Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2012

Συναξαριστής 12 Φεβρουαρίου


Ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας

 


Ὁ Μελέτιος γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Μικρῆς Ἀρμενίας, περίπου τὸ 310. Ἦταν πολὺ μορφωμένος καὶ εὐσεβὴς χριστιανός.
Τὸ 357 χειροτονεῖται ἐπίσκοπος Σεβαστείας, κατόπιν μετατίθεται στὸν θρόνο τῆς Βεῤῥοίας τῆς Συρίας καὶ μετὰ τρία χρόνια γίνεται ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας (361). Δυστυχῶς, ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὴ νέα του ἕδρα ὁ Μελέτιος, στὸ χριστιανικὸ στρατόπεδο ἐπικρατοῦσε μεγάλη ἀναταραχή, ἀπὸ τοὺς Ἀρειανούς. Τριάντα ἡμέρες ἔμεινε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο, καὶ κατόρθωσε μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ λίγο χρόνο νὰ θεμελιώσει μὲ τὸ ἔργο του τόσο τὴν πίστη τῶν Ὀρθόδοξων, ὥστε, ὅταν μετὰ τοὺς προσέβαλαν δυνατοὶ ἄνεμοι, αὐτοὶ ἔμειναν γερὰ ῥιζωμένοι.

Ἔτσι, ὁ Μελέτιος ἔπραξε στὸ ποίμνιό του αὐτὸ ποὺ λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Ἆρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους της πίστεως». Δηλαδή, ὅσο καιρὸ ἔχουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν ζωή, ἂς ἐργαζόμαστε τὸ ἀγαθὸ πρὸς ὅλους, καὶ ἰδιαίτερα σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μ᾿ ἐμᾶς.

Μὲ διάφορες ῥᾳδιουργίες οἱ Ἀρειανοὶ κατορθώνουν νὰ τὸν ἐξορίσει ὁ Κωνστάντιος στὴν Ἀρμενία. Ἀλλὰ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ θριάμβευσε. Στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381, ὁ Μελέτιος ὄχι μόνο λαμβάνει μέρος, ἀλλὰ καὶ προεδρεύει.

Ἀπεβίωσε ἐνῷ ἀκόμα διαρκοῦσαν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἡ κηδεία του ἔγινε πάνδημος καὶ πανηγυρική, μὲ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Νόμον ἔνθεον, ἐμμελετήσας, τὴν οὐράνιον, γνῶσιν ἐκλάμπεις, τῇ Ἐκκλησίᾳ Ἱεράρχα Μελέτιε· τὴν γὰρ Τριάδα κηρύττων ὁμότιμον, αἱρετικῶν διαλύεις τᾶς φάλαγγας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν σωματικήν σου παρουσίαν.
Τὴν πνευματικήν σου παρρησίαν, δεδοικὼς ὁ ἀποστάτης, φεύγει Μακεδόνιος· τὴν πρεσβευτικὴν δὲ λειτουργίαν, ἐκπληροῦντές σου οἱ δοῦλοι, πόθῳ σοι προστρέχομεν, τῶν Ἀγγέλων ἐφάμιλλε Μελέτιε, ἡ πύρινος ῥομφαία Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἡ πάντας τοὺς ἀθέους κατασφάττουσα· ἀνυμνοῦμέν σε τὸν φωστῆρα, τὸν φωτίσαντα τὰ πάντα.

Ἕτερον Κοντάκιον Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου ῥείθροις.
Ὀρθοδοξίας τοῖς τρόποις κοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας προστάτης καὶ πρόβολος, ἐδείχθης παμμάκαρ Μελέτιε, καταπυρσεύων τὰ πέρατα δόγμασι, λαμπτὴρ Ἐκκλησίας φαεινότατε.

Μεγαλυνάριον.
Μελέτῃ δογμάτων πανευσεβῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀναβλύζεις τὸν γλυκασμόν, καὶ τῆς ἀνομίας, ἐξαίρεις τὴν πικρίαν, Μελέτιε παμμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.


 

 
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ μετονομασθεῖσα Μαρῖνος

Ἡ Ὁσία αὐτὴ Μητέρα, ἄλλαξε τὰ γυναικεῖα φορέματα, φόρεσε ἀνδρικὰ καὶ ἀντὶ Μαρίας μετονομάσθηκε Μαρῖνος. Στὸ μοναστήρι μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν κατὰ σάρκα πατέρα της, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ὑπηρετοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς νεότερους μοναχούς, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ὅτι εἶναι γυναῖκα.

Μία μέρα ποὺ ἔμεινε σὲ κάποιο ξενοδοχεῖο μὲ ἄλλους ἀδελφοὺς συκοφαντήθηκε ὅτι διέφθειρε τὴν κόρη τοῦ ξενοδόχου. Ἡ Ὁσία δέχτηκε τὴν συκοφαντία, ἂν καὶ εὔκολα ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀντικρούσει. Ὁπότε ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια ταλαιπωρήθηκε, τρέφοντας τὸ παιδὶ ποὺ δὲν γέννησε αὐτή.

Ὅταν κάποτε ἔγινε πάλι δεκτὴ ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἀπεβίωσε, φανερώθηκε ὅτι ἦταν γυναῖκα. Ἡ δὲ κόρη τοῦ ξενοδόχου κυριεύτηκε ἀπὸ δαιμόνιο καὶ ὁμολόγησε ὅτι τὴν διέφθειρε κάποιος στρατιώτης καὶ ὄχι ἡ Ὁσία. Ὁ Ἡγούμενος λοιπὸν καὶ οἱ μοναχοί, ποὺ πρῶτα τὴν ὀνόμαζαν ἄθλια, τότε τὴν ἀποκαλοῦσαν μακάρια καὶ τὴν ἔθαψαν μὲ πολλὲς τιμές.


 

 
Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος ἦταν πατέρας τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς μετονομασθείσης Μαρίνος.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίου τοῦ Ὁσίου.


 

 
Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ἄλλοι νομίζουν, ὅτι ὁ ἑορταζόμενος τὴν 12η Φεβρουαρίου Ἀντώνιος ἀρχιεπ. Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ Ἀντώνιος Β´, ποὺ πατριάρχευσε τὸ 893 μὲ 895 (κατ᾿ ἄλλους τὸ 893-901, διαδεχθεῖς τὸν πατριάρχη Στέφανο).

Ὁ Ἀντώνιος αὐτὸς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, πρὸ τῆς πατριαρχείας του ὑπηρέτησε σὰ μοναχός, κατόπιν σὰν Ἱερομόναχος καὶ ἡγούμενος σὲ μία ἀπὸ τὶς μονὲς τῆς πρωτεύουσας. Ἦταν ἄνδρας ὅσιος, μὲ ἀρετὲς γεμάτος, ναὸς εὐσπλαχνίας καὶ καλωσύνης.

Ἄλλοι, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Νικόδημος Ἁγιορείτης, νομίζουν ὅτι ὁ ἑορταζόμενος Πατριάρχης Ἀντώνιος, εἶναι ὁ Γ´ (974-980). Αὐτὸς ἄρχισε τὸν πνευματικό του ἀγῶνα ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Στουδίου. Ὁ Λέων ὁ διάκονος γράφει γιὰ τὸν Ἀντώνιο αὐτό, ὅτι εἶχε ἀποστολικὸ τρόπο ζωῆς καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν ἐμπιστεύονταν βασιλεῖς, πλούσιοι καὶ ὅλοι οἱ ἐπίσημοι, δίνοντάς του πολλὰ ἀγαθά, ποὺ ὁ Ἀντώνιος μὲ τὴν σειρά του τὰ ἔδινε ὅλα στοὺς φτωχούς. Ὁ δὲ σύγχρονός του Ἱεράρχης, ἐπίσκοπος Χωνῶν, λέει ὅτι ὁ Ἀντώνιος ἦταν καθαρὸς στὴν καρδιά, ἐντελῶς ἀφιλοχρήματος, πολὺ ταπεινόφρων, τελείως ἄκακος, φίλος της ἁπλότητας, ὀπαδὸς τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς εἰρήνης, τέλειος ἀσκητής, χωρὶς καμμιὰ ὀργή, μὲ πολλὴ συμπάθεια. Χαρά του ἦταν νὰ εὐεργετεῖ, πέλαγος εὐσπλαχνίας, τέλειος τύπος ἐπισκόπου με ἀποστολικὴ χάρη.
Ἀλλ᾿ εἴτε γιὰ τὸν ἕνα Ἀντώνιο πρόκειται εἴτε γιὰ τὸν ἄλλο, καὶ οἱ δυὸ εἶναι ἄξιοι σεβασμοῦ καὶ τιμῆς.


 

 
 
Οἱ Ἅγιοι Πρίμα, Ἀμπλίας, Δάτιβος, Πλωτίνος, Σατορνίνος, Φάβιος, Φῆλιξ οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Πρίμα καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀμπλίας, Δατίβος, Πλωτίνος, Σατορνίνος, Φάβιος καὶ Φῆλιξ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴν Καρχηδόνα καὶ τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Οἱ Ἅγιοι ποὺ συνολικὰ θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἦταν 48.


 
Οἱ Ἅγιοι Πατέρας καὶ Γιός

Μᾶλλον οἱ ἴδιοι μ᾿ αὐτοὺς τῆς 13ης Φεβρουαρίου.


 

 
Ἐγκαίνια ναοῦ τῆς Θεοτόκου «εἰς Πούσγην»

Ἀναφέρεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1590 καὶ ὅτι τὰ ἐγκαίνια αὐτὰ ἔγιναν τὸ 1002. Λόγος γι᾿ αὐτὰ τὰ ἐγκαίνια γίνεται καὶ στὸν 787 Κώδικα τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης.


 

 
Ὁ Ἅγιος Χρῆστος ὁ Κηπουρός

Ὁ νεομάρτυρας αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλβανία. Σὲ ἡλικία 40 χρονῶν πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κηπουροῦ. Κάποια μέρα φιλονίκησε μὲ ἕναν Τοῦρκο γιὰ τὴν τιμὴ τῶν μήλων ποὺ πουλοῦσε. Συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν Κριτή, συκοφαντούμενος πὼς εἶπε ὅτι θὰ γίνει Τοῦρκος.

Τότε τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, χωρὶς ψωμὶ καὶ νερό, καὶ τὸν βασάνισαν σκληρά. Στὴν ἴδια φυλακὴ βρισκόταν καὶ ὁ λόγιος Καισάριος Δαπόντε, ποὺ παρακολούθησε τὰ βασανιστήρια τοῦ Ἁγίου καὶ ἀργότερα ἔγραψε τὸ μαρτύριό του. Ὁ Χρῆστος παρέμεινε σταθερὸς στὴν πίστη τῶν πατέρων του καὶ ἀποκεφαλίστηκε στὶς 12 Φεβρουαρίου 1748 στὴν Κωνσταντινούπολη.


 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας

 


Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος, κατὰ κόσμο Ἐλευθέριος, γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸ ἔτος 1300 καὶ ἀνῆκε στὴν πλούσια, εὐγενὴ καὶ εὐσεβὴ οἰκογένεια τῶν Πλετσέγιεφ. Οἱ γονεῖς του, Θεόδωρος Βιάκοντ καὶ Μαρία, κατάγονταν ἀπὸ τὸ Τσέρνιγκωφ. Ὅταν ἡ πόλη καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους, τὸ ζεῦγος κατέφυγε στὴ Μόσχα, ὅπου βρῆκε τὴ φιλοξενία τοῦ Ἁγίου Δανιὴλ Ἀλεξάνδροβιτς τοῦ πρίγκιπα, ὁ ὁποῖος πέθανε τὸ ἔτος 1303 καὶ τιμᾶται ὡς Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Θεόδωρος κατέλαβε μία σημαντικὴ θέση στὴ διοίκηση τοῦ πριγκιπάτου καὶ ἐκτιμήθηκε δεόντως ἀπὸ τὸν μεγάλο πρίγκιπα καὶ τοὺς ἄρχοντες.

Ὁ Ἐλευθέριος εἶχε ὡς πνευματικὸ πατέρα τὸ δευτερότοκο υἱὸ τοῦ πρίγκιπα Δανιὴλ καὶ μέλλοντα μοσχοβίτη πρίγκιπα Ἰωάννη Ντανίλοβιτς Καλίτα (1328 – 1340). Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἀνέπτυξε ἕνα χαρακτήρα συγκρατημένο καὶ σεμνό. Σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν, κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς κυνηγιοῦ στὰ λιβάδια, ἀποκοιμήθηκε καὶ στὸν ὕπνο του ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τὸν προστάζει: «Ἀλέξιε, γιατί κουράζεσαι μάταια; Ἐσὺ πρέπει νὰ γίνεις ἁλιεὺς ἀνθρώπων!». Ἡ φωνὴ αὐτὴ ἄσκησε ἀποφασιστικὴ ἐπιρροὴ στὴν ζωὴ τοῦ νεαροῦ Ἐλευθερίου. Ἀπαρνήθηκε τὰ παιδικὰ παιχνίδια καὶ ἀφιερώθηκε μὲ μεγάλο ζῆλο στὴν ἄσκηση τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῶν Θεοφανίων τῆς Μόσχας, στὴν ὁποία ἡγούμενος ἦταν ὁ Στέφανος, μεγαλύτερος ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονέζ. Κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἀλέξιος. Πνευματικὸς καθοδηγητής του γίνεται ὁ στάρετς Γερόντιος. Μὲ μεγάλο ζῆλο περατώνει τὰ μοναχικὰ καθήκοντά του, καλλιεργώντας μὲ ξεχωριστὸ πάθος τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ μελετήσει τὴν Καινὴ Διαθήκη στὴν πρωτότυπη γλῶσσα μελετάει τὰ ἑλληνικά. Χάρη σὲ αὐτό, ἦταν στὴν συνέχεια σὲ θέση νὰ ἀντιπαραβάλλει τὸ σλαβικὸ μὲ τὸ ἑλληνικὸ κείμενο καὶ νὰ διορθώσει τὶς ἀνακρίβειες τῶν διαφόρων μεταφραστῶν καὶ ἀντιγραφέων. Ἡ νέα σλαβικὴ ἔκδοση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθείας ἀπὸ τὰ ἑλληνικά, ποὺ ἔγινε πράξη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀλέξιο, εἶναι ἕνα ἀνεκτίμητο κείμενο τῆς Ρωσικῆς ἐθνικῆς λογοτεχνίας.

Τὰ μεγάλα πνευματικὰ χαρίσματα καὶ οἱ θεολογικὲς ἀρετὲς τοῦ Ἀλεξίου τράβηξαν τὴν προσοχὴ τοῦ Μητροπολίτου Θεογνώστου, ποὺ τὸν ἐκτίμησε καὶ τὸν ὀνόμασε ἀντιπρόσωπό του γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς Μητροπόλεως καί, κυρίως, γιὰ τὶς περιπτώσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου. Γιὰ μία χρονικὴ περίοδο 12 ἐτῶν, ὁ Ἀλέξιος ἔφερε εἰς πέρας αὐτὸ τὸ διακόνημα ἀποκτώντας σπουδαία ἐμπειρία καὶ μία εὐρεία γνώση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, εἰδικότερα στὸ διοικητικὸ καὶ δικαστικὸ τομέα.

Προικισμένος μὲ ἀρετὲς ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἔγινε γρήγορα τοποτηρητὴς τοῦ Μητροπολίτου Θεογνώστου, κάθε φορὰ ποὺ ὁ Μητροπολίτης μετέβαινε στὴν Κωνσταντινούπολη ἢ στὸ στρατόπεδο τοῦ Χάνου τῶν Τατάρων, ποὺ κυριαρχοῦσαν τότε στὴ Ρωσία, ἢ ἐπισκεπτόταν ἀπομακρυσμένες ἐπαρχίες. Λίγο ἀργότερα ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Βλαδιμήρ. Ὅταν ἐνέσκηψε, κατὰ τὸ ἔτος 1344, ὁ τρομερὸς ἐκεῖνος λοιμός, ποὺ ὀνομάσθηκε μέγας θάνατος, προσβλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια καὶ ὁ Μητροπολίτης Θεόγνωστος. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος προσκλήθηκε τότε ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ τὴν αὐλὴ τοῦ μεγάλου ἡγεμόνα τῆς Μόσχας νὰ ἀναλάβει τὴ θέση τοῦ Μητροπολίτου Θεογνώστου, ὁ ὁποῖος ψυχορραγῶντας ἔγραψε πρὸς τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ὑπὲρ τοῦ Ὁσίου Ἀλεξίου. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ μέγας ἡγεμόνας Συμεὼν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνὸ (1347 – 1354).

Ὅμως ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος (1354 – 1355, 1364 – 1376) χειροτόνησε, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀντὶ ἑνὸς, δύο Μητροπολῖτες, τὸν Ἅγιο Ἀλέξιο καὶ τὸν Ρωμανό, ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Λιθουανίας Ὀλγκὲρτ (1341 – 1380). Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Πατριάρχου προκάλεσε ἐκκλησιαστικὸ σκάνδαλο. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὴν γαλήνη, ἀναγόρευσε τὸν Ἅγιο Ἀλέξιο Μητροπολίτη Κιέβου, τὸν δὲ Ρωμανὸ Μητροπολίτη Λιθουανίας καὶ Βολυνίας.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος, τοῦ ὁποίου ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν εἶχε ἐκταθεῖ σὲ ὅλη τὴ Ρωσία καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν Τατάρων, ὠφέλησε τὰ μέγιστα τὴ χώρα. Ἡ σύζυγος τοῦ Χάνου Ταϊδούλα, πάσχουσα ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια, ἐπικαλέσθηκε τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Τατάρων ἔγραψε πρὸς τὸν ἡγεμόνα Συμεών: «Ἀκούσαμε ὅτι ὁ οὐρανὸς τίποτε δὲν ἀρνεῖται στὶς παρακλήσεις τοῦ παπά σας. Ἂς ζητήσει, λοιπόν, τὴν ὑγεία τῆς συζύγου μου». Πράγματι ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε στὸν Θεό. Ἡ ἡγεμονὶς Ταϊδούλα ἀνέκτησε τὴν ὑγεία της καὶ θέλησε νὰ ἐκδηλώσει τὴν εὐγνωμοσύνη της πρὸς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος τότε παρακάλεσε νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ Ρώσοι ἀπὸ τοὺς βαρύτατους φόρους ποὺ πλήρωναν στὸν Χάνη τῶν Τατάρων. Ἔτσι ᾖλθαν καλύτερες ἡμέρες, ἡμέρες εἰρήνης, γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Σὰν σημάδι εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ θεραπεία, ὁ Χάνης δώρισε στὸν Ὅσιο ἕνα τεμάχιο γῆς ποὺ βρισκόταν στὸ Κρεμλίνο, ὅπου ἀργότερα κτίσθηκε ἡ μονὴ τῶν Θαυμάτων, σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος ποὺ ἔκανε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ στὶς Κολοσσὲς (ἢ Χώνια) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐπίσης, ὁ Χάνης δώρισε στὸν Ὅσιο Ἀλέξιο ἕνα πολύτιμο δακτυλίδι, ποὺ φυλάσσεται μέχρι σήμερα στὸ σκευοφυλάκιο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Κρεμλίνο.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος ἐργάσθηκε σκληρὰ στὸ Κίεβο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ καὶ μάλιστα σὲ καιροὺς δύσκολους γιὰ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ρωσίας. Ἡ ἐξουσία τοῦ μεγάλου δοῦκα τῆς Μόσχας Ἰωάννου τοῦ Ἐρυθροῦ ἐξασθενοῦσε. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἡγεμόνα, μέγας δοῦκας ἀναγορεύθηκε ὄχι ὁ νόμιμος διάδοχος Δημήτριος, ἀλλὰ ὁ δοῦκας τοῦ Σούζνταλ. Παρὰ τὴν ἀντίδραση τοῦ νέου ἡγεμόνα κατὰ τοῦ Πατριάρχου, ὁ Ἅγιος δὲν ἐγκατέλειψε τὴ Μόσχα καὶ προσπάθησε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις νὰ ἀποκαταστήσει στὸν θρόνο τὸ νεαρὸ Δημήτριο. Ὑπῆρξε σύμβουλος τοῦ Δημητρίου καὶ ἀνέλαβε ἔργο εἰρηνοποιοῦ μεταξὺ τῶν φιλόδοξων Ρώσων ἡγεμόνων. Ἡ ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου εἶχε τέτοια ἐπίδραση καὶ στοὺς Μογγόλους, ὥστε οἱ υἱοὶ τοῦ Χάνου Κούλπα ἔγιναν Χριστιανοὶ καὶ ἔλαβαν τὰ ὀνόματα Ἰωάννης καὶ Μιχαήλ. Ὁ Ἅγιος βοήθησε, ἐπίσης, στὴν κατάργηση τῶν κληρουχικῶν ἡγεμονιῶν, τὴ συνδιαλλαγή τους καὶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ μεγάλου ἡγεμόνα τῆς Μόσχας ὡς ἐθνικοῦ ἀρχηγοῦ.

Ἀκούραστη ὑπῆρξε ἐπίσης, ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Συνέβαλλε στὴν ἀνέγερση πολλῶν ναῶν καὶ μοναστηριῶν, ποὺ ἦταν ἑστίες τῆς ρωσικῆς κουλτούρας, ἐπάνδρωσε μὲ ποιμένες τὶς ἐπαρχίες, ἐπισκέφθηκε τὶς ἐνορίες καὶ τὶς Ἐπισκοπὲς κηρύττοντας ἀκούραστα τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔστειλε ποιμαντικὲς ἐπιστολὲς πρὸς τὸ ποίμνιό του.

Στὴν πρωτεύουσα ἵδρυσε τὴ μονὴ Σπάζο – Ἀνδρόνικωφ, τὴ μονὴ τῶν Θαυμάτων καὶ τὴ γυναικεία μονὴ Ἀλεξέεφσκι, στὴν ὁποία τοποθετήθηκε ἡγουμένη ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου, Ἰουλιάνα. Μοναστήρια ἀνυψώθηκαν ἀκόμα καὶ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Μόσχαβα, ὅπως ἡ μονὴ Σιμονώφ, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κλιάζμα καὶ ἀλλοῦ.

Ὁ Ἅγιος εἰσήγαγε ἕνα νέο καθεστὼς γιὰ τὰ γυναικεία μοναστήρια, ποὺ μέχρι τότε ἐξαρτῶντο ἀπὸ τὰ ἀνδρικὰ μοναστήρια. Τὸ κανονικό τους καθεστὼς ἐγκρίθηκε, κατὰ τρόπο ὁριστικό, ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῶν «Ἑκατὸ Κεφαλαίων», τὸ ἔτος 1551 καὶ ἔγινε ὑποχρεωτικὸ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας.

Στὰ χρόνια ἐκεῖνα στὴ Μόσχα ἄρχισαν νὰ κατασκευάζονται κτίρια ἀπὸ πέτρα. Μὲ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου, τὸ Κρεμλίνο περιστοιχήθηκε ἀπὸ τείχη, πύργους καὶ θύρες διαμορφωμένες μὲ πέτρινα ἐμπόδια.

Ὁ Ἅγιος φάνηκε γενναιόδωρος ἀπέναντι στὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ποὺ ἀπευθύνονταν στὴ Μόσχα, γιὰ νὰ ζητήσουν βοήθεια. Ἔστειλε πίσω μὲ πλούσια δῶρα τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοὺς μοναχοὺς τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἦταν ἐπιφορτισμένοι νὰ καταβάλλουν χρηματικὲς εἰσφορὲς στοὺς Μουσουλμάνους.

Ὁ γεμάτος ζῆλο ποιμένας ἀπευθυνόταν συχνὰ πρὸς τοὺς πιστοὺς μὲ ἐπιστολὲς καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ ἀκολουθήσουν τὸ χριστιανικὸ βίο.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1378. Ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ ἱεροῦ λειψάνου αὐτοῦ ἔγινε στὴ μονὴ τῶν Θαυμάτων, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τίμησε ἐξαιρετικὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ποιμαντικὴ δράση τοῦ Ἁγίου, ἀποκαλώντας τὸν «φωστῆρα τῆς Ρωσίας, τιμὴ τῆς Μόσχας, στῦλο καὶ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας».

Τὸ 1431 ἡ ξύλινη ἐκκλησία, στὴν ὁποία φυλάσσονταν τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου, καταστράφηκε καὶ στὴ θέση της ὁ μεγάλος πρίγκιπας διέταξε νὰ ἀνεγερθεῖ πέτρινος ναός. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν βρέθηκε ἄφθαρτο τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Φώτιος, περιστοιχισμένος ἀπὸ τὸν κλῆρο, τέλεσε ἀκολουθία εὐχαριστίας στὸν Θεὸ καὶ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου τοποθετήθηκαν μὲ ἐπισημότητα στὸ παρεκκλήσι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἔκτοτε δὲν ἔπαψε ποτὲ ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο, στὸν ὁποῖο ἀποδίδονται πολλὰ θαύματα καὶ πνευματικὲς εὐεργεσίες.

Ἡ Ρωσικὴ Σύνοδος, τὸ ἔτος 1448, προεδρεύοντος τοῦ Πατριάρχου Ἰωνᾶ (1448 – 1461), καθιέρωσε τὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου τὴν 12η Φεβρουαρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, καὶ τὴν 20η Μαΐου, ἡμέρα τῆς εὑρέσεως τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

Τὸ ἔτος 1485, στὴ μονὴ τῶν Θαυμάτων, ἀνεγέρθη ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου καὶ ἐκεῖ μεταφέρθηκαν τὰ λείψανά του. Ἐπὶ Πατριαρχείας Ἰωακεὶμ (1674 – 1690), τὸ ἔτος 1686, ἔλαβε χώρα μία δεύτερη ἐπίσημη μετακομιδὴ τῶν λειψάνων στὸ καινούργιο ναό, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου καὶ τὸν Ἅγιο Ἀλέξιο. Μὲ εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξίου, τὸ ἔτος 1947, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μετεκομίσθησαν στὸν καθεδρικὸ πατριαρχικὸ ναὸ τῶν Θεοφανείων στὴ Μόσχα, ὅπου βρίσκονται ἀκόμα σήμερα, μπροστὰ ἀπὸ τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ, στὴ δεξιὰ πλευρά.


 

 
Οἱ Ἅγιοι Ἰουλιανὸς καὶ Μόδεστος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰουλιανὸς καὶ Μόδεστος μαρτύρησαν στὴν Καρθαγένη.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.


 

 
Ὁ Ἅγιος Σισίννιος Ἐπίσκοπος τοῦ Θεοῦ

Ὁ Ἅγιος Σισίννιος δὲν ἔχει ἀφήσει ἴχνη στὴν Ἑλληνικὴ Ἁγιογραφία οὔτε στὴν ἐπίσημη λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στὴν Βενετία πράγματι χρειάστηκε νὰ προχωρήσουν στὴν συγγραφὴ τοῦ βίου αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου μὲ βάση δυὸ κώδικες τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ., Βενετσιάνικης προελεύσεως καὶ τὸν κώδικα Coventi soppr. G.V. 1212, τῆς Ἐθνικῆς Κεντρικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φλωρεντίας.

Ὁ Ἅγιος, ἡ ἀρχιερατεία τοῦ ὁποίου τοποθετεῖται τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ρωμανοῦ Α’ Λεκαπηνοῦ (919 – 944 μ.Χ.), εἶναι στενότατα συνδεδεμένος μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Οἱ γονεῖς του, Εὐτύχιος καὶ Εὐτυχία, ποὺ δὲν εἶχαν μέχρι τότε παιδιά, ἔφεραν στὸν κόσμο, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἅγιο, μετὰ ἀπὸ τὸ προσκύνημά τους στὴν Ἔφεσο, στὸν τάφο τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Ἰωάννου. Ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Θεόδωρος θὰ τὸν χειροτονήσει σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία Ἐπίσκοπο Θεοῦ, περιοχὴ ποὺ ἀνῆκε στὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου. Ἡ ἀρχιερατεία του διαρκεῖ τριάντα τέσσερα ἔτη. Ὁ Ἅγιος Σισίννιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη καὶ τὸ τίμιο λείψανό του φυλάσσεται στὴ Βενετία.


 

 
Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἔζησε κατὰ τὸν 11ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν ὁποία ὑπῆρχαν πολλοὶ Γεωργιανοί, ἐνῷ διετέλεσε καὶ ἡγούμενος αὐτῆς. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1066.


 

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης μαρτύρησε τὸ ἔτος 1091.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.


 

 
Ὁ Ἅγιος Βασιανὸς τοῦ Οὔγκλιχ

Ὁ Ἅγιος Βασιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ροζαλὼφ τῆς Ρωσίας τῆς περιοχῆς τοῦ Κέσοβ. Σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν ἐγκαταβίωσε σὲ μοναστήρι καὶ ἀκολούθησε τὴν ἀσκητικὴ ὁδό. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1509.


 

 
Ὁ Ὅσιος Μελέτιος Ἐπίσκοπος Χαρκώβ

Ὁ Ὅσιος Μελέτιος, κατὰ κόσμο Μιχαὴλ Ἰβάνοβιτς Λεοντόβιτς, γεννήθηκε στὶς 6 Νοεμβρίου 1784 στὴ Ρωσία. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καὶ ἔγινε μοναχὸς τὸ ἔτος 1820 στὴ μονὴ Μπρατσκ τοῦ Κιέβου. Στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1826 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Τσιγκίρινκ τοῦ Κιέβου καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ τὴν φιλανθρωπία του.

Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Χαρκώβ. Τὸ ἔτος 1948 τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ μετακομίσθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῶν Θεοφανείων τοῦ Χαρκώβ.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου.


 


Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Βορονὲζ

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀλέξιος, Ἐπίσκοπος Βορονὲζ τῆς Ρωσίας, μαρτήρησε τὸ ἔτος 1930.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.


 

 
Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μητροφάνης ἦταν πρωτοπρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 1931.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

ΟΛΟΙ ΑΥΡΙΟ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ…

πηγή : olympia

ΣΗΜΑΙΟΣΤΟΛΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΜΑΣ
ΧΤΥΠΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΣΤΙΣ 12:45 – 13:00 ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΝΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
ΛΕΜΕ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ
ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ

Άγιος Αντώνιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως






Οὐδὲν τι προσχὼν Ἀντώνιος τοῖς κάτω,
Καλῶν δικαίως ἠξιώθη τῶν ἄνω.
Βιογραφία
Ο Άγιος Αντώνιος Β' ο Καυλέας, γεννήθηκε προ του 830 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Σε μικρή ηλικία έγινε μοναχός και αναδείχθηκε «ανήρ όσιος, εστεμμένος με αρετές και ναός οίκτου». Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και μη θέλοντας να εγκαταλείψει τον μοναχικό βίο ίδρυσε τη μονή του Καλλίου ή Καλλέως. Ο Άγιος εργάσθηκε πολύ για την ενότητα της Εκκλησίας και την κατασίγαση των παθών μεταξύ των οπαδών των Πατριαρχών Ιγνατίου και Φωτίου και έγινε περιλάλητος για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη του. Το έτος 893 μ.Χ. εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και εξακολούθησε να αυξάνει στην πνευματική προκοπή, την ευσέβεια και τη φιλαδελφία.

Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 901 μ.Χ. Η Σύναξή του ετελείτο στη μονή, στην οποία ανήκε ως μοναχός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο εορταζόμενος Πατριάρχης Αντώνιος, είναι ο Γ' ο Στουδίτης (974 - 980 μ.Χ.). Ο Λέων ο διάκονος γράφει για τον Αντώνιο αυτό, ότι είχε αποστολικό τρόπο ζωής και γι' αυτό τον εμπιστεύονταν βασιλείς, πλούσιοι και όλοι οι επίσημοι, δίνοντας του πολλά αγαθά, που ο Αντώνιος με τη σειρά του τα έδινε όλα στους φτωχούς. Ο δε σύγχρονος του Ιεράρχης, επίσκοπος Χωνών, λέει ότι ο Αντώνιος ήταν καθαρός στην καρδιά, εντελώς αφιλοχρήματος, πολύ ταπεινόφρων, τελείως άκακος, φίλος της απλότητας, οπαδός της αλήθειας και της ειρήνης, τέλειος ασκητής, χωρίς καμμιά οργή, με πολλή συμπάθεια. Χαρά του ήταν να ευεργετεί, πέλαγος ευσπλαχνίας, τέλειος τύπος επισκόπου με αποστολική χάρη.

Ἡ Παραβολή τοῦ Ἀσώτου


Ἀντώνιος Ρωμαῖος (Ἀρχιμανδρίτης)



Ἡ παραβολή αὐτή εἶναι ἡ διατύπωση τῆς πιό μεγάλης καί τῆς πιό ὁλοκληρωμένης καμπύλης πού διαγράφει ἡ ἀνθρώπινη ἀσωτεία.

Μέσα σ' αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος μᾶς δίνει νά κατανοήσουμε ὅλες τίς συντεταγμένες τῆς ἀνθρώπινης ἀσωτείας. Καί ὁ πρῶτος υἱός ὁ νεώτερος, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό σύμβολο τῆς ὁρατῆς, τῆς ἐμφανοῦς ἀσωτείας, ἐνῶ ὁ πρεσβύτερος υἱός εἶναι τό σύμβολο τῆς ἀφανοῦς ἀσωτείας.

Τό 15ον κεφάλαιον τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, περιλαμβάνει καί ἄλλες παραβολές, ὅπως τοῦ «ἀπολωλότος προβάτου», «τῆς ἀπωλεσθείσης δραχμῆς», τήν ὁποία ἀκολουθεῖ αὐτή τοῦ 'Ασώτου υἱοῦ. Μέ αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος ἀπαντοῦσε στούς ἐπικριτές Του, γιατί ἦταν «φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν».

Ἄς πάρουμε τά πράγματα μέ τή σειρά:

Ὁ Πατέρας ἔχει δυό παιδιά. Εἶναι χαρακτηριστικό σύμβολο ὅτι τή θέση τοῦ Πατέρα παίρνει ὁ Θεός. Τά δυό παιδιά εἶναι οἱ δύο βασικές κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων: Αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν χωρίς τό Θεό καί αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν «ἐν Θεῷ». Στήν παραβολή βέβαια ἔχουμε τό προβάδισμα τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ζητάει ἀπό τόν Πατέρα τήν περιουσίαν πού τοῦ ἀνήκει. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὁ Πατέρας «διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον». Δέν λέει ὅτι ἔδωσε στό μικρό Υἱό αὐτό πού τοῦ ἀνῆκε, ἀλλά λέει ὅτι ἔδωσε καί στά δυό παιδιά, αὐτό πού τούς ἀνῆκε.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχουμε τή θεολογική τοποθέτηση ὅτι, ὁ Πανάγαθος Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων προικίζει μέ τά ἴδια προσόντα ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δίνει σέ ὅλους τό αὐτεξούσιο, τήν ἐλευθερία, δίνει τά ψυχικά, τά σωματικά καί τά πνευματικά χαρίσματα, δίνει τίς δυνατότητες -πάντοτε μέσα σέ κάποιο περιβαλλοντικό πλαίσιο, σέ κάποια χωροχρονική συντεταγμένη- δίνει τίς προϋποθέσεις στόν ἄνθρωπο νά ὑπάρξει καί νά λειτουργήσει τήν ὕπαρξή του, τήν προσωπικότητά του, μέ αὐτεξουσιότητα καί ἐλευθερία.

Ὁ ἕνας λοιπόν Υἱός παίρνει τήν περιουσία του καί φεύγει μακριά καί ἐκεῖ τήν διασκορπίζει μέ ζωή ἄσωτη, σπάταλη, ἁμαρτωλή.

Δέν μᾶς λέει ἡ παραβολή τί ἔκανε ὁ Πρεσβύτερος, ἀλλά ἀπό τήν ἐξέληξι τῆς διη γήσεως εἶναι σαφές ὅτι, ἐφόσον τοῦ ἐδόθη ἡ περιουσία τήν πῆρε, ἀλλά δέν θέλησε νά ἀποχωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα. Κράτησε ὁ δεύ τερος Υἱός τήν θέση πού εἶχε στήν οἰκογένεια καί νομιμόφρων, ὑποτατεταγμέ νος, ἐργατι κός καί ἐπιμελής συνέχισε νά ζεῖ μέ τόν Πατέρα στό ἴδιο σπιτικό.

'Ενῶ ὅμως φαίνεται ἀπό τήν παραβολή ὅτι ὁ νεώτερος Υἱός φεύγει καί χωρίζεται ἀπό τόν Πατέρα, ὁ Πρεσβύτερος Υἱός δημιουργεῖ ἕναν ἄλλο χωρισμό πού δέν φαίνεται.

Ὁ Πατέρας παράλληλα δείχνει πώς ζεῖ τόν πόνο τοῦ χωρισμοῦ τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, πώς πονάει, ἐνδιαφέρεται καί προσδοκᾶ τήν ἐπιστροφή του.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός, ὅπως διαφαίνεται στή συμπεριφορά του στό τέλος τῆς παραβολῆς, ἀπορρίπτει τόν νεώτερο Υἱό. Ἀπορρίπτει τόν ἀδελφό του, τόν ξεχνάει. Ἀρχίζει νά διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά του ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του. Δέν συμβαδίζει μέ τόν Πατέρα στά αἰσθήματα, στό σεβασμό τῆς προσωπικότητας, στήν ἀγάπη. Κι αὐτός ὁ χωρισμός δέν φαίνεται. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη μορφή τῆς κρυφῆς ἀσωτείας.

Εἶναι ἀσωτεία τό ὅτι ὁ πρεσβύτερος Υἱός δέν τρέφει τά αἰσθήματα, τή σκέψη, τά φρονήματα, τή λαχτάρα, τήν ἀγωνία, τήν ἀγάπη γιά τόν ἀδελφό του. Ὅλα αὐτά δηλαδή πού τρέφει ὁ Πατέρας γιά τό νεώτερο παιδί Του.

Ὁ ἄνθρωπος χωρίς τό Θεό ἀρχίζει νά ζεῖ τή ζωή του, νά ὑπάρχει γιά τήν ἡδονή, νά τρυγᾶ τόν καρπό της μέχρι τό τέλος καί νά ἐξαντλεῖ τίς ψυχοσωματικές του δυνάμεις σ' αὐτό τό κυνηγητό τῆς ἡδονῆς. 'Εξαχρειώνεται καί βάζει τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τοῦ ὑποβαθμισμένου ὄντος, ἀκόμα πιό κάτω καί ἀπό τά ζῶα. Δέν ἔχει τή δυνατότητα νά φάει οὔτε τήν τροφή τῶν ζώων πού βόσκει.

Ὅλα αὐτά εἶναι συμβολικά καί φανερώνουν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού κυνηγάει τήν ἡδονή εὐτελίζεται, μειώνεται διαρκῶς μέχρι πού ἄν δέν μετανοήσει καταστρέφεται.

«Δαπανήσαντος δέ αὐτοῦ τά πάντα... οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ...». Μέχρι ἐδῶ διαγράφεται σ' αὐτούς τούς στίχους ὅλη ἡ ἐξαχρείωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, ἡ ὁποία θέλει νά ζήσει μακριά ἀπό τό Θεό, μέ τήν σπατάλη τῶν χαρισμάτων, σέ μιά «φιλία» μέ τούς ἀνθρώπους. Φιλία πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά παράχρηση ἤ κατάκριση τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο. Αὐτή ἡ φιλία δέν εἶναι βοηθητική, εὐφρόσυνη. Προκαλεῖ εὐχαρίστηση στά αἰσθητήρια, ἀλλά δέν εὐφραίνει πνευματικά, δέν παραμένει μετά ἀπό αὐτές τίς παραχρήσεις καί καταχρήσεις, δέν ἀφήνει τίποτα πού νά γεμίζει τόν ἄνθρωπο.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός φαίνεται -ἀπό τήν εἰκόνα πού μᾶς δίδεται στό τέλος- ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ μόχθου, τῆς νομιμότητας, τῆς ὑποταγῆς στό Θεό. Διατηρεῖ ἐπίσης μέσα του τήν ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, τὴς εὐφροσύνης, ἀλλά δέν τήν φανερώνει. Δέν τήν ἀνακοινώνει. Δέν τήν διεκδικεῖ. Δέν ζητάει τίποτα ἀπό τόν Πατέρα. Τήν στερεῖται φαινομενικά ἑκουσίως· ἀλλά μέσα του τήν κρατάει ὁλοζώντανη. Εἶναι κάτι πού τό ζῆ ἔξω ἀπό τή σχέση Του μέ τόν Πατέρα. Ἐδῶ διαφαίνεται μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἀσωτείας.

Εἶναι «ἀσωτεία» τό νά κρατᾶμε ἐπιθυμίες, θελήματα, δικαιώματα, σκέψεις, πού δέν τολμᾶμε νά ἀνακοινώσουμε στό Θεό Πατέρα, πού δέν μποροῦμε νά τά κάνουμε προσευχή.

Κι αὐτή ἡ ἀσωτεία εἶναι πολύ βαθιά μέσα μας, πού μᾶς ἐξαχρειώνει χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Ἐνῶ ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νεώτερου Υἱοῦ εἶναι τόσο φανερή καί κραυγαλέα.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός ζῆ ἔντονα αὐτή τήν κατάσταση, «τοσαῦτα χρόνια δουλεύω σοι...» κι αὐτό φανερώνεται μέ τό λόγο του. Ὄχι μόνον λοιπόν ἔχει ζωντανή αὐτή τήν ἐπιθυμία, ἀλλά μέσα στήν ἀπομόνωσή του, μέσα στήν αὐτονόμησή του τήν κρυφή, κάνει αὐτή τήν ἐπιθυμία κριτήριο γιά νά ἀναπτύξει τήν ἐπιθετικότητα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὅταν ἀργότερα 'Εκεῖνος θά δείξει τή στοργή Του στόν νεώτερο Ἄσωτο Υἱό πού ἐπιστρέφει.

Κυριακή τοῦ Ἀσώτου. Τὸ μαῦρο πουλί. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας


πηγή


Κυριακή τοῦ Ἀσώτου
(Λουκ. ιε΄ 11-32)
Τὸ μαῦρο πουλί.
«Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν
οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως».
(σελ.224-228)


Μόνον ὁ Κύριος, ὁ θεῖος καὶ ἀνυπέρβλητος διδάσκαλος, ἠμποροῦσεν ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, νὰ ζωγραφίσῃ μὲ τὸσον χτυπητὰ χρώματα, μὲ τέτοιες δραματικὲς φράσεις, μὲ τόσην ἀριστουργηματικὴν ἀληθινὰ πλοκὴν τὰς συνεπείας τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νεωτέρου παιδιοῦ τῆς συγκλονιστικῆς Παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου.
Καθὼς ἠκούσαμεν σήμερα τὸ Ἱ. Εὑαγγέλιον, ἐνόμιζες, ὅτι ἐζωντάνευαν ἐμπρός σου τὰ πρόσωπα, ὅτι ἦταν ἕτοιμα νὰ σοῦ ὁμιλήσουν. Ὁ δυστυχὴς ἄσωτος!.....
Ἀκουμπισμένος στὸ φτωχικό του ραβδί, στὴ σκιὰ κάποιου δένδρου, μέσα στὴν παγερή του μόνωσι, βλέπει τὴ σημερινὴ εἰκόνα τῆς ζωῆς του. Θλιμμένος, πονεμένος νοσταλγὸς ρίχνει τὴν καυτερή του τὴ ματιὰ στὰ περασμένα.... Τότε ἦταν ἀληθινὸς πρίγκηψ, ἐλεύθερος, χρυσοκέντητος, χορτᾶτος, ἀξιοπρεπὴς κύριος μέσα σὲ ὁλόκληρη στριὰ προθύμων ὑπερητῶν.
Τώρα ὅμως!..... Ἀλλοίμονον!  Χοιροβοσκός, ἔρημος, κουρελιασμένος, πεινασμένος μέσα σὲ μιὰ ἀγέλη λασπωμένων καὶ βρωμερῶν χοίρων.
«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν»...



Ἔτσι χαρακτηρίζει ὁ Κύριος τὴν ἀλλαγή του.  Τ ώ ρ α  ὁ ἄνθρωπος συνῆλθε. Μέχρι σήμερα ἦταν σὲ κατάστασι παραφροσύνης, σὲ πυρετὸ καὶ πνευματικὸ παραλήρημα. Τώρα βλέπει τὴν πραγματικότητα. Τώρα καταλαβαίνει, ὅτι εἶναι ἕνα διαμάντι πεταμένο, χωμένο στὴ λάσπη.  Καὶ ξυπνάει.  Καὶ συνέρχεται.  Βέβαια μετὰ τὴν συμφοράν.  Μετὰ τὸ ἐγκληματικὸ σκόρπισμα τῶν ἀγαθῶν.
Διότι πράγματι ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, ἡ ζωὴ χωρὶς Θεόν, εἶναι ἕνα τρομερὸ σκόρπισμα:


1.Ὑ λ ι κ ῶ ν   ἀ γ α θ ῶ ν.

Κοίταξε τὸν ἄσωτον. Ἔχει χρήματα πολλά. Εἶναι ἡ πατρικὴ περιουσία, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ τὴ διαθέσῃ ὅπως θέλει.  Καὶ ἀρχίζει τὸ «ξεφάντωμα».  Διασκεδάσεις· σπατάλες· δῶρα σὲ γνωστούς· ταξίδια πολυδάπανα· σκόρπισαμ ἀφειδώλευτο χρημάτων.... «Ζῶν ἀσώτως! Μέσα στὶς δυὸ αὐτὲς λέξεις, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος, πόσα ὄργια δὲν κρύπτονται, πόσα πάθη καὶ λάθη, πόσοι βόθροι ἀνθόσπαρτοι, πόσαι χυδαιότητα, ποία πτῶσις ψυχῆς! Ἀλλὰ ἡ ζωὴ ἀπαιτεῖ χρήματα. Καὶ ὁ ἄσωτος δίδει χωρὶς δυσκολίαν. Ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν.... τελειώνουν. Καταλαμβάνεται τότε ἀπὸ ἀγωνίαν καὶ φρίκην· Ἀλλ’ εἶναι πλέον, ἀργά, πολὺ ἀργά!
Το ἴδιον ὅμως συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς σημερινοὺς ἀσώτους. Πόσαι περουσίαι δὲν ἐσπαταλήσθησαν ἀπὸ ἄσωτα παιδιὰ πλουσίων γονέων! Πόσαι κληρονομίαι δὲν ἐξηνεμίσθησαν σὲ διάστημα ἐλάχιστον! Πόσα παιδιὰ μεγάλων οἰκογενειῶν, μὲ ὄνομα, μὲ ἱστορίαν, δὲν κατέληξαν πάμπτωχοι, θλιβερὰ ἀπομεινάρια μιᾶς παλαιᾶς ζωῆς λαμπρότητος καὶ μεγαλείου!.... Ἔτσι γίνεται, ἀγαπητέ μου, πάντα. Ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ρουφήχτρα ἀνικανοποίητη. Καταπίνει τοὺς κόπους ἐτῶν καὶ τὰς αἱματηρὰς προσπαθείας τιμίων γονέων, ὅταν τὰ παιδιὰ των πιασθοῦν στὸ ἀπαίασιο δίχτυ της.
Καί ὅμως, τὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν μὲ τὰ χρήματα αὐτά!  Πόσες πληγὲς νὰ κλείσουν!  Πόσα δάκρυα νὰ στεγνώσουν.  Πόσες χαρὲς νὰ δημιουργήσουν. Πόσα δράματα νὰ προλάβουν.... Πόσα...!

2. Σ κ ό ρ π ι σ μ α  π ν ε υ μ α τ ι κ ω ν   ἀ γ α θ ῶ ν.
Ἀλλ’ ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας σκορπάει καὶ ἄλλα σοβαρώτερα ἀγαθὰ καὶ κεφάλαια.

α) Τὴν ἀτομικὴν ἀξιοπρέπειαν.

Μιὰ ματιὰ πάλις εἰς τὸν «ἄσωτο». Ἀπὸ πρίγκηψ, χοιροβοσκός. Ἀπὂ τὸ παλάτι, στὴ βοσκή.  Πῶς κατήντησε!  Ἀλλὰ τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς συγχρόνους ἀσώτους.  Πόσοι νέοι δὲν κατερράκωσαν τὸ κῦρος των ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἁμαρτωλῆς των ζωῆς; Πόσοι δὲν ἔγιναν πλαστογράφοι, κλέπται, καταχρασταί, διὰ νὰ ἡμποροῦν νὰ χαρτοπαίξουν, νὰ διασκεδάζουν εἰς πολυτελῆ κέντρα, νὰ ξοδεύουν χάριν ἐπιδείξεως; Πόσοι δὲν ἐκλείσθησαν εἰς φυλακὰς, πόσοι δὲν ἔγιναν ἐρείπια κοινωνικά, ὅλοι αὐτοὶ θύματα τῆς ἀσώτου ζωῆς;

β) Τὴν οἰκογενειακὴν τιμήν.

Οἰκουγένειαι ἔπειτα μὲ ὑπόληψιν κοινωνικὴν, μὲ «φίρμες», μὲ ὑψηλὲς γνωριμίες, ἐβυθίσθησαν εἰς τὸ πένθος καὶ τὸ ὄνειδος, διότι τὰ παιδιὰ των, ἀγόρια ἤ κοπέλλες, ἐπῆραν τὸν κατήφορον καὶ ἐσπίλωσαν τὴν τιμὴν τῆς οἰκογενείας καὶ ἐκόλλησαν στὸ σπίτι τῶν μελανὴ κηλῖδα, ποὺ δὲν θὰ σβήσῃ ποτέ.... Καὶ κοκκινίζει ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα ἀπὸ ἐντροπὴν διὰ τὴν ζωὴν τοῦ «ἐξειλιγμένου» νέου τῆς οἰκογενείας ἤ τῆς «ὑπερμοντέρνας» νέας, ποὺ θεώρησαν ἀφόρτηον σκλαβιὰν τὴν ἠθικὴν τοῦ Εὐγγελίου καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς χριστιανικῆς ζῶης.


γ) Τὰ διανοητικὰ χαρίσματα.

Πόσοι νέοι μὲ ἱκανόητητες σοβαρές, μὲ ταλέντα θαυμάσια, μὲ δυνατότητες ἐξελίξεως ἐξαίρετες δὲν ἐχάθησαν ἐξ αἰτίας τῆς ἁματωλῆς των ζωῆς; Μέσα εἰς τὸ στριβίλισμα τῆς ἀνηθικότητος, ποῦ νὰ βροῦν τὴν δύναμιν καὶ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσουν, νὰ καλλιεργήσουν τὰ προσόντα των, νὰ ἀνεβοῦν ὑψηλότερα; Ἐχάθησαν χιλιάδες νέων μέχρι σήμερα μέσα εἰς τὰ βρωμόνερεα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐμαράθηκαν ἀπὸ ἔλλειψι πνευματικῆς δροσιᾶς μπουμπούκια, ποὺ μποροῦσαν νὰ γίνουν τριαντάφυλλα.
Καὶ περίμεναν οἱ δυστυχεῖς γονεῖς νὰ ἰδοῦν τὰ παιδιὰ των εὐτυχισμένα, γιὰ νὰ χαροῦν κι’ αὐτοὶ στὰ γηρατειά των, ἀφοῦ σ’ ὅλην τὴν ζωὴ των ἐπόνεσαν καὶ ἔκλαψαν γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά.... Οἱ δυστυχεῖς γονεῖς!  Τί τραγικὴ διάψευσις ἐλπίδων! ....


δ) Τὰ ψυχικὰ προτερήματα.

Μὲ τέτοιες συνθῆκες πῶς κατόπιν νὰ μὴ γίνῃ τὸ σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν ἀρετῶν; Νέοι καὶ νέαι, ποὺ παρουσίαζαν ψυχικὲς ἀρετὲς καὶ ἔδιδαν διὰ τὸ μέλλον χρυσὲς ἐλπίδες ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισαν τὸ κατρακύλισμα, σιγανὸ στὴν ἀρχή, γοργότερα ἀργότερα, παρουσίασαν διαστροφήν.
Ἐχάθησαν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα ψυχκά των σκιρτήματα. Ἐπονηρεύθηκαν. Ἔφυγεν ἡ ἀθῳότης τῶν ματιῶν των. Ἐσκλαβώθηκαν πλέον στὸ κακό. Κουρέλια καὶ αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας, φτερὰ στὸν ἄνεμο, τρέχουν πίσω ἀπὸ κάθε ψεύτικη χαρά, γιὰ νὰ γεμίσουν τῆς ψυχῆς των τὸ βαθὺ καὶ τὸ μεγάλο κι ἀποσμέτρητο κενό. Νυχτωμένοι στρατοκόποι, τριγυρνᾶνε στὰ «σοκάκια» ἀχόρταγοι, ἀνικανοποίητοι, μὲ τὴν πικρία στὴν ψυχή, μὲ τὸ μαχαίρι τῆς ἀπελπισίας στὴν καρδιά των.
Κι’ ἔτσι ἀνίκανοι πιὰ νὰ ἰδοῦν τὴ ζωὴ μὲ καθαρὸ μάτι, τίς πιὸ πολλὲς φορὲς τερματίζουν βίαια τὴ ζωή τους καὶ χάνονται γιὰ πάντα, ἐνῷ θὰ μποροῦσαν νὰ κερδίσουν τὰ πάντα. Κατὰ μίαν στατιστικὴν 1200 κοπέλλες αὐτοκτονοῦν τὸν χρόνο, μόνον στὴν Ἀθήνα! 
Πόσα ἔπειτα ἀγόρια... Πόσοι καὶ πόσες σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα!
Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι θύματα τῆς ζωῆς χωρὶς Θεόν.... Τοὺς ἠθέλησεν ὁ Θεὸς ἀγγέλους καὶ αὐτοὶ γίνονται σκουλήκια, ποὺ σέρνονται καὶ γλύφουν τὸ βοῦρκο, τὴ σαπίλα.... Κρῖμα!


3. Φ ύ λ α κ ε ς,  γ ρ η γ ο ρ ε ι τ ε!

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Ὕπουλη, προκλητική, ἀπατηλή, προδοτική. Ἁπλώνει τὰ δίχτυα της μὲ μαεστρίαν. Σ’ ὅλους, ἰδίως εἰς τοὺς νέους, ποὺ ἔχουν πολλὴν ὁρμήν, ἀλλὰ ὁλίγην πεῖραν.
Καὶ οἱ ταλαίπωροι παρασύρονται ἀπὸ τὴν λάμψιν της.
Θὰ ἤθελε σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας νὰ πῇ κάτι στοὺς νέους, ἀμφοτέρων τῶν φίλων.
Νέοι!  Μὴ παρασύρεσθε ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, ἀπὸ τὰ φανταχτερὰ θέλγητρα τῆς ἁμαρτίας. Πίσω ἀπὸ τὰ φῶτα τὰ πολλὰ, τὰ βαρύτιμα παραπετάσματα, τὶς μουσικὲς καὶ τὶς κοσμικὲς ἐμφανίσεις, κρύβονται πολλάκις δράματα μυστικὰ καὶ ἀφανέρωτα. Μὴ γοητεύεσθε σὰν τὴ φτωχὴ πεταλούδα, ποὺ τριγυρνάει διαρκῶς γύρω ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς λαμπάδας, καὶ, στὸ τέλος, βρίσκει τὸν θάνατο. Ἡ ζωὴ εἶναι ἀγών. Μιὰ φορὰ ὁ καθένας μας τὸν κάνει.
Ἤ τὸν χάνομεν ἤ τὸν κερδίζομεν.  Καὶ τότε χάνομε ἤ κερδίζομεν τὸ πᾶν.... Ἀλήθεια, τὸ πᾶν!


Ἀγαπητοί,
 Εἶναι σὲ κάποια χώρα ἕνα μαῦρο πουλί, ποὺ τρώγει μόνον στρείδια.  Ψάχνει καὶ τὰ βρίσκει. Πῶς ὅμως νὰ τ’ ἀνοίξῃ; Ἄκουσε τί κάνει. Τὰ παίρνει στὰ νύχια του. Ἀνεβαίνει ψηλὰ καὶ κοιτάζει ποῦ ὑπάρχουν βράχοι. Ἀφήνει τότε τὰ στρεῖδια καὶ πέφτουν.  Χτυποῦν στὰ βράχια. Καὶ σπάζουν. Καὶ ἀνοίγουν.  Καὶ τὸ πουλὶ ἤσυχο τρώγει τὸ περιεχόμενο.  Καταλαβαίνεις τό νόημα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ πουλί αὐτό.  Μᾶς παίρνει στὰ φτερὰ της καὶ πετᾶμε σὲ κόσμους ἀπατηλῆς εὐτυχίας. Καὶ ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ μᾶς ρίχνει ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν φανταστικῶν κόσμων στὶς βραχώδεις ἐκτάσεις τῆς καταστροφῆς.... Καὶ γινόμεθα τότε τραγικὰ συντρίμμια.
Ἀδελφέ μου!  Ἀκούω τὸ φρικιαστικὸ πλατάγισμα τοῦ μαύρου αὐτοῦ πουλιοῦ. Πετάει γύρω μας. Πρόσεξε τί παραγγέλλει ὁ Θεός·
-Παιδί μου φυλάξου, πολύ, ἀπὸ τὸ μαῦρο πουλί.


Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία 
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 
 

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ - ΛΚ. ΙΕ 11-32.ΤΟΥ π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΦΑΝΑΡΙΩΤΗ




του π. Νικ. Φαναριώτη - Εφημ. Ι.Ν. Οσίου Λουκά Πατρών για την   Κυριακή  12-2-12

Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι.

Αυτή είναι η παραβολή μέσα στην οποία ο Χριστός  έκλεισε όλη την μοίρα 
της πεσμένης και άρρωστης Ανθρωπότητας από καταβολής κόσμου και που
 την ζούμε και στις ημέρες μας .
Το σκηνικό:  ένα  υποστατικό (αγρόκτημα)  της  εποχής, που κατοικούσε ένας
 κτηματίας  με την οικογένεια του και το προσωπικό (μισθίους). Όταν ήταν
 μικρά τα 2 παιδιά της οικογένειας  η ζωή στο σπίτι  κυλούσε ήρεμα και ευτυχισμένα.

Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΕΚΤΙΣΕ 
ΓΙΑ ΤΟΝ  ΑΝΘΡΩΠΟ

Τα παιδιά όμως μεγάλωσαν,  πέρασαν τα χρόνια της αθωότητας, 
ήρθανε στην εφηβεία.
 Πρώτος ο νεώτερος ζήτησε να κάμει χρήσιν του δικαιώματος της ελευθερίας
 του μόλις ενηλικιώθηκε. Πάτερ  δός  μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας. 
 Ο πατέρας του αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό, αλλά επειδή είναι δίκαιος
 αναγνώρισε το ίδιο και στον άλλο. διήλεν αυτοίς  τον βίον. 
 Προλαβαίνοντας το μέλλον.

Το δικαίωμα αυτό, της εφηβείας  είναι δοσμένο από τον Θεό (DNA) 
και έχει σκοπό να απογαλακτίσει τον άνθρωπο από την υπερπροστασία
  των  γονέων του, για να ολοκληρώσει την προσωπικότητα του. 
Γι αυτό και οι γονείς οφείλουν να το παραχωρούν στα παιδιά μόλις
 εισέλθουν στην εφηβεία, αλλά μετ΄ ου πολλάς ημέρας …  συνοδεύοντας
 αυτό και με τις αντίστοιχες ευθύνες. Φυσικά επισημαίνοντας ότι θα πρέπει
 να είναι έτοιμος ο έφηβος να πληρώσει το κόστος εάν τις παραβεί.

Ο Νεώτερος έκαμε χρήση της ελευθερίας με ανευθυνότητα, και το 
αποτέλεσμα  ήλθε αναπόφευκτα . Και μετ΄ ου  παλλάς ημέρας συναγαγών
 άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισεν
 την ουσίαν αυτού ζών ασώτως.

Το ζών ασώτως σημαίνει το ζών με ανευθυνότητα. Δεν άκουσε τις συμβουλές
 του Πατέρα και πούλησε  την ελευθερία του αντί πινακίου φακής. ΔΗΛ.  
Για λίγα ξυλοκέρατα (χαρούπια) γιατί αυτό είναι  οι παράνομες ηδονές .
 Από εκεί και πέρα ούτε λόγος για ελευθερία, αλλά ούτε και για επιβίωση.
 Αφού έφθασε στο όριο της λιμοκτονίας, (υλικής  και  πνευματικής) εγώ δε
 λιμώ απόλλυμαι, ήλθε στον εαυτόν του, και άρχισε να σκέφτεται. 
εις εαυτόν δε ελθών, είπε…

Προηγουμένως ήταν  εκτός εαυτού, η κακή  χρήσις της ελευθερίας που
 οδηγεί εις την αμαρτία, βγάζει τον άνθρωπο εκτός εαυτού.
 (τρομοκράτες κουκουλοφόροι, καταληψίες, καταστροφείς,
 είναι άνθρωποι εκτός εαυτού).

Οπόταν άρχισε να σκέφτεται: πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισεύουσιν
 άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι. ιε17

Είναι η ευλογημένη ώρα της μετανοίας,  που ανέστρεψε την κατάσταση .
Η μαυρίλα της γουρουνίλας, βόσκειν χοίρους, έγινε φως, τα μάτια του 
φωτίσθηκαν, γέλασαν τα χείλη του, και αναστάς ήλθε προς  τον πατέρα αυτού .
Φτερά έκαναν τα πόδια του, πετούσε. Η αγωνία του για το πώς θα τον δεχθεί ο
 γέρος του έσβησε, όταν τον είδε από μακριά να έρχεται  με ανοιχτή αγκαλιά
 κατ΄ απάνω του. έτι δε μακράν αυτού απέχοντος, είδεν αυτόν ο πατήρ και 
ευσπλαχνίσθη, και   δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και 
κατεφίλησεν αυτόν.

Τα δαιμονικά δεσμά σπάσανε, και ο νέος ξαναγύρισε, στη ζωή και στη χαρά.
  Θριαμβευτική έσκισε τον αέρα η ιαχή του Πατέρα νεκρός ην και  ανέζησε  
και απολωλός ην και ευρέθη .    Το μέλλον του από δω και πέρα  είχε
 εξασφαλιστεί. Η χαρά όμως για την σωτηρία του νεώτερου αδελφού 
είχε μιαν απροσδόκητη συνέχεια, που πίκρανε τον γέρο πατέρα η 
επέμβασις του μεγάλου αδελφού. Και σ΄αυτόν όπως και στον άλλο αδελφό
 είχε δώσει το ίδιο μερίδιο της περιουσίας Διείλεν αυτοίς τον βίον. 
Και κυρίως το ίδιο χάρισμα ελευθερίας, ώστε αυτά που δικαιούνται να
 τα κάμουν ότι θέλουν, και ο ένας  και ο άλλος, (χωρίς να κρατήσει την επικαρπία),
 πράγμα που ο νεώτερος το εξάσκησε μέχρι τέλους, χωρίς καμία επέμβαση 
του πατέρα.

Το ίδιο όμως Δώρο της ελευθερίας ο πρεσβύτερος το μεταχειρίστηκε
 διαφορετικά, όπως ο δούλος του ενός  ταλάντου και το έχωσε στη γη,
δηλ. προτίμησε να μείνει δούλος σε ένα πατέρα που του έδωσε την ελευθερία. 
τοσαύτα έτη δουλεύω σοι …και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των
 φίλων μου ευφρανθώ  Λκ. ιε 29 .

προτίμησε να μην έχει κανένα σκοπό στη ζωή του και καμία ευθύνη 
και να ζει έτσι τεμπέλης, κάτω από ένα δικτάτορα, ώστε να υπακούει
 τυφλά και να μην αμαρτάνει,  και να κατακρίνει τους λοιπούς των 
ανθρώπων από θέσεως ισχύος, και κυρίως τον αδελφό του τον οποίον
 ασφαλώς φθονούσε.

Όταν όμως είδε γυρίζοντας από το χωράφι, ότι ο πατέρας δεν ήταν στο 
θρόνο που αυτός τον είχε τοποθετήσει, επαναστάτησε, έσπασε όλους
 τους φραγμούς του καλού παιδιού που μόνος του είχε βάλει, αποκήρυξε
 τον αδελφό του και έβρισε τον πατέρα του ότε δε, ο υιός σου ούτος,
 ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών ήλθε, έθυσες αυτώ τον μόσχον
  τον σιτευτόν. Λκ.ιε 30.

Μάταια ο πατέρας προσπάθησε να τον ηρεμήσει, γιατί ήταν και αυτός , 
όπως πρωτύτερα ο αδελφός του, εκτός εαυτού. Και μπορούμε να 
υποθέσουμε, ότι πέρασε στον αντιεξου- σιαστικό χώρο,  που  υπάρχει 
 σε  κάθε εποχή, και στην δική μας, τρομοκρατώντας και καταστρέφοντας  
ότι έβρισκε μπροστά του.

Αυτή είναι η παραβολή μέσα στην οποία ο Χριστός  έκλεισε όλη την μοίρα
 της πεσμένης   και άρρωστης Ανθρωπότητας από καταβολής κόσμου και
 που την ζούμε και στις ημέρες μας                                


ΑΜΗΝ.

Προς Έλληνες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, δικαστές, πολιτικούς (μη μασόνους)


Έλληνες και Ελληνίδες, στρατιωτικοί, αστυνομικοί και δικαστές (μη μασόνοι), βουλευτές της βουλής (μη μασόνοι, αν τυχόν υπάρχει κάποιος), ξέρετε πολύ καλά ότι η Ελλάδα μας ποτέ στην ιστορία της δεν έχει παραδοθεί σε κανέναν εχθρό της. Αυτό όμως γίνεται σήμερα, έτος 2012, ύστερα από πολύ καλά προγραμματισμένο σχέδιο των μασόνων του σατανά συν τη δική σας ηλιθιότητα (των πολιτών κυρίως) που παρόμοια στην ιστορία της Ελλάδος δεν έχει υπάρξει. Ζούμε σε….μια χώρα η οποία διαθέτει τεράστιο ορυκτό πλούτο, (πετρέλαια, φυσικό αέριο, ουράνιο,χρυσό, ασήμι κ.τ.λ.), θάλασσα, νησιά, πολιτισμό και ιστορία χιλιάδων ετών!. 
Θα αφήσετε λοιπόν να πάρουν ότι “έχτισαν” οι προγόνοι μας με ιδρώτα αλλά και αίμα (όπου και όταν χρειάστηκε) αμαχητί; Βλέπετε ότι Ε.Ε. (με τους ναζί μπροστάρηδες) μαζί Η.Π.Α. όχι απλώς δεν νοιάζονται για την Ελλάδα μας αλλά μας θέλουν υποδουλωμένους και διαλυμένους (θράκη στην τουρκία και πιθανώς και Κρήτη αν όχι ανεξάρτητη, Μακεδονία σε Σκόπια και Βουλγαρία, Ήπειρο στην αλβανία, την υπόλοιπη Ελλάδα δεν ξέρω που… Κάπως έτσι αν όχι ακριβώς).
Το σχέδιό τους βλέπετε προχωρεί όπως αυτοί το θέλουν. Θα τους αφήσετε να μας καταστρέψουν? Προτείνω επιστράτευση με στρατό τόσο στα σύνορα αλλά και εντός των μεγάλων πόλεων της Ελλάδας (γιατί οι αλλοδαποί είναι ένας εχθρικός στρατός αν δεν το έχετε καταλάβει) και φυλάκιση όλων όσων μας έφτασαν σε αυτό το σημείο. Και βέβαια να ζητήσουμε βοήθεια από την Αδελφή μας Ορθόδοξη Ρωσία (αν θελήσει να μας βοηθήσει εννοείται) γιατί έχοντας γύρω μας τόσους εχθρούς με πρώτη την τουρκία θα είναι δύσκολα. Αν δεν θέλουν τότε μόνοι μας και ότι καταφέρουμε
Αδέλφια. Είμαστε Έλληνες και οφείλουμε να πεθάνουμε για την Ελλάδα μας αν χρειαστεί και να μην παραδωθούμε ποτέ. Να θυμάστε πάντα τους προγόνους μας!
Αναγνώστης, Έλλην πολίτης.

Ἕλληνες Ἑνωμένοι - Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012




Κυριακή του ασώτου υιού (ΙΖ΄ Λουκά)- «Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού»


\

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιε΄ 11-32
    Η παραβολή του ασώτου την οποία ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, είναι η ωραιότερη των παραβολών. Τι μας λέει ο Κύριος με την παραβολή αυτή;
    Κάποιος Πατέρας είχε δυο γιούς. Ο μικρότερος ζητά επιτακτικά από τον πατέρα του, να του δώσει το μερίδιο της περιουσίας που του ανήκει. Και δέχεται ο πατέρας να του δώσει το μερίδιο του και αφού το πήρε έφυγε σε χώρα μακρινή, όχι για να εργαστεί, αλλά για να το σπαταλήσει στην ασωτία. Και εκεί «διεσκόρπισε την ουσία αυτού ζων ασώτως».
   Κατασπατάλησε την περιουσία του. Άρχισε να στερείται. Ήρθε και λιμός, πείνα, στον ξένο αυτόν τόπο και αναγκάστηκε αυτό το αρχοντόπαιδο να παρακαλέσει κάποιον για δουλειά, και αυτός τον έστειλε στα χωράφια του, να βόσκει χοίρους. Κατάσταση φοβερή και θλιβερή, αφού και εκεί προσπαθούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι.
    Σε αυτή την τραγική κατάσταση θυμήθηκε την πλούσια ζωή που ζούσε στο σπίτι του πατέρα του. «Εις εαυτόν δε ελθών» είπε: Πόσοι εργάτες του πατέρα μου απολαμβάνουν την πλούσια ζωή, ενώ εγώ, το παιδί του ,«λιμώ απόλυμαι», πεθαίνω από την πείνα. Και τότε του ήρθε η φωτεινή σκέψη της επιστροφής. Θα επιστρέψω, πρέπει να επιστρέψω στον πατέρα, θα του ζητήσω συγχώρεση και θα τον παρακαλέσω να με δεχθεί έστω σαν υπηρέτη.

   Και, ευτυχώς, την σκέψη του την έκαμε πράξη. «Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού».
   Περιγράφει στη συνέχεια ο Κύριος τη συγκινητική συνάντηση του ασώτου με τον πατέρα του. Πριν ακόμα πλησιάσει ο άσωτος στο σπίτι του, «έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και ευσπλαχνίσθη». Τον είδε από μακριά ο πατέρας και τον λυπήθηκε. Δεν περίμενε να έλθει κοντά του, αλλά «δραμών» (τρέχοντας) ο πατέρας «επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν». Πατέρα μου, λέγει με δάκρυα το μετανοιωμένο άσωτο παιδί, «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου», δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι παιδί σου.
   Αλλά ο πατέρας, κρατώντας τον ακόμη στην αγκαλιά του, δίνει διαταγές στους υπηρέτες. Φέρτε του καλά φορέματα που φορούσε όταν ήταν κοντά μας. Φέρτε υποδήματα. Φέρτε δακτυλίδι στο χέρι του και σφάξετε το καλύτερο μοσχάρι για το παιδί μου αυτό, που ήταν νεκρό για μένα, και ζωντάνεψε και χαμένο και βρέθηκε. Και άρχισαν όλοι στο αρχοντικό να πανηγυρίζουν, «ήρξαντο ευφραίνεσθαι».
    Είναι άξια θαυμασμού η αγάπη του Πατέρα Θεού στον κάθε αμαρτωλό που επιστρέφει μετανοιωμένος κοντά Του. Ο Πατέρας μας, ο Θεός, περιμένει με αγάπη την επιστροφή μας, Και ακριβώς η αγάπη αυτή έκαμε τον άσωτο να επιστρέψει στον πατέρα, διότι ήξερε ότι θα τον δεχόταν, ότι θα τον συγχωρούσε, Αν ήξερε ότι ο πατέρας του ήταν σκληρός και θα τον έδιωχνε, δεν θα επέστρεφε.
    Για τούτο η παραβολή του ασώτου είναι το πιο ενθαρρυντικό κήρυγμα για επιστροφή και μετάνοια, όλων όσων απομακρυνθήκαμε πολύ ή λίγο από τον Θεό.
   Παρατηρούμε δε ότι όχι μόνον δέχεται τον άσωτο, αλλά και τον αποκαθιστά στην αρχική τιμητική θέση, πρώτα σαν παιδί του. Αυτό σήμαιναν τα φορέματα και τα υποδήματα που διατάσσει να του φέρουν και μάλιστα το δακτυλίδι που σημαίνει τον δεσμό που συνδέει τον πατέρα με τον υιό, αφού τότε το δαχτυλίδι ήταν ένα είδος επίσημης ταυτότητας των αρχοντικών οικογενειών. Ο μόσχος ο σιτευτός που θυσιάζει ο πατέρας για τον μετανοιωμένο υιό του είναι ο Σωτήρας μας, είναι ο Ιησούς Χριστός που θυσιάζεται στο Σταυρό, για να μας δώσει νέα δύναμη και ζωή, ξανακάνοντας μας παιδιά Του.
   Είναι άξιο προσοχής ότι ο Κύριος στην παραβολή χαρακτηρίζει νεκρό τον αμαρτωλό, που όμως ανασταίνεται με την μετάνοια, και χαμένο πρόβατο που ξαναβρίσκει το δρόμο του.
    Αλλά έχει και συνέχεια η παραβολή. Συνέχεια όχι ευχάριστη. Έχουμε τον μεγαλύτερο αδελφό που επιστρέφει από τα κτήματα. Μέχρι τώρα εργατικό, τίμιο, υπάκουο παιδί κοντά στον πατέρα. Έρχεται τώρα και βλέπει ασυνήθιστη κίνηση στο σπίτι. Ακούει μουσική. Δεν προχωρεί. Στέκεται μακριά και φωνάζει κάποιον υπηρέτη. – Τι είναι αυτά που βλέπω και ακούω; ρωτά. Και ο υπηρέτης όλος χαρά του λέει: – Ο αδελφός σου ο άσωτος επέστρεψε μετανοιωμένος και ο πατέρας σου τον δέχτηκε και διέταξε να σφάξουμε το εκλεκτό μοσχάρι και να γιορτάσουμε για την επιστροφή του αδελφού σου, που όπως είπε ο πατέρας σου νεκρός ήταν και αναστήθηκε και χαμένος και βρέθηκε.
   Το άκουσε ο μεγάλος γιός και γέμισε ζήλεια η ψυχή του. Οργίστηκε και δεν θέλησε να μπει στο σπίτι. Το μαθαίνει ο πατέρας και έρχεται και τον παρακαλεί λέγοντας του: «Παιδί μου, ο αδελφός σου ήλθε και έπρεπε να χαρείς». Αλλά αυτός με απότομο τρόπο του λέει: «Εγώ συνεχώς κάθομαι κοντά σου και δουλεύω και δεν μου έδωκες ένα κατσίκι να διασκεδάσω με τους φίλους μου και τώρα ήλθε αυτός ο γιός σου, δεν λέγει αδελφός μου, όπου σπατάλησε την περιουσία σου στην ασωτία, θυσίασες το καλύτερο μοσχάρι». Του θυμίζει ο πατέρας ότι «πάντα τα εμά σα έστιν». Το αποτέλεσμα; Δεν μας το λέγει, αν τελικά μπήκε στο σπίτι.
     Επισημαίνει ο Κύριος τον κίνδυνο που διατρέχουμε όσοι νομίζουμε ότι είμεθα εντάξει απέναντι στο Θεό. Ότι είμεθα άνθρωποι του Θεού, άνθρωποι της Εκκλησίας, όμως ίσως να μην έχουμε αγάπη στον αδελφό μας που τον θεωρούμε αμαρτωλό και τον περιφρονούμε και τον κατακρίνουμε και όμως, υπάρχει ο κίνδυνος αυτός να σωθεί και εμείς να μείνουμε έξω, μακριά από τον Πατέρα Θεό, έξω από το Παλάτι της Βασιλείας του Θεού, που και για μας ετοίμασε ο Θεός.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ π. Γεώργιος Δορμπαράκης


πηγή


«Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου»

α. Είναι τρομερή η ενέργεια που περικλείει η παραβολή του ασώτου, το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ομώνυμης Κυριακής, η οποία αποτελεί το δεύτερο σκαλοπάτι της εισόδου μας στο ευλογημένο Τριώδιο. Κι αυτό γιατί προεκτείνει τη δυναμική της μετάνοιας, που τόνισε η προηγουμένη Κυριακή με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, ως εκείνης της εσωτερικής αλλαγής του ανθρώπου, η οποία δίνει την ώθηση για πραγματική σχέση με τον Θεό Πατέρα. Εννοούμε ότι αν στο πρόσωπο του Τελώνη είδαμε την εν ταπεινώσει κραυγή της μετάνοιας που αποδέχεται ο Θεός – «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» - στο πρόσωπο του μικρού γιου της παραβολής του ασώτου βλέπουμε τη μετάνοια ως κίνηση της υπάρξεως, προκειμένου να απεγκλωβιστεί από το χάος της απώλειας και της νέκρωσης της αμαρτίας και να βρει το αληθινό της πρόσωπο: αυτό που ανατέλλει με τη θέα του προσώπου του Πατέρα Θεού. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», θα σηκωθώ και θα πάω προς τον πατέρα μου.  Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που η παραβολή του ασώτου, κατά την εκκλησιαστική ορολογία, έχει χαρακτηριστεί ως «το μαργαριτάρι των παραβολών του Κυρίου» και ως «το ευαγγέλιο των ευαγγελίων». Πουθενά αλλού δεν παρουσιάζεται με τόση ένταση η κατάντια της αμαρτίας, αλλά και η αγάπη του Θεού, το φιλεύσπλαχνο και το φιλάνθρωπο του μεγάλου Πατέρα.

β. 1. Δεν θα ασχοληθούμε με την περίπτωση του μεγάλου γιου: αυτός λειτουργεί με τρόπο που ενώ εξωτερικά φαίνεται να είναι καλός και υποτακτικός, στην πραγματικότητα είναι στην αντίπερα όχθη του Πατέρα του. Δεν μπορεί να κατανοήσει την αγάπη του, δεν νιώθει καν ότι είναι γιος του. Ο Πατέρας του τον αντιμετωπίζει διαρκώς ως γιο του -  «όλα τα δικά μου είναι δικά σου» -   εκείνος επιμένει να έχει τη συνείδηση δούλου και μισθωτού - «τόσα χρόνια σου δουλεύω». Πρόκειται για μία διαφορετικού τύπου από ό,τι στον μικρό γιο κατάντια στην αμαρτία,  για μία άλλη ασωτία, όπως έχει ειπωθεί, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια λύση. Η τελική στάση του μεγάλου γιου μένει μετέωρη. Ο Χριστός δεν κάνει αποτίμηση αυτής.

Στον μικρό γιο όμως τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: ο μικρός γιος, λόγω της φυγής από το σπίτι του Πατέρα, έχει οδηγηθεί σε έσχατη πτώση: ζει στερημένα («ήρξατο υστερείσθαι»), πεινάει και νιώθει ότι χάνεται («λιμώ απόλλυμαι»), γίνεται δούλος άλλων («εκολλήθη ενί των πολιτών»), ενώ το αίσθημα της ορφάνιας τον έχει καταβάλει («ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»).  Κι είναι μία τραγική κατάσταση, που αξιολογικά επιβεβαιώνεται από ό,τι ο Πατέρας του θα πει αργότερα: «Ούτος ο υιός μου νεκρός ην…και απολωλός». Νεκρός και χαμένος. Αυτό πράγματι είναι το τίμημα της αμαρτίας: νομίζει κανείς ότι απελευθερώνεται, ότι βρίσκει τον εαυτό του, και τελικώς γίνεται δούλος, χάνει τον εαυτό του, νεκρώνεται. Κι αυτό συμβαίνει διότι ακριβώς ο άνθρωπος φεύγει από τη φυσιολογική του κατάσταση: να είναι με τον Πατέρα του, να ζει στο σπίτι το δικό του. Είναι η τραγική ερμηνεία που δίνει ολόκληρη η Αγία Γραφή σχετικά με το δράμα της πορείας του ανθρώπου: ο βασιλιάς άνθρωπος, ο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένος ξεπέφτει λόγω της άρνησής του να υπακούσει στον Θεό Πατέρα. Αμαρτάνει και με την αμαρτία του εισέρχεται ο θάνατος στο ανθρώπινο είδος. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος».

2. Στον μικρό γιο όμως παρακολουθούμε και την ανάστασή του από την πτώση του: «αναστάς» - ό,τι κατανοείται ως μετάνοια.  Έρχεται κάποια στιγμή που συναισθάνεται τι είχε συμβεί, που νιώθει την εξαθλίωση της υπάρξεώς του – «εις εαυτόν ελθών», συναισθάνθηκε τι του είχε συμβεί – και αποφασίζει να αλλάξει. Κι αυτό θα πει ότι η αμαρτία έχει ένα όριο, φτάνει δηλαδή κανείς σε ένα σημείο που βλέπει ότι «δεν πάει άλλο». Κι αυτό το οριακό σημείο της έσχατης πτώσεως, του «μπουχτίσματος» της αμαρτίας, μπορεί να λειτουργήσει ως νέα αρχή, ως νέα αφετηρία. Πότε όμως; Όταν υπάρχει η στροφή προς το πατρικό σπίτι. Όταν η ανάμνηση του Πατέρα παραμένει ζωντανή και η εικόνα του λειτουργεί θετικά στον απομακρυσμένο από Αυτόν άνθρωπο. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Ο άσωτος μπορεί να είχε χαθεί μέσα στις αμαρτίες, μπορεί να είχε νεκρωθεί προσωρινά από ό,τι έκανε, όμως ακριβώς αυτό γίνεται η αφορμή να θυμηθεί το πρόσωπο του Πατέρα, του γεμάτου αγάπη και στοργή απέναντί του.  Θα λέγαμε ότι βρίσκεται σε ένα είδος προνομιακής θέσεως: έχει σπίτι και έχει Πατέρα, που τον αγαπά.  Δεν θυμίζει τούτο αυτό που έλεγε ο Γέροντας Παϊσιος, ότι τα παιδιά που απομακρύνονται από τον Θεό, ενώ σχετίζονταν μικρά με την Εκκλησία, δεν πρέπει να τα φοβόμαστε, γιατί, όταν συνέλθουν, θα ξέρουν πού θα γυρίσουν; Για να πει στη συνέχεια: εκείνα που δεν γνώρισαν καθόλου τον Θεό, αυτά να λυπάσθε. Γιατί όταν θα έλθει η στιγμή να συνέλθουν, δεν θα ξέρουν πού να πάνε.

Το «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου» σημαίνει λοιπόν την ουσία της σώζουσας μετάνοιας. Αναγνωρίζω την πτώση μου, την αμαρτωλότητά μου, την απομάκρυνσή μου από το θέλημα του Θεού, όμως δεν μένω εκεί. Στρέφομαι με δύναμη προς τον Θεό, σ’ Αυτόν που με αγαπά και με σέβεται. Η συναίσθηση της αμαρτίας δηλαδή και η πίστη στην αγάπη του Θεού Πατέρα συνιστούν τα δομικά στοιχεία της μετάνοιας. Ένα από τα δύο αν λείπει, δεν έχουμε γνησιότητα αυτής. Κι αυτό υπήρξε για παράδειγμα και το δράμα του μαθητή του Χριστού Ιούδα: ένιωσε την αμαρτία της προδοσίας του απέναντι στον Δάσκαλο, δεν μπόρεσε όμως να πιστέψει στην αγάπη Του. Κι ενώ μετάνιωσε, δεν σώθηκε. Διότι τον κατέλαβε η απελπισία και η απόγνωση – τα μεγαλύτερα όπλα του εχθρού διαβόλου.

3. Η εικόνα του φιλόστοργου και φιλεύσπλαχνου Πατέρα λοιπόν  είναι και το κρισιμότερο στοιχείο για να υπάρξει και να λειτουργήσει η μετάνοια στον μικρό γιο, τον άσωτο, τον καθένα δηλαδή από εμάς άνθρωπο. Δεν φαίνεται να ήταν πρωτίστως οι συνέπειες της αμαρτίας, αλλά η εικόνα του Πατέρα εκείνο που έδωσε την αποφασιστική ώθηση στον άσωτο για να μετανοήσει. Αν ο άσωτος μέσα στην κατάντια του και την απελπισία του είχε ως εικόνα Πατέρα έναν σκληρό και αυστηρό ελεγκτή και δικαστή, ουδέποτε θ είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Η κατάντια θα ήταν μόνιμη. Και σίγουρα θα γινόταν χειρότερη. Ο Πατέρας του όμως – το πρότυπο για κάθε αληθινό πατέρα – παρουσιάζεται με αληθινή αγάπη απέναντί του. Κι η μεγαλύτερη απόδειξη: ο σεβασμός της ελευθερίας του. Δεν τον καταπιέζει για να μείνει στο σπίτι, δεν του αρνείται την έξοδο, δεν τον απειλεί, δεν «του κρατάει μούτρα». Ενώ γνωρίζει το τραγικό αποτέλεσμα της κακής επιλογής του παιδιού του, το αφήνει να αποφασίσει ελεύθερα. Γιατί ακριβώς το αγαπάει. Και η συνέχεια της παραβολής επιβεβαιώνει το αέναο της αγάπης αυτής: περιμένει πάντοτε την επιστροφή του παιδιού του, χαίρεται με απόλυτο τρόπο όταν πραγματοποιείται αυτή. Είναι η εικόνα του Θεού Πατέρα μας, που επειδή είναι τόσο καταλυτική, έχουν πει ότι δεν πρέπει η παραβολή να λέγεται «του ασώτου», αλλά «του φιλεύσπλαχνου ή σπλαχνικού πατέρα». Η πλήρης αγάπης στάση Του είναι και το πιο καθοριστικό στοιχείο της παραβολής. Δεν είναι τυχαίο που είπαν ότι αν χάνονταν όλες οι άγιες Γραφές, αλλά κάποιος προλάβαινε να κρατήσει τη συγκεκριμένη σελίδα με την παραβολή του ασώτου, θα ήταν και μόνη αυτή αρκετή για να αναπληρωθεί όλη η διδασκαλία του Κυρίου: εκεί παρουσιάζεται ποιος είναι ο Θεός και πόσο αγαπά το πλάσμα Του, τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και η αγάπη του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού είναι το πλέον αδιαπραγμάτευτο γεγονός σε όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Μπορεί κανείς τα πάντα να αμφισβητήσει, όχι όμως την αγάπη του Θεού. Κι όμως, είναι αυτό στο οποίο χωλαίνουμε ακόμη και οι χριστιανοί. Αν πολλές φορές δεν μετανοούμε όπως πρέπει, αν ταλαιπωρούμαστε στη ζωή αυτή, ενώ μας έχει δοθεί το μεγαλύτερο δώρο του Θεού: να είμαστε δικοί Του και μέλη του αγίου σώματός Του, είναι διότι αμφισβητούμε την αγάπη Του. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι αμαρτίες μας, η κατάντια μας είναι πολύ μεγάλα για τον Θεό και υπερβαίνουν την αγάπη Του.

4. Και τι γίνεται πια με τη μετάνοια του ασώτου; Αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες του, παίρνοντας τον δρόμο επιστροφής στον Πατέρα του, θέλει να εκφράσει τα συναισθήματά του με την εν ταπεινώσει εξομολόγησή του. «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου∙ ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». Καταλαβαίνει ότι η ντροπή δεν είναι στη μετάνοια και την επιστροφή του. Ήταν στην κατάσταση της αμαρτίας του. Κι η πορεία επιστροφής του παίρνει γι’ αυτόν την πιο απρόσμενη εξέλιξη: ο Πατέρας είναι Αυτός που τρέχει προς αυτόν. Για να τον αγκαλιάσει, να τον αποκαταστήσει στην πρώτη δοξασμένη θέση του, να κάνει το μεγαλύτερο πανηγύρι που μπορούσε. Χωρίς μάλιστα όχι να τον επιπλήξει, αλλ’ ούτε καν να τον ρωτήσει. Στον Πατέρα, τον Θεό μας, φθάνει η με μετάνοια προσφορά της αμαρτίας μας. Σαν τη φωνή που άκουσε ο  άγιος Ιερώνυμος την ημέρα των Χριστουγέννων, όταν ζητούσε από τον Θεό να του πει τι δώρο θα μπορούσε να του κάνει, ώστε να Τον ευχαριστήσει: τις αμαρτίες σου, Ιερώνυμε.

 γ. Η παραβολή του ασώτου έρχεται ως συνέχεια της παραβολής, είπαμε, του Τελώνου και του Φαρισαίου. Μας αποκαλύπτει ότι για τον Θεό μας, συνεπώς και για την Εκκλησία, σημασία δεν έχει το αναμάρτητο – ανέφικτο άλλωστε για όλους – του ανθρώπου, αλλά η μετάνοιά του. Είναι γνωστό ότι άγιος δεν είναι ο αναμάρτητος, αλλά ο μετανοημένος αμαρτωλός. Η μετάνοια είναι αυτή που μεταποιεί για εμάς την μία πάντοτε αγάπη του Θεού μας και την κάνει να λειτουργεί ως Παράδεισος. Ακόμη κι ο διάβολος αν μετανοούσε, θα ζούσε στον Παράδεισο ως και πάλι άγγελος Εκείνου. Δεν το θέλει όμως. Το θέμα όμως είναι τι κάνουμε εμείς; Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες, διότι μέσα στην Εκκλησία μας ό,τι είπε ο Κύριος ως παραβολή, γίνεται πραγματικότητα: ερχόμαστε με τις αμαρτίες μας, με τη συναίσθηση της τραγικότητάς μας, για να ριχτούμε όμως στην αγκαλιά Του, μέσα από το μυστήριο της μετανοίας, που καταλήγει στο ευλογημένο εξομολογητήριο. Εκεί αρχίζουμε να ντυνόμαστε και πάλι τη στολή την πρώτη, να τρώμε τον μόσχο τον σιτευτό, να γινόμαστε ένα με τον Κύριο. Σ’ αυτό μας προσανατολίζει για μία ακόμη φορά η Εκκλησία μας, με το Τριώδιο και τη Σαρακοστή που έρχεται.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...