Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 21, 2011

Πρωτ. Στυλιανός Θεοδωρογλάκης-Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Ἡ πηγή τοῦ Ἰακώβ, προτυπώνει τήν πηγή τῆς ζωῆς. Γιά αἰῶνες οἱ ἄνθρωποι δροσίζονται ἀπό τό νερό τῆς πηγῆς τοῦ Ἰακώβ πού βρίσκεται κοντά στή πόλη Σιχάρ τῆς Σαμαρείας, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας φαίνεται νά εἶναι εὐγνώμονες πρός τόν Ἰακώβ, γί’ αὐτό καί δέν ξέχασαν τό ὄνομά του.
Ἐδῶ θέλει τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο νά βρίσκεται σήμερα ὁ Χριστός, ἡ αὐθεντική πηγή τῆς ζωῆς. Ἐκτός ἐθνικῶν συνόρων καί μάλιστα σέ ἐχθρικό ἔδαφος. Πρῶτον γιατί ὁ Θεός δέν περιορίζεται σέ σύνορα καί δεύτερον γιατί δέν κλείνεται σέ ἔθνη καί λαούς. Βρίσκεται πάνω καί ἔξω ἄπ΄ὅλα αὐτά.
Αὐτά γιά ἐκείνους πού θεωροῦν τό Ἑβραϊκό ἔθνος ἐκλεκτόν του Θεοῦ ἤ τούς Ἕλληνες ὡς τήν ἐλίτ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέν χωρίζει τά ἔθνη καί τούς λαούς. Ἑνώνει καί ἑνοποιεῖ κάτω ἀπό τή στοργή καί τήν ἀγάπη Τοῦ «πάντα τά ἔθνη», γιά τοῦτο καί ὁ Χριστός παραγγέλλει στούς μαθητές Του: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη». Ἀλλά τό σημαντικό γιά μᾶς δέν εἶναι αὐτό μόνον ἀλλά τό ὅτι ὁ Χριστός ἐνδιαφέρεται μέ δική Του πρωτοβουλία μέ μία γυναίκα καί μάλιστα μέ μία γυναίκα ὕποπτης ἠθικῆς ὑπόστασης. Ζεῖ προφανῶς καί ἐμφανῶς στό χῶρο τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας, γιά τοῦτο καί στή πόλη της δέν εἶναι καί τόσο εὐυπόληπτη.
Ὁ Χριστός βρίσκει μία γυναίκα στόν δρόμο καί τήν κάνει μέ τή δική Του θέληση Ἅγια.
Τό σημειώνουμε αὐτό γιά αὐτούς πού ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ γυναίκα δέν ἔχει τήν πρέπουσα θέση στήν Ἐκκλησία μας. Ὁ Χριστός βγάζει τή γυναίκα ἀπό τόν κρυψώνα τοῦ γυναικωνίτη, ἀπό τήν ἀφάνεια καί τήν ἀνυποληψία καί τήν καθιστά ἄμεσα, κάθ΄ὑπέρβαση τῆς καθεστημένης τάξεως, ἰσότιμη συνομιλητή Του καί τῆς δίνει τήν εὐκαιρία ἐπίσης νά προχωρήσει στήν ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητάς της στήν κατά Χριστοῦ ζωή καί πολιτεία.
Τά ἐρωτήματα, πού βρίσκεται καί πού λατρεύεται ὁ Θεός εἶναι δικά της. Ζεῖ στήν ἁμαρτία τῆς ἀλλά ἔχει καί κάποτε προσδοκίες λύτρωσης. Ζεῖ τό ἠθικό σκοτάδι της, ἀλλά ἀτενίζει ψηλά στόν οὐρανό κάποιες θεῖες ἀκτίνες φωτός. Οἱ προβληματισμοί τῆς αὐτό ἀποκαλύπτουν.
Ἡ ἀπάντηση σαφής, καθαρή καί κρυστάλλινη ὅπως διατυπώνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα, ἄρα βρίσκεται παντοῦ καί στό ναό (ἑβραϊσμός) καί στό βουνό (Σαμαρεῖτες) καί στούς μεγαλοπρεπεῖς ναούς τῶν πόλεων καί στά ἐρημοκλήσια τῶν βουνῶν, καί στόν ἄνδρα καί τή γυναίκα, καί στόν ξένο καί τόν δικό μας καί τούς γηγενεῖς καί τούς ἐπισκέπτες μας κάθε λογής (τουρίστες , οἰκονομικούς μετανάστες κ.λ.π.)
Ὅσον ἀφορᾶ πώς λατρεύεται ὁ Θεός, ἡ ἀπάντηση εἶναι προφανής. Μέ τήν καρδιά καί τή συνείδηση, ἐν πνεύματι καί ἀληθεία. Ὄχι μέ ὑποκριτικές, θεατρικές πράξεις καί παραστάσεις. Μέ τό Θεό ὀφείλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς καί τίμιοι.
Μέ τό Θεό δέν παίζουμε «ὁ Θεός οὐ μυκτηρίζεται».
Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ, πού ἀγγίζει τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ λατρεία πού προάγει τήν ἐπικοινωνία, τήν συμφιλίωση, τήν ἑνότητα, τήν καταλλαγή ὅλων τῶν ἀνθρώπων κάθε τάξεως καί καταστάσεως.
Αὐτά εἶναι στοιχεῖα πού παράγουν πολιτισμό, ἀνάπτυξη, πρόοδο μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τῶν ὄρων. Εἶναι στοιχεῖα πού προάγουν τήν κοινωνία ποιοτικά, γιατί φέρνουν τόν ἄνθρωπο πιό κοντά στό Θεό, τόν ἁγιασμό καί τή χάρη, στοιχεῖα σέ δεύτερο καί ὑπέρτατο βαθμό ὁλοκλήρωσης τῆς προσωπικότητας στό θεανθρώπινο μοντέλο ζωῆς καί κοινωνίας.
Ἔχουμε τήν πηγή τῆς ζωῆς.
Τήν ἀγάπη ὁ Χριστός ἔχει βρεῖ τήν πηγή τῆς ζωῆς.
Ἀνήκει σέ μας νά βροῦμε τήν ἀγάπη.
Καί μαζί της τήν πηγή τῆς ζωῆς
Τόν Ἀναστάντα Κύριο.
Αὐτό εἶναι ἡ προσδοκία μας.
Αὐτός εἶναι ὁ ἀγώνας μας.
Αὐτό εἶναι ἡ εὐχή μας.
Ἡ Ἁγία Φωτεινή δάσκαλος καί ὁδηγός μας.
Πρωτ. Στυλιανός Θεοδωρογλάκης

Κυριακή της Σαμαρείτιδος – η Ευαγγελική περικοπή της Θ. Λ., ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, υμνολογική εκλογή.

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον Κεφ. Δ. 5 – 42.
Τω καιρώ εκείνω, έρχεται ο Ιησούς εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού” ήν δέ εκεί πηγή του Ιακώβ. Ο ούν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας, εκαθέζετο ούτως επι τη πηγή, ώρα ήν ωσεί έκτη. Έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς, δός μοι πιείν. Οι γάρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πόλιν ίνα τροφάς αγοράσωσι. Λέγει ούν Αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις” πώς Σύ Ιουδαίος ών, παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος? Ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις. Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή” ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τίς εστιν ο λέγων σοι, δός μοι πιείν, σύ άν ήτησας αυτόν, και έδωκεν άν σοι ύδωρ ζών. Λέγει αυτώ η γυνή” Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ” πόθεν ούν έχεις το ύδωρ το ζών? Μή Σύ μείζων εί του πατρός ημών Ιακώβ, ός έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε, και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού? Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή” πάς ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν, ός δι’ άν πίη εκ του ύδατος ού εγώ δώσω αυτώ, ου μή διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. Λέγει προς Αυτόν η γυνή” Κύριε, δός μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μή διψώ, μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν. Λέγει αυτή ο Ιησούς” ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου, και ελθέ ενθάδε. Απεκρίθη η γυνή και είπεν” ουκ έχω άνδρα. Λέγει αυτή ο Ιησούς” καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω’ πέντε γάρ άνδρας έσχες, και νύν όν έχεις ουκ έστι σου ανήρ, τούτο αληθές είρηκας. Λέγει Αυτώ η γυνή” Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης εί σύ. Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν, και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δεί προσκυνείν. Λέγει αυτή ο Ιησούς” γύναι, πίστευσόν μοι, ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω Πατρί. Υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν, ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. Αλλ’ έρχεται ώρα, και νύν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω Πατρί εν Πνεύματι και αληθεία’ και γάρ ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας Αυτόν. Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δεί προσκυνείν. Λέγει Αυτώ η γυνή” οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός. Όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. Λέγει αυτή ο Ιησούς” εγώ ειμι ο λαλών σοι. Και επι τούτω ήλθον οι μαθηταί Αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει. Ουδείς μέντοι είπε, τί ζητείς ή τί λαλείς μετ’ αυτής. Αφήκεν ούν την υδρίαν αυτής η γυνή, και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει τοις ανθρώποις” δεύτε ίδετε άνθρωπον ός είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. Μήτι ούτός εστιν ο Χριστός? Εξήλθον ούν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς Αυτόν. Εν δέ τω μεταξύ ηρώτων Αυτόν οι μαθηταί λέγοντες” ραββί, φάγε. Ο δέ είπεν αυτοίς” εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ήν υμείς ουκ οίδατε. Έλεγον ούν οι μαθηταί προς αλλήλους, μή τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν? Λέγει αυτοίς ο Ιησούς” εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με, και τελειώσω Αυτού το έργον. Ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θερισμός έρχεται? Ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισι προς θερισμόν ήδη. Και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει, και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. Εν γάρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. Εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε’ άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισεληλύθατε. Εκ δέ της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις Αυτόν των Σαμαρειτών, δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. Ως ούν ήλθον προς Αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων Αυτόν μείναι παρ’ αυτοίς, και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. Και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον Αυτού. Τη τε γυναικί έλεγον, ότι ουκέτι δια την σήν λαλιάν πιστεύομεν’ αυτοί γάρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός.
Απόδοση.
Έφτασε λοιπόν ο Ιησούς σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στον γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ.
Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι· ήταν γύρω στο μεσημέρι. Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν΄ αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δωσ΄ μου να πιώ». Εκείνη του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πως
μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» – επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού, και ποιος είν΄ αυτός που σου λέει «δωσ΄ μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα:
«Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, το΄ χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ· ήπιε απ΄ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ΄ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ΄ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ΄ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα:
«Κύριε, δωσ΄ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου, κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, δεν έχω άντρα· γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις, δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ΄ αυτό
το βουνό· εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ΄ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως
λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήλθε κιόλας, που οι πραγματικοί λάτρεις θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός· όταν έλθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη
την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» Τότε η γυναίκα
άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου· μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ΄ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακαλούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός
όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του΄ φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε «τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός». Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει
η παροιμία «άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι΄ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ΄ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε:
«Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν
πολύ περισσότερο ακούγοντας τα λόγια του, κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει, και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».
Επιμέλεια κειμένου Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.
Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά
Ομιλία επί του Ευαγγελίου του Χριστού περί της Σαμαρείτιδος
Όλη αυτή την περίοδο που διανύουμε τώρα, επεκτεινόμενη σε πενήντα μέρες, εορτάζομε την από τους νεκρούς ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, δεικνύοντας με αυτή την παράταση την υπεροχή της απέναντι στις άλλες εορτές.
Πραγματικά όλοι όσοι αναστήθηκαν από τους νεκρούς, αναστήθηκαν από άλλους και, αφού πέθαναν πάλι, επέστρεψαν στη γη. Ο δε Χριστός, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν κυριεύεται πλέον καθόλου από το θάνατο, γιατί δεν επέστρεψε πάλι στη γη, αλλά ανέβηκε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας, που είχε λάβει ομόθρονο με το Πατέρα, ως ομόθεο.
Είναι ο μόνος που έγινε αρχή της μελλοντικής αναστάσεως όλων και πρωτότοκος από τους νεκρούς και πατέρας του μέλλοντος αιώνος.
Και όπως όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, πεθαίνουν στον Αδάμ, έτσι στοn Χριστό θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, αλλά ο καθένας στην τάξη του. Όταν καταργήσει κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη, και θέσει όλους τους εχθρούς του κάτω από τα πόδια του, τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί είναι ο θάνατος, κατά την κοινή ανάσταση.
Ο Κύριος, κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας πριν από το πάθος, δεικνύει στους μαθητές ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει μόνο ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά και ανάμεσα στους Εθνικούς, στην σημερινή περικοπή του ευαγγελίου.
Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ, που ήταν η ακρόπολή της, και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).
Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας, ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.
Αυτή αντελήφθη από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος, και θαύμασε πώς ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιει νερό, εσύ θα του ζητούσες, και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε, θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων, οι οποίοι έμαθαν σαφώς, εσταύρωσαν έπειτα ωστόσο τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους, ακόμα και τους μισητούς από τους Ιουδαίους εθνικούς, και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί πού θα βρει νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από τον τόπο, και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το νερό που θα σου δώσω θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί, και οδηγείται προς την πίστη, και ζήτησε να το λάβει για να μην ξαναδιψάσει. Ο Κύριος, θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε, και ότι αυτός που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε υψηλά ζητήματα.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά πού πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ’ αυτόν τον τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει την απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα, που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν τον Πατέρα κατά Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο, και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι’ αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατά Πνεύμα και αλήθεια. Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το παν. Παντού είναι ο Θεός, όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.
Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.
Η Σαμαρείτιδα, καθώς άκουσε από τον Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό, που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πώς ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από πού θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή, της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας την υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες προς τον Χριστό, και αργότερα, με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή), σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 71 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου Δημήτρης Δημουλάς.
Υμνολογική εκλογή.
Δόξα των Κεκραγαρίων του εσπερινού. Ήχος πλ. β’
Παρά το φρέαρ τού Ιακώβ, ευρών ο Ιησούς την Σαμαρείτιδα, αιτεί ύδωρ παρ’ αυτής, ο νέφεσι καλύπτων την γήν. Ω του θαύματος! Ο τοις Χερουβίμ εποχούμενος, πόρνη γυναικί διελέγετο, ύδωρ αιτών, ο εν ύδασι την γήν κρεμάσας, ύδωρ ζητών, ο πηγάς και λίμνας υδάτων εκχέων, θέλων ελκύσαι όντως αυτήν, την θηρευομένην υπό τού πολεμήτορος εχθρού’ και ποτίσασθαι ύδωρ ζωής, την φλεγομένην εν τοις ατοπήμασι δεινώς” ως μόνος εύσπλαγχνος και φιλάνθρωπος.
όταν συνάντησε ο Ιησούς τη Σαμαρείτιδα, κοντά στο πηγάδι του Ιακώβ, ζήτησε από αυτήν να πιεί νερό, Αυτός που με σύννεφα γεμάτα νερό καλύπτει τη γη. Ωθαύμα που συμβαίνει! Ο μεταφερόμενος στα Χερουβίμ, να συζητά με μια αμαρτωλή γυναίκα, παρακαλώντας την για νερό, Αυτός που κρέμασε πάνω στα νερά την γη! Ζητά νερό Αυτός που χύνει τα νερά των πηγών και των λιμνών, θέλοντας να προσελκύσει κοντά Του αυτήν που έιχε συλλάβει ο εχθρός διάβολος, για να ποτίσει με το νερό της Ζωής, αυτήν που φλέγοταν από τα αμαρτήματα της” Αυτός ο μόνος εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος.
Κοντάκιον ήχος πλ. δ’
Πίστει ελθούσα εν τω φρέατι, η Σαμαρείτις εθεάσατο, το της σοφίας ύδωρ Σε, ώ ποτισθείσα δαψιλώς βασιλείαν την άνωθεν εκληρώσατο, αιωνίως η αοίδιμος.
Όταν ήλθε στο πηγάδι του Ιακώβ η Σαμαρείτιδα γυναίκα, είδε και γνώρισε με την πίστη της Εσένα Κύριε, Το νερό της ζωής. Αφού λοιπόν ποτίσθηκε άφθονα και δροσίσθηκε με αυτό το Άγιο και αστείρευτο ύδωρ, πήρε σαν κληρονομιά για τον εαυτό της την αιώνια βασιλεία. Με την πίστη της, τη ζωή της και το μαρτύριό της στη συνέχεια, έμεινε για πάντα στην μνήμη των ανθρώππων.
Ο Οίκος
Των σεπτών μυστηρίων ακούσωμεν, Ιωάννου ημάς εκδιδάσκοντος, τα εν τη Σαμαρεία γινόμενα, πώς γυναικί ωμίλει ο Κύριος, ύδωρ αιτήσας, ο τα ύδατα εις τας συναγωγάς αυτών συνάξας, ο Πατρί και τω Πνεύματι σύνθρονος’ ήλθε γάρ εκζητών την εικόνα αυτού, αιωνίως, ως αοίδιμος.
Ας ακούσουμε τον άγιο ευαγγελιστή Ιωάννη που μας διδάσκει τα άγια και σεβάσμια μμυστήρια, τα οποία συνέβησαν στη Σαμάρεια” πώς δηλαδή ο Κύριος συνομιλούσε με μια γυναίκα, και ζητούσε από αυτή νερό να πιει, Αυτός που έχει κλείσει τα νερά του σύμπαντος στις θέσεις τους, Αυτός που είναι σύνθρονος με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα. Γιατί ο Κύριος ήλθε για να ζητήσει και να σώσει τον άνθρωπο, την δική Του εικόνα, και να του χαρίσει την αιωνιότητα, αφού μόνος Αυτός υπάρχει και θα υπάρχει για πάντα.
Συναξάριον
Τη αυτή ημέρα, Κυριακή πέμπτη από του Πάσχα, την της Σαμαρείτιδος εορτήν εορτάζομεν.
Κατά την πέμπτη Κυριακή από το πάσχα εορτάζουμε την εορτή της Σαμαρείτιδος.
Στίχοι
• Ύδωρ λαβείν ελθούσα το φθαρτόν, γύναι,
• Το ζών απαντλείς, ώ ρύπους ψυχής πλύνεις.
Ενώ ήλθες να πάρεις το φθαρτό νερό, γυναίκα, αντλείς το ζωντανό και αθάνατο νερό, τον Χριστό, με το οποίο μπορέις να πλύνεις κάθε αμαρτία, που ρυπαίνει την ψυχή σου.
Ταις της σής Μάρτυρος Φωτεινής πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς.
Αμήν.
Με τις πρεσβείες της μάρτυρός Σου Φωτεινής, Χριστέ ο Θεός μας, ελέησε και σώσε μας.
Εξαποστειλάριον της Σαμαρείτιδος. Γυναίκες ακουτίσθητε.
Σαμάρειαν κατέλαβες, Σωτήρ μου παντοδύναμε, και γυναικί ομιλήσας, εζήτεις ύδωρ του πιείν, ο εκ πέτρας ακροτόμου, πηγάσας ύδωρ, Εβραίοις, ήν προς πίστιν σην έλαβες” και νύν ζωής απολαύει, εν ουρανοίς αιωνίως.
Κύριε, Συ ο παντοδύναμος Σωτήρας μας, κάθισες στη Σαμάρεια και συνομιλούσες με μια γυναίκα, ζητώντας της νερό να πιεις, Σύ που από έναν απόκρημνο βράχο πήγασες νερό για τους Εβραίους. Αυτήν λοιπόν την γυναίκα την έφερες στην δική Σου πίστη, και τώρα απολαμβάνει αιωνίως στους ουρανούς κοντά Σου.
Της Μεσοπεντηκοστής Όμοιον
Μεσούσης παραγέγονας, της εορτής φιλάνθρωπε, εν ιερώ και ελάλεις’ οι δίψης έμπλεοι προς με, έλθετε και αρύσασθε, ύδωρ ζών και αλλόμενον, δι’ ού τρυφής και χάριτος, ζωής τε της αθανάτου, επαπολαύσετε πάντες.
Ενώ η εορτή βρισκόταν στο μέσο της, Κ΄΄υριε, ΄έφθασες και στάθηκες στο ιερό, και φώναξες: Οσοι είναι γεμάτοι από πνευμματική δίψα, ας έλθουν κοντά μου και ας αντλούν το ύδωρ της ζωής, που πηγάζει και πηδά και δεν το εμποδίζει κανείς, από το οποίο θα απολαύσετε όλοι ευφροσύνη, χαρά, Θεία Χάρη και αιώνια ζωή.
Δόξα των αίνων. Ηχος Πλ. Β.
Η πηγή της ζωαρχίας, Ιησούς ο Σωτήρ ημών, επί την πηγήν επιστάς του Πατριάρχου Ιακώβ, πιείν εζήτει ύδωρ, παρά γυναικός Σαμαρείτιδος. της δέ το ακοινώνητον των Ιουδαίων προσειπούσης, ο σοφός δημιουργός μετοχετεύει αυτήν, ταις γλυκείαις προσρήσεσι, μάλλον προς αίτησιν του αϊδίου ύδατος” ό και λαβούσα, τοις πάσιν εκήρυξεν ειπούσα, Δεύτε, ίδετε των κρυπτών γνώστην και Θεόν, παραγενόμενον σαρκί, δια το σώσαι τον άνθρωπον.
Ο Χριςστός και Θεός μας, η πηγή και αρχή πης πραγματικής ζωής, αφού έφθασε και κάθισε στην πηγή του πατριάρχου Ιακώβ, ζητούσε νερό να πιεί, από μ΄ία γυναίκα Σαμαρείτιδα. Και όταν αυτή του είπε πως οι Ιουδαίοι δεν έχουν επικοινωνία με τους Σαμαρείτες, οΚύριος, ο σοφός δημιουργός, την κατευθύνει με γλυκά λόγια ώστε να ζητήσει το αιώνιο και αθάνατο Νερό. Και όταν εκείνη έλαβε αυτό το νερό, εκήρυξε σε όλους τους συμπατριώτες της: Ελάτε να δέιτε Αυτόν που γνωρίζει όλα τα κρυφά των ανθρώπων, Αυτόν που ως Θεός και ως άνθρωπος ήλθε στον κόσμο, για να σώσει τον άνθρωπο.
Της Μεσοπεντηκοστής” δόξα. και νύν. Ήχος πλ. β’
Της εορτής μεσούσης, της σής Χριστέ Αναστάσεως, και θείας παρουσίας του Αγίου Σου Πνεύματος, συνελθόντες, των θαυμάτων σου ανυμνούμεν τα μυστήρια” εν ή κατάπεμψον ημίν το μέγα έλεος.
Ενώ βρισκόμαστε στο μέσον της εορταστικής περιόδου μεταξύ της Αναστάσεώς Σου και της παρουσίας του Αγίου Σου Πνεύματος, Κύριε, έχουμε συγκεντρωθεί και ανυμνούμε τα μυστήρια των θαυμάτων Σου. Σε αυτή την εορτή, στείλε μας, Κύριε, το μέγα Σου έλεος.
Απόδοση, Ιωάννης Τρίτος

Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Πασσάς -Κυριακή της Σαμαρείτιδοσ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
(Ἰω. δ΄5-42)
Εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες φορὲς ποὺ ὁ Χριστὸς ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάποιο ὑλικὸ ἀγαθό. Ὅπως σ᾿ αὐτὴ τὴν συνάντησή Του μὲ τὴν Σαμαρείτιδα στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, κατὰ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη. Τῆς ζητεῖ νὰ τοῦ προσφέρει τὸ νερό· «δός μου νὰ πιῶ». Ζητεῖ τὴ βοήθειά της μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ νεροῦ γιὰ νὰ ξεδιψάσει.
Ἐτούτη ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Χριστοῦ ἔχει μιὰν ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἐκφράζει ἕνα σοβαρότατο λόγο. Ἡ ζήτηση τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν σημαίνει πὼς ἔχει ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλὰ γίνεται γιὰ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς ἀνθρώπους νὰ Τοῦ προσφέρουν ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη στὴν καθημερινότητά τους.
Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνέργειά Του αὐτὴ ζητεῖ «τὸ ἔλασσον» τὸ λιγότερο, γιὰ νὰ προσφέρει τὸ «μεῖζον», τὸ μεγαλύτερο, δηλαδὴ τὰ δῶρα Του, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν διατηροῦν. Γιατὶ Αὐτὸς μονάχα μπορεῖ νὰ δώσει, νὰ προσφέρει αὐτὰ τὰ οὐράνια δῶρα. Ζητεῖ τὸ γήϊνο νερὸ γιὰ νὰ ξεδιψάσει τὴν ἀνθρώπινη δίψα καὶ προσφέρει «τὸ ζωντανὸ νερό, ποὺ εἶναι ἱκανὸ νὰ κατασιγάση γιὰ πάντα τὴ δίψα τῶν ἀνθρώπων». Ἔτσι στὴν προσφορὰ τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ὁ Χριστὸς ἀντιπροσφέρει «τὸ μέγιστο, τὸ αἰώνιο νερὸ, ποὺ δὲν στερεύει ποτέ». Τὰ οὐράνια δῶρα Του, «ποὺ ἔχουν τὶς διαστάσεις στὶς ἀσύλληπτες κι ἀπίθανες, ποὺ μονάχα ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ συλλάβη...».
Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀκόμη χαρακτῆρα ἀντιεγωϊστικό. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐμφορεῖται ἀπὸ ἐγωϊσμὸ ὅτι δηλαδὴ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ δίδει. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ φαίνεται πὼς Αὐτὸς μόνο εἶναι ἱκανός. Γιατὶ τότε ταπεινώνει τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν, νὰ προσφέρουν. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν, ἀφοῦ δὲν ἔχουν κάτι δικό τους. Τὰ πάντα ἀνήκουν στὸ Θεό.
Μὰ καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ δώσουν στὸ Χριστὸ κάτι ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Κι αὐτὸ τοὺς δίδει μεγάλη χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση, ὅτι κι αὐτοὶ μποροῦν νὰ δίδουν στὸν Χριστὸ ἔστω καὶ ἂν αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ δικά Του.
Ἄλλωστε στὴ θεία Εὐαχριστία τὸ λἐμε ξεκάθαρα. Λέμε λοιπὸν πὼς προσφέρουμε τὰ δικά Του ἀπὸ τὰ δικά Του. «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν Σὺ προσφέρομεν...» Κι αὐτὸ εὐχαριστεῖ τὸν Χριστὸ γιατὶ δίδει τὴν εὐκαιρία στοὺς ἄνθρώπους νὰ Τοῦ προσφέρουν ὡς ἀδελφοί Του, πλασμένοι κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωση δική Του.
Ὁ Χριστὸς λοιπὸν δέχεται τ᾿ ἀνθρώπινα δῶρα, ποὺ προσφέρονται μὲ ἀγάπη. Ἔστω αὐτὰ τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Ἔτσι δὲν νοιώθουν ταπεινωμένοι, ἀντίθετα εἶναι εὐτυχεῖς γιατὶ μποροῦν νὰ προσφέρουν αὐτὸ τὸ λίγο καὶ τὸ μικρό. Κι᾿ αὐτὸ τὸ λίγο καὶ τὸ μικρό, ποὺ προσφέρεται μὲ ἀγάπη, ὁ Χριστὸς τὸ κάνει μεγάλο καὶ πολύ.
«Μονάχα ὁ ἄκρατος ἐγωϊσμὸς ἔχει τὴν ἀποκρουστικὴ ἀπαίτηση νἆναι μονάχα δότης». Ὁ Χριστὸς ὅμως, ποὺ λειτουργεῖ ὁλωσδιόλου ἀντίθετα, ὄχι «μονάχα δέχεται τ᾿ ἀσήμαντα δῶρα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ζητεῖ τὸ ἐφήμερο, γιὰ νὰ ἀντιδωρίση τὸ αἰώνιο». Ὅπως ἔκανε μὲ τὴν Σαμαρείτιδα· ζητεῖ νερὸ καὶ προσφέρει τὸ νερὸ τὸ αἰώνιο.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμός Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν μονολογεῖ στὴν αγάπη, μὰ διαλέγεται μὲ τοὺς ἀδελφούς Του, σ᾿ ἕνα διάλογο «ὑψηλοῦ τόνου καὶ ὑψηλῆς πνοῆς». Δηλαδὴ δίδει τὴν ἀγάπη Του καὶ παρέχει τὴν εὐκαιρία στοὺς ἀνθρώπους ν᾿ ἀπαντήσουν μὲ τὴν δική τους ἀγάπη.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, βλέπουμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ὁ Χριστὸς στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ νὰ ζητεὶ νερὸ ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα. Νὰ «ζητιανεύει» τὴ βοήθειά της καὶ νὰ ζητεῖ τὴν παροχὴ ἑνὸς ὑλικοῦ ἀγαθοῦ. Ἐνῶ Αὐτὸς ὡς Θεός, τὰ ἔχει ὅλα καὶ τὰ ὁρίζει ὅλα. Ἂν κινήσει τὸ χέρι Του τὰ πάντα ὑπακούουν. Ὁ ἱερὸς ψαλμωδὸς Δαυΐδ θὰ ἀναφέρει σχετικά: «Ὅταν Ἐσὺ ἀνοίξης τὴν χεῖρα σου, θὰ σκορπίσης τόσα ἀγαθά, ὥστε τὰ σύμπαντα θὰ γεμίσουν ἀπὸ τὸ πλῆθος τὼν εὐεργεσιῶν καὶ δωρεῶν σου». Ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος θὰ περιγράφει τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιπλήξεως τῆς θαλάσσης: «Σώπα, βουβάθητι! Καὶ κατέπεσεν ὁ ἄνεμος καὶ ἔγινε μεγάλη γαλήνη στὴν θάλασσαν».
Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ὁρίζει τὰ πάντα καὶ τὰ κατευθύνει, καταδέχεται νὰ ζητεῖ νερὸ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ παρέχει τὴν εὐκαιρία νὰ Τοῦ τὸ προσφέρει. Ἔτσι, αἰσθάνεται τιμημένος καὶ εὐλογημένος. Ὅτι μπορεῖ κι αὐτὸς νὰ ζεῖ τὴ χαρὰ νὰ προσφέρει τὸ πιὸ μικρὸ καὶ ἀσήμαντο.
Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μᾶς τιμᾶ. Καὶ μᾶς δίδει ὅλα τ᾿ ἀγαθά Του πλουσιοπάροχα. Ὅλα τὰ δῶρα Του γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ταυτόχρονα δίδει εὐκαιρίες σὲ ἑμᾶς νὰ Τοῦ ἀντιπροσφέρουμε τὰ δικά Του πάλι μὲ ἀγάπη, τιμὴ καὶ σεβασμό. Καὶ εἶναι ὅ,τι καλύτερο καὶ ὡραιότερο, νὰ μάθουμε ὄχι μόνο νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό, μὰ καὶ νὰ Τοῦ προσφέρουμε τὸ καλύτερο, τὴν καρδιά μας.
Γράφει: Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Πασσάς

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. δ΄ 5-42
5 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν  Ἰακὼβ  Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ  Ἰακώβ. ὁ οὖν  Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ  Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται  Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν  Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν  Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν  Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28  Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.
31  Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ  Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39  Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

Στο πηγάδι του Ιακώβ

Το νερό της ζωής

Είναι καταμεσήμερο και λίγο έξω από την πόλη της Σαμάρειας Συχάρ, στο πηγάδι του Ιακώβ, ο Κύριος κάθεται να ξεκουραστεί. Ο τόπος έρημος, μα κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει με τη στάμνα της για να πάρει νερό.
Καθώς την βλέπει ο Κύριος, της λέει: «Δως  μου να πιω». Η γυναίκα απορεί: «Πώς εσύ τολμάς και ζητάς νερά από μένα, μια Σαμαρείτισσα;» Και ο Χριστός της αποκρίνεται: «Εάν γνώριζες τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και ποιος σου ζητά νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό που δεν στερεύει ποτέ». Η γυναίκα δεν κατάλαβε και ρωτά: «Κύριε, ούτε στάμνα έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού λοιπόν έχεις το αστείρευτο νερό;» Και ο Χριστός της απαντά: «Καθένας που πίνει από το νερό αυτό του πηγαδιού, θα διψάσει πάλι. Εκείνος όμως που θα πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει ποτέ, αλλά θα αναβλύζει από την ψυχή του αστείρευτο νερό για να του χαρίζει ζωή αιώνια».
— Κύριε, δως μου το νερό αυτό, παρακαλεί έκπληκτη η γυναίκα, για να μη διψώ ποτέ.
Ο Κύριος τότε της λέει: «Πήγαινε και φέρε εδώ και τον άνδρα σου». «Δεν έχω άνδρα», απαντά εκείνη.
Κι ο παντογνώστης Κύριος της αποκαλύπτει όλη της τη ζωή: «Αλήθεια είπες. Πέντε άνδρες έχεις πάρει κι αυτός που τώρα έχεις δεν είναι άνδρας σου».
Η γυναίκα σαστίζει: «Κύριε, καταλαβαίνω ότι είσαι προφήτης. Πες μου, πού πρέπει να προσκυνούμε τον Θεό, στο βουνό μας Γαριζείν ή στα Ιεροσόλυμα;» Και ο Κύριος απαντά: «Σε λίγο καιρό ούτε μόνο στο Γαριζείν ούτε μόνο στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Θεό. Ο Θεός είναι πνεύμα, κι όσοι Τον λατρεύουν, πρέπει να Τον προσκυνούν με αφοσίωση και επίγνωση».
Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα: «Γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας. Όταν έλθει εκείνος, θα μας τα διδάξει όλα».
-Εγώ είμαι ο Μεσσίας! απαντά ο Κύριος.
Η γυναίκα τότε ενθουσιασμένη άφησε τη στάμνα της εκεί, έφυγε στην πόλη και άρχισε να φωνάζει: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός;» Και οι Σαμαρείτες άρχισαν να έρχονται προς το πηγάδι, να δουν τον Κύριο σαν τα διψασμένα ελάφια προς την πηγή.
Ποιο όμως είναι «τό ὕδωρ τό ζῶν» για το οποίο μίλησε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα; Είναι η Χάρις του Θεού. Ο Κύριος πήρε αφορμή από το φυσικό νερό του πηγαδιού και τη φυσική δίψα κάθε ανθρώπου για να διδάξει το μυστήριο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η ζέστη του μεσημεριού, ο έρημος τόπος, το πηγάδι, η στάμνα, το νερό, η δίψα, όλα συντέλεσαν ως εικόνες για να περιγράψει ο Κύριος το μυστήριο της θείας Χάριτος, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει. Και ονομάζει ο Κύριος τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι η Χάρις του Θεού καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου από κάθε μολυσμό, την ξεκουράζει και τη δροσίζει από το λίβα της αμαρτίας. Και τη ζωογονεί, ικανοποιεί όλους τους ανώτερους πόθους της, τη γεμίζει με όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, της μεταγγίζει ζωή αιώνιο.
Και το νερό αυτό της ζωής μάς το παρέχει ο Κύριος όχι στο πηγάδι του Ιακώβ αλλά στην αγία του Εκκλησία. Εκεί με τα ιερά Μυστήρια μας μεταγγίζει ζωή, μας παρέχει άφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μας αναγεννά σε νέα ζωή, όπως συνέβη και με τη Σαμαρείτιδα, η οποία έγινε στο εξής αφοσιωμένη μαθήτρια του Κυρίου, ισαπόστολος, αγία, η αγία Φωτεινή. Και έτρεξε στα πέρατα της γης για να μεταδώσει το μυστήριο που έζησε, το μυστήριο της θείας Χάριτος.

Οι ψυχές περιμένουν

Μόλις επέστρεψαν οι μαθητές στο πηγάδι, παρακάλεσαν τον Κύριο να φάει κάτι. Αυτός όμως τους είπε: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα του Πατρός μου, να εργάζομαι τη σωτηρία των ανθρώπων. Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα πλήθη των Σαμαρειτών που έρχονται. Όλοι αυτοί είναι πνευματικά χωράφια έτοιμα για θερισμό. Οι προφήτες πριν από εμένα κι εγώ κατόπιν έσπειρα σ’ αυτά και θα θερίσετε εσείς. Όπως και στο μέλλον, θα σπείρετε εσείς και θα θερίσουν οι διάδοχοί σας».
Όταν οι Σαμαρείτες έφθασαν στο πηγάδι, άκουγαν με πόθο τα λόγια του Μεσσία· και Τον παρακαλούσαν να μείνει για πάντα μαζί τους. Και ο Κύριος έμεινε στην πόλη τους δυο μέρες και τους δίδαξε μεγάλες αλήθειες. Και πίστεψαν σ’ Αυτόν πολλοί και ομολογούσαν ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός.
Οι Σαμαρείτες ήταν ένα πνευματικό χωράφι έτοιμο για θερισμό. Πλήθος ψυχών που ποθούσαν να ακούσουν το κήρυγμα του Χριστού και να σωθούν. Γι’ αυτό παρακάλεσαν τον Κύριο να μείνει στην πόλη τους. Δεν είχαν δει πολλά θαύματα. Ένα τους συγκλόνισε, η μεταστροφή της συμπατριώτισσάς τους. Και ο Κύριος με το λόγο του και με τη χάρη του τους βοήθησε να πιστέψουν και να μετανοήσουν.
Αλλά οι Σαμαρείτες εκείνοι αποτελούσαν μία προτύπωση, μια εικόνα όλης της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας που χωρίς συχνά να το συνειδητοποιεί, διψά να ακούσει το μήνυμα της λυτρώσεως, να ξεδιψάσει από το ύδωρ της ζωής. Πόσοι άνθρωποι και σήμερα βρίσκονται στην άγνοια, στην πλάνη, στο σκοτάδι! Και ζητούν λίγη χαρά, λίγη ανάπαυση. Ζητούν κάπου να πιαστούν, κάπου να βρουν λίγη ελπίδα, λίγο φως. Κι έχουμε χρέος όλοι μας να κάνουμε το έργο της Σαμαρείτιδος. Να μιλήσουμε σ’ αυτούς με το λόγο μας και με το παράδειγμά μας για την εμπειρία της εν Χριστῷ ζωής. Οι ψυχές πολλές και περιμένουν. Είναι έτοιμες για θερισμό. Κάποιος πρέπει να τρέξει κοντά τους.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Μαίου 2011.Ευαγγελιστής Ιωάννης δ΄5-42 Κυριακή Της Σαμαρείτιδος.


 




Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Μαίου 2011.
Ευαγγελιστής Ιωάννης δ΄5-42 Κυριακή Της Σαμαρείτιδος.


Κείμενο:
Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού· ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ. ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη. έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. λέγει αυτή ο Ιησούς· δος μοι πιείν. οι γαρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πόλιν ίνα τροφάς αγοράσωσι. λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· πως συ Ιουδαίος ων παρ΄ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις. απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστίν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ, ος έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν· ος δ΄ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δος μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψώ μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. απεκρίθη η γυνή και είπεν· ουκ έχω άνδρα. λέγει αυτή ο Ιησούς· καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω· πέντε γαρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθές είρηκας. λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί. υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν· ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. αλλ΄ έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν. λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. λέγει αυτή ο Ιησούς· εγώ ειμί ο λαλών σοι. και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μέντοι είπε, τι ζητείς ή τι λαλείς μετ΄ αυτής; Αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει τοις ανθρώποις· δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπε μοι πάντα όσα εποίησα· μήτι ούτος εστίν ο Χριστός; εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν. Εν δε τω μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε. ο δε είπεν αυτοίς· εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους· μήτις ήνεγκεν αυτώ φαγείν; λέγει αυτοίς ο Ιησούς· εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον. ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνος εστί και ο θερισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισί προς θερισμόν ήδη. και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. εν γαρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισεληλύθατε. Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ΄ αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον αυτού, τη τε γυναικί έλεγον ότι ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτος εστίν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.



Μετάφραση:

Έφτασε έτσι με μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι· ήταν γύρω στο μεσημέρι. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δωσ΄ μου να πιώ». Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν΄ αγοράσουν τρόφιμα. Εκείνη του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πως μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» - επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είν΄ αυτός που σου λέει «δωσ΄ μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, το ΄χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ· ήπιε απ΄ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ΄ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ΄ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσει θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ΄ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ΄ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, δεν έχω άντρα· γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ΄ αυτό το βουνό· εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ΄ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήλθε κιόλας, που οι πραγματικοί λατρευτές θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου· μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ΄ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακολουθούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του ΄φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε «τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός». Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία «άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι΄ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ΄ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότερο ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Σχόλια:


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

«Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί
προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

ΣΕ ΚΑΘΕ ΘΡΗΣΚΕΙΑ η λατρεία προσδιορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Ο άνθρωπος που πιστεύει, αισθάνεται πηγαία την ανάγκη να λατρεύει το Θεό και να προσεύχεται σ’ Αυτόν. Όσο, μάλιστα, πιο δυνατή είναι η πίστη, τόσο πιο μεγάλη είναι και η ανάγκη για προσευχή. Εξάλλου η πίστη ενός ανθρώπου υποστηρίζεται και ενισχύεται από την πίστη των άλλων. Σ’ αυτό έγκειται η σημασία της λειτουργίας και της κοινής λατρείας του Θεού. Της λατρείας που, σύμφωνα με τη βιβλική αντίληψη, έχει έντονο κοινοτικό χαρακτήρα. Αποτελεί την στάση και την προσφορά του πιστεύοντος λαού προς τον ζώντα και αληθινό Θεό που αποκαλύπτεται μέσα στο χρόνο και την ιστορία.
Στη λατρεία, την προσκύνηση και την κοινή προσευχή που αναπέμπουμε προς τον Θεό, αναφέρεται και ο θαυμαστός διάλογος του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, την κατοπινή αγία και ισαπόστολο Φωτεινή. Ο Ιησούς, παίρνοντας αφορμή από το ερώτημα που του έθεσε η Σαμαρείτιδα για τον ενδεδειγμένο τόπο λατρείας του Θεού, θα προσδιορίσει με ελάχιστες λέξεις την ουσία της λατρείας και τα θεμελιώδη εκείνα γνωρίσματα της, που την καθιστούν γνήσια και ευάρεστη μπροστά στο Θεό. Έτσι κλείνει το κεφάλαιο της αρχαίας λατρείας και στη ζωή των ανθρώπων εισάγεται μια καινούργια λατρεία, πνευματική και αληθινή. «Έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκηνύσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία»

Τι είναι η χριστιανική λατρεία;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ένωση του ανθρώπου με το Θεό «εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. 4,6). Είναι το ξεχείλισμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης μας. Ο αίνος των χειλέων και η δοξολογία της καρδιάς μας. Η εναπόθεση της υπάρξεως μας στα χέρια του Θεού, στην πρόνοια, την αγάπη και την πατρική φροντίδα Του.
Κέντρο της χριστιανικής λατρείας είναι η προσφορά της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία μας. «Υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Με τη θυσία του Χριστού τερματίζεται η αρχαία λατρεία του Ισραήλ, που ήταν προορισμένη να εκφράσει και να διασώσει την ταπεινή και ελπιδοφόρα προσδοκία της σωτηρίας. Η σωτηρία, χάρη στη θυσία που ο Ιησούς Χριστός προσέφερε πάνω στο θυσιαστήριο του σταυρού, είναι πλέον πραγματικότητα. Και ο άνθρωπος μπορεί να λάβει τους καρπούς αυτής της θυσίας μετέχοντες στη θεία Ευχαριστία.
Μέσα στο χρόνο, στο παρόν, πραγματώνεται η κοινωνία μας με το Θεό, η οποία μας προετοιμάζει για την αιώνια και πλήρη κοινωνία του ουρανού. Η ευχαριστιακή κοινωνία, το κέντρο της νέας λατρείας και η δίοδος για τη νέα ζωή, είναι η «εικών» και το «σημείον» της ουράνιας κοινωνίας και το μέσο για την επίτευξη της.

Τα βασικά γνωρίσματα της χριστιανικής λατρείας

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ουσιώδη γνωρίσματα της καινούργιας αυτής λατρείας που εισάγει ο Χριστός μας; Πρώτα-πρώτα ότι είναι προσκύνηση και λατρεία «εν πνεύματι». Δικαιούνται και μπορούν να την προσφέρουν μόνο οι αναγεννημένοι «εκ του Πνεύματος» (Ιω, 3,8). Όσοι έλαβαν τη σφραγίδα Του, μετέχουν στη ζωοποιό χάρη Του και ακολουθούν τους νόμους Του. Πνευματική λατρεία είναι εκείνη που δεν εξαρτάται και δεν περιορίζεται σε εξωτερικές ενέργειες και τύπους μόνο, αλλά αναβλύζει από την ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Προσφέρεται «δια της ψυχής και της του νου καθαρότητος», όπως ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Λατρεύω τον Θεό «εν πνεύματι» σημαίνει του αφιερώνω την ύπαρξη μου, τη σκέψη μου, την καρδιά μου, τη θέληση μου. Προσηλώνομαι και ανταποκρίνομαι ολόθυμα στην αγάπη Του. Αναδεικνύω τη ύπαρξη μου θυσιαστήριο και ναό συνεχούς δοξολογίας του θεϊκού μεγαλείου Του. Επιδιώκω συνεχώς να επαναλαμβάνω μυστικά μέσα στην καρδιά μου την κραυγή του αγαπητού Υιού Του «αββά ο πατήρ» (Γαλ.4,6).
Το δεύτερο γνώρισμα της νέας λατρείας που επεσήμανε στην Σαμαρείτιδα ο Κύριος είναι το «εν αληθεία». Προσκύνηση και λατρεία του Πατρός αληθινή. Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο προσδιορισμός της χριστιανικής λατρείας; Όχι, βέβαια, ότι προέρχεται από ειλικρινή διάθεση, διότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να γίνει και στην αρχαία λατρεία. Με ειλικρινή διάθεση είχε την υποχρέωση να λατρεύει τον Θεό και ο Ιουδαίος και ο Σαμαρείτης. Λατρεία αληθινή σημαίνει πραγματική λατρεία. «Τα πρότερα», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «τύπος ήν, η περιτομή, τα ολοκαυτώματα, τα θύματα, τα θυμιάματα. Νυνί δε ουκέτι, αλλ’ αλήθεια το παν».
Η δυνατότητα να λατρεύουμε αληθινά οι άνθρωποι τον Θεό μας εξασφαλίστηκε με την ενανθρώπηση και τη θυσία του Χριστού. Ο Κύριος μας φανέρωσε το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Μας γνωστοποίησε την Οικονομία Του, το σχέδιο δηλαδή της σωτηρίας μας. Προσέφερε αυτή τη σωτηρία με τη σταυρική θυσία και την ένδοξη Ανάσταση Του. Έτσι ο ένδοξος Χριστός είναι μυστηριωδώς παρών ανάμεσα μας. Μας παρέχει τη δυνατότητα να κοινωνούμε το σώμα και το αίμα Του και να γινόμαστε με τη συμμετοχή μας αυτή όλοι ένα και μόνο σώμα, που δοξάζει τον Πατέρα «εν Χριστώ» δια του Αγίου Πνεύματος. Για τους χριστιανούς που έχουν τη δυνατότητα να λατρεύουν αληθινά το Θεό, σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «Ημείς εσμεν η περιτομή, οι Πνεύματι Θεού λατρεύοντες και καυχώμενοι εν Χριστώ Ιησού…» (Φιλ. 3,3).
Στο σημείο αυτό όμως είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε:

Εμείς ανήκουμε στους αληθινούς προσκυνητές;

ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ «εν πνεύματι και αληθεία»; Δυστυχώς οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προσευχόμαστε και λατρεύουμε το Θεό συχνά είναι εντελώς εξωτερικός. Τύπος χωρίς ουσία. Πράξη μηχανική. Συνήθεια και όχι προσωπική πνευματική εμπειρία. Ερχόμαστε στο ναό. Μετέχουμε στην κοινή λειτουργία. Αναπέμπουμε προσευχές. Κάνουμε τις προσφορές μας. Όλα αυτά όμως εξωτερικά, συμβατική και τυποποιημένη εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων. Χωρίς να αναγεννιέται η ύπαρξη και να μεταμορφώνεται η ψυχή μας. Εδώ ισχύει ο λόγος του Θεού που ακούμε από τον προφήτη Ησαΐα και που αναφέρεται στην εξωτερική και τυποποιημένη λατρεία: «Ο λαός τούτος με πλησιάζει με τα λόγια του στόματος του και με τιμά μόνο με τα χείλη του, ενώ η καρδιά του είναι μακριά από μένα» (29, 13).
Ο Θεός όμως θέλει λατρεία που ν’ αναβλύζει μέσα από την καρδιά μας. Ευαρεστείται στην προσευχή που προέρχεται από τα βάθη της υπάρξεως και η οποία εκφράζει τη θερμή αγάπη και την πλήρη αφοσίωση της ψυχής μας. Αξιώνει να του προσφέρουμε την ίδια την καρδιά μας. Για να γίνει ένοικος της. Και να αναδειχθεί έτσι ο πιο υπέροχος τόπος λατρείας, ο πιο περίλαμπρος ναός, όπου θα λατρεύεται και θα δοξάζεται. Ο ίδιος ο Θεός παραγγέλλει από την εποχή της Π. Δ. ακόμη: «Αγαπάν αυτόν (τον Θεό) και λατρεύειν Κυρίω τω Θεώ σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου…» (Δευ.10,12).
Ο Θεός επιζητεί ακόμη τη θέληση και τον αγώνα μας. Επαναπαύεται όχι στις υλικές προσφορές αλλά στην πιστότητα μας. Στην προσπάθεια που καταβάλλουμε για ν’ ακολουθήσουμε το θέλημα Του και να ζήσουμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο Του. Με το στόμα του προφήτου Ωσηέ μας επισημαίνει: «Έλεον θέλω και ου θυσίαν, και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα» (6, 6).

* * *
Αδελφοί μου,
Η μεγάλη ελπίδα του σημερινού ανθρώπου, που υποφέρει από μοναξιά και συμπιέζεται κάτω από την κυριαρχία της μηχανής, είναι ένα μεταφυσικό άνοιγμα στη ζωή του. Ο δρόμος της πίστεως. Η χαρά και η ανάπαυση της προσωπικής συναντήσεως με τον Θεό. Στο χώρο της Εκκλησίας. Στο κλίμα της προσευχής. Στην ατμόσφαιρα της θείας λατρείας. Μια λατρεία όμως, που, όπως ο Κύριος μας διδάσκει σήμερα, θα προσφέρουμε πάντοτε στο Θεό «εν πνεύματι και αληθεία».

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος -Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Κυριακή της Σαμαρείτιδος
(Ιωάννου Δ΄ 5-42)

            Μια από τις πλέον συγκινητικές και περισσότερο αποκαλυπτικές περικοπές του λόγου του Θεού, είναι και ο διάλογος του Κυρίου Ιησού με τη Σαμαρείτιδα, που θα ακούσουμε την Κυριακή στους Ιερούς μας Ναούς.
            Η γυναίκα αυτή, παρά την άστατη ζωή της, στο βάθος της καρδιάς της ζητούσε τον Θεό και διψούσε την αλήθεια.  Από τον διάλογο της με τον Ιησού, φαίνεται καθαρά πως περίμενε και αυτή τον Μεσσία, ο οποίος θα αποκάλυπτε την αλήθεια και θα έσωζε τον κόσμο.
            Τελικώς η Σαμαρείτιδα πείθεται ότι ο «άνθρωπος» που συνάντησε «παρά το φρέαρ του Ιακώβου», δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, όπως θα περίμενε κανείς, γι’ αυτό και τελικώς δίνει τα πάντα για την αγάπη και την δόξα του Χριστού.
            Από σκοτεινή ψυχή που ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή, ανακαινίζεται και καθίσταται μια από τις πλέον φωτεινές προσωπικότητες, που με τη ζωή της και την ιεραποστολική της δράση διδάσκει ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε, και δεν είναι άλλος από αυτόν τον Κύριο Ιησού Χριστό.
            Τελικώς, η Αγία Φωτεινή, διότι περί αυτής της Αγίας πρόκειται, αυτή είναι η Σαμαρείτιδα, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς της, υπογράφει με το ίδιο το αίμα της τον αποκαλυπτικό και σωστικό λόγο του Θεού.
            Σε καμμία πάντως των περιπτώσεων δεν θα κατορθώσει ο πιστός να γευτεί από της «πηγής του ύδατος» του Ευαγγελίου, αν ο ίδιος δεν ενσκήψει στο Ιερό κείμενο.  Αποτελεί και αυτό μια αλήθεια η οποία δεν θα πρέπει ποτέ να ξεφεύγει από το οπτικό πεδίο της συνειδήσεως μας.  Ότι δηλ. είναι ανάγκη να μελετούμε την Αγία Γραφή.
v     Από τα τόσα διαμάντια που περιέχει η συγκεκριμένη περικοπή, εμείς να σταθούμε σε δύο, αφήνοντας λίγες δέσμες από το Βιβλικό φως να καταυγάσει τη σκέψη μας και να οδηγήσει τον στοχασμό μας.
          I.      Στην θέση που προβάλει η Σαμαρείτιδα, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας, που στα Ελληνικά μεταφράζεται Χριστός, θα αποκαλύψει τα πάντα, λαμβάνει άμεσα την απάντηση από τον ίδιο, ότι αυτός ο ίδιος ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας.  «Λέγει αυτή ο Ιησούς, εγώ ειμί, ο λαλών σοι» (Ιωάννου Δ΄ 26) (δηλ.: λέγει σ’ αυτή ο Ιησούς.  Ο Μεσσίας είμαι εγώ, που την στιγμή αυτή σου ομιλώ).
            Προξενεί εντύπωση μεγάλη το γεγονός.  Ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο Ιησούς συγκάλυπτε αυτή την αλήθεια, και μάλιστα συνιστούσε τόσο στους μαθητές του, όσο και σ’ αυτούς που θεράπευε να μη αναγγέλλουν τίποτε, εδώ τώρα, μπροστά σε μια γυναίκα και μάλιστα που έχει διαφορετική τοποθέτηση στην Ιουδαϊκή πίστη, αποκαλύπτει ξεκάθαρα την μεγάλη αλήθεια.  «εγώ ειμί, ο λαλών σοι».
            Ναι, ο Χριστός είναι «το σπέρμα της γυναικός» (Γένεσις Γ΄ 15), που ως πρώτο Ευαγγέλιο είχε υποσχεθεί ο ίδιος ο Θεός στο ανθρώπινο γένος μέσα στον Παράδεισο, αμέσως μετά το δράμα της παρακοής.  Είναι αυτός που είχαν προφητεύσει και προκαταγγείλει οι προφήτες.  Είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, ο οποίος και μόνο σώζει τον άνθρωπο.  Αναγκαία βέβαια προϋπόθεση, ο ίδιος ο άνθρωπος να τον πιστεύσει και να αποδεχτεί απολύτως το Ευαγγέλιο του, και ως λόγο αλλά και ως τρόπο ζωής, όπως αυτό διασώζεται και ερμηνεύεται εντός της Εκκλησίας .
            Είναι τόσο ξεκάθαρος ο λόγος του Θεού και στο σημείο αυτό, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι ο Μεσσίας που σώζει τον άνθρωπο, ώστε μόνο συνειδητά τυφλωμένες και διεστραμμένες συνειδήσεις μπορούν να επιμένουν για το αντίθετο...
Ας προσέξουν και στο σημείο αυτό οι αυτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες του Ιεχωβά», οι οποίοι πεισματικώς αρνούνται την Θεότητα του Χριστού.
       II.      Όταν ο Ιησούς είπε στην Σαμαρείτιδα «ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε» (Ιωάννου Δ΄ 16) (δηλ.: πήγαινε φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ μαζί με αυτόν), η Σαμαρείτιδα αποκρίθηκε με κάθε ειλικρίνεια «ουκ έχω άνδρα» (Ιωάννου Δ΄ 17) (δηλ.: δεν έχω άνδρα).  Προς επίρρωσιν του λόγου της, ακούει από τον ίδιο τον Κύριο «καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω.  Πέντε γαρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ, τούτο αληθές είρηκας» (Ιωάννου Δ΄ 17-18) (δηλ.: καλά είπες ότι δεν έχω άνδρα. Διότι έχεις πάρει πέντε άνδρες, τον ένα ύστερα από τον άλλον.  Και αυτός, που έχεις τώρα, δεν είναι άνδρας σου.  Σ’ αυτό είπες αλήθεια).
            Δεν γνωρίζω φίλοι μου αν έχουμε συνειδητοποιήσει το γεγονός στο επίπεδο που είναι ανάγκη να το κατέχουμε.
            Ισχυρίζονται αρκετοί, παντελώς άσχετοι με το Ευαγγελικό ήθος και το ορθόδοξο δόγμα, ακόμα και «άνθρωποι της Εκκλησίας»; ότι πορνεία είναι η σαρκική μείξης μόνο όταν γίνεται «επί χρήμασι».  Όταν όμως η βδελυρή αυτή πράξη γίνεται από «αγάπη» και «ελεύθερα», τότε δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο περί πορνείας.
            Φυσικά το μόνο που κατορθώνουν όσοι «φωστήρες» ισχυρίζονται το παραπάνω γελοίο επιχείρημα, είναι να αποκαλύπτουν την θεολογική τους κενότητα και την ξεπεσμένη «Νικολαϊτική» τους συνείδηση...  Και αυτά μεν για όσους, λόγω θέσεως και γνώσεως, θα έπρεπε να ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας.
            Για όσους όμως, λόγω διαφόρων καταστάσεων δεν γνωρίζουν τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, ισχύει από τη στιγμή που θα διαφωτιστούν γενικώς αλλά και ειδικώς επάνω στο θέμα αυτό, ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους «τους μεν ουν χρόνους της αγνοίας υπεριδών ο Θεός, τανύν παραγγέλει τοις ανθρώποις πάσι πανταχού μετανοείν» (Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 17 στ. 30) (δηλ. Ο Θεός παρέβλεψε τους χρόνους της αγνοίας, και τώρα παραγγέλει σ’ όλους τους ανθρώπους σε κάθε τόπο να μετανοούν).
            Δόξα τω Θεώ, και το θέμα τούτο τακτοποιείται οριστικά και αμετάκλητα από τον αιώνιο λόγο του Θεού.
            Η Σαμαρείτιδα είναι ξεκάθαρη «ουκ έχω άνδρα».
            Μα πως δεν έχεις άνδρα; Αφού συγκατοικείς με άνδρα, και φυσικά όχι «επί χρήμασι».
            Συγκατοικείτε και συζείτε «από αγάπη», «ολοκληρώνετε την σχέση σας» μέσα σ’ ένα πλαίσιο «ελεύθερης συμβίωσης», θα λέγαμε με σημερινούς σύγχρονους όρους που εφεύραμε για να καλύπτουμε την σκληρή πραγματικότητα...
            Αλλά παρά τις «σοφίες» και τις «αθεολόγητες θεολογίες» φίλοι μου, η Σαμαρείτιδα τοποθετεί τα πράγματα στην σωστή τους βάση και φωνάζει από τα βάθη των αιώνων.  Εσείς μπορεί να απομυθοποιείτε τα «πάθη της ατιμίας», είστε ελεύθεροι να ισχυρίζεστε ό,τι θέλετε, μπορείτε να καλύπτεστε ακόμα και πίσω από τους νόμους που ψηφίζετε στη Βουλή, αλλά εγώ «άνδρα ουκ έχω» καίτοι συγκατοικώ μαζί του....
            Αλήθεια πως θα περιφρονήσουμε την ρεαλιστική και συνάμα δραματική της φωνή που μιλάει εξ ιδίας εμπειρίας;
            Και ακριβώς επάνω στην ορθή αυτή τοποθέτηση της Σαμαρείτιδας, ο ίδιος ο Ιησούς κλείνει το θέμα «τούτο αληθές είρηκας».
            Φυσικά κλείνει το θέμα για όσους διαθέτουν «νουν Χριστού».  Για όσους όμως ο ηγεμόνας νους έχει υποστεί εμπλοκή, και οι ιοί της σαρκολατρείας έχουν απενεργοποιήσει την συνείδηση, δυστυχώς το θέμα παραμένει ανοικτό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται...
            Αλλ’ επιτέλους αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, ας παραδεχτούμε πως ο,τιδήποτε βρίσκεται εκτός του ευλογημένου μυστηρίου του Γάμου, αποτελεί παράνομη κατά Θεόν σχέση.  Κι αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, όπως δηλαδή τα χαρακτηρίζει ο λόγος του Θεού, οι εκτός του Γάμου σχέσεις είναι ή πορνεία ή μοιχεία.  Όλα τ’ άλλα, τα περί σχέσεων επί χρήμασι κ.τ.τ. αποτελούν «προπέτασμα καπνού» για να γελάει ο διάβολος και για να παίζονται φοβερά υπαρξιακά δράματα...
v     Αδελφοί μου, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ικανότητα για να εννοήσουμε ότι ζούμε σε μια αλλοπρόσαλλη εποχή.  Πολλοί προσπαθούν να καλύψουν τα πάθη τους με μια νομική ή φιλοσοφική επένδυση, ή αλλοίμονο με ένα «χριστιανικό» κάλυμμα.  Αγωνιούν να επενδύσουν στην άγνοια των πολλών ή στο ότι «κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει».
Δεν έχουμε παρά να κλείνουμε την ακοή μας στις βέβηλες και ανήθικες διδασκαλίες και ταυτοχρόνως να ανοίγουμε τους οφθαλμούς μας και την ψυχή μας στην μελέτη του αυθεντικού λόγου του Θεού.
Είθε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, να μας αξιώνει να πίνουμε εκ του ύδατος του Αγίου Πνεύματος, το οποίο στις καλοπροαίρετες καρδιές «γενήσεται πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάννου Δ΄ 14).
Αμήν.
                                           π. Ιωήλ
                                          Κόνιτσα

Οι άγιοι, ένδοξοι, θεόστεπτοι και ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη (21 Μαΐου)



Σήμερα σπουδαία κα σημαντική ημέρα, για όλη τη χριστιανοσύνη, για όλη τη Ρωμιοσύνη, και ιδιαιτέρα για μας τους Έλληνες χριστιανούς. Γιορτάζουν οι μετά τους άγιους αποστόλους μεγαλύτεροι άγιοι της Εκκλησίας μας. Οι ισαπόστολοι και θεόστεπτοι βασιλείς Κωνσταντίνος και Ελένη. Μητέρα και γιός. Και λένε οι σοφοί μας, πίσω από κάθε μεγάλο άγιο και μεγάλο άνδρα, αναζητήστε μία γυναίκα. Πίσω απ’ τον μεγάλο και άγιο Κωνσταντίνο, τον ισαπόστολο, που τέτοιον δεν θα ξαναγεννήσει η πλάση και η Εκκλησία, γιατί δεν χρειάζεται, ήταν η μητέρα του, η αγία Ελένη, πού ‘χε πάρει σύζυγο τον Κωνστάντιο, που ήταν από βασιλικό γένος, απ’ τον Κλαύδιο τον Β’.
Αργότερα, όταν έγινε καίσαρας ο Κωνστάντιος, του ζήτησαν οι άλλοι συναυτοκράτορες να διαζευχθεί την Ελένη και να πάρει τη Θεοδώρα, που κατήγετο κι εκείνη από βασιλικό γένος. Η Ελένη ήταν ταπεινής καταγωγής, αλλά μεγάλη και μοναδική ψυχή. Και δέχτηκε η αγία. «Να το κάνεις, Κωνστάντιε. Να πάρουμε στα χέρια μας την εξουσία. Να βοηθήσουμε τους χριστιανούς. Να βοηθήσουμε τον κόσμο. Να κάνομε καλό.» Και θυσίασε τα πάντα η υπέροχη Ελένη. Γι’ αυτό και αργότερα, σαν ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρας, ξέρετε τί έκανε; Την ανακήρυξε Αυγούστα. Όχι βασιλομήτορα. Βασίλισσα, παρακαλώ. Γυναίκα βασίλισσα. Γυναίκα αυτοκράτορας. Τί τιμή! Τί ήταν αυτός! Και τί μάνα ήταν εκείνη! Κι έκοψε και νόμισμα προς τιμήν της ο Μέγας και άγιος Κωνσταντίνος, αναγνωρίζοντας τη θυσία της. Την προσφορά της. Τη χάρη της. Τη μεγαλοσύνη της. Κι όταν αργότερα πήγε στους Αγίους Τόπους, να βρει τον Τίμιο Σταυρό, με Θείο όραμα, ξέρετε τί έκανε τις μέρες της σχόλης και καθώς έψαχναν; Πήγαινε στο γηροκομείο της αγίας Σιών και υπηρετούσε η ίδια η βασίλισσα, τότε, υπηρετούσε τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Έκαμε όλες τις ταπεινές υπηρεσίες κι χαιρόταν η ψυχή της. Κι εκείνων η ψυχή, φυσικά. Αυτή ήταν αγία Ελένη.
Ο Μέγας και άγιος Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο, έγινε καίσαρας στα 306, στη Δύση. Διαδεχόμενος τον πατέρα του, τον θεϊστή Κωνστάντιο. Οι άλλοι συναυτοκράτορες ήσαν ειδωλολάτρες. Ο Κωνσταντίνος έρεπε προς τον χριστιανισμό, χωρίς να έχει βαπτισθεί. Η μητέρα του δεν βιάσθηκε. Του δίδασκε την αλήθεια και το φως, με το υπέροχο παράδειγμά της και τον κατεύθυνε με τις προσευχές της στον Χριστό μας. Έμαθε πως ο Μαξέντιος, ο συνάρχοντάς του στη Ρώμη, μεταχειριζόταν τους υπηκόους, σαν να ήσαν κτήνη και ανδράποδα και αιχμάλωτοι κι ό,τι χειρότερο. Έκαμε και τί δεν έκαμε. Όλα τα αίσχη. Και από τον Θεό κινηθείς ο Κωνσταντίνος, έρχεται στη Ρώμη, να βάλει στη θέση του τον Μαξέντιο και να ελευθερώσει από ένα θηρίο την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Τον νίκησε στη Μουλβία γέφυρα, αφού πρώτα είχε δει στον ουρανό τον Τίμιο Σταυρό και το βράδυ στον ύπνο του τον Χριστό μας και του είπε να φτιάξει έναν τέτοιο σταυρό, — Να, η σημαία μας! — να τον βάλει προ του στρατεύματος και θα νικά. Κι έγραφε στον ουρανό «Εν τούτω νίκα.» Με τούτο να νικάς. Και νίκησε, μπήκε στην πόλη νικητής ο Κωνσταντίνος. Και υστέρα, αφού εόρτασαν εφτά ημέρες τη νίκη του, τιμώντας οι χριστιανοί και οι υπόλοιποι τον Τίμιο Σταυρό. Είναι το τρόπαιο του Κωνσταντίνου ο Τίμιος Σταυρός.  Και ποιός την έδωσε τη σημαία αυτή στον Κωνσταντίνο; Ο ίδιος ο Χριστός. Γι’ αυτό και τόσοι στους αιώνες, πατριώτες μας χριστιανοί, ήρωες, θυσιάστηκαν κάτω απ’ τη σημαία και πρόσφεραν το αίμα τους και τη ζωή τους, υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Έρχεται στην Ανατολή, ιδρύει την Κωνσταντίνου Πόλιν, με Θεϊκές οδηγίες, επιτυγχάνει την ενότητα της Εκκλησίας, με τη Σύνοδο της Νικαίας, γιατί ο Άρειος είχε φέρει μεγάλη αναστάτωση, με τη γνωστή του αίρεση, που δεν δεχόταν τη θεότητα του Χριστού, στέλνει τη μητέρα του στους Αγίους Τόπους και βρίσκει τον Τίμιο Σταυρό, με θεϊκά σημεία, στολίζει, με τα καλύτερα κτίσματα τη νέα Σιών, την Ιερουσαλήμ, με το ναό της Αναστάσεως, το ναό της Βηθλεέμ, το ναό της Αναλήψεως και άλλα πολλά υπέροχα κτίρια και μνημεία, στολίζει και την Κωνσταντινούπολη, κι όταν έμαθε πως ο βασιλιάς των Περσών Σαπώρ ο Β’ δίωκε τους χριστιανούς, αποφάσισε να πάει, όπως πήγε και στη Ρώμη κατά του Μαξέντιου, για να τιμωρήσει τον άσεβη βασιλιά. Στο δρόμο, όμως, ο Κύριος τον κάλεσε στον ουρανό, αφού είχε βαπτισθεί, μόλις είχε μπει στην αρχή της δραστηριότητάς του, στην αιωνία πόλη της Ρώμης, χριστιανός. Και έκοιμήθη, λοιπόν, την ημέρα της Πεντηκοστής, του 337 μ.Χ.. Τον έκλαψαν οι πάντες. Οι χριστιανοί τον κατέταξαν με τους αγίους και τους μεγάλους και τους αποστόλους και οι ειδωλολάτρες, που τους είχε κι αυτούς παιδιά του, τον κατέταξαν πού; Με τους θεούς. «Αυτός είναι θεϊκός άνδρας. Αυτός είναι ουράνιος.»
(Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, «Εαρινό Συναξάρι», τ. Β΄, εκδ. Ακτή-Λευκωσία

Άγιος Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη

Άγιος Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη
Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 274 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος ο Α’ ο Χλωρός και μητέρα του η Ελένη από το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ο Κωνσταντίνος σε ηλικία 18 ετών έγινε στρατιωτικός και χάρη στην ανδρεία του, προάχθηκε γρήγορα στα ανώτατα αξιώματα του στρατού.
Ο Κύριος θέλοντας να τον βοηθήσει στον αγώνα του κατά του Μαξεντίου και του Λικίνιου, στη συνέχεια σχημάτισε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού με την επιγραφή «Έν τούτω Νίκα», προσφέροντάς του ένα ισχυρότατο όπλο για να κατατροπώσει τους εχθρούς του. Με το χριστιανικό σταυροειδές λάβαρο με το ελληνικό μονόγραμμα «Έν τούτω νίκα», τελικά νίκησε τα στρατεύματα του Μαξεντίου και έπειτα του Λικινίου.
Επίσης, ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που ευνόησε την Εκκλησία, μετά από τρεις αιώνες ανελέητου διωγμού. Μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους του στο αρχαίο βυζάντιο, και εκεί έκτισε την βασίλισσα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη.
Λίγο πριν πεθάνει, ο Κωνσταντίνος αξιώθηκε και του Αγίου Βαπτίσματος, και αμέσως μετά είπε: «Νυν αληθει λογω μακαριον οιδ’ εμαυτον, νυν της αθανατου ζωης πεφαναι αξιον, νυν του θειου μετειληφεναι φωτος πεπιστευκα». Τώρα, δηλαδή, σύμφωνα με το λόγο της αληθείας, ξέρω ότι είμαι μακάριος, τώρα έχω γίνει άξιος της αθανάτου ζωής, τώρα έχω πιστέψει πως έλαβα το θείο φως. Εκοιμήθη σε ηλικία 63 ετών, την 21 Μαΐου 327. Η Ιστορία ονόμασε τον Κωνσταντίνο Μέγα και η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο.
Ο Κωνσταντίνος ενδιαφέρθηκε πολύ και για τα ιερά σεβάσματα των χριστιανών, για το λόγο αυτό απέστειλε στα Ιεροσόλυμα την μητέρα του, για να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Μετά την εύρεσή του, η Αγία Ελένη, αφού διχοτόμησε τις κεραίες του δημιούργησε δύο Σταυρούς εκ των οποίων τον ένα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Η Αγία Ελένη ήταν αυτή η οποία έδωσε στον Μ. Κωνσταντίνο την πρέπουσα διαπαιδαγώγηση. Άλλωστε, και ο ίδιος την τίμησε, όταν στην μεγάλη πλατεία της Κωνσταντινούπολης έκτισε δύο στήλες, μία δική του και μία της Αγίας Ελένης, που έφερε την επιγραφή: «Είς Άγιος είς Κύριος Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Η Αγία Ελένη βοήθησε να χτιστούν οι πρώτοι μεγάλοι ιεροί ναοί της Χριστιανοσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά το 327 μ.Χ. σε ηλικία 83 ετών.
Απολυτίκιο.
«Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι, θείον έδρασμα, της ευσεβείας, απ’ ουρανού δεδεγμένος το χάρισμα· όθεν Χριστού τον Σταυρόν εφανέρωσας, και την Ορθόδοξον πίστην εφήπλωσας. Κωνσταντίνε ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένη θεόφρονι, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».
Απολυτίκιο.
«Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν Βασιλεύσιν Απόστολος σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο· ήν περίσωζε διά παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε».

Η ποικιλία των πειρασμών κατά τον Όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή


 
Λέγονται πειρασμοί, επειδή γεννούν πείρα και κατά τον αόρατο πόλεμο γίνονται φορείς πνευματικής γνώσεως στους προσεκτικούς. Πειρασμός είναι και λέγεται κάθε αντίθεση στον αγώνα μας για την πίστη και την ευσέβεια, ενώ φροντίζουμε για την υποταγή μας στον Θεό. Κατά την γνώμη των Πατέρων υπάρχουν ποικίλες υποδιαιρέσεις πειρασμών. Άλλοι είναι οι πειρασμοί των αγωνιστών, για να προσθέσουν κέρδος και πρόοδο στον αγώνα τους· άλλοι είναι οι πειρασμοί των ράθυμων και απρόθυμων, για να προφυλάσσονται από τα βλαβερά και επικίνδυνα· άλλοι είναι οι πειρασμοί αυτών που νυστάζουν και κοιμούνται, για να τους ξυπνήσουν. Διαφορετικοί είναι οι πειρασμοί αυτών που απομακρύνονται και πλανώνται, για να πλησιάσουν κοντά στο Θεό· διαφορετικοί τέλος είναι οι πειρασμοί των δικαίων και φίλων του Θεού, για να κληρονομήσουν την επαγγελία. Υπάρχουν και πειρασμοί των τελείων, που επιτρέπει ο Θεός, για να τους προβάλλει στην Εκκλησία ως στήριγμα των πιστών και ως παράδειγμα προς μίμηση. Υπάρχει και άλλο είδος πειρασμών των τελείων, όπως του Κυρίου και των Αποστόλων, που πλήρωσαν τον νόμο της (επι)κοινωνίας με τον κόσμο σηκώνοντας τους δικούς μας πειρασμούς.
Στον νόμο αυτό της “κοινωνίας” μετέχουν και οι πνευματικοί Πατέρες σηκώνοντας τα βάρη και τις αδυναμίες των πνευματικών παιδιών τους με προσευχές και διάφορους αγώνες που συμπληρώνουν τις ελλείψεις των άλλων. Κατά τους Πατέρες υπάρχει και ένας άλλος τρόπος “κοινωνίας” σε ξένους πειρασμούς: Όποιος κατηγορεί “κοινωνεί” με τους πειρασμούς του κατηγορουμένου, όποιος συκοφαντεί με τους πειρασμούς του συκοφαντουμένου, όποιος άδικεί με τούς πειρασμούς του αδικούμενου, ιδίως μάλιστα όταν ο αδικούμενος υπομένει αγόγγυστα τη ζημιά.
Εδώ αναφέρουμε τους πειρασμούς αυτών που προκόπτουν εξαιτίας της προσοχής και αγωνιστικότητάς τους, που κατά την κρίση πάντοτε των Πατέρων είναι: οκνηρία, βάρος του σώματος, χαύνωση των μελών, ακηδία, σύγχυση της διανοίας, υποψία για σωματική ασθένεια, δηλαδή μικροψυχία, σκοτισμός των λογισμών, εγκατάλειψη της ανθρώπινης βοήθειας, περιορισμός στις εξωτερικές ανάγκες και τα παρόμοια. Όλα αυτά, όταν συμβούν στους αγωνιστές με παραχώρηση του Θεού, δημιουργούν αίσθηση εγκαταλείψεως. Τότε αρχίζει να κλονίζεται η πίστη τους, και να κόβεται η ελπίδα που τούς ενθάρρυνε μέχρι τότε. Μυστικά όμως η Χάρις τους παρηγορεί, για να μην αλλάξουν πρόγραμμα. Τους πείθει ότι ο πειρασμός δεν προήλθε από τους ίδιους, αφού όλα μαρτυρούν ότι δεν εγκατέλειψαν την καλή τους πορεία. Μετά τον προβληματισμό αυτόν και την μυστική παρηγοριά της Χάριτος στρέφονται με πίστη και πόθο προς τον Θεό, που έχει την δύναμη να τους σώσει, και προσπίπτουν με ταπείνωση ζητώντας την σωτηρία, που είναι και ο σκοπός για τον οποίο δοκι­μάστηκαν. “Ως εδώ, όπως λένε οι Πατέρες, είναι οι πειρασμοί γι’ αυτούς που προοδεύουν και προκόβουν στα πνευματικά.
Σε όσους συμβεί να αμελήσουν τα καθήκοντα τους ή, και το θλιβερότερο, να περιπέσουν σε οίηση και υπερηφάνεια, οι πειρασμοί είναι διαφορετικοί και σκληρότεροι, όπως όταν χρειάζονται εγχειρήσεις και εκτομές στις βαρείες αρρώστιες. Οι δαίμονες τους πολεμούν πρώτα φανερά με πολλή αναίδεια και επιμονή περισσότερο από την δύναμη τους. Σκοτίζεται ο νους και χάνουν τελείως την δύναμη της διακρίσεως η άνοια και οι βλακώδεις λογισμοί πληθαίνουν αρχίζει ισχυρός πόλεμος της σάρκας που εκβιάζει την προαίρεση παρουσιάζεται αναίτιος θυμός και σκληρότητα σε ό,τι άφορα το ίδιο θέλημα· εμφανίζεται αναίτια φιλονικία και επίπληξη στον οποιοδήποτε- ακολουθούν βλάσφημοι λογισμοί εναντίον του Θεού, απώλεια του θάρρους από την καρδιά, αφανής και φανερός εμπαιγμός από τους δαίμονες, ακράτεια στην ματαιολογία και, γενικά επιθυμία του κόσμου και της ματαιότητος. Έπειτα έρχονται πειρασμοί σκληροί που δύσκολα καταπολεμιούνται, παράξενα και ασυνήθιστα συμπτώματα ασθενείας, οδυνηρά τραύματα, φτώχεια και εγκατάλειψη ασυνήθιστη και απαρηγόρητη, κάθε αδύνατο και άλυτο συμβάν ή πράγμα, που προκαλεί απόγνωση και φόβο γιατί η καρδία στειρεύει από ελπίδα. Όλα αυτά είναι μάλλον συνέπειες της υπερηφάνειας και συμβαίνουν στον άνθρωπο που πλανήθηκε, και πίστεψε στον εαυτό του. Αυτά είναι τα φάρμακα για την θεραπεία του, ώστε να ξυπνήσει, να ταπεινωθεί και να εξεμέσει την χολή αυτής της ολέθριας διαστροφής.
Όπως στα θέματα της Χάριτος υπάρχουν τα βοηθητικά μέσα που κάνουν να περισσεύει η προκοπή σε χρόνο και ποσότητα έτσι και στην πλευρά της πλάνης υπάρχουν αυτά που συντελούν στην αυξομείωση της. Στην πλευρά της Χάριτος, όταν με την βοήθεια του Χριστού βαδίζει κάποιος την στενή και τεθλιμμένη οδό των εντολών και προσθέτει στην πορεία του αυτή ταπείνωση και συμπάθεια στην διακονία της αγάπης, αυξάνει την αντίληψη της Χάρι­τος και τον φωτισμό. Το αντίστοιχο συμβαίνει και στην πλευρά της πλάνης· αν προστεθεί ανυπομονησία και γογγυσμός, βαραίνει ο σταυρός στο διπλάσιο και ακόμη περισσότερο. Η μικροψυχία και η έλλειψη ελπίδας είναι τα βασανιστικότερα δεινά του αοράτου πολέμου. Αυτά παραχωρούνται στους σκληρούς και αταπείνωτους χαρακτήρες ως η σκληρότερη παιδεία, που είναι γεύση της ίδιας της γέεννας και της κολάσεως, αισθητό δείγμα της αποστασίας και εγκαταλείψεως. Εδώ χρειάζονται ευχές άγιων και θαυματουργική επέμβαση, για να μαλακώσει η καρδιά. Χρειάζονται πολλές προσευχές και δάκρυα, για να επανασυνδεθεί η αρρωστημένη ψυχή με την Χάρη και να θεραπευθεί -αλλιώς είναι αναπόφευκτη η κατάκτηση της πλάνης, όπου η έκσταση των φρενών και ο όλεθρος!
Όντως μακάρια είσαι ταπείνωση! Ποιός είναι σοφός για να φυλάξει τα θελήματά σου και να μάθει καλά τα δικαιώματά σου, ώστε να σε κατακτήσει ολόκληρη. Να σε έχει σύντροφο και συγκάτοικο και εσύ να προπορεύεσαι αλλά και να ακολουθείς πίσω από αυτόν σε όλο τον δρόμο της ζωής του, ώσπου να τον παρουσιάσεις στον Δεσπότη και Βασιλέα σου, που σε ενδύθηκε ως αξιαγάπητη και σύνεδρό Του και σε αποκάλυψε και σε μας! «Μάθετε γάρ, λέει. ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», και όχι κατά το σχήμα, «και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών»!
Δεν ήταν βέβαια ο σκοπός μας να επαναλάβουμε προβλήματα και ερμηνείες που είναι τόσο γνωστά από τους Πατέρες μας, αλλά μας παρέσυρε η ροή των πραγμάτων, αφού σχεδόν άθελά μας βρεθήκαμε στους στροβίλους των πειρασμών, των οποίων συχνότατα γινόμαστε θύματα για τις τόσες ελλείψεις και αμέλειες μας.
Ο αείμνηστος Γέροντας δεν έπαυε, με τον δικό του επαγωγικό τρόπο, να ερμηνεύει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας τον στόχο και σκοπό των «συμβα­τικών αυτών επιφορών». Βλέπαμε τις κινήσεις και τη λειτουργία των πειρασμών αυτών συνεχώς στα πλαίσια του πνευματικού νόμου, που ρύθμιζε τα πάντα στη ζωή μας με λεπτομέρεια. Πραγματικά, πόση σοφία κρύβεται εδώ για τους συνετούς και για όσους γνωρίζουν καλά την πνευματική ζωή, όταν χαράζουν την πορεία της πλεύσεως τους σε αυτόν τον ωκεανό της ζωής έχοντας ως βάση και πόλο έλξε­ως τον πνευματικό νόμο, «τον νόμον του πνεύματος της ζωής».

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής», εκδ. Ι.Μ.Βατοπαιδίου- Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1)

Εξομολόγηση με καρδιά συντετριμμένη

 
Ένας ευλαβής μοναχός, απ’ το βουνό του Ολύμπου, λεγόμενος Σωφρόνιος, ήρθε και μου διηγήθηκε κάποιο συμβάν, όμοιο μ’ εκείνο που είναι γραμμένο στο ιερό βιβλίο της Κλίμακος. Μας αφηγήθηκε δηλαδή, ότι στον Όλυμπο υπήρχε κάποιος Γέροντας πολύ ενάρετος, πραγματικά θεοφόρος, στον οποίο σύχναζαν πολλοί αδελφοί μοναχοί, για ν’ ακούσουν απ’ το άγιο στόμα του λόγους ψυχικής σωτηρίας.
Καθώς, λοιπόν, καθόταν οι αδελφοί και άκουγαν τον άγιο Γέροντα να τους ομιλεί πάνω σε θέματα ψυχωφελή, ήρθε και κάποιος λαϊκός, έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και στάθηκε παράμερα. Όταν ο Γέροντας τον παρατήρησε προσεχτικά και τον ρώτησε για ποιό λόγο ήρθε κοντά του, εκείνος απάντησε:
-Ήρθα να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου στην αγιοσύνη σου, άγιε Γέροντα.
Ο Γέροντας τον ξαναρωτά:
-Θέλεις να τα εξομολογηθείς ιδιαιτέρως, τέκνον μου, στην μετριότητά μου, ή μπροστά σε όλους τους αδελφούς;
-Αν εσύ το θέλεις, τίμιε πάτερ, δεν διστάζω να εξομολογηθώ τα κρίματά μου μπροστά σε όλους τους αδελφούς.
-Τότε, του λέγει ό Γέροντας, λέγε, τέκνο μου, χωρίς να ντρέπεσαι καθόλου.
Άρχισε, λοιπόν, ο λαϊκός να λέγει όλα τ’ αμαρτήματα του, ακόμη κ’ εκείνα που δεν επιτρέπεται να φτάνουν στ’ αυτιά των ανθρώπων ή να γράφονται. Όταν τελείωσε λέγοντας τα πάντα, στάθηκε μπρος στο Γέροντα, με τα μάτια δακρυσμένα, το βλέμμα κατεβασμένο και την καρδιά συντετριμμένη.
Ο Γέροντας τον πρόσεχε επί αρκετή ώρα, και κάποια στιγμή του λέει:
-Θα ήθελες, τέκνον μου, να ντυθείς το άγιο σχήμα των μοναχών;
-Ω, ναι, πάτερ μου, το θέλω πάρα πολύ· και στο σακούλι μου έχω κιόλας τα καλογερικά ράσα.
Ο Γέροντας τον κατήχησε και, υστέρ’ από τήν ακολουθία της κούρας, τον έντυσε με το άγιο σχήμα των μοναχών. Μετά του λέει:
-Πορεύου τώρα εις ειρήνην, τέκνον, και από δώ κ’ εμπρός προσπάθησε να μην ξαναπέσεις σε αμαρτία.
Τότε, πήρε συγχώρεση, έβαλε μετάνοια και αναχώρησε δοξάζοντας το Θεό.
Οι μονάχοι που παρακολούθησαν τα συμβάντα, έδειξαν την απορία τους και ρώτησαν αμέσως τον άγιο Γέροντα:
-Πώς γίνεται, τίμιε πάτερ, να εξομολογείται μπροστά μας τόσα πολλά, κ’ εσύ δεν του έδωκες ούτε τον παραμικρό κανόνα ή επιτίμιο;
-Ω αγαπημένα μου τέκνα, τους αποκρίνεται ο Γέροντας. Δεν βλέπατε το φοβερό και λαμπροφορεμένο άνδρα, που στεκόταν εδώ εμπρός μας, και του οποίου το πρόσωπο ήταν σαν αστραπή και τα ενδύματα του σαν το φως; Αυτός, λοιπόν, κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτί, όπου ήταν γραμμένα τ’ αμαρτήματα του εξομολογούμενου· είχε ακόμη και μελάνι κ’ ένα κοντύλι από καλάμι. Και καθώς ο άνθρωπος αυτός εξομολογείτο στην αναξιότητά μου και μπροστά σας τ’ αμαρτήματά του, εκείνος τα έσβηνε με το καλάμι του. Αφού, λοιπόν, ο πολυεύσπλαχνος και πολυέλεος Θεός μας του τα συγχώρησε, ποιός ειμ’ εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος, που θα του βάλω κανόνες και επιτίμια;
Σαν άκουσαν όλα τούτα οι μοναχοί, κυριεύθηκαν από φόβο για τα γενόμενα και τα λεγόμενα. Έβαλαν μετάνοια στον άγιο Γέροντα, ευχαριστώντας και δοξάζοντας την αγαθότητα και την φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και, γεμάτοι από θαυμασμό και καταθαμπωμένοι από τα ξένα και παράδοξα έργα του πολυεύσπλαχνου Θεού, αναχώρησαν από το κελλί του άγιου Γέροντα.

(Π. Β. Πάσχου, «Η αγγελοτόκος έρημος», εκδ. Αρμός)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...