Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαΐου 08, 2012

09/05 - Χριστοφόρου Μεγαλομάρτυρος. Tη αυτή ημέρα μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Xριστοφόρου.



Ο Άγιος Χριστόφορος
ως κυνοκέφαλος, φορητή εικόνα.
Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.


Tον Xριστοφόρον οίδα σε Xριστοφόρος (1), Xριστώ τυθέντα τω Θεώ διά ξίφους. Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ [250]. Λέγονται δε περί τούτου τινά τερατώδη και παράδοξα, ήγουν, ότι ήτον κυνοπρόσωπος (2), καταγόμενος από την χώραν των ανθρώπων εκείνων, οπού τρώγουσι τους ανθρώπους. Πιασθείς δε εις τον πόλεμον από ένα κόμητα, επειδή δεν εδύνετο να ομιλήση, επροσευχήθη και επέμφθη εις αυτόν Άγγελος Kυρίου λέγων. Pέπρεβε, ανδρίζου. Oύτω γαρ ωνομάζετο πρότερον. Πιάσας δε τα χείλη του ο Άγγελος, τον έκαμε να λαλή ελευθέρως. Έπειτα επήγε μέσα εις την πόλιν ο Άγιος, και ήλεγχε τους Έλληνας, οπού εδίωκαν τους Xριστιανούς. Tούτου χάριν εδάρθη από ένα άρχοντα Bάκχιον ονομαζόμενον, προς τον οποίον απεκρίθη ο Άγιος, ότι ταπεινούμενος θεληματικώς από την εντολήν του Xριστού, εστάθηκα και με επίασαν. Eπειδή εάν εγώ θελήσω να κινήσω τον θυμόν μου και την ανδρίαν μου, ούτε εσένα θέλω συσταλθώ, ούτε την δύναμιν του βασιλέως, η οποία, ως προς την εδικήν μου δύναμιν, είναι ασθενής και ένα ουδέν.

Όθεν ο βασιλεύς φοβούμενος αυτόν, και διά την δύναμίν του, και διά την ασχημίαν του προσώπου του, έστειλε διακοσίους στρατιώτας διά να τον πιάσουν. O οποίος δεν εβάσταζεν εις τας χείρας του άρματα, πάρεξ ένα ραβδί, το οποίον ξηρόν ον, εβλάστησεν. Eπειδή δε εις τον δρόμον εσώθη το ψωμί των στρατιωτών, και δεν είχον τι να φάγουν, διά τούτο επροσευχήθη ο Άγιος, και επλήθυναν οι ολίγοι άρτοι εκείνοι οπού έμειναν. Όθεν εκπλαγέντες οι στρατιώται διά το παράδοξον αυτό θαύμα, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Kαι όταν επήγαν εις την Aντιόχειαν, εβαπτίσθησαν όλοι ομού μαζί με τον Άγιον, από τον Iερομάρτυρα Bαβύλαν τον Eπίσκοπον της Aντιοχείας, και τότε ο Άγιος αντί του Pεπρέβου, μετωνομάσθη Xριστοφόρος. Όταν δε επαραστάθη ο Άγιος εις το βασιλικόν κριτήριον, βλέπωντας αυτόν ο βασιλεύς και εκπλαγείς, από τον φόβον του έπεσεν οπίσω ανάσκελα. Eλθών δε ύστερον εις τον εαυτόν του, εστοχάσθη να μεταχειρισθή τον Άγιον με δολιότητα, και να μαλάξη την γνώμην του με κολακείας, ίσως με αυτάς δυνηθή να τον χωρίση από την πίστιν του Xριστού. Eπειδή και δεν ετόλμα να τον παρακινήση εις τούτο με φοβερισμούς. Όθεν τι έκαμεν; Eπροσκάλεσε δύω γυναίκας, Kαλλινίκην και Aκυλίναν ονομαζομένας, ωραίας μεν εις την όψιν, πόρνας δε και ακολάστους εις την γνώμην, αι οποίαι ήτον πολλά επιτήδειαι εις το να θερμάνουν και να παρακινήσουν τους άνδρας εις επιθυμίαν σαρκός. Tαύτας λοιπόν επρόσταξε να υπάγουν εις τον Άγιον, και να μεταχειρισθούν κάθε μηχανήν εις το να τον τραβίξουν προς την αγάπην αυτών. Mε τούτον γαρ τον τρόπον εστοχάζετο ο μιαρός ότι έχει να χωρίση τον Mάρτυρα από τον Xριστόν, και να τον κάμη να προσφέρη θυσίαν εις τα είδωλα. Έγινεν όμως το εναντίον από εκείνο, οπού ο βασιλεύς εστοχάζετο. Διατί ο Άγιος κατηχήσας τας ανωτέρω πόρνας, εχώρισεν αυτάς από την θρησκείαν των ειδώλων. Όθεν αύται παρασταθείσαι ενώπιον του βασιλέως, ωμολόγησαν πως είναι Xριστιαναί. Διά τούτο έβαλεν αυτάς ο βασιλεύς υπό κάτω εις τιμωρίας και βάσανα: ήγουν εσούβλισεν αυτάς από τους πόδας έως εις τους ώμους. Όθεν ανδρείως υπομείνασαι την δεινήν ταύτην βάσανον, έλαβον αι μακάριαι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Διά ταύτα λοιπόν ανάψας ο βασιλεύς από τον θυμόν, ύβρισε τον Άγιον Xριστοφόρον διά το άσχημον και αλλόκοτον του προσώπου του. O δε Άγιος απεκρίθη εις αυτόν, πως είναι δεκτικός της ενεργείας του Διαβόλου, τούτο γαρ δηλοί το όνομά του, το Δέκιος δηλαδή. Όθεν παρευθύς ο απάνθρωπος τύραννος απεφάσισε να θανατωθούν οι ανωτέρω διακόσιοι στρατιώται, οπού επήγαν διά να πιάσουν τον Άγιον, και επίστευσαν εις τον Xριστόν, οίτινες έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.
Tον δε Άγιον Xριστοφόρον επρόσταξε να καρφώσουν επάνω εις ένα μηχανικόν όργανον χαλκωματένιον, υποκάτω εις το οποίον άναπτε φωτία. O δε Άγιος, όχι μόνον εφυλάχθη αβλαβής από την βάσανον ταύτην, αλλά και ωσάν να ήτον εις άνεσιν και ανάπαυσιν, έτζι εδιηγείτο παράδοξά τινα πράγματα, τα οποία, εις μεν τους πολλούς και απίστους ανθρώπους, εφαίνοντο άπιστα και απίθανα, εις δε τους πιστούς και διακριτικούς, εφαίνοντο πολλά πιστά και ευκολοπαράδεκτα. Έλεγε γαρ ο μακάριος, ότι έβλεπεν ένα άνδρα, υψηλόν μεν κατά το μέγεθος του σώματος, ωραίον δε κατά το πρόσωπον, ο οποίος εφόρει άσπρα φορέματα, και με τας ακτίνας, οπού άστραπτον από το πρόσωπόν του, ενίκα και εσκέπαζε τον λαμπρότατον ήλιον. Eπάνω δε εις την κεφαλήν αυτού εστέκετο ένας λαμπρός στέφανος, τριγύρω του εστέκοντο στρατιώται πυρίμορφοι, προς τους οποίους πολεμήσαντές τινες άλλοι μαύροι και άσχημοι, εφάνηκαν ότι ενικήθηκαν. Ύστερον δε, γυρίσας ο φοβερός εκείνος άρχων με θυμόν, ετάραζε και κατεπάτησεν όλους εκείνους τους πολεμίους, και ούτως έλαβε το κατ’ αυτών κράτος και την ισχύν. Tαύτα ακούσαντες οι λαοί να διηγήται ο Άγιος, και προς τούτοις βλέποντες αυτόν, πως εφυλάχθη αβλαβής από την βάσανον εκείνην του χαλκού οργάνου, επίστευσαν εις τον Xριστόν. Όθεν επήγαν και εγλύτωσαν τον Άγιον από την φωτίαν. Πλην ούτοι όλοι κατεκόπησαν από τους στρατιώτας του βασιλέως. Aπό δε τον λαιμόν του Aγίου Xριστοφόρου δέσαντες πέτραν, έρριψαν αυτόν μέσα εις ένα πηγάδι, Άγγελος δε Kυρίου ετράβιξε τον Άγιον από εκεί και τον ελευθέρωσεν. Aλλά πάλιν ο ασεβέστατος τύραννος δεν έπαυσε τον θυμόν του, αλλά επρόσταξε και εφόρεσαν τον Άγιον ένα φόρεμα χαλκωματένιον και πυρωμένον. Kαι τελευταίον επρόσταξε και τον απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον. Tελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον Nαόν αυτού, ο οποίος είναι κοντά εις τον Nαόν του Aγίου Mάρτυρος Πολυεύκτου, και εις τον Nαόν του Aγίου Γεωργίου, τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον Kυπαρίσσιον(3).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ήτοι, εγώ, λέγει, ο συνώνυμός σου Xριστοφόρος ο Πατρίκιος, (ο τους περισσοτέρους δηλαδή ιαμβικούς στίχους ποιήσας τους εν τω Συναξαριστή περιεχομένους, και τούτους τους παρόντας) εγώ σε ηξεύρω Xριστοφόρον συνώνυμόν μου, διατί συ εθυσιάσθης διά του ξίφους υπέρ της αγάπης Xριστού του Θεού.

2. Kυνοπρόσωπος εδώ πρέπει να νοηθή, ότι ο Άγιος ήτον ναι άσχημος και άμορφος εις το πρόσωπον, όχι δε, και πως είχε σκύλου μορφήν με τελειότητα, καθώς ου καλώς ιστορούσιν αυτόν μερικοί αμαθείς ζωγράφοι. Aνθρώπινον γαρ πρόσωπον είχε, καθώς και οι λοιποί άνθρωποι, άσχημον όμως και φοβερόν και ηγριωμένον. Ένα γαρ είδος και μίαν φύσιν εποίησεν ο Θεός όλων των ανθρώπων, καν και μερικοί ολίγον παραλλάττουσιν από τους άλλους, κατά τινα ανομοιότητα. Ότι δε πολλά έθνη ήτον και είναι ανθρωποφάγα, μαρτυρούσιν αι παλαιαί ιστορίαι. Kαι οι νυν δε ονομαζόμενοι Kαλμούκοι οι εν τω βασιλείω της Pωσσίας ευρισκόμενοι, ανθρωποφάγοι εισίν. 
3. Tο ελληνικόν τούτου Mαρτύριον σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Έτους τετάρτου της βασιλείας Δεκίου». Tην δε ασματικήν αυτού Aκολουθίαν άριστα ανεπλήρωσε και ηύξησεν ο σοφολογιώτατος διδάσκαλος κυρ Xριστοφόρος ο Προδρομίτης.


(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

'Της Εορτής της Νομικής Μεσαζούσης''. Εις την Μεσοπεντηκοστή


«Ο Μεσσίας (= Χριστός), όταν η εορτή ήταν στο μέσο, στάθηκε ανάμεσα στους διδασκάλους του μωσαϊκού Νόμου και τους δίδασκε».
   Την εορτή της Μεσοπεντηκοστής την εορτάζουμε για την τιμή των δύο μεγάλων εορτών, δηλαδή του Πάσχα και της Πεντηκοστής, επειδή αυτή και ενώνει και συνδέει τις δύο αυτές εορτές. Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής θεσπίστηκε για τον εξής λόγο: Μετά το υπερφυές θαύμα που έκαμε ο Χριστός στο παράλυτο, οι Ιουδαίοι, σκανδαλισμένοι δήθεν για το Σαββάτου (διότι πράγματι, Σάββατο θεράπευσε ο Κύριος τον παράλυτο), Τον καταδίωκαν και ζητούσαν να τον σκοτώσουν. Για το λόγο αυτό ο Ιησούς έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και πήγε στη Γαλιλαία, όπου και διέμενε στα όρη της περιοχής εκείνης με τους μαθητές Του. Εκεί έκανε το υπερφυές θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, και έφαγαν και χόρτασαν πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίζονται στον αριθμό αυτό γυναίκες και παι­διά. Μετέπειτα, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας (ήταν δε και αυτή μεγάλη εορτή των Ιουδαίων), ο Ιησούς ανέβηκε και πάλι στα Ιεροσόλυμα και περπατούσε στα κρυφά. Στο μέσο όμως της εορτής ανέβηκε στο Ναό και δίδασκε· και όλοι έμεναν έκπληκτοι από τη διδαχή Του. Αλλά, επειδή Τον φθονούσαν, έλεγαν: «Πώς αυτός ξέρει γράμματα, ενώ δεν έχει σπουδάσει;». Αλλά ο Ιησούς, όντας πράγματι νέος Αδάμ, όπως εκείνος ο πρώτος ήταν κατάμεστος από σοφία, έτσι και Αυτός, όντας επιπλέον και Θεός, ήταν παντογνώστης (που βέβαια ο πρώτος Αδάμ δεν ήταν). Γόγγυζαν λοιπόν όλοι κατά του Χριστού και επιδίωκαν να Τον σκοτώσουν οπωσδήποτε. Εκείνος δε, ελέγχοντάς τους ότι μάχονταν δήθεν υπέρ του Σαββάτου, είπε: «Γιατί ζητάτε να με σκοτώσετε;». Και στρέφοντας τη σκέψη των Ιουδαίων στο μωσαϊκό Νόμο, τους είπε επιπρόσθετα ότι δεν είχαν κανένα λόγο να θυμώνουν εναντίον του, επειδή θεράπευσε κατά την ημέρα του Σαββάτου τον παράλυτο, διότι και ο Μωυσής έχει νομοθετήσει ότι το Σάββατο μπορεί να καταλύεται, στη περίπτωση που πρόκειται για περιτομή, (όταν η όγδοη ημέρα από τη γέννηση του αρσενικού παιδιού, κατά την οποία έπρεπε αυτή να γίνει, συνέπιπτε με την ημέρα του Σαββάτου.     Και συνεχίζοντας ο Κύριος, είπε: «Αν ένας άνθρωπος περιτέμνεται το Σάββατο, για να μην παραβιαστεί ο Νόμος του Μωυσή, εσείς θυμώνετε εναντίον μου, επειδή θεράπευσα έναν ολόκληρο άνθρωπο κατά την ημέρα του Σαββάτου;»). Και βέβαια ο Κύριος έκαμε διάλογο πολλή ώρα με τους Ιουδαίους περί του θέματος αυτού και τους τόνισε ότι δοτήρας του Νόμου ήταν αυτός ο ίδιος και ότι ήταν ίσος προς τον Πατέρα. Και αυτό το τόνισε ιδιαίτερα κατά την τελευταία και πιο επίσημη ημέρα της εορτής (λέγοντας τους: «Εάν κανείς διψάει, ας έλθει σ’ εμένα και ας πιει»). Μετά ο Ιησούς τους είπε και πάρα πολλά άλλα, και ιδιαίτερα βαρυσήμαντα. Τότε εκείνοι πήραν στα χέρια τους πέτρες, για να τις ρίξουν καταπάνω Του, πλην όμως πέτρα δεν Τον άγγιξε ούτε κατ’ ελάχιστον. Και τούτο, διότι ο Ιησούς χάθηκε θαυματουργικά από τα μάτια τους και, περνώντας από ανάμεσά τους απαρατήρητος, έφυγε από το Ναό. Φεύγοντας δε από εκεί ο Κύριος και διαβαίνοντας από το μέσο της πόλεως, είδε κάποιον που είχε γεννηθεί τυφλός και τον θεράπευσε, κάνοντας τα μάτια του να βλέπουν.
    Πρέπει δε να ξέρουμε ότι οι μέγιστες εορτές των Ιουδαίων είναι τρεις: Πρώτη είναι η εορτή του Πάσχα, η οποία τελείται κατά τον πρώτο μήνα, προς ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας. Δεύτερη είναι η Πεντηκοστή, η οποία θεσπίστηκε προς ανάμνηση της παραμονής τους στην έρημο επί πενήντα ημέρες, μετά τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας -πενήντα ημέρες, πράγματι, πέρασαν από τη διάβαση της Ερυθράς μέχρι που έλαβαν το μωσαϊκό Νόμο. (Συνολικά βέβαια στην έρημο έμειναν σαράντα χρόνια). Η εορτή αυτή γίνεται και προς τιμήν του αριθμού εφτά, ο οποίος θεωρείται από αυτούς ιερός. Τρίτη είναι η εορτή της Σκηνο­πηγίας, η οποία θεσπίστηκε προς ανάμνηση της σκηνής, την οποία ο Μωυσής κατασκεύασε και έστησε με αρχιτέκτονα τον Βεσελεήλ και έχοντας ως πρότυπο τη σκηνή που είδε (που του περιέγραψε ο Θεός) στη νεφέλη στο όρος Σινά. Η εορτή αυτή διαρκεί εφτά ημέρες και, εκτός από τον παραπάνω λόγο, θεσπίστηκε και προς ανάμνηση της επί σαράντα χρόνια παραμονής των Εβραίων στην έρημο. Αλλά και με τη συγκομιδή των καρπών σχετίζεται η εορτή της Σκηνοπηγίας. Τότε, λοιπόν, ενώ τελούνταν η εορτή αυτή, στάθηκε όρθιος ο Χριστός και έκραξε με φωνή μεγάλη: «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Εάν δηλαδή κάποιος αισθάνεται πόθο και δίψα, όχι για αγαθά υλικά και φθαρτά, αλλά για την εσωτερική γαλήνη και τη μακαριότητα της θείας ζωής, ας έρχεται προς έμενα διά της πίστεως και ας πίνει ελεύθερα. Πλησίον μου θα ικανοποιηθούν όλοι οι ευγενείς του πόθοι και θα βρει ανάπαυση η ψυχή του.
     Επειδή λοιπόν με τη διδασκαλία Του αυτή ο Χριστός απέδειξε ότι είναι Μεσσίας (δηλαδή χρισμένος από το Θεό Πατέρα βασιλέας και λυτρωτής), αφού έγινε μεσίτης και συμφιλιωτής των ανθρώπων και του αιώνιου Πατέρα Του, γι’ αυτήν ακριβώς την αιτία, εορτάζοντας την εορτή αυτή και ονομάζοντάς την Μεσοπεντηκοστή, ανυμνούμε και τον Μεσσία Χριστό, αλλά συνάμα δηλώνουμε και τη μεγάλη σημασία που έχει η εορτή αυτή ευρισκόμενη στο μέσο μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών της Εκκλησίας μας, δηλαδή του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Νομίζω δε ότι για το λόγο αυτό θεσπίστηκε να γίνεται μετά την εορτή αυτή η εορτή της Σαμαρείτιδας, διότι και σ’ εκείνη την εορτή γίνεται λόγος για το Μεσσία Χριστό και περί ύδατος και δίψας, όπως και κατά την παρούσα εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Πέραν δε τούτου, κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο διάλογος με τη Σαμαρείτιδα έγινε αρκετά πριν από τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού.
                                                             
Με το άπειρό Σου έλεος , Χριστέ ο Θεός , ελέησέ μας .Αμήν.
(Γ.Δ.Παπαδημητρόπουλου, «Με τους Αγίους μας»-συναξάρια Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου.)
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/04/28/

“Ιησούς Χριστός η Σοφία του Θεού” Εις την Εορτήν της Μεσοπεντηκοστής




Μια εορτή μεγάλης σπουδαιότητας είναι και η εορτή της Μεσοπεντηκοστής, στην οποία εορτάζεται ο Χριστός ως Σοφία του Θεού.
Πλατύ πρόσωπο, πλάσιμο με πολλές ψιμυθιές, σχεδόν τραχιά χαρακτηριστικά, και γενικότερα μια τάση αποφυγής της ωραιοποίησης του Κυρίου, συνθέτουν αυτήν την εντυπωσιακή εικόνα από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης. Από την επιγραφή της που αποτελεί και τον τίτλο του άρθρου, εικάζουμε ότι η εικόνα βρισκόταν αρχικά στον Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας της Θεσσαλονίκης, που και αυτός ο Ναός, όπως και πολλοί άλλοι Ναοί, είχαν ως πρότυπο τον μέγα Ναό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης.
Η εορτή καθιερώθηκε σε ανάμνηση της διαμονής των Ιουδαίων στην έρημο, όταν πορεύονταν από την γη της Αιγύπτου στην γη της Επαγγελίας, και την γιόρταζαν πανηγυρικά. Όπως όλες οι εορτές της Παλαιάς Διαθήκης, έτσι και αυτή είχε συμβολικό χαρακτήρα. Το πρωί γίνονταν θυσίες ολοκαυτωμάτων, ενώ οι Ιερείς έφερναν νερό με κρασί, που το έχυναν πάνω στο θυσιαστήριο. Αυτό συμβόλιζε την έκχυση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος, αλλά και το νερό που θαυματουργικά έπιναν οι Ισραηλίτες στην έρημο. Έπειτα την πρώτη ημέρα του εορτασμού άναβαν λυχνίες στην αυλή των γυναικών στον Ναό, με την εσπερινή θυσία, που φαίνονταν σε ολόκληρη την πόλη. Και τα δύο αυτά γεγονότα αναφέρονταν στον Χριστό, γιατί εκείνος ήταν που έδινε νερό κατά την πορεία τους στην έρημο -“έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ήν ο Χριστός”- αλλά ο Ίδιος ήταν και η φωτεινή νεφέλη κατά το “οι Πατέρες ημών πάντες υπό τη νεφέλην ήσαν, πάντες δια της θαλάσσης διήλθον και πάντες εις τον Μωϋσήν εβαπτίσαντο εν τη νεφέλη και εν τη θαλάσση”.
Ο Χριστός έκανε αισθητή την παρουσία Του στο ιερό διδάσκοντας τον λαό “τής εορτής μεσαζούσης”. Εκεί διακήρυξε ότι Αυτός ξεδιψά τους ανθρώπους και τους παρακίνησε να έλθουν κοντά Του. Σ’ αυτήν την εορτή οι Ιουδαίοι τον οδήγησαν μπροστά στην μοιχευομένη γυναίκα για να διαπιστώσουν την στάση Του· σ’ αυτή την εορτή ο Χριστός δίδαξε ότι Αυτός είναι το φως του κόσμου και ότι η Αλήθεια ελευθερώνει τον άνθρωπο. Σε όλες τις συζητήσεις των ημερών της εορτής ο Χριστός διακήρυττε την αλήθεια, ότι είναι ομότιμος με τον Πατέρα, ότι απεστάλη από Αυτόν στον κόσμο, ότι είναι ο Υιός του Θεού, ο αναμενόμενος Χριστός.
Μέσα στην βιβλιοπατερική μας παράδοση η λέξη σοφία έχει ενυπόστατο χαρακτήρα και αναφέρεται στον Υιό και Λόγο του Θεού, χαρακτηριστικά γράφει ο Απόστολος Παύλος: “επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν”.
Γράφει ο Σεβ. Μητροπολίτης κ. Ιερόθεος στο βιβλίο του Δεσποτικές εορτές, αναφερόμενος στην προσευχή του Σολομώντος, ότι η σοφία που ζητά δεν είναι μια αφηρημένη σοφία, αλλά πάρεδρος με τον Θεό: “δός μοι την των σών θρόνων πάρεδρον σοφίαν”. Είναι αυτή που μπορεί να βοηθά τον άνθρωπο: “εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν ίνα συμπαρούσα μοι κοπιάση και γνώ τί ευάρεστόν εστι παρά σοι”. Ο Θεός δι’ αυτής δημιούργησε τον κόσμο: “Εν τη σοφία σου κατεσκεύασας άνθρωπον”. Η ενυπόστατη Σοφία του Θεού βρίσκεται πάντοτε ενωμένη με τον Θεό, γνωρίζει την βουλή Του και συμμετείχε στην δημιουργία “Και μετά σού η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα ότε εποίεις τον κόσμον”. Και βεβαίως, η σωτηρία του ανθρώπου επιτεύχθηκε με αυτήν: “καί τη σοφία εσώθημεν”.
Ο Χριστός, λοιπόν, είναι ο Λόγος του Πατρός, γιατί Αυτός αναγγέλλει την βουλή του Πατρός. Ταυτόχρονα όμως ο λόγος Του, το κήρυγμά Του, η διδασκαλία Του είναι έκφραση και ενέργεια του Λόγου και της Σοφίας του Θεού, και επειδή είναι θεανθρώπινος λόγος, συντελεί στην θεραπεία του ανθρώπου.
Γνωρίζουμε δε ότι τα ονόματα του Χριστού είναι ονόματα των ενεργειών Του, και προσευχόμενοι σ’ Αυτόν δια των ονομάτων λαμβάνουμε τις ενέργειές Του. Ο Χριστός είναι η ενυπόστατη και πραγματική Σοφία του Θεού. Με την ενανθρώπισή Του, την σταυρική θυσία Του και την ανάστασή Του έδωσε την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να ενωθή μαζί Του και να αποκτήση την πραγματική σοφία. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, ας είναι ενταγμένη και η δική μας βιωτή.
Διάκ. Σ.Κ.Π

Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής



ths_mesopenthkosthΣε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, αυτή. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της. Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αύτη και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν, ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Και όμως κάποτε αυτή η εορτή  ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού.
Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος ς’ του Σοφού (11 Μαΐου 903). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτορας το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μω­κίου. όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλιάς και πατριάρχης εισέρχονταν επισήμως στον ναό.
Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλιάς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγοι την βασιλείαν υμών» και με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι.
Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασή της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.
Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή  ένας σταθμός, μία τομή.
Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορταστεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσ­σίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας -μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». «Διά ταύτην την αιτίαν την παρούσα εορτή εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν  ανυμνούμεν Χριστόν». σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που επελέγη για την ημέρα αυτή. Μεσούσης της εορτής του ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρή αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία.
Λίγες σειρές πιό κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, πού έγινε μεταξύ του Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία φράση του Κυρίου- «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω· ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος». Και σχολιάζει ο ευαγγελιστής· «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν», Δεν έχει σημασία, ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξάλλου τόσο πολύ με το θέμα τής εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθεί πιό παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, «του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές· «Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος». «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στη Σαμαρείτιδα. Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους.
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψη ιστορικού υπόβαθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακένωτου ύδατος. Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατάντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής ή του αγίου Πνεύματος ή της αγίας Τριάδος ή των Εισοδίων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.
(Ιωάννου Φουντούλη, «Λογική λατρεία»)
πηγή

Περί ουρανίων και επιγείων π. Ανδρέας Αγαθοκλέους


Αναφέρεται στο Γεροντικο ότι πήγε κάποιος, σπουδαίος για τον τόπο του άνθρωπος, να επισκεφθεί τον Αββά Ποιμένα κι άρχισε να ρωτά για πνευματικά και ουράνια πράγματα. Τότε ο αββάς έστρεψε το πρόσωπο του και δεν απάντησε. Εκείνος, όταν είδε ότι δεν μιλά μαζί του, βγήκε λυπημένος και παραπονέθηκε στον υποτακτικό ότι ο γέροντας δεν θέλει να συνομιλήσει μαζί του.
Μπήκε τότε ο αδελφός προς τον Αββά Ποιμένα και του λέγει:Αββά, για σένα ήλθε ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, που έχει τόση φήμη στη χώρα του, γιατί δεν μίλησες μαζί του;
Κι απαντά ο γέροντας: Αυτός ανήκει στα άνω και συζητά για επουράνια, εγώ ανήκω στα κάτω και συζητώ για επίγεια. Αν μου ανέφερε για πάθη ψυχής, εγώ θα του αποκρινόμουν, αφού μου ανέφερε για θεωρητικά, εγώ αυτά δεν τα γνωρίζω.
Όταν ο υποτακτικός βγαίνοντας είπε σ’ εκείνουν πώς ο γέροντας δεν συζητεί εύκολα σε αγιογραφικά θέματα, αλλ’ αν κανείς του μιλά για πάθη ψυχής του αποκρίνεται, μπήκε προς το γέροντα εντυπωσιασμένος και το ρωτά: Τι να κάνω αββά, που με κυριεύουν τα πάθη της ψυχής;
Κι ο γέροντας τον κοίταξε με χαρά και είπε: Καλώς ώρισες λοιπόν, και τώρα ρώτησέ με ότι θέλεις γ’ αυτά και θα σε γεμίσω αγαθά.
Εκείνος ωφελημένος πολύ, έλεγε: Πραγματικά αυτή είναι η αληθινή οδός. Κι επέστρεψε στη χώρα του ευχαριστώντας το Θεό που καταξιώθηκε να συναντήσει τέτοιον άγιο.
Η ενασχόληση στις μέρες μας ευκαίρως-ακαίρως «περί υψηλών και επουρανίων», μπορεί να δίνει την εντύπωση της πνευματικής αναζήτησης. Όμως πολλές φορές κρύβει την επιθυμία να καλύψουμε τη δική μας πνευματική οκνηρία να ασχοληθούμε ουσιαστικά με τον εαυτό μας και τις μεταξύ μας ανθρώπινες σχέσεις.
Κι ακόμα, η συνεχής προσπάθεια να ακούσουμε «ομιλίες θρησκευτικές» και να ρωτήσουμε «θέματα πνευματικά», χωρίς να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε τα ακουόμενα, δεν οδηγεί παρά στην κρίση. Γιατί «ο γνούς και μη ποιήσας, δαρήσεται πολλά».
Το πιο πάνω περιστατικό από τη ζωή του αββά Ποιμένα, δείχνει πως οι αληθινοί άγιοι δεν ασχολούνται περί Θεού αλλά ζουν το Θεό. Γι’ αυτό και αναπαύονται και αναπαύουν.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να ζήσουμε απλά το Ευαγγέλιο στην καθημερινότητα μας, αρχίζοντας από την υπέρβαση του εγωκεντρισμού μας, που θανατώνει την κοινωνία των προσώπων και κατ’ επέκταση την κοινωνία μας με το Θεό.
Μπορεί να έχουμε ακούσει σπουδαίους ιεροκήρυκες και αγίους ανθρώπους, μπορεί να έχουμε διαβάσει μεγάλες θεολογίες και περισπούδαστα πνευματικά συγγράμματα. Αλλά αν δεν αρχίσουμε από τα απλά και καθημερινά, αν δεν περάσουμε μέσα από τη θέα του εαυτού μας που προκαλεί πόνο, αν δεν ασχοληθούμε με τα «κάτω και τα επίγεια», δεν θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε τα ουράνια.
Γιατί ο παράδεισος και η θέα του Θεού περνούν μέσα από την καρδιά μας, μέσα από τον πλησίον, μέσα από τον «κόσμον τούτο της βασάνου».
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Ο άγιος προφήτης Ησαΐας


Ό άγιος προφήτης Ησαΐας γεννήθηκε περί τό 765 π.Χ., στο βασίλειο του Ιούδα τήν εποχή που ο εβραϊκός λαός, σκληρά διαιρεμένος μεταξύ των αντιπάλων βασιλείων του Ισραήλ (μέ πρωτεύουσα τήν Σαμάρεια) και του Ιούδα (με πρωτεύουσα τήν Ιερουσαλήμ), επρόκειτο να περάσει μία από τις τραγικότερες περιόδους τής ιστορίας του, η οποία θα ολοκληρωνόταν με τήν οριστική καταστροφή του βασιλείου τής Σαμάρειας. Ό Ησαΐας άσκησε το λειτούργημα του επί σαράντα έτη, κατά τά όποια η αυτοκρατορία των Άσσυρίων δέσποζε στήν Ανατολή, απειλώντας όλο και περισσότερο τά εβραϊκά βασίλεια και τους γείτονες τους. Σφηνωμένο μεταξύ Άσσυρίων και Αιγυπτίων, με τον διαρκή πειρασμό να προσφύγει σε συμμαχία μέ τον εναν άπό τους εχθρούς του εναντίον του άλλου, τό βασίλειο του Ιούδα είχε επιπλέον διαφθαρεί άπό τήν επίδραση πού ασκούσαν οί ξένες λατρείες, άπό διαστροφή τής ηθικής, συνέπεια τής υλικής ευμάρειας, και άπό τήν περιφρόνηση του Νόμου του Θεοΰ. Μεταξύ του λαού, η μαγεία, η νεκρομαντεία και κάθε είδους δεισιδαίμονες πρακτικές υποκαθιστούσαν τήν λατρεία πού όριζε ο Νόμος, και ακόμη και εκείνοι πού παρέμεναν πιστοί στήν λατρεία του Κυρίου στον Ναό αρκούνταν σε μιά θρησκευτικότητα τυπολατρική και υποκριτική, τιμώντας εν τοις χείλεσιν αντών τον Θεό, ένώ η καρδιά τους πόρρω απείχε άπό αντόν (Ήσ. 29, 13).
Τό έτος πού πέθανε ο βασιλιάς Όζίας (740), ενώ ο Ησαΐας βρισκόταν στον Ναό, ο Ησαΐας είδε να παρουσιάζεται ο Θεός σε ολη του τήν δόξα, καθήμενος πάνω σε υπερυψωμένο θρόνο και περιβαλλόμενος άπό έξαπτέρυγα Σεραφείμ πού άναβοοΰσαν: Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος σαβαώθ Στο άκουσμα τής φωνής αυτής σείστηκαν οί παραστάτες τής θύρας και ο Ναός γέμισε καπνό, όπως άλλοτε τό Ορος Σινά (βλ. Εξ. 19). Πέφτοντας στήν γη, ο Ησαΐας ομολόγησε τήν άναξιότητά του λέγοντας: «Ω τάλας εγώ, ότι κατανένυγμαι, ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων, εν μέσω λαοΰ ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ οικώ και τον βασιλέα Κύριον σαβαώθ ειδον τοις οφθαλμοίς μου». Τότε πέταξε ένα Σεραφείμ και ήλθε κοντά του κρατώντας στο χέρι ένα κάρβουνο αναμμένο που είχε πάρει με λαβίδα από τό θυσιαστήριο. Άγγιξε με αυτό τό στόμα του και είπε: «Ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου κάι αφελεί τάς ανομίας σου και τάς αμαρτίας σου περικαθαριεί». Εκείνος πού ονομάσθηκε ό «προφήτης με τα καμμένα χείλη» προσφέρθηκε ό ίδιος να αποσταλεί στον λαό πού είχε αρνηθεί τον Κύριο για να του αναγγείλει το θέλημα του Θεού, ελπίζοντας ότι θά τον οδηγήσει σε μετάνοια.
Λίγο μετά τό όραμα αυτό, ό Ησαΐας νυμφεύθηκε και έδωσε στους δύο γιους του ονόματα πού προέλεγαν τό Ινα τις επερχόμενες δοκιμασίες και τό άλλο τό «καταλειφθέν» πού έπρεπε να επιβιώσει γιά να γίνει ο σπόρος ενός νέου λαού. Κατά τά πρώτα έτη του λειτουργήματος του, ό Ησαΐας απηύθυνε τό κήρυγμα του στο βασίλειο της Σαμάρειας, καταγγέλλοντας τά σκάνδαλα και τήν ψευδή ελπίδα σε εναν Θεό συμβιβαστικό. Επιστρέφοντας κατόπιν στην Ιερουσαλήμ, όπου παρέμεινε όλη την υπόλοιπη ζωή του, ό άγιος προφήτης επικαλέστηκε τους ουρανούς και τήν γη ώς μάρτυρες της αχαριστίας του λαού πού άποστράφηκε τον Θεό γιά να παραδοθεί στήν διαφθορά και τήν ειδωλολατρία. Ανήγγειλε ότι ό Κύριος δεν θά ανεχθεί άλλο τήν υποκριτική λατρεία, τις θυσίες και τις προσευχές του: Λούσασθε καθαροί γένεσθε, αφέλετε τάς πονηρίας άπό των ψυχών υμών απέναντι των όφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών, μάθετε καλόν ποιείν… και δεύτε και διελεγχθώμεν, λέγει κύριος, και εάν ωσιν αί αμαρτίαι υμών ώς φοινικούν, ώς χιόνα λευκανώ, εάν δε ώσιν ώς κόκκινον, ώς έριον λενκανώ. Και εάν θέλητε και είσακούσητέ μον, τά άγαθά της γης φάγεσθε εάν δε μη θέλητε μηδέ είσακούσητέ μου, μάχαιρα υμάς κατέδεται (1, 16-18). Διότι θά επέλθει ημέρα Κυρίου και τό ύψος του ανθρώπου θέλει υποκύψει, και η έπαρσις τών άνθρώπων θέλει ταπεινωθη- και υψωθήσεται κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη (2, 17). Οί καταστροφές πού προφήτευε έγιναν πραγματικότητα λίγα χρόνια αργότερα, όταν ό βασιλιάς της Δαμασκού, Ραασούν, και ό βασιλιάς του Ισραήλ, Φακεέ, θέλησαν να παρασύρουν τον βασιλιά ‘Άχαζ του Ιούδα σέ συμμαχία εναντίον του βασιλιά τής Άσσυρίας Θαγλαθφελλασάρ Γ’. Εκείνος αρνήθηκε και τότε οί δύο ηγεμόνες επιτέθηκαν στο βασίλειο του Ιούδα. Αντί να εμπιστευθεί τον Θεό, ο ‘Αχαζ στράφηκε στους Ασσυρίους, παρά τίς προειδοποιήσεις του Ησαΐα γιά τους κινδύνους πού ελλόχευε τό διάβημα αυτό. Κι ενώ μέσα σέ μεγάλη αναταραχή ο λαός τής Ιερουσαλήμ προετοιμαζόταν γιά τήν πολιορκία, ο Ησαΐας παρουσιάστηκε ενώπιον του βασιλέως πού επέβλεπε τά οχυρωματικά έργα και του είπε: Φύλαξαι τον ήσυχάσαι και μή φοβον, μηδέ η ψυχή σου άσθενείτω από των δύο ξύλων των δαυλών των καπνιζομέ-νων τούτων… άλλ’ έτι έξήκοντα και πέντε ετών εκλείψει η βασιλεία Έφραίμ [τό βασίλειο του Βορρά] από λαον (7, 4-8). Ό ‘Αχαζ παρέμενε δύσπιστος και τότε ο Ησαΐας πρόφερε τήν σαφέστερη σέ όλη τήν Παλαιά Διαθήκη προφητεία γιά την έλευση του Μεσσία, «σημείο» με το οποίο όλοι οί άνθρωποι θά κληθούν στήν Σωτηρία: Διά τούτο δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον ιδού η παρθένος εν γαστρι έξει, και τέξεται υϊόν, και καλέσεις το όνομα αύτον Εμμανουήλ [δηλαδή «μεθ' ημών ο Θεός»] (7, 14• βλ. Ματθ. 1, 23). Λίγο αργότερα θά διευκρινίσει ότι τό παιδί αυτό πού θά καθήσει στον θρόνο του Δαυίδ θά λάβει κάθε εξουσία και θά φέρει τά ονόματα: Θεός ισχυρός, μεγάλης βουλής άγγελος, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος, άρχων ειρήνης (9, 5-7). Ό προφήτης ανήγγειλε επίσης τίς συμφορές πού επρόκειτο σύντομα να ενσκήψουν πάνω στήν Δαμασκό και τήν Σαμάρεια. Τό 733, ο Θαγλαθφελλασάρ επιτέθηκε στήν Δαμασκό, φόνευσε τον Ραασούν, ερήμωσε κατόπιν τήν Γαλιλαία και έστειλε τους κατοίκους της στήν εξορία.
Ό θάνατος του βασιλιά των Ασσυρίων λίγο αργότερα (727) αναπτέρωσε τίς ελπίδες του βασιλιά τής Σαμάρειας, ο όποιος επιχείρησε να επαναστατήσει. Κατά τήν περίοδο αυτή, ο Ησαΐας δεν έπαψε να μέμφεται τήν μωρή αυτή πολιτική, πού βασιζόταν σέ φρούδες ελπίδες γιά υποστήριξη άπό πλευράς τής Αιγύπτου και η όποια έμελλε να καταδικάσει σέ οριστική καταστροφή τό βασίλειο του Ισραήλ: και τοις ποσίν καταπατηϋήσεται ό στέφανος της ύβρεως, οι μισθωτοί τον Έφραίμ (28, 3). Θά έλθει ισχυρός αντίπαλος ο οποίος, σαν χαλάζι που αφανίζει αίφνης τα σπαρτά και σαν καλοκαιρινή καταιγίδα πού ρημάζει τα σπίτια, θά ανατρέψει τά πάντα. Και όντως, μετά άπό τριετή πολιορκία (τό 72Γ βλ. Δ’ Βασά. 17) η υπερήφανη Σαμάρεια καταστράφηκε άπό τους Άσσύριούς• ωστόσο, ο Ησαΐας διακήρυξε ότι άφοΰ χρησιμεύσουν γιά κάποιο διάστημα ώς Οργανο της θεϊκής οργής, οί Άσσύριοι θά συντριβούν τελικά άπό τον Εμμανουήλ (8, 9).
Μετά τήν πτώση του βασιλείου του Βορρά, ο προφήτης αποσύρθηκε άπό τά κοινά, μέχρι τά πρώτα ετη της βασιλείας του Έζεκία (περί τό 713). Διάφοροι γείτονες λαοί, ωθούμενοι άπό τήν Αίγυπτο, πρότειναν τότε στο βασίλειο του Ιούδα να προσχωρήσει σε μιά νέα συμμαχία εναντίον του Ασσύριου δυνάστη. Ό Ησαΐας διέτρεχε επί τρία χρόνια τους δρόμους τής Ιερουσαλήμ, γυμνός και ανυπόδητος, ώς σημείο και οιωνός πού ανήγγελλε ότι οί φρούδες ελπίδες γιά τήν συνδρομή τής Αιγύπτου θά έφερναν τήν καταστροφή, τήν εξορία και τήν απογύμνωση (20, 2-6). Η πρόρρηση αυτή σύντομα επιβεβαιώθηκε με τήν κατάληψη τής Αζώτου, στήν χώρα τών Φιλισταίων, η όποια είχε εξεγερθεί και εκείνη εναντίον τών Ασσυρίων, υπολογίζοντας στήν βοήθεια τής Αιγύπτου, και τήν καταστροφή της ακολούθησε εκείνη τής Μωάβ, τής Έδώμ και τής Βαβυλώνας.
Μετά τον θάνατο του Σαργών Β’ (Αρνά), βασιλιά τής Ασσυρίας, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιός του Σενναχηρίμ, πολλά έθνη επαναστάτησαν με τήν υποκίνηση Φιλισταίων και Φοινίκων. Παρά τήν θαυματουργική θεραπεία του και τό σημείο πού του έδωσε ο Θεός, ο οποίος, διά τής φωνής του Ησαΐα, έκανε να οπισθοχωρήσει η σκιά δέκα σκαλοπάτια, (38), ο Έζεκίας αρνήθηκε να εμπιστευθεί τον Θεό και προσχώρησε στήν συμμαχία. Διέταξε να γίνουν προετοιμασίες γιά να αντιμετωπισθεί πολιορκία στήν Ιερουσαλήμ, επιδιόρθωσε τά προτειχίσματα, διπλασίασε τίς οχυρώσεις και έδωσε εντολή να σκάψουν δεξαμενή γιά να εξασφαλισθούν αποθέματα νερού. Ακαταπόνητος υπερασπιστής τών θείων δικαιωμάτων, ο Ησαΐας βγήκε από τήν σκιά και έμεμψε τους Εβραίους πού έκαναν όλες αυτές τίς προετοιμασίες άντί να κλαίνε, να πενθούν και να μετανοήσουν. Κατήγγειλε με σφοδρότητα τις μάταιες ελπίδες πού συνέχιζαν να εναποθέτουν στά άρματα και στά άλογα τής Αιγύπτου —σε αυτόν τον λαό πού δεν φέρνει καμμία βοήθεια, ουτε όφελος, αλλά μόνο όλεθρο και σύγχυση— αντί να προσβλέπουν στον Θεό του Ισραήλ, σέ Εκείνον που δεν ανακαλεί ποτέ τον λόγο Του και ανατρέπει ώς πύρινος χείμαρρος Ολες τίς επηρμένες δυνάμεις του κόσμου τούτου (31, ΐ). Και πρόφερε τον φοβερό λόγο: Ότι ουκ άφεθήσεται υμίν αύτη η αμαρτία έως αν αποθάνητε (22, 14). Παρά τίς προσπάθειες και τίς επικρίσεις του προφήτη, τά έθνη εξεγέρθηκαν, προκαλώντας σαρωτικά αντίποινα εκ μέρους του Σενναχηρίμ, ο όποιος ερημώνοντας τά πάντα στο πέρασμα του συνέτριψε τίς εστίες αντίστασης στήν Παλαιστίνη και πολιόρκησε τήν Ιερουσαλήμ μέ ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις (701). Ό Έζεκίας του προσέφερε όλον τον χρυσό, τό ασήμι και τά πολύτιμα σκεύη πού διέθετε, αδειάζοντας γιά τον σκοπό αυτό τό θησαυροφυλάκιο και τον Ναό (βλ. Δ’ Βασιλ. 18), άλλά ο βασιλιάς τής Άσσυρίας δέν ικανοποιήθηκε μέ αυτά και επιθυμούσε να εξασφαλίσει τήν παράδοση τής πόλεως. Τήν φορά αυτή ο Ησαΐας παρουσιάσθηκε ενώπιον του βασιλέως και του τρομοκρατημένου λαού όχι γιά να απειλήσει, αλλά γιά να αναγγείλει ότι ο Θεός επρόκειτο να τιμωρήσει τήν αλαζονική αυτοπεποίθηση του βασιλιά τής Άσσυρίας και να ελευθερώσει τον λαό του, όπως τον είχε απελευθερώσει άλλοτε άπό τους Αιγυπτίους στήν Ερυθρά θάλασσα. Ό Άσσύριος βασιλιάς θά υπέκυπτε στο ξίφος τής θείας δικαιοσύνης και η θυγατέρα τής Σιών θά τον χλεύαζε και θά τον καταφρονούσε. Έτσι τήν νύχτα εκείνη άγγελος Κυρίου θανάτωσε 185.000 ανθρώπους στο στρατόπεδο τών Άσσυρίων. Ό Σενναχηρίμ έλυσε σύντομα τήν πολιορκία και επέστρεψε στήν Νινευί, όπου δολοφονήθηκε στον ναό του θεού Νασαράχ (Ήσ. 37, 38).
Έχοντας εκπληρώσει τήν αποστολή του, ο Ησαΐας επέστρεψε στήν ησυχία. Λέγεται πώς κατά τους χρόνους τής βασιλείας του Μανασσή (687-642), ο όποιος ξεπέρασε όλους τούς προκατόχους του σέ ασέβεια και σκληρότητα, χωρίς να χαριστεί ούτε καν στους προφήτες που του υπενθύμιζαν τον Νόμο του Θεού, ο Ησαΐας κόπηκε στά δύο με ξύλινο πριόνι. Στήν Διαθήκη του, ο προφήτης υπενθυμίζει στον λαό ότι η σωτηρία του βρίσκεται στήν επιστροφή του στον Θεό και στήν ησυχία, επειδή όμως ο λαός δέν επιθυμεί κάτι τέτοιο, άλλά εμπιστεύεται τήν οδό τής πλάνης και τής απιστίας, ετοιμάζει γιά τον εαυτό του τήν οριστική καταστροφή. Γιά όσους όμως έχουν τήν ελπίδα τους στον Θεό: Και πάλιν μενεί ό Θεός του οίκτειρήσαι υμάς και δια τούτο υψωθήσεται του ελεήσαι υμάς (30, 18).
Τό βιβλίο του προφήτη Ησαΐα υπερέχει άπό όλα τά προφητικά βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης, Οχι μόνο χάρη στήν μεγαλόπνευστη ομορφιά τής ποιητικής έκφρασης, άλλά πρωτίστως λόγω τής ακρίβειας των προρρήσεών του όσον άφορα τήν έλευση του Μεσσία. Ανήγγειλε μέ σαφήνεια τήν έκ Παρθένου γέννηση Εκείνου που όντας άναμάρτητος θά αποτελέσει τήν ελπίδα του λαοΰ του (7). Ο «βλαστός» αυτός από την ρίζα του Ίεσσαί (δηλαδή από τον οίκο του Δαυίδ) θά έχει ως χρίσμα τό πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος (βλ. 1ΐ). Θά αποκαταστήσει τήν δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και θά εγκαταστήσει τήν ειρήνη και τήν αρμονία του παραδείσου στήν Εκκλησία (11, 6). Αυτός ό Ίδιος όμως πού θά εγκαινιάσει τήν μεσσιανική εποχή θα είναι συνάμα και ο ταπεινός «Παις Κυρίου». Ού κεκράξεται ουδέ άνήσει, ουδέ ακουσθήσεται έξω η φωνή αυτού. Κάλαμον τεθλασμένον ού συντρίψει και λίνον καπνίζαμενον ού σβέσει (42, 2′ βλ. Ματθ. 12, 18-21). Θά προσφερθεί οικειοθελώς στήν αισχύνη γιά τήν σωτηρία του κόσμου. Καταπεφρονημένος και άπερριμένος υπό των ανθρώπων άνθρωπος εν πληγή ών (53, 3). Έδωσε τά νώτα τον εις τους μαστιγούντας και δέν έκρυψε τό πρόσωπο του άπό ύβρισμών και έμπτυσμάτων (50, θ). Ούτος έτραυματίσϋη δια τάς ανομίας ημών και μεμαλάκισται δια τάς αμαρτίας ημών παιδεία ειρήνης ημών έπ’ αυτόν, τω μώλωπι αυτού ήμεϊς ίάϋημεν (53, 4-5). Ώς πρόβατον έπί σφαγήν ήγβη και ώς αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος ούτως ούκ ανοίγει τό στόμα…, άπό τών ανομιών του λαού μου ήχθη εις θάνατον (53, 7-8• βλ. Ματϋ. 27, 58). Αλλά ο Θάνατος του θά είναι λύτρωση: και δώσω τούς πονηρούς αντί τής ταφής αύτον και τους πλουσίους άντί του θανάτου αυτού (53, 9). Οι καρποί των πόνων της ψυχής του θά είναι να χορτάσει φώς (53, 10-11) και να αποκαταστήσει τήν Ιερουσαλήμ εν δόξη.
Αν ο προφήτης Ησαΐας προφήτευσε πολλές φορές τήν επικείμενη καταστροφή όσων εναποθέτουν τήν εμπιστοσύνη τους στις αρχές του κόσμου τούτου, ρίχνοντας έτσι φώς στις απώτερες δοκιμασίες πού πρέπει να υποστεί η ανθρωπότητα κατά τίς έσχατες ημέρες, τό δεύτερο μέρος του Βιβλίου του, πού ονομάζεται Βιβλίο τής Παρηγοριάς, είναι αφιερωμένο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν στήν αναγγελία τής καταλλαγής του Θεού μέ τον λαό του, του ανακαινισμού τής Ιερουσαλήμ και του εγκαινιασμού τής ατελεύτητης βασιλείας. Φωτίζου φωτίζου, Ιερουσαλήμ, ήκει γάρ σου τό φώς, και η δόξα κυρίου επί σε ανατέταλκεν (60, ΐ). Όλα τά έθνη θά προσέλθουν στήν Εκκλησία, την νέα Ιερουσαλήμ, και θα εισέλθουν στην πόλη αυτή πού οι θύρες της δέν πρόκειται να κλείσουν ποτέ πιά και η όποια δέν θά φωτίζεται ούτε άπό τον ήλιο ούτε από τήν σελήνη, διότι ο ίδιος ο Κύριος θά είναι τό αιώνιο φώς της και πάς δίκαιος θά γίνει μέλος του λαοΰ αύτοΰ πού ό Θεός έχει συνάξει. Θά χαίρεται εντός του και αυτός εν Αύτω, και στήν πόλη τούτη όπου ό θάνατος θά καταργηθεί δέν θά ακούγονται πιά κραυγές, ούτε στεναγμοί, ούτε θρήνοι, άλλά μονάχα η δοξολογία του Θεού (60-62). Έχοντας έτσι αναγγείλει, μέ τρόπο σχεδόν διαφανή, τήν ουσία του Ευαγγελίου, δικαίως ως ό άγιος προφήτης ονομάσθηκε ο «πέμπτος Ευαγγελιστής» και τό βιβλίο του παραμένει μία άπό τίς βασικές πηγές τής πίστεως και τής ελπίδος μας.

Ένας Όμορφος άγιος (ο Άγιος Χριστόφορος) – με εικόνες


Στην Ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος εικονίζεται να μεταφέρη στον ώμο του τον Χριστό και γι’ αυτό, σύμφωνα με μια παράδοση, ονομάστηκε και Χριστοφόρος. Αυτό δεν φαίνεται μέσα στα συναξάρια, όμως εκείνο που είναι αληθινό και έχει και την μεγαλύτερη σημασία είναι το ότι ήταν όντως χριστοφόρος και θεοφόρος, αφού είχε τον Χριστό μέσα στην καρδιά του “κατοικούντα και εμπεριπατούντα”, κατά τον λόγο του Ιδίου: “Ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός” (Β’ Κορ. στ’, 16). Εξ αφορμής ίσως της παραδόσεως αυτής θεωρείται προστάτης των οδηγών. Στο “Μικρόν Ευχολόγιον” της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συγκεκριμένα στην Ακολουθία “επί ευλογήσει νέου οχήματος” υπάρχει, πρώτο στην σειρά, το Απολυτίκιό του.
Ο Μεγαλομάρτυς του Χριστού Χριστοφόρος ως προς την εξωτερική εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, που έκαμε μερικούς αγιογράφους να τον παριστούν με μορφή σκύλου. Φυσικά, αυτό είναι υπερβολή. (Υπάρχει, όμως, και άλλη άποψη.) Είχε όψη δύσμορφη και άγρια, όμως ανθρώπινη. Καταγόταν από χώρα ειδωλολατρών ανθρωποφάγων. Το αρχικό του όνομα ήταν Ρέπρεβος, που σημαίνει αδόκιμος, αποδοκιμασμένος, κολασμένος.
Πιθανότατα έζησε τον καιρό του Δεκίου (249-251), όταν στην Αντιόχεια Επίσκοπος ήταν ο άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας. Η μεταστροφή του στον Χριστό έγινε με τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα αυτοκρατορικά στρατεύματα.
Άγριος και απρόσιτος όπως ήταν, δυσκολευόταν και στην ομιλία, γι’ αυτό και προσευχήθηκε θερμά. Και όπως αναφέρει ο ιερός συναξαριστής, ήλθε άγγελος Κυρίου, ακούμπησε τα χείλη του και από εκείνη την στιγμή άρχισε να ομιλεί ελεύθερα. Από άλαλος και ειδωλολάτρης έγινε εύλαλος κήρυκας και ομολογητής του Χριστού. Οι στρατιώτες βρίσκουν τον Άγιο να προσεύχεται έξω από τον Ναό των χριστιανών. Εκεί, με τη δύναμη του Θεού χόρτασε όλους τους στρατιώτες με ένα ξερό κομμάτι ψωμιού. Γεμάτος χαρά τότε ο Άγιος μας, τους δίδαξε με απλά λόγια το Ευαγγέλιο και έπειτα όλοι μαζί πήγαν στην Αντιόχεια, όπου βαπτίσθηκαν από τον Επίσκοπο Βαβύλα. Τότε ο Άγιος μας ονομάσθηκε Χριστόφορος, ενώ πρώτα όπως αναφέρθηκε ονομαζόταν Ρέπροβος, που σήμαινε και πλην των άλλων εννοιών, άσχημος στην όψη . Κάτω από την εξωτερική αυτή ασχήμια του σώματος, έκρυβε ο Άγιος μια ψυχή γενναία με αγαθή προαίρεση.
Μπροστά στο θαύμα αυτό το στράτευμα που πήγε να αιχμαλωτίσει τον Χριστόφορο, πιάνεται τελικά απ’ αυτόν. Βέβαια, το θαύμα δεν γεννά την πίστη, αντίθετα η πίστη είναι εκείνη που γίνεται αιτία του θαύματος. O Θεός χρησιμοποιεί πολλές φορές το θαύμα, όταν πρόκειται για απίστους, πλην όμως καλοπροαιρέτους, και κυρίως για ανθρώπους που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ακούσουν και να μάθουν πολλά πράγματα για τον Χριστό και την Εκκλησία Του.
Η άκτιστη θεία Χάρη που έλαβε την ώρα του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, μεταμόρφωσε όλη του την ύπαρξη. Και αυτή ακόμα η δύσμορφη όψη του φαινόταν φωτεινότερη και ομορφότερη. Η εσωτερική ωραιότητα ή ασχήμια αντανακλά και στην εξωτερική όψη του ανθρώπου με αποτέλεσμα να προσθέτει ή να αφαιρεί ομορφιά. Τα ψυχικά χαρίσματα και οι αρετές όπως η ταπείνωση, η αγάπη, η ανθρωπιά, η χωρίς υστεροβουλία εξυπηρέτηση του συνανθρώπου, προσθέτουν ωραιότητα και κάλλος και στην εξωτερική εμφάνιση. Η αυταρχικότητα, η γκρίνια, ο φθόνος, η έλλειψη καλοσύνης και χαμόγελου ασχημαίνουν και τον πιο όμορφο εξωτερικά άνθρωπο. Και κάτι άλλο. Η εμφάνιση του ανθρώπου είναι σάρκα. Η ψυχή δεν φαίνεται, όπως και τα χαρίσματά της δεν γίνονται αντιληπτά από την πρώτη ματιά και από τον οιονδήποτε. Γι’ αυτό χρειάζεται υπομονή και προσοχή στις κρίσεις. Όποιος βιάζεται σίγουρα κάνει λάθη. “Άφησε τον άλλο να σού αποκαλύπτεται και όταν τον γνωρίσεις καλά τότε και η γνώμη σου γι’ αυτόν θα είναι ορθότερη” ή κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής “μή κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνετε”.
Η εξωτερική ομορφιά, η ωραία φωνή και τόσα άλλα χαρίσματα είναι δώρα χαρισμένα από τον Θεό, όπως ακριβώς το λέει και η λέξη.Άλλωστε το κάλλος δεν έχει σχέση μόνο με εξωτερικά πράγματα. Δεν εξαρτάται μόνο από την όψη και την συμμετρία των μελών του σώματος, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σώμα. Είναι ψυχοσωματική ύπαρξη και ως τέτοια πρέπει να κρίνεται. Το σώμα δεν είναι ο όλος άνθρωπος, αλλά το σώμα του ανθρώπου, όπως και η ψυχή, είναι η ψυχή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι “το συναμφότερον”, δηλαδή και τα δύο μαζί. Υπάρχει επομένως αλληλεπίδραση. Όταν στην καρδιά κατοικεί το Άγιον Πνεύμα, αυτό φωτίζει και ομορφαίνει και την ψυχή και το σώμα. Αντίθετα, όταν το πονηρό πνεύμα αποκτά εξουσία πάνω στην άνθρώπινη ύπαρξη, τότε αυτή γίνεται, εσωτερικά και εξωτερικά, σκοτεινή και άκομψη. Ωραία πόδια είναι αυτά που λιώνουν στην διακονία της αγάπης. “Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων την ειρήνην των ευαγγελιζομένων τα αγαθά”. Ωραία χέρια αυτά που εργάζονται την προσφορά και την ελεημοσύνη και γενικά ωραίο σώμα αυτό που καταυγάζεται από το άκτιστο φως της Χάριτος του Θεού.
Ο κόσμος των αυτοκινητιστών τον έχει προστάτη του και με πολλή ευλάβεια εορτάζουν την αγία μνήμη του. Κατά τον μεσαίωνα νόμιζαν ότι αρκεί κανείς να παρατηρήσει την εικόνα του Αγίου, για να προφυλαχθεί όλη την ημέρα από κάθε συμφορά. Για το λόγο αυτό τοποθετούν την εικόνα του Αγίου σε εμφανή μέρη των εκκλησιών. Η Εκκλησία μας τον τιμά στις 9 Μαΐου.
Είναι πολιούχος της πόλης του Αγρινίου και οι Αγρινιώτες τον αποκαλούν … Αφέντη Άγιο της πόλης τους …
(Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από κείμενο του π. Γ. Παπαβαρνάβα για τον Άγιο Χριστόφορο)

Τί είναι η Μεσοπεντηκοστή;


«Ο Μεσσίας (= Χριστός), όταν η εορτή ήταν στο μέσο, στάθηκε ανάμεσα στους διδασκάλους του μωσαϊκού Νόμου και τους δίδασκε».
Την εορτή της Μεσοπεντηκοστής την εορτάζουμε για την τιμή των δύο μεγάλων εορτών, δηλαδή του Πάσχα και της Πεντηκοστής, επειδή αυτή και ενώνει και συνδέει τις δύο αυτές εορτές. Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής θεσπίστηκε για τον εξής λόγο: Μετά το υπερφυές θαύμα που έκαμε ο Χριστός στο παράλυτο, οι Ιουδαίοι, σκανδαλισμένοι δήθεν για το Σαββάτου (διότι πράγματι, Σάββατο θεράπευσε ο Κύριος τον παράλυτο), Τον καταδίωκαν και ζητούσαν να τον σκοτώσουν. Για το λόγο αυτό ο Ιησούς έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και πήγε στη Γαλιλαία, όπου και διέμενε στα όρη της περιοχής εκείνης με τους μαθητές Του. Εκεί έκανε το υπερφυές θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, και έφαγαν και χόρτασαν πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίζονται στον αριθμό αυτό γυναίκες και παι­διά. Μετέπειτα, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας (ήταν δε και αυτή μεγάλη εορτή των Ιουδαίων), ο Ιησούς ανέβηκε και πάλι στα Ιεροσόλυμα και περπατούσε στα κρυφά.  Στο μέσο όμως της εορτής ανέβηκε στο Ναό και δίδασκε· και όλοι έμεναν έκπληκτοι από τη διδαχή Του. Αλλά, επειδή Τον φθονούσαν, έλεγαν: «Πώς αυτός ξέρει γράμματα, ενώ δεν έχει σπουδάσει;». Αλλά ο Ιησούς, όντας πράγματι νέος Αδάμ, όπως εκείνος ο πρώτος ήταν κατάμεστος από σοφία, έτσι και Αυτός, όντας επιπλέον και Θεός, ήταν παντογνώστης (που βέβαια ο πρώτος Αδάμ δεν ήταν). Γόγγυζαν λοιπόν όλοι κατά του Χριστού και επιδίωκαν να Τον σκοτώσουν οπωσδήποτε. Εκείνος δε, ελέγχοντάς τους ότι μάχονταν δήθεν υπέρ του Σαββάτου, είπε: «Γιατί ζητάτε να με σκοτώσετε;». Και στρέφοντας τη σκέψη των Ιουδαίων στο μωσαϊκό Νόμο, τους είπε επιπρόσθετα ότι δεν είχαν κανένα λόγο να θυμώνουν εναντίον του, επειδή θεράπευσε κατά την ημέρα του Σαββάτου τον παράλυτο, διότι και ο Μωυσής έχει νομοθετήσει ότι το Σάββατο μπορεί να καταλύεται, στη περίπτωση που πρόκειται για περιτομή, (όταν η όγδοη ημέρα από τη γέννηση του αρσενικού παιδιού, κατά την οποία έπρεπε αυτή να γίνει, συνέπιπτε με την ημέρα του Σαββάτου. Και συνεχίζοντας ο Κύριος, είπε: «Αν ένας άνθρωπος περιτέμνεται το Σάββατο, για να μην παραβιαστεί ο Νόμος του Μωυσή, εσείς θυμώνετε εναντίον μου, επειδή θεράπευσα έναν ολόκληρο άνθρωπο κατά την ημέρα του Σαββάτου;»). Και βέβαια ο Κύριος έκαμε διάλογο πολλή ώρα με τους Ιουδαίους περί του θέματος αυτού και τους τόνισε ότι δοτήρας του Νόμου ήταν αυτός ο ίδιος και ότι ήταν ίσος προς τον Πατέρα. Και αυτό το τόνισε  ιδιαίτερα κατά την τελευταία και πιο επίσημη ημέρα της εορτής (λέγοντας τους: «Εάν κανείς διψάει, ας έλθει σ’ εμένα και ας πιει»). Μετά ο Ιησούς τους είπε και πάρα πολλά άλλα, και ιδιαίτερα βαρυσήμαντα. Τότε εκείνοι πήραν στα χέρια τους πέτρες, για να τις ρίξουν καταπάνω Του, πλην όμως πέτρα δεν Τον άγγιξε ούτε κατ’ ελάχιστον. Και τούτο, διότι ο Ιησούς χάθηκε θαυματουργικά από τα μάτια τους και, περνώντας από ανάμεσά τους απαρατήρητος, έφυγε από το Ναό. Φεύγοντας δε από εκεί ο Κύριος και διαβαίνοντας από το μέσο της πόλεως, είδε κάποιον που είχε γεννηθεί τυφλός και τον θεράπευσε, κάνοντας τα μάτια του να βλέπουν.
Πρέπει δε να ξέρουμε ότι οι μέγιστες εορτές των Ιουδαίων είναι τρεις: Πρώτη είναι η εορτή του Πάσχα, η οποία τελείται κατά τον πρώτο μήνα, προς ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας. Δεύτερη είναι η Πεντηκοστή, η οποία θεσπίστηκε προς ανάμνηση της παραμονής τους στην έρημο επί πενήντα ημέρες, μετά τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας -πενήντα ημέρες, πράγματι, πέρασαν από τη διάβαση της Ερυθράς μέχρι που έλαβαν το μωσαϊκό Νόμο. (Συνολικά βέβαια στην έρημο έμειναν σαράντα χρόνια). Η εορτή αυτή γίνεται και προς τιμήν του αριθμού εφτά, ο οποίος θεωρείται από αυτούς ιερός. Τρίτη είναι η εορτή της Σκηνο­πηγίας, η οποία θεσπίστηκε προς ανάμνηση της σκηνής, την οποία ο Μωυσής κατασκεύασε και έστησε με αρχιτέκτονα τον Βεσελεήλ και έχοντας ως πρότυπο τη σκηνή που είδε (που του περιέγραψε ο Θεός) στη νεφέλη στο όρος Σινά. Η εορτή αυτή διαρκεί εφτά ημέρες και, εκτός από τον παραπάνω λόγο, θεσπίστηκε και προς ανάμνηση της επί σαράντα χρόνια παραμονής των Εβραίων στην έρημο. Αλλά και με τη συγκομιδή των καρπών σχετίζεται η εορτή της Σκηνοπηγίας. Τότε, λοιπόν, ενώ τελούνταν η εορτή αυτή, στάθηκε όρθιος ο Χριστός και έκραξε με φωνή μεγάλη: «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Εάν δηλαδή κάποιος αισθάνεται πόθο και δίψα, όχι για αγαθά υλικά και φθαρτά, αλλά για την εσωτερική γαλήνη και τη μακαριότητα της θείας ζωής, ας έρχεται προς έμενα διά της πίστεως και ας πίνει ελεύθερα. Πλησίον μου θα ικανοποιηθούν όλοι οι ευγενείς του πόθοι και θα βρει ανάπαυση η ψυχή του.
Επειδή λοιπόν με τη διδασκαλία Του αυτή ο Χριστός απέδειξε ότι είναι Μεσσίας (δηλαδή χρισμένος από το Θεό Πατέρα βασιλέας και λυτρωτής), αφού έγινε μεσίτης και συμφιλιωτής των ανθρώπων και του αιώνιου Πατέρα Του, γι’ αυτήν ακριβώς την αιτία, εορτάζοντας την εορτή αυτή και ονομάζοντάς την Μεσοπεντηκοστή, ανυμνούμε και τον Μεσσία Χριστό, αλλά συνάμα δηλώνουμε και τη μεγάλη σημασία που έχει η εορτή αυτή ευρισκόμενη στο μέσο μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών της Εκκλησίας μας, δηλαδή του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Νομίζω δε ότι για το λόγο αυτό θεσπίστηκε να γίνεται μετά την εορτή αυτή η εορτή της Σαμαρείτιδας, διότι και σ’ εκείνη την εορτή γίνεται λόγος για το Μεσσία Χριστό και περί ύδατος και δίψας, όπως και κατά την παρούσα εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Πέραν δε τούτου, κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο διάλογος με τη Σαμαρείτιδα έγινε αρκετά πριν από τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού.
Με το  άπειρό  Σου έλεος , Χριστέ ο Θεός , ελέησέ μας .Αμήν.
(Γ.Δ.Παπαδημητρόπουλου, «Με τους Αγίους μας»-συναξάρια Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου.)

Τυπικόν της 9ης Mαΐου 2012 τῆς Μεσοπεντηκοστῆς



Τετάρτη: Τήν τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἑορτάζομεν Ἑορτήν,
 ὡς ἑνοῦ­σαν τάς δύο μεγάλας Ἑορτάς, 
τήν τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς. 
Τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἡσαΐου καί 
τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Χριστοφόρου.
 
Τῇ Τρίτῃ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκια: 
1.– «Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...». 
2.–Δόξα· «Ἀπόστολε, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἠγαπημένε...»
Κοντάκιον:
 «Τὴν ψυχήν μου Κύριε...».
Ἀπόλυσις:
 Μικρά. Ἡ Ἀναστάσιμος.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός.
Εἰς τό· «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 
Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῆς Μεσοπεντηκοστῆς· 
«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν... 
– Ἤκουσε καί εὐφράνθη ἡ Σιών...
 – Ἤγγικεν ἡ τοῦ θείου δαψιλής...» εἰς 6, ἅπαντα ἐκ δευτέρου.
Δόξα, Καί νῦν: 
Τό Ἰδιόμελον τῆς Ἑορτῆς· «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης...».
Εἴσοδος:
 «Φῶς ἱλαρόν...». Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί τά Ἀναγνώσματα.
Ἀπόστιχα: 
Τά 3 Στιχηρά Ἰδιόμελα τῆς Ἑορτῆς· 
«Πεντηκοστῆς ἐφέστηκεν... 
– Ἐν τῷ ἱερῷ ἐπέστης... 
– Ὅτε τό μέσον τῆς ἑορτῆς ἐπέστη...», μετά τῶν πρό αὐτῶν
 στίχων εἰς τά δύο τελευταῖα: α΄.– «Μνήσθητι τῆς συναγωγῆς σου, 
ἧς ἐκτήσω ἀπ’ ἀρχῆς». β΄.
– «Ὁ δέ Θεός βασιλεύς ἡμῶν πρό αἰώνων εἰργάσατο σωτηρίαν 
ἐν μέσῳ τῆς γῆς».
Δόξα, Καί νῦν: 
Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν· «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς...».
Τρ­ισάγιον.
Ἀπολυτίκιον:
 Τῆς Ἑορτῆς· «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς...», τρίς.
Ἀπόλυσις:
 «Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Τῇ Τετάρτῃ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν. Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον 
τῆς Ἑορτῆς· «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκιον:
 Τῆς Ἑορτῆς· «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς...», τρίς.
Καθίσματα: 
Τῆς Ἑορτῆς τῆς α΄ καί β΄ Στιχολογίας, ὡς ἐν
 τῷ Πεντηκοσταρίῳ, ἅπαντα ἐκ δευτέρου.
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...».
Ὁ Ν΄ Ψαλμός: 
(Χῦμα).
Κανόνες: 
Οἱ δύο τῆς Ἑορτῆς· 
«Μεγάλαι τῆς ὑπέρ νοῦν σου, Δέσποτα...», 
μετά τῶν Εἱρμῶν αὐτοῦ καί·
 «Ἔθνη κροτήσατε...» ἄνευ στίχου.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Μεσῴδια Καθίσματα:
 1.– Τῆς Ἑορτῆς· «Ἑστηκώς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἱεροῦ...» καί 
2.– Δόξα, Καί νῦν· «Τῆς σοφίας τό ὕ­δωρ...».
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος:
 Τῆς Ἑορτῆς.
Συναξάριον:
 Τῆς ἡμέρας καί τό Ὑπόμνημα τοῦ Πεντηκοσταρίου.
Καταβασίαι: 
«Θάλασσαν ἔπηξας...».
Ἡ Τιμιωτέρα:
 Οὐ στιχολογεῖται, ἀντ’ αὐτῆς ἡ θ΄ ᾨδή ἀμφοτέρων 
τῶν Κανόνων τῆς Ἑορτῆς.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς:
 «Ἀλλότριον τῶν μητέρων ἡ παρθενία...».
Ἐξαποστειλάριον: 
Τῆς Ἑορτῆς· «Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων...», δίς.
Αἶνοι: 
Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῆς Ἑορτῆς·
 «Ἡ σοφία καί δύναμις... 
– Γραμματεῖς ἐπεστόμιζεν...
– Μωϋσέα ἐλίθασαν...» εἰς 4, τό πρῶτον δίς.
Δόξα, Καί νῦν: 
Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν· «Φωτισθέντες ἀδελφοί...».
Δοξολογία: 
Μεγάλη.
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Ἀντίφωνα-Εἰσοδικόν:
 Τοῦ Πάσχα.
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκιον: 
Τῆς Ἑορτῆς· «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς...».
Κοντάκιον:
 Ὁμοίως· «Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος: 
Τῆς Ἑορτῆς· «Κατέφυγον οἱ Ἀπόστολοι...» (Πράξ. ιδ΄ 6-18).
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης...» (Ἰω. ζ΄ 14-30).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: 
«Ἀλλότριον τῶν μητέρων ἡ παρθενία...».
Κοινωνικόν: 
«Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα...» (ἄνευ Ἀλληλούϊα εἰς τό τέλος).
«Χριστός ἀνέστη...», κτλ.
Ἀπόλυσις: 
Ἡ τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Ἐν τῇ τραπέζῃ κατάλυσις ἰχθύος.
 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...