Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2011

Το αδιέξοδο της αυτοκτονίας


Η αυτοκτονία είναι η 10η αιτία θανάτου ανά τον κόσμο ενώ σε παγκόσμια κλίμακα είναι η 1η αιτία θανάτου για άτομα έως 35 ετών. Στις Η.Π.Α. αν και ο φόβος για τις δολοφονίες είναι πολύ συχνός 1 δολοφονία αντιστοιχεί σε 2 αυτοκτονίες.
Αν και η αυτοκτονικότητα στο δυτικό κόσμο έχει αυξηθεί κατακόρυφα τις τελευταίες δεκαετίες, η Ασία είναι η περιοχή του πλανήτη με το μεγαλύτερο αριθμό αυτοκτονιών (περίπου το 60% όλων) και κυρίως στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Ινδία (40% όλων).
Πρώτη χώρα παγκοσμίως σε αυτοκτονίες αναλογικά με τον πληθυσμό είναι η Λιθουανία ενώ την ακολουθούν Ρωσία και Λευκορωσία. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 84η θέση της παγκόσμιας κατάταξης σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2008 με 2,8 αυτοκτονίες ανά 100.000 κατοίκους και τους άντρες να είναι πέντε φορές συχνότερα αυτόχειρες από ότι οι γυναίκες.

Ωστόσο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να είναι αλλοιωμένα λόγω του γεγονότος πως θρησκευτικοί και κοινωνικοί παράγοντες οδηγούν στην απόκρυψη αυτοκτονιών και καθιστούν αδύνατη την καταγραφή τους (π.χ. δεν είναι δυνατή η κήδευση) με αποτέλεσμα κάποιες από αυτές να καταγράφονται ως ατυχήματα. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και σε περιπτώσεις αυτοκτονίας που πραγματικά μοιάζουν με ατυχήματα ενώ υπάρχουν περιπτώσεις πράξεων εξαιρετικού ρίσκου που βρίσκονται στο όριο αυτοκτονίας και ατυχήματος.
Πρώτη σε ποσοστό αύξησης αυτοκτονιών κατά 40% έρχεται η χώρα μας λόγω κρίσης σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία των πέντε πρώτων μηνών του 2011 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι.
Το διάστημα 2000-2009 οι αυτοκτονίες στη χώρα μας ήταν συνολικά 3.661, με τα περιστατικά να παραμένουν σταθερά στα 350-400 ανά έτος. Μετά την Αττική, η Κρήτη είναι η περιοχή με τις περισσότερες κλήσεις στη γραμμή βοήθειας 1018. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο πάνω από 20 άτομα αυτοκτόνησαν στην Κρήτη... ενώ ακόμη δεν είναι διαθέσιμα τα επίσημα στοιχεία για το 2010.
Επίσης, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της επιστημονικής επιθεώρησης «The Lancet», κατά την περίοδο 2007-2009 οι αυτοκτονίες στη χώρα μας αυξήθηκαν κατά 17%, κατατάσσοντάς την πρώτη σε ποσοστό αύξησης των αυτοκτονιών σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης.
Σύμφωνα με ειδικούς, η αυξητική τάση στις αυτοκτονίες ταυτίζεται χρονικά με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, όμως τα αίτια της αυτοκτονίας δεν είναι πάντα ή μόνο οικονομικά. Σύμφωνα με ειδικούς ψυχικής υγείας, συνήθως συνυπάρχουν ή προηγούνται άλλοι παράγοντες, όπως κατάθλιψη ή προβλήματα στις οικογενειακές σχέσεις.
Στην τηλεφωνική γραμμή παρέμβασης για την αυτοκτονία (1018) οι οικονομικοί λόγοι ήταν η συνήθης αιτία που άκουγαν οι υπεύθυνοι ψυχολόγοι από το 2007, όταν ξεκίνησε τη λειτουργία του το κέντρο, χρονιά που η κρίση δεν είχε ξεσπάσει ακόμα στην Ελλάδα. Από τότε οι κλήσεις τετραπλασιάστηκαν, για να φτάσουν πέρυσι τις 2.500, ενώ όλο και πιο συχνά καλούν άνθρωποι που είναι βουτηγμένοι στα χρέη.
Και μετά από αυτά τα όντως συγκλονιστικά στοιχεία και τα απίστευτα υψηλά νούμερα αυτοκτονιών στην χώρα μας έρχεται το ερώτημα. Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο; Μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς τους ανθρώπους που σκέπτονται να θέσουν μόνοι τους το τέλος στην επίγεια ζωή τους αρνούμενοι να συνεχίσουν να ζουν, αρνούμενοι το δώρο του Θεού;
Και αμέσως κάποιοι θα απαντήσουν: «Με τόση δυστυχία, με φτώχια, με άγχος, με στεναχώρια, με καθημερινό τρέξιμο…πού βλέπετε ότι τελικά η ζωή είναι δώρο; Είναι κάτι το κάλο τελικά; Αφού μόνο δυστυχία και μιζέρια υπάρχει»!
Δυστυχώς όμως η απάντηση είναι σκληρή, δεν είναι ευχάριστη διότι τελικά εμείς, μόνοι μας, διαμορφώσαμε αυτόν ακριβώς τον τρόπο ζωής, μιας ζωής γεμάτη άγχος, γεμάτη ανησυχίες, γεμάτη προσπάθειες για «κατά κόσμον καταξίωση». Και έτσι φτάνουμε δυστυχώς στο να απογοητευόμαστε τόσο πολύ όταν τα οικονομικά μας δεν πάνε καλά που απαξιώνουμε την ίδια την ζωή μας. Ναι, θα λυπηθούμε, θα προβληματιστούμε όμως δεν θα απογοητευτούμε.
Η πλειονότητα των ανθρώπων που αυτοκτονούν σίγουρα έχουν ένα βεβαρημένο ψυχολογικό ιστορικό, όμως σήμερα μιλούμε και για ανθρώπους που δεν είχαν κανένα πρόβλημα, που δεν πέρναν ψυχοφάρμακα, δεν ζούσαν στο περιθώριο της κοινωνίας ούτε είχαν κάτι το οποίο θα έδειχνε ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε αυτό το σημείο της αυτοχειρίας.
Όμως αυτό τελικά που δεν είχαν ήταν η ελπίδα στον Θεό. Δεν είχαν Θεό. Δεν πίστευαν πουθενά εκτός από το εγώ τους και την ματαιότητα του κόσμου.
Όταν ο άνθρωπος καταντά να μην πιστεύει στον Θεό, να μην ελπίζει πουθενά, να μην υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεών του που θα έχουν αντίκτυπο στην μετά τον θάνατο ζωή του(διότι απλά δεν πιστεύει στην μετά θάνατο ζωή), τότε ο άνθρωπος αυτός δεν διστάζει να κάνει το απίστευτο…να διακόψει αυτή του την ζωή (που μπορεί όντως να ήταν γεμάτη προβλήματα) ώστε να εισέλθει ηττημένος στην αιώνια ζωή που εκεί δυστυχώς χωρίς τέλος θα γεύεται την μοναξιά της απογοήτευσης και την μιζέρια της αρνήσεως της ελπίδος. Διότι τελικά η αυτοκτονία δεν σε βγάζει από το πρόσκαιρο αδιέξοδο που βρέθηκες αλλά σε εισάγει σε ένα αιώνιο αδιέξοδο της αρνήσεως της Ζωής.
Όλοι μας αισθανόμαστε μοναξιά, θλίψη, ανημποριά και απελπισία από καιρό σε καιρό. Ο θάνατος κάποιου δικού μας, η διάλυση μίας σχέσης, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, αισθήματα αναξιότητας ή οικονομικές δυσκολίες αποτελούν προβλήματα που όλοι μας ίσως αντιμετωπίσουμε σε κάποια στιγμή της ζωής μας. Ωστόσο, η προσωπική ερμηνεία του καθενός για κάθε μία από τις παραπάνω καταστάσεις θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ένταση και την βαρύτητα των συναισθημάτων που θα νιώσει, αλλά και τις αντιδράσεις του σε αυτές. Ένα γεγονός που για κάποιον είναι ασήμαντο μπορεί σε κάποιον άλλο να προκαλεί μεγάλη δυσφορία. Όσοι νιώθουν αβοήθητοι και απελπισμένοι φτάνουν συχνά να θεωρούν την αυτοκτονία μία «ελκυστική λύση».
Το θέμα λοιπόν είναι η προσωπική θεώρηση των πραγμάτων, το πώς ο καθένας μας θα ερμηνεύσει το κάθε γεγονός, το πώς θα αντιμετωπίσει το κάθε μεγάλο ή μικρό «κακό» που θα τον βρει.
Η Εκκλησία μας θέτει λοιπόν όλα τα πράγματα κάτω από το πρίσμα των δοκιμασιών, δηλαδή των καταστάσεων αυτών που θα μας μεταμορφώσουν σε καινούς ανθρώπους. Οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί που αντιμετωπίζει ο καθένας μας είναι πολλοί και ποικιλόμορφοι, όμως η αντιμετώπιση όλων αυτών είναι κοινή: η άσκηση, η μυστηριακή ζωή, η προσευχή.
Ένας ψυχολόγος ίσως τα απορρίψει όλα αυτά και θα προτρέψει τον άνθρωπο να δει κάποιον ειδικό και ίσως έχει δίκαιο, σίγουρα και η επιστήμη μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στην αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων, όμως η επιστήμη δεν μπορεί να προσφέρει ελπίδα, πίστη, και αγάπη κάτι που μπορεί να το κάνει η εν Χριστώ ζωή.
Η αγάπη που μπορούμε να προσφέρουμε στον δοκιμαζόμενο αδελφό μας είναι το καλύτερο φάρμακο για την απογοήτευση που νιώθει ο πλησίον μας. Το ενδιαφέρον μας, το χαμόγελό μας, μία αγκαλιά, ένας λόγος παρηγορίας μπορεί να διώξουν μακριά κάθε σκέψη αδιεξόδου.
Αυτό τελικά που νομίζω ότι όλοι μας έχουμε χρέος να κάνουμε όταν αντιληφθούμε ότι ένας συνάνθρωπός μας δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην δοκιμασία που του κτύπησε την πόρτα είναι να τον στηρίξουμε με κάθε δυνατό τρόπο. Να του θυμίσουμε ότι υπάρχει και Θεός, να του υπενθυμίσουμε ότι εάν η ελπίδα για τον κόσμο έπαψε να υπάρχει μέσα του, η φλόγα της ελπίδας και της αγάπης του Θεού μπορεί να καίει μέσα στο καντηλάκι της πίστεώς του.
Και αυτό το καντηλάκι υπάρχει στον κάθε άνθρωπο, αρκεί να ανάψουμε την καντηλήθρα…


Π.Π.
άρθρα που χρησιμοποιήθηκαν: εδώ και εδώ


Θάνατος:η πύλη για την αιωνιότητα

Με την ανάσταση του Χριστού, με την κάθοδό Του στον Άδη, ο θάνατος έφθασε στο τέλος του.
Υπάρχει ο χωρισμός πάνω στη γη και ο πόνος του χωρισμού, αλλά με το θάνατο δεν υπάρχει χωρισμός από τον Θεό.
Αντίθετα, ο θάνατος είναι η στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο, όσο κι αν ήμασταν χωρισμένοι από τον Θεό, όσο κι αν ήμασταν ατελώς ενωμένοι ή εναρμονισμένοι μαζί Του, παρουσιαζόμαστε μπροστά Του.
Ο Θεός είναι ο σωτήρας του κόσμου. Δεν μας λέει συνεχώς, «Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμο, αλλ' ίνα σώσω τον κόσμον»;

Στεκόμαστε λοιπόν μπροστά σ' Αυτόν, που είναι η σωτηρία.
Έτσι, ο θάνατος διαθέτει μια περιπλοκότητα -θα μπορούσαμε ίσως να πούμε έναν διφορούμενο χαρακτήρα-, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα, αν είμαστε λαός του Χριστού, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραβλέψει τη γέννηση του κεκοιμημένου στην αιωνιότητα, επειδή είμαστε τόσο πληγωμένοι από την απώλεια και από τη γήινη μοναξιά μας.
Υπάρχει στο θάνατο και μια δύναμη της ζωής που μας εγγίζει. Αν η αγάπη μας είναι πιστή, αν έχουμε τη δύναμη να θυμόμαστε, όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με την καρδιά μας, αυτούς που έχουμε αγαπήσει πάνω στη γη, τότε, σύμφωνα με τον Χριστό:
«όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».
Είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να μιλούμε για τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, αν αυτά δεν είναι προσωπικά.
Συναντούμε το θάνατο πρώτα απ' όλα στη ζωή μας, όχι ως ένα θέμα πάνω στο οποίο στοχαζόμαστε, αν και συμβαίνει κι αυτό, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα κάποιας απώλειας, δικής μας ή κάποιου άλλου.
Μάλιστα, αυτή η υποκατάστατη εμπειρία του θανάτου είναι που λειτουργεί ως υπόβαθρο για να στοχαζόμαστε εκ των υστέρων πάνω στη βεβαιότητα του δικού μας θανάτου, και για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε μ' αυτόν.
Ο πατέρας μου ήταν ένας ντροπαλός άνθρωπος.
Μιλούσε λίγο, και έτσι μιλούσαμε λίγο και μεταξύ μας.
Ανήμερα το Πάσχα αισθάνθηκε λίγο αδιάθετος και ξάπλωσε.
Κάθισα κοντά του και για πρώτη φορά στη ζωή μας μιλήσαμε τελείως ανοιχτά.
Δεν ήταν τόσο τα λόγια μας που ήταν σημαντικά.
Ήταν ένα άνοιγμα του μυαλού και της καρδιάς.
Οι πόρτες άνοιξαν.
Η σιωπή ήταν τόσο ανοιχτή και βαθιά όσο και οι λέξεις.
Κατόπιν έπρεπε να φύγω.
Χαιρέτησα όλους όσοι ήταν στο δωμάτιο, αλλά όχι αυτόν, επειδή αισθάνθηκα πως, έχοντας συναντηθεί με τον τρόπο που είχαμε συναντηθεί, δεν ήταν δυνατό να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο.
Δεν υπήρξε χαιρετισμός.
Δεν υπήρξε καν ένα «εις το επανιδείν», επειδή είχαμε συναντηθεί, και αυτό ήταν για πάντα.
Πέθανε την ίδια νύχτα.
Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία».
Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει:
«και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».
Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια.
Η εμπειρία μου αναφέρεται στον ξαφνικό θάνατο, στον απροσδόκητο θάνατο, στο θάνατο που έρχεται σαν«κλέφτης εν νυκτί».
Αν τέτοιες εμπειρίες βρεθούν μπροστά σας, θα καταλάβετε ίσως το γιατί κάποιος μπορεί ακόμη και να χαίρεται, όταν η καρδιά του βρίσκεται σε έντονο πόνο και αγωνία, και το πώς -σ' αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα- μπορούμε να αναφωνήσουμε στην εξόδια ακολουθία μας:
«Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».
Γι' αυτό και χρησιμοποιούμε τα λόγια ενός ψαλμού από την ίδια ακολουθία, ωσάν ο κεκοιμημένος, στρεφόμενος προς εμάς, να μας έλεγε:
«Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε».
Πολύ συχνότερα, όμως, αντί για έναν ξαφνικό θάνατο, αντιμετωπίζουμε μια μακρόχρονη ή ολιγόχρονη αρρώστια, ή γηρατειά, που σταδιακά μας φέρνουν είτε στον τάφο, είτε στην ελευθερία μας, ανάλογα από ποια πλευρά θα το δει κανείς.
Αυτή είναι η υπέρτατη συνάντηση που λαχταρά ο καθένας μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και για την οποία αγωνίζεται σε όλη την επίγεια ζωή του, που είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό, με την Αιώνια Ζωή, και η κοινωνία μαζί Του.
Αυτή η περίοδος της αρρώστιας, ή των προϊόντων γηρατειών, πρέπει να αντιμετωπισθεί και να κατανοηθεί δημιουργικά και χρήσιμα.
Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής, που φέρνει μεγάλη πνευματική αγωνία στους ανθρώπους, είναι όταν βλέπουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να γερνάει, να χάνει, τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες, να φαίνεται πως χάνει ό, τι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα: το καθαρό μυαλό, την πνευματώδη ανταπόκριση στη ζωή.
Πολύ συχνά, αυτή η πορεία βρίσκεται στη μία πλευρά. Κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε, επειδή φοβόμαστε να δούμε και να προβλέψουμε.
Με αποτέλεσμα, όταν έρχεται ο θάνατος, να είναι ένας ξαφνικός θάνατος που όχι μόνο διαθέτει τον τρόμο του απροσδόκητου θανάτου, αλλά και τον επιπλέον τρόμο να μας κτυπά στην πλέον ευαίσθητη χορδή μας.
Αυτό συμβαίνει επειδή ο πόνος, ο φόβος και η αγωνία έχουν ανεβάσει την έντασή τους μέσα μας, αφού εμείς αρνηθήκαμε να τους δώσουμε ελευθερία έκφρασης και τη δυνατότητα να ωριμάσουν.
Το κτύπημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό και καταστροφικό απ' ό, τι στην περίπτωση ενός ξαφνικού θανάτου, επειδή, χώρια από τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας που δημιουργεί, στη συνέχεια μεμφόμαστε και καταδικάζουμε τον εαυτό μας για το ότι δεν κάναμε όλα όσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει.
Αν τα είχαμε κάνει, αυτό θα μας ωθούσε στην αλήθεια και θα ξεσκέπαζε σε μας και στον θνήσκοντα το γεγονός ότι ο θάνατος άνοιγε σιγά - σιγά την πόρτα - και πως αυτή η πόρτα θα άνοιγε διάπλατα μια μέρα και το αγαπημένο μας πρόσωπο θα έπρεπε να τη διαβεί δίχως να κοιτάζει πίσω.
Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ' αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας.
Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας.
Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας.
Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.
Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή.
«Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος.


"Θάνατος και Απώλεια"
π. Αντώνιος Μπλουμ
Μητροπολίτης Σουρόζ

Φαντασία: σύμμαχος ή εχθρός;


Μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του λογιστικού του ανθρώπου είναι η φαντασία. Φυσική της λειτουργία είναι να επιτρέπει στον άνθρωπο να αναπαριστά τα αισθητά, όπως είναι πράγματι.

Η φαντασία είναι η δύναμη που μετατρέπει τα περιεχόμενα της αντίληψης σε αντίστοιχες εικόνες και αναπαραγωγής των προϊόντων αυτών, όταν η μνήμη τα ανακαλεί. Είναι εξίσου και η ικανότητα να παράγει και να δημιουργεί νέες εικόνες συνδυάζοντας πολλές απ’ όσες έχει πάρει, είτε πλήρως είτε μερικώς. Έτσι η φαντασία μπορεί να πάρει τριπλή μορφή: της φαντασίας που α) παράγει, β) αναπαράγει, γ) δημιουργεί. Καθεμιά απ’ αυτές θεμελιώνεται στην προηγούμενή της. Υπό τις δύο τελευταίες μορφές παράγει τα όνειρα, στις ειδικές συνθήκες του ύπνου.
Στην αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, η φαντασία στου συνδεόταν αποκλειστικά με την αναπαράσταση των αισθητών δημιουργημάτων, που υπήρχαν. Ήταν δύναμη απαραίτητη στο πλαίσιο των αναγκαίων σχέσεών του μ’ αυτά, όμως δεν αποτελούσε εμπόδιο στη σχέση του με το Θεό, ούτε οδηγούσε σε εκτροπή την πορεία του προς Αυτόν.
Στην προπτωτική του κατάσταση ο άνθρωπος διέθετε την «ευπρεπή φαντασίαν». Η ένωση με το Θεό μέσα από τη θεωρία, στην πραγματικότητα δεν είναι δυνατή παρά μόνο μέσω της «καθαράς προσευχής», επομένως, προϋποθέσεις της ένωσης με το Θεό είναι αφενός μεν η απάθεια και αφετέρου η απουσία οποιασδήποτε αναπαράσταστης κάθε σκέψης και κυρίως κάθε φαντασίας, που αναφέρονται όχι μόνο στα αισθητά, αλλ’ ακόμη και στον ίδιο το Θεό. Σ’ αυτό το επίπεδο της θεωρίας, η φαντασία παύει ν’ ασκείται εξίσου στον ύπνο. Ο άνθρωπος βρίσκεται μόνιμα, ενωμένος στενά με το Θεό, και στον ύπνο του ακόμη ο νους του παραμένει άγρυπνος.
Με το προπατορικό αμάρτημα, η φαντασία στον άνθρωπο καθίσταται εργαλείο που συμβάλλει στη διακοπή της κοινωνίας με το Θεό. Με όσα αυτή παράγει, θα γεμίζει από τώρα και στο εξής ο άνθρωπος τον κενό, από το Θεό, νου του.
Αυτό ισχύει πράγματι για τη δημιουργό φαντασία. Στο συγκεκριμένο σημείο, δεν μπορεί κάποιος παρά να θυμηθεί την εξήγηση του Μεγάλου Αθανασίου σύμφωνα με την οποία η ψυχή μη μπορώντας να παραμείνει ακίνητη και χωρίς αντικείμενο, αφότου ο άνθρωπος αποστράφηκε το Θεό για τον Οποίο η πρώτη του φύση τον προόριζε, βάλθηκε να φαντάζεται αντικείμενα, πάνω στα οποία θα μπορούσε να στιριχτεί: « Κινείται ουν η ψυχή ουκ έτι μεν κατά αρετήν, ουδέ ώστε τον Θεόν οράν, αλλά τα μη όντα λογιζομένη, το εαυτής δυνατόν μεταποιεί, καταχρωμένη τούτω ει ας επενόησεν επιθυμίας…»
Ο άνθρωπος λοιπόν, που οδηγείται στην άγνοια του πνευματικού κόσμου, κατασκευάζει με το νου και τη φαντασία του ένα φανταστικό κόσμο, στον οποίο προσκολλάται τόσο περισσότερο, όσο αυτός αποκρίνεται στις αισθητές επιθυμίες και στα πάθη, που αναπτύσσονται μέσα του.
Αφ’ ενός η φαντασία διεγείρει τα πάθη, προσφέροντας σ’ αυτά ερείσματα, επί των οποίων μπορούν να στηριχθούν και ν’ αναπτυχθούν. Αφετέρου και κυρίως τα πάθη διεγείρουν τη δράση και τις παραγωγικές δυνάμεις της φαντασίας: τρεφόμενα κατ’ εξοχήν με το φανταστικό, τα πάθη καταφέρνουν να παράγουν και να γεννούν τις εικόνες (παλαιές και νέες) που αντιστοιχούν σ’ αυτά και του προσφέρουν την ηδονή και την τέρψη που επιζητούν.
Οι ασκητές γνωρίζουν ανέκαθεν ότι τα όνειρα δημιουργούνται από τη φαντασία σε συνάρτηση με τις σωματικές και τις ψυχικές διαθέσεις, στην τελευταία αυτή περίπτωση αυτό γίνεται: α) είτε ως συναθροίσεις των καταλοίπων της μνήμης, που συνδέονται με ασχολίες και μέριμνες της καθημερινότητας, β) είτε ως μέσα ικανοποίησης των επιθυμιών της επιθυμητικής δύναμης και γ) είτε, αναφορικά προς το θυμοειδές, ως απάντηση στο θυμό και την οργή του ήτο φόβο του, αν πρόκειται για εφιάλτες. Λέγει ο άγιος Μάξιμος: « Όταν η επιθυμία αύξη, τας ποιητικάς των ηδονών ύλας εν τοις ύπνοις ο νους φαντάζεται, όταν δε ο θυμός τα φόβων ποιητικά πράγματα βλέπει».
Οι Πατέρες υπογραμμίζουν τον πολύ σημαντικό ρόλο, που διαδραματίζουν οι δαίμονες στη διπλή αυτή σχέση φαντασίας και παθών: α) είτε ωθώντας τον άνθρωπο να φαντάζεται ως απάντηση στα πάθη του και με τη μεσολάβησή τους, β) είτε διεγείροντας άμεσα σ’ αυτόν εικόνες και φαντάσματα με σκοπό να ενεργοποιήσουν τα πάθη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι αρκετό οι δαίμονες να βάλουν στο νου του ανθρώπου, κατά τον ύπνο όπως και κατά την εγρήγορση, εικόνες νέες γι’ αυτόν, χωρίς καμία σχέση με κάποια από τις παρούσες ή τις προηγούμενες αντιληπτικές εμπειρίες του, όχι δημιουργημένες από αυτόν τον ίδιο αλλ’ επιβαλλόμενες στο νου του κατά κάποιο τρόπο. Έχουν ως σχέδιο να τον οδηγήσουν στη διάπραξη νέων αμαρτιών ή να τον παρασύρουν σε πονηρούς δρόμους, που δεν έχει ακόμη βαδίσει. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για τους δαίμονες, που εξαπατούν τον άνθρωπο και τον κρατούν μακριά από τον Θεό.
Η κυριότερη μορφή, που παίρνουν οι δαιμονικές υποβολές, που ωθούν τον άνθρωπο στην αμαρτία, είναι οι φαντασιώσεις: αν στα ασκητικά κείμενα οι λογισμοί συχνά συνδυάζονται με τις φαντασιώσεις, επίσης συχνά ανάγονται πραγματικά σ’ αυτές ή έχουν σ’ αυτές την αρχή και την πηγή τους. Επομένως, η φαντασίωση εμφανίζεται ως η κύρια πύλη εισόδου των δαιμονικών υποβολών στην ψυχή.
Σε κάθε περίπτωση, η φαντασία εμφανίζεται ως το κύριο όργανο της δαιμονικής ενέργειας στην ανθρώπινη ψυχή, τόσο στην κατάσταση της εγρήγορσης όσο και στον ύπνο: μέσω της φαντασίας οι δαίμονες ενοχλούν τον άνθρωπο, επιζητώντας α) να τον ωθήσουν στην αμαρτία και να ξυπνήσουν ή να διεγείρουν τα πάθη του και β) να τον ταράξουν και να τον θορυβήσουν με πολλούς τρόπους, να του προκαλέσουν λύπη, στεναχώρια και αγωνία, να τον εξαπατήσουν, να τον παραπλανήσουν μέσα από διάφορες φρεναπάτες και κυρίως να τον υποδουλώσουν. Ο Άγιος Ησύχιος ο Ιεροσολυμίτης, της αποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πτώση του ανθρώπου επισημαίνοντας: «ούτω πάλιν (ο Σατανάς) τον Αδάμ εχώρισε του Θεού, θεϊκον αξίωμα φαντάσας αυτόν. Και ούτω πάντας τους αμαρτάνοντας απατάν ο ψεύστης και δόλιος είωθεν εχθρός».
Όσο ο πεπτωκώς άνθρωπος δεν έχει ξαναβρεί τη νήψη, που χαρακτηρίζει τη φύση του στην κατάσταση της τελειότητας και της υγείας, τόσο η καρδιά του παραμένει ανοικτή στις πονηρές εισηγήσεις, τις οποίες του υποβάλλει ο εχθρός μέσα από το κανάλι της φαντασίας του και αφήνεται να κυριεύεται νυχθημερόν από εικόνες, που παρασύρουν το νου του στην εκτροπή και τον αλλοτριώνουν, οδηγούμενος και παραμένοντας έτσι μακριά από το Θεό.
Όσο ο άνθρωπος φαντάζεται αυτό, που τον αποξενώνει από το Θεό, τόσο περισσότερο φανερώνει ότι, πέρα από τη φαντασία του, και η ψυχή του στο σύνολό της είναι ασθενής.

Jean Claude Larchet
Η Θεραπευτική των Πνευματικών Νοσημάτων
Τόμος Α΄

Γιατί θα πρέπει να παντρευτεί κάποιος για να έχει σαρκικές σχέσεις;

Μια εύλογη απορία που έχουν πολλοί, είναι: Γιατί δηλαδή θα πρέπει να παντρευτεί κάποιος για να έχει σαρκικές σχέσεις; Το να έχει πολλές σχέσεις με πολλούς συντρόφους είναι κατανοητό, αποτελούν παραβίαση του φυσιολογικού δεσμού μεταξύ δύο ανθρώπων. Γιατί άραγε όμως, ο γάμος (και μάλιστα ο θρησκευτικός γάμος), να είναι αναγκαίος για δύο ανθρώπους που αγαπιούνται και θέλουν να ζήσουν μαζί, και να μην αρκεί η συναισθηματική και σαρκική τους ένωση χωρίς γάμο; Δεν είναι το ίδιο; Ποια η διαφορά;
Γιατί λοιπόν στην Εκκλησία θέλουμε να "τελέσουμε γάμο", εννοώντας την τελετή;
Εδώ το κλειδί για να το κατανοήσουμε, είναι η λέξη: "ΜΥΣΤΗΡΙΟ". Γι' αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν αναγνωρίζει τις τελετές γάμου αλλοδόξων. Αλλά οφείλουν να την επαναλάβουν Ορθόδοξα οι Χριστιανοί για να αναγνωρίζονται στην Εκκλησία ως ζευγάρι, έστω και αν ήταν παντρεμένοι για δεκαετίες πριν γίνουν Χριστιανοί!

Εντός την Εκκλησίας, ο γάμος εντάσσεται στο σχέδιο της σωτηρίας. Ο στόχος, δεν είναι να ΩΦΕΛΗΘΕΙ κάποιος από τις σεξουαλικές χάρες του άλλου. Ούτε να ζήσουν απλώς μαζί "ευτυχισμένοι" δύο άνθρωποι. Ο στόχος του γάμου ως ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ, (ως "μύησης", για να γίνει κατανοητή η έννοια της λέξης), είναι ΝΑ ΕΝΤΑΧΘΕΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΤΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΖΕΥΓΑΡΙΟΥ. Με άλλα λόγια, εκτός από τους δύο, βάζουμε στη ζωή της οικογενείας μας ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ. Δεν ζούμε ερήμην του Θεού, ούτε τεκνοποιούμε χωρίς Αυτόν. Αλλά "εαυτούς και αλλήλους, και ΠΑΣΑΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΗΜΩΝ, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα". Λέμε δια της μύησης αυτής στον Θεό: "Θεέ μου, η πορεία μας προς τη Θέωση, στα πλαίσια της Εκκλησίας σου, είναι δεδομένη. Παρακαλούμε, να ευλογήσεις αυτή τη νέα κατάσταση της ζωής μας, ώστε πλέον, όχι ένας, αλλά ΔΥΟ μαζί, ενωμένοι ως ανδρόγυνο, να συνεχίσουμε αυτή την πορεία, που είναι και το κέντρο της ζωής μας, και ο στόχος μας".
Ο στόχος λοιπόν, ΔΕΝ είναι ούτε η "ευτυχία" των δύο, ούτε "η τεκνοποιεία", ούτε "το σεξ". Ο στόχος είναι Η ΘΕΩΣΗ. Ο ίδιος στόχος που είχαν οι δύο (υποτίθεται, εφ' όσον ήταν Χριστιανοί) και πριν! Μόνο που τώρα, ο ίδιος αυτός στόχος, συνεχίζεται συντροφικά, όχι μόνο σε κοινή πορεία ΣΥΖΥΓΩΝ, αλλά ΚΑΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΩΝ!!!
Αποζητώντας λοιπόν ο άνθρωπος το σεξ χωρίς τον γάμο, δείχνει τα εξής:
1. Πιθανόν θέλει τα ΗΔΟΝΙΚΑ καλά του γάμου, χωρίς όμως τις ανάλογες ευθύνες. Πρόκειται λοιπόν για ανευθυνότητα!
2. Αφήνει τον Θεό ΑΠ' ΕΞΩ, δείχνοντάς Του, ότι ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ στη συζυγική τους ζωή! Συνεπώς και ο Θεός ΔΕΝ ευλογεί τον γάμο ως μέρος της πορείας Θέωσης του ζευγαριού!
3. Δεν έχει ως στόχο την εν Χριστώ ζωή, ούτε τη Θέωση. Με άλλα λόγια, είναι ένα ΣΑΘΡΟ ΘΕΜΕΛΙΟ για τον γάμο, μια σχέση ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ!
Στη Χριστιανική Εκκλησία λοιπόν, η νέα αυτή περίοδος σχέσης του ανθρώπου,
1. συνοδεύεται από ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ, απέναντι στον σύντροφο της ζωής μας, απέναντι στα παιδιά που τυχόν θα γεννηθούν από αυτή την ένωση, και απέναντι στους ανθρώπους που θα επηρεάσει η ένωση αυτή.
2. εντάσσεται στα πλαίσια της Εκκλησιαστικής μας ζωής, όπου η ένωση αυτή αποβαίνει ΑΙΩΝΙΑ, και όχι μόνο παροδική.
3. εντάσσεται στην ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ πορεία δύο πιστών ανθρώπων, που αποφασίζουν να τη συνεχίσουν ως σύζυγοι, βοηθώντας ο ένας τον άλλον στον δύσκολο αυτό αγώνα, όπως και στον κοινό αγώνα της βιοπάλης, πάντα με τη Χάρη του Θεού, ο οποίος δια του Μυστηρίου αυτού, ΠΡΟΣΚΑΛΕΙΤΑΙ, να αναλάβει αυτή την πορεία, και να "τελειώσει" αμφοτέρους τους συντρόφους.
Γι' αυτό και σεξουαλική πράξη έξω από τον γάμο, μαρτυράει πέραν της κοινωνικής ανευθυνότητας, επίσης μια ανευθυνότητα απέναντι στην αγιωτάτη πίστη μας, και στον Δημιουργό μας, που λαχταράει να συμμετέχει κι Εκείνος στη ζωή των πλασμάτων Του ΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΘΕΙ, ώστε να τους οδηγήσει στην Δική Του Ζωή, δια του αγιασμού τους.
Συνεπώς, οι ΜΟΝΟΓΑΜΙΚΕΣ εξωγαμιαίες σχέσεις, με τον άνθρωπο που αγαπάμε, ΔΕΝ είναι αυτές καθεαυτές κακές, ως πράξη. Είναι όμως αμαρτία, (αστοχία σημαίνει η λέξη αμαρτία), μόνο και μόνο, επειδή μαρτυράει την ΑΠΟΤΥΧΙΑ του Χριστιανού να εντάξει τον γάμο του στην κατά Θεόν ζωή της Εκκλησίας.
Φυσικά για τους μη Χριστιανούς, δεν τίθεται θέμα. Γάμος είναι! Είτε στα πλαίσια της θρησκείας τους, είτε στα πλαίσια της συμβίωσης, είναι γάμος, μια και ΠΟΤΕ δεν αποτελεί Μυστήριο.
Αμαρτία, είναι ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΑΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΙ (ή αποτυγχάνει να μας πλησιάσει) ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ. Και μόνο με αυτή την έννοια, μπορεί να γίνει διάκριση του "τι είναι αμαρτία, και τι όχι". Δεν είναι λοιπόν ούτε θέμα "ενοχής", ούτε θέμα "ανηθικότητας". Είναι θέμα προσωπικής μας αποτυχίας ως Χριστιανών, όσον αφορά την Εκκλησιαστική του διάσταση.
Τελειώνουμε με μια συμβουλή κάποιου ιερέα:
Για να είναι ο γάμος μας σε σωστές βάσεις, και να διαρκέσει, πρέπει να γίνει αφ' ενός κατά Θεόν, (ως Μυστήριο), αλλά και ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ πρέπει να είναι οι σωστές. ΔΕΝ παντρευόμαστε "για να έχουμε σεξ με τη γυναίκα των ονείρων μας". Δεν παντρευόμαστε "για να έχουμε κάποιον να μας συντηρεί και να μας αγαπάει και να μας φροντίζει". Δεν παντρευόμαστε "για να ΛΑΒΟΥΜΕ" οτιδήποτε από τον μελλοντικό μας σύντροφο!
Δεν παντρευόμαστε με τη σκέψη: "Τι μπορεί να μου προσφέρει ο άνθρωπος αυτός;"
Το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει! Η σκέψη μας πρέπει να είναι: "Τι μπορώ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΩ σε αυτόν τον άνθρωπο που αγαπώ;" Καταλαβαίνεις τη διαφορά; Πρόκειται για ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΘΥΣΙΑ, και όχι για ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ. Είναι ΔΟΣΙΜΟ και ΟΧΙ ΑΠΟΛΑΒΗ. Είναι ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ, ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΣΟ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΝΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!
Ο γάμος όπου ζητάμε να λάβουμε, είναι ΕΓΩΙΣΤΙΚΟΣ, έστω και αν λέμε ότι τον κάναμε "από αγάπη". Αγάπη είναι ΔΟΣΙΜΟ, και όχι "απολαβή". Και όταν ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ από τον σύντροφό μας, (καμία απαίτηση, αλλά αντιθέτως, αυτοπαράδοση), τότε δεν θα έχουμε και απογοητεύσεις! Ούτε καυγάδες, ούτε διαζύγια! Όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία (κατά την Αγία Γραφή), και έδωσε τη ζωή Του για χάρη της, έτσι και εμείς οι άνδρες, "χρωστάμε να αγαπάμε τις γυναίκες μας όπως τα σώματά μας"! Και ακόμα περισσότερο! Ομοίως και οι γυναίκες, να είναι πρόθυμες να θυσιασθούν για το σύζυγό τους, όπως η Εκκλησία έγινε σπονδή στους διωγμούς, χάριν του συζύγου της και Κεφαλής της, του Ιησού Χριστού!
Λοιπόν, έχοντας κατά νου όλα αυτά, κάτσε και σκέψου: Αν αγαπάω πραγματικά αυτή την κοπέλα, γιατί να μην την οδηγήσω νύφη στην Εκκλησία; Τι με αποτρέπει από αυτό; Μήπως θέλω απλώς να χαρώ τα θέλγητρά της; Μήπως θέλω ΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΩ, και ΟΧΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΩΣΩ; Μήπως τη μεταχειρίζομαι ως "χρηστικό αντικείμενο" των ηδονών μου, και όχι ως ΠΡΟΣΩΠΟ κατ' εικόνα Θεού; (τα ίδια ισχύουν και για τις γυναίκες)
Και τον Θεό, γιατί θέλω να τον αφήσω έξω από τη ζωή μας;
Να γιατί είναι λάθος ακόμα και οι μονογαμικές σεξουαλικές σχέσεις! Είναι ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ από αυτό που ΟΦΕΙΛΕΙ να κάνει ένας Χριστιανός προς τα δύο πρόσωπα που (υποτίθεται ότι) αγαπάει: Τη γυναίκα ή τον άνδρα της ζωής της/του, και τον Θεό!

Ν. Μ.
πηγή: εδώ

Ένας ανόητος δάσκαλος.(Από τον βίο του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη)


Στόν βίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου (1866-1938) διαβάζομε τό παρακάτω περιστατικό, ὅταν ὁ Σιλουανός ἦταν περίπου τεσσάρων ἐτῶν.
Μία ἑορτάσιμη ἡμέρα ὁ πατέρας του προσκάλεσε στό σπίτι του κάποιον πλανόδιο πωλητή βιβλίων. Λυπόταν γιά τό «σκοτάδι» τῆς ἀμάθειάς του. Καί ἔλπιζε, νά μάθει ἀπ’ αὐτόν, τόν «γραμματισμένο« πωλητή, κάτι τό ἐνδιαφέρον. Προσέφερε τσάϊ καί φαγητό στόν ξένο. Ὁ μικρός Σιλουανός μέ περιέργεια παιδιοῦ τόν ἐκοίταζε καί ἄκουγε προσεκτικά τήν συνομιλία.
Ὁ βιβλιοπώλης ἔλεγε στόν πατέρα, ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι Θεός καί ὅτι γενικά Θεός δέν ὑπάρχει. Τόν μικρό Σιλουανό ἐξέπληξαν ἰδιαιτέρως τά λόγια: «Ποῦ εἶναι, λοιπόν, αὐτός ὁ Θεός;»
Σκέφθηκε τό παιδί:
-Ὅταν μεγαλώσω, θά γυρίσω ὅλη τήν γῆ ψάχνοντας γιά τόν Θεό.
Φεύγει ὁ ξένος καί ὁ μικρός Σιλουανός λέγει στόν πατέρα:
-Ἐσύ μέ διδάσκεις νά προσεύχομαι καί αὐτός λέγει ὅτι Θεός δέν ὑπάρχει.
Ἀπάντησε ὁ πατέρας:
-Νόμισα ὅτι αὐτός ἦταν σπουδαῖος ἄνθρωπος, ἀλλά ἀποδείχθηκε βλάκας. Μήν τόν ἀκοῦς.
Ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ πατέρα δέν ἔσβυσε ἀπό τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ τήν ἀμφιβολία.
Πέρασαν, ἀπό τότε, πολλά χρόνια. Ὁ Σιλουανός, δεκαεννιάχρονος νεαρός, ἐργαζόταν σ’ ἕνα μεγάλο κτῆμα. Μιά φορά ἡ διαχειρίστρια τοῦ κτήματος ἐπισκέφθηκε τόν τάφο ἑνός σπουδαίου ἀσκητοῦ, τοῦ ἐγκλείστου Ἰωάννου Σεζένωφ. Ὅταν γύρισε, εἶπε γιά τά θαύματα πού γινόντουσαν στόν τάφο του. Καί ἄλλοι ἐργάτες ἐπιβεβαίωσαν τά γεγονότα αὐτά. Καί ὅλοι συμφώνησαν, ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ἅγιος.
Ὁπότε, ὁ Σιλουανός σκέφθηκε:
-Ἄν αὐτός εἶναι ἅγιος, ἄρα ὁ Θεός εἶναι μαζί μας· καί δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά γυρίσω ὅλο τόν κόσμο γιά νά Τόν βρῶ.
Καί μέ αὐτή τήν σκέψη, γέμισε ἡ νεανική του καρδιά ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό.
Ἔτσι, ὁ λογισμός ἀμφιβολίας, πού ἔρριξε στήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ ὁ πλανόδιος ἐκεῖνος πωλητής βιβλίων, καί διατηρήθηκε ἐπί δεκαπέντε χρόνια, διαλύθηκε μέ αὐτόν τόν παράδοξο καί, φαινομενικά, ἀφελῆ τρόπο (ἀρχιμ. Σωφρονίου «Ὁ Γέρων Σιλουανός», ἔκδ. Ὀρθοδ. Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 1976, σελ. 12-13).

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2011

Ο Μητροπολίτης Σισανίου & Σιατίστης κ. Παύλος μιλάει για την οἰκογένεια .


Ψάχνοντας στο διαδίκτυο ανακάλυψα για τον...ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΕΙΡΗΝΑΙΟ

Ο Πατριαρχης Ειρηναιος γεννηθηκε στην Σαμο το 1939 το κατα κοσμον ονομα του ειναι Εμμανουηλ Σκοπελιτης.Το 1953 ενεταχθη εις την Αγιοταφιτικην Αδελφοτητα.Εκαρη Μοαναχος υπο του μακαριστου Πατριαρχου Βενεδικτου το 1959 μετονομασθεις Ειρηναιος.Διακονος εχειροτονηθη εν τω Φρικτω Γολγοθα υπο του Αρχιεπισκοπου Μαδαβων Βαρθολομαιου το 1959 και διετελεσε Αρχιδιακονος των Πατριαρχειων.Το 1965 εχειροτονηθη Πρεσβυτερος εν τω Πανιερω Ναω της
Αναστασεως υπο του Αρχιεπεισκοπου Ελευθερουπολεως Χρυσανθου.Το 1970 απεφοιτησε εκ της Θεολογικης Σχολης του Πανεπιστημιου Αθηνων.Το 1981
εξελεγη Αρχιεπισκοπος Ιεραπολεως ενω απο το 1979 ητο Εξαρχος του Παναγιου Ταφου στην Ελλαδα. Απεστάλει απο το Πατριαρχείο σε πολλές αποστολές, οπως στήν μείζονα και υπερτελή Σύνοδο στο πατριαρχείο βουλγαρίας,και οπου σθεναρώς υπεστήριξε τήν παραμονή του Πατριάρχου Μαξίμου,καταδικάσας το υφιστάμενο σχίσμα της Βουλγαρικής Εκκλησίας,και του μητροπολίτου Ποιμένος ,παρά τήν αντίθετον θέση του οικουμενικού πατριάρχου και της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως,συνεπικουρούμενος υπό του Μεγάλου και μαρτυρικού Πατριάρχου Αλεξανδρείας κυρού Πέτρου. Την 13 Αυγουστου 2001 εξελεγη ως ο 140ος Πατριαρχης της Αγιας Πολεως Ιερουσαλημ και πασης Παλαιστινης.Απο του 2005 τελει εκτος διοικησεως του Πατριαρχειου και απο του ετους 2008 ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΕ ΑΝΩΘΕΝ ΕΝΤΟΛΗ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΕΛΛΙΟΥ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΧΟΥΜΕΝΟΣ.Η εξοδος του απο το κελλιο ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ οπως επισης και οι επισκεψεις προς Αυτον ακομα και του προσωπικου του ιατρου αλλα και των στενων του συγγενων.Η ομαδα αυτη δεν εχει σαν σκοπο την αμβισβητηση της νεας εκκλ.καταστασεως στην Ιερουσαλημ αλλα τον αγωνα για την βελτιωση των απαραδεκτων συνθηκων διαβιωσεως του εγκλειστου ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ και την προβολη και γνωστοποιηση ολης της ΑΛΗΘΕΙΑΣ γυρω απο την ταραχωδη περιοδο που διοικουσε το Πατριαρχειο Ιεροσολυμων αλλα και την αποκαλυψη των φοβερων παρασκηνιων της ανατροπης του

Το άγγιγμα

Θυμάσαι το περιστατικό με την αιμορροούσα και το επόμενο με την κόρη του Ιάειρου;

Το πλήθος είχε περικυκλώσει ασφυκτικά τον Κύριο. Οι μαθητές προσπαθούσαν να του ανοίξουν το δρόμο και πλησίασε η αιμορροούσα και με πίστη άγγιξε την άκρη του ιματίου του και έγινε καλά... Και μετά στο σπίτι του Ιάειρου,ο Κύριος άγγιξε την νεκρή κοπέλα και εκείνη αναστήθηκε....
Μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση τα δύο γεγονότα. Όχι επειδή ο Χριστός έκανε αυτά τα δύο θαύματα. Θεός είναι! Κάνει τα αδύνατα δυνατά!
Πιο πολύ μου έκαναν εντύπωση τα 2 αγγίγματα! Το πρώτο άγγιγμα της αιμορροούσας (που άγγιξε τον Χριστό και θεραπεύτηκε) και το δεύτερο άγγιγμα του Χριστού στο νεκρό κορίτσι (που το άγγιξε και εκείνο αμέσως αναστήθηκε).
Δύο αγγίγματα. Δύο γεγονότα συγκλονιστικά. Και σκεφτόμουν πως και μεις πρέπει να είμαστε έτοιμοι σε όλη την πορεία της ζωής μας. Είτε να αγγίζουμε τον Κύριο(με την προσπάθεια προσευχής μας, με τα μυστήρια,κλπ) είτε να μας αγγίζει Εκείνος (όταν εμείς πλέον κοντεύουμε να λυγίσουμε απ'το βάρος των αδιεξόδων μας)...
Ας προσπαθούμε πάντα φίλοι μου... Ας έχουμε ΕΛΠΙΔΑ! Το άγγιγμα του Χριστού κάνει θαύματα!


 

Νικόλαος Ιω. Σωτηρόπουλος, Εν όψει των Χριστουγέννων



Ἐν ὄψει τῶν Χριστουγέννων
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΔΙΣ!
Τοῦ κ. Νικολάου ᾿Ιω. Σωτηροπούλου
Η ΛΕΞΙ βασιλεὺς «σοκάρει» ὡρισμένους, καὶ ἰδίως πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται ὡς δημοκράτες, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα εἶνε δικτάτορες μὲ κοινοβουλευτικὸ μανδύα καὶ δυνάστες τοῦ λαοῦ. ᾿Επὶ πλέον, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ σημερινὴ θλιβερωτάτη κατάστασι τῆς ῾Ελλάδος, κατάστασι διπλῆς χρεωκοπίας, πνευματικῆς καὶ ὑλικῆς, ἀπωλείας τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ διεθνοῦς εὐτελισμοῦ, οἱ ψευτοδημοκράτες πολιτικοὶ ἐμφανίζονται ὡς πατριῶτες, ἐνῷ εἶνε προδότες τῆς Πατρίδος, καὶ ὡς σωτῆρες τῆς ῾Ελλάδος, ἐνῷ εἶνε ὀλετῆρες, καταστροφεῖς.
῎Ερχονται τὰ Χριστούγεννα, ἡ ρίζα ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν. Χριστούγεννα βεβαίως ἔρχονται γιὰ τοὺς πιστούς, ὄχι γιὰ τοὺς ἀποστάτες ἀπὸ τὴν πίστι. Χριστούγεννα ἔρχονται γιὰ τοὺς χριστιανούς, ὄχι γι᾿ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι βαπτίσθηκαν χριστιανοί, ἀλλ᾿ ἔγιναν ἀχρίστιανοι ἢ καὶ ἀντίχριστοι, ποικιλοτρόπως πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μεγάλοι δὲ ἀχρίστιανοι καὶ ἀντίχριστοι εἶνε οἱ ἀνάξιοι καὶ κακοὶ πολιτικοί.

᾿Εν ὄψει τῶν Χριστουγέννων ἂς σκεφθοῦμε τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ τί συνεπάγεται αὐτὸ τὸ ἀξίωμα γιὰ ὅσους θέλουν νὰ εἶνε χριστιανοί.
Οἱ μάγοι, σοφοὶ καὶ ἄρχοντες τῆς ᾿Ανατολῆς, μὲ τὴν παρακίνησι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ὁδήγησι ἀγγέλου μὲ τὴ μορφὴ ἄστρου ἢ ἁπλῶς σημείου μὲ τὴ μορφὴ ἄστρου, ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή, γιὰ νὰ ἔλθουν στὴν Παλαιστίνη καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Χριστό. ῞Όταν δὲ ἔφθασαν στὴν ῾Ιερουσαλήμ, ἐρωτοῦσαν· «Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων;» (Ματθ. β´ 2). Ποῦ εἶνε ὁ νεογέννητος βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; Παράδοξο τὸ ἐρώτημα. ῞Ενα νήπιο δὲν ὀνομάζεται βασιλεύς, ἀλλά, ἂν εἶνε υἱὸς βασιλέως, δύναται νὰ ὀνομασθῇ διάδοχος ἢ πρίγκηψ. Καὶ ὅμως οἱ μάγοι τὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ ὠνόμασαν βασιλέα. Καὶ ὁ λόγος τῶν μάγων γίνεται παραδοξότερος, διότι οἱ ᾿Ιουδαῖοι εἶχαν βασιλέα, τὸν ῾Ηρώδη. ᾿Ακόμη δὲ παραδοξότερος γίνεται ὁ λόγος γιὰ τὸ Χριστὸ ὡς βασιλέα, διότι ὁ Χριστὸς δὲν γεννήθηκε σὲ ἀνάκτορο, οὔτε ἁπλῶς σὲ σπίτι, ἀλλὰ σὲ σταῦλο ζώων, καὶ ἡ μητέρα Του Τὸν σπαργάνωσε μὲ ράκη καὶ Τὸν ἔθεσε μέσα σὲ φάτνη, παχνὶ ζώου. Τὸ τελευταῖο τοῦτο ἂς προσέξουν ἰδιαιτέρως ὡρισμένοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστοῦ, Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι πλουτίζουν καὶ θησαυρίζουν, καὶ ζοῦν πολυτελῶς, καὶ ἐμφανίζονται ὡς βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες. Μητροπολίτης καταγγέλλεται ὅτι ἔχει ἑκατὸ καὶ πλέον ἀρχιερατικὲς στολές…
Παραδόξως οἱ μάγοι ὠνόμασαν τὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ βασιλέα. Παραδόξως καὶ ὁ Ναθαναὴλ τὸν ᾿Ιησοῦ τὸ Ναζωραῖο στὴν ἀρχὴ τῆς δημοσίας δράσεώς του ὠνόμασε βασιλέα, καίτοι βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων ἦταν τότε ἕνας ἄλλος ῾Ηρώδης, ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς κατὰ κόσμον ἦταν ἕνα ταπεινὸ καὶ ἄσημο πρόσωπο. Κατὰ τὴν πρώτη συνάντησι μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ ὁ Ναθαναὴλ ἀναφώνησε· «῾Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ» (᾿Ιωάν. α´ 50). Σ᾿ αὐτὸ δὲ τὸ λόγο τοῦ Ναθαναὴλ παράδοξο δὲν εἶνε μόνο ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνομάζεται «βασιλεύς», ἀλλὰ καὶ ὅτι ὀνομάζεται «ῥαββί», διδάσκαλος, καίτοι δὲν εἶχε μάθει γράμματα, ὀνομάζεται δὲ καὶ μὲ τὴν ὀνομασία «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».
᾿Αδιανόητος ὁ λόγος τῶν μάγων καὶ ὁ λόγος τοῦ Ναθαναήλ. ῏Ηλθαν δὲ αὐτοὶ οἱ λόγοι στὴ διάνοια καὶ στὰ χείλη τῶν μάγων καὶ τοῦ Ναθαναὴλ θεοπνεύστως. ᾿Αλλοίμονο σ᾿ ὅσους δὲν παραδέχονται τὴ θεοπνευστία τῆς Γραφῆς, καίτοι αὐτὴ ἀποδεικνύεται μὲ μέγα πλῆθος ἐπιχειρημάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ πάρα πολλὰ φυσικῶς καὶ ἀνθρωπίνως ἀδιανόητα καὶ ἀνεπινόητα νοήματα καὶ λόγια.
Οἱ φθονεροὶ καὶ μοχθηροὶ ᾿Ιουδαῖοι τὸ Χριστὸ παρέδωσαν καὶ παρέστησαν στὸν Πιλᾶτο ὡς ψευδοβασιλέα. ῾Ο δὲ Χριστὸς ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου διακήρυξε ὅτι εἶνε ὄντως βασιλεύς, ἀλλὰ μὲ βασιλεία ἀνώτερη, ὄχι ἀπ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο. Βασιλεύει στὸ βασίλειο τῆς ἀληθείας. ῾Η δὲ ἀλήθεια στὰ ῾Εβραϊκὰ δὲν ἔχει μόνο τὴ συνήθη σημασία, σημαίνει καὶ τὸ ἀγαθό, τὸ καλό. «῾Η βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», εἶπε ὁ Χριστός. Καὶ πάλι πρὸς ἔμφασι εἶπε· «῾Η βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν». ᾿Επίσης εἶπε· «᾿Εγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς» (᾿Ιωάν. ιη´ 36, 37).
῾Ο Χριστός, ποὺ γεννήθηκε σ᾿ ἕνα σπήλαιο καὶ ἀπέθανε σ᾿ ἕνα Σταυρό, εἶνε ἀληθῶς βασιλεύς, καὶ μάλιστα βασιλεὺς δίς, δύο φορές, βασιλεὺς μὲ διπλὴ βασιλεία. ῎Αλλο τοῦτο παράδοξο, ἀδιανόητο φυσικῶς καὶ ἀνθρωπίνως. ῾Ο Χριστὸς εἶνε βασιλεὺς ὡς Θεός, ἀλλ᾿ εἶνε βασιλεὺς καὶ ὡς ἄνθρωπος. ῾Ως ἄνθρωπος ἔλαβε βασιλικὸ ἀξίωμα, γιὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴ μεσσιακὴ καὶ μεσιτικὴ ἀποστολή του. Στὸν Ψαλμὸ β´, στίχ. 6, ὁ Μεσσίας λέγει προφητικῶς γιὰ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο ὡς ἄνθρωπος ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεό· «᾿Εγὼ κατεστάθην βασιλεὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ Σιὼν ὄρος τὸ ἅγιον αὐτοῦ». Κατὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπε γιὰ τὸν ᾿Ιησοῦ ὡς ἄνθρωπο· «Καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ» (Λουκ. α´ 32). ῾Η μεσσιακὴ καὶ μεσιτικὴ ἀποστολὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ τελειώνει μὲ τὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καὶ ἔτσι, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στὸ τέλος ὁ ᾿Ιησοῦς παραδίδει τὴ βασιλεία, ποὺ ἔλαβε ὡς ἄνθρωπος (Α´ Κορ. ιε´ 24–25). ᾿Αλλ᾿ ὡς Θεὸς ὁ Χριστὸς εἶνε βασιλεὺς μὲ θρόνο αἰώνιο, μὲ βασιλεία χωρὶς τέλος. ῾Ο Ψαλμωδὸς λέγει στὸ Χριστό· «῾Ο θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. μδ´ 7, ῾Εβρ. α´ 8). Καὶ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ λέγει στὴ Θεοτόκο γιὰ τὸ Χριστό· «Τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. α´ 33).
«Βασιλεὺς βασιλέων» ὁ Χριστὸς «καὶ Κύριος κυρίων» (᾿Αποκ. ιθ´ 16, ιζ´ 14). Τὸ νήπιο τῆς Βηθλεέμ, τὸ ὁποῖο κλαυθμήριζε μέσα στὸ σπήλαιο καὶ στὴ φάτνη, κηρύχθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ησαΐα (θ´ 6) «Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης (δυνάμεως)». Καὶ ἐνῷ κλαυθμήριζε, ὅπως ὅλα τὰ νήπια, συγχρόνως βασίλευε καὶ κυβερνοῦσε ὡς παμβασιλεὺς τὰ σύμπαντα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς δημιούργησε.
Μῦθοι τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, λέγουν οἱ ἄπιστοι, οἱ ἄχριστοι καὶ οἱ ἀντίχριστοι. Μῦθος τὰ λόγια τῶν ἀπίστων, ἀπαντοῦν οἱ πιστοί. ῾Η Γραφὴ ἀποδεικνύεται θεόπνευστη ὄχι μόνον ἀπὸ μέγα πλῆθος παράδοξα καὶ ἀδιανόητα νοήματα καὶ λόγια. ῾Η Γραφὴ ἀποδεικνύεται θεόπνευστη καὶ ἀπὸ δύο χιλιάδες περίπου προφητεῖες, οἱ πλεῖστες τῶν ὁποίων ἐκπληρώθηκαν, καὶ ἐγγυῶνται τὴν ἐκπλήρωσι καὶ τῶν ὑπολοίπων. ῾Ο Χριστὸς ἀπέδειξε τὴ βασιλική Του δύναμι καὶ τὴ θεότητά Του μὲ ἀναρίθμητα ὑπερφυσικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα τέλεσε κατὰ τὸ χρόνο τῆς δημοσίας δράσεώς Του μὲ ἀναρίθμητες θεραπεῖες ἀσθενῶν, μὲ ἐκβολὲς δαιμονίων, μὲ ἀναστάσεις νεκρῶν, μὲ ἐπιβολὴ καὶ ἐπὶ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως. Οἱ ῾Εβραῖοι στὸ Ταλμοὺδ ὁμολογοῦν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἔκανε θαύματα, ἀλλὰ τὰ ἀποδίδουν στὴ δύναμι τοῦ Σατανᾶ! ῾Ο Χριστὸς ἀπέδειξε κατόπιν τὴ βασιλική Του δύναμι καὶ τὴ θεότητά Του μὲ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν στοὺς ἀποστόλους Του, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Του, τοὺς μεγαλυτέρους πνευματικοὺς κατακτητὰς τοῦ κόσμου. ῾Ο Χριστὸς ἀποδεικνύει τὴ βασιλική Του δύναμι καὶ τὴ θεότητά Του διὰ μέσου ὅλων τῶν χριστιανικῶν αἰώνων μέχρι σήμερα μὲ τὴ δημιουργία ἑκατομμυρίων ἁγίων, ὁσίων, μαρτύρων καὶ μεγαλομαρτύρων, ἀνθρώπων μὲ ὑπερθαύμαστη ζωή, ἡ ὁποία ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς πίστεως στὸ Θεὸ τῆς Γραφῆς δὲν εὑρίσκεται. ῾Ο Χριστὸς ἀποδεικνύεται ἐνανθρωπήσας Θεὸς καὶ παντοδύναμος βασιλεὺς ὡς Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος μὲ ἀναρίθμητα ὑπερφυσικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα τελοῦνται ἐν τῷ ὀνόματί Του. ῞Οσοι ἐρευνοῦν, διαπιστώνουν ὅτι ὄντως γίνονται πράγματα ὑπερβαίνοντα τοὺς φυσικοὺς νόμους. ῞Οσοι δὲν ἐρευνοῦν καὶ ἀπορρίπτουν τὰ θαύματα a priori, εἶνε, τὸ ὀλιγώτερο, ἐπιπόλαιοι. ᾿Εμεῖς ἐρευνοῦμε, διαπιστώνουμε ὑπερβάσεις τῶν φυσικῶν νόμων καὶ ἔτσι πιστεύουμε στὴ Γραφὴ καὶ στὸ Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο καὶ δύο φορὲς βασιλέα.
᾿Αφοῦ δὲ ὁ Χριστὸς εἶνε βασιλεύς, οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε νὰ ὑπακούωμε στὰ βασιλικά Tου διατάγματα τὰ περιεχόμενα στὴ Γραφή, καὶ δὴ στὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ἂν κάνωμε ἀγῶνα νὰ ἐφαρμόζωμε τὰ βασιλικὰ διατάγματα τοῦ Χριστοῦ, φεύγοντας ἀπὸ τὸ δοκιμαστικὸ τοῦτο κόσμο δὲν θὰ πᾶμε κάτω, θὰ πᾶμε ἐπάνω, καὶ θὰ παραλάβωμε βασιλεία ἀσάλευτη καὶ ἀπερίγραπτη, καὶ θὰ βασιλεύωμε καὶ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, τὸ Βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριο τῶν κυριευόντων, καὶ τῆς βασιλείας ἡμῶν οὐκ ἔσται τέλος.
ΟρθόδοξοςΤύπος, 16/12/2011

Το πάθος της φιλαυτίας καὶ η θεραπεία του

Τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας καὶ ἡ θεραπεία του
Φιλαυτία εἶναι ἡ ὑπερβολικὴ ἀγάπη ποὺ τρέφουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Φοβόμαστε μὴν πάθουμε κάποιο κακό, μὴν ἐκτεθοῦμε σὲ κάποιον κίνδυνο! Θέλουμε νὰ τὰ ἔχουμε ὅλα δικά μας, νὰ μὴ μᾶς λείπει ἀπολύτως τίποτε! Θέλουμε τὰ πάντα νὰ γίνονται γιὰ τὴ δική μας διευκόλυνση!
Κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μητέρα τῶν παθῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννήθηκαν καὶ τὰ ὑπόλοιπα πάθη. Ὁ ἅγιος Θεὸς δὲν μᾶς ἔπλασε μὲ πάθη. Μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» του. Μὲ τὴν ἐλεύθερη θέλησή μας ἁμαρτήσαμε! Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ μετανοήσουμε γιὰ τὴν παρακοή μας, θελήσαμε μὲ νοσηρὸ τρόπο νὰ προστατεύσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἔτσι δημιουργήθηκε τὸ πρῶτο πάθος, τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας, ποὺ μοιάζει μὲ μεγάλο κορμὸ δένδρου ἀπὸ τὸν ὁποῖο ξεπετάγονται σὰν λαίμαργα βλαστάρια καὶ ἄλλα πάθη.

Ὁ φίλαυτος ζεῖ ἐγωκεντρικά. Ἐπιθυμεῖ οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα νὰ περιστρέφονται γύρω ἀπὸ αὐτόν. Ἂν εἶναι δυνατὸν ἀκόμη καὶ ὁ Θεός. Ἀκόμη καὶ ὅταν προσεύχεται, δὲν προσεύχεται στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὸν ἑαυτό του, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Νὰ θυμηθοῦμε τὴν προσευχὴ τοῦ Φαρισαίου. «Σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο» (Λουκ. ιη΄ 11).
Ἐπίσης ὁ φίλαυτος εἶναι ἀτομιστής. Προκρίνει πάντοτε τὸ δικό του συμφέρον, τὴ δική του ἄνεση, τὴ δική του καλοπέραση. Δὲν ξέρει νὰ κάμνει θυσίες γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἀξιώνει οἱ ἄλλοι νὰ γίνονται θυσία γι’ αὐτόν.
Ἀκόμη ὁ φίλαυτος ἔχει πολὺ μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Καλλιεργεῖ αἴσθημα ὑπεροχῆς ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Θέλει σὲ κάθε δραστηριότητα νὰ γίνεται τὸ δικό του θέλημα, νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ κυρίαρχος. Δὲν ἀνέχεται νὰ τὸν ἀμφισβητοῦν οἱ ἄλλοι. Ἂν κάποιος τολμήσει νὰ τοῦ κάνει παρατήρηση, ἐνοχλεῖται καὶ ὑπεραμύνεται ὅτι εἶναι σὲ ὅλα σωστός.
Τέλος ὁ φίλαυτος ἀποξενώνεται κι ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ κόσμος νὰ χαλάει γύρω του, δὲν ἁπλώνει τὸ χέρι τουνὰ βοηθήσει. Φοβερὸ πάθος ἡ φιλαυτία! Πέτρα τὴν κάνει τὴν καρδιά. Χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν χωρίζει καὶ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του.
Ἀπὸ τὰ παραπάνω ἐννοοῦμε ὅτι ἡ φιλαυτία εἶναι ἀσθένεια πολὺ βαριὰ καὶ δυσθεράπευτη. Εἶναι ὁ γίγαντας τῶν παθῶν. Μοιάζει μὲ ἐπιθετικό, καθολικὸ καρκίνο ποὺ ἁπλώνει παντοῦ τὰ πλοκάμια του! Παραμορφώνει τόσο πολὺ τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς, ποὺ τὴν κάνει τελείως ἀγνώριστη! Ξεκινάει ὡς ἀγάπη καὶ ἐξελίσσεται ὡς ἔχθρα τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὁ φίλαυτος καταστρέφει μόνος του τὸν ἑαυτό του.
Πῶς ὅμως θεραπεύεται τὸ ὀλέθριο πάθος τῆς φιλαυτίας; Δὲν θεραπεύεται εὔκολα, διότι ἔχει πολὺ βαθιὲς ρίζες. Καλούμαστε νὰ νεκρώνουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, ποὺ ὑπάρχει μέσα μας μαζὶ μὲ τὰ θελήματα καὶ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες του.
Νὰ μὴν τοῦ κάμνουμε τὰ θελήματα, ἀλλὰ τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα ἀπ’ ὅσα μᾶς ζητάει. Νὰ καλλιεργοῦμε τὴ θεμελιώδη ἀρετὴ τῆς αὐταπαρνήσεως, ποὺ εἶναι ἡ παντελὴς λήθη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Νὰ βλέπουμε τὴν ἔνδεια καὶ τὴν ἀδυναμία μας καὶ νὰ ταπεινώνουμε τὸν λογισμό μας λέγοντας: Ποιὸς εἶμαι ἐγώ, Κύριε, καὶ ποιὸς μὲ λογαριάζει;
Ἐπίσης, γιὰ νὰ ὑπερνικήσουμε τὴ φιλαυτία μας, χρειάζεται νὰ κόβουμε τὸ θέλημά μας, νὰ παραιτούμεθα ἀπὸ τὴ δική μας προτίμηση. «Αὐταπάρνησίς ἐστιν... ἡ τῶν θελημάτων ἑαυτοῦ ἀναχώρησις», παρατηρεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος (ΕΠΕ 8, 214). Νὰ καλλιεργοῦμε φρόνημα τελωνικὸ ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Ὅ,τι καλὸ ἔχουμε, νὰ τὸ ἀποδίδουμε στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. «Οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί» (Α΄ Κορ. ιε΄ 10). Νὰ μὴ στενοχωρούμαστε ὅταν δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν οἱ ἄλλοι. Ἂν θέλουν νὰ μᾶς ἀναγνωρίσουν, ἂς μᾶς ἀναγνωρίσουν.
Ἂν δὲν θέλουν νὰ μᾶς ἀναγνωρίσουν, ἂς μὴ μᾶς ἀναγνωρίσουν. Ἐμᾶς νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ ἂν μᾶς ἀναγνωρίζει ὁ Θεός, πῶς θὰ βροῦμε ἔλεος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἐπίσης τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας πολεμεῖται μὲ τὴν ἀγάπη. «Ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 5). Δὲν θὰ προκρίνουμε τὸ δικό μας συμφέρον ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν. Ὄχι αὐτὸ ποὺ ἐξυπηρετεῖ ἐμᾶς, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ ἐξυπηρετεῖ τὸ σύνολο. Ἡ καρδιά μας νὰ χτυπάει ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας. Νὰ μάθουμε νὰ δινόμαστε στοὺς ἄλλους. Νὰ εἴμαστε διάκονοι καὶ ὑπηρέτες τῶν ἄλλων κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Κυρίου μας. Ὁ Κύριος ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του. Κι ἐμεῖς νὰ ἐξυπηρετοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας μὲ κάθε ταπείνωση.
Κι ἀκόμη χρειάζεται νὰ ἔχουμε πλατιὰ καρδιὰ ποὺ ὅλους θὰ τοὺς χωράει. Νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς φίλους μας καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Νὰ τοὺς ἔχουμε ὅλους στὴν καρδιά μας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος βρισκόταν φυλακισμένος στὴ φυλακὴ τῆς Ρώμης καὶ ἔγραφε στοὺς Φιλιππησίους: «Καθώς ἐστι δίκαιον ἐμοὶ τοῦτο φρονεῖν ὑπὲρ πάντων ὑμῶν διὰ τὸ ἔχειν με ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμᾶς...» (Φιλιπ. α΄ 7). Τοὺς εἶχε ὅλους μέσα στὴν καρδιά του, κι ἂς βρισκόταν τοπικὰ πολὺ μακριά τους. Τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς. Νὰ δείχνουμε θυσιαστικὴ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἡ ἀγάπη ποὺ δείχνουμε στοὺς συνανθρώπους μας ἐπιστρέφει σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους. Εὐεργετώντας τοὺς ἄλλους, ὠφελοῦμε στὴν οὐσία τὸν ἑαυτό μας. Δείχνοντας ἀληθινὴ ἀγάπη στοὺς ἄλλους, ἀγαποῦμε ἀληθινὰ τὸν ἑαυτό μας.
Τὸ βαθύρριζο πάθος τῆς φιλαυτίας μόνο μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ νεκρώσουμε. Ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅλα εἶναι κατορθωτά. Ἂς ζητοῦμε λοιπὸν τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φιλαυτίας καὶ νὰ μᾶς βγάλει στὸ ξέφωτο τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας.
«Ο ΣΩΤΗΡ»15-11-2011

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...