Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 19, 2011

H θεωρία της εξελίξεως και η ...“εξέλιξη” πολλών θεολόγων!

Η θεωρία της εξελίξεως
και η ...“εξέλιξη” πολλών θεολόγων!
του Λέων Μπράνγκ
Θεολόγου
Από το περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία»,
Αριθμ. τεύχους 110-111, Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2011
Όταν απευθύνεται κανείς στον σύγχρονο άνθρωπο σχετικά με το θέμα της προέλευσης της ζωής κάνοντας λόγο για τη Δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου από το Θεό συναντάει κυριολεκτικά έναν τοίχο. Χαρακτηριστικό στις μέρες μας είναι η σχεδόν απόλυτη ισχύ και αποδοχή της θεωρίας της εξέλιξης. Όποιος τολμάει να την αμφισβητήσει, ιδίως μέσα από την προβολή της Αγίας Γραφής και της Δημιουργίας, θεωρείται φονταμενταλιστής, προσκολλημένος στο παρελθόν και στη μυθολογία, ξένος απόλυτα προς το χώρο της επιστήμης και προς την επιστημονική μεθοδολογία.
Οι θέσεις αυτές ήδη στην σχολική πραγματικότητα είναι σχεδόν απόλυτα παγιωμένες, αφού αυτή η θεωρία προβάλλεται με κάθε ευκαιρία μέσα από όλα εκείνα τα διδακτικά βιβλία που σε κάποιο βαθμό μπορούν να συσχετιστούν με αυτήν. Ενδεικτικό μεταξύ άλλων είναι και η ένταξη της θεωρίας στην εξεταστέα ύλη των Πανελλαδικών Εξετάσεων στο μάθημα της Βιολογίας από το 2010. Τα μόνα βιβλία που κρατούν ακόμα κάποια έστω απόσταση είναι τα βιβλία των θρησκευτικών, αλλά και εκεί παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια σχετική υποχώρηση και προσαρμογή. Με λίγες λέξεις θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Γιατί να μη γίνονται αποδεκτές τόσο η θεωρία της μεγάλης έκρηξης όσο και η θεωρία της εξέλιξης, αφού ασχολούνται με το «πως» της δημιουργίας που είναι αποκλειστικά θέμα της επιστήμης. Αποστολή της θεολογίας είναι να ασχολείται μόνο με το «ποιος» και «γιατί» της δημιουργίας (βλ. π.χ. τις ενότητες 9 και 24 στο βιβλίο των Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου «Χριστιανισμός και Θρησκεύματα»).
Επίσημα η θεωρία της εξέλιξης παρουσιάζεται σαν επιστημονική θεωρία, ως προς την εξερεύνηση και ερμηνεία του φαινομένου της ζωής και της ανάπτυξής του. Στην καθημερινότητα όμως των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης και στην εκπαίδευση επιβάλλεται κυριολεκτικά ως επιστημονική αλήθεια! Συνδέθηκε κυρίως με τον Κάρολο Δαρβίνο (1809-1882), ο οποίος σε δύο βασικά έργα του, το πρώτο με τίτλο «Περί της καταγωγής των ειδών» (1859) και το δεύτερο με τίτλο «Περί της καταγωγής του ανθρώπου» (1871) προσέθεσε στις ήδη υπάρχουσες θεωρίες το μηχανισμό της φυσικής επιλογής, ότι δηλαδή στους διάφορους πληθυσμούς των ειδών επιβιώνουν οι πιο ικανοί, αυτοί οι οποίοι αποδεικνύουν τη μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής στις εκάστοτε συνθήκες της ζωής.
Ο 19ος αιώνας, στον οποίο η θεωρία του Δαρβίνου ε8δε το φως της δημοσιότητας, χαρακτηρίζεται από ένα δυνατό ρεύμα αθεΐας στην Δυτική Ευρώπη, προς το πνεύμα της οποίας ταιριάζει απόλυτα η θεωρία αυτή. Διότι θεωρεί και ερμηνεύει τον κόσμο εντελώς αυτόνομα από οποιαδήποτε δημιουργική αρχή, στην ουσία ως αυθυπόστατον. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη απήχηση που είχε η θεωρία αυτή στο κλίμα αυτό του 19ου αιώνα: είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι η πρώτη έκδοση του έργου «Περί της καταγωγής των ειδών» εξαντλήθηκε την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας!
Ο δυτικός άνθρωπος ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού αναζητούσε την απαλλαγή από κάθε υπερβατική αυθεντία, την οποία είχε ζήσει και γνωρίσει επί αιώνες μέσω του αυταρχισμού του παπισμού με κορυφαία αποτρόπαια έκφραση την Ιερά Εξέταση. Η δίκη του Γαλιλαίου το 1633, το γεγονός ότι αναγκάστηκε να ανακαλέσει τις θέσεις του, σήμανε το θρίαμβο του παπισμού επί της επιστήμης. Τώρα πλέον θα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση.
Μέσα στα πλαίσια αυτά κατανοείται η αποδοχή της θεωρίας της εξελίξεως ως αντίδραση ενάντια στον Παπικό ολοκληρωτισμό, δεν μπορούμε, όμως, να μην επισημάνουμε ευθύς εξ αρχής, ότι η αντίδραση αυτή, ως αποτέλεσμα συσσωρευμένου αντιπαπικού μένους άφησε να φανεί πολύ καθαρά ότι η επιστημονικοφανής αυτή θεωρία είχε ελάχιστη ή και καθόλου σχέση με την επιστήμη.
Και πράγματι κάθε άλλο από επιστημονικά έγκυρη και θεμελιωμένη ήταν η θεωρία αυτή από την αρχή της εμφάνισής της: Συνήθως μέσα από την έρευνα και τις παρατηρήσεις οδηγείται ο επιστήμονας στη διατύπωση μιας θεωρίας και στη συνέχεια αναζητείται η επιβεβαίωσή της. Εδώ στην περίπτωση του Δαρβίνου συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ενώ παρατηρούσε και διαπίστωνε μέσα στην μεγάλη βιοποικιλότητα ζωντανών οργανισμών και απολιθωμάτων την ύπαρξη βασικών ειδών –με αναμφισβήτητες ομοιότητες βέβαια μεταξύ τους– όπως επίσης, ότι αυτά τα βασικά είδη αυτούσια εμφανίζονται στα απολιθώματα, πράγμα που δηλώνει ότι δεν υπάρχουν μεταβατικές μορφές ανάμεσα σ’ αυτά τα είδη, διατύπωνε μια θεωρία ακριβώς αντίθετη με την παρατήρηση αυτή και άρα απόλυτα αντιεπιστημονική: Ισχυρίσθηκε ότι όλα τα είδη της ζωής, που υπήρξαν και υπάρχουν στον πλανήτη μας μέχρι και τον άνθρωπο, εξελίχθηκαν σε διάστημα εκατομμυρίων ετών από ένα κοινό πρόγονο μέσω τυχαίων μεταλλαγών (ή μεταλλάξεων, όπως ονομάζονται σήμερα στη γενετική) και του μηχανισμού της φυσικής επιλογής. Η θεωρία αυτή, για να έχει μια στοιχειώδη επιστημονική βάση, θα έπρεπε να προϋποθέτει στο αρχείο των απολιθωμάτων την ύπαρξη άπειρων μεταβατικών μορφών ανάμεσα στα βασικά είδη, πράγμα όμως που, όπως και ο ίδιος έβλεπε, δεν ισχύει. Επομένως η θεωρία, έτσι όπως διατυπώθηκε, δεν βασίζεται στην επιστημονική παρατήρηση, αλλά έχει μια καθαρά φανταστική, μια ιδεολογική βάση. Αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια της αθεΐας του 19ου αιώνα και με βασικό όπλο την επιστημονικοφανειά της στοχεύει στην απόρριψη της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου από τον Θεό. Τη θέση του Θεού παίρνει, «καλή τή “ευσεβεί” αθεϊστική πίστει» των εμπνευστών και υποστηρικτών αυτής της θεωρίας, μια αυθύπαρκτη κοσμική πραγματικότητα που κρύβει στην υλική της δομή, στα πρωτόνια, νετρόνια και ηλεκτρόνιά της, τη δυνατότητα ανάπτυξης και εξέλιξης ζωής και νοημοσύνης στην τεράστια αυτή βιοποικιλότητα και τελειότητα που παρατηρούμε. Ειδικά δε τη θέση του σχεδίου του Θεού παίρνει ο παράλογος παράγοντας του τυχαίου και η αρχή της φυσικής επιλογής.
Ήδη μόνο το στοιχείο αυτό, δηλαδή η παντελής έλλειψη στα απολιθώματα μεταβατικών μορφών ανάμεσα στα βασικά είδη αρκεί, ιδίως σήμερα, για την χωρίς περαιτέρω συζήτηση απόρριψη της θεωρίας ως εντελώς ανεδαφικής και παραπλανητικής. Και λέω ιδίως σήμερα, επειδή το αρχείο των απολιθωμάτων μετά από την εντατική έρευνα των παλαιοντολόγων κατά τις δύο τελευταίες εκατονταετίες θεωρείται από τους ειδικούς πλέον ιδιαίτερα πλούσιο (έχουν καταγραφεί σήμερα τουλάχιστον 250.000 απολιθωμένα είδη ανάμεσα στα αμέτρητα δισεκατομμύρια ευρημάτων) και χωρίς ουσιαστικά κενά. Έτσι το επιχείρημα, ότι οι μεταβατικές μορφές μεταξύ των βασικών ειδών δεν έχουν εντοπιστεί ακόμα, έχει χάσει πλέον κάθε ισχύ.
Ωστόσο, λόγω των πολλών αναθεωρήσεων, προσπαθειών εξαπάτησης αλλά και γενικά εξ αιτίας του μεγάλου όγκου πληροφοριών, που έχει συγκεντρωθεί από εκπροσώπους πολλών επί μέρους επιστημών, στην προσπάθεια στήριξης της θεωρίας, επιβάλλεται να γίνει μια έστω ενδεικτική αναφορά στην ιστορική διαδρομή της θεωρίας μέχρι τις μέρες μας.
Στον γερμανικό χώρο ο ζωολόγος Έρνστ Χέκελ (1834-1919), καθηγητής της συγκριτικής ανατομίας στο πανεπιστήμιο της Ιένας, έκανε τη θεωρία γνωστή. Ο ίδιος μάλιστα ζητούσε να ενισχύσει τη θεωρία με τον βιογενετικό βασικό νόμο, όπως τον ονόμασε ο ίδιος (σήμερα χρησιμοποιείται στα γερμανικά όχι πια η λέξη «βασικός νόμος» αλλά «βασικός κανόνας», στη δε αγγλική ορολογία έχει περάσει με τον όρο «θεωρία της ανακεφαλαίωσης»).
Σύμφωνα με το «νόμο» αυτό: η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση, δηλ. η βιολογική ανάπτυξη ενός οργανισμού είναι παράλληλη και συνοψίζει ολόκληρη την εξελικτική ανάπτυξη του είδους. Στις μέρες μας ακόμα και από τους υποστηρικτές της θεωρίας της εξέλιξης η θέση αυτή δεν γίνεται πια αποδεκτή. Άλλωστε προσπάθησε να την θεμελιώσει με παραποίηση εικόνων από την εμβρυακή ανάπτυξη διαφόρων οργανισμών. Τελικά ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχθεί αυτή την προσπάθεια εξαπάτησης (εφημερίδα: Berliner Volkszeitung της 29.12.1908).
Από τις άλλες απάτες η πιο γνωστή είναι το κρανίο του Piltdown (βρέθηκε το 1911), ένα ανθρώπινο κρανίο 1330 χρόνων περίπου και μια κάτω σιαγόνα πιθήκου 1450 χρόνων, που παρουσιάστηκαν ως όν με μικτά χαρακτηριστικά. Η απάτη αποκαλύφθηκε το 1953.
Από τη δεκαετία του ’40, του προηγούμενου αιώνα, η θεωρία του Δαρβίνου πήρε το όνομα «συνθετική θεωρία της εξέλιξης» ή «νεοδαρβινισμός». Με τη συμβολή διαφόρων επιστημών, όπως η γενετική, η βιολογία πληθυσμών, η ζωολογία, παλαιοντολογία κ.ά. η αρχική θεωρία αναθεωρήθηκε σε κάποια σημεία, ώστε να προσαρμοστεί στα δεδομένα αυτών των επιστημών.
Στη συνθετική αυτή θεωρία συναντούμε συχνά έντονα προβλήματα συνδυασμού και συμφωνίας μεταξύ των επί μέρους επιστημών, όπως επί παραδείγματι μεταξύ παλαιοντολογίας και βιοχημείας ως προς τη συγγένεια των διαφόρων ειδών και τα χρονολογικά δεδομένα του γενεαλογικού τους δένδρου, σε σημείο μάλιστα, που συχνά καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα, ότι το βασικό που συνδέει τους επιστήμονες αυτών των διαφορετικών επιστημών είναι η κοινή τους πίστη στην εξέλιξη!
Μετά τα όσα αναπτύξαμε παραπάνω, είναι πραγματικά θλιβερό ότι πολλοί θεολόγοι σήμερα δέχονται να προσαρμόζουν τη βιβλική διήγηση της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου από το Θεό σε αυτό το ιδεολογικό κατασκεύασμα που αποκαλείται θεωρία της εξέλιξης. Γιατί το κάνουν; Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια ασφυκτική πίεση τόσο στο χώρο της παιδείας όσο και από τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης για την υιοθέτηση αυτής της θεωρίας και την προσαρμογή όλων των άλλων δεδομένων σ’ αυτήν. Είναι όμως εξίσου αλήθεια, ότι αυτή η εξέλιξη δεν έγινε ποτέ. Το μαρτυρούν, όπως είδαμε παραπάνω, αδιάψευστα τα απολιθώματα. Γιατί λοιπόν αυτή η τόσο εύκολη υποχώρηση μπροστά σε μια απάτη; Το γεγονός και μόνο ότι προβάλλεται με κάθε ευκαιρία τόσο δυναμικά και ολοκληρωτικά ώστε να πνίγεται κάθε αντίρρηση, να πνίγεται και εξαφανίζεται τελικά η αλήθεια, θα έπρεπε να υποψιάσει τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο για το γιγαντιαίο μέγεθος αυτής της απάτης. Και όμως! Πολλοί δεν υποψιάζονται.
Οι ίδιοι εκείνοι που αρνούνται στην Εκκλησία κάθε δικαίωμα, να έχει λόγο στα ζητήματα της πολιτικής, εδώ στο θέμα της προέλευσης της ζωής υποστηρίζουν, ότι η Εκκλησία και επομένως η θεολογία δεν είναι αρμόδια να εκφράζει άποψη για το «πως» της προέλευσης της ζωής, για το «πως» της δημιουργίας. Ο χώρος αυτός ανήκει κατά την άποψή τους αποκλειστικά στην επιστήμη! Τα θέματα, για τα οποία μπορεί να αρθρώσει λόγο η θεολογία είναι το «ποιος» και το «γιατί» της δημιουργίας, ερωτήματα που ούτως ή άλλως για τους υποστηρικτές της αθεϊστικής αντίληψης του κόσμου και της ζωής αγγίζουν ζητήματα μυθολογίας.
Πολλοί θεολόγοι αποδέχονται και επικροτούν απόλυτα τη θέση αυτή. Ενώ η Αγία Γραφή στη διήγηση για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου κάνει σαφέστατα λόγο για το «πως» (δημιουργία με το λόγο του Θεού, πλάση του ανθρώπου) και ακόμα και για το «πότε» (εν αρχή, οι μέρες της δημιουργίας), εκείνοι αποδέχονται ότι η θεολογία δεν έχει αρμοδιότητα. Έτσι παραχωρούν το «πως» αποκλειστικά στην επιστήμη, με αποκορύφωση να θεωρούν τη θεωρία της εξέλιξης ως απόλυτα έγκυρη έκφραση της επιστήμης!
Ποιο είναι το αποτέλεσμα της αποδοχής αυτής της απάτης στη «θεολογία» αυτών των «εξελιγμένων» και «εκσυγχρονισμένων» ερμηνευτών της Αγίας Γραφής; Η απόλυτη παραχάραξη της Αγίας Γραφής, η κατάργηση του Θεού και η μετατροπή Του σε είδωλο. Η ακύρωση του λυτρωτικού έργου του Χριστού, αφού αντιστρατεύεται τη ζωή, η αποθέωση ενός αποκτηνωμένου ανθρώπου ως γνήσια έκφραση της αθεϊστικής-δαρβινικής αντίληψης για τη ζωή.
Ποιο συγκεκριμένα: Δεν μπορεί πια να γίνει λόγος για έναν «καλά λίαν» δημιουργημένο κόσμο. Ο Θεός εδώ δημιουργεί την υλική πραγματικότητα του κόσμου, δημιουργεί ίσως και την πρώτη μορφή ζωής, πάντως δεν δημιουργεί το πρώτο ζευγάρι ανθρώπων. Στην πρώτη μορφή ζωής εναποθέτει ως απαραίτητα στοιχεία της εν δυνάμει εξέλιξης και τελειοποίησής της (ο όρος τελειοποίηση επιλέγεται εδώ, επειδή και από αυτούς τους θεολόγους κατά κανόνα δεν αμφισβητείται ότι στον άνθρωπο συναντάμε τη πιο τέλεια εκδήλωση της ζωής) τη φθορά, το θάνατο, τη σήψη, τη σύγκρουση και την επικράτηση των ισχυρότερων οργανισμών, των ικανότερων στην πάλη επιβίωσης. Με τον τρόπο αυτό όλα τα παραπάνω στοιχεία γίνονται πάγια δημιουργικά μέσα του Θεού, τα οποία συμπληρώνονται από την ενεργή παρουσία Του στο τυχαίο στοιχείο της θεωρίας της εξέλιξης. Τη θέση του τυχαίου στοιχείου, δηλαδή, καταλαμβάνει ο ίδιος ο Θεός, με το να κατευθύνει και να επιφέρει τις αλλαγές εκείνες που οδηγούν μέσα από την πάλη επιβίωσης και την ικανότητα προσαρμογής στην τεράστια αυτή βιοποικιλότητα που παρατηρείται σήμερα με κορυφή τον άνθρωπο.
Επομένως ο θάνατος και όλα τα στοιχεία εκείνα που οδηγούν σε αυτόν δεν θεωρούνται πια ως αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου, ως επακόλουθο της προσπάθειας αυτονόμησής του η οποία οδηγεί φυσικά στη διάσπαση της σχέσης του με τον Θεό, που είναι η όντως ζωή. Αντίθετα, κατανοούνται ως προϋπόθεση της ζωής, ως δημιουργικά και άρα απαραίτητα μέσα για την αύξηση και τελειοποίηση της ζωής, για την ανάπτυξη της νοημοσύνης και την πρόοδο τελικά της ανθρωπότητας στον πολιτισμό.
Ένας τέτοιος άνθρωπος, μια ανθρωπότητα αυτών των προδιαγραφών φυσικά δεν έχει ανάγκη σωτηρίας. Σωτηρία από τι; Μήπως από το θάνατο, τη φθορά, τη σήψη, τον αφανισμό, τη διαμάχη; Αφού όλα αυτά αποτελούν ευεργεσία του Θεού, προφανώς και σήμερα σε ισχύ με στόχο την περαιτέρω τελειοποίηση και προαγωγή της ζωής! Τι το πιο σχιζοφρενικό στο πλαίσιο αυτό της κατανόησης του Θεού, του κόσμου και του ανθρώπου από τη σωτηρία εν Χριστώ; Τι το πιο παράλογο από τη σταυρική θυσία, τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού; Άλλωστε, αφού δεν υπάρχει ο πρώτος Αδάμ, πως μπορεί να υπάρξει ο δεύτερος Αδάμ;
Και το ιδανικό του ανθρώπου; Γιατί να εξανθρωπίζεται, να γίνει έστω ηθικός, να αναπτύξει συναισθήματα και σχέσεις; Αφού ο βασικός νόμος που έχει θέσει ο Θεός αυτών των θεολόγων(!) σε όλους αδιάκριτα τους οργανισμούς είναι η τελειοποίηση της ζωής μέσω της επικράτησης των ισχυρότερων, των πιο ικανών στην πάλη επιβίωσης. Γιατί ο άνθρωπος αυτός να μη ζει ακόμα και με τις πιο κτηνώδεις ορέξεις του, αρκεί να χειρίζεται τις καταστάσεις και τους ανθρώπους με εξυπνάδα και να καταφέρνει να κρατήσει τις ισορροπίες εκείνες που θα εξυπηρετούν τα δικά του συμφέροντα και του εξασφαλίζουν υπεροχή;
Ο «Θεός» αυτών των θεολόγων στην ουσία καταντάει απλό διακοσμητικό στοιχείο, εν τούτοις απαραίτητο, ένα είδωλο για την ικανοποίηση των αναγκών της θρησκευτικής φύσης πολλών ανθρώπων, σαφώς όμως υποδεέστερο και πιο απάνθρωπο από πολλούς θεούς άλλων ειδωλολατρικών θρησκειών.
Φυσικά, οι θεολόγοι προασπιστές της θεωρίας της εξέλιξης δεν υποστηρίζουν ρητά όλα τα παραπάνω, υποστηρίζουν απλά και μόνο την ανάγκη συνταιριάσματος και ερμηνείας της διήγησης της δημιουργίας στην Αγία Γραφή με βάση τα «επιστημονικά» δεδομένα της θεωρίας της εξέλιξης, για να μη βρεθούν οι χριστιανοί εκτός της «επιστημονικής» πραγματικότητας του σύγχρονου κόσμου! Όλα τα παραπάνω όμως αποτελούν την απόλυτα λογική προέκταση των θέσεών τους.
Τελικά ο στόχος των εμπνευστών και υπερασπιστών αυτής της θεωρίας εκπληρώνεται με διπλό τρόπο: Αφ’ ενός οι ίδιοι ωθούν, παραδίδουν και εδραιώνουν τον άνθρωπο στην αθεΐα και αφ’ ετέρου με την βοήθεια των εργολάβων τους, των «χριστιανών θεολόγων», κρημνίζεται εκ των έσω ο χριστιανισμός. Αυτοί οι «εκσυγχρονιστές χριστιανοί θεολόγοι» αντικαθιστούν τον Θεό της Αποκάλυψης με έναν θεό-είδωλο και στερούν από τον άνθρωπο τον Θεάνθρωπο Χριστό.
Όσοι από τους αναγνώστες επιθυμούν περισσότερες πληροφορίες για το θέμα, ας δουν μεταξύ άλλων τα βιβλία Duane T. Gish, «Εξέλιξη; Τα απολιθώματα λένε όχι!», Πρέβεζα 1985, Γιάννη Κωστώφ, «Συμβολή στην τελετή λήξεως της θεωρίας της εξελίξεως», Αθήνα 1988, Αποστολου Χρ. Φράγκου, «Εξέλιξη ή Δημιουργία;», Αθήναι 1991 και την πολύ ενημερωμένη και κατατοπιστική ιστοσελίδα (στα γερμανικά, αγγλικά, ισπάνικά και τσέχικα): http://www.genesisnet.info/

Η πολεμική κατά της Παλαιάς Διαθήκης εις την Ναζιστικήν Γερμανίαν

 


Τοῦ Πρωτ. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτωρος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
Ἡ Παλαιά Διαθήκη ὡς μέρος τῆς Ἁγ. Γραφῆς, ἔτυχε ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων μιᾶς πρωτοφανοῦς πολεμικῆς. Κοινός παρονομαστής τῶν πολεμίων της ἀνά τούς αἰῶνες, ἔστω καί ἄν τά κίνητρά τους ἦταν διαφορετικά, εἶναι ὅτι δέν θέλησαν ποτέ νά κατανοήσουν τό γεγονός, ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένη μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό κατανοεῖται μόνο χριστολογικά, καθώς καταγράφει τήν ἐν χρόνῳ φανέρωση καί ἐξέλιξη τοῦ σχεδίου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐν Χριστῷ παλιγγενεσία τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς δημιουργίας.
Ἡ ἄσαρκος τοῦ Θεοῦ Λόγου παρουσία στήν Π.Δ κατά τίς Θεοφάνειες, οἱ τύποι, τά σύμβολα, οἱ προεικονίσεις, οἱ προφῆτες, ἐκφράζουν κατά τρόπο ρεαλιστικό ὅτι τά πάντα κινοῦνται γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καί τήν προσδοκία τῆς ἐλεύσεώς Του.Ἔτσι κατανοοῦμε, γιατί τήν Π.Δ οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία μας τήν κατανόησε μέ φυλετικά ἤ ἐθνικιστικά κριτήρια, ἀλλά μέ θεολογικά.
Στούς πολεμίους τῆς Π.Δ κατά τούς νεώτερους χρόνους ἀνήκουν καί οἱ Ναζί. Στά χρόνια τῆς ναζιστικῆς Γερμανίας, ἡ Π.Δ θά πολεμηθεῖ ἀπό τρεῖς χώρους, πού εἶχαν ὅμως κοινό κίνητρο. Αὐτό δέν ἦταν ἄλλο, παρά οἱ ρατσιστικές φυλετικές ἀντιλήψεις τῶν ναζί περί Ἀρίας φυλῆς, ὁ ἀντισημιτισμός τους καί ἡ ἐχθρική τους τοποθέτηση ἀπέναντι στό Χριστό καί τό Εὐαγγέλιο. Χαρακτηριστική εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ δήλωση τοῦ Χίτλερ στίς 6-7-1933: "Κάποιος πρέπει νά εἶναι ἤ χριστιανός ἤ Γερμανός. Καί τά δύο μαζί δέν μπορεῖνά εἶναι"1.
Ὁ πρῶτος χῶρος, ὁ ὁποῖος θά ἐκφραστεῖ μέ πρωτοφανῆ σκληρότητα καί μῖσος κατά τῆς Π.Δ εἶναι ἡ Γερμανική ναζιστική ἰδεολογία. Πρίν τήν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας, ἐπισήμως, ἡ ναζιστική προπαγάνδα ἔχει προετοιμάσει συστηματικά τό ἔδαφος μέ τή διάδοση τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Houston Stewart Chamberlain. Ὁ Η.S. Chamberlain ἦταν ἕνας βρετανικῆς καταγωγῆς ρατσιστής φιλόσοφος, ἀρχικά θερμός γερμανόφιλος καί τελικά πολιτογραφημένος Γερμανός, κατά τή διάρκεια τοῦ Α' παγκοσμίου πολέμου.
Τό βασικότερο ἔργο τοῦ Η. S. Chamberlain "Τά θεμέλια τοῦ 19ου αἰώνα" εἶναι γεμάτο2, σύν τοῖς ἄλλοις, ἀπαξιωτικῶν καί μειωτικῶν ἀναφορῶν κατά τῆς Π.Δ, στά πλαίσια βεβαίως τῶν ρατσιστικῶν ἀντιλήψεών του καί τῆς ἰδεολογικῆς προσέγγισης τοῦ θέματος. Ἡ ἀναφορά τοῦ Χίτλερ στό ἔργο αὐτό ἦταν συχνή. Γι᾽ αὐτό, ἡ ναζιστική προπαγάνδα θά ἀναπαράγει τίς θέσεις αὐτές τοῦ Η.S. Chamberlain, ὥστε τό ἔργο του αὐτό μέχρι τό 1938 νά ἔχει πραγματοποιήσει 23 ἐκδόσεις.
Δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ἀποτελοῦν οἱ θέσεις τοῦ Alfred Rosenberg, πού ὑπῆρξε ὁ κατεξοχήν θεωρητικός τοῦ ναζισμοῦ, ὑπουργός τοῦ Χίτλερ, καί συνιδρυτής τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ κόμματος. Nά σημειωθεῖ, ὅτι ἀπό τό διεθνές δικαστήριο τῆς Νυρεμβέργης καταδικάστηκε ὡς ἐγκληματίας πολέμου καί ἀπαγχονίστηκε στίς 16-10-1946.
Ὁ A. Rosenberg ὁμιλοῦσε μέ πρωτοφανῆ περιφρόνηση ἐναντίον τῆς Π. Διαθήκης, λέγοντας ὅτι περιέχει "ἀνόητες καί ἐπιβλαβεῖς διηγήσεις ἄξιες μόνο γιά Ἑβραίους"3, καί ἐπιπλέον μιλοῦσε γιά "ποικίλα σκουπίδια τῆς ἑβραϊκῆς, μεσανατολικῆς καί ἀφρικανικῆς νοοτροπίας καί ζωῆς"4.
Ὁ δεύτερος χῶρος ἀπό τόν ὁποῖο θά πολεμηθεῖ ἡ Π.Δ εἶναι ὁ χῶρος τῶν λεγομένων" Γερμανῶν Χριστιανῶν" (Deutschen Christen)5. Oἱ Γερμανοί Χριστιανοί ἦταν μιά συγκρητιστική πολιτικοθρησκευτική κίνηση, μέ ἀντισημιτικό ρατσιστικό ὑπόβαθρο, καί πολιτικό προσανατολισμό. Ἡ "θεολογία" τους ἐπίσης ἦταν συγκρητιστική, μέ μείξη χριστιανικῶν καί ἀντιχριστιανικῶν στοιχεῖων, μέ ἀντισημιτική ἀφετηρία, καί μέ πολιτική προοπτική.
Ἀφοῦ ἀκρωτηρίασαν τό εὐαγγέλιο, δημιούργησαν ἕνα χριστιανισμό καρικατούρα ὑπηρέτη τῶν ἐθνικοσοσιαλιστικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Χίτλερ. Πολέμιοι τῆς Π.Δ θά ἐκφράσουν τό μῖσος τους ἐναντίον της ποικιλοτρόπως. Ὅσους δέχονταν τήν Π.Δ, τήν ὁποία εἶχαν ἀπορρίψει, τούς θεωροῦσαν ἰουδαιοχριστιανούς, μή ἄριους, καί ἀπαγόρευαν τή συμμετοχή τους στόν κλῆρο καί ζητοῦσαν καί τόν ἀποκλεισμό τους ἀπό τήν ἐκκλησία.
Ἐνδεικτικά, θά ἀναφέρουμε μόνο τίς διακηρύξεις ἑνός ἐκ τῶν πλέον ἐπιφανῶν στελεχῶν τῶν Γερμανῶν Χριστιανῶν τοῦ Dr. Reinhold Krause, ὅπου στίς 13-11-1933 στό Βερολίνο παρουσίᾳ χιλιάδων ἀκροατῶν ζητοῦσε τήν "ἀπελευθέρωση τῆς Γερμανικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί τήν ἰουδαϊκή ἠθική της, ἀπό αὐτές τίς ἱστορίες ζωεμπόρων καί ρουφιάνων". Καί συνέχιζε λέγοντας: "Δικαίως ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ἕνα ἀπό τά πιό ἐρωτηματικά βιβλία τῆς παγκόσμιας ἱστορίας"6.
Ὁ τρίτος χῶρος, ὁ ὁποῖος μέ ἰδιαίτερη σφοδρότητα θά πολεμήσει κάθε τί τό χριστιανικό, τῆς Π.Δ συμπεριλαμβανομένης, ἦταν ἡ Γερμανική νεοειδωλολατρία ἡ ὁποία εἶχε ἀναβιώσει κατά τό διάστημα τοῦ μεσοπολέμου καί ἀνδρώθηκε στά χρόνια τοῦ ναζισμοῦ στή Γερμανία. Οἱ διάφορες Γερμανικές νεοπαγανιστικές ὁμάδες καί κατευθύνσεις συστεγάζονταν κάτω ἀπό τό ὄνομα "Κίνηση τῆς Γερμανικῆς Πίστεως" (Deutsche Glaubensbewegung)7.
Θεωροῦσαν ὅτι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ὁλόκληρη ἡ Ἁγ.Γραφή ἦταν ριζικῶς ἀντίθετα μέ τίς περί φυλῆς, αἵματος, ὑπερηφανείας, ἡρωισμοῦ καί σωματικῆς δυνάμεως ἀντιλήψεις τῆς ἀρίας γερμανικῆς φυλῆς. Ἡ Π.Δ γιά τούς Γερμανούς νεοειδωλολάτρες τῆς ναζιστικῆς Γερμανίας, ἀντιπροσώπευε καί ἐξέφραζε κατά τούς ἀνιστόρητους καί βλάσφημους ἰσχυρισμούς τους, ὅλα τά μειονεκτήματα τοῦ "ἀσιατικοσημιτικοῦ πνεύματος".
Θά ὁλοκληρώσουμε τήν ἀναφορά στό θέμα μας, μέ μία ἐπισήμανση ἀπό τή σύγχρονη Γερμανία, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἀκριβῶς τά ὅσα ἀναφέρουμε. Σέ σύγχρονες νεοπαγανιστικές καί νεοναζιστικές Γερμανικές ὁμάδες, πού σέ ὁρισμένες ἐξ αὐτῶν λόγῳ ἰδεολογικῆς τους ἀλληλοπεριχώρησης τά διακριτικά τους πλαίσια εἶναι δύσκολα εὐδιάκριτα, σέ θεωρητικές τους, λοιπόν, διακηρύξεις σχετικά μέ τό Χριστό καί τήν Παλαιά Διαθήκη, παραπέμπουν καί σήμερα σέ ἰδεολογικές τοποθετήσεις ἀρχῶν τοῦ Ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ κόμματος τοῦ Χίτλερ8.
Ἡ πτωμαΐνη τοῦ ναζισμοῦ τρέφει καί σήμερα τούς σύγχρονους ἰδεολογικούς βρυκόλακες, στήν πολεμική τους κατά τῆς Π.Δ, πού σέ τελική ἀνάλυση εἶναι πολεμική ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ.
1. Βλ. A. Lapple, Kirchengeschichte in Langsschnitten, 1968, σ. 89.
2. Βλ. H. St. Chamberlain, Die Grund lagen des neunzehnten Jahr - hunderts. Erste Halfte, 193823, σσ. 220- 295.
3. Βλ. A. Rosenberg, Der Mythus der 20 Jahrhunderts, 193428, σσ. 601-603.
4. Βλ. A. Rosenberg,Ὅπ. π, σσ. 172 ,175.
5. Βλ. Ἐνδεικτικῶς: K. Scholder, Die Kir chen und das Dritte Reich, Band 1, 1977.
J. Sonne, Die politische Theo lo gie der Deutschen Christen, 1982.
6. Βλ. http://rskellinghusen.ler n netz. de/project 1/kirche/ deutsche. htm.
7. Βλ. K. Algermissen, Deu tschreligiose Bewegung,στό L.TΗ. K1, 3, 259-261
8.Βλ ἐκτενῶς. Fran ziska Hundseder, Wotan Junger. Neu heidnische Gruppen zwischen Esoterik und Rechtsradicalismus,1998.

Αγάπη:Μια Έμφυτη Ικανότητα Που Αφυπνίζεται Και Γεννάει Αγάπη

 

Η αγάπη είναι μια έμφυτη ικανότητα ή αλλιώς ένα χάρισμα, που ως μέρος της γενετικής μας κληρονομιάς, παραμένει αδρανής στον εγκέφαλό μας (ή στην ψυχή μας) μέχρι τη στιγμή που θα την «ξυπνήσουμε» και θα την εμπλουτίσουμε όταν οι συνθήκες της ζωής μας θα είναι κατάλληλες.

%25CE%2591%25CE%25B3%25CE%25AC%25CF%2580%25CE%25B7+%25CE%259C%25CE%25B9%25CE%25B1+%25CE%2588%25CE%25BC%25CF%2586%25CF%2585%25CF%2584%25CE%25B7+%25CE%2599%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25BD%25CF%258C%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%2584%25CE%25B1+%25CE%25A0%25CE%25BF%25CF%2585+%25CE%2591%25CF%2586%25CF%2585%25CF%2580%25CE%25BD%25CE%25AF%25CE%25B6%25CE%25B5%25CF%2584%25CE%25B1%25CE%25B9+%25CE%259A%25CE%25B1%25CE%25B9+%25CE%2593%25CE%25B5%25CE%25BD%25CE%25BD%25CE%25AC%25CE%25B5%25CE%25B9+%25CE%2591%25CE%25B3%25CE%25AC%25CF%2580%25CE%25B7
Αγάπη: Μια Έμφυτη Ικανότητα Που
Αφυπνίζεται Και Γεννάει Αγάπη;
Για να εκφραστούν και να ανθίσουν οι έμφυτες ικανότητες, που ανάμεσα σ’ αυτές είναι και η αγάπη ή πάνω απ’ όλα η αγάπη, χρειάζεται να αναπτύξουμε τα κανάλια μέσα από τα οποία λειτουργούν και επιπλέον, το χάρισμα να αγαπάμε χρειάζεται ένα «στόχο» , όπως ένας άλλος άνθρωπος που θα το αφυπνίσει και θα του δώσει περιεχόμενο .
Για να μπορέσουμε να ξυπνήσουμε την αγάπη σε κάποιον άλλο, χρειάζεται πρώτα να καταλάβουμε και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Γι’ αυτό χρειάζεται να στραφούμε στον εσωτερικό μας κόσμο και να έρθουμε σε επαφή με τα συναισθήματά μας, ενώ χρειάζεται να στραφούμε στον εξωτερικό κόσμο για να τα προσφέρουμε στους ανθρώπους γύρω μας.
Είναι γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, όλων των ηλικιών, δυσκολεύονται να νιώσουν αγάπη και να την εκφράσουν είτε στην ερωτική τους ζωή είτε γενικότερα σε άλλους ανθρώπους. Πολλές φορές αυτό οφείλεται σε παιδικές τραυματικές εμπειρίες.
Για παράδειγμα, αν ένα παιδί δεν έχει ζήσει μια ομαλή οικογενειακή ζωή και του λείπουν οι εμπειρίες εκείνες που, σε φυσιολογικές συνθήκες, θα διαμόρφωναν την ικανότητά του για αγάπη, τότε η ανάγκη του να αγαπάει ή να ανταποκρίνεται στην αγάπη των άλλων μπορεί να καταπιεστεί, να καθυστερήσει να εκδηλωθεί ή να εκφραστεί με νοσηρό τρόπο. Δεν θα καταστραφεί όμως ποτέ ολοκληρωτικά .
Όσο τραυματικές και αν είναι οι εμπειρίες μας , έχουμε τη δυνατότητα ν’ αρχίσουμε μια καινούργια ζωή – από σήμερα . Αρκεί να κινηθούμε . Όταν κάτι δεν κινείται είναι νεκρό. Και όταν κάτι είναι νεκρό, πρέπει να το αφήσουμε και να προχωρήσουμε .
Η ζωή κυλάει και κάθε μέρα είναι μια καινούργια μέρα!
Έτσι αν ένας άνθρωπος έχει πάψει να αγαπάει, δεν θα εξελιχθεί ιδιαίτερα σε κανένα άλλο τομέα της ζωής του μέχρι να αφυπνιστεί και πάλι η ικανότητά του ν’ αγαπάει.
Αναρωτιέστε τι μπορείτε να κάνετε για να μπορέσει το άτομο αυτό να νιώσει ικανοποίηση και χαρά ;
Μπορείτε να ανακαλύψετε τον τρόπο για να αγγίξετε συναισθηματικά τον άνθρωπο αυτό και να ζεστάνετε πάλι την καρδιά του.
Όταν βοηθάμε τους άλλους, είναι πιο εύκολο να αγαπήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί τότε βρισκόμαστε σε αρμονία με τη φύση μας. (αλήθεια ... γιατί άραγε να γεννηθήκαμε με αυτή την ικανότητα, έμφυτη;)
Όταν αγαπάμε, η αγάπη μας αυτή ξυπνάει την αγάπη και στους ανθρώπους γύρω μας. Όταν νιώθουμε αυτή την αγάπη αισθανόμαστε τονωμένοι. Όταν αισθανόμαστε καλύτερα ξεφεύγουμε από την κατάθλιψη και την ανασφάλεια και αρχίζουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας, γιατί διαισθανόμαστε την έμφυτη αξία μας. Και τότε προσεγγίζουμε την ευτυχία, που είναι η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της αγάπης. Τότε το σώμα, το μυαλό και η ψυχή μας γίνονται ένα αρμονικό σύνολο.
* * * * *
Γιατί τα ζώα μπορούν και εμείς όχι;
%25CE%2593%25CE%25B9%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B9+%25CF%2584%25CE%25B1+%25CE%25B6%25CF%2589%25CE%25B1+%25CE%25BC%25CF%2580%25CE%25BF%25CF%2581%25CE%25BF%25CF%2585%25CE%25BD+%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B9+%25CE%25B5%25CE%25BC%25CE%25B5%25CE%25B9%25CF%2582+%25CE%25BF%25CF%2587%25CE%25B9
Γιατί τα ζώα μπορούν και εμείς όχι;;;
Η φύση είναι γνωστό ότι μεγαλουργεί και ότι προσφέρει απλόχερα στον άνθρωπο τα σημαντικότερα διδάγματα για τη διαμόρφωση του πολιτισμού του.
Το παρακάτω βίντεο εκτός από ευχάριστες συγκινήσεις θέτει και ένα διαχρονικό ερώτημα που προβληματίζει: γιατί τα ζώα μπορούν και εμείς όχι;
Ας το απολαύσουμε και... ας προβληματιστούμε...

Πηγές: http://www.businesswoman.gr,
http://www.madata.gr/
* * * * *
Και ένα μήνυμα από τη φίλη Σοφία ...


«Ένα καλό διάλειμμα μέσα σε τόση μαυρίλα! ΜΑΓΙΚΟ!
Ότι και αν κάνεις, άστο για 5 λεπτά, άδειασε το μυαλό σου, και δες!
Θα με θυμηθείς!

Πρώτα, πέτα την ένταση από πάνω σου και βάλε την στα ηχεία.
Άραξε, μη σκέφτεσαι τίποτα και πάτα εδώ!
Δεν χρειάζονται λόγια!
Καλά να είστε όλοι!»

πηγή

Οικονομική κρίση Χριστός η λύση ...

 


Οικονομική κρίση Χριστός η λύση ...

* Του Κώστα Γιαννούλα
Η κρίση, που βιώνει τα τελευταία χρόνια η κοινωνία, ελληνική και παγκόσμια, και οι σκληρές συνέπειες, που τη συνοδεύουν, δεν είναι, δυστυχώς, μόνο οικονομική. Είναι, κυρίως, κρίση θεσμών, κρίση αξιών και γενικότερης αποσύνθεσης.
Επειδή, όμως, οι άνθρωποι ενδιαφέρονται πιο πολύ για τον υλικό ευδαιμονισμό, όποια συζήτηση και όποια μέτρα λαμβάνονται κατά καιρούς, έχουν να κάνουν πρωτίστως με την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος, ενώ το άλλο κομμάτι της κρίσης τεχνηέντως υποβαθμίζεται και δεν αντιμετωπίζεται.

Αυταπατώνται, όμως, όσοι πιστεύουν ότι αρκεί η λήψη σκληρών και επώδυνων μέτρων και η πιστή εφαρμογή τους, προκειμένου να απαλλαγούμε οριστικά απ’ την κρίση. Αν δεν ληφθούν μέτρα, που να αντιμετωπίζουν και το άλλο μισό της κρίσης, όσα οικονομικά προγράμματα κι αν προταθούν, όσα δημοψηφίσματα, όσες κυβερνήσεις συνεργασίας, όσες εκλογές και όσες πολιτικές αλλαγές και να γίνουν, αυτή θα συνεχίσει να υπάρχει, ποιος ξέρει μέχρι πότε, παρά τις κατά καιρούς προσωρινές βελτιώσεις των οικονομικών δεικτών και σε πείσμα όλων των οικονομικών και πολιτικών εγκεφάλων, που βάλθηκαν τον τελευταίο καιρό να μας τρελάνουν και να μας ξεκάνουν.
Συνηθίζουμε, βέβαια, σε δύσκολες περιστάσεις να ευχόμαστε «ο Θεός να βάλει το χέρι του». Η ευχή αυτή, όμως, όσες φορές κι αν επαναληφθεί, δεν αρκεί από μόνη της, για να αντιμετωπισθεί η προβληματική κατάσταση με υπερφυσικό τρόπο. Χρειάζεται να μετατρέψουμε την ευχή σε θερμή προσευχή και να καταστήσουμε τη διδασκαλία και το έργο του Χριστού, ο καθένας χωριστά αλλά και όλοι μαζί, οδηγό στη ζωή μας όχι μόνο στα λόγια αλλά και στις πράξεις. Αλλά δεν το κάνουμε.
Γιατί, κακά τα ψέματα, έστω κι αν η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών δηλώνουμε χριστιανοί Ορθόδοξοι, κατά κανόνα και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είμαστε χριστιανοί γλυκανάλατοι και με αμβλυμένη συνείδηση, αφού σχεδόν όλους μας έχει κατακυριεύσει το πνεύμα του Μαμμωνά και η τρυφηλή ζωή, που αυτός επαγγέλλεται. Και επειδή είναι αδύνατο να υπηρετεί κανείς ταυτόχρονα και με επιτυχία δύο αφεντικά, έχουμε περιθωριοποιήσει τον Αρχηγό της ζωής και τον επικαλούμαστε με τα χείλη, όχι με την καρδιά και μόνο μόνο όταν αντιμετωπίζουμε αδιέξοδα.
Αν, όμως, Τον αποκαταστήσουμε στο βάθρο, που Του ταιριάζει, και καταστήσουμε Αυτόν οδηγό και κέντρο του ενδιαφέροντός μας. Αν έχουμε πάντα πρόχειρα στο μυαλό μας το «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον», το «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον, ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού» και εξοβελίσουμε απ’ τη ζωή μας την πλεονεξία, που συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των θανάσιμων αμαρτημάτων.
Αν καθοδηγούν τις πράξεις μας το «αγαπάτε αλλήλους αλλά και τους εχθρούς ημών», και το να δίνει κανείς με τη θέλησή του στο δίπλανό του τον ένα χιτώνα, όταν έχει δύο και ο διπλανός κανένα.
Αν ασπαθούμε, κοντολογίς, και εφαρμόσουμε στην πράξη τη βιοθεωρία του χριστιανισμού, αξεπέραστη και αναλλοίωτη ανά τους αιώνες, περί ισότητας όλων των ανθρώπων, περί κοινωνικής δικαιοσύνης, περί δικαιώματος και υποχρέωσης όλων στην εργασία, τότε και μόνον τότε είναι δυνατόν, κατά την άποψή μου, να έλθουν επί μονίμου βάσεως καλύτερες μέρες και στον οικονομικό και στον ηθικοπνευματικό τομέα.
Το γεγονός, μάλιστα, ότι στο ισχύον κοινοβουλευτικό μας σύστημα σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα διαθέτουν αρχηγούς αλλά και πλειοψηφίες οπαδών, συντριπτικές ή σχετικές, με αρχηγούς και οπαδούς χριστιανούς Ορθόδοξους κατά το θρήσκευμα, έστω και γλυκανάλατους, αυτό διευκολύνει περισσότερο τον επιδιωκόμενο σκοπό. Άλλωστε την όποια υπάρχουσα σήμερα κοινωνική συνοχή την οφείλουμε κυρίως και εν πολλοίς στα χριστιανικά μας ιδεώδη.
Τη στιγμή, λοιπόν, που χωρίς Χριστό ο υπαρκτός σοσιαλισμός ως οικονομικό μοντέλο απέτυχε και κατέρρευσε, που ο φιλελευθερισμός και κυρίως ο νεοφιλελευθερισμός τα έκανε και τα κάνει μαντάρα και ο σοσιαλισμός κατάντησε βαρβαρότητα, άλλη λύση κατά την άποψή μου δεν υπάρχει.
Δεν είμαι, βέβαια, αιθεροβάμων ούτε τρέφω αυταπάτες ότι θα συμφωνήσουν πολλοί με τις απόψεις μου, ιδιαίτερα αυτοί που πιστεύουν στην ταξική κοινωνία και στην πάλη των τάξεων. Έχω, άλλωστε, πλήρη συναίσθηση ο ίδιος ότι οι σκέψεις μου αυτές αγγίζουν τα όρια της ουτοπίας. Εν τούτοις, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα είναι προτιμότερο να ζει κανείς με όνειρα και να παλεύει για ουτοπίες, έστω, και να ελπίζει, παρά να ζει ως ζωντανός νεκρός μέσα σ΄ ένα τέλμα αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας χωρίς προοπτική για το μέλλον το δικό του αλλά, κυρίως, των παιδιών του.

Ελευθερία – 19/11/2011.

Ευλογημένο Σαρανταλείτουργο...




Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.
Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.
Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.
Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.


Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.
Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.
Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας.

Πατρός Στεφάνου Αναγνωστοπούλου agia-varvara2.blogspot.com
πηγή : http://sotiriapsixis.blogspot.com

Ο πλεονέκτης είναι άμυαλος του αρχιμ. Αθανασίου Σιαμάκη



Θ΄ Λκ 12,16-21
Ο πλεονέκτης είναι άμυαλος

του αρχιμ. Αθανασίου Σιαμάκη

Είναι συχνό το φαινόμενο, ιδίως στις αγροτικές περιοχές, να μαλώνουν μεταξύ τους τ’ αδέρφια, να χτυπιούνται, και να μην ανταλλάσσουν «καλημέρα», για τα κληρονομικά. Ποια η αιτία; Μην ψάχνετε άλλη από την πλεονεξία. Αυτή δημιουργεί τις ανεπιθύμητες καταστάσεις μέσα στις συγγένειες. Όποιος τρίτος εμπλέκεται σε τέτοιες υποθέσεις σίγουρα βγαίνει ζημιωμένος, διότι όσο δίκαιος κι αν είναι, κάποιος από τους δύο θα τον παρεξηγήσει, και θα του αποδώσει άδικη μεσολάβηση.

Το φαινόμενο, είπαμε, είναι συχνό. Συνέβη ακόμη και στον ίδιο τον Κύριο. Μια μέρα κλήθηκε από κάποιον να πείσει τον αδερφό του να μοιραστεί μαζί του την πατρική περιουσία. Κι ο Κύριος όχι μόνο αποποιήθηκε να γίνει δικαστής ή μεριστής υλικών κτημάτων, αλλά πήρε αφορμή και επέστησε την προσοχή των οπαδών του, συνιστώντας τους να προσέχουν και να προφυλάσσονται από κάθε πλεονεξία. Και εξηγεί ότι, με το να έχει κάποιος περισσότερα υλικά αγαθά, δεν σημαίνει ότι η ζωή του θα είναι καλύτερη και μακροβιότερη. Και έγινε αναλυτικότερος και σαφέστερος ο Κύριος μ’ ένα σύντομο παράδειγμα, μια πλαστή παραβολή.

Κάποιου πλουσίου, είπε, τα χωράφια έφεραν πολύ καρπό. Και συλλογιζόταν συνεχώς ο άνθρωπος και πονοκεφαλούσε πού θα αποθήκευε την πλούσια σοδειά του. Ύστερα από πολλές σκέψεις, «βρήκε» τη λύση. Θα γκρεμίσω τις μικρές αποθήκες μου, είπε μέσα του, και θα κτίσω μεγαλύτερες. Εκεί θα μαζέψω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. Και θα πω στην ψυχή μου με ικανοποίηση· Ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά για πολλά χρόνια. Ξεκουράσου, φάε, πιες, ευχαριστήσου.

Και ο Θεός του είπε· Άμυαλε, που χτίζεις το μέλλον σου στην αβεβαιότητα. Αυτή τη νύχτα ζητούν την ψυχή σου. Σε λίγες ώρες πεθαίνεις. Αυτά που ετοίμασες για ποιον τα ετοίμασες; Και βγάζει το συμπέρασμα ο Κύριος· Έτσι είναι αυτός που μαζεύει για τον εαυτό του και δεν φροντίζει να γίνεται πλούσιος σε πνευματικούς θησαυρούς, στους οποίους αρέσκεται ο Θεός.

Με την παραβολή ο Κύριος θέλει να μας περάσει κάποια ζωτικά μηνύματα σχετικά με τα υλικά πράγματα.
1.
Ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι πλεονέκτης και αχόρταγος. Να είναι ευχαριστημένος στα λίγα, που τα βγάζει με τον ιδρώτα του, και να δοξάζει το Θεό, όταν έχει ψωμί ρούχο και στέγη.
2.
Η πλεονεξία βάζει τον άνθρωπο σε αγωνία, πώς θ’ αυξήσει τα αγαθά του. Του βασανίζει τη σκέψη, τον κρατάει άυπνο, τον βάζει να κάνει σχέδια, υπολογισμούς, λογαριασμούς, να ζει σ’ ένα φανταστικό κόσμο, που είναι τόσο στερεός, όσο μία σαπουνόφουσκα.
3.
Τα υλικά αγαθά που αποκτούμε δεν είναι δικά μας· είναι του Θεού. Εμείς είμαστε διαχειρισταί του. Ο Θεός μας δίνει μερικές φορές περισσότερα, αλλ’ όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά για να σκεφτούμε και το φτωχό άνθρωπο, που δεν έχει να φάει. Και διερωτάται κι αυτός απεγνωσμένα· Τί να κάνω; Τί να δώσω να φάνε τα παιδιά μου; Με τί να τα ντύσω; Πού να τα στρώσω να κοιμηθούν; Σπίτι δεν έχουμε. Ρούχα δεν έχουμε. Ας μη μας διαφεύγει ότι δίνοντας το φτωχό, τα δίνουμε στο Θεό, που κρύβεται πίσω από κάθε φτωχό, και επενδύουμε στον ουρανό.
4.
Η ζωή μας είναι σύντομη και εύθραυστη. Εκεί που νομίζεις ότι είσαι καλά, ξαφνικά ένα έκτακτο περιστατικό σου αρπάζει την υγεία και σε ρίχνει στο κρεββάτι και στο θάνατο. Ο Θεός είναι εξουσιαστής της ζωής και του θανάτου. Το Θεό πρέπει να ευαρεστούμε μέρα και νύχτα. Αυτός ξέρει το Α και το Ω της ζωής μας.
5.
Ο πλεονέκτης είναι άμυαλος, και σαν τέτοιος δεν σκέφτεται την προσωρινότητά του, αλλά πλάθει όνειρα ότι θα ζήσει, θα πλουτίσει, θ’ αποκτήσει πολλές ανέσεις..., ενώ στην πραγματικότητα δεν ξέρει τι θα του συμβεί μετά από ένα λεπτό της ώρας.
6.
Ο πλεονέκτης είναι ανόητος και διότι προτρέπει την ψυχή του να τρώει να πίνει να ευφραίνεται, λες και η ψυχή του έχει ανάγκη από υλικά πράγματα. Υποτιμά και αδικεί τον εαυτό του καθώς περιορίζει τα ενδιαφέροντά του μόνο στην ύλη, πνίγοντας τις ανώτερες πνευματικές αναζητήσεις του.
7.
Ο πλεονέκτης είναι ανόητος διότι νομίζει ότι κατέχει τα πλούτη του, ενώ τα πλούτη είναι άπιστα, δεν ασφαλίζονται πουθενά· διατρέχουν κάθε ώρα τον κίνδυνο να κλαπούν, να υποτιμηθούν, να πέσουν σε άλλα χέρια.
8.
Ο πλεονέκτης δεν έχει χρόνο να τον αφιερώσει στην ψυχή του· τον απορροφούν οι μέριμνες της ζωής.

Τα βλέπουμε γύρω μας αυτά τα πλεονεκτικά φαινόμενα και τα καταδικάζουμε. Ας ζητάμε λοιπόν από το Θεό· Πατέρα μας ουράνιε, δός μας πριν απ’ όλα όσα πεινά και διψά η ψυχή μας, γιατί αυτή είναι αιώνια. Δός μας και το ψωμί μας το επιούσιο. Σ’ ευχαριστούμε για όσα μας δίνεις. Ελθέτω η βασιλεία σου. Ας είναι δοξασμένο το όνομά σου σε όλους τους αιώνες.

ΠΟΙΟ ΠΛΟΥΤΟ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ; π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ

ΠΟΙΟ ΠΛΟΥΤΟ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ;


«Πλούσιο», χαρακτηρίζει το Θεό ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους (2,4). Μας αφήνει έτσι το περιθώριο να συγκρίνουμε Τον Θεό και τον πλούτο Του με τον άνθρωπο και τον αντίστοιχο δικό του πλούτο, να δούμε τις διαφορές, αλλά και να προβληματιστούμε σε μία εποχή κατά την οποία η απληστία αποτελεί την κύρια αιτία για την κατάρρευση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος από την μία και την απογοήτευση και το φόβο για το προσωπικό μας μέλλον από την άλλη.
Ο Παύλος τονίζει ότι ο Θεός είναι πλούσιος ως προς το έλεος, την αγάπη και την χάρη. Και ο πλούτος αυτός εκφράζεται στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Είναι πλούσιο το έλεος του Θεού απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που επαναστατεί εναντίον Του με την αμαρτία, τα πάθη, την απιστία. Κι ενώ αυτό συμβαίνει ο Θεός επιδεικνύει ευσπλαχνία, που σημαίνει ότι δεν ταυτίζει το μέλλον του ανθρώπου με την ύβρη που επιδεικνύει, αλλά προσδοκά τη μετάνοια του υβριστή και αλαζόνα, ώστε να του παραγράψει όλα τα χρέη. Είναι πλούσια η αγάπη του Θεού απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που πορεύεται ατομοκεντρικά, με γνώμονα τη δική του ευτυχία και αδιαφορεί για τον πόνο και τη θλίψη που προκαλεί η επιδίωξη του ιδίου συμφέροντος και μόνο στους άλλους. Κι ενώ η απληστία και η ιδιοτέλεια οδηγούν τον άνθρωπο στο θάνατο, ο Θεός προσφέρει αφειδώλευτα την αγάπη Του ακόμη και σ’ αυτόν τον ανθρώπινο τύπο. Του δίδει χρόνο να σωφρονιστεί. Τον αφήνει να δει καταστάσεις στη ζωή που θα τον κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι το παν δεν είναι η υλική ιδιοτέλεια. Του παρέχει ακόμη και σημεία της ποικίλης αγάπης Του, ώστε ο άνθρωπος να μην έχει καμία δικαιολογία για την άρνησή του να προσανατολίσει τη ζωή του Θεοκεντρικά και ανθρωποκεντρικά. Του προσφέρει τελικά την Ανάσταση ως νόημα αιωνιότητας και ελπίδας. Είναι πλούσια η χάρις του Θεού απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που καυχάται για τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του σε όλους τους τομείς, που θεωρεί ότι έχει δίκιο στα έργα του, που δεν έχει μάθει να ακούει και να υπακούει στην αλήθεια, αλλά έχει καταστήσει τη δική του αλήθεια κέντρο του κόσμου. Κι ενώ ο εγωκεντρισμός και η κυριαρχία του ανθρώπινου αυτο-ειδώλου θα έπρεπε να κάνουν το Θεό να χάνει την υπομονή Του έναντι του ανθρώπου, ενώ η καύχησή μας για την όποια πρόοδό μας φαντάζει κίνηση μικρότητας, διότι τι έχουμε για το οποίο δικαιούμαστε να καυχόμαστε αφ’ εαυτού μας, αφού όλα μας έχουν δοθεί από το Θεό, εντούτοις ο Κύριος εξακολουθεί να μας προσφέρει την χάρη της αγάπης Του πλούσια, να μας φωτίζει και να μας καθοδηγεί, ώστε να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας, και να μας βοηθά να αντέχουμε στις δοκιμασίες της ζωής. Παράλληλα, ο Θεός αποστέλλει την χάρη Του με τέτοιο τρόπο ώστε ο άνθρωπος που πιστεύει σ’ Αυτόν να μπορεί να αξιοποιεί τα χαρίσματά του, αλλά και να προκόπτει στην αρετή, χάρις στην ενίσχυση του Θεού.
Ο ανθρώπινος πλούτος λειτουργεί προς μία άλλη κατεύθυνση. Κάνει τον άνθρωπο να γίνεται σκληρός εις βάρος των συνανθρώπων του. Να έχει αγάπη μόνο για τον εαυτό του, τις επιθυμίες του, την ιδιοτέλειά του. Κάνει τον άνθρωπο να θεοποιεί τον εαυτό του, τις επιτυχίες του, τα χαρίσματά του, τις γνώσεις του, ακόμη και τη σοφία του. Και αυτή η κατεύθυνση δεν έχει να κάνει μόνο με την υλική όψη του πλούτου, τα χρήματα. Ο πλούσιος σε εξουσία, ο πλούσιος σε γνώση, ο πλούσιος σε ιδέες, ο πλούσιος σε εγωισμό άνθρωπος προς τα εκεί κατευθύνεται, με αποτέλεσμα τελικά να χωρίζεται από το Θεό και τον πλησίον, αλλά και να μην μπορεί να νοήσει σε ποιανού τη βοήθεια και την πρόνοια οφείλεται η όποια πρόοδος ή η όποια ικανότητα για επιβίωση και αποδοχή.
Ο Θεός είναι πλούσιος διότι είναι το παν αφ’ εαυτού Του και μοιράζεται αυτό το παν που ουδέποτε εξαντλείται στην τριαδική κοινωνία των Προσώπων της μιας θεότητας. Παράλληλα, είναι πλούσιος διότι δίνεται και προσφέρεται αγαπητικά. Ο άνθρωπος βιώνει αυτόν τον πλούτο στη θεία κοινωνία. Κοινωνούμε σε ένα ψιχίο άρτου και σε μία στάλα οίνου τον Θεάνθρωπο Χριστό πλήρη, «μελιζόμενο και μη διαιρούμενο, εσθιόμενο και μηδέποτε δαπανώμενο». Στο μυστήριο της Ευχαριστίας βιώνουμε το έλεος, την αγάπη και τη χάρη του Θεού στην πληρότητά της. Και όπως λαμβάνουμε, καλούμαστε να δώσουμε και να δοθούμε. Να προσφέρουμε έλεος σε όσους μας οφείλουν. Να προσφέρουμε αγάπη σε όσους μας απορρίπτουν ή δεν θέλουν να μας δώσουν τίποτε. Να προσφέρουμε τα χαρίσματα, την πνευματική πρόοδο και την αρετή μας όχι προς κενοδοξία, αλλά προς πνευματική πρόοδο όλων.
Ο άνθρωπος αισθάνεται πλούσιος όταν αποθηκεύει, όταν έχει και κατέχει. Η ποσότητα των αγαθών του θεωρείται η απόδειξη του πλούτου του. Δεν μπορεί να συναισθανθεί ότι το αληθινό νόημα του πλούτου είναι να μπορεί κανείς να δίδει και όχι να κρατά. Γιατί όταν δίδει, τότε προσφέρει χαρά και στους άλλους και μοιράζεται ό,τι του δόθηκε, λαμβάνοντας και άλλα. Είναι γενναιόδωρος ο Θεός και προσφέρει με αφθονία σε όποιον μοιράζεται ό,τι και όσο είναι εφικτό. «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν», άλλωστε. «Οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού». Και όσοι εκζητούν τον Κύριο και Τον κοινωνούν, ουδέποτε θα στερηθούν νόημα, χαρά και αγάπη.
Η κρίση της εποχής μας απέδειξε πόσο μάταιη είναι η συσσώρευση πλούτου εις εαυτόν. Αλλά και όσοι αγωνίζονται να αυγατίσουν τον πλούτο τους εις βάρος των πολλών, γρήγορα θα καταπέσουν. Διότι όσο κι αν θέλουν να θεωρούν δικά τους τα αγαθά, είτε χρήμα, είτε εξουσία, είτε ιδέες, είτε απολαύσεις, θα νομίζουν αφρόνως ότι ξεγελούν τον θάνατο, χωρίς να ανακαινίζονται εν Χριστώ και χωρίς να βλέπουν το νόημα του αληθινού πλούτου, του ελέους δηλαδή, της αγάπης και της χάριτος που φέρνουν ανάσταση. Ας μην αποκάμουμε όσοι πιστεύουμε, όσο ισχυρή κι αν είναι η κρίση. Η πίστη, τα έργα της αγάπης και η χάρις του Θεού θα μας βοηθήσουν. Και θα είναι γεμάτη η ζωή μας, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε κι αυτά που θα μας λείπουν. Αν τελικά μας λείπουν.

Η παραβολή του άφρονα πλούσιου.

undefined

.
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά κεφ. ιβ', στίχοι 16-21).
Η παραβολή του άφρονα πλούσιου.



Κείμενο:
Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν ή χώρα· Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου; και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τάς αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. Είπε δε αυτώ ό Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δ’· ητοίμασας τίνι έσται; ούτως ό θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών. Ταύτα λέγων εφώνει· ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».


Μετάφραση:
Τους είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή. Ενός ανθρώπου πλούσιου έφεραν τα χωράφια του μεγάλη σοδειά' και σκεφτόταν μέσα του λέγοντας· Τι πρέπει να κάνω, γιατί δεν έχω πού να μαζέψω τους καρπούς μου; Και είπε: αυτό θα κάνω: θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και στη θέση τους θα χτίσω μεγαλύτερες και εκεί θα μαζέψω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου και θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις μαζέψει πολλά αγαθά, που σου φτάνουν για πολλά χρόνια. Αναπαύου, λοιπόν, τρώγε, πίνε, καλοπερνά. Ο Θεός όμως του είπε· «Ανόητε, αυτή τη νύχτα σου ζητούν ξαφνικά την ψυχή σου. Όσα λοιπόν ετοίμασες, σε ποιον θα ανήκουν τώρα;». Αυτά παθαίνει εκείνος που θησαυρίζει μόνο για τον εαυτό του και δε φροντίζει να πλουτίζει όπως ο Θεός θέλει. Και λέγοντας αυτά τόνιζε: όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.


Σχόλια:

Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑΣ.
«Άφρον. Ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου
απαιτούσιν από σου. Ά δε ητοίμασες τίνι έσται;»

ΠΑΘΟΣ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΟ, αρρώστια από τις πιο επικίνδυνες για τον άνθρωπο είναι η πλεονεξία. Ο απόστολος Παύλος την ονομάζει «ειδωλολατρεία» (Κολ. 3, 5) και τη θεωρεί «ρίζα πάντων των κακών» (Α’ Τιμ. 6, 10). Και ο Κύριος για να προφυλάξει τις ψυχές μας από το φοβερό τούτο πάθος διηγήθηκε την παραβολή που ακούσαμε σήμερα.
Αφορμή γι’ αυτό π’ηρε από τη διαφωνία δυο αδελφών, η οποία ανέκυψε όταν κάθισαν να μοιραστούν την πατρική κληρονομιά. Ο ένας από τους δυο απευθύνθηκε στο Χριστό ζητώντας την παρέμβαση Του. «Διδάσκαλε, ειπέ τω αδελφώ μου μερίσασθαι την κληρονομίαν μετ’ εμού». Ο Κύριος αρνήθηκε να αναμιχθεί σ’ ένα τέτοιο ζήτημα, ξένο προς την αποστολή Του: «Άνθρωπε, ποιος με διόρισε δικαστή ή μοιραστή σας, για να επιλύσω εγώ τη διαφορά σας;». βλέποντας όμως ότι κι εκείνος που αδικιόταν ήταν ένοχος, αφού δεν ήθελε να συμβιβαστεί, είπε: «Οράτε και φυλάσσεσθε από πάσης πλεονεξίας. Ότι ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού εστιν εκ των υπαρχόντων αυτού». Δηλαδή, προσέχετε και να προφυλάγεστε από κάθε είδος πλεονεξίας, διότι η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περισσά πλούτη, ούτε τα υπάρχοντα του τού εξασφαλίζουν μακροζωΐα και ευχάριστη ζωή». Και για να δείξει ακριβώς τις κακές συνέπειες της πλεονεξίας, διηγήθηκε την παραβολή του άφρονος πλουσίου.
Άφρονα – άμυαλο καιασύνετο δηλαδή – ονομάζει ο Κύριος τον πλούσιο της παραβολής. Γιατί όμως; Που βρίσκεται η αφροσύνη του; Τριπλή μας παρουσιάζεται η αφροσύνη του σημερινού πλουσίου. Πρώτον,

διότι λησμόνησε τον Θεό.

ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΤΟΝ ! Δεν πιστεύει στον Θεό. Δεν αισθάνεται την παρουσία Του. Δεν ζητά την βοήθεια Του. Πιστεύει μόνο στα αγαθά του, στα πλούτη του και τα υπάρχοντα του. Πιστεύει στον εαυτό του, στις ικανότητες και την καπατσοσύνη του.
Αγνοώντας τον Θεό, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στα αγαθά του και μόνο. Τι θα τα κάνει. Πως θα τα συγκεντρώσει. Που θα τα αποθηκεύσει. Από την ψυχή του απουσιάζει και η παραμικρή μεταφυσική αναζήτηση. Μένει αδιάφορος και ψυχρός για οποιοδήποτε πνευματικό θέμα. Τα μάτια του έπαψαν να υψώνονται στον ουρανό. Τα χείλη του δεν κινούνται ποτέ για να ψελλίσουν δυο λόγια προσευχής. Θεός του έγινε ο πλούτος, τα υλικά αγαθά του. Αυτά εξουσιπάζουν την καρδιά του. Προσηλώθηκε σ’ αυτά με πάθος. Έγινε ένας στυγνός υλιστής.
Ακόμη αδυνατεί να τα δει και σαν δώρα του Θεού. Ότι Εκείνος έδωσε τις ευνοϊκές συνθήκες. Εκείνος τον ήλιο. Εκείνος τη βροχή. Κι έτσι καρποφόρησε πλούσια η γη του. Τίποτε από όλα αυτά δεν σκέφτεται και γι’ αυτό στα χείλη του δεν βλέπουμε ίχνος ευχαριστίας κι ευγνωμοσύνης. Ίσως μάλιστα, αν κάποιος τολμούσε να του πει κάτι τέτοιο, να τον ειρωνευόταν και να τον περιγελούσε.
Αλλά μήπως κα ισήμερα δεν συμβαίνει το ίδιο; Πόσοι και πόσοι μέσα στην αφροσύνη του πλούτου, όταν υπάρχει, ή της ακόρεστης δίψας του, όταν δεν τον έχουμε, δεν λησμονούμε τον Θεό; Δεν πιστεύουμε μόνο σε όσα βλέπουν τα μάτια μας;δεν αιχμαλωτίζεται στην ύλη η καρδιά μας; Δεν λησμονούμε τα καθήκοντα μας προς τον Κύριο; Δεν θολώνει η σκέψη μας από οικονομικούς υπολογισμούς και τα σχέδια που συνεχώς καταστρώνουμε, έστι ώστε στο νου και την καρδιά μας να μη μένει χώρος για Εκείνον; Δεν ξεχνάμε το «ευχαριστώ» και το «Δόξα σοι, Κύριε», την έκφραση δηλαδή της ευγνωμοσύνης μας για τα όσα με τόση αγάπη και απλοχεριά μας χαρίζει; Να γιατί ο απόστολος Παύλοε γράφει στον μαθητή Τιμόθεο: «Τοις πλουσίοις εν τω νυν αιώνι παράγγελλε μη υψηλοφρονείν, μηδέ ηλπικέναι επί πλούτου αδηλότητι, αλλ’ εν τω Θεώ τω ζώντι τω παρέχοντι ημίν πάντα πλουσίως εις απόλαυσιν» (Α’ Τιμ. 6, 17). Άφρονας ο πλούσιος, δεύτερον,

διότι λησμόνησε τον συνάνθρωπο του.

ΕΔΩ Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ του είναι μεγαλύτερη. Για τον Θεό ίσως μπορούσε να δικαιολογηθεί. Δεν τον έβλεπε. Αμφέβαλλε αν υπάρχει. Για τον συνάνθρωπο του, όμως; Για τον διπλανό του; Δεν έβλεπε τόσους φτωχούς και πεινασμένους να στέκονται έξω από τις αποθήκες του; Δεν άκουγε το θρήνο τόσων χηρών, το κλάμα των ορφανών, τα βογγητά των πονεμένων και των αρρώστων; Δυστυχώς όχι! Το πρόβλημα που τον πιέζει, που τον κάνει να αγωνιά, που του αφαιρεί τον ύπνο, έιναι: «Τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;». και όταν θα συλλάβει την ιδέα επεκτάσεως των αποθηκών του, θα απορροφηθεί ολότελα από τη μέριμνα να μεταβάλλει σε πραγματικότητα τους σχεδιασμούς του.
Τι δεν θα μπορούσε να κάνει ο πλούσιος της παραβολής! Πόσα δεν θα μπορούσε να προσφέρει! Το πάθος της πλεονεξίας όμως τον έιχε κυριεύσει. Τον έκανε σκληρό, άπληστο, ατομιστή, πραγματικό καρκίνωμα της κοινωνίας.
Και το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν είναι καθόλου ξένο και στη δική μας εποχή. Και σήμερα κυκλοφορούν ανάμεσα μας άνθρωποι που διαθέτουν αμύθητο πλούτο, άφθονα υλικά αγαθά, αλλά καρδιά σκληρή, φτωχή σε αισθήματα αγάπης, άδεια από καλοσύνη και συμπόνοια. Μέσα τους θρονιάζει η πλεονεξία και η απληστία. Και βλέπουν τους άλλους σαν εργαλεία διαμέσου των οποίων επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα τους. Καταπιέζουν, εκμεταλλεύονται, αδικούν, παρανομούν, φοροδιαφεύγουν. Και όλα αυτά με μοναδικό σκοπό τον ατομικό πλουτισμό τους. Έτσι δικαιώνεται ο λόγος του σοφού Σωκράτη: «Ο των φιλαργύρων πλούτος ώσπερ ο ήλιος καταδύς εις την γην ουδένα των ζώντων ευφραίνει».
Άφρονας ο πλούτος, τρίτον,

διότι λησμόνησε και τον ίδιο τον εαυτό του.

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ παραλογισμό στον οποίο τον οδήγησε η πλεονεξία του, ξέχασε ότι ο άνθρωπος δεν έχει σκοπό να τρώει και να πίνει. Τρώει και πίνει για να συντηρείται και να πραγματοποιεί τους ιερούς σκοπούς που έθεσε στη ζωή του ο Δημιουργός. Εξαιτίας του παχυλού υλισμού του λησμόνησε ακόμη ότι η ψυχή έχει υπόσταση πνευματική. Και ότι δεν μπορούν τα υλικά πράγματα να την θρέψουν και να την ευχαριστήσουν. Είναι τόσο παράλογη η αυτοπεποίθηση του, ώστε να νομίζει ότι εξουσιάζει και τον χρόνο. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά. Αναπαύσου, φάγε, πίες, ευφραίνου»! Ξεχνά πόσο σύντομη είναι η ζωή. Πόσο γρήγορα κυλά ο χρόνος. Δεν σκέπτεται την αναπόφευκτη πραγματικότητα του θανάτου. Και τότε ακριβώς ακούγεται η φωνή της θείας δικαιοσύνης: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου. Ά δε ητοίμασας, τίνι έσται;». Ώρα φοβερή! Στιγμή αληθινά τραγική! Τέλος αξιοθρήνητο!
Αλλά και πόσοι από μας πόσοι και πόσοι δεν ολισθαίνουμε στον παραλογισμό τούτον του πλουσίου της παραβολής; Για πόσους ανθρώπους το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στο στομάχι; Στο «τι θα φάνε, τι θα πιούν και πως θα διασκεδάσουν»; Κηρύσσουμε σε ανυπαρξία την ψυχή, σκοτώνουμε τη συνείδηση μας και παραδινόμαστε στο σφιχταγκάλιασμα της ύλης και της φθοράς! Ας μας φωνάζει ο Θεός: «Τι γαρ ωφελεί άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;» (Ματθ. 16, 26). Είναι τόσος ο παραλογισμός, η αφροσύνη, που ξεχνούμε πόσο πρόσκαιρη, πόσο μάταιη, πόσο απατηλή είναι η επίγεια ζωή. Και ξεγελιόμαστε σε τέτοιο βαθμό που λησμονούμε κι αυτήν την πραγματικότητα του θανάτου! Το ότι δηλαδή θα έλθει οπωσδήποτε ο θάνατος, και μάλιστα με τρόπο αιφνίδιο και αναπάντεχο.

* * *
«Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ και μη εις Θεόν πλουτών». Με τα λόγια αυτά, αδελφοί μου, επισφραγίζει ο Κύριος την παραβολή Του. Δηλαδή, αυτό θα είναι το τέλος και εκείνου που θησαυρίζει για τον εαυτό του, για να απολαμβάνει αυτός και μόνο εγωιστικά τα αγαθά της γης, και δεν πλουτίζει σε πνευματικούς θησαυρούς, έργα αγάπης, στα οποία ευαρεστείται ο Θεός.
Πέρα από τη θεωρία του μείζονος κέρδους και τη μανία της καταναλώσεως, υπάρχει το πνεύμα και οι δικές του ανάγκες. Πέρα από τα επίγεια αγαθά υπάρχει και ο πλούτος του ουρανού. Πέρα από την ευμάρεια, τον κορεσμό του στομάχου και την μέθη των αισθήσεων υπάρχει και η ζωή του Χριστού. Πέρα από τον εαυτό μας υπάρχουν οι άλλοι, παιδιά κι αυτοί του Θεού, αδέλφια μας.
Ο πλούσιος της σημερινής παραβολής, μέσα στην αφροσύνη της πλεονεξίας του, όλα αυτά τα αντιπαρήλθε. Τα λησμόνησε. Άραγε εμείς τι κάνουμε; Μήπως τον ακολουθούμε;

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Του άφρονος πλουσίου)

 


«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»
α. Αν η προηγουμένη Κυριακή πρόβαλε ως πρότυπο ζωής προς ένταξη στη Βασιλεία του Θεού τον εύσπλαχνο Σαμαρείτη, τον ανιδιοτελή άνθρωπο της έμπρακτης αγάπης, η σημερινή Κυριακή προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων
β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».
Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.
2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.
3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;
(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.
(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.
(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.
(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.
4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου, που οδηγούν, όπως είπαμε, σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, που κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη, όπως είπαμε, συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.
γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...