Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιουλίου 24, 2011

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Τα χαρίσματα είναι εκ Θεού

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 15/7/2011
ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΘΕΟΥ
Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποια χαρίσματα καί κάποιες ξεχωριστές ἱκανότητες. Ὁ καθένας μπορεῖ νά ἐπιτελεῖ ἕνα ἔργο μέ ἰδιαίτερη ἐπίδοση. Καί αὐτό εἶναι εὐλογία Θεοῦ. Ὅμως πολλοί ἐνοχλοῦνται ἀπό τίς ἐπιδόσεις τῶν ἄλλων καί συχνά θέλουν καί οἱ ἴδιοι νά ἐπιτελέσουν ἴδια ἤ παρόμοια ἔργα, χωρίς βέβαια ἐπιτυχία. Ἀρχίζουν μετά οἱ ἀντιπαραθέσεις, οἱ συκοφαντίες καί οἱ διωγμοί. Τά πράγματα κάποτε ὀξύνονται καί οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων διαταράσσονται σέ μεγάλο βαθμό.
Κάτι παρόμοιο, σέ μικρότερη ἴσως κλίμακα, παρατηροῦμε καί στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μεταξύ τῶν κληρικῶν, ἀλλά καί τῶν λαϊκῶν, πού εἶναι συνεργάτες τους...Ἐνῶ ὑπάρχει ὁ ἐνθουσιασμός καί ὁ ζῆλος γιά τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἐντούτοις παρατηρεῖται μιά ἀντιζηλία μεταξύ τους καί μιά ἀνώφελη σύγκριση. Δέν μπορεῖ ὁ ἕνας νά δεχτεῖ χωρίς ἐνόχληση τίς ἐπιτυχίες τοῦ ἄλλου. Ἐνῶ ὅλοι ἐργάζονται στό εὐρύτερο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί θά ἔπρεπε νά χαίρονται γιά τίς ἐπιτυχίες τους, ἐν τούτοις πέφτουν στόν πειρασμό τῆς κατάκρισης καί τῆς μικροπρέπειας. Δυστυχῶς, λείπει σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἡ πνευματική ὡριμότητα παρόλη τήν εὐσέβεια, πού ἔχουν.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στό θέμα αὐτό στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του καί ὑποδεικνύει πῶς πρέπει νά ἐνεργοῦν οἱ χαρισματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας: «Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔδωσε διάφορα πνευματικά χαρίσματα. Ἄλλος εἶναι προφήτης (ἐκεῖνος πού μέ ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μιλάει στίς συναθροίσεις τῶν πιστῶν καί ἑρμηνεύει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στό παρόν καί τό μέλλον γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων), γιά νά κηρύττει ἀνάλογα μέ τό βαθμό τῆς πίστεώς του• ἄλλος ἔχει τό χάρισμα τῆς διακονίας, γιά νά προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του. Τό ἴδιο νά κάνει κι ὁ δάσκαλος τοῦ Θεοῦ μέ τή διδασκαλία, κι ὅποιος ἔχει τό χάρισμα νά στηρίζει τούς ἀδελφούς, νά τούς στηρίζει. Ἀλλά καί ὅποιος μοιράζει τά ἀγαθά του μέ τούς ἄλλους, νά τό κάνει μέ ἁπλότητα, ὁ προϊστάμενος νά δείχνει ζῆλο γιά τό ἔργο του, ὅποιος μοιράζει τίς ἐλεημοσύνες νά τό κάνει μέ καλοσύνη. Ἡ ἀγάπη σας νά εἶναι εἰλικρινής».

Άγιος Νικόλαος Πλανάς. «Ένα τάλληρον την ημέραν ήτο δι ‘ αυτόν πολύ»

 
Μεταξύ των ολίγων πραγματικών, λειτουργών του Υψίστου, υπήρξεν ασφαλώς ο χθες εις Κύριον αποδήμησας αίδεσιμώτατος ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, εις ηλικίαν 82 ετών.
Εγεννήθη εις Νάξον το 1851 και από μικρό παιδί αφιερώθη εις τα θεία και την υπηρεσίαν της Εκκλησίας. Από δέκα ετών υπήρξεν υπηρέτης του ιερού, εσήκωνε τα άγια εξαπτέρυγα, αγρυπνούσεν εις τας ολονυκτίας, και από της ηλικίας εκείνης είχεν εκδηλωθή το φιλεύσπλαγχνον του χαραχτήρος του και τα αλτρουιστικά του αισθήματα. Το ψωμί που του έδιδε η μητέρα του, το εμοίραζε με τα άλλα παιδιά του χωριού του, και πολλές φορές είχε δώσει και τα ρούχα του ακόμη στα φτωχά παιδιά.
Το 1879 εχειροτονήθη διάκονος εις τον Άγιον Παντελεήμονα τον παλαιόν… κατόπιν εχειροτονήθη ιερεύς (1884) εις το παρά τον Παλαιόν Στρατώνα ναΰδριον του Προφήτου Ελισσαίου, εις το οποίον μετέβαινε, ως γνωστόν, και έψαλλε κάθε Κυριακήν ο αείμνηστος διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ελειτούργησεν εις τον ιερόν ναόν της Μεταμορφώσεις ολίγον διάστημα, και ετοποθετήθη εις το τότε εξωκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετόχιον της Μονής του Όρους Σινά.[...]
Ο σημερινός ναός του Αγίου Ιωάννου οφείλεται κατά μέγα μέρος εις αυτόν και τας ενεργείας ενός άλλου μορφωμένου και αφοσιωμένου κληρικού, του ιερέως Νικολάου Λαμπροπούλου. Ο κόσμος χάρις εις τον παπα-Πλανάν, συνέρρεεν εις την μικράν εκκλησίαν και τα εισοδήματά της, φυσικά, ηύξανον. Ταυτοχρόνως εμεγάλωνε και η συνοικία και κατέστη, συν τω χρόνω, μεγάλη ενορία. Όλα τα κέρδη του ο παπα-Νικόλαος τα διέθετε εις την εκκλησίαν και τους πτωχούς. Ηγόρασεν εικόνας και προσέφερε δώδεκα χιλιάδας προπολεμικών δραχμών, ως εμφαίνεται εκ των πρακτικών, και δεκαπέντε μεταπολεμικάς. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Ό,τι του έδιδον, τα διέθετεν αμέσως. Με το ένα χέρι τα έπαιρνε και με το άλλο τα έδιδε σε πτωχούς, χήρας και ορφανά. Εισέπραττε το πρωί; Το μεσημέρι δεν είχε πεντάρα. Εισέπραττε το απόγευμα; Το βράδυ εκοιμάτο απένταρος.
Άκακος και άχολος, μη γνωρίζων την άρνησιν, έδιδε εις πάντας τους ζητούντας. Και πολλάκις, όπως μου έλεγεν ο πάτερ Λαμπρόπουλος, έπιπτε θύμα εκμεταλλευτών, οι οποίοι επήγαιναν και του έλεγαν ότι ήσαν πτωχοί, ότι επεινούσαν και υπέφεραν και τους έδιδε και την τελευταίαν του δεκάραν.
Όπως ήτο επόμενον, ήτο αδύνατον ο άγιος άνθρωπος να έχη εχθρούς. Και να τον ύβριζον ακόμη και να τον έκλεπτον φανερά, αυτός με το μειδίαμα της καλωσύνης εις τα χείλη τους συνεχώρει και τους ηυλόγει. Ένα τάλληρο την ημέραν ήτο δι’ αυτόν πολύ. Ουδέποτε κρατούσε περισσότερα χρήματα. Τα υπόλοιπα τα εμοίραζε.
Εφημερίς ΕΣΠΕΡΙΝΗ. 6.3.1932

Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ (Ματθ θ, 1-8)

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος



«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου»

Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»; Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι. Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός.

Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.

Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου• δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.

Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες. Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει; Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του.


 

Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε». Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας· «Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα.

Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν. Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο». Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;»

Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις; Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.

Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας· «Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό». Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει• «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.

Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς. «Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.

Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.

Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους. Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».

Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες.

Ἀμήν.

Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ (Ματθ θ, 1-8)

 
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ποιὰ σχέση ἔχει τὸ γεγονὸς ποὺ ἀναφέρεται στὸ σημερινό Εὐαγγέλιο μὲ μᾶς; Ποιὸς ἔχει τὴν πίστη, τὴν ἠρεμία, τὴν βεβαιότητα ὅτι κανένας ἄλλος παρὰ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ξαναδώσει ἐλευθερία στὶς κινήσεις μας;

Ἡ ἱστορία δὲν εἶναι μιὰ παραβολή, εἶναι γεγονός· ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς μεταφέρει κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ θεραπεύει τὶς φυσικὲς ἀσθένειες, ἐὰν Τὸν πλησιάσουμε μὲ πίστη· ἔχοντας παραμερίσει κάθε ἄλλη ἐλπίδα,ἀλλὰ γνωρίζοντας μὲ βεβαιότητα ὅτι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος μας, ἡ ὑγεία καὶ ἡ ἀσθένεια μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ, ποὺ διάλεξε νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήσει ἀνάμεσά μας, νὰ μοιραστεῖ μαζί μας τὰ πάντα, τὸν θάνατο καὶ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία τοῦ νοῦ καὶ τὸν τρόμο ποὺ ἴσως μᾶς πολεμᾶ ὅταν βλέπουμε τὸν κόσμο γύρω μας, τὸν κόσμο ποὺ δημιουργήσαμε καὶ δημιουργοῦμε.


Ἀλλὰ σ’ αὐτὴν τὴν ἱστορία ὑπάρχει μία ἄλλη διάσταση ποὺ θέλω νὰ προσέξετε. Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι δὲν εἶναι παράλυτος; Παράλυτος ἀπὸ φόβο, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία να δεῖ τὸν ἑαυτό του νὰ δέχεται τὰ πιὸ λαμπρὰ φῶτα τῆς δόξας, παράλυτος ἀπὸ τοὺς ὑπολογισμοὺς ποὺ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ δράσουμε, ν’ ἀναπνεύσουμε ἐλεύθερα δίχως φόβο; Πόσοι ἀπὸ μᾶς θὰ τολμούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν διακατεχόμαστε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας καλύτερους ἀπ’ ὅ,τι εἶναι, νὰ τοὺς βλέπουμε ὅπως δὲν εἶναι, ὅπως δὲν μᾶς βλέπει ὁ Θεὸς; Πόσοι ἀπὸ μᾶς θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, «θέλω νὰ δῶ τὸν ἑαυτό μου, ὅπως εἶναι - ὄχι μονάχα σ’ ὅλη μου τὴν ἀδυναμία, ἀλλὰ στὴν πτώση, τὴν δολιότητα, τὴν ἀσχήμια μου, γεμάτος ἀπὸ φόβο, ἀπὸ ματαιότητα, καὶ αὐτὸ ἐξαιτίας τῆς ἐπιθυμίας μου νὰ κρίνομαι ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα καὶ ὄχι μὲ βάση τὴν πραγματικότητα;

Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι αὐτὸς ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὴν ματαιότητα εἶναι ὑπερήφανος στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δειλὸς.

Πόσοι ἀπὸ μᾶς ζοῦν συνεχῶς μετρώντας τὶς κουβέντες τους, ὑπολογίζοντας τὶς πράξεις τους, ἀναλογιζόμενοι τὸ ἀποτέλεσμα τους· ὄχι μόνο προσβλέποντας σ’ ἔνα καλὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ μὲ τὸ φόβο πὼς θὰ μᾶς κρίνουν οἱ ἄνθρωποι; Πόσο φοβόμαστε νὰ κοιτάξουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ μὴν κοιτάζουμε πιὰ στὸν παραμορφωτικό καθρέφτη ποὺ δείχνει σὲ μᾶς καὶ στοὺς ἄλλους τοὺς ἑαυτούς μας ὄμορφους, ἀποδεκτοὺς, εὐγενεῖς, ἁγνοὺς -ἀλλὰ σ’ ἕναν ἄλλον καθρέφτη, τὸν καθρέφτη τῆς συνείδησης μας, τὸν καθρέφτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κρίσης Του, ποὺ γνωρίζουμε, ἀλλὰ ἀπ’ ὅπου ἀποστρέφουμε τὸ βλέμμα μας; Πόσοι ἀπὸ μᾶς ὅταν ἔχουμε τὴν ἐλάχιστη εἰκόνα τοῦ ποιοὶ εἴμαστε, δὲν ἐπιτρέπουμε αὐτὴ τὴν ἀκτίνα φωτὸς νὰ πάει πέρα ἀπὸ μιὰ φοβισμένη συνειδητοποίση καὶ νὰ καταδυθεῖ στὴν καρδιά μας, νὰ ψάξει στὶς πιὸ σκοτεινές γωνιές της, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔχει διεισδύσει τὸ φῶς, ποὺ ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει ποτὲ φτάσει, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔχει ἀκουστεῖ ποτὲ ἡ ἀλήθεια; Πόσοι ἀπὸ μᾶς εἶναι ἀρκετὰ τίμιοι γιὰ νὰ κρίνουν τοὺς ἑαυτοὺς τους, τὶς πράξεις τους στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας;

Εἴμαστε ὅλοι παράλυτοι: Παράλυτοι ἐξαιτίας τοῦ φόβου, τῶν ὑπολογισμῶν, ἐξαιτίας τῆς ἀπόφασης νὰ μὴν βλέπουμε, ἐπειδὴ φοβόμαστε αὐτὸ ποὺ ἴσως δοῦμε. Ἀκόμα φανταζόμαστε ὅλοι ὅτι μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴ ζωὴ ἑνὸς παραλυτικοῦ καὶ νὰ πεθάνουμε ὑγιεῖς. Ὅτι ἵσως ζήσουμε μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχουμε δεῖ ποτὲ τὴν ἀλήθεια, νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἀλήθεια καὶ νὰ μᾶς δεχτεῖ. Δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀπορρίψει! Τὸ θέμα εἶναι ὅτι θὰ ἀνακαλύψουμε ξαφνικὰ μὲ τρόμο, ὅτι δὲν ἔχουμε καμιὰ θέση στὸ βασίλειο τῆς Ἀλήθειας, στὸ βασίλειο τῆς τολμηρῆς Ἀλήθειας, τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς ἡρωικῆς ὀμορφιᾶς.

Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτὸ· ἄς μὴν σκεφτόμαστε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν παράλυτος καὶ τοῦ ὁποίου ἡ πίστη ἐνεργοποίησε τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ τον θεραπεύσει· ἄς σκεφτοῦμε τὴ δική μας παραλυσία.

Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες μου ὁμιλίες, ρωτήθηκα ἀπὸ κάποιον· «γιατί τὸ τελευταῖο σας κήρυγμα ἦταν τόσο αὐστηρό;» Μπορῶ να ἀπαντήσω μὲ κάθε τιμιότητα: ἐπειδὴ ἐπὶ μῆνες ἔψαχνα την ψυχή μου, ἦλθα ἀντιμέτωπος μὲ τὴ συνείδηση μου, καὶ βλέποντας μὲ τρόμο ὅτι ζῶ ἕνα ψέμα, ὅτι δὲν εἶμαι Χριστιανὸς σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι δὲν μὲ καταδικάζει μὸνο τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μοιάζει νὰ εἶμαι σὰν Χριστιανὸς. Ναί, αὐτὸ ποὺ ἐννοῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ νοιὼθω γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου· ἀλλὰ νοιώθετε παρόμοια πράγματα, ἀκόμα καὶ ἄν εἶστε ἀπείρως πιὸ ἄξιοι γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ ἐμένα; Δὲν νοιώθετε ὅτι, ὅλοι, περισσότερο ἤ λιγότερο, ἁμαρτάνουμε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅτι ὅλοι προδίδουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ καλεῖται νὰ γίνει ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, μιὰ ὁρατὴ εἰκόνα, μιὰ θεϊκὴ παρουσία ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν ψυχή, στὸ σῶμα, σὲ ἔργα καὶ λόγια, σὲ σκέψεις καὶ αἰσθήματα, σὲ προθέσεις καὶ ἀποτελέσματα- δὲν τὸ βλέπουμε αὐτό; Ἐγὼ τὸ βλέπω! Καὶ αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἐξομολόγηση- ναὶ μιὰ ἐξομολόγηση ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ὅλους ἐσᾶς: αὐτὸ εἶναι ποὺ βλέπω στὸν ἑαυτό μου- ἐξετᾶστε τὸν ἑαυτό σας: ἴσως ἔχουμε ἀκόμα χρόνο νὰ γίνουμε ἀληθινοὶ καὶ πραγματικοὶ ὅπως ὁ Θεὸς μᾶς θέλει, νὰ γίνουμε ὅ,τι ὀνειρεύεται γιὰ μᾶς ὁ Θεὸς, νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀγάπη Του ὄχι προδίδοντας τον ἑαυτὸ μας, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ Ἐκεῖνον.

Καὶ ὑπάρχει ἐλπίδα· ὑπάρχει ἐλπίδα ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ θεραπεύει, ὁ Θεός ἔχει τὴ δύναμη νὰ συντρίψει τὴν παράλυση μας ἐὰν στραφοῦμε σ’ Ἐκεῖνον μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ κουράγιο! Ἀμήν.


Ἀπόδοση κειμένου: www.agiazoni.gr


Πρωτότυπο Κείμενο

 

HEALING OF THE PARALYTIC
10 July 1988



In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

What has the event related today in the Gospel (St. Matthew IX: l-8) to do with us? Who of us is aware of being paralysed? And who of us has the faith, a calm and yet passionate certainty that no one but God can give us again the freedom of our movements?

This story is not a parable, it is an event; but it also conveys to us something more than the power of God to heal physical sickness if we come to Him with faith; that is having put aside all other hope but knowing for certain that our life and our death, our health and our sickness are in the hand of the Living God Who has chosen to become man in our midst, to share with us everything, including death and pain, including agony of mind and all the horror which may strike us when we look at the surrounding world, the world which we have made and are making.

But there is another aspect in this story to which I want to attract your attention. Who of us can say that he is not paralysed? Paralysed by fear, paralysed by the desire to be seen in the best of lights, paralysed by our calculations that do not allow us to act freely, to breathe freely, to be fearless? How many of us could dare say that they are not possessed of the desire to be seen better than they are, to be seen as they are not, as God does not see us? How many of us could say, «I want to be seen as I am — not only in all my frailty (this, others could accept), but in my deceitfulness, in my ugliness, full of fear, full of vanity», that is, of the desire to be judged on appearances and not on the reality?

And yet, Saint John of the Ladder says that one who is possessed of vanity is arrogant in the face of God while he is a coward in the face of men.

How many of us live continuously measuring our words, calculating our actions, thinking of the result; not only aiming at a good result but afraid of how people will judge us? How afraid we are to look at ourselves and see the truth about our own selves, no longer to look into the distorted mirror that shows us to ourselves and others as beautiful, acceptable, noble, pure — but in another mirror, the mirror of our conscience, the mirror of God's words and of God's judgement of which we are aware, but from which we avert our gaze? How many of us, when we catch a glimpse of what we are, do not allow this shaft of light to go beyond a frightened awareness and fall into our hearts to search the darkest corners of it, the deepest corners to which light has not penetrated, which love has never reached, in which the truth has never sounded? How many of us are honest enough to judge themselves, their actions, incipient or fulfilled, in the light of truth?

We are all paralysed: paralysed by fear, paralysed by calculations, paralysed by the determination not to see because we are afraid of what we may see. We still, all of us, imagine that we can live the life of a paralytic and die whole; that we may live a whole life never having faced the truth, and stand before God Who is the Truth — and be acceptable. Oh, it is not a matter of God rejecting us! It is a matter of suddenly discovering, with horror, that we have no place in the realm of Truth, in the realm of daring Truth, in the realm of beauty, of heroic beauty.

Let us reflect on this; let us not think of the man who was paralysed and whose faith healed his body by the power of God; let us think of our own paralysed condition. After one of my last sermons, I was asked by someone, «Why is it that your last sermon was so stern?» I can answer in all honesty: because for months and months I have been searching my own soul, confronting my own conscience, and seeing with horror that I live a lie, that I am not a Christian according to the Gospel, that I stand condemned not only by the Gospel itself, but by what I look like as a Christian. Yes, what I am saying is what I feel about myself; but do you not feel similar things, even if you are infinitely more worthy of God than I am? Do you not feel that, more or less, we all sin in the same way, that we all betray our own self which is called to be a revelation of God, a visible image, a divine presence incarnate in soul, in body, in action and word, in thought and feeling, in intention and result — do we not see that? I do! And what I say is a confession — yes, but a confession which is addressed to all of you: this is what I see in myself — LOOK at yourselves: we still perhaps have time to become true and real as God has willed us, to be what God dreams we should be, to respond to His love by not betraying ourselves, one another and Him.

And there is hope, there is hope because God has the power to heal, God has the power to break our palsy if we turn to Him with faith, and hope and courage! Amen

κοινωνικὴ διάσταση τῆς πίστεως (Ματθ θ, 1-8)

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)



Τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τὴν ξαναδιαβάσαμε τὴ δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μὲ περισσότερες χαρακτηριστικὲς λεπτομέρειες, ἔτσι ὅπως τὴ διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Σ' αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ἡ σύνδεση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια καὶ τῆς θεραπείας μὲ τὴ σωτηρία εἶναι θεμελιώδης ὡς σχέση αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ὅμως, μᾶς παρουσιάζει τὸ ἴδιο θαῦμα μὲ λιτότητα καὶ συντομία. Μπροστὰ στὸν Χριστὸ ποὺ διδάσκει σὲ ἕνα σπίτι στὴν Καπερναοὺμ φέρνουν ἕναν παράλυτο ἐπάνω σὲ κρεβάτι. Οἱ συνοδοὶ δὲν μποροῦν νὰ φτάσουν τὸν Χριστὸ ἐξαιτίας τοῦ πλήθους ποὺ ἀκούει τὴ διδασκαλία Του, γι' αὐτὸ ἀνοίγουν μία ὀπὴ στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ κατεβάζουν τὸν παράλυτο μπροστὰ στὸν Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὴν ἐφευρετικότητα τῆς πίστης τους καὶ τὴν ἐπαινεῖ. Ἀξίζει, λοιπόν, νὰ προσεγγίσουμε τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ καὶ νὰ σταθοῦμε στὴν κοινωνικὴ διάσταση τῆς πίστεως.



Ἡ πίστη, κίνηση πρὸς τὸν ἄλλο ἄνθρωπο


Ἡ χριστιανικὴ πίστη καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀτομικότητάς του. Καλεῖ διαρκῶς τὸν ἄνθρωπο νὰ σπάει τὸ κέλυφος τοῦ ἐγωισμοῦ του καὶ νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος-ἄτομο μεταβάλλεται σὲ πρόσωπο, σημαίνει ὅτι ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν ἐγωπαθῆ φυλακὴ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπου εἶναι ἐγκλωβισμένος, καὶ ἔρχεται νὰ συναντήσει μὲ κατανόηση, σεβασμὸ καὶ ἀγάπη τὸν συνάνθρωπο. Ἔτσι γίνεται τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μάρτυρας πίστεως καὶ ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς ἄλλους. Γιατί ὁ πιστὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐφησυχάζει καὶ νὰ ἐπαναπαύεται κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀγνοώντας τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων, ἀδιάφορος στὸ νὰ βρίσκει τρόπους θεραπείας.

Ἡ ἐφευρετικότητα τῆς πίστης τῶν συνοδῶν τοῦ παραλύτου, μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ γνήσια καὶ πραγματική, ἡ δυνατὴ καὶ θερμὴ πίστη, δὲν κάμπτεται ἀπὸ ἐμπόδια, δὲν σταματᾶ μπροστὰ σὲ δυσκολίες. Ἐπινοεῖ, ἐφευρίσκει, ἀγωνίζεται καὶ ἀγωνιᾶ προσευχόμενη νὰ βρεῖ τρόπους καὶ δρόμους συμπαράστασης καὶ ἐνίσχυσης, παρηγοριᾶς καὶ ἀνακούφισης μέσα ἀπὸ ἐκδηλώσεις καὶ ἔργα ἀγάπης. Βέβαια, ὅταν γυρίζουμε τὸ βλέμμα μας γύρω μας «εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου», μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, κάποτε ἀπογοητευόμαστε, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό. Συνειδητοποιοῦμε πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε ἤ, τέλος πάντων, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ καλούμαστε νὰ γίνουμε· ἄνθρωποι μὲ ἐμπειρία «πίστεως δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης» (Γαλ. 5,6). Ἀναρωτηθήκαμε ἆραγε ποτέ, πόσο συχνὰ τὸ Εὐαγγέλιο, μὲ τὸ συνεχὲς κάλεσμα γιὰ τελείωση καὶ ὑπέρβαση, σηκώνει ψηλὰ τὸν πήχη στὸ στίβο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καὶ ἐμεῖς περνᾶμε ἀπὸ κάτω; Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀλληλεγγύης, δυστυχῶς, εἶναι σπάνια ἀκόμη κι ἐκεῖ ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτονόητη, στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.


Δεδομένα καὶ ζητούμενα στὸν ἀγώνα τῆς πίστεως

«Θάρσει, τέκνον» εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς στὸν παράλυτο καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν καὶ στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος, ταλαιπωρημένος, ἀπογοητευμένος καὶ προδομένος, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐλπίδα καὶ στήριξη ψυχική. Ὄχι, βέβαια, ἀπὸ φθηνὲς παρηγοριές, θολὰ καὶ ἐπικίνδυνα συνθήματα, σὰν αὐτὰ ποὺ περισσεύουν στὶς μέρες μας καὶ κυκλοφοροῦν μέσα στὴν ἐλευθερία τοῦ κόσμου ἀσύδοτα καὶ ἀχαλίνωτα ὁδηγώντας πολλοὺς σὲ ἀδιέξοδα. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ σώζουσα ζωντανὴ πίστη, ποὺ ὅταν ὑπηρετεῖ τὸν πληγωμένο ἄνθρωπο, ἀποδεικνύει μὲ τὸν πλέον χειροπιαστὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὑπόθεση τοῦ μυαλοῦ μας, ἀλλὰ τῆς καρδιᾶς μας. Αὐτό, βέβαια, δὲν σημαίνει ἕναν πρόχειρο συναισθηματισμὸ ποὺ ἀφορᾶ τοὺς ἀφελεῖς καὶ γραφικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸ μερικῶν, ζοῦν στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι γνώρισμα τῶν ἀγωνιστῶν ποὺ ἀνακάλυψαν τὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ νικητὲς τῆς παρούσας ζωῆς καὶ οἱ κληρονόμοι τῆς αἰώνιας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅταν μελετᾶμε, στοχαζόμαστε καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν διαχρονικὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν καθοδήγηση τῶν Πατέρων μέσα στὴν Ἐκκλησία, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι πολλὰ ἀπὸ ὅσα διαβάζουμε δὲν εἶναι δεδομένα τῆς δικῆς μας ζωῆς, ἀλλὰ ζητούμενα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ἀγώνα. Πολλὰ ἀπὸ ὅσα μᾶς συγκινοῦν καὶ ἀγγίζουν τὴν ψυχή μας δὲν εἶναι ἐμπειρίες ποὺ φθάσαμε, ἀλλὰ μιὰ πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἀκόμη προσπαθοῦμε νὰ κατακτήσουμε, ἐν μέσω προκλήσεων, παγίδων καὶ πειρασμῶν πολλῶν. Γι' αὐτὸ ἂς προσπαθοῦμε μέσα στὸ περιβάλλον ὅπου ζοῦμε, μὲ τὴ στάση τῆς ζωῆς μας καὶ τὴ συμπεριφορά μας, νὰ ἐνισχύουμε τὴν πίστη τὴ δική μας καὶ τῶν ἄλλων. Ἀμήν.


Ἕνα σημεῖο κι ἕνα θαῦμα (Ματθ θ, 1-8)

Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)


 



 
«Προσέφεραν αὐτῷ παραλυτικόν»


Ἕνα σημεῖο κι ἕνα θαῦμα ἔκανε σήμερα ὁ Κύριός μας στὸ Εὐαγγέλιο, σημειώνει ὁ ἀοίδιμος μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος. Τὸ θαῦμα ἦταν πὼς συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τὸ σημεῖο εἶναι ποὺ τὸν γιάτρεψε καὶ σωματικά. Τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ ἄλλο στὸ σῶμα. Τὸ σημεῖο καὶ τὸ θαῦμα μαζὶ ἀποτελοῦν τὴν ὁλοκληρωμένη θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ.


Τὸ πρόσωπο τοῦ παραλυτικοῦ
Ὁ παραλυτικὸς δὲν ἦταν ἕνας νευρωτικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἁμάρτησε βαριὰ κι ἡ ἐνοχὴ του τοῦ προκάλεσε τὴν παράλυση, ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε ἕνας ψυχίατρος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦταν νευρωτικός, ἀλλ’ ἁμαρτωλὸς καὶ ἡ ἀρρώστια του ἦταν ἀποτέλεσμα τῶν συνεπειῶν τῆς συγκεκριμένης του ἁμαρτίας. Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς λέγει πὼς «πολλὰ τῶν νοσημάτων ἐξ ἁμαρτιῶν φύονται», δηλαδὴ πολλὰ νοσήματα προκαλοῦνται ἀπ’ τὶς ἁμαρτίες. Ὁ Κύριος στὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ θεραπεύει πρῶτα τὴν αἰτία, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ μετὰ τὸ σῶμα ποὺ ἔπασχε ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ ἀνθρώπου σὲ κάποιο ἁμάρτημα.

Οἱ Φαρισαῖοι πιθανῶς νὰ σκεπτόντουσαν ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας πλάνος, θεραπεύει τὸ ἀφανές, δηλαδὴ τὴν ψυχὴ ποὺ δὲ φαίνεται καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ διαπιστώσει, ἐὰν ἀφέθησαν τοῦ ἀρρώστου οἱ ἁμαρτίες, ἐνῶ ἀφήνει τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ἐμφανὲς καὶ πιὸ δύσκολο νὰ θεραπευθεῖ· «δυσχερέστερον ὤοντο τὸ σῶμα θεραπεῦσαι ὡς φαινόμενον», δηλαδὴ νόμιζαν πιὸ δύσκολο ἔργο εἶναι νὰ θεραπευθεῖ τὸ σῶμα, ἐπειδὴ φαίνεται (ἅγιος Θεοφύλακτος). Ἄλλωστε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου πρῶτα θανατώθηκε ἀπὸ τοὺς βρόγχους τῆς ἁμαρτίας καὶ μετὰ ἐπακολούθησαν στὴν ἀνθρώπινη φύση οἱ ἀσθένειες κι ὁ θάνατος, σύμφωνα μὲ τὴ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ.

Μία σημαντικὴ παρατήρηση κάνει ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς. Ὁ Χριστὸς ἄλλοτε κάνει τὸ θαῦμα βλέποντας τὴν πίστη τοῦ ἀρρώστου, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀσθενὴς ἦταν καλὰ στὰ μυαλά του. Π.χ. στὴν περίπτωση τῶν τυφλῶν ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ θαῦμα «κατὰ τὴν πίστιν» (Ματθ. 9,29) αὐτῶν. Ἄλλοτε πάλι ὅπως στὴ Χαναναία, στὸν Ἰάειρο, στὸν ἑκατόνταρχο καὶ σ’αὐτὸν τὸν παραλυτικὸ ἔκανε τὸ θαῦμα ὄχι βλέποντας τὴν πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἀλλὰ τὴν πίστη αὐτῶν ποὺ ζητοῦσαν ἀπ’ τὸ Χριστὸ νὰ τοὺς κάνει καλά, ‹‹καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ...» (Ματθ. 9,2). Οἱ ἄρρωστοι αὐτοί, καὶ πιὸ εἰδικὰ στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ παραλυτικός, πιθανῶς νὰ μὴν εἶχαν ἀκέραιο τὸ μυαλό τους στὶς διάφορες λειτουργίες. Ὁ νοῦς εἶχε ἐπισκοτισθεῖ.


Ἡ προσφώνηση τοῦ Κυρίου
Οἱ εὐαγγελιστὲς Ματθαῖος καὶ Μάρκος μᾶς λέγουν πὼς ὁ Χριστός, ὅταν εἶδε τὸν παραλυτικό, τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὴ λέξη «τέκνον»· «θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2 καὶ Μάρκ. 2,5). Ὁ ἱερὸς Λουκᾶς γράφει πὼς τὸν προσφώνησε μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια «ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Λουκ. 5,20). Παιδί μου, ἄνθρωπέ μου, εἶναι τὰ πρῶτα λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν παραλυτικό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς ὀνόμασε τὸν Παραλυτικὸ «τέκνον», ἐπειδὴ ὅλοι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι Αὐτὸς ποὺ μᾶς δημιούργησε (τῷ τῆς δημιουργίας λόγῳ) ἢ ἐπειδὴ διέγνωσε ὁ Χριστὸς πὼς ὁ ἄρρωστος Τὸν παραδεχόταν ὡς Κύριο καὶ Δημιουργό.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μὲ πολλὴ δύναμη λόγου σχολιάζει τὴν προσφώνηση αὐτὴ τοῦ Κυρίου μας. «Ὤ μακαρίας προσηγορίας», ὦ εὐτυχισμένη προσφώνηση. Ὁ παραλυτικὸς ἀκούει τὴ λέξη «τέκνον» καὶ «υἱοποιεῖται τῷ οὐρανίῳ Πατρί», υἱοθετεῖται ἀπ’ τὸν οὐράνιο πατέρα καὶ προσκολλᾶται στὸν ἀναμάρτητο θεὸ καὶ γίνεται κι ὁ ἴδιος χωρὶς ἁμαρτίες μὲ τὴν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων του. Παντοῦ μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη φαίνεται τὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἔφεραν τὰ σημάδια τῆς ἁμαρτίας, βρῆκαν τὸ θεραπευτή τους. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός μας, ποὺ μᾶς ἔκανε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.


Ἡ ἀληθινὴ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ διάφορες δυσλειτουργίες τῆς ψυχῆς τους ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο καὶ στὸ σῶμα τους, καταφεύγουν μόνο στοὺς ψυχιάτρους καὶ ψυχολόγους. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀπορρίπτει τὴν ἐπιστημονικὴ ἐργασία αὐτῶν τῶν γιατρῶν. Ἴσα ἴσα τὴ θεωρεῖ δημιουργική, ὅταν δὲν ἐξέρχεται τῶν ἐπιστημονικῶν ὁρίων της καὶ δὲν καταργεῖ τὸ Θεό. Ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι πὼς τὰ διάφορα ἁμαρτήματά μας δὲ θεραπεύονται μὲ τὰ ἠρεμιστικὰ οὔτε καὶ μὲ τὶς ὄντως θαυμάσιες παρεμβάσεις καὶ ἀναλύσεις τῶν ψυχολόγων καὶ ψυχιάτρων.

Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του ποὺ θὰ τοῦ ἐπιφέρει μιὰ θαυμαστὴ ὀντολογικὴ ἀλλαγὴ στὴ συμπεριφορά του. Χρειάζεται νὰ νιώσει τὸ Χριστὸ ὡς ἀδελφό του καὶ πατέρα του. Νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν ἑαυτό του στὴ χάρη Του μὲ τὰ μυστήρια τῆς μετανοίας, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας.


Ἀδελφοί μου,

Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ ἀλλάξει ζωή, πολὺ γρήγορα φέρνει τὴν εἰρήνη στὴν ψυχή του καὶ τοῦ χαρίζει τὴν ἀσφάλεια καὶ μιὰ μόνιμη πνευματικὴ κατάσταση χωρὶς ἀνασφάλειες καὶ φοβίες.Αὐτὴν τὴ θεραπεία ἂς ἐπιδιώξουμε.

Ὑπόλογοι ἔναντί του Θεοῦ ὅσοι ὑποσκάπτουν τὸ πνευματικὸ ἔργο τοῦ π.Ἐφραὶμ

13.jpg Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΡΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ π. ΕΦΡΑΙΜ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Το Παναγιώτη Τελεβάντου
 ρχεται ρα πο λήθεια κραυγάζει κόμη κα ν τν θάψεις κατ ργυις κάτω π τ γ.
 Στ συγκεκριμένη περίπτωση κκλησιαστικς συντάκτης τς μογενειακς μερήσιας φημερίδας τς Νέας όρκης μμεσα μολογε τ θρίαμβο τς ποιμαντικς διακονίας το π. φραμ στν κκλησία τς μερικς, παρόλον τι τόνους δηλητήριου κα λόγιστου μίσους χει κατ καιρος κχύσει κατ το σεβαστο Γέροντα τς ριζόνας, Προηγούμενου τς ερς Μονς Φιλοθέου του γίου ρους, π. φραίμ.
 Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΡΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ
Καθηγητς Κωνσταντνος Καβαρνς συγγραφέας κα Καθηγητς το Χάρβαρντ τελείωσε τ βήματά του π γς βίου του ς μοναχς στ μοναστήρι το Μεγάλου ντωνίου στν ριζόνα. Τ μοναστήρι το Μεγάλου ντωνίου εναι τρόπο τιν Λαύρα τν Μονν πο δρυσε π. φραμ στν μερική. Ατς θαυμάσιος μοναχς κα διαπρεπς πιστήμονας μεινε ξένος πρς τ πνεμα τς κκοσμικευμένης κκλησίας τς μερικς τν Μεταξάκη, θηναγόρα, ακώβου κα τν πιγόνων τους κα ταν πολέμιος τοῦ...

Οκουμενισμο κα τν νεωτερισμν παρόλον τιζησε στς ΗΠΑ σχεδν λόκληρη τ ζωή του.
 Γι' ατ οδες ξ σων ετύχησαν ν τν γνωρίσουν π κοντ παραξενεύτηκε πειδ πολ σημαντικς ατς νθρωπος τελείωσε τ ζωή του ς μοναχς σ να μοναστήρι μ καθαρ γιορειτικὴ παράδοση.
 ΥΠΟΛΟΓΟΙ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΣΟΙ ΥΠΟΣΚΑΠΤΟΥΝ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ π. ΕΦΡΑΙΜ
 Κα μως! ν σχεδν δύο δεκάδες μοναστήρια χουν δρυθε στν μερικανικ πειρο κα ν κατοντάδες μοναχο κα μοναχς φιερώθηκαν στ λατρεία το Θεο - μεταξ τν ποίων είμνηστος διαπρεπς Καθηγητς το Χάρβαρντ Κωνσταντνος Καβαρνς - π τν ελογημένη μέρα πο π. φραμ πάτησε τ πόδι του στν μερική, τόσοι κα τόσοι - ν ος δυστυχς κα κκλησιαστικς συντάκτης τς μερήσιας φημερίδας τς Νέας όρκης - χτυπον συνεχς τ σεβαστ Γέροντα κα τ θαυμαστ πνευματικ ργο πο πιτελε.
 Ν λπίσουμε τι θ συνειδητοποιήσουν τ λάθος τος σοι ποσκάπτουν να πρωτοφανς σ βάθος κα κταση ποιμαντικ ργο;

H ΠΑΡΑΚΟΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΙΣ ΘΕΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ

H ΠΑΡΑΚΟΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΙΣ ΘΕΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ  Κού­τσι­κου Κων­σταν­τί­νου
Στρα­τι­ω­τι­κοῦ – Θε­ο­λό­γου
1. Ὁ ὅ­ρος ΄΄ πα­ρα­κο­ὴ ΄΄
        Ἡ λέ­ξη πα­ρα­κο­ὴ εἶ­ναι σύν­θε­τη ἀ­πὸ τὸ πα­ρὰ καὶ ἀ­κο­ὴ ποὺ ση­μαί­νει δὲν ἀ­κού­ω σω­στὰ, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­τι ἀ­κού­ω μὲν, ἀλ­λὰ δὲν συμ­μορ­φώ­νο­μαι, δήλ. ἀ­πει­θῶ. Τό­σο στὴν ἀρ­χαί­α ὅ­σο καὶ στὴν νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ἡ ἑρ­μη­νεί­α της δὲν ἀλ­λά­ζει, ἀλ­λὰ κα­το­χυ­ρώ­νε­ται ὡς ἕ­νας ὅ­ρος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς καὶ συ­νώ­νυ­μος τῆς ἀ­τα­ξί­ας καὶ τῆς μι­σαλ­λο­δο­ξί­ας σὲ ὅ­λα τὰ ἐ­πί­πε­δα. 
       Ὁ ὅ­ρος αὐ­τὸς ἔ­χει ἀρ­νη­τι­κὴ ση­μα­σί­α τό­σο στὸ κοι­νω­νι­κό, στρα­τι­ω­τι­κό, ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νι­α­κὸ πε­δί­ο ὅ­σο καὶ στὸ θε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο τοῦ χρι­στια­νι­κοῦ δόγ­μα­τος. Π.χ τὸ ἄρ­θρο 53, πα­ρά­γρα­φος 1 τοῦ Στρα­τι­ω­τι­κοῦ Ποι­νι­κοῦ Κώ­δι­κα (ΣΠΚ) ‘’πε­ρὶ ἀ­νυ­πα­κο­ῆς’’, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι στρα­τι­ω­τι­κὸς ποὺ λαμ­βά­νει προ­στα­γὴ ἀ­πὸ τὸν ἀρ­χη­γό του νὰ ἐ­κτε­λέ­σει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ὑ­πη­ρε­σί­α καὶ ἀρ­νεῖ­ται νὰ ὑ­πα­κού­σει ἢ πα­ρα­λεί­πει τὴν ἐ­κτέ­λε­σή της τι­μω­ρεῖ­ται, σὲ εἰ­ρη­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο μὲ φυ­λά­κι­ση καὶ σὲ πο­λε­μι­κὴ πε­ρί­ο­δο, μὲ κά­θειρ­ξη ἰ­σό­βι­α καὶ ἂν ἡ πρά­ξη τε­λέ­σθη­κε ἐ­νώ­πι­όν του ἐ­χθροῦ, μὲ θά­να­το. Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται λοι­πὸν κα­νεὶς πό­σο σο­βα­ρὲς συ­νέ­πει­ες ἐ­πι­σύ­ρει ἡ τέ­λε­ση τῆς πρά­ξε­ως αὐ­τῆς γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α γε­νι­κὰ καὶ γιὰ τὸν ὅ­λο ἄν­θρω­πο εἰ­δι­κό­τε­ρα, γε­γο­νὸς ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴ βα­ρύ­τη­τα ποὺ δί­νει ὁ νο­μο­θέ­της σὲ αὐ­τή, μὲ τὴν κα­θι­έ­ρω­ση μί­ας σει­ρᾶς αὐ­στη­ρῶν ποι­νῶν, ὅ­ταν δι­α­πρα­χθεῖ.     
       Μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­πεί­θει­ας καὶ τῆς ἀ­νυ­πα­κο­ῆς χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ ὅ­ρος πα­ρα­κο­ὴ στὴ Βί­βλο, στὰ πα­τε­ρι­κὰ καὶ γενικά στὰ θε­ο­λο­γι­κὰ...
κεί­με­να.
       Στὴ Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ὁ πε­ρι­ού­σι­ος λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ἰσ­ρα­ήλ, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πό­σχε­ση ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ ὅ­τι θὰ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε στὴ γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας καὶ θὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε ὅ­λα τὰ κα­λά του κό­σμου μὲ μό­νη ὑ­πο­χρέ­ω­ση τὴν τή­ρη­ση τῶν θεί­ων ἐν­το­λῶν καὶ τὴν εἰ­λι­κρι­νῆ πί­στη του στὸ Θε­ό, αὐ­τὸς κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη  πα­ρά­κου­σε καὶ ἀ­θέ­τη­σε τὶς ὑ­πο­σχέ­σεις του ἐ­πι­σύ­ρον­τας τὴν θεί­α τι­μω­ρί­α. 
αγιος κυπριανόςὉ ἅ­γι­ος Κυ­πρι­α­νὸς τὸν 3ο αἰ., ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὰ θε­ά­μα­τα τοῦ θε­ά­τρου τῆς ἐ­πο­χῆς του, ὑ­πο­γραμ­μί­ζει πὼς μὲ τὰ θε­ά­μα­τα αὐ­τὰ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν τρό­πο δι­δα­σκα­λί­ας μέ­σω τοῦ θε­ά­τρου ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται οἱ ἀ­κο­λα­σί­ες τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ βί­ου[1]. Ὁ ἅ­γι­ος πα­τέ­ρας, καυ­τη­ρι­ά­ζον­τας τὰ ἀ­νή­θι­κα θε­ά­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς του, προ­σπα­θεῖ νὰ συ­νε­τί­σει τὸ ποί­μνι­ό του καὶ νὰ τὸ ξα­να­φέ­ρει κον­τὰ στὸ Θε­ό. Ἡ ἀ­τα­ξί­α καὶ ἡ ἰ­σο­πέ­δω­ση τῶν κοι­νω­νι­κῶν καὶ χρι­στια­νι­κῶν ἀρ­χῶν ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε  ὁ­δή­γη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ πα­ρα­κο­ὴ τῶν θεί­ων νό­μων, σὲ μί­α κα­τά­στα­ση ἀ­πά­θει­ας καὶ ἀ­πόρ­ρι­ψης ὅ­λων τῶν ἀ­ξι­ῶν μὲ  ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν τελ­μά­τω­ση τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ καὶ κοι­νω­νι­κοῦ  γί­γνε­σθαι.              
Τί­θε­ται ἐ­δῶ λοι­πόν, τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: ἡ πα­ρα­κο­ὴ εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ γνώ­ρι­σμα ἑ­νὸς λα­οῦ ἢ ὁ­λό­κλη­ρού του ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση μπο­ρεῖ νὰ δο­θεῖ μέ­σα ἀ­πὸ μί­α σύν­το­μη ἀ­να­φο­ρὰ ἐ­πὶ τοῦ προ­κει­μέ­νου, στοὺς χρό­νους τῆς Πα­λαι­ᾶς  καὶ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης κά­νον­τας στὴ συ­νέ­χει­α μί­α σύν­δε­ση μὲ τὴν σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ, γιὰ νὰ κα­τα­λή­ξου­με στὸ προ­φα­νὲς, ὅ­πως αὐ­τὸ μας πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἱ­ε­ροὺς πα­τέ­ρες δι­ὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Συνεχίζεται…


[1] Χ. Βάντσου, ΄΄Θέματα Ποιμαντικής Ψυχολογίας΄΄, τεύχος Β΄, Θεσσαλονίκη 2004, σ.181

Η γνώση του Αγ. Πνεύματος –γνώση εμπειρίας (Anthony Bloom )

 



[...] Φυσικά υπάρχουν ένα σωρό τρόποι χρήσης του όρου «πνεύμα» μέσα στην Αγία Γραφή: το πνεύμα του Ανθρώπου, «τα πνεύματα» σε πληθυντικό αριθμό, που σημαίνουν τους αγγέλους και τους δαίμονες. Υπάρχει επίσης και μία έννοια την οποία υποδηλώνουμε, όταν μιλάμε για το «πνεύμα» ενός έθνους, το «πνεύμα» μιας ομάδας ανθρώπων, το οποίο σε τελική ανάλυση σηματοδοτεί κάτι μη ορίσιμο και ασαφές, που όμως είναι ξεκάθαρα αναγνωρίσιμο ως συγκεκριμένο και μοναδικό. Και ίσως αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να στοχαστούμε , όταν λέμε πως ο Θεός είναι πνεύμα, ή όταν μιλάμε για το Άγιο Πνεύμα.
Υπάρχει επίσης και μία άλλη προσέγγιση, που προέρχεται επίσης από την Αγία Γραφή και που μας οδηγεί ίσως, σύμφωνα και με τις πρώτες μου επισημάνσεις, σε μια εγγύτερη κατανόηση. Σίγουρα όλοι θα θυμάστε τη συζήτηση που είχε κάποια νύχτα ο Κύριος Ιησούς Χριστός με τον Νικόδημο, και που περιγράφεται στο ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Μπορείτε να φανταστείτε το σκηνικό. Το απόγευμα είχε ζυγώσει. Ο Χριστός και ο Νικόδημος στέκονται ή κάθονται στην ταράτσα ενός εκ των σπιτιών της Ιερουσαλήμ και βυθίζονται σιγά-σιγά στη δροσιά της νύχτας και στο σκοτάδι, που ολοένα πυκνώνει. Μιλούν για τον Θεό και ο Νικόδημος παλεύει να καταλάβει.
 Ο Χριστός λέει πως ο Θεός είναι πνεύμα, και κατόπιν συνεχίζει με τα εξής λόγια: «το πνεύμα όπου θέλει πνει. και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και πού υπάγει» (Ιωάν. 3,8). Ο όρος που ο Χριστός χρησιμοποίησε (η εβραϊκή λέξη ruah) αντιστοιχεί ακριβώς στην ελληνική λέξη πνεύμα και τη λατινική spiritus· και οι τρεις αυτοί όροι σημαίνουν την ανάσα του ανέμου, το αγέρι που φυσά.
Προφανώς ο Χριστός δεν υπαινισσόταν πως ο Θεός είναι, υπό μία έννοια, σαν τον άνεμο. Ο άνεμος είναι κάτι υλικό, αποτελούμενος από πράγματα υλικά, από τον αέρα. Αυτό που λέει, πρώτα απ’ όλα, είναι ότι ο Θεός, όπως και ο άνεμος. δεν μπορεί να οριστεί ως μέγεθος και ως ουσία. Δεν μπορούμε να τον αδράξουμε, μας δραπετεύει. Ο άνεμος φυσά και δεν μπορείς να τον συγκρατήσεις στα χέρια σου. Ο άνεμος φυσά και δεν μπορείς να δώσεις ένα σχήμα στο φύσημά του – δεν είναι σαν το ποτάμι που κυλά ανάμεσα σε όχθες.
Απ’  την άλλη πλευρά, ο άνεμος γίνεται αντιληπτός- και γίνεται αντιληπτός ως άμεση εμπειρία. Αυτό που είναι χαρακτηριστικό με τον άνεμο είναι ότι τον γνωρίζουμε, όχι επειδή μπορούμε να τον παρατηρούμε απ’ έξω, αλλά επειδή τον αντιλαμβανόμαστε ως προσωπική εμπειρία. Αν ανατρέξετε πίσω στη μικρή περιγραφή που σας έκανα λίγο παραπάνω. σχετικά με τον Χριστό και τον
Νικόδημο, οι οποίοι στέκονταν στην ταράτσα ενός σπιτιού, τυλιγμένοι από το αεράκι του δειλινού, αυτό που πραγματικά προκύπτει είναι το εξής: ο άνεμος φυσά και το γνωρίζεις επειδή η επιδερμίδα σου δροσίζεται, η ανάσα σου γίνεται πιο εύκολη και τα ρούχα σου τα βλέπεις να θροΐζουν απαλά σ’ αυτό το φύσημα του ανέμου. Γνωρίζεις στα σίγουρα πως ο άνεμος πνέει. Πλην όμως δεν έχεις ιδέα από πού έρχεται αυτή η πνοή ούτε πού θα καταλήξει. Αυτό μόνο που ξέρεις είναι πως είσαι εντός της, πως ο άνεμος σε αγγίζει -έχεις βεβαιότητα περί αυτού, επειδή αυτή η βεβαιότητα είναι προσωπική, άμεση και εμπειρική.
Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό πράγμα, επειδή όταν διαβάζεις αυτά που αναφέρονται στην Αγία Γραφή σχετικά με το Άγιο Πνεύμα, συναντάς αυτή τη βεβαιότητα, πως το Άγιο Πνεύμα γνωρίζεται από τον άνθρωπο μέσω της εμπειρίας και όχι με κάποιο άλλο τρόπο. Ο Χριστός γνωρίζεται ως ένα συμβάν της ιστορίας. Στέκεται απέναντί μας κατά πρόσωπο. Είναι κάποιος που δεν ταυτίζεται με το δικό μου «εγώ»,ή με κάποιο συλλογικό «εμείς»,ακριβώς όπως και καθένας από εμάς δεν ταυτίζεται με το «εγώ» κάποιου άλλου ή κάποιας άλλης. Ο Χριστός επομένως -όχι με κάθε τρόπο, αλλά κατά κάποιο τρόπο- είναι για μας «έξωθεν». Η γνώση μας γι’ Αυτόν είναι γνώση που μπορεί να συγκριθεί με τη γνώση που αποκομίζουμε από κάθε άλλο συμβάν της ιστορίας, από ένα πρόσωπο της ιστορίας, ή μια σειρά γεγονότων που εξελίσσονται γύρω από κάποιο ιστορικό πρόσωπο. Μπορούμε να αντιδιαστείλουμε τον εαυτό μας από Εκείνον. Μπορούμε να Τον αποδεχτούμε ως Θεό μας ή να Τον αρνηθούμε, να Τον αποδεχτούμε ως Σωτήρα ή να Τον απορρίψουμε. Μπορούμε να πιστέψουμε στα λόγια Του ή να απιστήσουμε σ’ αυτά. Μπορούμε να Τον αγαπήσουμε ή να Τον αντιπαθήσουμε. Είμαστε ελεύθεροι να σχετιστούμε μαζί Του, όπως και με κάθε άλλο αντικείμενο έξω από μας.
Δεν ισχύει το ίδιο, όμως, με το Άγιο Πνεύμα, διότι το Άγιο Πνεύμα γίνεται αντιληπτό από μας μόνο εντός της εμπειρικής μας σφαίρας, κατά τον ίδιο τρόπο που και ο άνεμος τριγύρω από τον Νικόδημο ήταν μια βεβαιότητα της εμπειρίας του, όχι μια βεβαιότητα αντικειμενικής γνώσης. Καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν να μου αντιτείνετε ότι μπορεί κανείς να μάθει πολλά πράγματα για τον άνεμο· πλην, όμως, δεν είναι αυτό το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει η Αγία Γραφή.
Συνεπώς, η μόνη μας γνώση για το Άγιο Πνεύμα είναι η εμπειρία. Και ίσως να είναι αυτός ο λόγος που στο ευαγγέλιο του Μάρκου αναφέρεται ότι, μολονότι κάθε βλασφημία εναντίον του Χριστού μπορεί να συγχωρηθεί, η βλασφημία εναντίον του Αγίου Πνεύματος όχι. Ο Χριστός μπορεί να παρερμηνευτεί. Μπορεί να μην Τον αναγνωρίσουμε. Μπορεί να κρίνουμε λανθασμένα. Μπορεί να μην είμαστε αρκούντως ώριμοι για να Τον αποδεχτούμε, καθότι είναι έξω από εμάς και για να σχετιστούμε μαζί Του θα πρέπει να διανυθεί μία απόσταση από εμάς προς Εκείνον και από Εκείνον προς εμάς. Όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε κάποια εμπειρία μας που συνδέεται με το Άγιο Πνεύμα, διότι είναι δική μας εμπειρία.
Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Κάποιος στέκεται στον δρόμο παγωμένος από το κρύο και κοιτάζει μέσα από ένα παράθυρο τις φλόγες που τρίζουν σε ένα αναμμένο τζάκι. Αν είναι η πρώτη φορά που βλέπει και αποκτά εμπειρία της φωτιάς, και αν του έχουν πει ότι η φωτιά είναι κάτι που σε ζεσταίνει μέχρι το κόκκαλο, τότε αυτός θα ανασηκώσει τους ώμους του και θα πει «όχι. δεν σε ζεσταίνει – οι φλόγες χορεύουν μέσα στο τζάκι, αλλά εγώ έχω ξεπαγιάσει». Αντιθέτως, αν βρεθείτε σε ένα δωμάτιο, όπου δεν βλέπετε πουθενά φωτιά (ή έστω βλέπετε στο τζάκι φωτιά) και έχετε ζεσταθεί για τα καλά. αλλά παρόλα αυτά επιμένετε να αρνείστε πως η φωτιά σας προξένησε ζεστασιά, τότε δεν υπάρχει τρόπος να ελευθερωθείτε από το λάθος, διότι αρνείστε όχι ένα αντικειμενικό γεγονός έξω από εσάς, αλλά ένα πραγματικό γεγονός εντός σας.
Είσαστε ή τρελοί ή ψεύτες – δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποτιμηθεί η κατάστασή σας.
Το πρώτο συνεπώς μπορεί να είναι μια λανθασμένη κρίση, ένα σημάδι άγνοιας, μια ανικανότητα να σχετιστείς με ένα αντικειμενικό εξωτερικό γεγονός. Το δεύτερο όμως, είναι μια άρνηση, μια απόρριψη αυτού που γνωρίζεις ότι είναι αλήθεια. Έτσι, ό,τι γνωρίζουμε για το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται εντός μας – και αυτό είναι μία αλήθεια που άπαντα σε όλη την Αγία Γραφή. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι το Πνεύμα που ενοικεί  στον άνθρωπο, τον διαποτίζει έως μυελού των οστέων. Το Άγιο Πνεύμα «υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26). Το Άγιο Πνεύμα είναι που μας διδάσκει να λέμε «Αββά ο πατήρ» (Γαλ. 4,6 και Ρωμ. 8,15). Και το Άγιο Πνεύμα -όπως αναφέρει η μετάφραση του Μόφφατ- «πλάθει και διαμορφώνει μέσα μας τη γνώση του Θεού».
Βέβαια, όλα αυτά είναι εντός μας. Κανένα από αυτά δεν είναι «έξωθεν». Προφανώς σε αυτό το σημείο η εικονολογική αναλογία αναιρείται, διότι σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι ο άνεμος άγγιζε τον Νικόδημο στην επιδερμίδα του, όχι στην ψυχή του. Όμως πλέον μιλώ εδώ για την εμπειρία και όχι πια για τον άνεμο. Επομένως όλη η γνώση που διαθέτουμε για το Άγιο Πνεύμα προσωπικά, συλλογικά, είναι ή εμπειρική ή ανύπαρκτη. «Ανύπαρκτη γνώση» κατά μία έννοια, δεν υπάρχει: όλοι έχουμε ένα είδος αγγίγματος του Θεού. Όμως είναι εμπειρικό. Ό,τι ξέρουμε για το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο είναι δοσμένο στη γνώση μας από τον Θεό – όχι διαφορετικά. Και αυτή είναι η δυσκολία που η θεολογία αντιμετώπισε καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας. όποτε επιχειρούσε να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα. Ό,τι μπορούμε να πούμε. μπορούμε να το πούμε έσωθεν, αλλά είναι πολύ λίγο και αναφέρεται στις ενέργειές Του. Κάποια στιγμή, θα έρθουμε και σ’ αυτό το σημείο. Αυτό που μπορούμε να πούμε για το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο είναι κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε (και που δεν γνωρίζουμε) και είναι μονάχα ζήτημα αποκάλυψης. Και αυτός είναι ο λόγος που η ανατολική θεολογία αντιτίθετο πάντοτε με οξύτητα και αποφασιστικότητα σε κάθε εγχείρημα λογικής ερμηνείας της φύσης του Αγίου Πνεύματος εντός της Αγίας Τριάδας, και που αποδέχτηκε απλά, με μια κίνηση πίστης, τον Ζωντανό Θεό, απορρίπτοντας τον Θεό των φιλοσόφων, για τον οποίο μιλά ο Απόστολος Παύλος.
(Anthony Bloom, «Η εν Θεώ ζωή μας», εκδ. Εν πλω, σ. 14-23)

Το θαύμα της Ορθοδοξίας

 
undefined
Τριάντα μίλια μακριά από τις Αιγαιές, πόλη της Κιλικίας, ησύχαζαν δύο στυλίτες. Ο ένας απ’ αυτούς ήταν ορθόδοξος, ενώ ο άλλος άνηκε στην αίρεση του Σεβήρου. Ασκήτευαν σε απόσταση έξι μιλίων ο ένας από τον άλλο.
Ο αιρετικός κατηγορούσε την ορθόδοξη Εκκλησία και προσπαθούσε με διάφορα επιχειρήματα να παρασύρει στην αίρεσή του και τον ορθόδοξο. Εκείνος τότε, θέλοντας να τον πληροφορήσει για το ποιά είναι η ορθή πίστη, του μήνυσε να του στείλει μία μερίδα της δικής του κοινωνίας
Ο αιρετικός, νομίζοντας πως θα δεχόταν ο ορθόδοξος την πλάνη του, έστειλε με χαρά τη μερίδα. Έβαλε τότε ο ορθόδοξος ένα καζάνι να βράζει κι έριξε μέσα τη μερίδα του αιρετικού. Αμέσως αυτή διαλύθηκε στο καυτό νερό του καζανιού.
Ύστερα πήρε μία μερίδα από την αγία Κοινωνία της ορθόδοξης Εκκλησίας και την έριξε κι αυτή στο ίδιο καζάνι που κόχλαζε. Την ίδια στιγμή το καζάνι κρύωσε, ενώ η αγία μερίδα όχι μόνο δεν διαλύθηκε, μα ούτε καν βράχηκε!
(«Λειμωνάριον», Ιωαν. του Μόσχου)
Η νίκη του Χριστού.
Κάποιος μάγος έκανε ψευτοθαύματα με τη βοήθεια του διαβόλου, για να πλανεύει τους χριστιανούς και να τους παίρνει με το μέρος του.
Ανάμεσα στις άλλες θαυματουργίες του έκανε και τούτη: Έμπαινε στη φωτιά για πολλή ώρα. Ύστερα ζητούσε τη βοήθεια του δαίμονα, που έσβηνε τη φωτιά κι έτσι ο μάγος παρέμενε άβλαβής.
Όταν ο τοπικός επίσκοπος πληροφορήθηκε το περιστατικό, πήρε το άγιο αρτοφόριο με το δεσποτικό Σώμα και πλησίασε στη φωτιά. Αμέσως πρότεινε στο μάγο να δεθεί με αλυσίδα και να πέσει μέσα στη φωτιά, για να δει κι αυτός τη θαυμαστή του διάσωση.
Ο μάγος δέχτηκε να τον δέσουν και να τον ρίξουν στη φωτιά, νομίζοντας πως κι εκείνη τη φορά, όπως τόσες άλλες, θα γινόταν το θαύμα. Μόλις όμως βρέθηκε τυλιγμένος στις φλόγες, άρχισε να καίγεται και να φωνάζει δυνατά:
Βοήθησέ με δαίμονα, γιατί θα με καταφάει η φωτιά!
Άκουσαν όλοι τότε μία απαίσια φωνή: Πολλές φορές σε βοήθησα. Τώρα, όμως δεν μπορώ, γιατί στέκεται πλάι σου ο ισχυρότερός μου.
Έτσι λοιπόν ο μάγος έγινε στάχτη.
(Αγαπίου μοναχού, «Αμαρτωλών σωτηρία

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...