την παραδώσει σε δημόσιο λιθοβολισμό, σκέφθηκε να την διώξει κρυφά ώστε να μην την λιθοβολήσουν. (Ματθ. 1,18-19) Ο Μωσαϊκός Νόμος έλεγε ρητά ότι γυναίκα που παντρεύτηκε και δεν βρέθηκε παρθένος από τον σύζυγό της, τότε αυτή δημοσίως λιθοβολείται (Δευτ. 22,20-21). Ο Ιωσήφ είναι όντως δίκαιος, όχι διότι τήρησε τον νόμο, αλλά διά της αγιότητός του υπερβαίνει τον Νόμο. Η υπέρβαση του Νόμου, καθιστά τον Νόμο ανενεργό.
 
Ο Χριστός λέει στην επί του όρους ομιλία του: "Όταν νηστεύεις, μην το κάνεις για το φαίνεσθαι ενώπιον των ανθρώπων, όπως κάνουν οι υποκριτές, οι οποίοι αλλοιώνουν και μαραίνουν το πρόσωπό τους για να φαίνονται ενώπιον των ανθρώπων ότι νηστεύουν. Σύ όταν νηστεύεις να κάνεις το πρόσωπό σου χαρωπό για να μη φαίνεσαι στους ανθρώπους ότι νηστεύεις" (Ματθ. 6,16-18). Και πάλι: "Όταν προσεύχεσαι μην το κάνεις όπως οι υποκριτές, οι οποίοι επιδιώκουν να προσεύχονται όρθιοι μπροστά-μπροστά στις Εκκλησίες και στις πλατείες και γωνίες των δρόμων, εκεί που περνούν πολλοί άνθρωποι, για να τους βλέπουν. Αλλά σύ όταν προσεύχεσαι, είσελθε στο ταμείο σου, κλείσε τη πόρτα και προσευχήσου στα κρυφά (Ματθ. 6,5-6). Ο Χριστός λέγει ότι η όντως δικαιοσύνη, η αγιότητα είναι αρετή όταν δεν γίνεται για το φαίνεσθαι.
 
Για τον απ. Παύλο ο Νόμος είναι κατάρα. Γράφει προς του Γαλάτες: "Όσοι βρίσκονται κάτω από τις διατάξεις του Νόμου, βρίσκονται υπό κατάρα" (Γαλ. 3,10). Σε μια πολιτεία ο Νόμος είναι αναγκαιότητα για να παιδαγωγήσει τους πολίτες. Είναι αναγκαιότητα. Και ότι είναι αναγκαιότητα, δεν είναι ελευθερία. Βέβαια, για όσο ο άνθρωπος βρίσκεται σε νηπιακή πνευματική κατάσταση, ο Νόμος ως παιδαγωγός είναι ωφέλιμος. Όταν όμως ο άνθρωπος ενηλικιώνεται πνευματικά ο Νόμος γίνεται ανενεργός, αχρείαστος. Όσο ο άνθρωπος δεν ενηλικιώνεται ο Νόμος γίνεται κατάρα, δέσμευση, φορτίο δυσβάστακτο. Γράφει ο απ. Παύλος: "Όσο ο άνθρωπος είναι ανήλικος βρίσκεται κάτω από εποπτεία και δεν μπορεί να διαχειρισθεί ο ίδιος την περιουσία του. Ακριβώς επειδή ήρθε ο καιρός της ενηλικίωσης έστειλε ο Θεός τον Υιό του για να μας εξαγοράσει, να μας ελευθερώσει από την εποπτεία-κατάρα του Νόμου και έτσι να γίνουμε υιοί, στέλνοντας το Άγιο Πνεύμα στη καρδιά μας και να κράζουμε τον Θεό Πατερούλη" (Γαλ. 4,1-6). Ο Παύλος φέρνει το παράδειγμα του δούλου και του υιού. Ο δούλος ότι πράττει το πράττει κάτω από τον φόβο του Κυρίου του. Ο υιός όμως βρίσκεται σε κατάσταση ελευθερίας. Ότι πράττει ο υιός, δεν το πράττει υπό τον φόβο του Κυρίου=Πατρός, αλλά το πράττει λόγω της ελεύθερης ανιδιοτελούς αγάπης προς τον Πατέρα.
 



Έτσι ο άνθρωπος διά της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος ενηλικιώνεται, και από δούλος γίνεται υιός=ελεύθερος. Ο άνθρωπος πλέον εν Χριστώ καθιστά το νόμο ανενεργό, γιατί εν Χριστώ υπερβαίνει το νόμο και ζει την κατάσταση της Χάριτος. Λέει ο Παύλος: "Καρπός της Χάρης του Αγίου Πνεύματος είναι η αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, οφελιμότης στους άλλους, καλοσύνη, εμπιστοσύνη στο Θεό και στους ανθρώπους, πραότητα, εγκράτεια. Εναντίων αυτών των ανθρώπων που ζουν με αυτές τις αρετές δεν υπάρχει νόμος. Ο νόμος καθίσταται ανενεργός" (Γαλ. 5,22-23). Συνεπώς, εν Χριστώ ο άνθρωπος ενηλικιώνεται, φεύγει από την κατάσταση της δουλείας του φαίνεσθαι και του νόμου, γίνεται ελεύθερος, άνθρωπος της Χάριτος. Δεν κλέβει όχι για να μην φανεί κλέπτης στα μάτια των ανθρώπων, ούτε γιατί φοβάται τον νόμο, αλλά στην κατάσταση της ελευθερίας ο άνθρωπος εν αγάπη μοιράζεται τον εαυτό του. Δεν φονεύει, όχι για το φαίνεσθαι, ούτε για τον φόβο του Νόμου, αλλά γιατί ελεύθερα=με αγάπη θυσιάζει τον εαυτό του για τον εχθρό του. Η συνεργεία της προαίρεσης του ανθρώπου με την θεία Χάρη, καθιστά τον άνθρωπο ελεύθερο, πέρα του φαίνεσθαι και υπεράνω του Νόμου.
 
Συνεπώς αναρχικός δεν είναι αυτός που απαντάει με βία στην βία της εξουσίας. Αναρχικός δεν είναι αυτός που σπάει, γκρεμίζει και καταλύει τον νόμο. Αναρχικός είναι αυτός που δεν έχει την ανάγκη καμίας αρχής=εξουσίας, είτε του φαίνεσθαι είτε του Νόμου για να είναι δίκαιος. Αναρχικός είναι αυτός που πράττει το αγαθό=καλό ελεύθερα, επειδή ελεύθερα αγαπάει. Αυτή η αναρχία είναι η αγιότητα κάθε ανθρώπου που ζει εν Χριστώ.

Έμμηνος Ρύσις και Εκκλησία


Η έμμηνος ρύση των γυναικών απασχολεί, εκκλησιαστικώς, πολλούς χριστιανούς και ειδικά τις χριστιανές γυναίκες. Υπάρχουν διάφορες απορίες πάνω στο θέμα. Μπορούν οι γυναίκες, κατά την χρονική διάρκεια της έμμηνου ρύσης, να μπαίνουν στον ναό, να προσκυνούν τις εικόνες, να παίρνουν αντίδωρο, να μετέχουν στη θεία λατρεία, να αξομολογούνται και να κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού; Θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε το θέμα, μέσα από τους κανόνες της Εκκλησίας και την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων.

Ας δούμε κατ’ αρχάς τον Β’ κανόνα του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας, ο οποίος είναι και ο μόνος κανόνας που ασχολείται ειδικώς με το θέμα και συμπεριλαμβάνεται στο Πηδάλιο. Γράφει στο Πηδάλιο: «Ερωτηθείς ο άγιος, αν οι γυναίκες κατά την έμμηνο ρύση μπορούν να μπαίνουν στον ναό του Θεού, απάντησε ότι αυτό δεν είναι ανάγκη μήτε να το ερωτούν, επειδή εκείνες οι γυναίκες αν έχουν την πρέπουσα ευλάβεια στα θεία, από μόνες τους δεν θα θέλουν να τολμήσουν ποτέ να πλησιάσουν την Αγία Τράπεζα και να μεταλάβουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, όσο βρίσκονται ακόμη στη κατάσταση της έμμηνου ρύσης. Διότι μπορούν να ενθυμηθούν την αιμορροούσα εκείνη γυναίκα, η οποία διά την ρύση του αίματός της, δεν τόλμησε από πολλή ευλάβεια να πιάσει το σώμα του Χριστού, αλλά μόνο την ποδιά των ιματίων Του. Μπορούν όμως να προσεύχονται είτε στο σπίτι τους , είτε ευρισκόμενες στον πρόναο του Ναού και να παρακαλούν τον Θεό ζητώντας  βοήθεια και  σωτηρία, από Αυτόν. Κωλύεται όμως να πλησιάζει τα άγια των αγίων, δηλαδή, να μεταλάβει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, εκείνος που είναι ακάθαρτος στη ψυχή και στο σώμα, όπως ακάθαρτη στο σώμα είναι και η γυναίκα που βρίσκεται στην κατάσταση της έμμηνου ρύσης». (Πηδάλιο σελίς 445-446). 

Ας δούμε τι γράφει ο άγιος Διονύσιος και να καταλάβουμε τι μας λέει όχι κατά το γράμμα αλλά κατά το πνεύμα του κανόνα. Το πρώτο που όλοι καταλαβαίνουμε είναι ότι ο κανόνας αυτός, μας λέει ότι οι γυναίκες που βρίσκονται στην διάρκεια της έμμηνου ρύσης, δεν μπορούν να μεταλαμβάνουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, λόγω ευλάβειας (δύο φορές επαναλαμβάνει την λέξη ευλάβεια) και όχι λόγω αμαρτίας ή πνευματικής ακαθαρσίας.  Η έμμηνος ρύση είναι φυσική κατάσταση καθαρισμού του γυναικείου σώματος. Έτσι ως φυσική κατάσταση, δεν είναι κακό. Οι Αποστολικές Διαταγές στο στ’ βιβλίο γράφουν: « Ούτε η ερωτική συνεύρεση μέσα στον νόμιμο γάμο, ούτε η κατάσταση της λοχείας, ούτε η ρύση του αίματος των γυναικών, ούτε η ονείρωξη (αθέλητη εκσπερμάτωση κατά τον ύπνο), μπορούν να μολύνουν την ανθρώπινη φύση ή να την χωρίσουν από την χάρη του Αγίου Πνεύματος, παρά μόνο η ασέβεια και η παράνομος πράξη». Ο άγιος Αθανάσιος στο έργο του «περί ενανθρωπήσεως, γράφει: «ου γαρ ήλθεν την φύσιν ανήλεν, αλλά την προαίρεσιν διορθώσαι». Ο Υιός δεν ενανθρώπησε για να καταργήσει την ανθρώπινη φύση, η οποία δεν ευθύνεται για την πτώση, αλλά ενανθρώπησε για να θεραπεύσει την ελευθερία της θέλησης, αφού αυτή ευθύνεται για την πτώση στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει στο έργο του «Ακριβής έκδοσης της Ορθοδόξου πίστεως»; «Δημιούργησε λοιπόν ο Θεός τον άνθρωπο ως φύση αναμάρτητη και θέληση αυτεξούσια. Αναμάρτητο τον θεωρώ όχι γιατί δεν επιδέχεται αμαρτία (μόνο το θείο δεν επιδέχεται αμαρτία), αλλά γιατί δεν έχει στη φύση του την τάση προς την αμαρτία, ενώ φυσικά την έχει στην προαίρεση, στην ελευθερία της θέλησης». Ο ιερός Χρυσόστομος, αναφερόμενος στην έμμηνο ρύση λέει: «Ούτε αληθινή αμαρτία είναι αυτά, ούτε ακαθαρσία».  Ο όσιος Θεοδώρητος γράφει: « Αυτά που γίνονται φυσικώς ούτε ακαθαρσία είναι». Και ο όσιος Διόδωρος λέει: «Τίποτα δεν είναι ακάθαρτο, παρά μόνο η πονηρή διάθεση». Είναι ξεκάθαρο για τους Αποστόλους και τους Πατέρες ότι η αμαρτία και η πνευματική ακαθαρσία αναφαίρεται στην προαίρεση και όχι στη φύση. Έτσι και η έμμηνος ρύση, η οποία είναι φυσική κατάσταση του σώματος ούτε αμαρτία είναι, ούτε ακαθαρσία. Λέγεται καταχρηστικώς ακαθαρία σωματική, μόνο σε σύγκριση με τις άλλες φυσικές ακαθαρσίες, όπως είναι οι μίξες, οι κυψελίδες των αυτιών, οι τσίμπλες, τα φλέματα, τα ούρα και τα απορίματα. Έτσι λοιπόν μόνο από θέμα ευλάβειας, δεν μπορεί η γυναίκα με έμμηνο ρύση να μετέχει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Όπως δηλαδή, κάποιος δεν θα πάει να κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τρέχοντας από τη μύτη του μίξες, αλλά αφού πρώτα θα καθαρίσει το σημείο του σώματός του, γύρω από τη μύτη του και το στόμα του, θα προσέλθει στην θεία Κοινωνία, έτσι και η γυναίκα με έμμηνο ρύση, θα περιμένει να καθαρισθεί από την έμμηνο ρύση και μετά θα προσέλθει να κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Εκτός αν υπάρχει σοβαρή ασθένεια και κίνδυνος θανάτου, κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και με έμμηνο ρύση, όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος, στις υποσημειώσεις του κανόνα του αγίου Διονυσίου.

Υπάρχει μία πρόταση στον κανόνα αυτόν του αγίου Διουνυσίου, η οποία έχει επιφέρει σύγχυση σε πολλούς. Γράφει ο άγιος Διονύσιος: «Οι γυναίκες με έμμηνο ρύση μπορούν να προσεύχονται είτε στο σπίτι τους, είτε στον πρόναο του Ναού». Αυτό «στον πρόναο του ναού», κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι οι γυναίκες με έμμηνο ρύση, δεν μπορούν να εισέλθουν στον κυρίως ναό και να μετέχουν στη θεία λατρεία. Να δούμε τι σημαίνει «να προσεύχονται στον πρόναο». Στους χρόνους που ζει ο άγιος Διονύσιος, 3ος  αιώνας μ.Χ, η κοινή λατρεία αναφέρεται μόνο ως προς την σύναξη των πιστών, της τέλεση δηλαδή της Θείας Λειτουργίας. Η Θεία Λειτουργία διαιρείται σε δύο μέρη. Πρώτον στο θεολογικό μέρος, το οποίο αρχίζει με την εκφώνηση «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος..» και τελειώνει με την ανάγνωση του ευαγγελίου και το κήρυγματου θείου λόγου. (Η θέση του κηρύγματος είναι μετά την ανάγνωση του ευαγγελίου) Μετά το κήρυγμα ο διάκονος εκφωνεί: «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε. Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων. Όσοι πιστοί έτι και έτι του Κυρίου δεηθώμεν», Δηλαδή εντέλει ο διάκονος λέγοντας: «Όσοι είναι στην τάξη των κατηχουμένων, αβάπτιστοι δηλαδή, βγείτε έξω από τον κυρίως ναό στον πρόναο, κανείς αβάπτιστος δεν μπορεί να μείνει και να συμμετέχει στο δεύτερο μέρος της Θείας Λειτουργίας και να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού». Και αφού έβγαιναν όλοι οι αβάπτιστοι, ο διάκονος λέει: «Όσοι λοιπόν μείναμε που είμαστε βαπτισμένοι, ας προσευχηθούμε στον Κύριο». Και: «Τας θύρας τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν». Η ερμηνεία των αισθητών είναι: «κλείστε καλά τις πόρτες για να μην εισέλθει κανείς από αυτούς που δεν πρέπει στο δεύτερο μέρος της Θείας Λειτουργίας», και η πνευματική ερμηνεία είναι: «Ας κλείσουμε τις θύρες των αισθήσεων και μέσα στην καρδιά μας ας τελέσουμε την αναίμακτη λατρεία». Μαζί με τους αβάπτιστους έβγαιναν από τον κυρίως ναό και στέκοταν στον πρόναο και αυτοί οι οποίοι ήσαν βαπτισμένοι, αλλά είχαν πέσει σε αμαρτήματα τέτοια, τα οποία τους εμπόδιζαν από την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Αυτοί αποτελούσαν την τάξη των προσκλαιόντων, γιατί παρακαλούσαν κλαίγοντας τον Θεό και αυτούς τους οποίους έμεναν στη Θεία Λειτουργία, να προσευχηθούν γι αυτούς, να τους συγχωρήσει ο Θεός. Έτσι από το σημείο αυτό αρχίζει το δεύτερο μέρος της Θείας Λειτουργίας, το θεουργικό, στο οποίο παρέμεναν όλοι αυτοί που θα συμμετείχαν στη Θεία Κοινωνία. Μόνο αυτοί οι οποίοι θα κοινωνούσαν, έμεναν μέσα στη Θεία Λειτουργία. Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί ο άγιος Διονύσιος αναφέρει ότι οι γυναίκες με έμμηνο ρύση, μπορούν να προσεύχονται στον πρόναο. Γιατί αυτές οι γυναίκες δεν θα κοινωνούσαν,  και δεν είχαν λόγο να παραβρίσκονται μέσα στον κυρίως ναό, στο θεουργικό μέρος της Θεία Λειτουργίας. Γιατί μέσα στη Θεία Λειτουργία έμεναν όσοι μπορούσαν να κοινωνήσουν, όπως λέει ο 9ος Αποστολικός κανόνας, ο οποίος αφορίζει όποιον πιστό, που δεν έχει κώλυμα, δεν παραμένει στη Θεία Λειτουργία και δεν κοινωνεί των Αγίων Μυστηρίων.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η γυναίκα που βρίσκεται σε έμμηνο ρύση, μπορεί να συμμετέχει σε όλα τα εκκλησιαστικά, εκτός της συμμετοχής στην κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, καθώς ο άγιος Διονύσιος είναι συγκεκριμμένος, «δεν θα τολμήσυν να πλησιάσουν την Αγία Τράπεζα και να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού», και αυτό όχι γιατί είναι ανάξια πνευματικά, αλλά λόγω ευλάβειας. Καθότι και ο άγιος Διονύσιος γράφει στο τέλος του κανόνα, ότι κανένας, άνδρας ή γυναίκα δεν μπορεί να συμμετέχει στη κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, αν είναι ακάθαρτος στη ψυχή ή στο σώμα. 

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2018

Θάνατος και Ανάσταση (στην πνευματική ζωή)


 
π. Παναγιώτης Βαρδουνιώτης - Ευχή
Η Καινή Διαθήκη: αρχαίο κείμενο, νεοελλ. μετάφραση σε απλή καθαρεύουσα.

Κάποιοι άνθρωποι, με αγαθή διάθεση μπορώ να ομολογήσω, έρχονται στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως και αφού εξομολογηθούν, ρωτούν:

 Πάτερ ποια είναι τα καθηκοντά μου απέναντι στο Θεό; 
Εννοώντας κάθε πότε πρέπει να έρχονται στην Εκκλησία, πότε να φέρνουν πρόσφορο, λάδι, κερί, λιβάνι κ.α. Κάθε πότε πρέπει να κοινωνούν, λές και είναι καθήκον και αυτό.

Βέβαια δεν φταίνε αποκλειστικά αυτοί οι άνθρωποι, αφού μια έτοια τυπική λατρείας καθηκοντολογίας παραλάβανε. Κάποτε ένας ιερέας είπε κάτι που είναι αλήθεια. Δικαιολογώντας την γλώσσα της λατρείας είπε: 

Η Εκκλησία είναι καθεστηκυία τάξις, καθεστώς. Αυτό είναι το δράμα που ζούμε όλοι οι χριστιανοί. Ενώ η ζωή της Εκκλησίας είναι μία διαρκής κίνηση, από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, εμείς οι βολεμένοι συνειδησιακά, την καταντήσαμε καθεστώς. Ένα έλος που από πάνω φαίνεται γαλήνιο και από κάτω πεθαίνει από την ακινησία. Ο Χριστός λέει στο ευαγγέλιο του Ματθαίου:
 «Μη νομίζετε ότι ήλθα να επιβάλω μια εξωτερική γαλήνη, αλλά ήλθα να βάλω μάχαιρα, διαίρεση» (Ματθ.10,34). 
Έναν πόλεμο μέσα στον άνθρωπο. 

Όπως μας λέει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή:

 «Ευχαριστούμαι και ευφραίνομαι στο νόμο του Θεού με όλη την ψυχή και την καρδιά και τον νου. Βλέπω όμως να κυριαρχεί στο σώμα μου άλλος νόμος, η δύναμη της αμαρτίας που αντιστρατεύεται και μάχεται όσα ο νους μου και η συνείδηση μου υποδεικνύουν ως ορθά και με υποδουλώνουν στο νόμο της αμαρτίας, ο οποίος κυριαρχεί στην αμαρτωλή ανθρώπινη φύση μου. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι εγώ δουλεύω σε δύο κυρίους. Με τον νου και την συνείδηση δουλεύω στο νόμο του Θεού, με το σώμα μου όμως δουλεύω στο νόμο της αμαρτίας» (Ρωμ.7,22-25).  
Αυτή η μάχη μεταξύ πνεύματος και ψυχής και σώματος είναι η ζωή του χριστιανού. Όχι για να εξολοθρεύσει το σώμα, αλλά για να φέρει ειρήνη μεταξύ ψυχής και σώματος. Το σώμα να επιθυμεί τα της ψυχής και η ψυχή να αναπαύει το σώμα. Έτσι η Εκκλησία δεν είναι καθεστώς, αλλά πόλεμος, θάνατος και ανάσταση. 

 
Εικ. από εδώ
 
Ο Χριστός λέει στον νυχτερινό μαθητή Νικόδημο:

 «Αλήθεια σου λέγω, εάν δεν αναγεννηθεί κανείς πνευματικώς, από το νερό του Βαπτίσματος και από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν μπορεί να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών» (Ιω.3,5. "Ν": ο συντάκτης ερμηνεύει το χωρίο, με σωστό τρόπο - στο αρχαίο λέει "εξ ύδατος και πνεύματος"). Όμως για να αναγεννηθεί κανείς σε κάτι νέο, απαιτείται ο θάνατος του παλιού, όπως μας λέει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή:
 «Όσοι με πίστη στον Χριστό έχουμε βαπτισθεί, είμαστε μέτοχοι και του θανάτου του. Έτσι όπως ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών, να αναστηθούμε και εμείς πνευματικώς μαζί του, ζώντας μια νέα ζωή, χωρίς να υπηρετούμε την αμαρτία» (Ρωμ.6,3-4). 
Το μυστήριο του Βαπτίσματος λοιπόν είναι θάνατος του παλαιού ανθρώπου, εκείνου που ήταν δούλος στην αμαρτία. Όμως και το Βάπτισμα σήμερα γίνεται ως καθήκον, τυπικά, και έτσι έχει χάσει την δυναμική του θανάτου. Ενός πνευματικού θανάτου που μας λυτρώνει από την δουλεία στην αμαρτία.
 Γιατί λέει ο απ. Παύλος: 
«Όπως ο νεκρός δεν μπορεί να αμαρτήσει, έτσι και αυτός που πέθανε μαζί με τον Χριστό, έχει πεθάνει για την αμαρτία» (Ρωμ.6,7).

Γι' αυτόν τον θάνατο και την ανάσταση μαζί με τον Χριστό γράφει ο όσιος Ηλίας ο Έκδικος: «Δεν σταυρώθηκε ακόμη μαζί με τον Χριστό εκείνος που εξακολουθεί να έχει φυσικές κινήσεις στη σάρκα του, ούτε έχει ταφεί μαζί με τον Χριστό εκείνος που σέρνει μαζί του κακές ψυχικές ενθυμήσεις. Πως λοιπόν θα αναστηθεί αυτός μαζί με τον Χριστό για να ζήσει την καινούργια ζωή;» Ακούγοντας καινούργια ζωή μην πάει ο νους σας στην Δευτέρα Παρουσία, αλλά στο τώρα. Ο Χριστός στο ευαγγέλιο του Ιωάννη λέει: «Αλήθεια σας λέγω, αυτός που ακούει τον λόγον μου και πιστεύει στον Θεό, έχει ζωή αιώνιο και δεν έρχεται σε κρίσει, αλλά μεταβαίνει διά του θανάτου στη αληθινή ζωή. Αλήθεια σας λέγω, ότι έρχεται ώρα και τώρα είναι αυτή η ώρα, που οι νεκροί πνευματικώς άνθρωποι θα ακούσουν τον λόγο του Θεού και όσοι τον ακούσουν και τον δεχθούν, θα αναστηθούν πνευματικώς και από τώρα θα ζήσουν την αιώνια ζωή» (Ιω.5,24-25). Συνεπώς ο θάνατος και η ανάσταση μαζί με τον Χριστό συμβαίνει τώρα και όχι σε κάποιο μέλλον. 




Ο Κύριος συζητά με το Νικόδημο (πίνκας του Αλεξάντερ Ιβάνοφ, από εδώ). Η συζήτηση αυτή καταγράφεται στο κεφ. 3 του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου.
 
Με την διαβεβαίωση του Χριστού ότι αν δεν πεθάνεις τώρα ως προς τον κόσμο της αμαρτίας και δεν αναστηθείς συν Χριστώ, στη Δευτέρα Παρουσία η σωματική σου ανάσταση θα είναι «κρίση αιώνιος» (Ιω.5,29). Είναι πολύ σοφή μια επιγραφή που υπάρχει στο Άγιον Όρος: «Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις». Γι αυτόν τον θάνατο για τον κόσμο μιλάει ο απ. Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή: «Διά της συμμετοχής μου στον σταυρό του Χριστού έχει πεθάνει ο κόσμος για μένα και εγώ για τον κόσμο» (Γαλ.6,14). 

Ερμηνεύει πολύ ωραία αυτό το χωρίο του απ. Παύλου, ο όσιος Ηλίας ο Έκδικος γράφοντας: «Εκείνοι για τους οποίους σταυρώθηκε ο κόσμος καρφιά είναι η νηστεία και η αγρυπνία. Δηλαδή η εγκράτεια στα υλικά αγαθά και η ταλαιπωρία της σάρκας. Ενώ για εκείνους που σταυρώθηκςν για το κόσμο καρφιά είναι η ακτημοσύνη, να μην εχεις τίποτα δικό σου και η καταφρόνηση, η περιφρόνηση κάθε τι γήινου. Χωρίς τα δεύτερα οι κόποι των πρώτων είναι ανώφελοι». Μας λέει ο όσιος Ηλίας ότι η νηστεία και η ταλαιπωρία πρέπει να οδηγούν στην ακτημοσύνη και στη καταφρόνηση των υλικών πραγμάτων, αλλιώς είναι τυπικές πρακτικές που δεν ωφελούν, αλλά μάλλον βλάπτουν. Και ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος για το ίδιο θέμα γράφει: «Εκείνος που μίσησε με όλη του την ψυχή και απαρνήθηκε την επιθυμία της σάρκας και την επιθυμία που προέρχεται από την όραση και την αλαζονεία του πλούτου, οι οποίες αποτελούν τον κόσμο της αδικίας, αυτός σταύρωσε τον κόσμο για τον εαυτό του και τον εαυτό του για τον κόσμο». Γι αυτό ο απ. Παύλος γράφει στους Γαλάτες: «Οι δε αληθινοί χριστιανοί έχουν νεκρώσει τον παλαιό σαρκικό άνθρωπο μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίες του». (Γαλ.5,24).

Ο χριστιανός κάθε μέρα πεθαίνει για τον κόσμο, αυτή είναι η πορεία του. 

Γι αυτό ο όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας από την εμπειρία του θα μας πει:
 «Όταν είσαι νεκρός για τα πάθη, τότε γίνεσαι μέτοχος της αιώνιας ζωής». Είναι γνωστή η ρήση των πατέρων ότι «για να λάβεις Πνεύμα, πρέπει να δώσεις αίμα». Εμείς οι χριστιανοί, επειδή λόγω της φιλαυτίας μας, αρνούμαστε να αρνηθούμε τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας μας, είμαστε χριστιανοί τυπικώς. Μετέχουμε στη λατρεία τυπικά, λες και ο Θεός είναι κάποιος απουσιολόγος και μερτάει πόσες φορές θα πάμε στην Εκκλησία. Η εκκοσμίκευση έχει την πρώτη θέση στη λατρεία. Και ας φωνάζει ο απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή:
 «Προσέχετε να μην συμμορφώνεσθε με το φρόνημα και το τρόπο ζωής του κόσμου, των ανθρώπων της υλόφρονης αυτής εποχής, αλλά να μεταμορφώνεσθε με το ξεκαινούργωμα του νου σας, ώστε να εξακριβώνετε ποιο είναι το θέλημα

του Θεού, το οποίο είναι αγαθό και τέλειο». (Ρωμ.12,2). Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος (εικ.) λέει ποιο είναι αυτό το θέλημα του Θεού:  
«Η τέλεια κάθαρση από την αμαρτία, η ελευθερία από τα πάθη της ατιμίας και η απόκτηση της κορυφαίας αρετής, της αγάπης. Αυτό είναι ο καθαρισμός της καρδιάς που γίνεται με τη μέθεξη του τέλειου και θεϊκού Πνεύματος, με εσωτερική αίσθηση».

Αντί όμως για αυτά, εμείς προσπαθούμε να καλοπιάσουμε τον Θεό με διάφορα υλικά πράγματα. Λες και ο Θεός είναι από ύλη, κτιστός και ευχαριστιέται με δωρεές υλικών πραγμάτων. Ξεχνούμε το λόγο του Χριστού: 

«Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτός εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». (Ιω.4,24) 
Και εμείς συνεχίζουμε να προσφέρουμε: 
 Αγογραφίες Αγίων και βάζουμε το όνομά μας από κάτω. Νομίζουμε ότι έτσι καλοπιάνουμε τον Άγιο.
 Ο Άγιος απέρριψε όλες τις γήινες τιμές για να γίνει άγιος και εμείς τον υποβιβάζουμε στη δική μας ματαιοδοξία.
 «Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», θα μας πει ο ιερός Χρυσόστομος. 
Τιμούμε έναν άγιο όταν προσπαθούμε να του μοιάσουμε στον τρόπο που έζησε. 
Να πεθάνουμε και εμείς όπως και αυτός για τον κόσμο. 
Π.χ. γεμίζουμε τους ναούς με λουλούδια. Στα βάζα λουλούδια, στις εικόνες λοιλούδια, παντού. Ο Χριστός είναι «ο ωραίος κάλλει» από μόνος του.

 Το να προσπαθούμε να τον ομορφήνουμε με λουλούδια, είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι δεν είναι και τόσο ωραίος. Η Παναγία μας, η υπέρτατη ανθρώπινη ομορφιά, την γεμίζουμε με λουλούδια, δείχνοντας ασέβεια σ’ αυτό που πραγματικά είναι η Παναγία. 
Ότι πιο ωραίο έχει να δείξει η ανθρώπινη φύση. Έτσι χάνεται η πνευματική ομορφιά και προσπαθούμε να επιδείξουμε μια εκκοσμικευμένη ομορφιά, καλύπτοντας την δική μας πνευματική ασχημοσύνη. 
Τι να απαντήσει κανείς σε μια κυρία που ήρθε και μου είπε:
 Πάτερ τώρα τελευταία έχει πέσει η δουλιά στο μαγαζί μου, θέλω να κάνω ένα ευχέλαιο. Πως να της δώσεις να καταλάβει τι είναι ο Χριστός;
Ο λαός είναι ακατήχητος και γι αυτό φταίμε εμείς οι παπάδες, που κρατάμε τους πιστούς ακατήχητους. Πιστεύουμε σε έναν Θεό που κύριο έργο του είναι να κάνει θαύματα. Θέλουμε να έχουμε όλα τα υλικά αγαθά, ψυγεία και καταψύκτες γεμάτα, σπίτια άνετα, στρώματα πουπουλένια, ακριβά αυτοκίνητα, δουλιές που να βγάζουν χρήματα, διακοπές, γλέντια, ηδονές σωματικές, ά και να μην ξεχάσουμε να έχουμε και έναν Θεό που να μας κρατάει υγιείς για να μπορούμε να απολαύσουμε όλα αυτά. 


Αλλά γιατί να μην τα κάνουν αυτά οι χριστιανοί, αφού πρώτα από όλους τα κάνουμε αυτά εμείς οι κληρικοί, από δεσποτάδες μέχρι πρεσβυτέρους και διακόνους.

 Κληρικοί ευτραφείς με ακριβά αυτοκίνητα και ποικιλόμορφα φανταχτερά άμφια. Όταν ο κλήρος είναι δούλος της εκκοσμίκευσης, τί θα κάνει ο απλός λαός;
 Όλοι κλήρος και λαός ζούμε για την καλοπέρασή μας, Όμως άλλα μας λένε οι εμπειρίες των αγίων. Γράφει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος:
«Όσο υπηρετεί κανείς την κοιλιά του, τόσο στερείται τη θεία Χάρη. Και στο βαθμό που θα ταλαιπωρήσει το σώμα του, ανάλογα θα χορτάσει από πνευματική τροφή της θείας Χάρης». Και ο μαθητής του ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος λέει:  

«Όταν λησμονήσεις το φαγητό και τις άλλες ανάγκες τις φύσης, ας γνωρίζεις ότι αυτή είναι επίσκεψη Θεού σε σένα, η οποία προξενεί στον αγωνιζόμενο τη ζωοποιό νέκρωση και χαρίζει από εδώ ήδη την κατάσταση των ασωμάτων».

Εν ολίγοις, πως πρέπει να ζει ο χριστιανός; Την απάντηση μας την δίνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (εικ.): «Στον Θεό αρέσει η αγάπη, η θεωρία ("Ν": στάδιο της πνευματικής ζωής, στο οποίο κάποιος βλέπει το θείο φως) και η προσευχή. Στη
σάρκα αρέσει η γαστριμαργία, η ακολασία και όσα αυξάνουν αυτά τα πάθη. Γι' αυτό όσοι είναι σαρκικοί, υπηρετούν την σάρκα, δεν αρέσουν στο Θεό. Ενώ όσοι ανήκουν πράγματι στον Χριστό, σταύρωσαν τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές απιθυμίες». Ο απ. Παύλος κάνει λόγο για αυτάρκεια και λέει:  

«Ας είμαστε ολιγαρκείς, γιατί τίποτε δεν φέραμε στο κόσμο κατά τη γέννησή μας και είναι ολοφάνερο ότι τίποτα δεν μπορούμε να βγάλουμε από το κόσμο και να το πάρουμε μαζί μας την ώρα του θανάτου μας. Όταν δε έχουμε τις αναγκαίες τροφές, κατοικία και σκεπάσματα, να αρκούμεθα σ’ αυτά» (Α’ Τιμ.6,7-8).

Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής θα μας πει:  

«Αν ο νους στραφεί προς τον Θεό, έχει το σώμα δούλο του και δεν του παρέχει τίποτα περισσότερο από τα αναγκαία για να ζήσει. Αν όμως στραφεί προς τη σάρκα, υποδουλώνεται στα πάθη και φροντίζει για να ικανοποιεί πάντοτε τις κακές επιθυμίες της». Έτσι λοιπόν η ζωή του χριστιανού δεν έχει καθήκοντα απέναντι στο Θεό, αλλά είναι πόθος θανάτου και ανάστασης. Καθημερινά πρέπει ο χριστιανός να πεθαίνει για το κόσμο, για τις αμαρτωλές επιθυμίες της σάρκας και της ψυχής για να ανασταίνεται πνευματικά εν Χριστώ. Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος λέει μια αλήθεια: Έχουν περάσει δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο και δεν καταλάβαμε τι μας είπε. Αλλά το πιο θλιβερό είναι ότι θα περάσει όλη μας η ζωή και δεν θα καταλάβουμε ότι δεν καταλάβαμε. Θα πιστεύουμε ψευδώς ότι τον καταλάβαμε.
πηγή

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2017

Πάντως βασιλείαν είπε την των ουρανών σοι, κόκκον...

Φωτογραφία του Panteleimon Krouskos.


"Πάντως βασιλείαν είπε την των ουρανών σοι, κόκκον. 
Ο δε κόκκος ούτος εστι, θείου Πνεύματος η χάρις.

 Ο δε κήπος η καρδία η εκάστου των ανθρώπων Ένθα ο λαβών το Πνεύμα βάλλει ένδον τε, και κρύπτει.
 Και φυλάττει μετά πάσης ακριβείας, όπως φύη, όπως γένηται εις δένδρον, εις ουρανών ανέλθη. Ει ουν λέγεις ουχί ώδε, αλλά μετά τέλος πάντες λήψονται την βασιλείαν, οι θερμώς ταύτης ορώντες, ανατρέπεις του Σωτήρος και Θεού ημών τους λόγους....... 
Πότε δε ει μη ενταύθα άλλοτε τον σπόρον λάβοις;
 Μετά θάνατόν μοι είπης; αλλά σφάλλης του εικότος. 
Ποίω κήπω τότε τούτον κατακρύψεις ερωτώ σε; 
Ποίαις δε ταις εργασίαις θεραπεύσεις, ίνα φύη; 
Όντως όλως γέμεις πλάνης, αδελφέ ηπατημένης".
(Ποίημα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου) 

Στο ποίημα αυτό του αγίου Συμεών φαίνεται καθαρά η εμπειρία των αγίων, ότι η βασιλεία του Θεού, δεν είναι μια κατάσταση αποκατάστασης που θα συμβεί στην άλλη ζωή, μετά θάνατον, αλλά συμβαίνει από τώρα μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, καθώς και ο Χριστός είπε "η βασιλεία του Θεού, εντός ημών εστί". Σε ελεύθερη ερμηνεία ο άγιος Συμεών τονίζει ότι η βασιλεία του Θεού μοιάζει με κόκκο σινάπεως ο οποίος φυτεύεται στη γη. Ο κόκκος αυτός είναι η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και η γη είναι η καρδιά του ανθρώπου. Εάν πούμε ότι η βασιλεία του Θεού δεν την λαμβάνουμε απ΄' αυτή την ζωή, τώρα, ανατρέπουμε το λόγο του Θεού. Και ρωτά ο άγιος. Πότε άλλοτε, αν όχι από εδώ θα λάβεις τον κόκκο, την χάριν του Παναγίου Πνεύματος; Αν μου πεις μετά θάνατο, πιθανόν σφάλλεις. Γιατί μετά θάνατον πως θα λάβεις τον κόκκο και σε ποιόν κήπο, καρδιά , θα τον φυτέψεις; Και ποιες εργασίες θα κάνεις για να θεραπεύσεις την καρδιά σου ώστε να βλαστήσει ο κόκκος, η βασιλεία του Θεού;
Δυστυχώς έχουμε εθιστεί σε μια ανόητη θεολογία της δύσης, η οποία δεν κατάλαβε ποτέ ότι η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας και την μεταφέρει ως μια κτιστή κατάσταση μετά θάνατον. Στην ευχή της αναφοράς, στη θεία Λειτουργία λέμε: "...και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν και ουκ απέστης πάντα ποιών έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν". Και όταν ξεπέσαμε, λόγω της αμαρτίας, εσύ πάλι μας σήκωσες και έκανες τα πάντα, ώσπου μας ΑΝΕΒΑΣΕΣ στον ουρανό και μας ΧΑΡΙΣΕΣ την βασιλεία την ΜΕΛΛΟΥΣΑ. Τόνισα τρεις λέξεις. Μας ανέβασες στον ουρανό (πνευματική κατάσταση) δεν θα μας ανεβάσεις σε κάποια άλλη ζωή. Μας χάρισες την βασιλεία σου, δεν θα μας την χαρίσεις σε κάποιο μέλλον. Και το μέλλουσα εδώ δεν σημαίνει χρόνο, αλλά τόπο. Ότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Η βασιλεία του Θεού είναι η από τώρα κατοίκηση του Τριαδικού Θεού μέσα στη καρδιά μας, δια της ακτίστου ενέργειας του Παναγιου Πνεύματος, της θείας χάριτος. Οπότε η βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή αποκατάσταση στο μέλλον, αλλά μετοχή του ανθρώπου στην Αγία Τριάδα, όσο το ανθρώπινο δυνατό, διά ,της άκτιστης χάρης του Παναγίου Πνεύματος. Για τον λόγο αυτό ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά Εκκλησία, σύναξη Θεού και ανθρώπων, από τώρα.

π. Παναγιώτης Βαρδουνιώτης

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...